Το Eπος του Σεϊχη Μπεντρεντιν

Εικόνα

Ο Ναζίμ Χικμέτ έγραψε το ομώνυμο ποίημα όταν ήταν ακόμα στη φυλακή. Mελοποιήθηκε στη συνέχεια από γνωστούς Τούρκους συνθέτες, όπως ο Ζουλφού Λιβανελί:

Το ποίημα μεταφράστηκε και στα ελληνικά από το Γιάννη Ρίτσο, και τμήμα του μελοποιήθηκε από το Θάνο Μικρούτσικο, ως μέρος του δίσκου «Πολιτικά Τραγούδια»:

Ποιός ήταν όμως αυτός ο σεΐχης, που έφτασε να γίνει σύμβολο της σύχρονης τούρκικης Αριστεράς, αν και έζησε τον 14ο και 15ο αιώνα; Και γιατί να υπάρχει κι ελληνικό ενδιαφέρον γι’ αυτόν;

Ο Μπεντρεντίν γεννήθηκε στη Θράκη μάλλον το 1359, από πατέρα Τούρκο γαζή (πολεμιστή) κι από μητέρα χριστιανή Ελληνίδα, που εξισλαμίστηκε μετά το γάμο. Λέγεται ότι αυτή η (ας πούμε) πολυπολιτισμική καταγωγή επηρέασε και τη φιλοσοφία του.  Έζησε σε μια εποχή έντονης πολιτικής ρευστότητας, όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία ακόμα δεν είχε καθιερωθεί οριστικά ως ο αναμφισβήτητος κυρίαρχος της περιοχής. Ακολούθησε κυρίως (αλλά όχι μόνο) ισλαμική θρησκευτική-νομική εκπαίδευση σε διάφορες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου (Αδριανούπολη, Προύσα, Ικόνιο, Κάιρο κ.ά.). Σεΐχης έγινε όταν ανέλαβε για μικρό χρονικό διάστημα την ηγεσία σουφιστικού θρησκευτικού τάγματος. Στη συνέχεια διορίστηκε καζασκέρης (δηλαδή στρατιωτικός δικαστής) στο στρατό του Οθωμανού πρίγκηπα Μούσα Τσελεμπί. Μετά την ήττα του τελευταίου από τον αδελφό του Μεχμέτ Τσελεμπί, ο Μπεντρεντίν εξορίστηκε στη Νίκαια.

Μέσω της πολύπλευρης μόρφωσής του, ανέπτυξε μια δική του φιλοσοφία με πολιτικές προεκτάσεις. Μέρη της ήταν η ισότητα και ενότητα των θρησκειών, η αιωνιότητα του Σύμπαντος και η μη ανάσταση του σώματος – ιδέες όχι και πολύ συμβατές με την ισλαμική ή χριστιανική ορθοδοξία. Υπήρχαν ακόμα και στοιχεία που ερμηνεύθηκαν ως απόρριψη της ατομικής ιδιοκτησίας (“μοιραστείτε τα όλα εκτός από τα χείλη των αγαπημένων σας”, είναι η φράση που χαρακτήριζε τη διδασκαλία του Μπορκλουτζέ Μουσταφά, μαθητή του Μπεντρεντίν). Απέκτησε οπαδούς από διάφορα κοινωνικά στρώματα (στρατιώτες, ντερβίσηδες, αγρότες, αλλά και αλλόθρησκους, όπως Χριστιανούς κι Εβραίους) και οργάνωσε κίνημα ενάντια στην οθωμανική εξουσία. Η εξέγερση ξέσπασε το 1416 στη Δυτική Μικρά Ασία υπό τους μαθητές του Μπορκλουτζέ Μουσταφά και Τορλάκ Κεμάλ, αλλά και στην περιοχή της βορειοανατολικής Βουλγαρίας, όπου εν τω μεταξύ είχε καταφύγει ο Μπεντρεντίν. Το κίνημα ηττήθηκε με τη συντριβή στη χερσόνησο του Καραμπουρούν και ο ίδιος ο Μπεντρεντίν συνελήφθηκε κι εκτελέστηκε.

Ο μύθος γύρω απ’ αυτόν λέει ότι η γνώση του στον ισλαμικό νόμο ήταν τόσο βαθιά, που στάθηκε αδύνατο στους δικαστές να στοιχειοθετήσουν κατηγορίες εναντίον του, μέχρι που δέχτηκε ο ίδιος να υπογράψει τη θανατική του καταδίκη. Θάφτηκε στις Σέρρες κι ο τάφος του έγινε τόπος προσκυνήματος. Σχετικά πρόσφατα τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Οι οπαδοί του Μπεντρεντίν επέζησαν ως ομάδα για μερικούς αιώνες ακόμα στα ανατολικά Βαλκάνια, όπου το οθωμανικό καθεστώς τους αντιμετώπιζε περίπου σαν Αλεβίτες – και με την ανάλογη καχυποψία. Η εξέγερση του Μπεντρεντίν είναι εξ’ άλλου χαρακτηριστική για τη σχέση ανάμεσα στο θρησκευτικό μυστικισμό και τα λαϊκά κινήματα της εποχής, που αποτέλεσε και τη βάση για τη μελλοντική εξέλιξη των Αλεβιτών ως ξεχωριστή ομάδα (βλέπε και το σχετικό άρθρο).

Πολλούς αιώνες μετά το θάνατό του ο Μπεντρεντίν έγινε και σύμβολο της τούρκικης Αριστεράς, που είδε στο πρόσωπό του μια πρώιμη ντόπια έκφραση σοσιαλιστικών ιδεών. Σίγουρα σ’ αυτό έπαιξε ρόλο και το στοιχείο της κοινής δράσης ανθρώπων από όλες τις θρησκευτικές ομάδες για την ανατροπή μιας καταπιεστικής εξουσίας. Κάποιοι βλέπουν στη φιλοσοφία του, που είχε επιρροές από τον μουσουλμανικό σουφισμό μέχρι τον Πλάτωνα, κάτι που θα μπορούσε να ήταν η βάση για έναν Διαφωτισμό στην περιοχή, πολύ πριν τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό.

Όπως και να είναι η πραγματικότητα, η εξέγερση του Μπεντρεντίν και πολλά άλλα παρόμοια κινήματα δείχνουν μια πνευματική και πολιτική γονιμότητα που υπήρχε εκείνη την εποχή στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Κάτι που σημαίνει ότι η εικόνα που έχουμε για εκείνη την περίοδο ίσως να μην είναι πλήρης. Ειδικά εμείς στην Ελλάδα ή στην Κύπρο τη βλέπουμε κυρίως σαν εποχή παρακμής, μια κι επικεντρωνόμαστε στην κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Σεΐχης Μπεντρεντίν είναι όμως μέρος και της δικής μας Ιστορίας. Ίσως έχει φτάσει ο καιρός για να εκτιμήσουμε κάποια τμήματα του παρελθόντος μας, που η εθνικιστικά προσανατολισμένη ιστοριογραφία δεν μας άφησε να δούμε.

Βιβλιογραφία:

  • Κολοβός, Ηλίας (2010): «Του Μπεντρεντίν τα παλικάρια» στην οθωμανική και τη σύγχρονη τούρκικη ιστορία.
  • Ιναλτζίκ, Χαλίλ (1973): Η Οθωμανική Αυτοκρατορία – Η κλασική εποχή, 1300-1600.
  • Göçmen, Doğan: Scheich Bedreddin – Der freidenkerische Philosoph und Revolutionär aus dem Morgenland.
  • http://www.serrelib.gr/arthra.php?id=41

H κυπριακη ιδιομορφια του ελληνικου/τουρκικου εθνικισμου

Κλασσικό

Αυτό το άρθρο βασίζεται σε διάφορες εντυπώσεις που έχω αποκτήσει ο ίδιος ως Κύπριος, από παρατηρήσεις, από συζητήσεις και από διαβάσματα σχετικά με αυτό το θέμα. Εννοείται ότι πρόκειται για καθαρά προσωπικές απόψεις.

