Οι Φεντεραλιστες της Μακεδονιας

Κλασσικό

Ενώ το ημερολόγιο μας γράφει 2018, βλέπουμε το Μακεδονικό να παραμένει ένα καυτό ζήτημα, ικανό να καθορίζει τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Αναδεικνύεται έτσι σε ένα από τα μακροβιότερα «εθνικά» ζητήματα: το Μακεδονικό συνεχίζει να συγκινεί τα πλήθη εδώ και πάνω από έναν αιώνα, έστω και αν στα διαστήματα που μεσολαβούν ανάμεσα στις «θερμές» του φάσεις μισοξεχνιέται και κάθε φορά ξαναγεννιέται με λίγο διαφορετικό τρόπο.

Συλλαλητήριο για το Μακεδονικό στην Αθήνα, 4 Φεβρουαρίου 2018.

Πίσω από τις διαμάχες για το όνομα της χώρας, της εθνότητας και της γλώσσας (οι οποίες αφορούν περισσότερο την εσωτερική (μικρο)πολιτική των δύο χώρων), παίζονται φυσικά και σοβαρότερα γεωπολιτικά παιχνίδια, όπως οι ανταγωνισμοί ανάμεσα σε Αμερικάνους, Γερμανούς, Ρώσους και Τούρκους για επιρροή στα Βαλκάνια, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας και της πΓΔΜ. Η εικόνα είναι θλιβερή, τουλάχιστον για όσους θα ονειρεύονταν μια προσέγγιση των βαλκανικών λαών μακριά από ξένες κηδεμονίες. Σε αυτό το κλίμα, είναι ίσως καλό να θυμηθούμε, ότι το Μακεδονικό δεν ήταν πάντα μόνο μια σύγκρουση βαλκανικών εθνικισμών και παιχνίδι των ξένων Μεγάλων Δυνάμεων. Ήταν ταυτόχρονα και μια ελπίδα για την πραγμάτωση του παλιού οράματος μιας δημοκρατικής Βαλκανικής Ομοσπονδίας.

Ποιοι ήταν αυτοί οι Μακεδόνες*¹, οι οποίοι εργάζονταν για την πραγματοποίηση αυτού του στόχου; Ήταν από τη μια κάποιοι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι αναφέρθηκαν ήδη σε άλλα άρθρα. Ήταν όμως και αρκετοί Σλαβόφωνοι – των οποίων ο εθνοτικός προσδιορισμός είναι ακόμα και σήμερα αμφιλεγόμενος. Οι περισσότεροι Έλληνες συνδέουν τα αρχικά Ε.Μ.Ε.Ο. (V.M.R.O.) μάλλον με έναν εχθρικό σλαβικό επεκτατισμό. Εξάλλου, το ίδιο όνομα φέρει και το πρώην κυβερνών κόμμα στη γειτονική πΓΔΜ, γνωστό για την ιδιαίτερα σκληρή γραμμή του στο ζήτημα της ονομασίας. Αν όμως ρίξει κάποιος μια πιο προσεκτική ματιά, θα δει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Από τον Άγιο Στέφανο στο Ίλιντεν

Το 1878 ήταν αναμφισβήτητα μια χρονιά-σταθμός στην ιστορία των Βαλκανίων. Ο ρωσο-οθωμανικός πόλεμος έφερε τα πάνω κάτω στην περιοχή: όχι μόνο έγιναν ανεξάρτητα κράτη η Σερβία και η Ρουμανία, αλλά εμφανίστηκε και μια εντελώς νέα αυτόνομη οντότητα: η Ηγεμονία της Βουλγαρίας. Μπορεί τελικά με την Συνθήκη του Βερολίνου η έκταση της να ήταν πολύ μικρότερη απ’ ό,τι πολλοί έλπιζαν ή φοβόντουσαν. Κανείς δεν ξέχασε όμως την προηγούμενη, ακυρωμένη τελικά, Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου της ίδιας χρονιάς, με την οποία η ηγεμονία θα είχε μια τεράστια έκταση, συμπεριλαμβάνοντας σχεδόν ολόκληρη τη Μακεδονία και φτάνοντας μέχρι τα προάστια της Θεσσαλονίκης. Ο χάρτης του Αγίου Στέφανου θα στοίχειωνε επίμονα τα βουλγαρικά εθνικά όνειρα για τις επόμενες δεκαετίες – και θα παρέμενε φόβητρο για τα γειτονικά έθνη.

Στον χάρτη φαίνεται με κόκκινη διαγράμμιση η έκταση που δόθηκε στη Βουλγαρία με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και με ενιαίο κόκκινο χρώμα αυτή που τελικά πήρε με τη Συνθήκη του Βερολίνου (η  Ανατολική Ρωμυλία προσαρτήθηκε στη Βουλγαρία μερικά χρόνια αργότερα).
Πηγή εικόνας

Η ιδέα για μια αυτόνομη Μακεδονία μπορεί αρχικά να προήλθε από την Αυστροουγγαρία, ενώ φαίνεται ότι για κάποιο διάστημα υποστηρίχτηκε και από την ελληνική κυβέρνηση. Σύντομα όμως, η ιδέα υιοθετήθηκε από το νεοσύστατο βουλγαρικό κράτος και συνδέθηκε με τον βουλγαρικό αλυτρωτισμό στην περιοχή. Η λογική ήταν προφανώς, ότι από τη στιγμή που (όπως τουλάχιστον οι ίδιοι οι Βούλγαροι θεωρούσαν) ο πληθυσμός της περιοχής ήταν κυρίως βουλγαρόφωνος, η αυτονόμηση της Μακεδονίας δεν θα μπορούσε παρά να είναι το πρώτο βήμα για την ένωση με τη μητέρα-πατρίδα Βουλγαρία.

Σε αυτό το κλίμα, ιδρύθηκε το 1893 στη Θεσσαλονίκη μια μυστική ομάδα από νεαρούς σλαβόφωνους Μακεδόνες, σπουδασμένους είτε στη Βουλγαρία είτε σε βουλγαρικά σχολεία της Μακεδονίας, με στόχο μια αυτόνομη Μακεδονία. Η οργάνωση άλλαξε πολλά ονόματα στα πρώτα της χρόνια, αλλά τελικά στην Ιστορία θα έμενε ως Ε.Μ.Ε.Ο.: Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση. Σε ακριβώς 10 χρόνια, αυτή θα οργάνωνε τη μεγαλύτερη μακεδονική εξέγερση εναντίον των Οθωμανών, η οποία ξέσπασε στις 2 Αυγούστου (20 Ιουλίου με το παλιό ημερολόγιο), ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία: Ίλιντεν στα σλαβομακεδόνικα/βουλγάρικα.

Επαναστάτες από την Οχρίδα κατά την εξέγερση του Ίλιντεν.
Πηγή εικόνας

Το πιο εύκολο, με βάση αυτά που γράφτηκαν μέχρι τώρα, θα ήταν να δούμε την ΕΜΕΟ και την εξέγερση του Ίλιντεν ως μια άλλη έκφραση του βουλγαρικού επεκτατισμού. Εξάλλου, είναι σχετικά καθαρό ότι τα περισσότερα από τα κορυφαία στελέχη της ΕΜΕΟ είχαν κάποιου είδους βουλγαρική εθνική συνείδηση. Τα πράγματα όμως στην εθνοθρησκευτικά μπερδεμένη περιοχή μας δύσκολα θα μπορούσαν να είναι τόσο απλά, πόσο μάλλον σε ένα από τα πιο μπερδεμένα τμήματά της, τη Μακεδονία.

Από την ΕΜΕΟ στην ομάδα των Σερρών

Η ΕΜΕΟ δεν ήταν ποτέ απλά ένα πιόνι του βουλγαρικού κράτους. Από την αρχή, οι εκπρόσωποι του βουλγαρικού κράτους έβλεπαν με δυσπιστία αυτήν την ιδεολογικά μπερδεμένη οργάνωση με τις ριζοσπαστικές τάσεις, που είχε δημιουργηθεί από τα κάτω. Προτιμούσαν βέβαια την οργάνωση που είχαν ιδρύσει και έλεγχαν οι ίδιοι, το «Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο» (Βερχόβεν Κομιτέτ). Η ΕΜΕΟ όμως ήταν αυτή που ήταν πραγματικά γειωμένη μέσα στον ντόπιο μακεδονικό πληθυσμό, επομένως δεν είχαν άλλη επιλογή από το να συνεργαστούν μαζί της, σε κάποιον βαθμό. Αντίστοιχη δυσπιστία άρχισε πάντως να εμφανίζεται και αντίστροφα, από την πλευρά της ΕΜΕΟ προς τη Βουλγαρία και το Ανώτατο Κομιτάτο και οι σχέσεις τους σύντομα έγιναν προβληματικές.

Η ΕΜΕΟ είχε από την αρχή μέσα της διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις. Σύντομα φάνηκε ότι η συμβίωση τους δεν θα ήταν εύκολη. Από το Ίλιντεν και μετά, ήταν φανερό ότι υπήρχαν δύο κύριες ομάδες. Από τη μια, η σχετικά συντηρητική, η οποία υποστήριζε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο, με ισχυρή Κεντρική Επιτροπή, και ήταν πιο στενά προσκολλημένη στη Σόφια. Από την άλλη, μια πιο ριζοσπαστική πλευρά, η οποία επεδίωκε την αποκέντρωση και τη μεταφορά εξουσίας στις τοπικές επιτροπές, προβάλλοντας παράλληλα την ιδέα μιας πραγματικής μακεδονικής αυτονομίας, αντί μιας βουλγαρικής κηδεμονίας. Σε αυτήν την τάση δεν ήταν καθόλου αμελητέες και οι σοσιαλιστικές επιρροές.

Ο Δήμο Χατζηδήμωφ γεννήθηκε το 1875 στον σημερινό νομό Σερρών, στο χωριό Άνω Βροντού (Γκόρνο Μπρόντι). Σπούδασε και δούλεψε σαν δάσκαλος στη Βουλγαρία, όπου και έγινε μαρξιστής. Έγινε μέλος της ΕΜΕΟ, και εξελίχθηκε στον κύριο ιδεολόγο της αποκεντρωτικής φεντεραλιστικής της τάσης. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε σημαντικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας (Κ.Κ.Β.). Δολοφονήθηκε το 1924 από τους πρώην συντρόφους της (δεξιάς πλέον) ΕΜΕΟ.
Πηγή εικόνας

Το 1908, η εσωτερική σύγκρουση των δύο ομάδων είχε ήδη εξελιχθεί σε ανοιχτή και βίαιη ρήξη. Από τότε, ως «ΕΜΕΟ» θα αναφερόταν η συντηρητική τάση. Η αντίπαλη πλευρά έγινε γνωστή ως «ομάδα των Σερρών«, λόγω της προέλευσης πολλών μελών της – ή αλλιώς «φεντεραλιστική«. Το τελευταίο όνομα είναι αναφορά στον στόχο μιας «Ανατολικής Ομοσπονδίας» που θα συμπεριελάμβανε όλες τις βαλκανικές χώρες. Αυτή ήταν κατά τους φεντεραλιστές η μόνη δυνατή λύση για την περιοχή, ώστε να γλυτώσει από τους καταστροφικούς εθνικούς ανταγωνισμούς. Η ιδέα αυτή κάνει φανερές τις αριστερές επιρροές και θυμίζει τις προηγούμενες παρόμοιες ιδέες και στον ελληνικό χώρο.

Το 1908 οι φεντεραλιστές ίδρυσαν το Λαϊκό Ομοσπονδιακό Κόμμα, επιμένοντας στην ανάγκη συνεργασίας με τις άλλες εθνότητες της Μακεδονίας. Φάνηκαν πρόθυμοι ακόμα και να συνεργαστούν με τους Νεότουρκους, οι οποίοι εκείνη την εποχή ακόμα δεν είχαν κάνει σαφή την τουρκική εθνικιστική τους κατεύθυνση: και αυτή η ασάφεια στην ιδεολογική τους ταυτότητα έδινε ελπίδες σε όσους έλπιζαν ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπορούσε να μετατραπεί σε μια δημοκρατική αποκεντρωμένη ομοσπονδία. Αυτές οι ελπίδες δεν κράτησαν πολύ: στα τέλη του 1910, οι Νεότουρκοι απαγόρευσαν το κόμμα.

Ο Γιάνε Σαντάνσκι γεννήθηκε στην τότε οθωμανική «Μακεδονία του Πιρίν», δηλαδή στη σημερινή Βουλγαρία, το 1872. Λόγω της συμμετοχής του πατέρα του σε αντι-οθωμανική εξέγερση, η οικογένεια προσφυγοποιήθηκε στη Βουλγαρία. Το 1901 έγινε μέλος της ΕΜΕΟ και συμμετείχε στην εξέγερση του Ίλιντεν. Εξελίχθηκε σε ηγετική προσωπικότητα της αριστερής φεντεραλιστικής πτέρυγας και έγινε ένας από τους ιδρυτές του Λαϊκού Ομοσπονδιακού Κόμματος. Αν και το 1909 βοήθησε τους Νεότουρκους να καταπνίξουν το αντεπαναστατικό κίνημα του Σουλτάνου, στους Βαλκανικούς Πολέμους αυτός και οι οπαδοί του πολέμησαν στο πλευρό του βουλγαρικού στρατού. Το 1915 δολοφονήθηκε κατόπιν εντολών της ηγεσίας της ΕΜΕΟ. Στα επόμενα χρόνια, έγινε θρύλος για το αριστερό τμήμα του μακεδονικού κινήματος και τόσο οι Βούλγαροι όσο και οι Σλαβομακεδόνες διεκδικούν την παράδοσή του.
Πηγή εικόνας

Φεντεραλισμός εναντίον αυτονομισμού

Με το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων και του Α’ Παγκοσμίου, η Μακεδονία βρέθηκε σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση: ήταν πλέον τριχοτομημένη σε ελληνικό, σερβικό και βουλγαρικό τμήμα. Για να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους, οι φεντεραλιστές είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο ένα, αλλά τρία κράτη. Το μόνο από αυτά που υποστήριζε θεωρητικά την ιδέα μιας μακεδονικής αυτονομίας, ήταν το βουλγαρικό – μια αυτονομία όμως υπό τον έλεγχο της Σόφιας, η οποία έλπιζε έτσι να καλύψει τις απώλειες που είχε ως μεγάλη ηττημένη των πολέμων.

Η Βουλγαρία ήταν και η χώρα στην οποία κατέφυγαν ως πρόσφυγες οι περισσότεροι από τους παλιούς ακτιβιστές της ΕΜΕΟ – εξάλλου, στη διάρκεια των πολέμων είχαν προτιμήσει να πολεμήσουν στο πλευρό της. Σε αυτούς ανήκαν πολλοί παλιοί φεντεραλιστές, οι οποίοι μαζί με άλλους προερχόμενους από την παλιά ΕΜΕΟ δημιούργησαν οργανώσεις όπως η Μακεδονική Φεντεραλιστική Προσφυγική Οργάνωση. Σε αυτές συμμετείχαν μεταξύ άλλων μαρξιστές, αναρχικοί και αριστεροί εθνικιστές.

Τι ζητούσαν όμως οι επανεμφανιζόμενοι φεντεραλιστές, σε μια εντελώς νέα κατάσταση; Από τη μια, στόχοι τους ήταν η επιστροφή των προσφύγων στις δύο «άλλες Μακεδονίες»*², δηλαδή την ελληνική και τη σερβική, καθώς και η αυτονόμηση και επανένωση της Μακεδονίας, με πλήρη διοικητική/θρησκευτική/πολιτική ισότητα των εθνοτήτων. Ως επίσημη γλώσσα της μέλλουσας «Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» προτάθηκε μάλιστα η.. εσπεράντο, ενώ ως διοικητικό πρότυπο προτιμήθηκε η Ελβετία, με την καντονιακή της δομή. Από την άλλη, δεν ξέχασαν και το παλιό όνειρο μιας ευρύτερης Βαλκανικής Ομοσπονδίας, που θα οδηγούσε στην εξάλειψη των ανταγωνισμών ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη – και στην οποία θα εντασσόταν φυσικά η ενωμένη Μακεδονία.

Το κίνημα λειτουργούσε ως «ενδομακεδονική αντιπολίτευση» στην «παλιά» ΕΜΕΟ, η οποία εν τω μεταξύ είχε εξελιχθεί σε πραγματικό κράτος εν κράτει στη βουλγαρική Μακεδονία, ενώ ταυτόχρονα συντηρούσε αντάρτικη δράση στη σέρβικη Μακεδονία (λιγότερο στην ελληνική). Οι οπαδοί αυτής της ΕΜΕΟ, υπό την ηγεσία του Τοντόρ Αλεξαντρόφ, έμειναν γνωστοί ως «αυτονομιστές«.  Οι φεντεραλιστές όμως αμφισβητούσαν την ειλικρίνεια των αυτονομιστικών τους προθέσεων, θεωρώντας ότι η προσάρτηση σε μια Μεγάλη Βουλγαρία παρέμενε ο τελικός τους στόχος.

