Ευρωπαϊσμος – συνεχεια

Κλασσικό

Σε άρθρο του στα Νέα του Σαββάτου (21.02.14), με τίτλο «Πώς μασιέται το We don’t chew» (ολόκληρο το κείμενο είναι προσβάσιμο μόνο σε συνδρομητές ή στην έντυπη έκδοση) ο Δημοσθένης Κούρτοβικ αναφέρεται μεταξύ άλλων και στη διάκριση ευρωπαϊστών-αντιευρωπαϊστών. Επειδή το θεώρησα σχετικό με το προηγούμενο κείμενο του μπλογκ, και επειδή συνδέεται και με τα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων ημερών, παραθέτω το απόσπασμα από το άρθρο εδώ:

«Ο όρος «ευρωπαϊστής», έτσι όπως χρησιμοποιείται συνήθως, παράγει κάποιες αντηχήσεις γραφειοκρατικής θεσμολαγνείας ή, από την άλλη, λόγιου ιδεαλισμού. Ο ευρωπαϊσμός, όμως, δεν είναι τόσο ζήτημα ιδεολογίας (και πολλοί αντιευρωπαϊστές είναι υπέρ της Ευρώπης, αλλά «των λαών»). Είναι προπαντός ζήτημα βιωμάτων και αίσθησης. Είναι εκείνο που σε προφυλάσσει από το να μεταφράζεις τυφλά το «δεν μασάμε» σε «we don’t chew». Αν έχεις δουλέψει ή σπουδάσει σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, αν έχεις ζυμωθεί με άλλες ευρωπαϊκές κουλτούρες, αν έχεις ερωτευτεί «διευρωπαϊκά», αν διατηρείς στενούς φιλικούς ή επαγγελματικούς δεσμούς με άλλους Ευρωπαίους, τότε η ευρωπαϊκή κοινότητα είναι για σένα κάτι βιωμένο και η πολιτική έκφρασή της σου είναι πολύτιμη. Αν, αντίθετα, δεν έχεις τέτοιες εμπειρίες, τα αισθήματά σου θα είναι εθνοκεντρικά, έστω και αν στα λόγια είσαι ευρωπαϊστής ή διεθνιστής.»

Τον κ. Κούρτοβικ τον ενδιαφέρει εδώ κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι συνεργάτες του στην κυβέρνηση. Προφανώς όμως εννοεί ότι αυτός ο διαχωρισμός υπάρχει σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.

Το άρθρο μου κίνησε το ενδιαφέρον μεταξύ άλλων και γιατί εγώ πληρώ όλα τα κριτήρια που απαριθμούνται ως ευρωπαϊκές εμπειρίες (σπουδές στην Ευρώπη, φιλικοί ή επαγγελματικοί δεσμοί με Ευρωπαίους κλπ.). Άρα με βάση αυτήν τη λογική θα έπρεπε σίγουρα να συγκαταλέγομαι στους ευρωπαϊστές. Εδώ όμως ακριβώς είναι που βλέπουμε ένα καλό παράδειγμα της τρίτης αυταπάτης του ευρωπαϊσμού (με βάση το προηγούμενο μου κείμενο), ότι δηλαδή υπάρχει μόνο μια αντίθεση ανάμεσα σε ένα στενόμυαλο εθνοκεντρισμό και σε έναν κοσμοπολίτικο ευρωπαϊσμό. Ότι μπορεί κάποιος να μην είναι ούτε εθνοκεντρικός αλλά ούτε και ευρωπαϊστής, φαίνεται ότι ούτε καν περνάει από το μυαλό των Ελλήνων ευρωπαϊστών.

Όταν π.χ. γίνεται η αναφορά σε φιλίες με Ευρωπαίους, φαίνεται να αγνοούνται οι φιλίες και με άλλους ξένους, μη-Ευρωπαίους. Γιατί αν έχεις φιλικούς ή επαγγελματικούς δεσμούς και με Ευρωπαίους αλλά και με Άραβες, Ρώσους, Κινέζους, Λατινοαμερικάνους, Πακιστανούς, αν έχεις ζυμωθεί και με άλλες μη-ευρωπαϊκές κουλτούρες, τότε γιατί να σου είναι πολύτιμη η πολιτική έκφραση ειδικά της Ευρώπης, και όχι της Μεσογείου, της  Ευρασίας, της Εγγύς Ανατολής και όποιου άλλου χώρου στον οποίο μπορεί να ανήκουν οι χώρες μας; Σ’ αυτήν τη λογική των ευρωπαϊστών υπάρχει η υπόνοια ότι οι μόνοι αξιόλογοι ξένοι, οι μόνοι με τους οποίους τίθεται θέμα πολιτικής ένωσης τουλάχιστον, είναι οι Ευρωπαίοι.

Υποδηλώνει ίσως η επιμονή σ’ αυτό το δίπολο (ευρωπαϊστές-εθνοκεντρικοί) και ένα είδος – ασυνείδητου ίσως – «ρατσισμού», μια περιφρόνηση προς ό,τι είναι ξένο χωρίς να είναι ευρωπαϊκό; Αυτό είναι σίγουρα ένα ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει τις χώρες της περιοχής μας, όπου η ευρωπαϊκή επιλογή παρουσιάζεται ως μονόδρομος. Tουλάχιστον την Αριστερά.

Advertisements

Οι τρεις (αυτ)απατες του Ευρωπαϊσμου

Κλασσικό

Στις μέρες μας, συχνά ακούμε πολιτικούς ή διανοούμενους να αναφέρονται στην «Ευρώπη» και στις «ευρωπαϊκές αξίες» σαν να πρόκειται για κάποιου είδους ιδέα. Ειδικά στις τελευταίες εκλογές στην Ελλάδα υπήρξαν πολλές αναφορές σε υποτιθέμενες ευρωπαϊκές ή αντι-ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ακόμα και κομμάτια της Αριστεράς δέχονται το διαχωρισμό και παλεύουν να αποδείξουν ότι συγκαταλέγονται στις πρώτες. Είναι ξεκάθαρο ότι η ευρωπαϊκή ενότητα έχει γίνει ένα σημαντικό στοιχείο της κυρίαρχης ιδεολογίας – άρα σαν τέτοια πρέπει να την αντιμετωπίσουμε και να της κάνουμε την αναγκαία κριτική.

Σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να αποδείξει ότι αυτή η ιδεολογία της ευρωπαϊκής ενότητας είναι σωστή ή λάθος. Ο στόχος του είναι να συνεισφέρει στην κατάρριψη μερικών βασικών μύθων της, οι οποίοι στο δημόσιο λόγο γίνονται δεκτοί σχεδόν χωρίς κριτική. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ίσως βοηθήσει και στο να γίνει ο διάλογος γύρω απ’ αυτό το θέμα πιο λογικός και πιο γόνιμος.

1. Η ύπαρξη της ευρωπαϊκής ηπείρου

Έχουμε συνηθίσει σήμερα να μιλάμε για την Ευρώπη ως μια από τις ηπείρους, στις οποίες χωρίζεται η στερεή επιφάνεια της Γης. Αυτό παρουσιάζεται ως κάτι τόσο αυτονόητο, που σχεδόν κανένας δεν αναρωτιέται αν έχει και μια πραγματική γεωγραφική βάση ή αν βρίσκεται μόνο στο μυαλό μας. Κι όμως, μια ματιά μόνο σ’ έναν παγκόσμιο άτλαντα φτάνει, για να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να ορίζει την Ευρώπη σαν μια ξεχωριστή από την Ασία μεγάλη μάζα στεριάς – σε αντίθεση με όλες τις άλλες ηπείρους.