Όπως αναφέρθηκε και στο προηγούμενο σχετικό άρθρο, η βάση πάνω στην οποία χτίστηκαν και οι δύο εθνικισμοί, ο ελληνικός και ο τουρκικός, ήταν οι θρησκευτικές ταυτότητες. Απλουστεύοντας λίγο την πραγματικότητα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι που ζούσαν στη σημερινή έκταση της Ελλάδας και της Τουρκίας έγιναν Έλληνες και οι Μουσουλμάνοι έγιναν Τούρκοι, ανεξάρτητα από τη γλώσσα και τον τόπο καταγωγής. Έτσι, στο ελληνικό έθνος εντάχθηκαν χωρίς πρόβλημα και οι Βλάχοι και οι Αρβανίτες, όπως κι οι τουρκόφωνοι Πόντιοι ή οι Καραμανλήδες. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτές οι ομάδες όχι μόνο είχαν ελληνική εθνική συνείδηση, αλλά συχνά ανέπτυξαν και ιδιαίτερα έντονο ελληνικό εθνικισμό. Ανάλογες περιπτώσεις στην Τουρκία ήταν π.χ. οι Λαζοί και οι Κιρκάσιοι, αλλά και οι ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι (Τουρκοκρητικοί, Βαλλαχάδες από τη Μακεδονία) που έφτασαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Με τη μερική μόνο εξαίρεση των Κούρδων στην Τουρκία και των Σλαβομακεδόνων στην Ελλάδα, μπορούμε να πούμε ότι γενικά οι ορθόδοξοι πληθυσμοί αποδέχτηκαν λίγο πολύ οικειοθελώς την ελληνική εθνική ταυτότητα και οι μουσουλμανικοί την τουρκική. Η επικράτηση της ελληνικής και της τούρκικης γλώσσας και στις ξενόγλωσσες ομάδες ήταν η συνέπεια αυτής της αποδοχής. Ήταν ίσως αναμενόμενο ότι το ίδιο θα συνέβαινε και στην Κύπρο, όπου μάλιστα οι Ορθόδοξοι ήταν σχεδόν αποκλειστικά ελληνόφωνοι, ενώ και οι Μουσουλμάνοι ήταν μάλλον στην πλειοψηφία τους τουρκόφωνοι. Τα πράγματα όμως στην Κύπρο εξελίχθηκαν κάπως διαφορετικά. Μπορεί μια ενιαία κυπριακή ταυτότητα να μη στέριωσε ποτέ εκτός από κάποιες μικρές ομάδες, δημιουργήθηκαν όμως από τη μία μια αρκετά ξεχωριστή ελληνοκυπριακή κι από την άλλη μια επίσης ξεχωριστή τουρκοκυπριακή ταυτότητα.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο που οδήγησε σ’ αυτήν τη διαφορά ήταν μάλλον η Αγγλοκρατία. Χωρίς αυτήν, η Κύπρος θα ήταν μάλλον ένα μέρος του ελληνοτουρκικού χώρου όπως όλα τα άλλα. Οι πολιτισμικές ή γεωγραφικές ιδαιτερότητές της δεν είναι μεγαλύτερες από τόσες άλλες περιοχές του ελληνοτουρκικού χώρου, όπως ο Πόντος, η Κρήτη, η Καππαδοκία. Το πιο πιθανό είναι ότι η μοίρα της θα καθοριζόταν από τους ελληνοτουρκικούς πολέμους του διαστήματος 1897-1922: είτε θα είχε μοιραστεί από τότε ανάμεσα στα δύο κράτη, είτε θα είχε γίνει εντελώς ελληνική ή τουρκική. Στην τελευταία περίπτωση εγώ μάλλον θα είχα γεννηθεί ως απόγονος Κυπρίων προσφύγων σ’ ένα αθηναϊκό προάστιο με το όνομα Νέα Λευκωσία.

Η Αγγλοκρατία είχε πιστεύω το αποτέλεσμα, η κατάσταση στην Κύπρο να «παγώσει» για ένα κρίσιμο διάστημα. Αυτή η περίοδος των ελληνοτουρκικών πολέμων δεν επηρέασε τόσο πολύ την Κύπρο, η ελληνοτουρκική συγκατοίκηση συνεχίστηκε λίγο-πολύ όπως παλιά, ενώ και το ελληνικό και το τουρκικό κράτος δεν μπορούσαν να δράσουν τόσο ανεμπόδιστα όσο στην επικράτειά τους. Αυτό το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία, αφού έχει αποδειχτεί πόσο βαθιά μπορούν να επηρεάσουν τις συνειδήσεις των ανθρώπων τα σύγχρονα έθνη-κράτη με τους μηχανισμούς που διαθέτουν (σχολείο, στρατός, ΜΜΕ κλπ).

Φυσικά ο ελληνικός και ο τουρκικός εθνικισμός κατάφεραν να διεισδύσουν στο νησί. Όταν άρχισε να χάνει τη δύναμή της η Βρετανική Αυτοκρατορία, φάνηκε μάλιστα ότι είχαν φτάσει στο σημείο να επικρατήσουν ολοκληρωτικά. Ιδιαίτερα ο ελληνικός εθνικισμός, όπως εκφράστηκε στην ιδέα της Ένωσης, την οποία οι ελληνοκυπριακές ελίτ αγκάλιασαν σχεδόν στο σύνολό τους. Ο τουρκικός εθνικισμός εξαπλώθηκε κυρίως ως αντίδραση σ’ αυτό (με την ενθάρρυνση και της αποικιοκρατικής δύναμης).

Σ΄αυτό το σημείο όμως (δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70) υπήρχε ήδη ένα αρκετά διαφορετικό πλαίσιο σε σχέση με τις αρχές του αιώνα. Η κυπριακή κοινωνία είχε ήδη φτάσει κι αυτή στη Νεωτερικότητα, είχε αναπτυχθεί σε σημαντικό βαθμό και μάλιστα με κάπως διαφορετικό τρόπο από την Ελλάδα και την Τουρκία. Τα ανερχόμενα ελληνοκυπριακά και τουρκοκυπριακά κοινωνικά στρώματα, παρά την εχθρότητα που είχαν μεταξύ τους, μάλλον δεν είχαν και μεγάλη διάθεση να αφήσουν την αυτονομία τους για να υποταχθούν στις ελίτ άλλων κρατών.

Ιδαίτερα διαφωτιστική είναι νομίζω η εγκατάλειψη του στόχου της Ένωσης από το Μακάριο το 1968. Να μη ξεχνάμε ότι μιλάμε για ένα πολιτικό-θρησκευτικό ηγέτη ο οποίος με αυτήν την πράξη του πατούσε τους όρκους που είχε δώσει. Και μάλιστα για ένα θέμα το οποίο υποτίθεται ότι ήταν ο κύριος στόχος των Ελληνοκυπρίων επί δεκαετίες και για τον οποίο είχε ήδη χυθεί αρκετό αίμα. Κι όμως, αντί να τελειώσει έτσι η πολιτική του καριέρα, επανεκλέχθηκε με το 96% των ψήφων! Προφανώς αυτό θα ήταν αδύνατο, αν ο Μακάριος μ’ αυτήν την κίνηση δεν εξέφραζε και κάποιες διαθέσεις αυτών των ανερχόμενων στρωμάτων.

Στα χρόνια που ακολούθησαν η σύγκρουση Μακαρίου-Χούντας, το πραξικόπημα και η εισβολή έδωσαν τη δικαιολογία για την οριστική αυτονόμηση της ελληνοκυπριακής από την ελλαδίτικη ταυτότητα. Η ελληνικότητα μπορεί να παρέμεινε ως μέρος της πρώτης, με την προϋπόθεση όμως να διατηρηθεί η αυτονομία της. Οι Ελληνοκύπριοι μπορεί δηλαδή να υψώνουν την ελληνική σημαία, να πανυγηρίζουν τις νίκες των ελληνικών ομάδων, να ταξιδεύουν και να σπουδάζουν στην Ελλάδα – αλλά η πιθανότητα να υποτάξουν τα συμφέροντά τους σε αυτά των γενικών ελληνικών δεν είναι καν υπό συζήτηση. Η Ένωση ξεχάστηκε εντελώς σε εντυπωσιακά σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτή η προσέγγιση του «μακριά κι αγαπημένοι» είναι στην πράξη ένας συμβιβασμός, που επιτρέπει στα μεσαία και ανώτερα ελληνοκυπριακά στρώματα να τηρούν την εθνικιστική τους παράδοση και ταυτόχρονα να μην αμφισβητείται η τόσο πολύτιμη ανεξαρτησία τους.