Σε αυτήν την ενδομακεδονική διαμάχη, βρέθηκε ένας μάλλον παράδοξος σύμμαχος για τους φεντεραλιστές: η βουλγαρική κυβέρνηση. Στην ηγεσία της Βουλγαρίας βρίσκονταν τώρα οι αγροτιστές του Σταμπολίσκι, ο οποίος ακολουθούσε μια φιλειρηνική πολιτική προσέγγισης με τους γείτονες και αντιμετώπιζε την ΕΜΕΟ, με τις τρομοκρατικές της ενέργειες, ως έναν επικίνδυνο εσωτερικό αντίπαλο. Οι φεντεραλιστές έμοιαζαν να είναι οι μόνοι που μπορούσαν να ανταγωνιστούν την ΕΜΕΟ εντός του μακεδονικού κινήματος – εξάλλου, ο στόχος μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας δεν ήταν μακριά από το πολιτικό όραμα του ίδιου του Σταμπολίσκι. Λίγο πριν δολοφονηθεί το 1921 ο ίδιος από την ΕΜΕΟ, ο Δημητρώφ, υπουργός του Σταμπολίσκι (ο οποίος θα είχε σε δύο χρόνια, το 1923, την ίδια μοίρα), προχώρησε στην ενίσχυση ενός μακεδονικού αντι-ΕΜΕΟ αντάρτικου, υπό την ηγεσία του Τόντορ Πάνιτσα και άλλων φεντεραλιστών.

Ο Τόντορ Πάνιτσα γεννήθηκε στο Οριάχοβο της βόρειας Βουλγαρίας. Το 1902 μπήκε στην ΕΜΕΟ και έγινε στενός συνεργάτης του Σαντάνσκι, αναλαμβάνοντας και τις δολοφονίες των εχθρών του εντός της οργάνωσης. Πολέμησε στο πλευρό του βουλγαρικού στρατού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο, εξελίχθηκε σε μια από τις κύριες μορφές του φεντεραλιστικού κινήματος και ανέλαβε τη δημιουργία παραστρατιωτικής ομάδας που ενεργούσε ως αντίβαρο στην «αυτονομιστική» ΕΜΕΟ. Αυτή όμως τελικά κατάφερε να τον δολοφονήσει το 1925 στη Βιέννη, όπου είχε εν τω μεταξύ καταφύγει.
Πηγή εικόνας

Μια πρόσκαιρη προσέγγιση των φεντεραλιστών με την «αυτονομιστική» ΕΜΕΟ του Αλεξαντρόφ το 1924, όχι μόνο απέτυχε, αλλά κατέληξε και σε εκκαθαρίσεις των φεντεραλιστών και των οπαδών της συμπόρευσης εντός της ΕΜΕΟ. Ότι απέμεινε από αυτούς, επανιδρύθηκε με το όνομα ΕΜΕΟ-Ενωμένη, ενώ η «αυτονομιστική» ΕΜΕΟ κινήθηκε όλο και πιο δεξιά – έως και ακροδεξιά, θα μπορούσε να πει κάποιος (π.χ. συνεργασία με τον Μουσολίνι και τη φιλοφασιστική κροατική Ουστάσα). Αντίθετα, η ΕΜΕΟ-Ενωμένη βρέθηκε σύντομα υπό σοβιετική επιρροή, και συνεργάστηκε με το Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας.

Η Κομμουνιστική Διεθνής (Κομιντέρν) επηρεάστηκε με τη σειρά της από τις ιδέες των φεντεραλιστών και υιοθέτησε και αυτή το παλιό όραμα μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Η ιδέα όμως μιας πολυεθνικής Μακεδονίας, μιας «Ελβετίας των Βαλκανίων», με τους Σλάβους της περιοχής να είναι ως Βούλγαροι μια από αυτές τις εθνότητες, άρχισε να δίνει τη θέση της σε μια άλλη ιδέα: αυτή ενός εντελώς ξεχωριστού από Βούλγαρους και Σέρβους σλαβικού «μακεδονικού έθνους». Αυτή η θέση θα γινόταν πλέον και επίσημη της Κομιντέρν το 1934.

Στα επόμενα χρόνια, ο μεν στόχος της Βαλκανικής Ομοσπονδίας θα ξεθώριαζε και θα ξεχνιόταν με τον καιρό όλο και περισσότερο, η δε ιδέα της σλαβομακεδονικής εθνικής ιδιαιτερότητας το ακριβώς αντίθετο. Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, ένα νέο κρατίδιο θα ιδρυόταν στην έκταση της πρώην σερβικής Μακεδονίας, με όνομα σκέτο «Μακεδονία»: αυτό προοριζόταν ως έθνος-κράτος για τη «μακεδονική» εθνότητα. Αφού ήταν μέρος μιας σοσιαλιστικής γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας, θα μπορούσε ίσως να πει κάποιος ότι υλοποιήθηκαν έτσι κατά ένα μέρος και τα παλιά οράματα των φεντεραλιστών. Από αυτήν την άποψη, δεν είναι περίεργο ότι στα πολιτικά του νέου κρατιδίου αναμίχθηκαν αρχικά πρόσωπα όπως ο Ντίμιταρ Βλαχώφ και ο Πάβελ Σάτεφ.

Ο Πάβελ Σάτεφ γεννήθηκε το 1882 στο Κράτοβο της σημερινής πΓΔΜ. Φοίτησε στη Βουλγαρική Σχολή της Θεσσαλονίκης, όπου ήρθε σε επαφή με αναρχικούς κύκλους και συμμετείχε στις γνωστές βομβιστικές επιθέσεις του 1903. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο, εξελίχθηκε σε σημαντική προσωπικότητα του φεντεραλιστικού κινήματος και της ΕΜΕΟ-ενωμένης. Στα επόμενα χρόνια όμως αποστασιοποιήθηκε από αυτήν, δημιουργώντας ξεχωριστή, πιο ξεκάθαρα φεντεραλιστική, οργάνωση στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από χρόνια φυλάκισης στη Βουλγαρία, το 1944 επέστρεψε στη σημερινή πΓΔΜ, αναλαμβάνοντας το πόστο του Κομισάριου Δικαιοσύνης στην νέα κομμουνιστική κυβέρνηση. Απομακρύνθηκε όμως μετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν ως φιλοσοβιετικός και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Μοναστήρι, όπου πέθανε το 1951.
Πηγή εικόνας

Ο Ντίμιταρ Βλαχώφ γεννήθηκε το 1878 στο Κιλκίς. Το 1908 εκλέχθηκε στην οθωμανική Βουλή με το φεντεραλιστικό Λαϊκό Ομοσπονδιακό Κόμμα. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, εντάχθηκε στη διπλωματική υπηρεσία της Βουλγαρίας, ενώ το 1920 έγινε μέλος της «αυτονομιστικής» ΕΜΕΟ του Αλεξαντρόφ, εκπροσωπώντας την αριστερή της πτέρυγα και αναλαμβάνοντας τις διαπραγματεύσεις με την Κομιντέρν. Έμεινε πιστός στην τελευταία μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων και εντάχθηκε στην ΕΜΕΟ-ενωμένη και το Κ.Κ.Β.: η «αυτονομιστική» ΕΜΕΟ εξέδωσε τότε θανατική καταδίκη εναντίον του, χωρίς όμως να πετύχει τη δολοφονία του. Έγινε εμβληματική μορφή της σλαβομακεδονικής Αριστεράς και, με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, στέλεχος της κομμουνιστικής κυβέρνησης της γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, όπου και πέθανε το 1952.
Πηγή εικόνας


Η ιστορία του κινήματος για μακεδονική αυτονομία/ανεξαρτησία μας δυσκολεύει κάπως να το κατανοήσουμε με σημερινούς όρους. Ήταν έκφραση ενός βουλγάρικου αλυτρωτισμού ή ενός ακόμα ανώριμου σλαβομακεδονικού εθνικισμού; Ή μήπως ενός ντόπιου πατριωτισμού που ήθελε να υπερβεί τις εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές; Ή όντως μιας αριστερής σύνδεσης της ιδέας της ταξικής πάλης με πανβαλκανικούς στόχους; Μπορεί να ήταν όλα αυτά μαζί ή και κανένα ακριβώς.

Η φεντεραλιστική τάση είναι κατά τη γνώμη μου η πιο ενδιαφέρουσα όψη αυτού του κινήματος. Είναι λογικό να είναι κάποιος λίγο «δύσπιστος» απέναντι σε αυτήν: παρά τις προσπάθειες να τραβήξει άλλες εθνοτικές ομάδες, παρέμεινε κάτι σχεδόν αποκλειστικά σλαβικό – και τελικά, κατέληξε να στηρίζει μια εθνική ιδέα, όχι τόσο διαφορετική από τις υπόλοιπες βαλκανικές. Το να την δούμε όμως μόνο σαν μια πιο αριστερή παραλλαγή σλαβικού εθνικισμού, θα ήταν μάλλον άδικο. Όπως και να έχει, μάλλον δεν είναι τυχαίο, που οι ιδέες μιας πανβαλκανικής ομοσπονδίας (είτε από σλαβόφωνους φεντεραλιστές είτε από Εβραίους της Φεντερασιόν) βρήκαν την πιο δυναμική τους έκφραση στη Μακεδονία. Οι εθνικά ανάμικτες περιοχές δεν έχουν μόνο τη δύναμη να χωρίζουν, αλλά και να ενώνουν.


*¹ Προς αποφυγή (των πάντα εύκολων, όταν πρόκειται για το Μακεδονικό) παρεξηγήσεων: ο όρος «Μακεδόνες» δεν χρησιμοποιείται εδώ με την εθνοτική έννοια που του δίνουν σήμερα οι Σλαβομακεδόνες, αλλά με την καθαρά γεωγραφική έννοια όλων των κατοίκων της ευρύτερης Μακεδονίας, ανεξαρτήτως εθνότητας.

*² Οι Σλαβομακεδόνες αναφέρονται στα τρία τμήματα, στα οποία τριχοτομήθηκε η Μακεδονία, ως εξής: η (πρώην σέρβικη και νυν ανεξάρτητη) «Μακεδονία του Βαρδάρη», η (βουλγάρικη) «Μακεδονία του Πιρίν» και η (ελληνική) «Μακεδονία του Αιγαίου».


Πηγές

  • Βλασίδης, Βλάσης (1997): Η αυτονόμηση της Μακεδονίας – από τη θεωρία στην πράξη. Σε: Γούναρης Βασίλης, Μιχαηλίδης Ιάκωβος, Αγγελόπουλος Γιώργος: Ταυτότητες στην Μακεδονία, σ. 63-88.
  • Banac, Ivo (1984): The National Question in Yugoslavia: Origins, History, Politics.
  • Bechev, Dimitar (2009): Historical Dictionary of the Republic of Macedonia (Historical Dictionaries of Europe).
  • Mishkova, Diana M. (2009): We, the People: Politics of National Peculiarity in Southeastern Europe.
  • Rossos, Andrew (2008): Macedonia and the Macedonians: A History.
  • Roudometof, Victor (2002): Collective Memory, National Identity, and Ethnic Conflict: Greece, Bulgaria, and the Macedonian Question.
Advertisements

Στα νησια των πριγκηπων

Κλασσικό

Λίγο μετά την έξοδο του Βοσπόρου προς την Προποντίδα, υψώνεται προς τα νοτιοανατολικά μια σειρά από μικρά νησιά. Είναι τα πρώτα που αντικρίζουν τα πλοία που μόλις έχουν διασχίσει τον Βόσπορο, ερχόμενα από τη Μαύρη Θάλασσα. Με άλλα λόγια, τους έτυχε να είναι τα πιο κοντινά νησιά σε μια πρωτεύουσα δύο μεγάλων αυτοκρατοριών, την Κωνσταντινούπολη.

Με αυτήν τη μοίρα συνδέεται και το όνομά τους: Πριγκηπόνησα. Η εγγύτητά τους στην έδρα της Αυτοκρατορίας, σε συνδυασμό με τη φυσική τους απομόνωση, τα έκανε ιδανικούς τόπους όχι μόνο αναψυχής, αλλά και εξορίας για επικίνδυνους ευγενείς. Έκπτωτοι αυτοκράτορες και αυτοκράτειρες, στρατηγοί και πατριάρχες που έπεσαν σε δυσμένεια και πολλοί άλλοι πέρασαν χρόνια απομονωμένοι σε αυτά τα νησιά. Εκεί, ο εκάστοτε Βυζαντινός Αυτοκράτορας μπορούσε σχετικά άνετα να ελέγχει τις κινήσεις τους. Για παρέα είχαν τους μοναχούς: χάρη στα πολλά μοναστήρια (μερικά από τα οποία λειτουργούν και σήμερα) τα νησιά ονομάζονταν παλιότερα Παπαδονήσια.

Τα νησιά κράτησαν κάτι από τον αριστοκρατικό τους χαρακτήρα μέχρι και τις μέρες μας. Ιδιαίτερα από τον 19ο αιώνα και μετά, αφού τα νησιά απέκτησαν τακτική συγκοινωνιακή σύνδεση με τη στεριά, έγιναν και αγαπημένος τόπος αναψυχής για εύπορους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, Ρωμιούς, Μουσουλμάνους, Αρμένηδες ή Εβραίους, οι οποίοι έκτισαν εκεί τα εξοχικά τους. Μέχρι τότε πάντως, τα νησιά παρέμεναν σχεδόν αποκλειστικά ελληνόφωνα, παρά την τουρκοποίηση της απέναντι μικρασιατικής στεριάς.

Η κοντινή τοποθεσία (περίπου μια ώρα με το καράβι) τα κάνει ιδανική επιλογή για όποιον θέλει να αποδράσει για λίγο από την πολύβουη μεγαλούπολη. Και είναι πραγματικά μια μεγάλη αλλαγή: σε αυτά τα καταπράσινα νησιά με τα ξύλινα σπίτια δεν ακούς ούτε καν θόρυβο μηχανής. Η κυκλοφορία Ι.Χ. αυτοκινήτων δεν επιτρέπεται σε κανένα απ’ αυτά. Στα πιο μεγάλα νησιά κυκλοφορούν άμαξες για τους επισκέπτες που δεν θέλουν να κουραστούν πολύ – κατά τ’ άλλα, τα μόνα μεταφορικά μέσα είναι τα ποδήλατα. Οι κάτοικοι της Πόλης έχουν χορτάσει κίνηση, θόρυβο και κυκλοφοριακό χάος και το τελευταίο που χρειάζονται είναι να το μεταφέρουν σ’ αυτούς τους λίγους χώρους διαφυγής που τους απομένουν.

Συνολικά τα Πριγκηπόνησα είναι εννιά (χωρίς να μετρήσει κάποιος  τις βραχονησίδες Βόρδωνες – στις οποίες όμως παλιότερα λειτουργούσε και μοναστήρι). Μόνο όμως τέσσερα είναι προσβάσιμα με δημόσια συγκοινωνία σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Κατά σειρά απόστασης από την Κωνσταντινούπολη είναι η Πρώτη, η Αντιγόνη, η Χάλκη και η Πρίγκηπος. Η Αντιρόβυθος (ή Τερέβινθος) κατοικείται και αυτή, λειτουργεί όμως πρακτικά σαν «φρουρούμενη κοινότητα», αφού ακόμα και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν υπάρχει συγκοινωνιακή σύνδεση, οι επισκέπτες έχουν πρόσβαση μόνο σε συγκεκριμένα τμήματα του νησιού. Τα υπόλοιπα τέσσερα πολύ μικρότερα νησιά (Πίτα, Νέανδρος, Οξειά, Πλάτη) είναι ακατοίκητα ή ιδιωτικά.

Το καράβι ξεκινάει για τα νησιά – Ανταλάρ στα τούρκικα – από το Εμίνονου ή το Καμπατάς στην ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης. Πριν όμως ξανοιχτεί στη Θάλασσα του Μαρμαρά (Προποντίδα), κάνει ακόμα μια στάση στην ασιατική πλευρά, στη Χαλκηδόνα (Καντίκιοϋ). Αφού γεμίσει με Κωνσταντινουπολίτες εκδρομείς και από τις δύο «ηπείρους», πλέει πλέον προς τα νησιά.  Οι ψηλές πολυκατοικίες κατά μήκος της ασιατικής ακτής δεν αφήνουν πάντως τους επιβάτες ποτέ να ξεχάσουν το πόσο κοντά βρίσκεται αυτή η μεγαλούπολη των 15 εκατομμυρίων κατοίκων.

Κωνσταντινουπολίτισσες καθ’ οδόν για τα Πριγκηπόνησα κοιτάζουν προς την ασιατική ακτή της Πόλης, ενώ το καράβι ετοιμάζεται να δέσει στην αποβάθρα της Πρώτης.

Μετά από περίπου μισή ώρα ταξιδιού από τη Χαλκηδόνα, το καράβι φτάνει στο πρώτο νησί, το οποίο ονομάζεται στα ελληνικά (χωρίς πολλή φαντασία, είναι η αλήθεια) Πρώτη. Σε σχέση με τα άλλα νησιά, είναι πιο άγονο και λιγότερο πράσινο. Οι Τούρκοι το λένε Κιναλίαντα, από το κοκκινωπό χρώμα των πετρωμάτων: παλαιότερα λειτουργούσαν εκεί μεταλλεία σιδήρου και χαλκού. Το νησί στα τελευταία οθωμανικά χρόνια φιλοξενούσε μια μεγάλη κοινότητα Αρμενίων, οι οποίοι πρώτοι επανεποίκισαν τη Χώρα μεταξύ 1828-30, μετά από πολλές δεκαετίες εγκατάλειψης. Εκεί βρίσκεται εξάλλου και η μοναδική αρμένικη εκκλησία των Πριγκηπονήσων. Ακόμα και σήμερα, παραμένει μια από τις πιο αρμένικες γωνιές της Τουρκίας.