Πηγή: en.wikipedia.org

Πηγή: en.wikipedia.org

Τα υποτιθέμενα όρια της Ευρώπης με την Ασία (με βάση την κυρίαρχη άποψη) είναι τα Ουράλια, ο Καύκασος και ο Βόσπορος. Δηλαδή ξεκινούν από μια χαμηλή οροσειρά (η ψηλότερη της κορυφή είναι χαμηλότερη απ’ το Τρόοδος) και συνεχίζονται για αρκετά χιλιόμετρα μέσα σε εντελώς επίπεδη στέπα κι έπειτα στην επιφάνεια μιας λίμνης (Κασπία). Ενόσω βρίσκονται μέσα στη λίμνη κάνουν ξαφνικά μια στροφή ενενήντα μοιρών προς τα δυτικά, διασχίζουν το Καύκασο, συνεχίζουν πάλι μέσα σε θάλασσα, κάνουν ακόμα μια στροφή για να συνεχιστούν μέσα από ένα στενό πορθμό, τον οποίο σήμερα μπορεί κάποιος να διασχίσει περνώντας μια γέφυρα (Βόσπορος), και καταλήγουν σε μια θάλασσα γεμάτη νησιά που στην Ιστορία πάντα ένωνε παρά χώριζε (Αιγαίο). Ο ορισμός αυτός είναι τόσο αυθαίρετος, που είναι σχεδόν αστείο να πιστεύει κάποιος ότι έχει στοιχεία αντικειμενικότητας.

Από γεωλογική άποψη, πιο κατάλληλες για να πάρουν τον τίτλο της ηπείρου θα ήταν η Αραβία και η Ινδία, που τουλάχιστον αποτελούν ξεχωριστές γεωλογικές πλάκες – ενώ η Ευρώπη είναι απλά το δυτικό τμήμα της ευρασιατικής. Ούτε από ανθρωπογεωγραφική άποψη υπάρχει κάτι που να στοιχειοθετεί ένα όριο. Οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες ονομάζονται έτσι, ακριβώς επειδή καλύπτουν μια περιοχή από την Ευρώπη ως την Ινδία. Ενώ ο μεγαλύτερος λαός στην Ευρώπη, οι Ρώσοι, είναι μοιρασμένος ανάμεσα στις δύο «ηπείρους».

Γιατί όμως τότε η επιμονή σε έναν τέτοιο χωρισμό Ευρώπης-Ασίας, που είναι από κάθε επιστημονική άποψη (γεωλογική, φυσιογεωγραφική, ανθρωπογεωγραφική) ανύπαρκτος; Προφανώς γιατί υπάρχουν δυνάμεις που θέλουν την επιβίωσή του στο μυαλό των ανθρώπων.  Εξάλλου συχνά τα όρια της Ευρώπης μετακινούνται εκφράζοντας τα εκάστοτε συμφέροντα. Το κυριώτερο είναι ίσως ότι δίνει στους Ευρωπαίους μια αίσθηση διαφορετικότητας: δεν είναι μάλλον άσχετος με μια παραδοσιακή ευρωπαϊκή υπεροψία προς τον υπόλοιπο πληθυσμό της Γης.

2. Η αντίθεση με τη γερμανοκρατία

Ακούμε κάποτε ότι οι γερμανικές προσπάθειες ηγεμονίας της Ε.Ε. παραβιάζουν τα ιδεώδη των ιδρυτών της, ότι είναι κάτι ξένο προς την πραγματική φύση και σκοπό της ευρωπαϊκής ενότητας. Πολλοί Έλληνες ευρωπαϊστές, αν και παραδοσιακά μάλλον γερμανόφιλοι, ανακάλυψαν κι αυτοί πρόσφατα αυτήν την άποψη, αφού επιβλήθηκαν οι πολιτικές λιτότητας στην Ελλάδα – τα προηγούμενα χρόνια που το χρήμα έρεε άφθονο, αυτή η ηγεμονία δεν φαινόταν να τους ενοχλεί κι ιδιαίτερα.

Στην πραγματικότητα, και μόνο το να δέχεται κάποιος ότι είναι πάνω απ’ όλα μέρος της Ευρώπης, ισοδυναμεί και με μια τουλάχιστον μερική αποδοχή της ένταξης στη γερμανική σφαίρα επιρροής. Η «Ευρώπη» είναι ως γεωγραφικός χώρος ακριβώς έτσι ορισμένη για να έχει τη Γερμανία ως πυρήνα της – και δεν εννοώ μόνο το γερμανικό κράτος, αλλά οτιδήποτε είναι κατ’ ουσίαν γερμανικό.

Τα γερμανικά είναι η επίσημη γλώσσα όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην Ελβετία και την Αυστρία. Ακόμα, πολλές άλλες γλώσσες είναι συγγενικές της (π.χ. τα Δανέζικα, τα Ολλανδικά/Φλαμανδικά, τα Σουηδικά). Οι γειτονικές στη Γερμανία και την Αυστρία σλαβικές χώρες έχουν έντονη γερμανική πολιτιστική και γλωσσική επιρροή (ιδίως η Τσεχία και η Σλοβενία). Γερμανικά φύλα έχουν δώσει το όνομα τους σε περιοχές στις γειτονικές λατινόφωνες χώρες, όπως στη Βουργουνδία ή στη Λομβαρδία, αλλά και γενικά στη χώρα που ήταν μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες ο κύριος εχθρός της Γερμανίας (κανονικά θα έπρεπε κι εμείς στην Ελλάδα να την ονομάζουμε Φραγκία αντί Γαλλία, όπως όλος ο κόσμος). Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό που ονομάζουμε «Δύση» ή «Ευρώπη» ως ιστορικός-πολιτισμικός χώρος ήταν το δημιούργημα της κατάλυσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από γερμανικά φύλα και της πολιτιστικής ανάμιξης τους με τους λατινικό στοιχείο.

Πέρα όμως απ’ αυτά τα πολιτισμικά-ιστορικά στοιχεία (που είναι σημαντικά για να κατανοήσουμε τη ρίζα της «ευρωπαϊκής ταυτότητας») υπάρχει και η σημερινή πολιτική-οικονομική πραγματικότητα: η Γερμανία είναι όχι μόνο η μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα στην Ε.Ε. (ειδικά αν μετρήσουμε και τη συγγενική της Αυστρία)  και η γεωγραφικά πιο κεντρική,  αλλά κι αυτή με την πιο παραγωγική και ανταγωνιστική οικονομία – όπως απέδειξε και η τελευταία οικονομική κρίση. Ακόμα και τα στοιχεία «ευρωπαϊκότητας» στη συνείδηση του κόσμου (ειδικά στις χώρες μας, στη Μεσόγειο) είναι περίπου τα ίδια με της «γερμανικότητας».

Τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά όταν ιδρύθηκε η ΕΟΚ, την εποχή που η Ευρώπη κι η ίδια η Γερμανία ήταν διαιρεμένες. Θα ήταν ίσως επίσης διαφορετικά, αν ο ορισμός της Ευρώπης συμπεριλάμβανε ξεκάθαρα και τη Ρωσία και την Τουρκία. Μια τέτοια ευρωπαϊκή ταυτότητα θα ήταν ίσως πιο σύνθετη και θα έκανε το γερμανικό κεντρικό ρόλο αμφίβολο. Θυμάμαι μια συζήτηση με ένα Γερμανό συμφοιτητή μου (ένθερμο ευρωπαϊστή και ψηφοφόρο των Πράσινων), που ήθελε μια σύντομη ένταξη όλων των ευρωπαϊκών χωρών στην Ε.Ε., συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτές και τις βαλκανικές, την Ουκρανία κ.λπ. Ταυτόχρονα όμως έβαλε και ένα καθαρό όριο: όχι στην Τουρκία και όχι στη Ρωσία. Νομίζω αυτό δεν ήταν τυχαίο. Στην καλύτερη περίπτωση, η Τουρκία και η Ρωσία αντιμετωπίζονται ως περιφερειακές μισο-ευρωπαϊκές χώρες.

Ο σημερινός ορισμός της Ευρώπης είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του γερμανικού κεντρικού ρόλου. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό – σίγουρα πολλές από τις θετικές πλευρές της Ε.Ε. για τις χώρες μας είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα της γερμανικής επιρροής, π.χ. στον τομέα προστασίας του περιβάλλοντος. Αλλά είναι ψευδαίσθηση να ελπίζεις σε μια Ενωμένη Ευρώπη χωρίς γερμανική ηγεμονία – χωρίς Γερμανία δεν υπάρχει και Ευρώπη. Ακόμα και ο Γιάνης Βαρουφάκης ήταν τις τελευταίες μέρες αρκετά ειλικρινής για να το παραδεχτεί.