Με τους Τουρκοκύπριους η κατάσταση εξελίχθηκε κάπως διαφορετικά, λόγω της πολύ πιο έντονης επέμβασης της Τουρκίας μετά το 1974 (κάτι που ήταν πάντως φυσική συνέπεια της απομόνωσης τους), αλλά και του εποικισμού των κατεχομένων. Η τουρκοκυπριακή ταυτότητα φαίνεται ότι αναπτύχθηκε και σαν αντίδραση σ’ αυτό, άρα παραδόξως έχει ίσως και κάποιο στοιχείο σύγκρουσης με τον τούρκικο εθνικισμό – κάτι που εκφράζεται και στις απόψεις πολλών «ηπειρωτικών» Τούρκων ότι «οι Τουρκοκύπριοι είναι αχάριστοι». Παρά την όποια εθνικιστική κατεύθυνση των ελίτ, η αίσθηση της διαφορετικότητας μάλλον ενισχύθηκε αντί να χαθεί.

Το συμπέρασμα είναι ότι στο νησί αντί να επικρατήσουν η ελληνική και η τουρκική εθνική ταυτότητα, τελικά δημιουργήθηκαν μια ελληνοκυπριακή και μια τουρκοκυπριακή «εθνική» ταυτότητα, που με κάποιον τρόπο καλύπτουν μάλιστα όλες τις πολιτικές κατευθύνσεις. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτό για το μέλλον. Ειδικά αφού στα κατεχόμενα υπάρχει το επιπλέον ερώτημα των εποίκων – θα παραμείνουν κι αυτοί στο νησί και θα αποκτήσουν κι αυτοί με το χρόνο μια κυπριακή ταυτότητα; Θα διαφέρει αυτή από την τωρινή τουρκοκυπριακή (ειδικά αν σκεφτούμε ότι ένα μέρος τους είναι Κούρδοι ή Άραβες); Όσο για τους Ελληνοκύπριους, τους φέρνει η ξεχωριστή ελληνοκυπριακή ταυτότητα τελικά πιο κοντά ή πιο μακριά από τους Τουρκοκύπριους; Οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών μάλλον δεν δείχνουν το πρώτο. Ποιές είναι οι συνέπειες της μετανάστευσης, που θα φέρει ίσως πληθυσμούς που δεν θα ταιριάζουν σε καμιά από αυτές τις κατηγορίες;

Ολα αυτά κάνουν κάποιον να αναρωτιέται αν χρειάζονται νέες προσεγγίσεις σ’ αυτό το θέμα. Είναι ίσως καιρός για μια αρχή των πολλαπλών ταυτοτήτων, όχι μόνο για την Κύπρο αλλά και για την ευρύτερη περιοχή (ίσως όμως και για την Ευρώπη); Να αποσυνδεθεί δηλαδή η τοπική ή η κρατική ταυτότητα εντελώς από την εθνική ή τη θρησκευτική, χωρίς να λειτουργούν όλες αυτές ανταγωνιστικά;

Ομοιοτητες και διαφορες του ελληνικου και του τουρκικου εθνικισμου

Κλασσικό

Αυτές οι δύο ιδεολογίες καθόρισαν τη σύγχρονη πραγματικότητα όχι μόνο στην Ελλάδα και στην Τουρκία, αλλά και στην Κύπρο (για την ιδιομορφία της οποίας θα ακολουθήσει και άλλο άρθρο).

Πέρα από τα κοινά που μοιράζονται όλοι οι εθνικισμοί, ο ελληνικός και ο τούρκικος έχουν πιστεύω και μερικά επιπλέον, που δείχνουν και τη στενή τους σχέση:

– Και οι δύο χρειάστηκε αρχικά να στηριχτούν πάνω σε μια θρησκευτική ταυτότητα (χριστιανική-ορθόδοξη ο ελληνικός, μουσουλμανική ο τουρκικός). Η θρησκεία παραμένει μέχρι σήμερα κεντρικό στοιχείο και των δύο εθνικών ταυτοτήτων. Αυτό μπορεί να μην άρεσε σε κάποιους από τους κύριους θεμελιωτές αυτών των εθνικισμών, αλλά λόγω της οθωμανικής πραγματικότητας δεν είχαν κι άλλη επιλογή από το να το δεχτούν – τουλάχιστον ως έναν βαθμό.

– Η γλώσσα έγινε στη συνέχεια επίσης ένα κεντρικό συσταστικό της εθνικής ταυτότητας. Αυτό όμως δεν ήταν εύκολο από τη στιγμή που οι πληθυσμοί που υποτίθεται ότι αποτελούσαν ένα έθνος στην πράξη μιλούσαν διάφορες γλώσσες. Γι’ αυτό χρειάστηκε η πολύ έντονη κρατική επιβολή (είναι χαρακτηριστικό ότι και στα δύο κράτη έδρασαν επίσημες επιτροπές για την αλλαγή των τοπωνυμίων και ονομάτων).

– Στις λίγες περιπτώσεις που επιτράπηκε η παραμονή στη χώρα σε ομάδες με διαφορετική από την κυρίαρχη θρησκεία, αυτές συνήθως αποκλείονταν στη συνείδηση του κόσμου από το εθνικό σύνολο. Αντίθετα, ομάδες με διαφορετική από την επίσημη γλώσσα αλλά με την ίδια θρησκεία, εύκολα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές σαν μέρος του εθνικού συνόλου – και να έχουν πρόσβαση σε όλα τα σχετικά προνόμια. Με την προϋπόθεση όμως να μην αμφισβητήσουν την κυριαρχία της επίσημης γλώσσας κι εφ’ όσον ξεκαθάριζαν ότι θεωρούσαν τους εαυτούς πάνω από όλα Έλληνες ή Τούρκους. Για συγκεκριμένες πολυπληθείς ομάδες που ζούσαν σε μεθοριακές περιοχές (Σλαβομακεδόνες στην Ελλάδα, Κούρδοι στην Τουρκία) αποδείχτηκε ότι αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο. Υπήρξε αντίδραση, ακόμα κι ένοπλη, απ’ όσους δεν ήταν έτοιμοι να αποδεχτούν αυτές τις προϋποθέσεις.

– Μετά από μια αρχική φάση επικέντρωσης στο αρχαίο παρελθόν και σχετικής περιφρόνησης του πιο πρόσφατου (βυζαντινού στην ελληνική και οθωμανικού στην τούρκικη περίπτωση), τελικά και το τελευταίο εντάχθηκε πλήρως στην εθνική μυθολογία και ταυτότητα. Μια και σ’ αυτό το παρελθόν κυριαρχούσε το θρησκευτικό στοιχείο, σταθεροποιήθηκε έτσι κι η σημασία της θρησκευτικής ταυτότητας που αναφέρθηκε πριν – συνδυάζοντας την όμως με ένα ισχυρό γλωσσικό-φυλετικό στοιχείο. Στην Ελλάδα αυτό εκφράστηκε π.χ. με τον όρο «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» και στην Τουρκία με τον όρο «τουρκοισλαμική σύνθεση».