Η παραλία στη Χώρα της Πρώτης.

Η επόμενη στάση είναι η Αντιγόνη. Το νησί ήταν καθαρά ελληνικό μέχρι και το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 3000 κατοίκους είχε, με βάση τις οθωμανικές στατιστικές: όλοι Ρωμιοί και κατά κύριο λόγο ψαράδες. Μέχρι και σήμερα, όταν το καράβι προσεγγίζει το νησί, δεν ξεχωρίζει κάποιο τζαμί, αλλά η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, παρά το ότι η ελληνική κοινότητα είναι φυσικά σήμερα πολύ πιο μικρή. Ακόμα και το τουρκικό όνομα, Μπουργκαζαντά, προέρχεται από το ελληνικό «Πύργος», ενώ το σημαντικότερο ύψωμα του νησιού ονομάζεται Hristos Tepesi, δηλαδή Λόφος του Χριστού. Στο νησί έζησε για πολλά χρόνια και ο Τούρκος ποιητής και συγγραφέας διηγημάτων Σαΐτ Φαΐκ Αμπασιγιανίκ, το σπίτι του οποίου λειτουργεί και σήμερα ως το ομώνυμο μουσείο.

Εικόνα από το καράβι που ετοιμάζεται να δέσει στην αποβάθρα της Αντιγόνης (ο Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος φαίνεται πίσω δεξιά από το μεγάλο ξύλινο κτίριο).

Η νησίδα Πίτα, με τα ελάχιστα κτίσματά της, βρίσκεται στριμωγμένη ανάμεσα στην Αντιγόνη και τη Χάλκη.

Λίγο μετά την Αντιγόνη και αφού το καράβι προσπεράσει την πολύ μικρότερη Πίτα, ακολουθεί η Χάλκη, ή Χεϊμπελίαντα. Το ελληνικό όνομα προέρχεται μάλλον από τα κοιτάσματα χαλκού, χάρη στα οποία λειτουργούσαν στην Αρχαιότητα και ορυχεία, ενώ το τουρκικό από το σχήμα του νησιού, που μοιάζει με δισάκι (heybeli). Τα παλιά ξύλινα σπίτια, αυτά που έχουν σήμερα σχεδόν εξαφανιστεί από την εικόνα της Πόλης, στη Χάλκη επιμένουν ακόμα να στέκουν, έστω με τα σημάδια του χρόνου πάνω τους.

Παλιά σπίτια στη Χώρα της Χάλκης.

Παλιό ξύλινο αρχοντικό.

Η ορθόδοξη εκκλησία στην κεντρική πλατεία του νησιού, η οποία σήμερα εξυπηρετεί τους λίγους εναπομείναντες Ρωμιούς, δεν μπορούσε παρά να φέρει το όνομα του Άγιου Νικόλαου του θαλασσινού, αφού αυτή ήταν παραδοσιακά η πιο συχνή ασχολία των κατοίκων.

Οι Ρωμιοί ψαράδες της Χάλκης και των άλλων Πριγκηπονήσων αντικαταστάθηκαν πλέον από Τούρκους. Σίγουρα όμως δεν έχει και η αλιεία την ίδια σημασία που είχε άλλοτε για την οικονομία του νησιού.

Όπως το καράβι προσεγγίζει την αποβάθρα της Χάλκης, βλέπει κάποιος στα δεξιά τη μονή της Αγίας Τριάδας, τριγυρισμένη από πευκοδάσος στην κορυφή του Λόφου της Ελπίδας. Εκεί φιλοξενούνταν και η γνωστή Θεολογική Σχολή της Χάλκης, μια από τις πιο σημαντικές σχολές της Ορθοδοξίας και ένα ακόμα από τα θέματα που επιβαρύνουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αφού από το 1971 το τουρκικό κράτος δεν επιτρέπει πλέον τη λειτουργία της. Γενικά η Χάλκη έχει μια παράδοση ως νησί της παιδείας. Εκτός από τη Θεολογική Σχολή, εκεί ήταν και η έδρα της Ελληνικής Εμπορικής Σχολής από το 1831 ως το 1916. Εκεί βρισκόταν και η οθωμανική Αυτοκρατορική Ναυτική Σχολή, η οποία μετεξελίχθηκε στη σημερινή Σχολή Πολεμικού Ναυτικού.

Η Μονή της Αγίας Τριάδας, όπου στεγαζόταν η Θεολογική Σχολή, βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νησιού. Στους πρόποδες του λόφου απλώνεται ο παλιός Αντριομαχαλάς, τόπος εγκατάστασης μεταναστών από την Άνδρο, που έφτασαν στο νησί κατά τον 19ο αιώνα.

Οι απόφοιτοι της Σχολής Πολεμικού Ναυτικού στη Χάλκη ετοιμάζονται μάλλον για την ορκωμοσία τους – με την πάντα απαραίτητη εικόνα του Ατατούρκ να τους επιβλέπει.

Το τελευταίο νησί στη σειρά είναι και το πιο σημαντικό, κάτι που φαίνεται ήδη από το όνομά της: Πρίγκηπος. Οι Τούρκοι το λένε Μπουγιούκαντα, δηλαδή Μεγαλονήσι. Είναι όντως με διαφορά το μεγαλύτερο από τα Πριγκηπονήσια, με έκταση 5,5 τ. χλμ. και μόνιμο πληθυσμό περίπου 7000 άτομα, εκ των οποίων και περίπου 100 Ρωμιοί, οι οποίοι άλλοτε ήταν και εδώ πλειοψηφία (5000 στα τελευταία οθωμανικά χρόνια, μαζί με 800 Τούρκους και 1200 άλλων εθνοτήτων). Στο νησί εδρεύει σήμερα η Μητρόπολη Πριγκηπονήσων, καθώς και το μοναδικό ελληνικό δημοτικό σχολείο που λειτουργεί ακόμα στα νησιά, έστω και με 3 μόνο μαθητές (το 2017).

Η βόρεια ακτή της Πριγκήπου, με τα παλιά και νέα ξύλινα αρχοντικά της, σε ένα εκ των οποίων έζησε για λίγα χρόνια και ο Λέων Τρότσκι. Στο κέντρο περίπου της κορυφογραμμής και περιτριγυρισμένο από πευκοδάσος διακρίνεται το επίσης ξύλινο Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου.

Ήδη από παλιά το νησί είχε έναν ταιριαστό στο όνομά του αριστοκρατικό χαρακτήρα, τον οποίο διατηρεί σε μεγάλο βαθμό μέχρι τις μέρες μας. Οι ξύλινες επαύλεις συναγωνίζονται η μια την άλλη σε μεγαλοπρέπεια, ιδιαίτερα κατά μήκος της βόρειας ακτής. Σε άλλα μέρη του νησιού , π.χ. προς τις πλαγιές του Λόφου του Χριστού (Isa Tepesi) βλέπει κάποιος και πιο ταπεινά παλιά σπίτια – ξύλινα πάντως κι αυτά κατά κανόνα.

Όπως και στα άλλα νησιά, στους δρόμους της Πριγκήπου κινούνται μόνο άμαξες, ποδήλατα και πεζοί.

Έπαυλη στη βόρεια ακτή της Πριγκήπου.

Το παλιό μοναστήρι της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, ή απλώς του Χριστού όπως συνήθως το αποκαλούν, έδωσε το όνομα και στο λόφο που υψώνεται αμέσως νότια της Χώρας: Isa Tepesi (Λόφος του Ιησού).

Είσοδος παλιού ξύλινου σπιτιού στον λόφο, κατηφορίζοντας προς τη Χώρα.

Η βυζαντινή αριστοκρατία ανακάλυψε την αξία του νησιού ήδη από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Ο γιος και διάδοχος του Ιουστινιανού Ιουστίνος Β’ έκτισε εκεί ένα παλάτι – χάρη σε αυτόν μάλλον έμεινε και το όνομα «Πρίγκηπος». Στους επόμενους αιώνες πάντως, οι βυζαντινοί αυτοκράτορες θα εκτιμούσαν το νησί περισσότερο ως τόπο εξορίας των επικίνδυνων αντιπάλων τους: εκεί εξόρισε η Αυτοκράτειρα Ειρήνη τον γιο της Κωνσταντίνο ΣΤ’, αφού τον εκθρόνισε και τον τύφλωσε, εκεί θα εξοριζόταν κι αυτή με τη σειρά της από τον επόμενο Αυτοκράτορα Νικηφόρο Α’. Στους επόμενους αιώνες θα περνούσαν κάποια χρόνια εκεί μεταξύ άλλων η Αυτοκράτειρα Ζωή, ο Επίσκοπος Αρμενίας Ναρσής και ο Ιωάννης Κομνηνός. Τελευταίος στη σειρά των διάσημων εξόριστων δεν ήταν άλλος από τον Λέων Τρότσκι, o οποίος πέρασε στο νησί το μεγαλύτερο διάστημα της τετραετούς παραμονής του στην Τουρκία. Το κεμαλικό καθεστώς ήταν ένα από τα λίγα που φάνηκαν πρόθυμα να δεχτούν στο έδαφος τους τον επικίνδυνο επαναστάτη, μετά την εκδίωξή του από τον Στάλιν το 1929.

Βαθιά μέσα στο πευκοδάσος στον Λόφο του Χριστού, βρίσκεται ακόμα ένα κτίριο που υποφέρει λόγω των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Πρόκειται για το εντυπωσιακό Εθνικό Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου, το μεγαλύτερο ξύλινο κτίριο της Ευρώπης (δεύτερο σε όλο τον κόσμο). Η λειτουργία του απαγορεύτηκε από το τουρκικό κράτος το 1964, με δικαιολογία την ασφάλεια σε περίπτωση πυρκαγιάς. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μπλέχτηκε σε μια πολυετή διαμάχη με τις τουρκικές αρχές, μέχρι να πετύχει την αναγνώριση της ιδιοκτησίας του στο Ορφανοτροφείο πριν λίγα χρόνια. Έχοντας αφεθεί στη μοίρα του εδώ και πολλές δεκαετίες, σήμερα ρημάζει και έχει ήδη αρχίσει να καταρρέει σε ορισμένα σημεία. Μπορούμε ίσως να ελπίζουμε ότι οι προσπάθειες των τελευταίων χρόνων και η επίσημη αναγνώρισή του ως ένα από τα 7 πλέον κινδυνεύοντα μνημεία στην Ευρώπη θα του δώσει κάποιες πιθανότητες επιβίωσης – γιατί η Φύση δύσκολα συγχωρεί μια τόσο μακριά απραξία.

Η πρόσβαση στο πρώην Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου είναι σήμερα απαγορευμένη, αφού η ξύλινη οικοδομή κινδυνεύει πλέον από κατάρρευση.

Η Ιστορία αυτών των νησιών έχει πλούτο δυσανάλογο προς το μικρό τους μέγεθος. Ξεκινώντας σαν πηγή μεταλλευμάτων στην Αρχαιότητα, έγιναν τοποθεσία μοναχισμού αλλά και εξορίας ευγενών στα βυζαντινά χρόνια. Κατοικούμενα κυρίως από Ρωμιούς ψαράδες και μικροκαλλιεργητές στους επόμενους αιώνες, εξελίχθηκαν στην τελευταία περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε κορυφαία επιλογή παραθερισμού για τα ανώτερα στρώματα πολλών εθνοτήτων. Παραμένουν και σήμερα τόπος αναψυχής και μονοήμερων εκδρομών για σύγχρονους Κωνσταντινουπολίτες, κουρασμένους από την πίεση της μεγαλούπολης.

Ως ένα από τα λίγα σημεία της Κωνσταντινούπολης όπου τα ίχνη του παρελθόντος διατηρούνται σε τέτοιο βαθμό, μπορεί κάποιος να τα δει και ως πολύτιμα αρχεία μιας ξεχασμένης πολυπολιτισμικής πραγματικότητας, απέναντι στη μονότονη σημερινή εθνο-κρατική ομοιομορφία. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι ως τέτοια θα καταφέρουν να διατηρηθούν και στα επόμενα χρόνια, παρά τις δυσκολίες που οφείλονται και στις προβληματικές ελληνο-τουρκικές σχέσεις.


Πηγές:

 

Θεματα εθνικα και μη

Κλασσικό

Εδώ και λίγο καιρό βρεθήκαμε, μάλλον αναπάντεχα, να συζητάμε πάλι για το Μακεδονικό. Ένα θέμα που έμοιαζε να έχει ξεχαστεί, ξαναζωντάνεψε ξαφνικά, αποδεικνύοντας ότι δεν έχασε την ικανότητά του να συγκινεί τα πλήθη. Αν το δούμε σε συνδυασμό με τις εξελίξεις του προηγούμενου χρόνου στο Κυπριακό και την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η μνημονιακή Ελλάδα μοιάζει μετά από πολλά χρόνια σχεδόν αποκλειστικής ενασχόλησης με την οικονομική κρίση να επιστρέφει έστω και λίγο στα παλιά και γνωστά «εθνικά θέματα».

Το θέμα του άρθρου δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο από αυτά, αλλά γενικά η ιδέα του όρου «εθνικά θέματα». Μακεδονικό, Κυπριακό, ελληνοτουρκικά: για κάποιο λόγο, αυτά τα θέματα θεωρείται ότι έχουν κάτι εθνικό μέσα τους, περισσότερο απ’ ό,τι π.χ. η οικονομική κρίση ή η εγκληματικότητα. Είτε μας ενδιαφέρουν είτε όχι, τον ορισμό τον αποδεχόμαστε περίπου άκριτα. Οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών είναι ίσως μια αφορμή για να το ξανασκεφτούμε λίγο.

Εθνικά θέματα και εθνικά εδάφη

Κάποιοι έχουν παρατηρήσει ότι στην Ελλάδα αποκαλούνται εθνικά τα θέματα που σε άλλες χώρες θεωρούνται απλά εξωτερικής πολιτικής. Ίσως όμως ούτε αυτό να είναι πολύ ακριβές. Η συμμετοχή της Ελλάδας ή της Κύπρου σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ ή οι σχέσεις με μακρινές χώρες όπως η Κίνα ή η Βραζιλία δεν θεωρούνται ακριβώς εθνικά θέματα, αν και είναι αναμφισβήτητα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Μια καλύτερη προσέγγιση του τρόπου που χρησιμοποιούμε τον όρο «εθνικά», είναι ίσως ότι αυτά αφορούν τον ανταγωνισμό του «δικού μας» έθνους με άλλα γειτονικά έθνη. Ο ανταγωνισμός αφορά κυρίως τον έλεγχο εδαφών – ή, στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών, τον έλεγχο και του νερού και του αέρα. Ακόμα και αν δεν τίθεται άμεσα θέμα αμφισβήτησης των συνόρων, για να χαρακτηριστεί ένα ζήτημα ως εθνικό πρέπει τουλάχιστον να υπάρχει μια τέτοια υπόνοια. Το Μακεδονικό π.χ. μπορεί επιφανειακά να είναι ζήτημα ονόματος και Ιστορίας, αλλά δύσκολα θα ξεσήκωνε τέτοια πάθη, αν αυτά δεν αφορούσαν την εθνική ταυτότητα ενός συγκεκριμένου εδάφους. Δεν είναι δηλαδή ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος ή το αστέρι της Βεργίνας το πρόβλημα, αλλά ότι μέσω αυτών οι Σλαβομακεδόνες αμφισβητούν την ελληνικότητα της Μακεδονίας ως γεωγραφικού χώρου.

Ενδιαφέρον έχει και το ότι η πώληση δημόσιων οργανισμών και υποδομών σε ξένες εταιρείες δεν θεωρείται εθνικό θέμα. Κι αυτό παρόλο που έτσι ξένες δυνάμεις αποκτούν έλεγχο σε ένα μέρος της εθνικής οικονομίας. Δεν διεκδικούν όμως την κυριαρχία επί εδάφους της Ελλάδας ή της Κύπρου, ούτε φαντάζεται κάποιος ότι θα μπορούσαν να την διεκδικήσουν: επομένως δεν υπάρχει (με βάση τη γενική αντίληψη) κάτι το εθνικό σ’ αυτό το γεγονός.

Από μια άποψη, αυτή η εμμονή στην κυριαρχία επί εδάφους είναι κατανοητή. Προφανώς στην εποχή που τα νεοσύστατα έθνη-κράτη ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο εδαφών, είχε πραγματική σημασία για τους κατοίκους σε ποιο από αυτά θα κατέληγαν. Θα έκρινε όχι μόνο τη διαφύλαξη της τιμής και της περιουσίας τους, αλλά ίσως και της ίδιας τους της ζωής. Αυτό το βλέπουμε από τη μοίρα όσων τους έλαχε να βρεθούν στη «λάθος» μεριά των συνόρων, σε εκείνη που δεν έλεγχε το δικό τους έθνος. Ανεξάρτητα από το αν κάποιου του αρέσει ή όχι η ιδέα των εθνών-κρατών, από τη στιγμή που υπάρχουν είναι λογικό να ελπίζει ότι το δικό του ελέγχει όσο περισσότερο έδαφος γίνεται, ώστε να εξασφαλίσει την επιβίωση περισσότερων ομοεθνών του.