3. Το αντίδοτο στο συντηρητισμό και τον εθνικισμό

Επίσης ακούμε συχνά για ένα διαχωρισμό ανάμεσα σε «ευρωπαϊκές» από τη μια και «ευρωσκεπτικιστικές» ή και «αντι-ευρωπαϊκές» δυνάμεις από την άλλη. Κατά κανόνα αυτοί που αναφέρονται σ’ αυτόν το διαχωρισμό συγκαταλέγουν τους εαυτούς τους στις ευρωπαϊκές. Με βάση τα λεγόμενά τους, η αντίπαλη πλευρά αποτελείται από οπαδούς παρωχημένων ιδεολογιών, από παλιομοδίτες εθνικιστές, από αντιδραστικούς εχθρούς της προόδου, απο συντηρητικούς που απλά φοβούνται οποιαδήποτε αλλαγή. Ακόμα και αριστεροί που είναι εναντίον στην Ε.Ε. με τη σημερινή της μορφή, νιώθουν συχνά την ανάγκη να προσθέσουν ότι είναι υπέρ μιας «Ευρώπης των λαών» – ακριβώς για να διαχωρίσουν τη θέση τους από το συντηρητικό/εθνικιστικό αντι-ευρωπαϊσμό.

Αυτό όσον αφορά τις πλούσιες χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης έχει κάποια βάση. Αυτές περιβάλλονται από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συχνά πιο φτωχές από τις ίδιες. Η ευρωπαϊκή επιλογή μπορεί να ερμηνευθεί και ως άνοιγμα προς τον κόσμο, ως κάτι προοδευτικό, κι αυτοί που αντιδρούν ως εχθροί αυτού του ανοίγματος, που σκέφτονται μόνο τα στενά εθνικά συμφέροντα ή δεν θέλουν να μοιραστούν το πλούτο τους με τους φτωχούς γείτονες τους.

Η περίπτωση όμως των νότιων περιφερειακών χωρών, όπως η Ελλάδα ή η Ισπανία, είναι πολύ διαφορετική. Η ευρωπαϊκή επιλογή δεν είναι μόνο επιλογή προσέγγισης προς κάποιους από τους γείτονες τους, αλλά ταυτόχρονα και επιλογή απομάκρυνσης από άλλους – με τους οποίους τα σύνορα γίνονται πιο αδιαπέρατα αντί να πέφτουν. Ειδικά όταν οι δεύτεροι είναι συχνά και πιο φτωχοί, ενώ οι πρώτοι πιο πλούσιοι, δύσκολα μπορεί αυτό να ειδωθεί ως αριστερή προοδευτική επιλογή. Στην ακραία μάλιστα περίπτωση της Κύπρου, χώρας της οποίας όλες σχεδόν οι γειτονικές χώρες είναι καθαρά μη-ευρωπαϊκές, η ένταξη σε μια ευρωπαϊκή Ένωση (με οποιαδήποτε μορφή) συνιστά μάλλον επιλογή κλεισίματος, όχι ανοίγματος προς τον κόσμο.

Χώρες όπως η Ισπανία, η Ελλάδα, η Μάλτα, η Κύπρος μπορούν μεν να θεωρηθούν ως ευρωπαϊκές (η τελευταία πιο δύσκολα), ανήκουν όμως ταυτόχρονα και σε άλλες κατηγορίες π.χ. μεσογειακές ή και μεσανατολίτικες, στην περίπτωση της Κύπρου. Δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να δείχνει ότι η ευρωπαϊκή τους διάσταση υπερέχει καθαρά έναντι των άλλων. Μάλιστα από ιστορική άποψη, ήταν μάλλον πιο συνδεδεμένες με τις μη-ευρωπαϊκές γειτονικές τους περιοχές, παρά π.χ. με την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Σ’ αυτές τις χώρες είναι άρα οι ευρωπαϊστές (ιδιαίτερα οι αριστεροί ή προοδευτικοί ανάμεσά τους), που έχουν την υποχρέωση να δικαιολογήσουν τη θέση τους – κι όχι οι αντίπαλοί τους.


Όπως ξεκαθάρισα και στην αρχή, η κατάρριψη αυτών των μύθων δεν οδηγεί απαραίτητα και στην απόρριψη της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας ή του ότι εμείς πρέπει να είμαστε μέρος της. Μπορεί φυσικά κάποιος να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη σημερινή ή με άλλη μορφή, στη βάση των πλεονεκτημάτων που αυτή φέρνει ή θα μπορούσε να φέρει – από τη δική του οπτική γωνία ο καθένας.

Θα μπορούσε και κάποιος να απαντήσει στα σημεία του άρθρου. Π.χ. πως η Ευρώπη δεν χωρίζεται μεν καθαρά από την υπόλοιπη Ευρασία, αλλά υπάρχουν λόγοι που κάνουν την ενοποίηση μεγάλου τμήματος της Ευρώπης πιο εύκολη ή αναγκαία από αυτήν ολόκληρης της Ευρασίας (ή άλλων τμημάτων της). Ότι έχουμε συμφέρον κι εμείς αλλά κι οι γειτονικοί μας λαοί να ανήκουμε στη γερμανική σφαίρα επιρροής παρά σε οποιαδήποτε άλλη – και να το εξηγήσει με λογικά επιχειρήματα.

Πιστεύω όμως πως για ένα θέμα τόσο σημαντικό, που θα καθορίσει όχι μόνο το δικό μας μέλλον αλλά ίσως κι αυτό των επόμενων γενιών, χρειάζεται να γίνει μια απομυθοποίηση, που θα μας επιτρέψει να το δούμε όπως πραγματικά είναι.

Γυρος των ανατολικων Βαλκανιων

Κλασσικό

Τα τελευταία χρόνια γίνονται συχνά αναφορές στα Δυτικά Βαλκάνια. Μ’ αυτό εννοούν συνήθως την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία: την περιοχή που δοκιμάστηκε σκληρά από πολέμους με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και ακόμα μέχρι σήμερα μένει στο μεγαλύτερο μέρος της εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αν όμως υπάρχουν Δυτικά Βαλκάνια, λογικά υπάρχουν και Ανατολικά. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το όνομα για να περιγράψουμε το γεωγραφικό χώρο που ξεκινά από την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη (μοιρασμένη ανάμεσα στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βουλγαρία) στο Νότο και φτάνει μέχρι τα Καρπάθια Όρη και τις εκβολές του Δούναβη στο Βορρά.

Αυτός ο γεωγραφικός χώρος σίγουρα δεν είναι ομοιογενής. Στην περιοχή συναντάμε από πανύψηλα και αρχαία βουνά (την οροσειρά της Ροδόπης, το γεωλογικό «πυρήνα» των Βαλκανίων) μέχρι πλατιές πεδιάδες με λίμνες και βάλτους (π.χ. τη Δοβρουτσά). Από μεσογειακή σκληρόφυλλη βλάστηση μέχρι δάση φυλλοβόλων ή κωνοφόρων – αλλά ακόμα και στέπα (στην Βουλγαρία και τη Ρουμανία). Από την πρώην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Κωνσταντινούπολη) μέχρι τα πρώην περιφερειακά της κρατίδια (τις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας). Από χώρες πλήρως ενταγμένες στους ευρωπαϊκούς θεσμούς (Ελλάδα) και άλλες που είναι μεν ενταγμένες στην Ε.Ε. αλλά όχι στην Ευρωζώνη και τη Συνθήκη Σένγκεν (Βουλγαρία, Ρουμανία) μέχρι χώρες που ακόμα και η μελλοντική τους ένταξη είναι πολύ αμφίβολη (Τουρκία). Ακόμα και η εθνοτική-γλωσσική ποικιλία είναι για μια περιοχή τέτοιου μεγέθους τεράστια, αφού εκπροσωπούνται τουλάχιστον πέντε ομάδες γλωσσών: η λατινική (ρουμάνικα, μολδαβικά), η σλάβικη (βουλγάρικα, πομάκικα), η τουρκική (τουρκικά), η ουραλική (ούγγρικα) και φυσικά τα μοναχικά ελληνικά.