– Και στις δύο περιπτώσεις δεν μπορείς να πεις με ακρίβεια αν ο εθνικισμός είναι αριστερός ή δεξιός, προοδευτικός ή συντηρητικός. Υπήρξαν σημαντικές δόσεις εθνικισμού σε όλες τις πολιτικές κατευθύνσεις, αν και μπορεί να εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο. Όπως όλοι οι εθνικισμοί, ξεκίνησαν αρχικά και ο ελληνικός και ο τουρκικός σαν προοδευτικές ιδεολογίες, για να γίνουν όλο και πιο συντηρητικές στη συνέχεια. Σήμερα, δίπλα στο συντηρητικό εως οπισθοδρομικό εθνικισμό υπάρχουν ή υπήρξαν μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και σημαντικά ρεύματα προοδευτικού αριστερού (ή «αριστερού»;) εθνικισμού, με αντιδυτικά/αντιιμπεριαλιστικά «τριτοκοσμικά» στοιχεία. Κάτι τέτοιο εξέφραζε π.χ. το ΠΑΣΟΚ στα πρώτα του χρόνια (αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για τα πρώτα χρόνια του Ετζεβίτ).

Για να κατανοήσουμε όμως αυτούς τους δύο εθνικισμούς πρέπει να έχουμε υπόψη και κάποιες σημαντικές διαφορές:

– Πρώτον, ο ελληνικός εθνικισμός είναι παλιότερος. Έγινε κυρίαρχη ιδεολογία σχεδόν έναν αιώνα νωρίτερα από τον τούρκικο, άρα είναι και σήμερα σε διαφορετικό στάδιο. Αυτή η χρονική διαφορά δεν ήταν μόνο επειδή οι Έλληνες ήταν (για διάφορους λόγους) πιο δεκτικοί σε ιδέες ερχόμενες από τη Δύση. Αλλά και επειδή η ιδέα του εθνικισμού υπέσκαπτε την ίδια την ύπαρξη της Αυτοκρατορίας, με την οποία οι τούρκικες ελίτ είχαν συνδέσει τα συμφέροντά τους (κάτι που για τις ελληνικές ελίτ ίσχυε μόνο εν μέρει). Ο εθνικισμός μπορούσε άρα να κυριαρχήσει στις τούρκικες ελίτ μόνο εφ’ όσον κάθε ελπίδα για την επιβίωση της Αυτοκρατορίας είχε χαθεί.

– Ο τούρκικος εθνικισμός δημιουργήθηκε δηλαδή σαν αντίδραση στην αργή κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακριβώς γι΄ αυτόν το λόγο είχε αρχικά έναν μάλλον αμυντικό χαρακτήρα, όπως εκφράζεται π.χ. στην ιδεολογία του Κεμάλ Ατατούρκ (με την εξαίρεση φυσικά των πρώτων παντουρκικών ή τουρανικών ιδεών, που όμως δεν έγιναν επίσημη τούρκικη πολιτική). Σε αντίθεση με τον ελληνικό εθνικισμό, που είχε για μεγάλο διάστημα έναν επιθετικό αλυτρωτικό χαρακτήρα. Αυτό άλλαξε σταδιακά μέσα στον 20ό αιώνα, με τον ελληνικό εθνικισμό να γίνεται όλο και πιο αμυντικός, ενώ αντίθετα ο τούρκικος εθνικισμός απέκτησε και κάποιες τάσεις επεκτατισμού. Αυτό στο κάτω-κάτω αντικατοπτρίζει και τις καινούριες δημογραφικές και οικονομικές πραγματικότητες.

Το γιουγκοσλαβικο ’68

Κλασσικό

Τον Ιούνη του 1968, πολύ λίγο δηλαδή μετά τον Παρισινό Μάη και την Άνοιξη της Πράγας, ένα «περίεργο» φοιτητικό κίνημα ξεκινάει στο Βελιγράδι. Το Βελιγράδι ήταν τότε η πρωτεύουσα της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας: ενός κράτους δηλαδή που έβλεπε τον εαυτό του σαν εκπρόσωπο της εργατικής τάξης κι επίσημα είχε σαν τελικό στόχο μια αταξική κοινωνία.

Τί ήταν το περίεργο σ’ αυτό το κίνημα; Το ότι πολλά από τα αιτήματά του ήταν αυτά που κάποιος θα περίμενε ότι σ’ ένα σοσιαλιστικό σύστημα είναι δεδομένα. Οι φοιτητές του Βελιγραδίου δεν ζητούσαν μόνο περισσότερη ελευθερία και αυτο-οργάνωση, αλλά διαμαρτύρονταν και για την αυξανόμενη ανισοκατανομή του πλούτου στη γιουγκοσλαβική κοινωνία, για το πρόβλημα της ανεργίας, για την αύξηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Τα συνθήματα που ακούγονταν ήταν «Οι φοιτητές με τους εργάτες», «Είμαστε παιδιά των εργατών», «Κάτω η σοσιαλιστική μπουρζουαζία». Οι φοιτητές ζητούσαν δηλαδή αυτά που υποτίθεται ότι ήδη είχαν – όπως τουλάχιστον κάποιος από το εξωτερικό θα θεωρούσε αυτονόητο σ’ ένα σοσιαλιστικό κράτος.

Για να κατανοήσουμε αυτό το φαινόμενο, πρέπει φυσικά να καταλάβουμε ότι η Γιουγκοσλαβία την εποχή του Ψυχρού Πολέμου αποτελούσε ειδική περίπτωση. Αν και διοικούμενη από Κομμουνιστές κι επίσημα σοσιαλιστική, δεν ανήκε στο Ανατολικό Μπλοκ, αλλά στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, ενώ είχε καλές σχέσεις και με τη Δύση. Τα σύνορα της με τις δυτικές χώρες ήταν ανοικτά: πολλοί Γιουγκοσλάβοι είχαν πάει στη Δυτική Γερμανία ή σε άλλες χώρες για να εργαστούν (όπως και πολλοί Έλληνες και Τούρκοι την ίδια εποχή), ενώ άλλοι πήγαιναν να σπουδάσουν σε δυτικά πανεπιστήμια. Επίσης την εποχή για την οποία μιλάμε (δεκαετία του ’60) το γιουγκοσλαβικό σύστημα είχε «ανοίξει» και οικονομικά: είχαν γίνει μεταρρυθμίσεις σε καπιταλιστική κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να ενταθούν τα προβλήματα για τα οποία διαμαρτύρονταν οι φοιτητές (ανισοκατανομή, ανεργία, ατομική ιδιοκτησία κτλ).

Αντί λοιπόν να ζητήσουν περισσότερο άνοιγμα στην κατεύθυνση του δυτικού οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, οι Γιουγκοσλάβοι φοιτητές, που είχαν επαφές και με τα δυτικά φοιτητικά κινήματα της εποχής και ήξεραν τα δικά τους αιτήματα, ζητούσαν αλλαγές σε μια πιο σοσιαλιστική κατεύθυνση. Επίσης αντί να δίνουν έμφαση στα εθνοτικά θέματα και να ζητούν περισσότερη αυτονομία για τις γιουγκοσλαβικές εθνότητες, ήθελαν αυτές να έρθουν πιο κοντά και τόνιζαν τη γιουγκοσλαβική ενότητα. Σύντομα το κίνημα εξαπλώθηκε και στα άλλα γιουγκοσλαβικά κρατίδια: στο Ζάγκρεμπ, στη Λιουμπλιάνα και στο Σαράγεβο. Σαν σύμβολα τους είχαν εικόνες του Μαρξ και του Τίτο – του τελευταίου όμως με τη στρατιωτική στολή που φορούσε όταν ήταν νέος και αρχηγός της Αντίστασης, πράγμα που είχε φυσικά το μήνυμά του. Στις συγκεντρώσεις τους τραγουδούσαν το γιουγκοσλαβικό εθνικό ύμνο, κι όταν τους ρωτούσαν, ποιό είναι το πρόγραμμα τους, απαντούσαν «Το Σύνταγμα της Γιουγκοσλαβίας»: σαν να έλεγαν, αυτό που ζητάμε είναι να εφαρμοστεί.