Εθνικά θέματα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

H ευαισθησία για τα εθνικά εδάφη έχει επομένως μια λογική, το ερώτημα είναι όμως κατά πόσον αυτή έχει το ίδιο βάρος και σήμερα. Αν δούμε τα τελευταία 70 χρόνια, εκτός της κατάρρευσης της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της εισβολής στην Κύπρο, δεν υπήρχε καμία αλλαγή συνόρων στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Συγκρίνοντας τα με τα προηγούμενα 70 χρόνια, η διαφορά στη σταθερότητα είναι εντυπωσιακή.

Συνεχώς ακούμε να μιλούν για επικείμενες αλλαγές συνόρων, αυτές όμως τελικά δεν πραγματοποιούνται – προς το παρόν τουλάχιστον. Δεν πρέπει φυσικά να υποτιμούμε την πάντα υπαρκτή πιθανότητα αποσταθεροποίησης των συνόρων, αλλά ούτε και να την υπερτιμούμε. Και τουλάχιστον όσον αφορά το Μακεδονικό: η εισβολή στρατού της πΓΔΜ ή η δημιουργία σλαβομακεδονικού αντάρτικου στην ελληνική Μακεδονία δεν μπορούν να αποκλειστούν εντελώς, αλλά δύσκολα θα διαφωνούσε κάποιος ότι είναι από τις λιγότερο πιθανές εξελίξεις. Εξάλλου, στις περισσότερες περιπτώσεις σήμερα, τα κράτη επεμβαίνουν σε άλλα με διαφορετικές μεθόδους παρά με την άμεση προσάρτηση εδαφών.

Αντίθετα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, υπάρχουν άλλες πιο άμεσες απειλές για την επιβίωση των εθνών, μάλλον άσχετες με τα γειτονικά έθνη. Η διαφύλαξη των εθνικών γλωσσών είναι για παράδειγμα ιδιαίτερα κρίσιμη για τις εθνικές ταυτότητες και καθόλου αυτονόητη στην εποχή μας. Κάτι παρόμοιο ισχύει γενικά για όλα τα στοιχεία ενός εθνικού πολιτισμού.

Επίσης, ο οικονομικός ρόλος ενός έθνους στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας είναι ένα ζήτημα με το οποίο αναγκαστικά κάποιος πρέπει να ασχοληθεί – αν μη τι άλλο, γιατί έχει συνέπειες και στον τρόπο με τον οποίο θα οργανωθεί η εθνική παιδεία. Για παράδειγμα: η αυξανόμενη σύνδεση του Ελληνισμού (συμπεριλαμβανομένων των Ελληνοκυπρίων) με δραστηριότητες στον τομέα του τουρισμού είναι κάτι επιθυμητό και τι σημαίνει αυτό για τον εθνικό πολιτισμό;

Ένα ακόμα ζήτημα με εθνικές διαστάσεις είναι αυτό της θέσης της θρησκείας: ποια θα είναι η μελλοντική σχέση της με ένα έθνος όπως το νεοελληνικό, το οποίο πορεύθηκε τους προηγούμενους δυο-τρεις αιώνες μέσα από την ταύτισή του με ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα; Ποια θα είναι η αντίδραση ή/και προσαρμογή στις τάσεις της κοινωνίας να γίνεται πιο κοσμική, ή ακόμα και να στρέφεται προς άλλα θρησκευτικά δόγματα; Ποιοι θα είναι οι όροι της συμβίωσης με (κυρίως μεταναστευτικές) κοινότητες διαφορετικού θρησκευτικού προσανατολισμού, μπορούν αυτές να ενσωματωθούν στο έθνος και είναι αυτό αναγκαίο ή επιθυμητό;

Αξίζει τελικά να αναρωτηθεί κάποιος: τι σημαίνει «εθνική κυριαρχία επί εδάφους» όταν οι κανόνες με τους οποίους ζούμε καθορίζονται από δυνάμεις πολύ πιο δυνατές από τα έθνη-κράτη; Πόση σημασία έχει αν το τάδε νησί ή περιοχή βρίσκεται υπό ελληνική ή άλλη διοίκηση, όταν οι αποφάσεις για το πως θα οργανωθεί η κοινωνία και η οικονομία του/της παίρνονται από κέντρα εκτός Ελλάδας;


Συνοπτικά, ένας μάλλον πιο λογικός ορισμός για τα εθνικά θέματα θα ήταν ότι αυτά είναι τα σχετικά με τον εθνικό χαρακτήρα, την επιβίωση της εθνικής ταυτότητας και τη σύνδεση με άλλους παράγοντες όπως το κράτος ή η θρησκεία. Ο έλεγχος συγκεκριμένων εδαφών (και ότι συνδέεται μαζί τους, όπως ιστορικά στοιχεία) μπορεί από εθνική άποψη να είναι σήμερα δευτερεύον θέμα – ακόμα και αν υποθέσουμε ότι σε άλλες εποχές ήταν το σημαντικότερο.

Ακούμε κατά καιρούς προφητείες για το τέλος των εθνών και των εθνικών ταυτοτήτων. Μέχρι στιγμής, αυτές φαίνονται ότι συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο, παρά την εντεινόμενη παγκοσμιοποίηση (ίσως και εξ’ αιτίας αυτής). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν κινδυνεύουν και δεν χρειάζεται να αλλάξει ο προσανατολισμός τους. Αν αποφασίσουμε ότι θέλουμε να διατηρηθεί μια ελληνική εθνική ταυτότητα, πρέπει να διακρίνουμε σωστά τι αποτελεί εθνικό θέμα και τι προτεραιότητα έχει το καθένα.

 

 

Ρωσικη Επανασταση: μια μεταοθωμανικη αποψη

Κλασσικό

Στη χρονιά που φεύγει, ζήσαμε την εκατοστή επέτειο ενός από τα πιο συνταρακτικά γεγονότα των τελευταίων αιώνων: της Ρωσικής Επανάστασης. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει ο καθένας γι’ αυτήν, δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει ότι ήταν ένας σταθμός για την παγκόσμια Ιστορία. Πέρα όμως από την παγκόσμια επίδραση, πώς μπορούμε να το δούμε ειδικά από την άποψη της περιοχής που αποτελούσε κάποτε την Οθωμανική Αυτοκρατορία; Το κλείσιμο ενός αιώνα μας δίνει ίσως μια καλή αφορμή για να ασχοληθούμε με αυτό το ερώτημα.

Η Ανατολική Μεσόγειος το 1917

Το 1917, η περιοχή βρισκόταν στα τελευταία στάδια μιας μακριάς μετάβασης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην εποχή των σύγχρονων κρατών. Η Αυτοκρατορία υπήρχε ακόμη, ήταν όμως σκιά του παλιού εαυτού της. Είχε χάσει σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά  και αφρικανικά της εδάφη και πάλευε (με μικρή επιτυχία) να κρατήσει τα ασιατικά. Ακόμα και ο ίδιος ο τίτλος «Οθωμανική» ήταν μόνο τυπικός, αφού αντί του Οθωμανού Σουλτάνου την πραγματική εξουσία ασκούσε μια ομάδα αξιωματικών.

Οι εθνικές ιδέες έμοιαζαν να απλώνονται παντού. Στα Βαλκάνια, τα νέα εθνικά κράτη είχαν καθιερωθεί και βρίσκονταν στη μέση ενός σκληρού και αιματηρού ανταγωνισμού για εδάφη. Και στη Μικρά Ασία όμως, η ιδέα του τουρκικού εθνικισμού ανέβαινε, με πρώτο θύμα τις χριστιανικές και ιδίως τις αρμενικές κοινότητες. Στις νότιες κτήσεις της Αυτοκρατορίας είχε ήδη ξεκινήσει η πρώτη μεγάλη εθνική αραβική εξέγερση, με την ενθάρρυνση των Άγγλων. Οι τελευταίοι έθεσαν την ίδια χρόνια με τη Διακήρηξη Μπάλφουρ τη βάση για την εξάπλωση ενός ακόμα εθνικού κινήματος, του σιωνιστικού.

Η μόνη δύναμη που έμοιαζε ίσως πιο δυνατή από τα εθνικά κινήματα ήταν η αποικιοκρατία. Η Βόρεια Αφρική μαζί με την Κύπρο βρίσκονταν ήδη σε τέτοιο καθεστώς, ενώ οι Αγγλογάλλοι μόλις πριν έναν χρόνο είχαν συμφωνήσει και για την αποικιοποίηση της υπόλοιπης Μέσης Ανατολής, περιμένοντας το τέλος του πολέμου.

Αποικίες ή μη, οι κοινωνίες της Ανατολικής Μεσογείου ήταν γενικά αγροτικές και οικονομικά καθυστερημένες. Σε μια περιοχή με ελάχιστη βιομηχανία, μικρή εργατική τάξη και με άλυτα εθνικά ζητήματα, το εργατικό κίνημα ήταν ακόμα αδύναμο και οι σοσιαλιστικές  ιδέες είχαν μάλλον περιορισμένη εξάπλωση.

Η Επανάσταση και οι συνέπειές της

Η Επανάσταση στη Ρωσία όμως δεν άφησε ανεπηρέαστες τις μετα-οθωμανικές κοινωνίες. Στον απόηχό της στη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία (τότε ακόμα Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων), τα Κομμουνιστικά Κόμματα πέτυχαν πολύ νωρίς εντυπωσιακά αποτελέσματα στις εκλογές: 12% στη Γιουγκοσλαβία το 1920, 18% στη Βουλγαρία το 1919. Στις επόμενες δεκαετίες, τα κόμματα της Τρίτης Διεθνούς έπαιξαν σημαντικό πολιτικό ρόλο και σε άλλες χώρες, από την Ελλάδα και την Κύπρο ως το Ιράκ. Εθνικά κινήματα όπως των Κούρδων στην Τουρκία ή και ένα τμήμα του παλαιστινιακού συνδέθηκαν με τη μαρξιστική-λενινιστική παράδοση (πόσο επιφανειακά ή βαθιά, είναι ένα άλλο ερώτημα). Ακόμα και άλλες πολιτικές δυνάμεις, χωρίς να ταυτίζονται μ’ αυτήν την παράδοση, θεώρησαν χρήσιμο να υιοθετήσουν στοιχεία της ταξικής και αντιιμπεριαλιστικής ρητορικής της.

Δύσκολα μάλλον θα συνέβαιναν όλα αυτά χωρίς την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ήταν ένα πετυχημένο παράδειγμα κατάληψης της εξουσίας σε μια οικονομικά καθυστερημένη χώρα όπως η Ρωσία και λογικά θα γινόταν πηγή έμπνευσης για τμήματα του πληθυσμού στις επίσης υπανάπτυκτες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Το ότι η σοβιετική Ρωσία βρέθηκε να παλεύει με επιτυχία ενάντια στις αστικές τάξεις των δυτικών χωρών, ήταν σημαντικό όταν οι μετα-οθωμανικές κοινωνίες βρίσκονταν όχι μόνο έμμεσα (όπως στην Ελλάδα) αλλά (στην περίπτωση των αποικιών και των περιοχών εντολής) και άμεσα υπό τη διοίκηση ακριβώς αυτών των χωρών.

Μια νέα προοπτική για τα εθνικά ζητήματα

Σίγουρα όπως και σε όλον τον κόσμο, έτσι και στην Ανατολική Μεσόγειο η Ρωσική Επανάσταση ενίσχυσε τη χειραφέτηση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και την ιδέα ότι αυτά μπορούν να έχουν λόγο στα πολιτικά και άλλα θέματα. Ειδικά όταν μιλάμε για τη συγκεκριμένη περιοχή, υπάρχει όμως και κάτι άλλο που πρέπει να λάβουμε υπόψη. Η πρώην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι ακόμα και σήμερα ένα κράμα πολλών διαφορετικών θρησκειών και γλωσσών – πολύ περισσότερο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Oι ιδέες που κυριαρχούσαν μέχρι τότε έβαζαν τη δημιουργία ή/και την επέκταση του έθνους-κράτους ως προτεραιότητα. Αυτό σημαίνει ότι έπρεπε να οριστεί το έθνος και άρα να αποφασιστεί ποιος συμπεριλαμβάνεται και ποιος αποκλείεται απ’ αυτό. Ακόμα και με τον πιο ευρύ ορισμό, ήταν πρακτικά αδύνατο να αποφύγει κάποιος τους αποκλεισμούς.

Μάλλον δεν είναι τυχαίο το ότι ο μαρξισμός στην περιοχή μας βρήκε νωρίς ανταπόκριση από μέλη εθνο-θρησκευτικών μειονοτήτων. Στους κόλπους της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης υπήρξε νωρίς μια στροφή προς σοσιαλιστικές ιδέες με την ίδρυση της Φεντερασιόν. Στη σύγχρονη Τουρκία τέτοιες ιδέες γνώρισαν σε επόμενες δεκαετίες μεγάλη εξάπλωση ανάμεσα στους Αλεβίτες, ενώ αργότερα και το κουρδικό εθνικό κίνημα συνδέθηκε με τον μαρξισμό-λενινισμό. Ανάλογες παρατηρήσεις μπορεί να κάνει κάποιος και στις αραβικές χώρες: ο ιστορικός ηγέτης του Κ.Κ. του Ιράκ ήταν Χριστιανός Ασσύριος, αυτός του Κ.Κ. Συρίας και Λιβάνου ήταν Κούρδος, ενώ αυτός του Λ.Μ.Α.Π. (της πιο μεγάλης δύναμης της παλαιστινιακής Αριστεράς) είχε ορθόδοξη χριστιανική καταγωγή. Και στην Αίγυπτο στις απαρχές του κομμουνιστικού κινήματος έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι Εβραίοι. Στα πλαίσια αυτών των κινημάτων, τα μέλη των μειονοτήτων αντιμετωπιζόντουσαν ως αναμφισβήτητα ισότιμοι.

Μπορούμε ίσως να πούμε ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση προσέφερε για τους λαούς της περιοχής μας ένα νέο, λιγότερο ανταγωνιστικό πρότυπο στη διαχείριση των εθνικών ζητημάτων; Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης για τις διάφορες εθνότητες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ήταν κεντρικό σύνθημα των Μπολσεβίκων. Άσχετα με το πόσο ουσιαστικά εφαρμόστηκε αυτό αφού πήραν την εξουσία, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το πρωτοποριακό στοιχείο της έστω τυπικής αναγνώρισης των διάφορων εθνοτήτων ως ισότιμες προς τη ρωσική.

Έτσι εμπνεύστηκαν ίσως όσοι έλπιζαν ότι η μετάβαση των μετα-οθωμανικών κοινωνιών στη σύγχρονη εποχή μπορούσε να γίνει χωρίς εθνοκαθάρσεις και αποκλεισμούς. Στους κομμουνιστικούς κύκλους των Βαλκανίων του πρώτου μισού του προηγούμενου αιώνα κυκλοφορούσε η ιδέα μιας σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας, που θα υπερέβαινε τους εθνικούς ανταγωνισμούς. Στην Κύπρο οι αριστερές δυνάμεις, παρά τις πολιτικές θέσεις που πήραν κατά καιρούς, καλλιέργησαν τουλάχιστον μια παράδοση συνεργασίας των δύο κοινοτήτων. Στο Λίβανο το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν μάλλον το μόνο που ήταν πραγματικά πολυσυλλεκτικό και δεν ήταν συνδεδεμένο με μια συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα¹.

Ρωσική Επανάσταση, 100 χρόνια μετά

Τον περασμένο Νοέμβρη διοργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη συνέδριο με τίτλο: «1917-2017: Η Ρωσική Επανάσταση και ο (Μετα-)Οθωμανικός Κόσμος». Πιστεύω ότι είναι ένα θέμα που αξίζει να μας απασχολήσει, τώρα που υπάρχει και μια χρονική απόσταση που μας επιτρέπει να το δούμε πιο καθαρά. Σε αυτό το άρθρο δεν μπορούσαν φυσικά παρά να γίνουν μόνο μερικές βασικές σκέψεις.

Το σίγουρο είναι ότι η επιρροή της Ρωσικής Επανάστασης δεν περιορίζεται σε στοιχεία που συνδέονται εύκολα και άμεσα με αυτήν. Τα σημερινά χαμηλά εκλογικά ποσοστά των «γνήσιων» μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων δεν φτάνουν για να συμπεράνουμε ότι η Επανάσταση είναι ένα γεγονός χωρίς ενδιαφέρον για τις μετα-οθωμανικές κοινωνίες του 21ου αιώνα. Αντίθετα, αν δούμε το θέμα από μια πιο πλατιά οπτική γωνία, θα μπορέσουμε ίσως να διακρίνουμε τα ίχνη της σε πολλούς διαφορετικούς τομείς. Η κληρονομιά της Επανάστασης μπορεί έτσι να αποδειχτεί  για την περιοχή μας πιο βαθιά απ’ ό,τι ίσως φαντάζονται πολλοί.


¹ Η Souha Bechara στο βιβλίο της «Αντίσταση», για να δικαιολογήσει την ένταξη της στο Κομμουνιστικό Κόμμα, ανέφερε ότι πιο σημαντικό κίνητρο γι’ αυτήν δεν ήταν ταξικό, αλλά εθνικό: οι κομμουνιστές ήταν αυτοί που προωθούσαν την ενότητα του λιβανέζικου έθνους και την υπέρβαση των θρησκευτικών διαχωρισμών.

