Η Αϊσε που εγινε Νινα – ιστορια μιας εθνοκαθαρσης

Κλασσικό

Ο Βούλγαρος συγκάτοικός μου στο Βερολίνο είχε διηγηθεί ένα περιστατικό από την παιδική του ηλικία, όταν ζούσε ακόμα στη χώρα του. Η Βουλγαρία ανήκε τότε στο στρατόπεδο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Στο σχολείο είχε μια συμμαθήτρια που την έλεγαν Αϊσέ (τυχαίο τουρκικό όνομα). Ξαφνικά κάποια μέρα παρουσιάστηκε στην τάξη με το όνομα Νίνα. Αυτός απόρησε γι’ αυτή την αλλαγή και τη ρώτησε με ποιο όνομα πρέπει τελικά να την αποκαλεί, για να πάρει την απάντηση «Νίνα». Από τότε λοιπόν και αυτός τη φώναζε έτσι.

Μετά από πολλά χρόνια και αφού το σοβιετικό σύστημα είχε καταρρεύσει, συναντήθηκαν τυχαία, ως ενήλικες πλέον. Το όνομά της ήταν πάλι Αϊσέ. Αφού έπιασαν την κουβέντα για τα παλιά, αυτή σε κάποιο σημείο του λέει «Ξέρεις, σε μισούσα τότε που με έλεγες Νίνα».

Το περιστατικό αυτό αναφέρεται σε μια από τις πιο δραστικές απόπειρες εθνοκάθαρσης στην εποχή μας. Κι αυτή η (τελικά αποτυχημένη) απόπειρα έγινε από ένα καθεστώς, που ήταν υποτίθεται υπεράνω εθνικών και θρησκευτικών διαφορών. Για να καταλάβουμε όμως τι συνέβη, πρέπει πρώτα να γυρίσουμε περίπου έναν αιώνα πίσω.

Η ιστορία της κρατικής πολιτικής για μια μειονότητα

Η Βουλγαρία απέκτησε την αυτονομία της το 1878 και την πλήρη ανεξαρτησία της από τους Οθωμανούς το 1908. Αν και οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι της χώρας (που το 1878 αποτελούσαν ακόμα 20-25% του πληθυσμού της) την εγκατέλειψαν με προορισμό την Τουρκία, ένα μέρος τους παρέμεινε και παραμένει μέχρι και σήμερα – μάλλον προς απογοήτευση πολλών Βουλγάρων εθνικιστών.

Όπως και στη Δυτική Θράκη, οι Μουσουλμάνοι χωρίζονται σε τρεις κύριες γλωσσικές ομάδες: Τουρκόφωνους, Πομάκους (μιλάνε μια βουλγαρική διάλεκτο) και Ρομά. Φυσικά το ποια γλώσσα μιλάνε και τι εθνική συνείδηση έχουν είναι δυο διαφορετικά πράγματα: πολύ πιθανόν ένα μέρος των Πομάκων και των Ρομά να δηλώνουν ότι νιώθουν Τούρκοι. Όπως και να ΄χει, τουλάχιστον απ’ όσα στοιχεία μας είναι διαθέσιμα, φαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των Μουσουλμάνων είναι Τούρκοι.

Χάρτης της εθνικής σύνθεσης της Βουλγαρίας (καφέ: Βούλγαροι, πράσινο: Τούρκοι), με βάση την απογραφή του 2011. "Ethnic composition of Bulgaria, 2011" by Kostja2 - Own work, based on the results of the 2011 census. Licensed under CC BY-SA 3.0 via Commons - https://en.wiki2.org/wiki/File:Ethnic_composition_of_Bulgaria,_2011.PNG#/media/File:Ethnic_composition_of_Bulgaria,_2011.PNG

Χάρτης της εθνικής σύνθεσης της Βουλγαρίας (καφέ: Βούλγαροι, πράσινο: Τούρκοι), με βάση την απογραφή του 2011.
«Ethnic composition of Bulgaria, 2011» by Kostja2 – Own work, based on the results of the 2011 census. Licensed under CC BY-SA 3.0 via Commons – https://en.wiki2.org/wiki/File:Ethnic_composition_of_Bulgaria,_2011.PNG#/media/File:Ethnic_composition_of_Bulgaria,_2011.PNG

Περιοχές Μουσουλμάνων με βουλγαρική εθνικότητα (Πομάκοι), με βάση την απογραφή του 2001. Δεν είναι γνωστό πάντως αν κάποιος αριθμός Πομάκων προτίμησε να δηλώσει τουρκική εθνικότητα. https://en.wikipedia.org/wiki/File:Pomaks_map.png

Περιοχές «Μουσουλμάνων βουλγαρικής εθνότητας» (Πομάκοι), με βάση την απογραφή του 2001. Δεν είναι γνωστό πάντως τι αριθμός Πομάκων προτίμησε να δηλώσει τουρκική εθνότητα. Πηγή εικόνας

Ο τρόπος που αντιμετώπισε το βουλγάρικο κράτος τους Μουσουλμάνους μέχρι και το Β’ Παγκόσμιο ήταν μάλλον ως ένα ξένο σώμα, ας πούμε σε καθεστώς προσωρινής ανοχής. Όπως και στην Ελλάδα, ως Μουσουλμάνοι αρχικά δεν θεωρήθηκαν μέρος του χριστιανικού βουλγάρικου έθνους – αν και ειδικά για τους Πομάκους έγιναν σε κάποια σημεία κρατικές προσπάθειες «επιστροφής» στις βουλγάρικες τους ρίζες (με ή χωρίς αλλαγή της θρησκείας τους), αφού θεωρήθηκαν εξισλαμισμένοι Βούλγαροι. Αυτές οι προσπάθειες δεν έγιναν πάντως μια διαρκής πολιτική, και είχαν τελικά περιορισμένα αποτελέσματα.

Εννοείται ότι η παρουσία των Μουσουλμάνων και η καλλιέργεια τουρκικής εθνικής συνείδησης ήταν ανεκτές, μόνο εφ’ όσον αυτές δεν απειλούσαν την κυριαρχία της βουλγαρικής χριστιανικής πλειοψηφίας. Το βουλγαρικό κράτος ήταν μάλλον αδιάφορο για το βιοτικό και μορφωτικό τους επίπεδο. Ίσως μάλιστα να θεωρήθηκε ότι συμφέρει αυτό να παραμείνει χαμηλό, έτσι ώστε να μην ενταχθούν πραγματικά στη βουλγαρική κοινωνία και να έχουν περισσότερα κίνητρα για μετανάστευση προς την Τουρκία.