Ο Τίτο και η γιουγκοσλαβική άρχουσα τάξη αρχικά μάλλον σάστισαν μ’ αυτό το κίνημα, που χρησιμοποιούσε τα δικά τους σύμβολα και μιλούσε τη δική τους γλώσσα – αλλά με έναν πολύ πιο ριζοσπαστικό και ελευθεριακό τρόπο. Μπορεί να περίμεναν μια εξέγερση από τα «δεξιά», με καπιταλιστικά και εθνικιστικά αιτήματα, αλλά όχι μια τόσο έντονη κριτική από τα αριστερά. Πάντως στο τέλος δεν δίστασαν να το καταστείλουν: οι ηγέτες του κινήματος συνελήφθησαν και τα όργανά του απαγορεύτηκαν.

Μετά από λίγα χρόνια ακολούθησε η «Κροατική Άνοιξη», ένα κίνημα με σαφώς πιο εθνικό προσανατολισμό πλέον. Στα επόμενα χρόνια ο εθνικισμός και ο καπιταλισμός επικράτησαν ιδεολογικά σε όλη τη Γιουγκοσλαβία – με τα τραγικά αποτελέσματα που είδαμε τη δεκαετία του ’90 και ακόμα βλέπουμε σήμερα. Είναι καλό όμως ίσως να θυμόμαστε ότι μια εποχή αυτή η κατάληξη δεν φαινότανε σε όλους αυτονόητη.


(Αυτό το κείμενο το έγραψα βασιζόμενος κυρίως σε διαλέξεις και ομιλίες που άκουσα για το θέμα στο Βερολίνο, εν μέρει από πρόσωπα που είχαν και οι ίδιοι συμμετάσχει στο συγκεκριμένο κίνημα. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε και είναι φυσικό κάποια στοιχεία να μην τα έχω μεταφέρει εντελώς σωστά. Πιστεύω πάντως πως το γενικό πνεύμα ήταν αυτό που περιέγραψα.)

Χρήσιμα links:

http://theanarchistlibrary.org/library/fredy-perlman-birth-of-a-revolutionary-movement-in-yugoslavia

Η αλεβιτικη πολιτιστικη παραδοση

Κλασσικό

Ίσως για καμιά άλλη θρησκευτική ομάδα της περιοχής μας δεν παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο η μουσική, ο χορός και η ποίηση όσο για τους Αλεβίτες. Για πολλά χρόνια, αυτές οι παραδόσεις ήταν σχεδόν κρυφές και γνωστές μόνο στο εσωτερικό αυτών των κοινοτήτων: η συνέπεια της μακραίωνης καταπίεσης από την οθωμανική εξουσία, για την οποία οι Αλεβίτες (κιζιλμπάσηδες) ήταν οι Άλλοι, οι δυνητικοί υποστηρικτές ξένων δυνάμεων, οι μη πραγματικοί Μουσουλμάνοι.

Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, στην κοσμική (;) Τουρκία, η αλεβίτικη νεολαία, που ζει συχνά πλέον στις τουρκικές μεγαλουπόλεις και στη Διασπορά, άρχισε να ανακαλύπτει και να εκτιμά ξανά τον πλούτο αυτής της πολιτιστικής παράδοσης. Οι αλεβίτικες τελετές μπορούν πλέον να γίνουν και (σχετικά) δημόσια – αν και μπορεί να μην έχουν πάντα τόσο θρησκευτικό όσο πολιτιστικό χαρακτήρα. Αυτές οι παραδόσεις και η αναβίωσή τους έχουν επηρεάσει και τη σύγχρονη τούρκικη τέχνη. Είναι αυτό που ονομάστηκε «Αλεβιτική Αναγέννηση«. Σε συνέχεια του άρθρου για τους Αλεβίτες, παρουσιάζονται εδώ μερικά τέτοια στοιχεία.

Δεν είναι τυχαίο που και μία από τις ιστορικές προσωπικότητες που τιμούν ιδιαίτερα οι Αλεβίτες ως μέρος της παράδοσης τους, ο Πιρ Σουλτάν Αμπντάλ (έζησε τον 15ο με 16ο μ. Χ. αιώνα), παρουσιάζεται με μουσικό όργανο υψωμένο στα χέρια του. Η κίνηση αυτή ίσως εκφράζει και τον ανατρεπτικό χαρακτήρα της ποίησής του.

Οι ασίκηδες ήταν οι λαϊκοί ποιητές που κράτησαν ζωντανό ένα σημαντικό μέρος της αλεβίτικης καλλιτεχνικής παράδοσης. Ένα μελοποιημένο ποίημα του Πιρ Σουλτάν Αμπντάλ, από το γνωστό τούρκικο συγκρότημα Baba Zula, είναι και το Aşıkların Sözü Kalır (Τα λόγια των ασίκηδων μένουν). Με μια δική μου προσπάθεια να το μεταφράσω (η οποία πάντως δεν έγινε απ’ ευθείας από τα τούρκικα, αλλά από τη γερμανική μετάφραση ενός Τούρκου φίλου: εννοείται άρα πως σίγουρα στο δρόμο έχει χαθεί αρκετό από το νόημα).

http://www.izlesene.com/video/baba-zula-asiklarin-sozu-kalir/5704981

Ε εσείς, που για την απληστία σας απαρνιέστε την αγάπη,

που φτιάχνετε έναν κόσμο με ψέματα,

που έχετε τρελαθεί με τη δύναμη και με τη φήμη,

που μπροστά στο χρήμα φιλάτε το χώμα.

Ο δίκαιος και ο άδικος μια μέρα θα αναγνωριστούν,

μπορεί σε 50 ή σε 300 χρόνια.

Μόνο τα λόγια των ασίκηδων μένουν.

Συνέχισε όπως και πριν, Χιζίρ Πασά

και ο δικός σου τροχός της μοίρας θα σπάσει

και ο δικός σου αγαπητός άρχοντας μια μέρα θα ανατραπεί.

Ε εσείς, που έχετε βγάλει ρίζες στις θέσεις εξουσίας

που νομίζετε ότι είστε καλύτεροι από τους όμοιούς σας

που με πολλά λόγια σπέρνετε πολλές άδειες ιδέες

που το ‘χετε για περηφάνια, να καταπιέζετε τους φτωχούς.

Ο δίκαιος και ο άδικος μια μέρα θα αναγνωριστούν,

μπορεί σε 50 ή σε 300 χρόνια.

Μόνο τα λόγια των ασίκηδων μένουν.

Κεντρικό στοιχείο των θρησκευτικών τελετών των Αλεβιτών (οι οποίες να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με τους Σουνίτες δεν γίνονται στα αραβικά αλλά στα τούρκικα) είναι η απαγγελία στίχων με συνοδεία μουσικής (συνήθως σάζι) και ο χορός σεμάχ, στον οποίo συμμετέχουν άντρες και γυναίκες. Εκεί μπορεί κάποιος να νιώσει σε κάποιον βαθμό την μυστικιστική παράδοση, από την οποία προέρχονται αυτά τα έθιμα. Το σεμάχ βασίζεται στην ιδέα της ενότητας με τον Θεό, χορεύεται από άντρες και γυναίκες μαζί, συχνά με κάποιου είδους περιστροφή (δεν είναι  φυσικά άσχετο με τους «περιστρεφόμενους ντερβίσηδες»).