Το άρθρο αυτό περιγράφει ένα ταξίδι (έγινε το Σεπτέμβρη του 2013, αλλά κάποιες φωτογραφίες είναι από επόμενα ταξίδια, σε τμήματα της ίδιας διαδρομής) σ’ αυτόν περίπου το γεωγραφικό χώρο. Συγκεκριμένα: Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Σόφια – Βουκουρέστι – Κωνστάντζα (+Μαμάια) – Βάρνα – Κωνσταντινούπολη – Αλεξανδρούπολη – Σαμοθράκη – Αθήνα.

Βασισμένο στο here.com

Βασισμένο στο here.com

Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που λειτουργεί για την Ελλάδα και σαν πύλη για τις γειτονικές της βαλκανικές χώρες. Τώρα πλέον λειτουργεί πάλι και το τρένο για Βουλγαρία, που ξεκινάει καθημερινά στις 06:55 (το 2013 υπήρχε μόνο το λεωφορείο, το οποίο αναχωρεί από το ΚΤΕΛ Μακεδονία). Και το τρένο και το λεωφορείο διασχίζουν την κοιλάδα του Στρυμόνα – του ποταμού που συνδέει την ελληνική με τη βουλγαρική Μακεδονία – για να φτάσουν στη Σόφια μετά από 7 ή 5 ώρες αντίστοιχα.

Βουλγαρία Πιρίν

Εξοχή στη βουλγαρική Μακεδονία, που ονομάζεται και «Μακεδονία του Πιρίν», από την ομώνυμη οροσειρά που φαίνεται στο βάθος.

Η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, η Σόφια, είναι και ο πρώτος σταθμός του ταξιδιού. Η Βουλγαρία μπορεί να είναι η χώρα που είναι περισσότερο από κάθε άλλη ταυτισμένη με τα Βαλκάνια (αφού κι η ομώνυμη οροσειρά βρίσκεται στο έδαφος της) και ίσως η μοναδική, όπου ο όρος «βαλκανικός» μπορεί να έχει και θετική χροιά – σύμφωνα με την γνωστή Βουλγάρα ιστορικό Μαρία Τοντόροβα. Το κέντρο της Σόφιας θυμίζει όμως μάλλον περισσότερο κεντρο-ευρωπαϊκή πόλη. Σαν υπενθύμιση του οθωμανικού παρελθόντος υπάρχει πάντως ένα ακόμα ενεργό τζαμί – σε αντίθεση με μια άλλη γνωστή μας βαλκανική πρωτεύουσα, δεν μετατράπηκε σε μουσείο λαϊκής τέχνης, ούτε του αφαιρέθηκαν οι μιναρέδες.

Σοφια Τζαμι Σοφια Συναγωγη

Η Σόφια περηφανεύεται για τη γειτνίαση των ναών όλων των κύριων θρησκειών της περιοχής (από πάνω προς τα κάτω: Ισλάμ, Εβραϊσμός, Ορθοδοξία) στο κέντρο της.

Η Σόφια περηφανεύεται για τη γειτνίαση στο κέντρο της ναών όλων των κύριων θρησκειών της περιοχής (από πάνω προς τα κάτω: Ισλάμ, Εβραϊσμός, Ορθοδοξία – υπάρχει επίσης και καθολική εκκλησία). Η εβραϊκή κοινότητα της Βουλγαρίας γενικά επιβίωσε από το Ολοκαύτωμα, αφού η Βουλγαρία αρνήθηκε να παραδώσει τους Εβραίους της στον Χίτλερ, αν και σύμμαχος του. Η μουσουλμανική κοινότητα αποτελεί ακόμα και σήμερα περίπου 10% του πληθυσμού της χώρας (στη Σόφια ειδικά το ποσοστό είναι πολύ μικρότερο), παρά τις διώξεις και την καταπίεση των δυο προηγούμενων αιώνων.

Κατά τ’ άλλα, η σύγχρονη Σόφια, έξω από το κέντρο της, χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακά καταπράσινα πάρκα από τη μια και μελαγχολικές «σοσιαλιστικές» πολυκατοικίες-κουτιά από την άλλη. Ο καπιταλισμός έχει πάντως διεισδύσει πλέον παντού, με υποκαταστήματα ξένων εταιρειών να κυριαρχούν την εικόνα της πόλης. Κάποια παλιά σοσιαλιστικά μνημεία, διάσπαρτα στην πόλη, επιβιώνουν απλά για να θυμίζουν ένα διαφορετικό παρελθόν.

Σοσιαλιστικό μνημείο σ' ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα της Σόφιας, τον Κήπο του Μπόρις (βασιλιάς της Βουλγαρίας στα χρόνια του μεσοπολέμου).

Σοσιαλιστικό μνημείο σ’ ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα της Σόφιας, τον Κήπο του Μπόρις (βασιλιάς της Βουλγαρίας στα χρόνια του μεσοπολέμου).

Επόμενος σταθμός μετά τη Βουλγαρία ήταν η Βλαχία, η περιοχή της Ρουμανίας ανάμεσα στα Καρπάθια και το Δούναβη, γνωστή σε μας και από την ομώνυμη ηγεμονία των οθωμανικών χρόνων, η οποία διοικούνταν από Φαναριώτες πρίγκιπες – κι απ’ όπου ξεκίνησε στην ουσία και η Ελληνική Επανάσταση. Από τη Σόφια για το Βουκουρέστι λειτουργεί νυκτερινό λεωφορείο, το οποίο είναι πιο οικονομικό από το τρένο. Αναχωρεί κατά τις 00.30 από τον Κεντρικό Σταθμό της Σόφιας και φτάνει κατά τις 7.00 το πρωί στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, στον σταθμό Φιλαρέτ. Το τρένο αναχωρεί επίσης από τον Κεντρικό Σταθμό της Σόφιας στις 8.00 το πρωί και φτάνει στον Βόρειο Σιδ. Σταθμό του Βουκουρεστίου (Gara de Nord) στις 17.30.

Από τη Σόφια προς το Βουκουρέστι πρέπει πρώτα κάποιος να διασχίσει την οροσειρά του Αίμου, μέσα από την κοιλάδα του ποταμού Ισκάρ, που φαίνεται στη φωτογραφία. Από τον Αίμο (αλλιώς Μπαλκάν, όνομα τουρκικής προέλευσης) πήρε το όνομά της ολόκληρη η βαλκανική χερσόνησος.

Από τη Σόφια προς το Βουκουρέστι πρέπει πρώτα κάποιος να διασχίσει την οροσειρά του Αίμου, μέσα από την κοιλάδα του ποταμού Ισκάρ, που φαίνεται στη φωτογραφία. Από τον Αίμο (αλλιώς Μπαλκάν, όνομα τουρκικής προέλευσης) πήρε το όνομά της ολόκληρη η βαλκανική χερσόνησος.

Ο Δούναβης συλλέγει τα νερά από μια τεράστια περιοχή της κεντρικής Ευρώπης για να το οδηγήσει εδώ προς τη Μαύρη Θάλασσα, σχηματίζοντας και το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Ο Δούναβης συλλέγει τα νερά από μια τεράστια περιοχή της κεντρικής Ευρώπης, για να τα οδηγήσει εδώ προς τη Μαύρη Θάλασσα, σχηματίζοντας και το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της  επίπεδης Μεγάλης Βλαχίας: κυριαρχούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της επίπεδης Μεγάλης Βλαχίας: κυριαρχούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Υπόψη ότι και οι δύο σταθμοί άφιξης είναι κάπως μακριά από το κέντρο της πόλης, για το οποίο θα χρειαστεί κάποιος να πάρει το μετρό. Το μετρό του Βουκουρεστίου έχει τέσσερις γραμμές και είναι το πιο παλιό των Βαλκανίων: υπάρχει ήδη από το 1979, πολύ πριν το μετρό της Αθήνας, της Σόφιας ή της Κωνσταντινούπολης.