Ταξιδευοντας στις πολεις του Ποντου

Κλασσικό

Η σημασία της θάλασσας για τον ανθρώπινο πολιτισμό ήταν και είναι μεγάλη.  Τόσο μεγάλη που, όχι σπάνια, δίνει το όνομά της και σε περιοχές της στεριάς. Έτσι και η Μαύρη Θάλασσα, ή Εύξεινος Πόντος, χάρισε το όνομά της σ’ ένα τμήμα της στεριάς την οποία βρέχει, αυτό που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε Πόντο.

Ο Πόντος για την ελληνική μυθολογία ήταν η γη των Αργοναυτών και των Αμαζόνων. Η απόμακρη τοποθεσία μαζί με το ιδιαίτερο κλίμα και βλάστηση, τον έκαναν ίσως ιδανικό χώρο για να τοποθετήσεις μύθους. Στα ελληνιστικά χρόνια γεννήθηκε εκεί το Βασίλειο του Πόντου, αυτό το ελληνοπερσικό μείγμα που υπό τον Μιθριδάτη ΣΤ’ έφτασε να απειλήσει ακόμα και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – για να νικηθεί όμως στο τέλος. Μετά από αιώνες υποταγής πρώτα στη Ρώμη και μετά στην Κωνσταντινούπολη, ο Πόντος έγινε στον 13ο αιώνα πάλι από μόνος του ένα βασίλειο, ελληνορθόδοξο αυτήν τη φορά: η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Στην οθωμανική περίοδο συναντήθηκαν εκεί το Ισλάμ και η Χριστιανοσύνη, τα τουρκικά με τα ελληνικά και τις διαλέκτους των Καυκάσιων: Αρμενίων, Λαζών και Μιγγρελών. Σήμερα, αντιστοιχεί στο ένα από τα μεγάλα γεωγραφικά διαμερίσματα της σύγχρονης Τουρκίας, αυτό της Μαύρης Θάλασσας ή Καραντενίζ στα τουρκικά.

Για να ταξιδέψει κάποιος από την Κωνσταντινούπολη προς τον Πόντο, οι επιλογές είναι οδικώς ή αεροπορικώς. Το σιδηροδρομικό δίκτυο σ’ αυτήν την περιοχή είναι από υποτυπώδες ως εντελώς ανύπαρκτο και η ακτοπλοϊκή σύνδεση φαίνεται ότι καταργήθηκε. Τα λεωφορεία όμως στην Τουρκία είναι αρκετά συχνά και άνετα, ώστε ένα τέτοιο ταξίδι να είναι σχετικά εύκολο.

Πριν φτάσει στον κυρίως ειπείν Πόντο, το λεωφορείο διασχίζει την  Παφλαγονία, όπως λεγόταν μέχρι τα βυζαντινά χρόνια αυτή η ορεινή περιοχή μετά την Κωνσταντινούπολη και τη Βιθυνία. Η εξοχή ακόμα έχει σχετικά μεσογειακή εικόνα, με ξηρικές καλλιέργειες και πευκοδάση. Η βροχή εδώ ακόμα δεν είναι τόσο άφθονη, όσο γίνεται πιο ανατολικά.

Εικόνα από την εξοχή της Παφλαγονίας, ανάμεσα στην Κασταμονή και τη Σινώπη.

Μετά από περίπου πέντε ώρες, το λεωφορείο φτάνει στο Καραμπούκ. Πριν έναν αιώνα ακόμα ένα μικρό ασήμαντο χωριό, το Καραμπούκ είναι σήμερα μια πόλη των 110000 κατοίκων περίπου, αρκετών για να την κάνουν πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Την ανάπτυξη αυτήν τη χρωστάει κυρίως στη βιομηχανία χάλυβα και σιδήρου που εγκαταστάθηκε εκεί στη δεκαετία του ’30. Είναι μια από τις πιο καθαρά βιομηχανικές πόλεις της τουρκικής επαρχίας.

Τα εργοστάσια της βιομηχανίας χάλυβα και σιδήρου Καρντεμίρ – η πόλη του Καραμπούκ που αναπτύχθηκε χάρη σ’ αυτήν φαίνεται στο βάθος δεξιά.

Η εντυπωσιακή ανάπτυξη του Καραμπούκ επισκίασε τη γειτονική και πιο ιστορική Σαφράμπολη (οι δυο πόλεις συναποτελούν έναν ενιαίο αστικό ιστό). Αυτό όμως ίσως την βοήθησε να γλυτώσει τις σύγχρονες ψηλές πολυκατοικίες, που θα της έδιναν μια βαρετή εικόνα παρόμοια με άλλες επαρχιακές πόλεις της Τουρκίας. Μεγάλο κομμάτι της πόλης αποτελείται ακόμα από παλιά οθωμανικά κτίρια, πολλά από τα οποία αναπαλαιώθηκαν και λειτουργούν ως ξενώνες. Από τον 13ο μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα,  η Σαφράμπολη ήταν κεντρικός σταθμός των καραβανιών που έκαναν τη διαδρομή Ανατολής-Δύσης, κάτι που την έκανε να γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη και να γίνει και αρχιτεκτονικό πρότυπο για άλλες μικρασιατικές πόλεις.  Η πόλη αναγνωρίστηκε επίσημα ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ το 1994.

Παραδοσιακά οθωμανικά σπίτια στο Κιρανκιοϋ της Σαφράμπολης, κάποια από τα οποία χρησιμοποιούνται πλέον ως ξενώνες.

Η «πόλη του σαφράν» (η περιοχή ήταν από παλιά τόπος παραγωγής και εξαγωγής του κρόκου, ο οποίος είναι εξάλλου και το σύμβολο του Δήμου) αποτελείται από σχεδόν ξεχωριστές μεταξύ τους συνοικίες. Στο δυτικό υψίπεδο βρίσκεται το Κιράνκιοϋ, όπου ζούσαν παλιότερα οι μη-Μουσουλμάνοι και όπου εκτείνεται το σύγχρονο κέντρο και το (όχι και τόσο μεγάλο) νεόδμητο τμήμα της πόλης. Απέναντι και χαμηλά στην ανατολική πλευρά, βρίσκεται το Τσουκούρ, το ιστορικό κέντρο, ενώ πιο βόρεια εκτείνεται το Μπαγλάρ, μια συνοικία θερινών κατοικιών με μεγάλους κήπους.  Για τη συγκοινωνία ανάμεσα στο Κιράνκιοϋ και το Τσουκούρ λειτουργούν δημοτικά λεωφορεία – μπορεί όμως κάποιος να το κάνει και με τα πόδια, διασχίζοντας την κοιλάδα με τις απότομες πλαγιές που χωρίζει τις δύο συνοικίες. Θα πάρει έτσι και μια γεύση χωριού, από τα παλιά σπίτια της κοιλάδας με τα κοτέτσια και τους κήπους τους.

Το Κιράνκιοϋ, όπως φαίνεται από την απέναντι πλευρά της κοιλάδας.

Παλιά οθωμανικά κτίρια δίνουν τον τόνο σε όλες αυτές τις συνοικίες, η πιο σημαντική από τουριστική άποψη είναι όμως σαφώς το Τσουκούρ, και ιδιαίτερα το Τσαρσί (=Αγορά). Εκεί θα δει κάποιος πολλά μαγαζιά με σουβενίρ και τοπικά προϊόντα, καθώς και ταβέρνες και καφενεία, ενώ δεν αποκλείεται να συναντήσει και γκρουπ Κινέζων τουριστών.

Το Τσαρσί της Σαφράμπολης.

Από την Σαφράμπολη το λεωφορείο χρειάζεται μιάμιση με δυο ώρες μέχρι την επόμενη ιστορική πόλη της Παφλαγονίας, την ορεινή (σε υψόμετρο 900 μ) Κασταμονή. Η πόλη καταγωγής των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Κομνηνών (το όνομα της προέρχεται μάλλον από το «Κάστρα Κομνηνών») έγινε στον 14ο αιώνα  η πρωτεύουσα της τουρκικής δυναστείας των Τζαντάρογλου. Όταν οι Οθωμανοί με τη σειρά τους κατέκτησαν την περιοχή, σεβάστηκαν την ιστορία της πόλης και την έκαναν πρωτεύουσα του ομώνυμου βιλαετιού, που εκτεινόταν από τα ασιατικά προάστια της Πόλης μέχρι τη Σινώπη. Κάποιοι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί συνέχισαν να κατοικούν στην περιοχή μέχρι και την ανταλλαγή πληθυσμών. Στην Κασταμονή γεννήθηκε και ο Γιάννης Εϊριτζίδης, γνωστός ως Γιοβάν Τσαούς (το παρατσούκλι του το χάρισε η θητεία του ως λοχίας στον οθωμανικό στρατό), ο οποίος φαίνεται ότι μετέφερε και παραδοσιακές μελωδίες της πατρίδας του στο ελληνικό ρεμπέτικο.

Το κάστρο της Κασταμονής είχε ήδη κτιστεί από τους Βυζαντινούς, τροποποιήθηκε όμως στη συνέχεια από τους Τζαντάρογλου και τους Οθωμανούς.

Η σύγχρονη Κασταμονή είναι μια μάλλον συντηρητική επαρχιακή πόλη, η οποία εκτείνεται περίπου γραμμικά γύρω από το ποτάμι, περιτριγυρισμένη από βουνά. Το βόρειο τμήμα αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από σύγχρονες ψηλές πολυκατοικίες. Στο ιστορικό κέντρο όμως, που βρίσκεται πιο νότια, έχουν επιβιώσει αρκετά σκόρπια παλιά σπίτια, όπως και χάνια και παλιά τζαμιά, που θυμίζουν κάτι από το οθωμανικό παρελθόν.

Το κέντρο της Κασταμονής με το Νασρουλάχ Τζαμί, το Κουρσουνλού Χάνι στα δεξιά (το οποίο ακόμα λειτουργεί ως ξενοδοχείο) και το Χάνι του Ασίρ Εφέντη πιο πίσω.

Η γέφυρα Νασρουλάχ ή, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, η γέφυρα της Καμπούρας (Kambur Köprü), είναι μια από τις πολλές που ενώνουν τις δύο όχθες του ποταμού, στις οποίες εκτείνεται ο κεντρικός οδικός άξονας της πόλης.

Δρόμος της Κασταμονής με παλιά μαγαζιά.

Από την Κασταμονή ξεκινάνε λεωφορεία για τις κοντινές ακτές του Δυτικού Πόντου. Μετά από περίπου τρεις ώρες, το λεωφορείο κατηφορίζει από τα δασώδη βουνά της Παφλαγονίας προς τη χερσόνησο της Σινώπης, με την ομώνυμη πόλη να απλώνεται στις πλαγιές της. Αυτό είναι το μόνο σημείο στη σχετικά ευθυγραμμισμένη μικρασιατική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, όπου σχηματίζεται ένας τέτοιος κόλπος που επιτρέπει σε ένα λιμάνι να κοιτάει νότια. Προστατεύεται δηλαδή από τον κύριο όγκο της Μαύρης Θάλασσας, αυτής της τεράστιας μάζας νερού χωρίς νησιά: η επόμενη ξηρά απέναντι από την βόρεια ακτή της Σινώπης είναι η Κριμαία.

Η χερσόνησος και πόλη της Σινώπης.

Η ιδιαίτερη φυσική γεωγραφία καθόρισε και την Ιστορία της Σινώπης, η οποία για πολλούς αιώνες παρέμεινε ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Αυτήν την ιδιαιτερότητα αντιλήφθηκαν μάλλον και οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι επέλεξαν την τοποθεσία για να ιδρύσουν τον 7ο αιώνα π.Χ. μια από τις πρώτες αποικίες τους στη Μαύρη Θάλασσα. Από τη Σινώπη καταγόταν και ο φιλόσοφος Διογένης: οι σύγχρονοι Σινωπείς τιμούν το διάσημο αρχαίο συμπατριώτη τους με άγαλμα κοντά στην είσοδο της πόλης.

Το άγαλμα του Διογένη κοντά στα τείχη της πόλης, που κτίστηκαν επί Μιθριδάτη ΣΤ’, του οποίου η Σινώπη ήταν γενέτειρα και πρωτεύουσα του βασιλείου του – όλοι οι επόμενοι κατακτητές, Βυζαντινοί, Σελτζούκοι και Οθωμανοί, έκαναν προσθέσεις σ’ αυτά.

Παλιά λεγόταν ότι η Μαύρη Θάλασσα έχει τρία σίγουρα λιμάνια: τον Ιούλη, τον Αύγουστο και τη Σινώπη. Λίγες ώρες στην πόλη ήταν αρκετές για να αντιληφθώ γιατί. Όταν στην εκτεθειμένη βόρεια ακτή της χερσονήσου η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη και τα κύματα τρομακτικά, στην προστατευμένη νότια ακτή επικρατεί απόλυτη ηρεμία. Μπορείς να κάνεις περίπατο στο λιμανάκι με τις ταβέρνες και τις καφετέριες ή στον παραλιακό πεζόδρομο δίπλα στο παραθαλάσσιο πάρκο, χωρίς να έχεις ιδέα για το τι συμβαίνει στην ανοικτή θάλασσα, ελάχιστα χιλιόμετρα μακριά.

Το λιμάνι της Σινώπης, με το κέντρο της πόλης να εκτείνεται προς τα πίσω.

Η βόρεια ακτή της χερσονήσου με τα τείχη που φτάνουν μέχρι την παραλία: εδώ στην τοποθεσία Κουμκαπί, όχι μακριά από το κέντρο της πόλης

Από τη Σινώπη πλέον και προς τα ανατολικά, το ταξίδι γίνεται παραθαλάσσιο. Ο δρόμος ακολουθεί την ακτογραμμή της Μαύρης Θάλασσας – σε κάποια σημεία μάλιστα, όπου λόγω απότομου γκρεμού η συνέχιση του δρόμου στην ακτή δεν ήταν δυνατή, οι Τούρκοι δεν δίστασαν να επεκτείνουν τον δρόμο με επιχωμάτωση μέσα στη θάλασσα.

Εικόνα από τα παράθυρο του λεωφορείου Σινώπης-Σαμψούντας, από τμήμα του δρόμου που εκτείνεται μέσα στη θάλασσα.

Σε τρεις ώρες το λεωφορείο φτάνει στην μεγαλύτερη πόλη της μικρασιατικής Μαύρης Θάλασσας (με πάνω από 500.000 κατοίκους), τη Σαμψούντα ή Αμισό, όπως λεγόταν παλιότερα. Είναι και αυτή μια καθαρά παραθαλάσσια πόλη, με έναν παραλιακό πεζόδρομο ο οποίος εκτείνεται για χιλιόμετρα, ενοποιημένος με πάρκα και άλλους χώρους αναψυχής. Παράλληλα με την παραλία κινείται και το τραμ, το μόνο ΜΜΜ σταθερής τροχιάς στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Περπατώντας στον παραλιακό πεζόδρομο και κοιτάζοντας προς το λιμάνι της Σαμψούντας.

Η σημερινή Σαμψούντα δεν έχει πάντως πολλά για να θυμίζουν την μακριά της ιστορία: είναι μια σχετικά άχρωμη σύγχρονη τσιμεντούπολη. Οι κάτοικοί της το Σάββατο πλημμυρίζουν τους εμπορικούς δρόμους με τα άφθονα καταστήματα – ο καταναλωτισμός δεν λείπει από τη σύγχρονη Τουρκία του Ερντογάν.

Η Λεωφόρος Γκαζή είναι από τους κεντρικούς δρόμους της αγοράς της Σαμψούντας.

Για την Τουρκία έχει πάντως μια ιδιαίτερη βαρύτητα η σύγχρονη Ιστορία της Σαμψούντας. Εδώ αποβιβάστηκε ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς στις 19 Μαΐου 1919, έχοντας αποστολή από τον Σουλτάνο να αντιμετωπίσει τις σκόρπιες αντάρτικες ομάδες, κατά τις απαιτήσεις των ξένων δυνάμεων που κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Αυτός όμως, παίρνοντας ένα μεγάλο πολιτικό ρίσκο, παράκουσε την εντολή και ήρθε σε συνεννόηση μεταξύ άλλων και με τέτοιες ομάδες, ώστε να οργανωθεί η αντίσταση ενάντια στα ξένα στρατεύματα, αλλά και να χτυπηθούν οι χριστιανικές αντάρτικες ομάδες. Έτσι καθορίστηκε το μέλλον της Μικράς Ασίας: ο Μουσταφά Κεμάλ θα γινόταν Ατατούρκ (πατέρας των Τούρκων) και το τίμημα θα το πλήρωναν οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί. Ούτε αυτοί του Δυτικού Πόντου, αν και σε μεγάλο ποσοστό τουρκόφωνοι, θα γλίτωναν τη μοίρα των σφαγών και της ανταλλαγής πληθυσμών.

Η απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα έχει τόση σημασία για τη σύγχρονη Τουρκία, ώστε στο σημείο αυτό να υπάρχει μια μόνιμη αναπαράστασή της με αντίγραφο του πλοίου και ομοιώματα των προσώπων που συμμετείχαν.