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, τα πράγματα φάνηκαν να αλλάζουν. Η Βουλγαρία βρέθηκε στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Κυρίαρχη ιδεολογία έγινε και εκεί ο μαρξισμός σταλινικού τύπου, που, όπως και να το κάνουμε, είναι κατ’ αρχήν διεθνιστικός. Οι διαφορές γλώσσας και θρησκείας δεν θα είχαν πλέον καμία σημασία στην υπερεθνική σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτό έφερε αρχικά και μια αλλαγή στη στάση του βουλγαρικού κράτους απέναντι στους Μουσουλμάνους: αναγνωρίστηκαν επιτέλους ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας και τους δόθηκε πολιτιστική αυτονομία.  Με το σύνταγμα του 1947 αναγνωρίστηκαν πλήρως τα δικαιώματα των «εθνικών μειονοτήτων», συμπεριλαμβάνοντας και τη διδασκαλία στη μητρική γλώσσα, που γινόταν πλέον σε δημόσια σχολεία με κρατική χρηματοδότηση.

Η πολιτική αυτή άρχισε όμως σύντομα πάλι να αλλάζει, ιδιαίτερα με την αποσταλινοποίηση από το 1956 και μετά. Η κομμουνιστική ηγεσία ένιωθε τώρα την ανάγκη να δώσει ένα πιο «εθνικό» χαρακτήρα στη διακυβέρνησή της, κι αυτό δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει και τη στάση της απέναντι στους Μουσουλμάνους. Ο στόχος της ισότιμης ένταξής τους στη βουλγαρική κοινωνία παρέμεινε – η ξεχωριστή μουσουλμανική-τουρκική ταυτότητα θεωρήθηκε όμως εμπόδιο. Η ένταξη έπρεπε να γίνει μέσω της σταδιακής αφομοίωσής τους στο βουλγαρικό έθνος, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Τα τουρκικά σχολεία έκλεισαν όπως και οι τούρκικες εφημερίδες και περιοδικά, η διδασκαλία στην τουρκική γλώσσα σταδιακά καταργήθηκε και οι μουσουλμανικές θρησκευτικές δραστηριότητες περιορίστηκαν.

Από την άλλη όμως, δόθηκε βάρος στην άνοδο του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου των Μουσουλμάνων και στην ομαλή ένταξή τους στη βουλγαρική οικονομία – με σημαντική επιτυχία. Επίσης, δόθηκαν σε πολλούς με τουρκική καταγωγή θέσεις στον κομματικό μηχανισμό. Αυτό ήταν μια σημαντική διαφορά με την προ-κομμουνιστική περίοδο, που μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε και τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν.

Ο χειμώνας 1984-85

Στη δεκαετία του ’80 είχε ήδη επιτευχθεί πρόοδος στο θέμα της ένταξης των Μουσουλμάνων (συμπεριλαμβανομένων και των Τούρκων) στη βουλγάρικη κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά, κάποια στοιχεία έκαναν την κομμουνιστική ελίτ να ανησυχεί:

  • Η ένταξη δεν φαινόταν να οδηγεί σε πραγματική αφομοίωση. Αν και οι νέες γενιές ήξεραν καλά βουλγάρικα, πολλοί ακόμα μιλούσαν τούρκικα στα σπίτια τους. Παρά τις αυξημένες επαφές με τους μη-Μουσουλμάνους, οι Τούρκοι επέμεναν να διατηρούν μια ιδιαίτερη ταυτότητα, κάτι που φαινόταν και στη σχέση τους με την Τουρκία.
  • Η γεννητικότητα των Μουσουλμάνων ήταν ψηλότερη απ’ αυτήν των μη Μουσουλμάνων, κάτι που έκανε αναμενόμενη και την άνοδο του ποσοστού τους στον πληθυσμό, αφού είχε μειωθεί και η μετανάστευση προς την Τουρκία.
  • Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974, με πρόσχημα την προστασία των Τουρκοκυπρίων, προβλημάτισε τη βουλγαρική ηγεσία. Αν και δεν συνδεόταν με τις τουρκο-βουλγαρικές σχέσεις, δημιουργούσε ανησυχίες ότι εγκαταλείπεται το κεμαλικό δόγμα μη επέμβασης στα εσωτερικά των γειτονικών χωρών, και ότι οι Τούρκοι γίνονται πάλι μια επεκτατική δύναμη όπως στα οθωμανικά χρόνια – το σύνδρομο του οθωμανικού παρελθόντος παρέμενε ισχυρό και στη Βουλγαρία. Με μια τουρκική μειονότητα που έφτανε το 10% με αυξητικές τάσεις και κυριαρχούσε πληθυσμιακά σε κάποιες περιοχές (που ήταν και από τις πιο πολύτιμες για τη γεωργία της χώρας), οι βουλγαρικές ελίτ ανησυχούσαν ότι η χώρα τους μπορεί να γινόταν το επόμενο θύμα.

Η ιδέα του εκβουλγαρισμού των Μουσουλμάνων σίγουρα δεν ήταν νέα για τη βουλγαρική κομμουνιστική ελίτ. Ιδιαίτερα οι Πομάκοι, που θεωρούνταν εξισλαμισμένοι Βούλγαροι, είχαν ήδη πιεστεί από τη δεκαετία του ’60 να αποκτήσουν βουλγάρικα ονόματα. Με τον καιρό όμως, άρχισαν να διατυπώνονται θεωρίες ότι ακόμα και οι καθαρά Τουρκόφωνοι ήταν στην πραγματικότητα απόγονοι εξισλαμισθέντων Βουλγάρων, που απλά στα πολλά χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας είχαν χάσει και τη γλώσσα τους.

Για τους λόγους που αναφέρθηκαν, οι Βούλγαροι κομμουνιστές θεώρησαν πως ο κίνδυνος ήταν άμεσος: ένας σταδιακός εκβουλγαρισμός σε βάθος χρόνου δεν ήταν αρκετός. Το 1984 ο ηγέτης της Βουλγαρίας Τόντορ Ζίβκοφ αποφάσισε να προχωρήσει σε πιο δραστικά μέσα. Η εκστρατεία αλλαγής των ονομάτων ξεκίνησε τα Χριστούγεννα και ήδη μετά από 3 εβδομάδες 310.000 Τούρκοι είχαν υποχρεωθεί να πάρουν βουλγαρικά ονόματα.