Χαρακτηριστική και για το Βουκουρέστι είναι η σοσιαλιστική αρχιτεκτονική και ρυμοτομία – αλλά με κάποιες ιδιαιτερότητες, σε μια έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη χώρα (που συνδυάζει λατινοφωνία και Ορθοδοξία, αψηφώντας όλα τα σχετικά στερεότυπα). Ξεχωριστή περίπτωση απ’ αυτήν την άποψη είναι το Τσεντρούλ Τσιβίκ, ένα σύμπλεγμα κτιρίων με μαρμάρινες προσόψεις, γύρω από τη πλατιά κεντρική λεωφόρο Unirii που καταλήγει στο μεγαλοπρεπές πρώην «Παλάτι του Λαού«. Ολόκληρη αυτή η περιοχή κτίστηκε τη δεκαετία του ’80, στη θέση ενός μεγάλου μέρους του ιστορικού κέντρου που γκρεμίστηκε ολοσχερώς, αναγκάζοντας περίπου 40.000 κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Η τεράστια έκταση με τα γκρεμισμένα κτίρια είχε ονομαστεί τότε ειρωνικά «Τσαουσίμα», ένα λογοπαίγνιο από τις λέξεις «Τσαουσέσκου» και «Χιροσίμα»: είναι ας πούμε και σύμβολο της καταστροφικής μεγαλομανίας του πρώην δικτάτορα.

Στο βάθος του πρώην προεδρικό μέγαρο του δικτάτορα Τσαουσέσκου, νυν στέγη του Ρουμάνικου Κοινοβουλίου. Όταν κτίστηκε ήταν το δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο.

Στο βάθος το πρώην Παλάτι του Λαού που έκτισε ο κομμουνιστής δικτάτορας Νικολάε Τσαουσέσκου, νυν στέγη του Ρουμάνικου Κοινοβουλίου (ονομάζεται πλέον Παλάτι της Βουλής). Θεωρείται το δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο.

Αν και λέγεται ότι είναι η πιο πυκνοκατοικημένη πρωτεύουσα της Ευρώπης, από το κεντρικό Βουκουρέστι δεν λείπουν και οι πιο «παραδοσιακές» γειτονιές, με χαμηλά κτήρια και τοπικό χρώμα (με κάποιες τάσεις να μιμείται το Παρίσι – λόγω λατινοφωνίας οι Ρουμάνοι έχουν μάλλον μια κλίση προς τη γαλλική κουλτούρα). Επίσης, για την αναψυχή των κατοίκων της πόλης υπάρχουν και μεγάλα πάρκα, όπως το Χεραστράου γύρω από την ομώνυμη λίμνη (μια από τις πολλές που σχηματίζει ο μαιανδρικός ποταμός Κολεντίνα), εκεί που είχε και την θερινή κατοικία του ο Αλέξανδρος Ι. Υψηλάντης, ηγεμόνας της Βλαχίας.

Γειτονιά του Βουκουρστίου με χαρακτηριστική αρχιτεκτονική.

Γειτονιά του Βουκουρεστίου με χαρακτηριστική αρχιτεκτονική.

Το ταξίδι με το τρένο που συνδέει το Βουκουρέστι με την Κωνστάντζα, τη σημαντικότερη πόλη της Δοβρουτσάς, διαρκεί περίπου τρεις ώρες. Η Κωνστάντζα ήταν ιστορικά ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Σήμερα γύρω από την πόλη, στη σχετικά μικρή λωρίδα παραλίας που περίσσεψε για τη Ρουμανία, συγκεντρώνονται αρκετές τουριστικές περιοχές: μεταξύ αυτών κι η Μαμάια, που είναι κάτι σαν Αγία Νάπα της Ρουμανίας.

Η λίμνη ... στη Μαμάια, βόρεια της Κωστάντζας. Η ακτή της Δοβρουτσάς είναι γεμάτη από τέτοιες λίμνες (

Η λίμνη Σιουτγκιόλ στη Μαμάια, βόρεια της Κωνστάντζας. Η ακτή της Δοβρουτσάς είναι γεμάτη από λίμνες  που χωρίζονται μόνο με μια στενή λωρίδα γης από τη θάλασσα  – στη συγκεκριμένη περίπτωση πλάτους περίπου 300 μέτρων.

Όταν ήμασταν εκεί, στο κέντρο της Κωνστάντζας γινόντουσαν εργασίες, προφανώς για κάποιο είδος ανάπλασης. Πιο ωραία περιοχή για περίπατο ήταν αυτή στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, ακριβώς κάτω απ’ το κέντρο της πόλης.

Παραλιακός πεζόδρομος στην Κωστάντζα, δίπλα η Μαύρη Θάλασσα.

Παραλιακός πεζόδρομος στην Κωνστάντζα, δίπλα η Μαύρη Θάλασσα. Το νερό της δεν είναι ιδιαίτερα αλμυρό, αφού σε αυτήν εκβάλλουν ποταμοί με τεράστιες λεκάνες απορροής, ανάμεσα τους φυσικά κι ο Δούναβης.

Στο κέντρο υπάρχουν εκτός από ρουμανο-ορθόδοξες εκκλησίες τουλάχιστον ένα τζαμί και μια ελληνο-ορθόδοξη εκκλησία – σημάδια ενός πολυπολιτισμικού παρελθόντος της πόλης. Η Κωστάντζα είχε μεταξύ άλλων μια μεγάλη ελληνική κοινότητα (τα μέλη της προέρχονταν συχνά και από Έλληνες που είχαν φύγει από τις βουλγαρικές πόλεις της Μαύρης Θάλασσας), που επιβίωσε μέχρι και μετά τον Β’ Παγκόσμιο.

Πινακίδα σε παλιά ελληνική εκκλησία της Κωνστάντζας: από τα στοιχεία που έμειναν για να θυμίζουν ότι κάποτε η πόλη είχε μια μεγάλη και δραστήρια ελληνική παροικία.

Πινακίδα σε ελληνική εκκλησία της Κωνστάντζας: από τα λίγα στοιχεία που έμειναν για να θυμίζουν ότι κάποτε η πόλη είχε μια μεγάλη και δραστήρια ελληνική παροικία.

Από τον κεντρικό σταθμό λεωφορείων της Κωνστάντζας  μπορείς να πάρεις το λεωφορείο για τη Βάρνα (η διαδρομή διαρκεί περίπου 3 ώρες), την πιο γνωστή ίσως παραθαλάσσια πόλη της Βουλγαρίας. Στην περιοχή βόρεια της Βάρνας συγκεντρώνονται πολλά από τα πιο γνωστά τουριστικά θέρετρα του βουλγαρικού τμήματος της Μαύρης Θάλασσας, όπως η Αλμπένα ή το Golden Sands. Πιο ενδιαφέρον μέρος αυτής της ευχάριστης μικρής πόλης είναι κατά τη γνώμη μου το παραθαλάσσιο πάρκο, που ξεκινά σχεδόν άμεσα πάνω από την παραλία και εκτείνεται σε μεγάλο μήκος παράλληλα μ’ αυτήν.

Η παραλία και το λιμάνι της Βάρνας, όπως φαίνονται από το παραθαλάσσιο της πάρκο.

Η παραλία και το λιμάνι της Βάρνας, όπως φαίνονται από το πάρκο, ακριβώς πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα.

Στο παραθαλάσσιο πάρκο της Βάρνας βρίσκεται κι αυτή η έκταση, όπου έχει τοποθετηθεί χώμα από

Στο παραθαλάσσιο πάρκο της Βάρνας βρίσκεται κι αυτή η έκταση, όπου έχει τοποθετηθεί χώμα από «ιερούς βουλγάρικους τόπους». Μεταξύ αυτών κι η.. Σόλουν (=Θεσσαλονίκη). Ας μην ξεχνάμε ότι εκατοντάδες χιλιάδες Βούλγαροι είναι απόγονοι προσφύγων από τη σημερινή ελληνική Μακεδονία.