Ακόμα και η ημερομηνία της απόβασης μοιάζει να συμβολίζει τη διαφορά ανάμεσα στην τουρκική και ελληνική οπτική της Ιστορίας. Για τους Τούρκους είναι εθνική γιορτή, αφού χάρη σ’ αυτήν θεωρούν ότι κέρδισαν την επιβίωση τους ως έθνος. Στη Σαμψούντα αυτή την περηφάνια τη βλέπεις στα μνημεία, στα ονόματα των δρόμων, στα μουσεία. Αντίθετα, η Ελλάδα όρισε αυτή την μέρα ως μαύρη επέτειο της Γενοκτονίας των Ποντίων (αν και αυτή ξεκίνησε κάποια χρόνια πιο πριν).

Μια από τις πιο κεντρικές λεωφόρους της Σαμψούντας ονομάζεται «19ης Μαΐου»¨: ο Ατατούρκ καβάλα στο άλογο είναι το σύμβολο του Δήμου.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η Σαμψούντα έχει ξεχάσει εντελώς τις αρχαίες της ρίζες. Τα Σαββατοκύριακα οι Σαμψούντιοι ανεβαίνουν με το τελεφερίκ στον Λόφο της Αμισού (Amisos Tepesi) για να απολαύσουν τη θέα και να περπατήσουν ανάμεσα στα ελληνιστικά ερείπια. Κάτω στην παραλία ξεχωρίζει το άγαλμα της Μεγάλης Αμαζόνας, ενώ λίγο πιο νότια βρίσκεται και το τεχνητό «Χωριό των Αμαζόνων». Δεν ξέρουμε κατά πόσον αυτές οι τρομερές πολεμίστριες της μυθολογίας υπήρξαν στην πραγματικότητα – η θεωρία όμως ότι το βασίλειο τους βρισκόταν στην περιοχή της Σαμψούντας αρκεί στους κατοίκους για να τις κάνουν σύμβολο της πόλης.

Θέα από τον Λόφο της Αμισού προς την ακτή και το Άγαλμα της Μεγάλης Αμαζόνας, με τα δυο λιοντάρια που την περιστοιχίζουν. Στα αριστερά φαίνεται η αφετηρία του τελεφερίκ και δεξιά της ο καπνός από το ψήσιμο στο πάρκο: επίσης αγαπημένη συνήθεια των τουρκικών οικογενειών.

Συνεχίζοντας στον παραθαλάσσιο δρόμο προς την Τραπεζούντα, η πυκνή βλάστηση στις πλαγιές των βουνών εναλλάσσεται με καταπράσινα λιβάδια που τα διασχίζουν ποτάμια. Ο Ανατολικός Πόντος είναι μια από τις πιο υγρές περιοχές κοντινές σε μας: οι βροχές δεν σταματούν ούτε το καλοκαίρι.

Πυκνή βλάστηση του Ανατολικού Πόντου,  δυτικά της Ορντού.

Αυτή είναι η περιοχή όπου επιβίωσε μέχρι πολύ πρόσφατα η ιδιαίτερη ποντιακή ελληνική διάλεκτος που γνωρίζουμε, δίπλα σ’ αυτές των άλλων λαών της Μαύρης Θάλασσας, Τούρκων, Λαζών ή Αρμενίων. Στον ανατολικό Πόντο μάλιστα δεν ήταν μόνο οι Ελληνορθόδοξοι που μιλούσαν ποντιακά ελληνικά, αλλά και αρκετοί Μουσουλμάνοι, οι οποίοι παρέμειναν στην περιοχή και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Κάποιες μικρές εστίες ελληνοφωνίας επιβιώνουν (με δυσκολία) μέχρι και τις μέρες μας.

Πάνω στα βουνά του Ανατολικού Πόντου βρίσκονται μερικές σκόρπιες περιοχές όπου ακόμα μιλιούνται τα ποντιακά: μεταξύ αυτών και η Τόνια, στα βουνά που φαίνονται πίσω από τη κωμόπολη Μπεσίκντουζου, απ’ όπου πάρθηκε η φωτογραφία.

Μετά από πέντε ώρες ταξιδιού, το λεωφορείο φτάνει στην αναμφισβήτητη πρωτεύουσα του Ανατολικού Πόντου: την Τραπεζούντα. Ξεκινώντας ως ελληνική αποικία στην αρχαιότητα, έγινε πρωτεύουσα της δικής της ομώνυμης Αυτοκρατορίας μετά την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας έζησε από τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα, για να υποταχθεί στους Οθωμανούς μόλις το 1461.

Η Τραπεζούντα έρχεται δεύτερη σε πληθυσμό στον Πόντο μετά τη Σαμψούντα, την κερδίζει όμως μάλλον σε προσωπικότητα. Η Άγκυρα και η Πόλη μοιάζουν εδώ πολύ μακρινές – και είναι (η πτήση Τραπεζούντα-Κωνσταντινούπολη διαρκεί δύο ώρες). Η Τραπεζούντα ζει στους δικούς της ρυθμούς.

Το λιμάνι της Τραπεζούντας, ένα από τα πιο σημαντικά του Πόντου, έχει απ’ ευθείας ακτοπλοϊκή σύνδεση με το Σότσι της Ρωσίας.

Το πάρκο της κοιλάδας του Ζανός: αριστερά (ανατολικά) είναι η εντός των τειχών πόλη, ενώ στην απέναντι μεριά ξεκινάει η συνοικία Ορταχισάρ (Μεσαίο Κάστρο).

Η περηφάνια της Τραπεζούντας απέναντι στην κυρίαρχη Κωνστανινούπολη εκφράζεται και ποδοσφαιρικά. Η Τραμπζόνσπορ είναι το καμάρι της περιοχής, αφού είναι η μόνη ομάδα που κατάφερε επανειλημμένα να κοντράρει στα ίσα τις ομάδες της Κωνσταντινούπολης, κερδίζοντας και έξι πρωταθλήματα. Στην πόλη βλέπεις παντού σημαίες της ομάδας και μέχρι και το έμβλημα του δήμου έχει τα μπορντό-μπλε της χρώματα. Ακόμα και ονόματα δρόμων της έχουν αφιερώσει: το στάδιο της ομάδας βρίσκεται στην Λεωφόρο Τραμπζόνσπορ.

Το Στάδιο της Τραμπζόνσπορ, βαμμένο στα χρώματα της ομάδας.

Σημαίες της Τραμπζόνσπορ σε σοκάκι του Ορταχισάρ.

Ο ρόλος της ως αυτοκρατορική πρωτεύουσα ήταν ίσως αυτό που άφησε στην Τραπεζούντα τόσα πολλά στοιχεία μιας ελληνοχριστιανικής παράδοσης, ώστε να σώζονται κάποια και σήμερα. Η Μονή Θεοσκεπάστου βρίσκεται μέσα στην πόλη, ενώ το πιο γνωστό μοναστήρι της Σουμελάς σε απόσταση περίπου 45 χλμ. (τον Οκτώβρη του 2017 ήταν και τα δύο υπό επισκευή). Η Αγιά Σοφιά λίγο έξω από το κέντρο έχει μια ιστορία  παρόμοια με τη διάσημη συνονόματή της στην Κωνσταντινούπολη: από βυζαντινή εκκλησία έγινε τζαμί στα οθωμανικά χρόνια και μετά μουσείο επί Κεμάλ. Από το 2013 λειτουργεί πάλι ως τζαμί: κάτι που κάποιοι βλέπουν με ανησυχία και σαν προετοιμασία για ανάλογη κίνηση και στην Αγιά Σοφιά της Πόλης.

Η Αγιά Σοφιά της Τραπεζούντας.

Πίσω από την Τραπεζούντα υψώνονται οι Ποντικές Άλπεις. Ο δρόμος που συνδέει την Τραπεζούντα με την Αργυρούπολη περνάει από την Ματσούκα, μια κωμόπολη χτισμένη σε μια κοιλάδα και περιτριγυρισμένη από βουνά, όπου ενώνονται δύο από τα πολλά ποτάμια που διασχίζουν την πολύ υγρή αυτή περιοχή. Πιο γνωστή είναι ως σταθμός στο δρόμο για το  μοναστήρι της Σουμελάς: μέχρι εκεί υπάρχει τακτική συγκοινωνία με λεωφορεία από την Τραπεζούντα, αλλά για τα 20 χλμ. που απομένουν χρειάζεται ταξί.

Στο κέντρο της Ματσούκας, κάτω από το ξενοδοχείο «Σουμελά», ενώνονται δύο ποτάμια που κουβαλούν υλικό από τη διάβρωση των Ποντικών Άλπεων μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα.

Πίσω στην Τραπεζούντα και συνεχίζοντας παραθαλάσσια προς τα ανατολικά, το λεωφορείο σε μια ώρα και κάτι φτάνει στη Ριζούντα. Εδώ βρισκόμαστε σχεδόν στο βορειοανατολικό άκρο της Τουρκίας, τα σύνορα με τη Γεωργία απέχουν μόλις 110 χλμ. Το κλίμα γίνεται όλο και πιο υγρό: ιδιαίτερα εντυπωσιακή εικόνα στη διαδρομή είναι οι καταρράκτες που πέφτουν ο ένας δίπλα στον άλλο από τον γκρεμό, ενώ από την άλλη πλευρά του δρόμου ξεκινά σχεδόν άμεσα η Μαύρη Θάλασσα.

Ένα δώρο της άφθονης βροχής, που θυμίζει τροπικούς, είναι και οι φυτείες τσαγιού, οι οποίες καλύπτουν σχεδόν κάθε βουνοπλαγιά στην περιοχή της Ριζούντας. Εδώ παράγεται το μεγαλύτερο μέρος του πιο αγαπημένου πλέον ροφήματος των Τούρκων (η Τουρκία είναι έκτος μεγαλύτερος παραγωγός τσαγιού στον κόσμο, αλλά και οι Τούρκοι πρώτοι στην κατά κεφαλή κατανάλωση).

Φυτεία τσαγιού στα προάστια της Ριζούντας.

Η Ριζούντα είναι μια μεσαίου μεγέθους μαυροθαλασσίτικη πόλη, γνωστή στην Τουρκία μεταξύ άλλων και ως πόλη καταγωγής του προέδρου Ερντογάν. Οι περισσότεροι κάτοικοι της συντηρητικής Ριζούντας είναι μάλλον περήφανοι γι’ αυτό, όπως φαίνεται π.χ. και από το ότι ήδη μετονόμασαν το τοπικό πανεπιστήμιο σε «Πανεπιστήμιο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν».

«Η Ριζούντα μαζί σου» λέει η αφίσα με τον Ερντογάν στο κέντρο της πόλης, δίπλα από τα γραφεία του κυβερνώντος κόμματος.

Πέρα όμως από τον Ερντογάν, η Μαύρη Θάλασσα έχει γενικά τη φήμη μιας περιοχής όπου ο ακραίος εθνικισμός έχει πολλή δύναμη. Κάποιοι δεν θεωρούν τυχαίο ότι από την Τραπεζούντα ήταν και ο Ογκιούν Σαμάστ,  ο έφηβος που πριν 10 χρόνια δολοφόνησε τον Αρμένη δημοσιογράφο Χραντ Ντινκ, κατηγορώντας τον ότι προσέβαλε το τουρκικό έθνος. Ίσως δεν είναι κάτι που πρέπει να μας εκπλήσσει: δεν είναι εκείνα τα τμήματα ενός νέου έθνους που είναι λιγότερο «καθαρά», συχνά τα ίδια που προσπαθούν να καλύψουν αυτήν την έλλειψη με υπέρμετρο εθνικισμό; Για μια περιοχή όπως ο Πόντος, είναι μάλλον αδύνατο να μην κάνει κάποιος αυτήν τη σκέψη.

Τα γραφεία του ακροδεξιού Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης στο Αρσίν (ανατολικά της Τραπεζούντας), μαζί με αυτά της οργάνωσης νεολαίας των «ιδεαλιστών».

Η δύναμη του τουρκικού εθνικισμού δεν σημαίνει ότι έχει χαθεί η συνείδηση της σχέσης με την ελληνική ποντιακή παράδοση. Η ανάμιξή της με τη σύγχρονη τουρκική πραγματικότητα φαίνεται π.χ. και στο πως ένα τραγούδι, που τραγουδά στα «ρωμέικα» ο Φουάτ Σακά (γνωστός τραγουδοποιός της περιοχής), μπορεί με στίχους στα τουρκικά να γίνει ύμνος της Τραμπζόνσπορ:

Στον Πόντο γρήγορα καταλαβαίνει κάποιος ότι βρίσκεται σε μια πολιτισμικά ιδιαίτερη περιοχή. Με τις ιδιαιτερότητες που έχει,παραμένει και ένα στοιχείο που συνδέει τα δύο έθνη, ελληνικό και τουρκικό. Ίσως τελικά όσο ζωντανές μένουν οι τοπικές ταυτότητες, τόσο  πιο διαπερατά να μοιάζουν τα εθνικά σύνορα.

Αγροτες στην εξουσια 2: Ρουμανια, Κροατια, Ελλαδα

Κλασσικό

Θέμα του προηγούμενου άρθρου ήταν ο βουλγαρικός αγροτισμός, ο οποίος μοιάζει να ξεχωρίζει τόσο για την γρήγορη άνοδο του στην εξουσία όσο και για τον ριζοσπαστισμό του. Δεν ήταν όμως η μόνη εκδοχή αγροτικής ιδεολογίας που κατάφερε να παίξει σημαντικό ρόλο στα Βαλκάνια. Ας δούμε λίγο και κάποιες άλλες περιπτώσεις, την κάθε μια με τις ιδιαιτερότητές της.

Κροατία: ένα αγροτικό κόμμα για ένα αγροτικό έθνος

Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου και την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, γεννήθηκε πάνω στα συντρίμμια της μεταξύ άλλων και το Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων: η μετέπειτα Γιουγκοσλαβία. Οι Κροάτες ήταν απλά η δεύτερη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα του νέου κράτους. Ήταν όμως μια δική τους οργάνωση, που θα ξεχώριζε νωρίς στην πολιτική ζωή του βασιλείου: το Κροατικό Αγροτικό Κόμμα (HSS) των αδελφών Στιέπαν και Αντούν Ράντιτς.

Το κόμμα είχε ήδη ιδρυθεί στα χρόνια της Αυστροουγγαρίας. Κύριος σκοπός του ήταν να εξασφαλίσει τα «οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα» της κροατικής αγροτιάς, δηλαδή της συντριπτικής πλειοψηφίας του κροατικού λαού, με τελικό σκοπό τη δημιουργία ενός «αγροτικού κράτους». Αυτόν τον σκοπό συνέχιζε θεωρητικά να υπηρετεί και με τη νέα πολιτική κατάσταση. Ο εχθρός όμως ήταν τώρα η συγκεντρωτική κυβέρνηση στο Βελιγράδι. Το κόμμα συνδέθηκε επομένως στενά με το κροατικό αίτημα για αυτοδιάθεση (είτε στα πλαίσια μιας γιουγκοσλαβικής (συν-)ομοσπονδίας είτε εκτός αυτής) και βρέθηκε έτσι στην κορυφή ενός ολόκληρου εθνικού κινήματος.

Ο Στιέπαν Ράντιτς γεννήθηκε το 1871 στη Σλαβονία. Ήταν το ένατο από ένδεκα παιδιά μιας φτωχής αγροτικής οικογένειας. Παρά τα πενιχρά μέσα που διέθετε και τα σοβαρά προβλήματα όρασης που αντιμετώπιζε, κατάφερε χάρη στον δυναμικό του χαρακτήρα να μορφωθεί και να γίνει ο ηγέτης ενός πραγματικού λαϊκού κινήματος. Το 1928 δολοφονήθηκε μέσα στη γιουγκοσλαβική Βουλή και έγινε έτσι μάρτυρας της κροατικής εθνικής ιδέας.
Πηγή εικόνας

Η προτεραιότητα του εθνικού αγώνα απαιτούσε φυσικά μια συνεννόηση και με τα κροατικά αστικά στρώματα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ταξική ανάλυση ξεχάστηκε. Η ίδια η ιδέα ενός αγροτικού κόμματος βασιζόταν στην αντίθεση με τη «διεφθαρμένη» κροατική αστική ελίτ και διανόηση, η οποία περιφρονούσε την αγροτιά, δηλαδή (στα μάτια του Ράντιτς) τον λαό. Ο θεωρητικός του κόμματος Ρούντολφ Χέρτζεγκ έβλεπε την κυριαρχία της αγροτικής τάξης ως αυτήν που θα πετύχαινε να ενώσει το έθνος: χάρη στις «αξίες του αγρότη» και την ηθική τους ανωτερότητα, ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν έναν τέτοιο στόχο χωρίς να καταπιέζουν άλλες τάξεις. Το κόμμα έδωσε εξάλλου μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση και στην προώθηση ενός «αγροτικού πολιτισμού».

Το Κ.Α.Κ. κατάφερε με εντυπωσιακή ταχύτητα και επιτυχία να γίνει ο κύριος εκπρόσωπος της κροατικής αγροτιάς και των Κροατών γενικά – και παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Από το 1939 μάλιστα, όταν παραχωρήθηκε αυτονομία στην Κροατία, ανέλαβε και την τοπική διακυβέρνηση. Ο διπολισμός της κροατικής κοινωνίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο, ανάμεσα στην φιλοφασιστική Ουστάσα και τους κομμουνιστές Παρτιζάνους, δεν του άφησε μεν πολλές δυνατότητες να επιβιώσει. Η παράδοσή του όμως παραμένει ένα κεντρικό συστατικό στη δημιουργία της σύγχρονης Κροατίας.