Ο Τόντορ Ζβίκοφ ήταν Γ.Γ. του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας από το 1954 ως το 1989. Η απόφαση το 1984 για την αλλαγή των τουρκικών ονομάτων σε βουλγάρικα ήταν προσωπικά δική του και εφαρμόστηκε άμεσα - το Πολιτικό Γραφείο βρέθηκε ουσιαστικά προ τετελεσμένων. http://www.sjsu.edu/faculty/watkins/bulgaria.htm

Ο Τόντορ Ζίβκοφ ήταν Γ.Γ. του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας από το 1954 ως το 1989. Η απόφαση για την αλλαγή των τουρκικών ονομάτων σε βουλγάρικα ήταν δική του.
Πηγή εικόνας

Η συνηθισμένη διαδικασία ήταν κάπως έτσι: τα τουρκικά χωριά περικυκλώνονταν από στρατό και τανκς και αποκλείονταν από τον έξω κόσμο. Κρατικοί αξιωματούχοι και αστυνομικοί επισκέπτονταν τότε τα σπίτια ένα προς ένα, συλλέγοντας αιτήσεις «εθελοντικής» αλλαγής ονόματος. Περιττό να αναφερθεί ότι όποιος παρέμενε με τουρκικό όνομα στην ταυτότητα δεν μπορούσε να ελπίζει σε καμιά κρατική υπηρεσία (π.χ. τράπεζες, νοσοκομεία). Η αντίσταση στην εκστρατεία αντιμετωπίστηκε με φυλακίσεις, βασανιστήρια, ακόμα και θανάτους. Το αποτέλεσμα ήταν ήδη το Μάρτη η αποστολή να θεωρηθεί ολοκληρωμένη και ο Ζίβκοφ να νιώθει άνετα να δηλώσει ότι «στη Βουλγαρία δεν υπάρχουν Τούρκοι».

Ενδιαφέρον είναι ότι η βουλγαρική ηγεσία δεν φαίνεται να ήθελε τη φυγή τους στην Τουρκία: έκανε μάλιστα ό,τι μπορούσε για να την εμποδίσει (φοβόταν και την έλλειψη εργατικού δυναμικού). Ήταν μια απόπειρα εθνοκάθαρσης αποκλειστικά μέσω αφομοίωσης – κάτι μάλλον σπάνιο στην περιοχή μας.

Κορύφωση και πτώση

Τα επόμενα χρόνια πάρθηκαν και άλλα συνοδευτικά μέτρα: απαγόρευση της ομιλίας στα τουρκικά σε δημόσιους χώρους, κλείσιμο τζαμιών, καταστροφή τουρκικών βιβλίων, καταστροφή μουσουλμανικών νεκροταφείων, ουσιαστικά απαγόρευση της περιτομής. Ο τύπος γέμισε άρθρα που «αποδείκνυαν» τη βουλγαρική καταγωγή των Τούρκων, ενώ πολλοί Τούρκοι αναγκάστηκαν να κάνουν δημόσιες δηλώσεις «επιστροφής στις βουλγάρικες ρίζες».

Οι εξελίξεις όμως στο εσωτερικό και στο εξωτερικό δεν ήταν ευνοϊκές για τον Ζίβκοφ. Η βουλγάρικη οικονομία βρέθηκε σε βαθιά ύφεση, μετά από δεκαετίες ανάπτυξης. Η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ ανάγκασε και τους σοβιετικούς δορυφόρους όπως η Βουλγαρία να δεχτούν κάποιον εκδημοκρατισμό. Η μεταχείριση της τουρκικής μειονότητας έδωσε κακή εικόνα έξω για το βουλγαρικό καθεστώς – τη στιγμή που αυτό γινόταν λόγω της υπερχρέωσής του όλο και πιο εξαρτημένο από το εξωτερικό.

Η αρχή του τέλους ήρθε το Μάη του 1989. Διαδηλώσεις και επεισόδια στις περιοχές της τουρκικής μειονότητας, με πολλούς νεκρούς, τράβηξαν την προσοχή της διεθνούς κοινότητας και αύξησαν την πίεση ακόμα περισσότερο. Σ’ αυτήν την κατάσταση, ο Ζίβκοφ δεν είχε άλλη επιλογή από το να ανοίξει τα σύνορα με την Τουρκία και να επιτρέψει τη μετανάστευση. Η αντίδραση ήταν εντυπωσιακή: μέχρι τον Αύγουστο πάνω από 300.000 (δηλαδή περίπου το ένα τρίτο των Τούρκων) είχαν περάσει τα σύνορα. Πιο ξεκάθαρη ένδειξη αποτυχίας της αφομοίωσης δεν μπορούσε να υπάρχει – αν σκεφτεί κάποιος ότι όλοι αυτοί ήταν με βάση την κρατική προπαγάνδα μέχρι πριν από λίγο «ανανήψαντες» Βούλγαροι.

Εικόνα από τα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα, κατά τη φυγή των Τούρκων το καλοκαίρι του '89. http://www.dw.com/en/recalling-the-fate-of-bulgarias-turkish-minority/a-18149416

Εικόνα από τα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα, κατά τη φυγή των Τούρκων το καλοκαίρι του ’89.
Πηγή εικόνας

Τον Αύγουστο η Τουρκία αποφάσισε να κλείσει τα σύνορα. Σ’ αυτήν την κατάσταση γενικής κρίσης, η σοβιετική ηγεσία άρχισε να χάνει και την όποια εμπιστοσύνη της είχε μείνει στον Ζίβκοφ. Το Νοέμβρη ο Ζίβκοφ τελικά ανατράπηκε από άλλα στελέχη του κόμματος. H νέα ηγεσία δήλωσε από νωρίς ότι θα καταργήσει την πολιτική της αφομοίωσης: οι Μουσουλμάνοι μπορούσαν να πάρουν πίσω τα παλιά τους ονόματα και να μιλούν τούρκικα στους δημόσιους χώρους.

Απόηχος και συνέπειες μέχρι σήμερα

Λίγος μήνες μετά, η Βουλγαρία είχε ήδη γίνει κοινοβουλευτική δημοκρατία. Τα νέα κόμματα δεσμεύτηκαν στην αποδοχή της εθνικής διαφορετικότητας. Έτσι η Βουλγαρία, παρά την σκληρή οικονομική κρίση που πέρασε στη δεκαετία του ’90, γλύτωσε τις εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις που έζησε η γειτονική Γιουγκοσλαβία. Αυτό είναι σίγουρα κάτι πολύ σημαντικό – και δεν ήταν καθόλου αυτονόητο.