Συνεχίζοντας νότια και περνώντας μέσα από την άλλη γνωστή παραθαλάσσια πόλη της Βουλγαρίας, το Μπουργκάς, καταλήγεις στα τουρκοβουλγαρικά σύνορα, έχοντας διασχίσει τα βουνά της Ανατολικής Θράκης. Αφού τα περάσει, το λεωφορείο κατηφορίζει προς τις (κάποτε ελληνικές και τώρα πλέον τούρκικες) πόλεις της Ανατολικής Θράκης, όπως οι Σαράντα Εκκλησιές κι η Ραιδεστός.

Τα τουρκοβουλγαρικά σύνορα στα βουνά της Ανατολικής Θράκης.

Τα τουρκοβουλγαρικά σύνορα στα βουνά της Ανατολικής Θράκης.

Μετά από περίπου 10-12 ώρες ταξίδι (από τη Βάρνα) το λεωφορείο φτάνει στην πιο ιστορική πόλη των Βαλκανίων, την Κωνσταντινούπολη φυσικά. Ότι κι αν πεις για την Πόλη είναι λίγο, ούτε ένα άρθρο μόνο του δεν θα έφτανε. Αν και σήμερα δεν είναι ούτε καν πρωτεύουσα κράτους, την αυτοκρατορική της λάμψη δεν μπορεί να τη χάσει εντελώς. Εξάλλου είναι με περίπου 15 εκατομμύρια κατοίκους με διαφορά η πιο μεγάλη των Βαλκανίων και η μοναδική σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο που διεκδικεί το στάτους «παγκόσμιας πόλης».

Εικόνα από τη Λεωφόρο Ιστικλάλ στο Πέραν, γύρω στα μεσάνυχτα.

Εικόνα από τη Λεωφόρο Ιστικλάλ, γύρω στα μεσάνυχτα.

Η ραγδαία ανάπτυξη της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια επηρέασε φυσικά και την εικόνα της Κωνσταντινούπολης. Ουρανοξύστες, πλατιοί αυτοκινητόδρομοι, τεράστια εμπορικά κέντρα είναι πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της. Η αλλαγή, που έχει συχνά ως τίμημα την καταστροφή του παλιού και οικείου αστικού τοπίου της Πόλης, έχει προκαλέσει φυσικά και αντιδράσεις. Εξάλλου και η αφορμή για την εξέγερση στο πάρκο Γκεζί ήταν ακριβώς ένα τέτοιο σχέδιο «ανάπλασης» (=καταστροφής;) ενός πράσινου χώρου στο κέντρο της πόλης.

Σύχρονος πολυλειτουργικός χώρος υπό οικοδόμηση στην περιοχή Χάρμπιε, λίγο βόρεια από την πλατεία Ταξίμ.

Ο σύχρονος πολυλειτουργικός χώρος Σαν Σίτυ οικοδομείται στην περιοχή Χάρμπιε, λίγο βόρεια από την πλατεία Ταξίμ. Εντελώς δίπλα στέκονται σε σειρά παλιές πολυκατοικίες.

Το Πάρκο Γκεζί είναι από τους λίγους εναπομείναντες πράσινους χώρους στο κέντρο της Πόλης - τα σχέδια ανάπλασης του υπήρξαν η αφορμή για την πρόσφατη εξέγερση, που το έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο.

Το Πάρκο Γκεζί είναι από τους λίγους εναπομείναντες πράσινους χώρους στο κέντρο της Πόλης – τα σχέδια ανάπλασης του υπήρξαν η αφορμή για την πρόσφατη εξέγερση, που το έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο.

Παρά τις όποιες αλλαγές πάντως, η Πόλη διατηρεί ακόμα πολλή από τη δική της χαρακτηριστική ατμόσφαιρα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι έτσι, για μια πόλη που βρίσκεται σε τέτοιο μοναδικό γεωγραφικό σημείο: εκεί που συναντά η Ευρώπη την Μικρά Ασία κι ενώνονται θαλάσσιες μάζες όπως ο Εύξεινος Πόντος, ο Βόσπορος, ο Κεράτιος κι η Προποντίδα. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο που υπήρξε αυτοκρατορική πρωτεύουσα για σχεδόν δύο χιλιετίες.

Ψαράδες στο σημείο που ενώνονται ο Βόσπορος κι ο Κεράτιος με την Προποντίδα. Τα κρύα νερά που έρχονται μέσω Βοσπόρου από τη Μαύρη Θάλασσα έχουν ως αποτέλεσμα την αφθονία ψαριού.

Ψαράδες στο σημείο που ενώνονται ο Βόσπορος κι ο Κεράτιος με την Προποντίδα. Τα κρύα νερά που έρχονται μέσω Βοσπόρου από τη Μαύρη Θάλασσα έχουν ως αποτέλεσμα την αφθονία ψαριού.

Πάνω στα καραβάκια, που είναι σταθμευμένα στον Κεράτιο, ετοιμάζονται και πωλούνται τα

Από τα καραβάκια, που είναι σταθμευμένα στον Κεράτιο, πωλούνται τα «μπαλίκ εκμέκ» (σάντουιτς με φρεσκοτηγανισμένο ψάρι). Πίσω στο βάθος το Τζαμί Σουλεϊμανιγιέ.

Πάντως ένα βασικό χαρακτηριστικό της Πόλης έχει μάλλον χαθεί εδώ και πολλές δεκαετίες: η πολυπολιτισμικότητά της. Ανάμεσα στα θύματα αυτής της αλλαγής ήταν φυσικά κι η ελληνική κοινότητα, της οποίας μόνο κάποια υπολείμματα έχουν μείνει για να θυμίζουν ένα μεγάλο παρελθόν (μεταξύ αυτών φυσικά κι η πατριαρχική έδρα στο Φανάρι). Και παρά την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, μάλλον λίγοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Ερντογάν προς τους Ρωμιούς της Πόλης να επιστρέψουν.

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή στο Φανάρι. Σήμερα επιβιώνει μάλλον κυρίως χάρη στους αραβόφωνους Ορθόδοξους.

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή στο Φανάρι. Σήμερα επιβιώνει μάλλον κυρίως χάρη στους αραβόφωνους Ορθόδοξους.

Εκδήλωση μνήμης για τα θύματα των Σεπτεμβριανών του '55, στη συνοικία Μόδι της Χαλκηδόνας (στην ασιατική μεριά). 'Ενα σημάδι ίσως για μια αυξανόμενη ευαισθησία της τουρκικής κοινωνίας για τέτοια θέματα.

Εκδήλωση μνήμης για τα θύματα των Σεπτεμβριανών του ’55, στη συνοικία Μόδι της Χαλκηδόνας (στην ασιατική μεριά). ‘Ενα σημάδι ίσως για μια αυξανόμενη ευαισθησία της τουρκικής κοινωνίας για τέτοια θέματα.

Από την Κωνσταντινούπολη υπάρχει λεωφορειακή σύνδεση με την Ελλάδα, με πρώτη στάση την Αλεξανδρούπολη (διάρκεια ταξιδιού: περίπου 6 ώρες). Εκεί φτάσαμε κατά τις 4 το πρωί, λίγες ώρες μόνο πριν αναχωρήσει το καράβι για Σαμοθράκη.

Το Λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, λίγο πριν την ανατολή.

Το Λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, λίγο πριν την ανατολή.

Δεν συνηθίζω σ’ αυτό το μπλογκ να γράφω για ταξιδιωτικούς στόχους εντός των ελληνικών συνόρων, επειδή θεωρώ ότι γι’ αυτούς υπάρχουν ήδη πολλές διαθέσιμες περιγραφές. Αξίζει όμως να κάνω μια εξαίρεση για ένα από τα πιο ιδιαίτερα νησιά του Αιγαίου, τη Σαμοθράκη. Εξάλλου σχετίζεται και με άλλες χώρες του ταξιδιού, αφού σήμερα προσελκύει πολλούς Ρουμάνους και Βούλγαρους τουρίστες. Είναι  καταπράσινο νησί (η βόρεια πλευρά του τουλάχιστον), με πολλά νερά ακόμα και το καλοκαίρι, με μόλις περίπου 3.000 μόνιμους κατοίκους και – παρά τη μικρή του έκταση – τη με 1.611 μέτρα ψηλότερη βουνοκορφή στο Αιγαίο, η οποία ονομάζεται (όχι τυχαία φυσικά) και Φεγγάρι.