Από τους Κούρδους Αλεβίτες αυτές οι τελετές μπορεί να γίνουν και στα κούρδικα. Σημαντικό για το χαρακτήρα του Αλεβιτισμού είναι να γίνονται σε μια γλώσσα που είναι κατανοητή στο λαό:

Γνωστή περίπτωση καλλιτεχνών με κούρδικες-αλεβίτικες ρίζες είναι τα αδέλφια Μετίν και Κεμάλ Καχραμάν, που είχαν έδρα τους τη Γερμανία (αφού φύγανε από την Τουρκία για πολιτικούς λόγους). Έχουν καταγωγή από τη περιοχή Ντερσίμ, που κατοικείται κυρίως από Αλεβίτες που μιλάνε Ζαζά (μια κουρδική γλώσσα ή διάλεκτος, οι απόψεις διαφέρουν ανάλογα και με τις πολιτικές πεποιθήσεις). Αυτή η περιοχή, μετά από μια εξέγερση στη δεκαετία του ’30 που καταπνίγηκε με πολύ σκληρό τρόπο, μετονομάστηκε απ’ το τούρκικο κράτος σε Τούντζελι. Στο άλμπουμ από το οποίο προέρχεται το επόμενο τραγούδι, τα αδέλφια Καχραμάν κατέγραψαν μουσικές παραδόσεις του τόπου τους (η σκηνή είναι από την ταινία Bahoz, που αναφέρεται στο κουρδικό αυτονομιστικό κίνημα):

Γενικά, η αλεβίτικη παράδοση φαίνεται να έχει επηρεάσει βαθιά τη σύγχρονη τουρκική καλλιτεχνική σκηνή. Πολλοί γνωστοί συνθέτες και τραγουδιστές, όπως ο Ζουλφού Λιβανελί, ο Αχμέτ Καγιά, η Σελντά Μπαγτζάν, έχουν εμπνευστεί απ’ αυτήν ή έχουν ερμηνεύσει αλεβίτικα τραγούδια.

 

 

Το μεταναστευτικο προβλημα

Κλασσικό

Το μεταναστευτικό είναι ένα πρόβλημα που μάλλον θα οξυνθεί και θα απασχολήσει τον κόσμο πολύ μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Ιδιαίτερα την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, μέσα από την οποία περνάνε πολλές σημαντικές μεταναστευτικές οδοί.

Κατ’ αρχήν πρέπει να διορθωθεί η λάθος εντύπωση, ότι αυτό το πρόβλημα είναι κάτι που αφορά κυρίως τις ανεπτυγμένες χώρες του Βορρά, μια και αυτές δέχονται τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα. Αντίθετα, όπως φαίνεται κι από τις στατιστικές, οι χώρες που υποδέχονται τους μεγαλύτερους αριθμούς μεταναστών, είναι συχνά μεταβατικές χώρες είτε εκτός Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής (π.χ. Λίβανος, Ιορδανία, Λιβύη) είτε της ευρωπαϊκής περιφέρειας (π.χ. Ισπανία, Ιταλία, Κύπρος).

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο προβληματική, αν σκεφτούμε ότι αυτές οι μεταβατικές χώρες έχουν και πιο περιορισμένες οικονομικές, κοινωνικές αλλά και οικολογικές δυνατότητες ένταξης αυτών των μεταναστών. Πολύ φανερό γίνεται αυτό π.χ. στο Λίβανο, τη χώρα που έχει επιβαρυνθεί περισσότερο από κάθε άλλη με την υποδοχή των προσφύγων του Συριακού Εμφυλίου. Όχι μόνο η χώρα πρέπει ακόμα να παλέψει με τα δικά τις έντονα οικονομικά και οικολογικά προβλήματα, που τα είχε και πριν αυξηθεί μέσω της μετανάστευσης ο πληθυσμός της κατά περίπου 20% μέσα σε 2-3 χρόνια. Αλλά και λόγω των λεπτών ισορροπιών ανάμεσα στις θρησκευτικές ομάδες, στις οποίες βασίζεται το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, μια τέτοια μετανάστευση θα μπορούσε να οδηγήσει μέσω της αλλοίωσης των δημογραφικών δεδομένων σε ακόμα μεγαλύτερη πολιτική αστάθεια, ακόμα και σε νέο εμφύλιο πόλεμο. Για να μην αναφέρουμε και το ότι οι περισσότερες κοινωνίες του ευρωπαϊκού Νότου βρίσκονται σε οικονομική κρίση: ανίκανες πλέον να απορροφήσουν οικονομικά τους μετανάστες, βρίσκονται αντιμέτωπες με όλο και πιο έντονα ρατσιστικά φαινόμενα, όπως βλέπουμε στην Ελλάδα με την απότομη άνοδο της Χρυσής Αυγής.

Πρέπει όμως να σκεφτούμε και το ερώτημα, αν αυτή η μετανάστευση είναι αναπόφευκτη. Κάποιοι προτείνουν ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί αν οι πλούσιες χώρες τις Δύσης βοηθήσουν (οικονομικά, αλλά όχι μόνο) τις χώρες προέλευσης. Έτσι ώστε να βελτιωθούν εκεί οι συνθήκες διαβίωσης και να μην υπάρχει λόγος μετανάστευσης. Μια τέτοια βοήθεια είναι σίγουρα αναγκαία (ποιος θα διαφωνούσε με αυτό), φοβάμαι όμως ότι με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να είναι αρκετή.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Αιγύπτου, που είναι η πολυπληθέστερη χώρα του αραβικού κόσμου. Σήμερα έχει έναν πληθυσμό 87 εκατομμυρίων, που με βάση τις εκτιμήσεις θα φτάσει τουλάχιστον τα 120 εκατομμύρια πριν αρχίσει να σταθεροποιείται – παρά την πολύ μειωμένη γεννητικότητα σε σχέση με το παρελθόν. Αυτή η χώρα βασίζει τη διατροφή της (και την ύπαρξή της) σε μια πολύ λεπτή λωρίδα καλλιεργήσιμης γης, την κοιλάδα του Νείλου. Οι δυνατότητες εντατικοποίησης της γεωργίας είναι και λόγω κλίματος από μικρές ως ανύπαρκτες, ενώ η αύξηση του πληθυσμού φέρνει και παραπάνω μείωση της (έτσι κι αλλιώς περιορισμένης) γεωργικής γης αλλά και μεγαλύτερη κατανάλωση του (επίσης περιορισμένου) νερού. Ήδη σήμερα η χώρα έχει φτάσει για πρώτη φορά στην ιστορία της να εισάγει σιτηρά – τρομακτικό για μια χώρα που έθρεψε με τη γεωργική της παραγωγή αυτοκρατορίες όπως τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή ή την Οθωμανική. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και την αναμενόμενη κλιματική αλλαγή, που θα κάνει το κλίμα της χώρας πιο θερμό και ξηρό, γίνεται φανερό ότι ένα σύστημα, που ήδη σήμερα είναι πολύ δύσκολα οικονομικά βιώσιμο, θα καταρρεύσει με έναν πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό (και λιγότερα έσοδα από τα εξαντλημένα πετρελαϊκά αποθέματα) – με απρόβλεπτες συνέπειες.

Ανάλογα προβλήματα, αν και ίσως λιγότερο έντονα, υπάρχουν στις περισσότερες χώρες της υποτροπικής ζώνης. Όχι μόνο αυτή η ζώνη χαρακτηρίζεται από αδύνατες οικονομίες, ιδιαίτερα ευαίσθητα οικοσυστήματα και είναι συχνά ήδη κορεσμένη σε πληθυσμό, αλλά αναμένεται να πληγεί ιδιαίτερα κι από την κλιματική αλλαγή. Σ’ αυτήν τη ζώνη ανήκουν και οι περιοχές της Νότιας Ευρώπης με μεσογειακό κλίμα – κάτι που σημαίνει ότι οι δυνατότητές τους για υποδοχή μεταναστών είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένες.