Τα γεγονότα του ’84-’89 έφεραν τελικά μάλλον τα αντίθετα αποτελέσματα απ’ αυτά που περίμενε ο Ζίβκοφ. Αντί να αφομοιωθούν, οι Τούρκοι της Βουλγαρίας, έχοντας την εμπειρία αυτής της καταπίεσης, ανέπτυξαν πιο ισχυρούς δεσμούς μεταξύ τους ως κοινότητα, και η αίσθηση μιας διαφορετικής ταυτότητας έγινε πιο ισχυρή.

Αυτό φαίνεται καθαρά και στις εκλογικές αναμετρήσεις της Βουλγαρίας. Το Κίνημα για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες, το κόμμα το οποίο έγινε ο (ανεπίσημος) εκπρόσωπος της τουρκικής μειονότητας, παίρνει σταθερά ψηλά ποσοστά στις μουσουλμανικές περιοχές, που του επιτρέπουν να μπαίνει άνετα στη Βουλή.

Σύμβολο του Κινήματος για την Ελευθερία και τα Δικαιώματα. http://www.bta.bg/en/c/DF/id/1036060?PageSpeed=noscript

Σύμβολο του Κινήματος για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες. Αν και πολλοί το ταυτίζουν με την τουρκική μειονότητα, έχει και αρκετούς Βούλγαρους βουλευτές.
Πηγή εικόνας

Λόγω του ότι τα μεγάλα κόμματα το είχαν συχνά ως τρίτη δύναμη ανάγκη για να σχηματίσουν κυβέρνηση, το Κίνημα απέκτησε και σημαντική πολιτική επιρροή στη μετα-κομμουνιστική περίοδο. Αυτό μάλλον βοήθησε τους Τούρκους να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να διεκδικούν τα δικαιώματά τους πιο αποτελεσματικά.

Περίπου οι μισοί από τους Τούρκους που διέφυγαν στην Τουρκία επέστρεψαν σύντομα πίσω. Οι υπόλοιποι όμως παρέμειναν στην Τουρκία και έγιναν έτσι ένα ακόμα μέρος του πολύπλοκου μωσαϊκού του πληθυσμού της χώρας, με ιδιαίτερη τουρκο-βουλγαρική πολιτισμική ταυτότητα. Πολλοί απ’ αυτούς έχουν διπλή υπηκοότητα και διατηρούν ακόμα δεσμούς με τη Βουλγαρία.

Αν και οι Τούρκοι της Βουλγαρίας συνεχίζουν να έχουν τα παράπονα τους (ζητούν π.χ. διδασκαλία των τουρκικών ως υποχρεωτικό μάθημα, από προαιρετικό που είναι τώρα), σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι η χώρα γλύτωσε τα χειρότερα – προσωρινά τουλάχιστον, γιατί η Ακροδεξιά ανεβαίνει και στη Βουλγαρία. Εμείς πάντως, σε μια εποχή που ακούμε συνέχεια για την έλλειψη ανεκτικότητας του Ισλάμ ή των θρησκειών γενικά, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι όλα αυτά συνέβησαν κάτω από ένα καθεστώς, που επίσημα δεν είχε καμία σχέση με τη θρησκεία.


Πηγές

Advertisements

Κουρδικο ζητημα και ιδεολογικες αναζητησεις

Κλασσικό

Στο χώρο της Μεσογείου ζήσαμε από το 2010 μέχρι το 2013 μια σειρά από εξεγέρσεις, που αρχικά έδωσαν πολλές ελπίδες. Στις αρχές του 2016, η απογοήτευση από την εξέλιξή τους δύσκολα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Στην Αίγυπτο υπάρχει μια στρατιωτική δικτατορία χειρότερη ίσως από την προηγούμενη, ενώ η Συρία έχει βυθιστεί σ’ έναν καταστροφικό και ανούσιο εμφύλιο πόλεμο. Στην Τουρκία το αυταρχικό καθεστώς του Ερντογάν μοιάζει να κρατά γερά στα χέρια του το μέλλον της χώρας. Στην Ελλάδα η επικράτηση του Μνημονίου μοιάζει να είναι οριστική, και η απουσία εναλλακτικού πολιτικού οράματος μεγαλύτερη από ποτέ. Ακόμα και στην Ισπανία δεν φαίνεται να υπάρχουν προοπτικές μιας πραγματικής αλλαγής, μέσω κατάληψης της εξουσίας από τους Ποδέμος.

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα ήττας, υπάρχει όμως ίσως και μια εξαίρεση: το κουρδικό κίνημα. Η τοπική αυτονομία στη Ροζάβα μοιάζει να είναι η μόνη ελπιδοφόρα κατάσταση που γεννήθηκε από τον πόλεμο της Συρίας, ενώ και στο τουρκικό τμήμα του Κουρδιστάν η λαϊκή αντίσταση δεν φαίνεται να κάμπτεται εύκολα. Ήρθε ίσως η ώρα να ασχοληθούμε περισσότερο και με το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών των κινημάτων.

Από τον κουρδικό εθνικισμό στη δημοκρατική αυτονομία

Ο χώρος που παραδοσιακά κατοικούν οι Κούρδοι είναι η συνοριακή περιοχή Τουρκίας-Συρίας-Ιράκ-Ιράν-Αρμενίας. Σε μια μεγάλη ενιαία έκταση αποτελούν την καθαρή πλειοψηφία, με ένα σύνολο πληθυσμού πάνω από 20 εκατομμύρια. Είναι έτσι μοναδική περίπτωση λαού στην περιοχή μας που δεν έχει το δικό του έθνος-κράτος, αν και υπάρχουν καθαρά οι προϋποθέσεις γι’ αυτό.