Το λιμάνι της Σαμοθράκης, η Καμαριώτισσα. Πίσω το βουνό Σάος 'η Φεγγάρι (1.611 μέτρα).

Το λιμάνι της Σαμοθράκης, η Καμαριώτισσα. Πίσω το βουνό Σάος ή Φεγγάρι (1.611 μέτρα), ένας ορεινός όγκος από γρανίτη και σχιστόλιθο.

Εικόνα από τη βλάστηση της Σαμοθράκης, κοντά στο χωριό Θερμά, στο δρόμο προς τη Γριά Βάθρα.

Εικόνα από τη βλάστηση της Σαμοθράκης, στο δρόμο προς τη Γριά Βάθρα.

Το νησί είναι γνωστό μεταξύ άλλων και για τις βάθρες: τις λίμνες που σχηματίζουν οι καταρράκτες κατά μήκος των ορμητικών ποταμών, φυσική συνέπεια του έντονου ανάγλυφου. Μια άλλη συνέπεια (για πολλούς τουρίστες ίσως λιγότερο ευχάριστη) είναι οι παραλίες με βότσαλα και πέτρες – αμμώδεις παραλίες μπορεί κάποιος να βρει μόνο στο πιο δυσπρόσιτο νότιο τμήμα του νησιού.

Η δεύτερη βάθρα του Φονιά. Το όνομα του ποταμού σίγουρα δεν είναι τυχαίο, εκφράζει και την μεγάλη γεωλογική ενέργεια που χαρακτηρίζει το νησί.

Η δεύτερη βάθρα του Φονιά. Το όνομα του ποταμού δεν είναι τυχαίο, εκφράζει και την μεγάλη γεωλογική ενέργεια που γέννησε το νησί.

Επίσης πολύ χαρακτηριστικά για το νησί είναι και τα περίπου ελεύθερα κατσίκια, που τα συναντά κανείς σχεδόν παντού. Για το ίδιο το νησί πάντως αποτελούν οικολογικό κίνδυνο, αφού είναι ανεξέλεγκτα και καταστρέφουν οποιαδήποτε βλάστηση. Το πρόβλημα γίνεται ίσως πιο έντονο λόγω και του είδους των τουριστών που ελκύει το νησί: πολλοί έχουν μάλλον χίππικο στυλ και είναι συχνά χορτοφάγοι. Συνεπώς δεν καταναλώνουν και κατσικίσιο κρέας, κάτι που θα βοηθούσε και σε κάποιο περιορισμό του αριθμού των κατσικιών (εμείς πάντως κάναμε ότι μπορούσαμε για να συνεισφέρουμε στην αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας του νησιού).

Τα κατσίκια στη Σαμοθράκη τα βλέπεις παντού: ακόμα και στις παραλίες (εδώ στο κοντά στο δρόμο από τα Θερμά προς το Φονιά).

Τα κατσίκια στη Σαμοθράκη τα συναντάς παντού: ακόμα και στις παραλίες (εδώ κοντά στο δρόμο από τα Θερμά προς το Φονιά).

Κατσικάκι στη λαδόκολλα με πατάτες, σε ταβέρνα στα Θερμά.

Κατσικάκι στη λαδόκολλα με πατάτες, σε ταβέρνα στα Θερμά.


Συνολικά αυτό το ταξίδι διήρκησε 14 μέρες. Συμπεριέλαβε περιοχές που μοιάζουν διαφορετικές, αν και ιστορικά ανήκουν σε έναν λίγο πολύ ενιαίο χώρο. Σίγουρα αυτήν την εποχή βρίσκονται σε πολύ διαφορετική φάση ανάπτυξης: από τις δύο μετασοσιαλιστικές χώρες, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, που έχουν αφήσει μεν πίσω τους τη φάση ραγδαίας φτωχοποίησης, αλλά ακόμα παλεύουν με τις συνέπειές της, χωρίς να έχουν βρει ένα δρόμο που εξασφαλίζει σιγουριά για το μέλλον. Μετά στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη Τουρκία, που πολλοί θέλουν να πιστεύουν ότι έκανε το μεγάλο βήμα προς τα μπρος – όπου όμως η ανάπτυξη δημιουργεί νέα προβλήματα και εντάσεις, χωρίς να έχει λύσει πολλά από τα παλιά. Και τέλος πίσω στη μελαγχολική Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, που τη δική της περίοδο ανάπτυξης την έχει αφήσει πίσω της, και προσπαθεί να μαζέψει τα συντρίμμια από την κατάρρευση ενός έτσι κι αλλιώς ασταθούς οικοδομήματος.

Παρ’ όλες τις διαφορές, υπάρχει όμως ένα κοινό στοιχείο, σημάδι της σύγχρονης Ιστορίας: τα ίχνη των (συχνά βίαιων) μετακινήσεων πληθυσμών, που ήταν η βάση για να δημιουργηθούν αυτά τα σύγχρονα έθνη-κράτη. Τέτοια ίχνη ήταν εμφανή σε πολλά σημεία του ταξιδιού, με διαφορετικά θύματα και θύτες κάθε φορά.

Το τι έχουν διδαχτεί οι λαοί των Ανατολικών Βαλκανίων από τις πρόσφατες (επιφανειακά διαφορετικές, αλλά στο βάθος τελικά ίσως παρόμοιες) ιστορικές τους εμπειρίες, είναι κάτι που θα το δείξει το μέλλον. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχουν μάλλον αυξηθεί οι επαφές και το πέρασμα αυτών των συνόρων, για διαφορετικούς λόγους: δουλειά, παραθερισμό, νοσταλγία. Και με τον τρόπο μας συμμετείχαμε και εμείς σ’ αυτό.

Εθνικισμος, πατριωτισμος και αλλα

Κλασσικό

Αυτό το άρθρο μπορεί να θεωρηθεί και ως συνέχεια ενός άλλου σε αυτό το μπλογκ. Εκεί έγινε ήδη αναφορά στο θέμα της σχέσης εθνικής ταυτότητας και έθνους-κράτους.

Κάποιος που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στην Κύπρο είναι δύσκολο να αποφύγει το θέμα του εθνικισμού, της ιδεολογίας που επηρέασε τόσο βαθιά την κατάσταση της πατρίδας μας. Κατ’ αρχήν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι είναι εθνικισμός και τι δεν είναι, ποιος είναι εθνικιστής και ποιος δεν είναι. Στη σημερινή εποχή σχεδόν κανείς δεν αποδέχεται τον όρο «εθνικιστής» για τον εαυτό του, προτιμώντας να δηλώνει απλά «πατριώτης».

Εθνικισμός και υπερεθνικισμός

Ένας γενικά αποδεκτός ορισμός της λέξης «εθνικισμός» μάλλον δεν υπάρχει. Στο σημερινό δημόσιο λόγο συνήθως χρησιμοποιείται σαν κάτι αρνητικό, ως μια υπερβολική επικέντρωση στην ιδέα του έθνους και μάλιστα με βάση την πεποίθηση υπεροχής του σε σχέση με τα άλλα έθνη. Οι ιστορικοί όμως, με τον όρο «εθνικισμός» φαίνεται ότι αναφέρονται στην ιδέα ότι μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι μοιράζονται μια κοινή θρησκεία/γλώσσα/πολιτισμό και θεωρούν ότι απαρτίζουν ένα έθνος, πρέπει να έχουν και το δικό τους κράτος. Ίσως να είναι καλύτερο να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον ορισμό, που είναι πιο ουδέτερος, άρα και καλύτερη βάση για λογική συζήτηση. Για τον πρώτο ορισμό θα μπορούσε να ήταν καλύτερος ο τίτλος «υπερεθνικισμός«.