Όλα αυτά οδηγούν σε ένα μόνο συμπέρασμα: ότι η μεγάλη μετανάστευση είναι αναπόφευκτη και οι πιο κατάλληλες περιοχές για να την υποδεχτούν είναι οι πλούσιες χώρες της εύκρατης ζώνης (π.χ. Γερμανία, Σουηδία, Καναδάς)  – τόσο από οικονομική όσο και από οικολογική άποψη. Αυτό το έχουν μάλλον αντιληφθεί και μέρη των ελίτ αυτών των χωρών, επιθυμούν όμως να ελέγξουν αυτή τη διαδικασία, έτσι ώστε οι μετανάστες που θα υποδεχτούν να είναι εκλεκτοί (με ψηλό μορφωτικό επίπεδο) και περιορισμένοι σε αριθμό. Αυτό από την άλλη όμως θα έχει αρνητικές συνέπειες τόσο στις χώρες προέλευσης, που μέσω μιας διαδικασίας brain drain θα χάσουν το καλύτερο ανθρώπινο δυναμικό για την ανάπτυξη της χώρας τους, όσο και στις μεταβατικές χώρες (μεταξύ αυτών η Ελλάδα και η Κύπρος), που στα μάτια των βόρειων χωρών θα λειτουργούν κάπως σαν ανθρώπινος σκουπιδοτενεκές: θα είναι δηλαδή υποχρεωμένες να συντηρούν τους μετανάστες που οι βόρειες χώρες κρίνουν ότι δεν μπορούν να αφομοιώσουν. Γι’ αυτό εξάλλου υπάρχουν και ευρωπαϊκοί κανονισμοί όπως το Δουβλίνο ΙΙ. Εννοείται ότι μια τέτοια κατάσταση θα κάνει πιο δύσκολη την ισότιμη ένταξη αυτών των μεταναστών στις κοινωνίες των μεταβατικών χωρών και θα δυναμώσει τις ρατσιστικές τάσεις ή τα φαινόμενα τύπου Μανωλάδας.

Είναι φανερό ότι η κοινωνία των πολιτών δεν πρέπει να αποδεχτεί μια τέτοια κατάσταση, από την οποία μόνο οι ήδη ανεπτυγμένες χώρες μπορούν να ωφεληθούν και να συντηρήσουν το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτές και τις λιγότερο ανεπτυγμένες. Γι’ αυτό είναι απαραίτητα τα δίκτυα που θα υποστηρίξουν τη μετανάστευση στις βόρειες χώρες – ιδίως των κοινωνικών στρωμάτων που αυτές αρνούνται να υποδεχτούν.

Αραβικη Ανοιξη και Συριακος-Ιρακινος Χειμωνας

Κλασσικό

Σε πολλούς που παρακολουθούν τις εξελίξεις στον αραβικό κόσμο υπάρχει μεγάλη απογοήτευση για την πορεία της Αραβικής Άνοιξης. Και είναι πραγματικά δύσκολο να μην είναι κάποιος απογοητευμένος. Ο καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, που εν τω μεταξύ έχει επεκταθεί και στο Ιράκ, ενώ χτυπάει και την πόρτα του Λιβάνου και της Ιορδανίας, παρουσιάζεται συχνά σαν ένα χαρακτηριστικό αρνητικό παράδειγμα. Επίσης τραγική είναι η αιματηρή κατάληξη της Αιγυπτιακής Επανάστασης, που τελείωσε ουσιαστικά με την Παλινόρθωση της δικτατορίας, έστω και με άλλο κεντρικό πρόσωπο (στρατηγός πάντως κι αυτήν τη φορά, για να μην έχει κανένας αμφιβολίες ως το ποιος κυβερνά πραγματικά τη χώρα). Για να μην αναφέρουμε και τη Λιβύη, όπου πάντως από την αρχή φαινότανε ότι η εξέλιξη δεν θα είναι καλή.

Παρά την κατανόηση γι αυτήν την απογοήτευση, νομίζω γίνονται κάποια βασικά λάθη στον τρόπο με τον οποίο πολλοί προσπαθούν να καταλάβουν τις εξελίξεις:

  1. Εξ’ αιτίας της σχετικά ειρηνικής εξέλιξης της Άνοιξης στην Τυνησία και αρχικά και στην Αίγυπτο δημιουργήθηκε μια ψευδαίσθηση, ότι ο εκδημοκρατισμός των αραβικών χωρών μπορεί εύκολα να γίνει με ειρηνικό τρόπο, χωρίς μεγάλη αιματοχυσία. Αγνοώντας την ιστορική εμπειρία που υπάρχει, π.χ. από την Ευρώπη.

  2. Δεν λαμβάνονται υπόψη κάποιες ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στην αραβική Δύση και στην αραβική Ανατολή. Ενώ η πρώτη (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη) χαρακτηρίζεται από μεγάλη θρησκευτική ομοιογένεια (το σουνιτικό Ισλάμ κυριαρχεί σχεδόν παντού), η δεύτερη είναι ένα πραγματικό μωσαϊκό θρησκευτικών ομάδων: Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες, Χριστιανοί όλων των πιθανών δογμάτων κι άλλες ακόμα πιο «περίεργες» ομάδες, όπως οι Γεζίδες. Για να μην αναφέρουμε και τον ιδιόμορφο κουρδικό παράγοντα. Η Αίγυπτος είναι μεταβατική περίπτωση: ενώ οι Κόπτες αποτελούν μια σημαντική σε μέγεθος κι επιρροή (εθνο-)θρησκευτική ομάδα, δεν αποτελούν σε καμία περιοχή της χώρας την πλειοψηφία του πληθυσμού και άρα οι πιθανότητες ανεξαρτητοποίησης/ αυτονομίας τους είναι πολύ μικρές. Αντίθετα οι θρησκευτικές ομάδες στην αραβική Ανατολή έχουν συχνά τις δικές τους σχετικά συμπαγείς περιοχές, στις οποίες αποτελούν την πλειοψηφία.

Levant_Religion_summary_sm

Έχοντας αυτόν τον τελευταίο παράγοντα υπόψη, δεν προκαλεί εντύπωση η διαφορά στις εξελίξεις: στην Τυνησία η πολιτική αντιπαράθεση έχει σχεδόν καθαρά ιδεολογικά χαρακτηριστικά, ενώ στη Συρία ή στο Ιράκ φαίνεται να κυριαρχούν τα εθνο-θρησκευτικά. Η μεταβατικότητα της Αιγύπτου φαίνεται κι από το γεγονός ότι παρότι η σύγκρουση είναι κυρίως ιδεολογική, υποβόσκει και μια εθνοθρησκευτική. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι προσπάθησαν μάλιστα να παρουσιάσουν την αντιπολίτευση εναντίον τους ως κατ’ ουσίαν χριστιανική (κάτι που μάλλον λίγη σχέση έχει με την πραγματικότητα). Η Λιβύη είναι μεν θρησκευτικά ομοιογενής, χαρακτηρίζεται όμως από ακόμα ισχυρούς φυλετικούς και τοπικούς διαχωρισμούς, που μάλλον κυριαρχούν και στην πολιτική αντιπαράθεση.

Ας δούμε τώρα ειδικά την συριακή-ιρακινή περίπτωση. Το να παρουσιαστεί ο εμφύλιος απλά σαν μια σύγκρουση ανάμεσα σε εθνο-θρησκευτικές ομάδες θα ήταν υπεραπλούστευση. Υπάρχουν τόσο Σουνίτες που υποστηρίζουν τον Άσαντ, όσο και μη Σουνίτες που υποστηρίζουν τους αντιπάλους του. Επίσης θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε και τα ιδεολογικά στοιχεία της σύγκρουσης: τουλάχιστον ο Άσαντ θα ήθελε να παρουσιαστεί ως ο εκπρόσωπος του προοδευτικού (αλλά αυταρχικού) αραβικού εθνικισμού, ενώ οι ισλαμιστές (μετριοπαθείς και μη) και οι φιλελεύθεροι (τουλάχιστον αρχικά) είναι μάλλον ενταγμένοι στην αντιπολίτευση.