Η ενιαία περιοχή όπου οι Κούρδοι αποτελούν την πλειοψηφία - το Κουρδιστάν, όπως το αποκαλούν οι ίδιοι. http://www.bbc.com/news/world-middle-east-29702440

Η ενιαία περιοχή με κουρδική πλειοψηφία στον πληθυσμό: το Κουρδιστάν.
Πηγή εικόνας

Οι ίδιοι οι Κούρδοι βλέπουν το Κουρδιστάν ως χωρισμένο σε 4 μέρη, ανάλογα με το κράτος στο οποίο ανήκουν: το Βορρά (Τουρκία), τη Δύση (Συρία), το Νότο (Ιράκ) και την Ανατολή (Ιράν). Το Νότιο (ιρακινό) Κουρδιστάν είναι το μόνο που, τουλάχιστον ως την έναρξη του πολέμου στη Συρία, φαινόταν να έχει πετύχει την αυτονομία του. Κυριαρχείται από τις οικογένειες Μπαρζανί και Ταλαμπανί, που είναι μάλλον κάτι σαν κουρδική Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά αντίστοιχα. Το άρθρο αυτό δεν ασχολείται μαζί τους, αλλά επικεντρώνεται στην πιο αριστερή εκδοχή του κουρδικού κινήματος, που είναι ιδιαίτερα δυνατή στην Τουρκία και τη Συρία.

Το σημαντικότερο μέρος του Κουρδιστάν, τόσο σε πληθυσμό όσο και σε έκταση, είναι το τουρκικό. Η ιδιαίτερη Ιστορία του ήταν καθοριστική για την εξέλιξη της κουρδικής εθνικής ιδέας. Οι Κούρδοι θεωρήθηκαν μεν ως Μουσουλμάνοι μέρος του τούρκικου έθνους, και συμμετείχαν στον «Πόλεμο της Ανεξαρτησίας» υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ. Στα ακόλουθα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας όμως, αυτή η ένταξη στο τουρκικό έθνος σήμαινε τη σκληρή καταπίεση κάθε ιδέας ιδιαίτερης κουρδικής ταυτότητας. Η κατάσταση έφτασε στο σημείο οι Κούρδοι να αναφέρονται ως «ορεινοί Τούρκοι» και ακόμα και η ομιλία στα κουρδικά να γίνει παράνομη. Παράλληλα, το Κουρδιστάν αγνοήθηκε από τους πολιτικούς και παρέμεινε ένα από τα πιο φτωχά και υπανάπτυκτα τμήματα της χώρας.

Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν η περίοδος που στην Τουρκία άνθισαν τα αριστερά και ριζοσπαστικά κινήματα – αρχικά ήταν ειρηνικά, αλλά στη συνέχεια τμήματά τους έγιναν όλο και πιο βίαια, αντιδρώντας και στη σκληρή κρατική και παρακρατική βία. Εκείνη την εποχή δημιουργήθηκε και το PKK, το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν. Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι οι ρίζες του δεν ήταν στις (παράνομες) κουρδικές εθνικές οργανώσεις, κάποιες από τις οποίες συνδέονταν με το κόμμα του Μπαρζανί στο Ιράκ. Αντίθετα, τα πρώτα στελέχη του προέρχονται από την (επίσης παράνομη) τουρκική επαναστατική Αριστερά – κάτι που μάλλον παίζει το ρόλο του και σήμερα.

Ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν ή "Άπο", με τη σημαία του ΡΚΚ. http://www.thetimes.co.uk/tto/news/world/europe/article3716538.ece

Ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν ή «Άπο» (=Θείος), ηγέτης του ΡΚΚ, στο πρόσωπο του οποίου υπάρχει μια σχεδόν θρησκευτική προσήλωση. Όπως και τα περισσότερα στελέχη του ΡΚΚ, έχει φτωχή αγροτική καταγωγή και ξεκίνησε την πολιτική του δραστηριότητα στους κόλπους της τουρκικής επαναστατικής Αριστεράς.
Πηγή εικόνας

Μπορούμε να δούμε το PKK σαν ένα από τα τριτοκοσμικά κινήματα που προσπάθησαν να συνδυάσουν τον μαρξισμό-λενινισμό με την ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης, βασιζόμενα (παρά τη μαρξιστική «ορθοδοξία») σ’ έναν κυρίως αγροτικό πληθυσμό. Εχθρός ήταν το τουρκικό κράτος/παρακράτος, αλλά και η «ντόπια φεουδαρχία», οι πλούσιοι Κούρδοι γαιοκτήμονες που συνεργάζονταν με τις κρατικές αρχές. Η ίδρυση ενός ανεξάρτητου κουρδικού έθνους-κράτους θεωρήθηκε ως ο μόνος δρόμος για την κοινωνική και εθνική απελευθέρωση. Αυτή η συγκέντρωση στο εθνικό ζήτημα έφερε όμως φυσικά μια αποξένωση του PKK από την υπόλοιπη τουρκική Αριστερά.

Με το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’80, το πολιτικό περιβάλλον της Τουρκίας έγινε ακόμα πιο ασφυκτικό. Με την απουσία οποιασδήποτε δημοκρατικής και ειρηνικής δυνατότητας, η ένοπλη πάλη έμοιαζε πλέον μονόδρομος και ξεκίνησε το 1984. Το ΡΚΚ κατάφερε να κερδίσει υποστήριξη – ή τουλάχιστον συμπάθεια – από τμήματα του κουρδικού πληθυσμού κυρίως στην ύπαιθρο. Η σύγκρουση εντάθηκε και έγινε ιδιαίτερα σκληρή στη δεκαετία του ’90, όταν χιλιάδες κουρδικά χωριά καταστράφηκαν από τον τουρκικό στρατό και εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδοι αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, εντός ή εκτός Τουρκίας. Ήταν μια περίοδος που ενίσχυσε την αντίληψη πολλών Κούρδων, ότι το τουρκικό κράτος είναι κάτι εχθρικό – μια αντίληψη που προφανώς επιβιώνει και σήμερα.

Το διεθνές περιβάλλον, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, δεν ήταν πάντως ευνοϊκό για το PKK, που αναγκάστηκε σταδιακά να εγκαταλείψει τον στόχο της ανεξαρτησίας και να περιοριστεί στο αίτημα τοπικής αυτονομίας. Το 1999 τελικά η Τουρκία πέτυχε (με τον γνωστό σε μας τρόπο) τη σύλληψη του Οτζαλάν.

Φυλακισμένος πλέον στο νησί Ιμραλί και με τον ένοπλο αγώνα να μοιάζει χαμένος, ο Οτζαλάν άρχισε να ψάχνει νέες ιδεολογικές βάσεις για το κίνημα. Αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης ήταν και οι ιδέες της «δημοκρατικής αυτονομίας» και του «δημοκρατικού συνομοσπονδισμού«.