Ρουμανία: ποπορανισμός και Εθνικό Αγροτικό Κόμμα

Η Ρουμανία ήταν κι αυτή μια πλειοψηφικά αγροτική χώρα, όπου μάλιστα το αγροτικό ζήτημα ήταν ιδιαίτερα έντονο: αποτέλεσμα του ήταν και η μεγάλη αγροτική εξέγερση του 1907. Ήταν επόμενο ότι οι πολιτικές-ιδεολογικές συζητήσεις στις αρχές του 20ού αιώνα περιστρεφόντουσαν γύρω από την κατάσταση της αγροτιάς.

Ένα από τα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής, επηρεασμένο από τον ρωσικό λαϊκισμό, ήταν ο ποπορανισμός (ποπόρ: λαός στα ρουμάνικα). Οι ποπορανιστές αναζητούσαν τον εκσυγχρονισμό μέσα από την οικονομική και κοινωνική πρόοδο της αγροτιάς, διατηρώντας τον αγροτικό χαρακτήρα της χώρας. Βάση για αυτό θα ήταν η ενίσχυση της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας και η οργάνωση της στη βάση συνεταιρισμών. Από τέτοιες αναλύσεις δεν έλειπε και μια σημαντική δόση εθνικισμού: μιλάμε  εξάλλου για μια εποχή, όπου πολλοί Ρουμάνοι ζούσαν ακόμα κάτω από την αυστροουγγρική ή ρωσική κυριαρχία.

Από αυτήν την κατάσταση ξεπήδησαν μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου οργανώσεις που οραματίζονταν ένα «κράτος των αγροτών», έναν τρίτο δρόμο ανάμεσα στον αστικό καπιταλισμό και τον μπολσεβικισμό. Η πιο σημαντική απ’ αυτές, το Αγροτικό Κόμμα (PŢ), ενώθηκε το 1926 με το κυρίως τρανσυλβανικό Εθνικό Ρουμανικό Κόμμα (PNR). Κοινός εχθρός ήταν το πολιτικό κατεστημένο στο Βουκουρέστι. Έτσι γεννήθηκε το Εθνικό Αγροτικό Κόμμα (PNŢ): το 1928 βγήκε πρώτο με μεγάλη διαφορά στις εκλογές.

Το έμβλημα του Εθνικού Αγροτικού Κόμματος. Πηγή εικόνας

Το κόμμα συμμετείχε σε διάφορες κυβερνήσεις του Μεσοπολέμου, η προέλευση του όμως ως συμμαχικό σχήμα έκανε αναγκαστικά και την ιδεολογία του λιγότερο ξεκάθαρη. Αν μια ιδεολογική τάση έμοιαζε να κυριαρχεί, αυτή ήταν τελικά μάλλον η εθνική – προς απογοήτευση των πιο ριζοσπαστών αριστερών αγροτιστών, κάποιοι από τους οποίους αποχώρησαν. Ως κυβερνητικό κόμμα δεν φαίνεται να πραγματοποίησε τελικά αρκετές μεταρρυθμίσεις προς όφελος των αγροτών. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι, σε αντίθεση με τους Βούλγαρους και τους Κροάτες «ομοϊδεάτες», η ηγεσία του ενιαίου κόμματος είχε περισσότερο αστική παρά αγροτική προέλευση.

Το κόμμα αποδυναμώθηκε τόσο από την άνοδο της ακροδεξιάς Σιδηράς Φρουράς, η οποία είχε απήχηση στους φτωχούς και νέους αγρότες, όσο και χάρη στην πίεση του παλατιού και των παλαιοκομματικών. Τελικά, το ΕΑΚ  μάλλον δεν κατάφερε να προσφέρει κάτι ουσιαστικά νέο στην πολιτική ζωή της Ρουμανίας: αντί για μια πραγματική πολιτική έκφραση των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, έγινε κι αυτό ένα κόμμα «από τα πάνω προς τα κάτω», μέρος του ίδιου αναποτελεσματικού συστήματος, το οποίο σκόπευε θεωρητικά να ανατρέψει.

Ελλάδα: από το Κιλελέρ στο ΕΑΜ

Στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αγροτικό κόμμα ανάλογο με αυτό της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας ή της Κροατίας, παρά το ότι κι εδώ οι αγρότες αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού και είχαν παρόμοια προβλήματα. Είναι αλήθεια πως δεν θα χρειαζόταν καν να αναφερθεί ως περίπτωση βαλκανικού αγροτισμού, αν δεν είχαμε ειδικό ενδιαφέρον για τη χώρα και δεν θέλαμε να κάνουμε τη σύγκριση.

Αγροτικό κίνημα υπήρχε φυσικά από την εποχή του Μαρίνου Αντύπα και της εξέγερσης του Κιλελέρ, δεν κατάφερε όμως ποτέ να βρει μια πετυχημένη αυτόνομη πολιτική έκφραση. Οι πιθανές εξηγήσεις που έχουν προταθεί γι’ αυτό (βλ. Σάρρας, Mouzelis) είναι πολλές. Ο Εθνικός Διχασμός παρέσυρε μεγάλο μέρος της αγροτιάς στον ανταγωνισμό μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών. Επίσης, η εικόνα της ελληνικής υπαίθρου ήταν πιο σύνθετη. Οι μεγάλες διαφορές στην κατάσταση της ιδιοκτησίας (βλέπε π.χ. τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας σε αντίθεση με την μικροϊδιοκτησία της Πελοποννήσου), στον προσανατολισμό της γεωργίας (στην Πελοπόννησο επικεντρώθηκε π.χ. από νωρίς στην παραγωγή σταφίδας για τη διεθνή αγορά, αντί στην αυτοσυντήρηση), αλλά και η διαφορετική προέλευση των αγροτών μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την εγκατάσταση προσφύγων στα χωριά: όλα αυτά μάλλον δεν διευκόλυναν το έργο των επίδοξων αγροτιστών πολιτικών.

Αγροτικά κόμματα πάντως άρχισαν να ιδρύονται στη δεκαετία του ’20, κυρίως με προέλευση από τον βενιζελικό χώρο. Πιο σημαντικό ήταν το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος.  Η μεγαλύτερη εκλογική επιτυχία του ήταν το 1932, όταν πήρε 6% των ψήφων και εξέλεξε 15 βουλευτές. Συνεργάστηκε σε διάφορες φάσεις με το ΚΚΕ και το 1941 ήταν ένα από τα τέσσερα κόμματα που ίδρυσαν μαζί το ΕΑΜ.

Ο Ιωάννης Σοφιανόπουλος (1887-1951) ήταν ανάμεσα στα ιδρυτικά και πιο γνωστά στελέχη του ΑΚΕ. Αποχώρησε το 1942 διαφωνώντας με την ένταξη στο ΕΑΜ, αλλά το 1950 συνεργάστηκε με τη Δημοκρατική Παράταξη, τον εκλογικό συνασπισμό της Αριστεράς.
Πηγή εικόνας

Στη συνεργασία δεν έλειπε η εσωτερική κριτική και οδήγησε και σε διασπάσεις. Παρ’ όλα αυτά, η ηγεσία υπό τον Κώστα Γαβριηλίδη παρέμεινε πιστή σ’ αυτήν και το κόμμα ακολούθησε στα μεταπολεμικά χρόνια τη γενική πορεία της Ελληνικής Αριστεράς: απαγορεύτηκε, στελέχη του συμμετείχαν στον αγώνα του ΔΣΕ και εκτελέστηκαν, εξορίστηκαν ή διέφυγαν σε χώρες του ανατολικού μπλοκ, ενώ μετά τον εμφύλιο έπαιξαν ρόλο και στην ΕΔΑ. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός αγροτισμός τοποθετήθηκε καθαρά στον ευρύτερο αριστερό χώρο.

Αγροτισμός: μια βαλκανική ιδεολογία;

Ο αγροτισμός δεν είναι μια ενιαία ιδεολογία, εύκολη να ερμηνευθεί με τα σημερινά μας μέτρα. Δύσκολα μπορεί κάποιος να την κατατάξει στα κλασικά σχήματα Δεξιάς-Αριστεράς. Αναφερόταν μεν σε μια καταπιεσμένη τάξη, αρνήθηκε όμως τον δρόμο της βίαιης επανάστασης και στόχευε (τουλάχιστον ανά περίπτωση) στην εθνική ενότητα. Μπορούσε να συνδέεται με εθνικά κινήματα (ακόμα και να ταυτίζεται μαζί τους, όπως στην Κροατία), όπως και να θέλει να υπερβεί τα εθνο-κρατικά σύνορα (βλ. Βουλγαρία). Δεν έλειπαν οι αντισημιτικές τάσεις, ιδιαίτερα στη κροατική και ρουμανική περίπτωση – κάτι μάλλον αναμενόμενο, από τη στιγμή που οι Εβραίοι ήταν μια κοινότητα που κατοικούσε κυρίως στις πόλεις. Παρ’ όλα αυτά, τα αγροτικά κόμματα δεν έδειξαν πολλές αντιδημοκρατικές ή φιλοφασιστικές διαθέσεις, κάτι που για την εποχή στην οποία δρούσαν (την εποχή δηλαδή του Μουσολίνι και του Χίτλερ, όταν η μια μετά την άλλη βαλκανική χώρα μετατρεπόταν σε βασιλική δικτατορία, ενίοτε φιλική προς τον Άξονα) έχει τη σημασία του.

Όταν ο αγροτισμός εμφανίστηκε στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, προσπάθησε να παρουσιαστεί ως ο τρίτος δρόμος ανάμεσα στον αστικό καπιταλισμό και τον μαρξιστικό κομμουνισμό. Παρά τις διαφορές τους, κοινό ανάμεσα σ’ αυτά τα κόμματα ήταν ο στόχος να εκπροσωπήσουν τα αγροτικά στρώματα στο σύγχρονο πολιτικό σύστημα, το οποίο μέχρι τότε ήταν ιδιοκτησία των αστικών ελίτ και απέκλειε την αγροτιά. Δεν αποδέχονταν την εκβιομηχάνιση κατά το δυτικό μοντέλο ως αναπόφευκτη εξέλιξη, αλλά πίστευαν ότι ο αγροτικός χαρακτήρας της οικονομίας των χωρών τους μπορούσε και έπρεπε να διατηρηθεί. Κοινή ήταν φυσικά (μάλλον αναπόφευκτα, όταν κάποιος προσπαθεί να εκπροσωπήσει μικροϊδιοκτήτες αγρότες) και η σημασία που δινόταν στην ατομική ιδιοκτησία, κάτι που δημιουργούσε αυτόματα μια απόσταση από τους κομμουνιστές. Από την άλλη, αυτά τα κόμματα προσπάθησαν να προωθήσουν και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, αντιλαμβανόμενα πως μόνο έτσι ήταν δυνατόν να επιβιώσουν οι αγρότες στα πλαίσια της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Κοιτάζοντας σήμερα πίσω προς αυτήν την εποχή, δηλαδή το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, και συγκρίνοντας την με το παρόν, δεν μπορεί κάποιος παρά να κάνει μια απλή παρατήρηση. Τότε η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού των Βαλκανίων ήταν αγρότες. Σήμερα, είναι παντού μια μειοψηφία που συρρικνώνεται συνεχώς. Η ραγδαία αστικοποίηση είναι αναμφισβήτητα από τις πιο εντυπωσιακές αλλαγές που γνώρισαν οι βαλκανικές κοινωνίες στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Η παρακμή των αγροτικών κομμάτων μοιάζει επομένως φυσιολογική εξέλιξη – ακόμα κι αν δεν λάβει υπόψη κάποιος τις διώξεις εναντίον τους ή και τα δικά τους λάθη.

Την περίοδο της ανόδου τους μπορούμε όμως να τη δούμε και από μια άλλη άποψη. Δεν ήταν απλά μια εποχή όπου οι αγρότες ήταν πλειοψηφία – αυτό εξάλλου ίσχυε και στα προηγούμενα χρόνια. Ήταν η περίοδος όπου οι αγρότες βρέθηκαν αντιμέτωποι με την καπιταλιστική ανάπτυξη: κάπως έπρεπε να ανταποκριθούν σ’ αυτήν.

Πολλοί απ’ αυτούς τους αγρότες είχαν μόλις γίνει ελεύθεροι μικροϊδιοκτήτες, αφήνοντας οριστικά πίσω τους τα απομεινάρια της δουλοπαροικίας. Αυτό όμως καθόλου δεν σήμαινε ότι βελτιώθηκε ριζικά η ζωή τους και ότι λύθηκαν τα προβλήματα τους. Οι περισσότεροι ζούσαν ακόμα στη φτώχεια, χωρίς πρόσβαση στα αγαθά του σύγχρονου πολιτισμού όπως η μόρφωση ή η ιατρική περίθαλψη, ενώ έπεφταν θύματα εκμετάλλευσης από τους τοκογλύφους και μεσάζοντες. Η εξασφάλιση ευνοϊκών δανείων, η εισαγωγή νέων γεωργικών τεχνικών, ο εκσυγχρονισμός των υποδομών και η πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η παιδεία και η υγεία, ήταν όλα ακόμα ζητούμενα στη βαλκανική ύπαιθρο – και αυτά καλούνταν να υλοποιήσουν τα αγροτικά κόμματα.

Κάποιοι θα δουν ίσως τέτοια κινήματα ως μια τελευταία προσπάθεια να σωθεί ένας αγροτικός κόσμος που πέθαινε, μια προσπάθεια χωρίς καμιά ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας, η οποία είχε αναπόφευκτα την κατάληξη που είχε. Παρ’ όλα αυτά, ήταν σίγουρα από τις πρώτες προσπάθειες να οργανωθούν μαζικά λαϊκά κινήματα σε ταξική βάση. Οι αγρότες, δηλαδή η πλειοψηφία του λαού σε όλες τις βαλκανικές χώρες, έπαψαν να είναι μια παθητική μάζα και διεκδίκησαν τον ρόλο τους στο σύγχρονο πολιτικό σύστημα – με ιδεολογίες προσαρμοσμένες στην πραγματικότητα των Βαλκανίων. Όσο κι αν πολλές φορές το αγνοούμε, ο αγροτισμός έπαιξε κι αυτός έναν κρίσιμο ρόλο για να περάσουν τα Βαλκάνια στη Νεωτερικότητα.


Πηγές:

 

Αγροτες στην εξουσια 1: Βουλγαρια

Ήχος

Όταν ακούμε για πάλη των τάξεων, ο νους μας πάει, λόγω της επιρροής της μαρξιστικής παράδοσης, συνήθως σ’ αυτήν ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη. Σπανιότερα σκέφτεται κάποιος τους αγρότες. Δεν έλειψαν όμως από τη σύγχρονη Ιστορία και οι προσπάθειες να αναπτυχθούν ιδεολογίες και πολιτικά κινήματα με πυρήνα την αγροτική τάξη. Τέτοιες προσπάθειες υπήρξαν και στα Βαλκάνια, με πιο σημαντικές αυτές σε τρεις χώρες: τη Βουλγαρία, την Κροατία και τη Ρουμανία.

«Αγροτισμός» είναι ο γενικός όρος που χρησιμοποιείται για να καλύψει τέτοια κινήματα. Ανάλογα με τον τόπο ή τον χρόνο, πήρε διάφορες μορφές. Το κοινό ήταν η πίστη στην αξία της αγροτικής ζωής (σε μια εποχή που αυτή φαινόταν να απειλείται από την επέκταση του καπιταλισμού και την εκβιομηχάνιση), μαζί με την προσπάθεια να εκπροσωπηθούν τα συμφέροντα των αγροτών απέναντι σε ένα αστικό σύστημα, το οποίο έμοιαζε να είναι φτιαγμένο για να τους αποκλείει. Οι αγροτιστές έτειναν να ταυτίζουν την «αγροτιά» (που αποτελούσε ακόμα τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού)  με τον «λαό» γενικά – ως αντίδραση ίσως και στην υποτίμηση που αυτή εισέπραττε από τις αστικές ελίτ.

Η άνοδος και η πτώση του βουλγαρικού αγροτισμού

Όταν η Βουλγαρία δημιουργήθηκε ως αυτόνομο κρατίδιο το 1878, τα τσιφλίκια των Οθωμανών μοιράστηκαν στους απλούς χωρικούς. Το αποτέλεσμα ήταν να κυριαρχεί σχεδόν παντού η μικροϊδιοκτησία. Αυτοί οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας. Στην πολιτική όμως κυριαρχούσαν ο βασιλιάς μαζί με μια μικρή αστική τάξη, οι οποίοι είχαν ελάχιστη επαφή με την ύπαιθρο και περίπου αδιαφορούσαν για τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου: τον έβλεπαν το πολύ ως πηγή φορολογικών εσόδων και εύκολων ψήφων. Οι εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1890 ήταν ίσως σημάδι αυτής της αποξένωσης της βουλγαρικής αγροτιάς από τις νέες εθνικές ελίτ.