Ενώ όλοι οι αριστεροί/φιλελεύθεροι/προοδευτικοί θα μπορούσαν εύκολα να συμφωνήσουν ότι ο υπερεθνικισμός είναι κάτι αρνητικό, με τον «σκέτο» εθνικισμό τα πράγματα είναι λιγότερο απλά. Εθνικιστικά κινήματα όπως το σκωτσέζικο, το ιρλανδικό, το βασκικό, το καταλανικό, το κουρδικό, το παλαιστινιακό, το παναραβικό είχαν και έχουν πολλές συμπάθειες από τους προοδευτικούς ή αριστερούς όλου του κόσμου. Αντίθετα, εθνικισμοί όπως ο γερμανικός, ο ρωσικός, ο ουκρανικός, ο σερβικός, ο κροατικός, ο ισραηλινός ή ίσως και ο λιβανέζικος, αντιμετωπίζονται ως κάτι κακό, συντηρητικό ή και αντιδραστικό – συχνά από τα ίδια ακριβώς άτομα. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως ο τουρκικός ή ο ιρανικός εθνικισμός, τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα, αφού οι εξωτερικές απόψεις γι’ αυτούς διαφέρουν, όπως διαφέρουν και οι εσωτερικές παραλλαγές τους.

Τα πράγματα άρα είναι πολύ πιο σύνθετα από μια εύκολη και γενική καταδίκη του εθνικισμού, σε οποιαδήποτε χώρα και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Εξάλλου με βάση αυτόν τον ορισμό, την πίστη δηλαδή στο έθνος-κράτος, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού είναι εθνικιστική, τουλάχιστον στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Για να γίνει άρα μια λογική κριτική στον εθνικισμό, πρέπει να δεχτούμε πως πρόκειται για μια κατ’ αρχήν σεβαστή ιδεολογία. Με το να εξομοιώνουμε τον εθνικισμό με τον υπερεθνικισμό, ουσιαστικά δίνουμε και τη δυνατότητα στον μετριοπαθή εθνικιστή να ξεφύγει από την κριτική, λέγοντας ότι είναι απλά «πατριώτης».

Πατρίδα και έθνος-κράτος

Ο πατριωτισμός όμως είναι στη βάση του εντελώς διαφορετικής φύσης από τον εθνικισμό. Δεν είναι ιδεολογία που δημιουργήθηκε ως συνέπεια κοινωνικών αλλαγών στη σύγχρονη εποχή, είναι απλά η αγάπη που έχει κάποιος για τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, κάτι που υπάρχει (τουλάχιστον) από τότε που ο άνθρωπος εγκατέλειψε τη νομαδική ζωή. Και δεν υπάρχει τίποτε που να λέει ότι τα όρια αυτού του τόπου πρέπει να συμπίπτουν και με τα κρατικά σύνορα ή με έναν «εθνικό» χώρο . Μπορεί π.χ. κάποιος να θεωρεί ως πατρίδα του ολόκληρη τη Θράκη (Ανατολική και Δυτική), ανεξάρτητα από το αν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είναι μοιρασμένη ανάμεσα στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βουλγαρία, ή αν κατοικείται κατά πλειοψηφία από μια εθνοτική ομάδα διαφορετική από τη δική του.

Στη σημερινή εποχή συχνά μιλάμε λες και οι έννοιες «πατρίδα», «κράτος», «έθνος» ταυτίζονται. Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητο και σε άλλες (όχι πολύ μακρινές) εποχές δεν ήταν καν συνηθισμένο. Ο εθνικισμός είναι ακριβώς η ιδεολογία που θεωρεί αυτήν την ταύτιση δεδομένη – και όταν δεν υπάρχει, σαν ένα λάθος που πρέπει να διορθωθεί. Ο κουδικός εθνικισμός π.χ. θεωρεί ως ανωμαλία το ότι ο χώρος που κατοικούν κατά πλειοψηφία Κούρδοι δεν αποτελεί ένα ξεχωριστό κράτος, αλλά είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε άλλα κράτη.

Πιστεύω ότι έτσι γίνεται ξεκάθαρη η διαφορά: ο πατριώτης δεν μπορεί να θεωρηθεί εθνικιστής, ούτε καν ήπιος ή μετριοπαθής, εφ’ όσον δεν εξομοιώνει την πατρίδα του με ένα έθνος. Είναι δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους κατηγορίες. Η αίσθηση ότι ταυτίζονται είναι απλά το αποτέλεσμα του ότι πολλοί μετριοπαθείς εθνικιστές προτιμούν να χρησιμοποιούν τον όρο «πατριώτης» για τον εαυτό τους, επειδή ο όρος «εθνικιστής» έχει αποκτήσει αρνητική χροιά. Για να γίνει ένας έντιμος διάλογος για το θέμα πρέπει να αποβάλλουμε ακριβώς αυτήν την αρνητική χροιά.

Πολιτικός ή πολιτισμικός εθνικισμός

Αυτοί οι ορισμοί βοηθούν κάπως στο να γίνει ένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στις έννοιες «πατριωτισμός», «εθνικισμός» και «υπερεθνικισμός». Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που θέλουμε να αναφερθούμε σε μια σύνδεση με το έθνος σαν αξία, χωρίς απαραίτητα όμως με το κράτος που (υποτίθεται) ότι το αντιπροσωπεύει; Μπορεί δηλαδή κάποιος να δίνει βάρος σε θέματα εθνικής ταυτότητας, να πιστεύει στην έννοια των εθνικών συμφερόντων, χωρίς όμως να θεωρεί απαραίτητη την ύπαρξη του έθνους-κράτους;

Μια επιλογή θα ήταν να ονομάσουμε αυτήν την παραλλαγή «πολιτισμικό εθνικισμό» σε αντίθεση με τον «πολιτικό εθνικισμό», για τον οποίο κεντρικό ρόλο παίζει η ιδέα του έθνους-κράτους. Π.χ. στην ελληνική περίπτωση, ένας πολιτισμικός αλλά όχι πολιτικός εθνικιστής θα μπορούσε να είναι κάποιος που πιστεύει στην ιδέα ενός Ελληνισμού πέρα από σύνορα, απορρίπτοντας την εξάρτησή του από ένα ελληνικό έθνος-κράτος. Αντίστοιχα και τα εθνικά συμφέροντα θα ήταν κυρίως πολιτισμικής φύσης (π.χ. διατήρηση και διάδοση της ελληνικής γλώσσας) και λιγότερο πολιτικής (π.χ. αν ένα συγκεκριμένο κομμάτι γης ανήκει στη δικαιοδοσία του ενός ή του άλλου κράτους).

Αν ο πολιτικός εθνικισμός είναι όντως ξεπερασμένη ιδεολογία – και για μια εθνικά ανάμικτη περιοχή όπως η δική μας και επικίνδυνη – αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα και με την πολιτισμική παραλλαγή του.  Έχοντας πάντα υπόψη ότι φυσικά μόνο ένα μέρος της πολιτισμικής ταυτότητας ενός ατόμου πηγάζει από το έθνος: τα άλλα μπορεί να πηγάζουν π.χ. από την πατρίδα, την κοινωνική τάξη, το επάγγελμα κ.λπ. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι αναμενόμενο ότι τα θέματα ταυτότητας θα παίξουν σημαντικό ρόλο. Η εθνική ταυτότητα θα είναι μία απ’ αυτές, αλλά αυτό μπορεί να γίνει και στο πλαίσιο πολλαπλών ταυτοτήτων.

Υποθέτοντας ότι η εθνική ταυτότητα θα συνεχίσει να υπάρχει και να παίζει σημαντικό ρόλο, ίσως θα ήταν καλύτερα και για τον κόσμο γενικότερα, αλλά ειδικά για την περιοχή μας, να ενθαρρυνθούν μορφές πολιτισμικού εθνικισμού σε βάρος του πολιτικού. Ο πρώτος έχει μάλλον μικρότερο δυναμικό για να προκαλέσει συγκρούσεις από τον δεύτερο.