Από τη Βόρεια Αμερική στο Κουρδιστάν

Το μοντέλο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έργα του Μάρεϋ Μπούκτσιν, με τον οποίο ο Οτζαλάν είχε εξάλλου αλληλογραφία. Ο Μπούκτσιν ήταν Αμερικάνος διανοούμενος με σοσιαλιστικές και αναρχικές επιρροές. Είναι ο κύριος θεωρητικός της «κοινωνικής οικολογίας» και του “ελευθεριακού δημοτισμού”.

Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν (1921-2006). https://libcom.org/library/between-30s-60s-murray-bookchin

Ο Μάρεϋ Μπούκτσιν (1921-2006).
Πηγή εικόνας

Ο στόχος του ελευθεριακού δημοτισμού είναι να ανακτήσουν οι δήμοι και κοινότητες – δηλαδή ο λαός – τον έλεγχο της κοινωνίας από το έθνος-κράτος, μέσω δημοτικών συνελεύσεων που θα λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά. Ανάλογες κινήσεις αποκέντρωσης και λαϊκού ελέγχου πρέπει να γίνουν και στο πεδίο της οικονομίας (π.χ. αγροκτήματα, εργοστάσια).

Ο Μπούκτσιν αναγνωρίζει ότι διάφορα θέματα (π.χ. πολλά οικολογικά προβλήματα, ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων) δεν μπορούν να ρυθμιστούν αποτελεσματικά στο δημοτικό επίπεδο. Γι’ αυτόν το λόγο, οι δήμοι/κοινότητες πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους σε συνομοσπονδίες. Οι δημοτικές συνελεύσεις αποστέλλουν έτσι εκπροσώπους (ανά πάσα στιγμή μετακλητούς) σε ένα συνομοσπονδιακό συμβούλιο, του οποίου οι αρμοδιότητες είναι όμως μόνο συντονιστικές και διοικητικές – η πραγματική εξουσία πηγάζει από τις δημοτικές συνελεύσεις. Ο στόχος είναι, αυτά τα συνομοσπονδιακά συμβούλια να μπορέσουν σταδιακά να γίνουν μια εναλλακτική απέναντι στα έθνη-κράτη.

Δεν είναι περίεργο που μια τέτοια ιδεολογία φάνηκε ενδιαφέρουσα στην ηγεσία ενός εθνικού κινήματος, το οποίο μόλις είχε χάσει μια μάχη ενάντια στο πανίσχυρο τουρκικό έθνος-κράτος. Υιοθετώντας ιδέες από τον ελευθεριακό δημοτισμό, η πάλη μετατίθεται σ’ ένα άλλο πεδίο. Σκοπός δεν θα ήταν πλέον η άσκηση κρατικής εξουσίας, αλλά η δημιουργία εναλλακτικών μορφών εξουσίας/αυτο-οργάνωσης.

Ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός είναι έτσι πλέον ο επίσημος στόχος του ΡΚΚ και των συνδεόμενων μ’ αυτό οργανώσεων. Περιγράφεται ως “μη-κρατική πολιτική διοίκηση ή δημοκρατία χωρίς κράτος” και είναι «ευέλικτος, πολυπολιτισμικός, αντιμονοπωλιακός και με συναινετικό προσανατολισμό». Οι βασικές του αρχές (με βάση τα κείμενα του Οτζαλάν) μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

  • Αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων, στο επίπεδο των κοινοτήτων. Αυτές συνδέονται σε συνομοσπονδίες, που έχουν συντονιστικές αρμοδιότητες.
  • Οικολογία και εναλλακτική οικονομία, που θα αυξάνει τους πόρους της κοινωνίας αντί να τους εκμεταλλεύεται.
  • Φεμινισμός (ο σεξισμός αντιμετωπίζεται και αυτός ως κάτι συνδεδεμένο με το έθνος-κράτος).
  • Απόρριψη του συγκεντρωτισμού και της ομογενοποίησης που απαιτεί το καπιταλιστικό έθνος-κράτος (προφανώς εδώ παίζει ρόλο και η ειδική εμπειρία της Τουρκίας, όπου αυτή η ομογενοποίηση ήταν ιδιαίτερα βίαιη).
  • Ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτικών, πολιτισμικών ή θρησκευτικών ομάδων.

Ο Οτζαλάν απορρίπτει πλέον κάθε ιδέα για κουρδικό έθνος-κράτος. Αντίθετα, στόχος είναι να εφαρμοστούν στα ήδη υπαρκτά κράτη (Τουρκία, Συρία, Ιράκ, Ιράν) ομοσπονδιακές δομές ανοικτές για τους Κούρδους – και ταυτόχρονα να σχηματιστεί και μια συνομοσπονδία των κουρδικών περιοχών που να ξεπερνά τα κρατικά όρια. Ένα δημοκρατικό πρόγραμμα για τους Κούρδους μπορεί έτσι να γίνει η αρχή για τον εκδημοκρατισμό όλης της Μέσης Ανατολής.

Έχοντας στο νου ότι το PKK παραμένει (και) στρατιωτικό κίνημα, ενδιαφέρον έχουν και οι απόψεις του Οτζαλάν για το θέμα της αυτοάμυνας. Παρά την αντίθεση προς το έθνος-κράτος, δεν αποκλείει την ειρηνική συνύπαρξη των θεσμών της δημοκρατικής αυτονομίας μ’ αυτό – έτσι δεν είναι πλέον στόχος η στρατιωτική ανατροπή του τουρκικού κράτους. Το να ξεπεραστεί το κράτος είναι έτσι κι αλλιώς μια μακροπρόθεσμη διαδικασία, κατά την οποία ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός πρέπει ακόμα να αποδείξει την ικανότητά του να λύνει τα κοινωνικά προβλήματα. Παρ’ όλα αυτά, η αυτοάμυνα είναι αναγκαία, όταν το κράτος επεμβαίνει σε κεντρικά θέματα αυτοδιοίκησης και αυτο-οργάνωσης. Ο ρόλος των τοπικών ενόπλων δυνάμεων είναι να προστατεύουν “την ελεύθερη βούληση της κοινωνίας από εσωτερικές και εξωτερικές επεμβάσεις”. Αυτή η αρχή βρίσκει την εφαρμογή της σήμερα στη Συρία και την Τουρκία.