Βούλγαροι αγρότες σε απεικόνιση της Laura Lushington
Πηγή εικόνας

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα, ιδρύθηκε το 1899 η Βουλγαρική Αγροτική Εθνική Ένωση (Β.Α.Ε.Ε.). Η έμπνευση γι’ αυτήν την κίνηση ήρθε κυρίως από ένα τμήμα της διανόησης, το οποίο δεν ήταν τόσο δεμένο με το καθεστώς και τις ελίτ, ούτε αποκομμένο από τις λαϊκές μάζες. Πιο συγκεκριμένα, κεντρικό ρόλο έπαιξαν δάσκαλοι των δημοτικών σχολείων στα χωριά, οι οποίοι λόγω της θέσης τους είχαν επαφή και με τους δύο διαφορετικούς κόσμους, τον «πρωτόγονο» αγροτικό και τον «πολιτισμένο» αστικό.

Σύντομα η ΒΑΕΕ κατάφερε να αποκτήσει ρίζες ανάμεσα στον αγροτικό κόσμο: ο οποίος, ας έχουμε υπόψη, τότε αποτελούσε ακόμα τα 4/5 του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αν και αρχικά οι σκοποί της ήταν κυρίως εκπαιδευτικοί-οικονομικοί (π.χ. να βελτιωθεί το μορφωτικό επίπεδο των αγροτών και να εκσυγχρονιστούν οι γεωργικές πρακτικές), πολλά στελέχη διέκριναν ότι τίποτα δεν μπορούσε να πετύχει χωρίς να αλλάξει και η πολιτική κατάσταση στη χώρα. Η Ένωση αποφάσισε τελικά να γίνει κανονικό πολιτικό κίνημα και το 1913 είχε ήδη εξελιχθεί στην πιο σημαντική δύναμη της αντιπολίτευσης, κερδίζοντας 21% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές.

Το τέλος των Βαλκανικών και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την Βουλγαρία στη μεριά των ηττημένων. Η εικόνα των παλιών κυρίαρχων κομμάτων είχε καταστραφεί, μέσα στη γενική ατμόσφαιρα κρίσης από τις εδαφικές απώλειες, τις πολεμικές επανορθώσεις που έπρεπε να πληρώσει η χώρα, τον πληθωρισμό και την αυξημένη φορολογία. Έτσι άνοιγε ο δρόμος σε νέες πολιτικές δυνάμεις, όπως τους σοσιαλδημοκράτες, τους κομμουνιστές, αλλά και τους αγροτιστές.

Σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό επικράτησε τελικά η ΒΑΕΕ: κέρδισε τις εκλογές του 1919, παίρνοντας το 28% των ψήφων (για την Ιστορία: δεύτερο ήταν το κομμουνιστικό κόμμα με 18% και τρίτο το σοσιαλδημοκρατικό με 13%). Ο ηγέτης της Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού με μικρότερα κόμματα, αλλά κήρυξε το 1920 πάλι εκλογές. Αυτήν την φορά κατάφερε να εξασφαλίσει αυτοδυναμία: για πρώτη φορά, ένα αγροτικό κόμμα αναλάμβανε μόνο του την εξουσία ενός βαλκανικού κράτους.

Ο Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι γεννήθηκε το 1879 σε οικογένεια αγροτών στη Σλαβοβίτσα της Βουλγαρίας. Αφού σπούδασε σε αγροτικό κολέγιο στη Γερμανία, έγινε επιστρέφοντας στη χώρα του στέλεχος και σύντομα ηγέτης της ΒΑΕΕ. Το 1915 αντιτάχθηκε στη συμμετοχή της Βουλγαρίας στον Α’ Παγκόσμιο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων και καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε ισόβια. Απελευθερώθηκε με το τέλος του πολέμου και ανέλαβε ξανά την ηγεσία της ΒΑΕΕ.
Πηγή εικόνας

Ο Σταμπολίσκι δεν πρόλαβε να χαρεί για πολύ αυτήν την εντυπωσιακή επιτυχία. Η άρχουσα τάξη της Βουλγαρίας μπορεί να τον προτιμούσε από τους κομμουνιστές (οι οποίοι ήταν η επόμενη υπολογίσιμη δύναμη), αυτό δεν σημαίνει όμως ότι έβλεπε με συμπάθεια τον μεταρρυθμιστικό του ζήλο. Ο Σταμπολίσκι έσπασε το μονοπώλιο των εμπόρων στα δημητριακά, εισήγαγε την προοδευτική φορολογία στο εισόδημα και ξεκίνησε μια αναδιανομή της γης προς όφελος των πιο φτωχών, ορίζοντας τα 30 εκτάρια ως ανώτατο όριο γαιοκτησίας για μια οικογένεια. Αντικατέστησε τη στρατιωτική θητεία με μια γενική «θητεία εργασίας» (π.χ. σε δημόσια έργα), κάτι που φυσικά οι εχθροί του κατηγόρησαν ως δουλεία. Προώθησε επίσης την ίδρυση αγροτικών συνεταιρισμών, με σκοπό να απελευθερώσει τους φτωχούς αγρότες από την εξάρτηση από τους τοκογλύφους και τους μεσάζοντες.

Τέτοιες κινήσεις δεν μπορούσαν παρά να κάνουν τις βουλγαρικές ελίτ να τον βλέπουν με δυσπιστία.  Παράλληλα όμως, τα λάθη των ίδιων των αγροτιστών πολιτικών βοήθησαν στο να δυναμώσουν οι φωνές εναντίον του. Οι αυταρχικές τάσεις της νέας κυβέρνησης, μαζί με την γρήγορη εξάπλωση της διαφθοράς, έδειχναν προς τα έξω μια εικόνα που δεν διέφερε πολύ από τα προηγούμενα καθεστώτα.

Αυτό όμως που έμελλε να αποδειχτεί μοιραίο, ήτανε η αντιπολεμική και συμβιβαστική πολιτική του Σταμπολίσκι απέναντι στα γειτονικά κράτη. Υπογράφοντας τη συνθήκη του Νεϊγύ το 1919 και τη συμφωνία της Νις το 1923, ουσιαστικά εγκατέλειψε τις βουλγαρικές διεκδικήσεις στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία (τη σημερινή πΓΔΜ). Για τους Βούλγαρους-Μακεδόνες εθνικιστές, ήταν μια ασυγχώρητη προδοσία. Το Ιούνη του 1923 μέλη της οργάνωσής τους κατάφεραν να δολοφονήσουν τον Σταμπολίσκι: χαρακτηριστικά, του έκοψαν και το χέρι με το οποίο είχε υπογράψει τη συμφωνία με τους Σέρβους.

Η βουλγαρική Δεξιά κατάφερε σ’ αυτήν την αναταραχή να ξαναπάρει την εξουσία, και τη χρησιμοποίησε για να διώξει σκληρά τόσο τους κομμουνιστές όσο και τους αγροτιστές. Οι τελευταίοι, από τη στιγμή που έλειπε πλέον και ο χαρισματικός τους ηγέτης, δεν μπορούσαν παρά να περάσουν σε μια περίοδο παρακμής. Το 1931 το κόμμα έγινε ξανά νόμιμο, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να πλησιάσει αυτό που ήταν κάποτε.

Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η ΒΑΕΕ εξαφανίστηκε. Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, οι αγροτιστές συμμετείχαν αρχικά στην κυβέρνηση του «Πατριωτικού Μετώπου», η οποία σχηματίστηκε από όλες τις δυνάμεις που είχαν αντιταχθεί στον Άξονα, αλλά σύντομα κυριαρχήθηκε από τους κομμουνιστές. Η προσπάθεια της ΒΑΕΕ να εμποδιστεί το μονοπώλιο των κομμουνιστών στην εξουσία, κατέληξε σε αποτυχία και ο ηγέτης της εκτελέστηκε. Παρ’ όλα αυτά, οι κομμουνιστές ανέχθηκαν την ύπαρξη της (ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτήν, δηλαδή την αριστερή φιλοκομμουνιστική της πτέρυγα) και για τις επόμενες δεκαετίες: ήταν το μοναδικό κόμμα εκτός από το κομμουνιστικό που είχε αυτό το προνόμιο, έστω και μόνο για να δείχνει μια κάπως πιο δημοκρατική εικόνα για το καθεστώς.

Η θέση της ΒΑΕΕ στο πολιτικό φάσμα

Ο βουλγαρικός αγροτισμός είναι ένα ιδεολογικό ρεύμα που δύσκολα μπορεί κάποιος να εντάξει στα κλασικά σχήματα Δεξιάς-Αριστεράς, εθνικισμού-διεθνισμού, φιλελευθερισμού-συντηρητισμού. Κάποιοι τον τοποθετούν στο Κέντρο. Αυτό είναι όμως μάλλον αποτέλεσμα της δυσκολίας να τον κατατάξει κάποιος στην Αριστερά ή τη Δεξιά, παρά της ομοιότητας με αυτό που φανταζόμαστε σήμερα ως κεντρώο κόμμα. Θα μπορούσε ίσως κάποιος να τον θεωρήσει και ως ένα άλλο είδος Αριστεράς.

Τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση Σταμπολίσκι ήταν συχνά προοδευτικά και η ιδεολογία του είχε έντονα ριζοσπαστικά στοιχεία. Ο ίδιος ο Σταμπολίσκι απέρριπτε μεν τον κομμουνισμό πιστεύοντας στην ατομική ιδιοκτησία (κάτι που εξάλλου ήταν απαράβατος κανόνας για όποιον ήθελε να εκπροσωπήσει μια μάζα από μικροϊδιοκτήτες αγρότες). Ταυτόχρονα όμως προσπάθησε, όπως είδαμε, να προωθήσει την ιδέα των αγροτικών συνεταιρισμών, ως τη μόνη οδό που θα εξασφάλιζε πραγματική ελευθερία στους αγρότες.

Η αποτελούμενη από αγρότες παραστρατιωτική «Πορτοκαλί Φρουρά» που δημιούργησε ο Σταμπολίσκι, ήταν δραστήρια τόσο εναντίον των εχθρών από αριστερά (σημαντικός ήταν ο ρόλος της στην καταστολή της πολύμηνης απεργίας στις συγκοινωνίες, η οποία υποκινήθηκε από τους κομμουνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες), όσο και αυτών από δεξιά (παλαιοκομματικοί, Μακεδόνες εθνικιστές). Επίσης, ο Σταμπολίσκι δεν φαίνεται να εκτιμούσε πολύ το πολυκομματικό σύστημα. Παρ’ όλα αυτά, όπως κάθε αγροτικό κόμμα, ήταν υπέρ της αποκέντρωσης και της αυτονομίας-αυτοδιοίκησης των αγροτικών κοινοτήτων. Ο αυταρχισμός της κυβέρνησης Σταμπολίσκι δεν ήταν κάτι τόσο διαφορετικό απ’ αυτόν που βλέπουμε σε όλες τις κυβερνήσεις της εποχής, είτε στη Βουλγαρία είτε στις γειτονικές χώρες.

Η παραστρατιωτική Πορτοκαλί Φρουρά ονομάστηκε έτσι από το επίσημο χρώμα της ΒΑΕΕ. Βοήθησε τόσο στο να καταπολεμηθούν οι πολιτικοί αντίπαλοι όσο και στην εφαρμογή των μέτρων της κυβέρνησης Σταμπολίσκι. Δεν κατάφερε όμως να υπερασπίσει την κυβέρνηση κατά το πραξικόπημα του 1923 και διαλύθηκε την ίδια χρονιά.
Πηγή εικόνας

Η εμμονή στη σημασία της «αγροτικής ζωής» και τις παραδοσιακές αγροτικές αξίες, μπορούν εύκολα να ερμηνευθούν ως συντηρητισμός. Η αγροτιστική κυβέρνηση ήταν όμως κι αυτή που έκανε τη δευτεροβάθμια παιδεία υποχρεωτική για όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, και έκτισε σχολεία σε όλη τη χώρα. Ο Σταμπολίσκι πίστευε σε μια εξελικτική πορεία της κοινωνίας, με κρίσιμο σημείο τη διάδοση των ιδεών των πολιτικών δικαιωμάτων στα κατώτερα στρώματα, κάτι που θα τους έκανε να ξεσηκωθούν ενάντια στα ανώτερα.

Ο άνθρωπος που οραματιζόντουσαν οι Βούλγαροι αγροτιστές δεν ήταν δηλαδή ο αμόρφωτος και πειθήνιος αγρότης των προηγούμενων αιώνων, αλλά ένας αγρότης με ευρεία μόρφωση, που ξέρει να διεκδικεί τα δικαιώματά του, και θα απολάμβανε και όλα τα αγαθά του σύγχρονου κόσμου (συγκοινωνίες, εκπαίδευση, ψυχαγωγία κ.ά.). Η ιδέα ότι η Βουλγαρία θα μπορούσε να κάνει το άλμα προς τον σύγχρονο πολιτισμό αποφεύγοντας τα κακά της εκβιομηχάνισης και διατηρώντας την αγροτική της ψυχή, μπορεί να μη φαίνεται ρεαλιστική, αλλά δεν είναι και τόσο απλά συντηρητική.

Όσο για τον αντισημιτισμό, ήταν μάλλον αναμενόμενο ότι δεν θα έλειπαν εντελώς  και στελέχη με τέτοιες απόψεις. Οι Εβραίοι ήταν εξάλλου μια κοινότητα που ζούσε σχεδόν αποκλειστικά στις πόλεις: ο πειρασμός να τους συνδέσει κάποιος με τη μισητή αστική διανόηση και ελίτ ήταν μεγάλος. Φαίνεται όμως ότι οι αντισημιτικές τάσεις ήταν σχετικά αδύναμες και εγώ τουλάχιστον δεν συνάντησα καμία αντισημιτική δήλωση ή πράξη του ίδιου του Σταμπολίσκι ή των πιο στενών συνεργατών του.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η σχέση του αγροτισμού με τον εθνικισμό. Σ’ ένα κόμμα που εκπροσωπούσε αγρότες δεμένους με τη γη τους, λογικά δινόταν σημασία στην τοπική ταυτότητα – δεν είχε όμως τον ίδιο χαρακτήρα με αυτήν των κλασικών εθνικιστών. Η αγροτιστική κυβέρνηση ακολούθησε ανεκτική πολιτική απέναντι στην τουρκική-μουσουλμανική μειονότητα της χώρας, η οποία εξάλλου αποτελούνταν επίσης κυρίως από αγρότες. Ο Σταμπολίσκι συμμετείχε στην «Πράσινη Διεθνή» και φαίνεται ότι οραματιζόταν κι αυτός, όπως και οι κομμουνιστές της εποχής, μια Βαλκανική Ομοσπονδία. Σ’ αυτήν έβλεπε τη μοναδική δυνατότητα της χώρας του να απαλλαχθεί από την εξάρτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Στην εξωτερική πολιτική, ο Σταμπολίσκι απέρριψε τον αλυτρωτισμό, που χαρακτήριζε τις άλλες βουλγαρικές κυβερνήσεις της εποχής: γι’ αυτό εξάλλου και δολοφονήθηκε. Εκτός από τον συμβιβασμό με τους Σέρβους, ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισαν το κεμαλικό κίνημα στην Τουρκία ως νόμιμη κυβέρνηση και ήταν υπέρ της εξομάλυνσης των σχέσεων με την Ελλάδα. Πριν τον Πόλεμο και όσο ήταν ακόμα αρχηγός της αντιπολίτευσης, όταν κατηγορήθηκε στη Βουλή ότι είναι «Σέρβος» λόγω της συμβιβαστικής του πολιτικής, απάντησε «δεν είμαι ούτε Σέρβος, ούτε Βούλγαρος: είμαι Νοτιοσλάβος». Για  μια περίοδο εθνικιστικού παροξυσμού, ήταν σίγουρα μια εντυπωσιακά τολμηρή δήλωση.


Ο βουλγαρικός αγροτισμός είναι μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία, στην οποία κατά την άποψη μου δεν έχουμε δώσει, ως κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, τη σημασία που της αξίζει. Στο επόμενο άρθρο το θέμα θα είναι τα αγροτιστικά κινήματα σε άλλες βαλκανικές χώρες, για να καταλήξουμε μετά σε μια συνολική αποτίμηση του βαλκανικού αγροτισμού.


Πηγές:

  • Μιχαήλ Π. Σάρρας (2014): Ο Αγροτισμός ως πολιτική τάση στα Βαλκάνια του Μεσοπολέμου – Διαμόρφωση δομών και κοινωνική εξέλιξη στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία (Εισαγωγή στη διδακτορική διατριβή).
  • Federal Research Division, Library of Congress ; edited by Glenn E. Curtis (1993): Bulgaria : a country study.
  • Jesse Rakoske (2012): War and Democratization – A Case Study: The Bulgarian experience of World War I.
  • Bell, John D. (1975): The genesis of Agrarianism in Bulgaria. In: Balkan Studies; 16.2: 73-92.
  • Eric D. Halsey (2012): New Nation, New Nationalism: Agrarian Theory and Policy in Bulgaria from 1919-1923.
  • Johan Eellend (2008): Agrarianism and Modernization in Inter-War Eastern Europe. In: Societal change and ideological formation among the rural population of the Baltic area 1880-1939; s. 35-56.
  • Nicos Mouzelis (1976): Greek and Bulgarian Peasants: Aspects of Their Sociopolitical Situation during the Interwar Period. In: Comparative Studies in Society and History. Vol. 18, No. 1, pp. 85-105