Παρόλα αυτά είναι ξεκάθαρο ότι η εθνο-θρησκευτική διάσταση παίζει μεγάλο ρόλο. Ο όρος εθνο-θρησκευτική δεν είναι τυχαίος. Έχει σημασία για να αποφύγουμε την παρεξήγηση ότι η σύγκρουση γίνεται κυρίως για θρησκευτικούς λόγους. Αυτό θα ήταν ίσως τόσο λάθος όσο το να ερμηνεύσεις το Κυπριακό ως θρησκευτική σύγκρουση. Πρέπει να γίνει κατανοητό (θα έπρεπε να ήταν, αν είχαμε γνώση της δικής μας σύγχρονης Ιστορίας) ότι οι ομάδες αυτές μπορεί να οριοθετούνται στη βάση ενός θρησκευτικού δόγματος και θρησκευτικών πρακτικών, στην πράξη όμως αποτελούν κάτι σαν εθνοτικές ομάδες. Φαίνεται ότι λειτουργούν σαν ένα είδος κλειστής κοινότητας, που δίνει στα μέλη της μια ταυτότητα, την οποία κουβαλούν μετά στη δημόσια ζωή της συνολικής κοινωνίας. Ουσιαστικά η κοινωνία συγκροτείται σαν ένα σύνολο αυτών των ομάδων. Πιο σαφής είναι αυτός ο ρόλος στο Λίβανο, που η συμμετοχή στην πολιτική ζωή της χώρας γίνεται δυνατή μόνο μέσω μιας τέτοιας ταυτότητας. Ακόμη όμως και σε θεωρητικά κοσμικά κράτη, όπως η Συρία, παραμένει αυτή η ταυτότητα ένα ισχυρό στοιχείο κοινωνικής διαφοροποίησης.

Σε χώρες όπως η Συρία, ο Λίβανος, το Ιράκ, ακόμα και το Μπαχρέιν και η Σαουδική Αραβία (σε μικρότερο βαθμό η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και η Αίγυπτος) ζούσαν διάφορες τέτοιες εθνο-θρησκευτικές ομάδες σε μια (όχι πάντα δίκαιη, αλλά γενικά αποδεκτή) ισορροπία κάτω από ένα αυταρχικό καθεστώς. Αυτό το καθεστώς ήταν αρχικά η οθωμανική διοίκηση, μετά κάποια αποικιοκρατική δύναμη και στο τελευταίο στάδιο μια ντόπια δικτατορία, είτε με φανερά μοναρχική μορφή είτε με μια ρεπουμπλικανική μάσκα. Τα καθεστώτα αυτά συχνά ευνοούσαν κάποια ή κάποιες εθνο-θρησκευτικές ομάδες σε βάρος της πλειοψηφίας: στη Συρία ήταν οι Αλαουίτες σε βάρος των Σουνιτών, στο προ του 2003 Ιράκ οι Σουνίτες σε βάρος των Σιιτών, στο Μπαχρέιν το ίδιο, στο Λίβανο οι Μαρωνίτες σε βάρος των Μουσουλμάνων. Η πλειοψηφία αποδεχόταν αυτήν την αδικία υπό την πίεση των όπλων, αλλά και με αντάλλαγμα μια σχετική ειρήνη και ασφάλεια, καθώς και κάποιες δυνατότητες ανέλιξης εφ’ όσον δήλωναν πίστη στο καθεστώς.

Είναι φανερό ότι όσο αυξάνεται το βιωτικό και το μορφωτικό επίπεδο, όσο η μετακίνηση ιδεών και ανθρώπων γίνεται πιο εύκολη, τόσο πιο εύθραυστη γίνεται αυτή η ισορροπία. Οι αδικίες που συνδέονται μαζί της δεν μπορούν να γίνουν πλέον τόσο εύκολα αποδεκτές όσο στο παρελθόν. Αν δεν υπάρξει κάποια αναδιανομή των ρόλων και της εξουσίας σαν παραχώρηση από τη μεριά του καθεστώτος, αυτό θα γίνει μέσω σύγκρουσης.

Δεν είναι ουσιαστικά αυτό που έγινε και στο λιβανέζικο εμφύλιο; Δεν ξεκίνησε από την απαίτηση των Μουσουλμάνων για ισότιμη συμμετοχή και την απροθυμία των μαρωνιτικών ελίτ να την παραχωρήσουν; Δεν ήταν η ίδρυση της Αμάλ και στη συνέχεια της Χεζμπολάχ, που παίζουν σήμερα τόσο κεντρικό ρόλο στην πολιτική ζωή του Λιβάνου, έκφραση μιας χειραφέτησης των Σιιτών;

Στην περίπτωση της Συρίας εύκολα μπορούμε να δούμε τους Αλαουίτες στο ρόλο των πιο φανατικών υπερασπιστών του καθεστώτος. Αυτή η στάση δεν είναι απλά λόγω της επιθυμίας να διατηρήσουν κάποια προνόμια (τα οποία είναι έτσι κι αλλιώς αμφίβολο ότι αφορούν το μέσο φτωχό Αλαουίτη), αλλά και λόγω του φόβου της εκδίκησης των Σουνιτών και της επιστροφής στις εποχές της καταπίεσης και των διωγμών. Είναι σε μεγάλο βαθμό μια αμυντική στάση, έστω κι αν εκφράζεται με επιθετικότητα. Από τη στιγμή που η αντιπολίτευση πήρε σουνιτικά-ισλαμιστικά χαρακτηριστικά, η υποστήριξη τους στον Άσαντ ήταν περίπου μονόδρομος, ακόμα κι αν δεν ήταν όλοι απαραίτητα οπαδοί του καθεστώτος.

Είναι πάντως αναμφίβολο ότι ένας εκδημοκρατισμός δεν είναι δυνατός, αν δεν έχουν οι Σουνίτες μια συμμετοχή στην πολιτική ζωή της Συρίας ανάλογη με αυτή του πληθυσμιακού τους ποσοστού. Το βασικό πρόβλημα είναι αυτό να γίνει με τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια των Αλαουιτών (και των Χριστιανών και των Δρούζων φυσικά) και να εμποδίζει έναν πιθανό αποκλεισμό τους από την εξουσία. Επειδή αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γίνει σε μια κοινωνία χωρίς δημοκρατική παράδοση και πολύ νέο (άρα και ανυπόμονο) πληθυσμό, ήταν πολύ δύσκολο να αποφευχθεί και ο σημερινός εμφύλιος. 

Στο γειτονικό Ιράκ από την άλλη αυτή η αλλαγή έγινε απ’ έξω, μέσω της αμερικάνικης εισβολής. Αυτό έδωσε την ευκαιρία σε μια σιιτική ελίτ να πάρει τον έλεγχο της χώρας στο όνομα της σιιτικής πλειοψηφίας. Διορθώνοντας έτσι την παλιά αδικία, αδικώντας όμως με τη σειρά της τη σουνιτική μειοψηφία. Με τραγικό αποτέλεσμα τη σημερινή κατάληξη: την εξάπλωση του συριακού εμφύλιου και στο Ιράκ.

Γυρνώντας όμως στην αρχή, ίσως δεν ήταν υπερβολικά ουτοπικό να περιμένουμε ότι οι αναπόφευκτες αλλαγές θα γίνονταν με περίπου ειρηνικό τρόπο; Γενικά η ιστορία μας δείχνει ο εκδημοκρατισμός είναι μια διαδικασία που κοστίζει πολύ αίμα. Απαιτεί από τη μία σύγκρουση με ελίτ που έχουν συνηθίσει στην εξουσία. Από την άλλη διαφορετικές ομάδες που προσπαθούν να χειραφετηθούν μπορεί να συγκρουστούν μεταξύ τους στην αναδιανομή της εξουσίας. Αυτά είναι πολύ δύσκολο να γίνουν με ειρηνικό τρόπο, πόσο μάλλον στη Μέση Ανατολή με την τόσο πολύπλοκη εθνο-θρησκευτική δομή. Αυτό δεν σημαίνει ότι έπρεπε η περιοχή να αποφύγει τον εκδημοκρατισμό: η στασιμότητα σε μια κακή κατάσταση μπορεί να έχει ακόμα μεγαλύτερο κόστος σε ζωές. Το θέμα είναι να γίνουν όσο πιο γρήγορα γίνεται οι απαραίτητοι συμβιβασμοί, ώστε να αποκτήσουν αυτές οι κοινωνίες τη συνοχή που χρειάζονται. Μόνο αυτό μπορεί να φέρει μια σταθερή ειρήνη.

(Για λόγους copyright νομίζω είναι καλό να αναφέρω ότι ο τίτλος του άρθρου είναι παράφραση του τίτλου του βιβλίου «Αραβική Άνοιξη και Λιβυκός Χειμώνας», με συγγραφέα τον Vijay Prashad)