Από τη θεωρία στην πράξη: Ροζάβα

Ο πόλεμος της Συρίας έφερε πολύ πόνο και καταστροφή. Ταυτόχρονα όμως έδωσε, χάρη στο κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε, και την ευκαιρία για έναν πειραματισμό με την εφαρμογή αυτών των ιδεολογικών αρχών. Το PYD (Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης), συγγενική οργάνωση του PKK στη Συρία, κατάφερε να κερδίσει το στρατιωτικό έλεγχο τμημάτων της Βόρειας Συρίας, με κουρδική πλειοψηφία. Η περιοχή αυτή ονομάζεται από τους Κούρδους Ροζάβα, δηλαδή Δύση.

Τα τρία καντόνια της Ροζάβα: Αφρίν, Κομπάνε και Τζαζίρα. Ο χάρτης περιγράφει την κατάσταση πριν από ενάμιση χρόνο. Εν τω μεταξύ, το PYD έχει επεκτείνει την περιοχή του, ενώνοντας τα δυο ανατολικά καντόνια και ελέγχοντας το μεγαλύτερο τμήμα των τουρκο-συριακών συνόρων - κάτι ανησυχεί ιδιαίτερα την Τουρκία. http://www.tangledwilderness.org/wp-content/uploads/2015/03/rojavamap-colored.png

Τα τρία καντόνια της Ροζάβα: Αφρίν, Κομπάνε και Τζαζίρα. Ο χάρτης δείχνει την κατάσταση πριν από ενάμιση χρόνο. Εν τω μεταξύ, οι κουρδικές δυνάμεις έχουν επεκταθεί, ενώνοντας τα δυο ανατολικά καντόνια και ελέγχοντας σχεδόν όλο το μήκος των τουρκο-συριακών συνόρων.
Πηγή εικόνας

Η Ροζάβα και ιδιαίτερα το κεντρικό της καντόνι, το Κομπάνε (Αΐν-αλ-Αράμπ στα αραβικά), έγιναν πρόσφατα παγκόσμια γνωστά λόγω της ηρωικής αντίστασης στους τζιχαντιστές. Η εικόνα που κράτησαν πολλοί στο μυαλό είναι αυτή των γυναικών-μαχητριών. Ο φεμινισμός είναι όπως και να ‘χει ένα από τα βασικά στοιχεία της νέας ιδεολογίας του κουρδικού κινήματος. Λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό (περισσότερο όμως στο αριστερό) είναι ότι εκεί γίνεται μια γενική προσπάθεια εφαρμογής των αρχών του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού, ίσως για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση.

Ας δούμε λίγο τις βασικές αρχές αυτού του συστήματος, όπως τουλάχιστον τις παρουσιάζουν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του συριακού κουρδικού κινήματος και οι συμπαθούντες:

  • Η διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων βασίζεται σε «κοινότητες«, που αποτελούνται από μερικές οικογένειες η κάθε μια και λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά. Η κοινότητα έπειτα στέλλει αντιπρόσωπους, που μεταφέρουν αυτές τις αποφάσεις, στο συμβούλιο της γειτονιάς, αυτό στο συμβούλιο της περιφέρειας κ.ο.κ. μέχρι το ανώτερο επίπεδο της καντονιακής διοίκησης. Η εξουσία δηλαδή κινείται από τα κάτω προς τα πάνω κι όχι ανάποδα – τουλάχιστον θεωρητικά. Τα τοπικά συμβούλια συναποφασίζουν με εκπρόσωπους από κόμματα, εργατικά συμβούλια, θρησκευτικές οργανώσεις κ.ά., ενώ έχουν αρμοδιότητες σε τομείς όπως η δημόσια τάξη, η δικαιοσύνη, η κατανομή του ψωμιού και της βενζίνης.
  • Ένα ιδιαίτερα σημαντικό θέμα είναι αυτό των δια-εθνοτικών σχέσεων. Η πλειοψηφία του πληθυσμού μπορεί να είναι κουρδική στις περιοχές που ελέγχει το PYD, υπάρχουν όμως και πολλές άλλες εθνο-θρησκευτικές ομάδες. Θεωρητικά ο εθνικισμός απορρίπτεται, στα ανώτερα επίπεδα εφαρμόζεται ποσόστωση, ενώ στο κατώτερο τοπικό επίπεδο υπάρχουν και ξεχωριστά συμβούλια της κάθε θρησκευτικής ή εθνοτικής ομάδας. Αυτό δεν σημαίνει ότι λείπουν και κατηγορίες περί πίεσης εναντίον Τουρκομάνων και Αράβων – πρέπει πάντως να είμαστε προσεκτικοί μ’ αυτές, ως το κατά πόσο συνδέονται με την τουρκική προπαγάνδα.
  • Επίσης φαίνεται ότι στη Ροζάβα γίνονται και ενδιαφέροντα πειράματα στο πεδίο της οικονομίας. Βασική αρχή είναι η κοινωνική οικονομία, δηλαδή με προσανατολισμό την ικανοποίηση των αναγκών της κοινότητας. Κεντρικό στοιχείο είναι η ίδρυση συνεταιρισμών σε όλους τους τομείς (εμπόριο, κατασκευές, γεωργία), που μπορεί να συνδέονται με τις κοινότητες. Υπάρχουν και ιδιωτικές εταιρείες που  συνεργάζονται με τις καντονιακές διοικήσεις (π.χ. στον τομέα της διύλισης πετρελαίου).  Δεν απορρίπτεται η ατομική ιδιοκτησία, αλλά δίνεται βάρος στην κοινή ιδιοκτησία σε τομείς όπως τα γεωργικά μηχανήματα ή στην παραγωγή ρεύματος και πόσιμου νερού. Ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας πρέπει να παραμένει σε δημόσια (κατά προτίμηση κοινοτική) διαχείριση, για να διασφαλίζεται η οικονομική και οικολογική ισορροπία.

Βόρειο Κουρδιστάν, τρεις δεκαετίες μετά

Μπορεί λόγω των τωρινών συνθηκών η Ροζάβα να έγινε κεντρικό σημείο αναφοράς για το κουρδικό κίνημα, το τούρκικο τμήμα του Κουρδιστάν παραμένει όμως λόγω μεγέθους το πιο σημαντικό. Τι έχει αλλάξει από το 1984 που ξεκίνησε ο ένοπλος αγώνας του ΡΚΚ μέχρι σήμερα;

Ήδη από το 1990, το κουρδικό κίνημα στην Τουρκία δοκιμάζει (παράλληλα με την ένοπλη πάλη) και τα κοινοβουλευτικά μέσα. Φιλο-κουρδικά κόμματα διαδέχονται το ένα το άλλο, με διαφορετικά (αν και συχνά παραπλήσια) ονόματα. Αντέχουν κατά κανόνα μόνο λίγα χρόνια μέχρι να απαγορευτούν, συνήθως κατηγορούμενα ότι έχουν διασυνδέσεις με το ΡΚΚ – κάτι όμως που δεν τα εμποδίζει να έχουν μια συνέχεια και να εκλέγουν «ανεξάρτητους» βουλευτές σε κάποιες περιφέρειες.

Το τελευταίο κόμμα σ’ αυτήν τη σειρά, τo HDP (Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών), έγινε η πρώτη αριστερή δύναμη που κατάφερε το 2015 να ξεπεράσει το (άκρως αντιδημοκρατικό) όριο εισδοχής του 10% και να μπει απ’ ευθείας στην τουρκική βουλή, χωρίς να χρησιμοποιήσει πλάγιους δρόμους. Πρόκειται για έναν συνασπισμό του κουρδικού κινήματος με δυνάμεις της τουρκικής Αριστεράς, με έμφαση τόσο στη λύση του κουρδικού, όσο και σε θέματα οικολογίας, ισότητας των φύλων, κριτικής στην καπιταλιστική οικονομία. Γίνεται έτσι μια προσπάθεια να ξεπεράσει το κίνημα τα εθνικά κουρδικά όρια.

Τα ποσοστά του HDP στις εκλογές του Ιουνίου 2015. http://www.konda.com.tr/en/raporlar/KONDAJune7ElectionandElectorateAnalysis.pdf

Τα ποσοστά του HDP στις εκλογές του Ιουνίου 2015.
Πηγή εικόνας

Παρ’ όλα αυτά, κύρια δύναμη του κόμματος παραμένει η νοτιοανατολική Τουρκία, όπου το HDP ελέγχει και πολλούς δήμους. Εκεί έγιναν προσπάθειες να δημιουργηθούν «συνελεύσεις των γειτονιών», ενώ οργανώνονται και εναλλακτικές υπηρεσίες προς τους πολίτες, π.χ. μέριμνα ώστε οι δημοτικές υπηρεσίες να παρέχονται σε όλες τις γλώσσες των κατοίκων της περιοχής.

Ήδη από το 2005 λειτουργεί στην περιοχή και ένα σώμα συνδεόμενο με το ΡΚΚ, το οποίο μπορεί να ειδωθεί και ως η έκφραση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμου: το KCK (Σύνδεσμος Κοινοτήτων του Κουρδιστάν). Είναι ένα δίκτυο από λαϊκά συμβούλια σε επίπεδο χωριών, πόλεων και περιοχών, που φιλοδοξεί να γίνει μια εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης. Με τα λόγια ενός μέλους τέτοιου συμβουλίου στο Ντιγιάρμπακιρ: «ο στόχος μας είναι να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα στις ζωές μας, στις γειτονιές μας, και να τα λύνουμε μόνοι μας, χωρίς να είμαστε εξαρτημένοι από το κράτος ή να το έχουμε ανάγκη“. Αυτό συμπεριλαμβάνει προσπάθειες δημιουργίας ενός τοπικού νομικού συστήματος, εναλλακτικών συστημάτων εκπαίδευσης, τοπικών οικονομικών συνεταιρισμών. Σ’ αυτά τα πλαίσια, μερικές πόλεις στα νοτιοανατολικά κήρυξαν ήδη «τοπική αυτονομία».

Παρά τη σκληρή καταστολή από το τουρκικό κράτος που είδαμε τους τελευταίους μήνες (νόμος απαγόρευσης κυκλοφορίας, καθεστώς πολιορκίας σε πόλεις όπως η Τζίζρε με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές), αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι με το οποίο θα ξεμπερδέψει εύκολα. Η ιδέα της δημοκρατικής αυτονομίας φαίνεται να βρίσκει στήριξη από μεγάλο μέρος του πληθυσμού των κουρδικών πόλεων και χωριών, που είναι έτοιμο να την υπερασπιστεί και με τα όπλα αν χρειαστεί.


Τι συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε εμείς απ’ όλα αυτά; Είναι φυσικό να αντιμετωπίζεται με κάποια δυσπιστία η μετάβαση του PKK από έναν συνδυασμό κουρδικού εθνικισμού και μαρξισμού σταλινικού/μαοϊκού τύπου στη «δημοκρατική αυτονομία». Η απόρριψη του εθνο-κρατισμού είναι ειλικρινής, ή απλά μια προσωρινή τακτική κίνηση; Θα είναι όντως στην πράξη η συμμετοχή των Αράβων και των Τούρκων/Τουρκομάνων ισότιμη; Λειτουργούν μήπως τελικά οι συνομοσπονδιακές δομές με τέτοιον τρόπο που να αφήνουν τον ουσιαστικό έλεγχο σε έναν περιορισμένο κύκλο προσώπων γύρω από τον Οτζαλάν; Και πώς ταιριάζει ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικού εκδημοκρατισμού με μια τόσο φανερή προσωπολατρία;

Είναι καλό γενικά να είμαστε λίγο επιφυλακτικοί, από τη στιγμή που δεν μπορούμε να έχουμε και άμεση εμπειρία από την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στη Ροζάβα ή στη  νοτιοανατολική Τουρκία. Οι αναφορές ξένων ακτιβιστών αντικατοπτρίζουν την εικόνα που οι ντόπιοι εκπρόσωποι του κουρδικού κινήματος θέλουν να τους δείξουν ή και οι ίδιοι θέλουν να δουν.

Όπως και να ‘χει, το κουρδικό εθνικό κίνημα είναι ένα από τα πρώτα που τουλάχιστον επιφανειακά απορρίπτει τον εθνο-κρατισμό και μοιάζει να είναι πιο κοντά σε έναν πολιτισμικό εθνικισμό (βλέπε σχετικό άρθρο). Πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι οι προσπάθειες εφαρμογής του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού μοιάζουν περισσότερο με πραγματική αντι-συστημική εναλλακτική, απ’ ό,τι άλλο έχουν προσφέρει αριστερά κινήματα στην περιοχή μας τα τελευταία χρόνια (στην Ελλάδα και στην Κύπρο έχουμε πρόσφατη πείρα από πειράματα “κυβερνώσας Αριστεράς”). Αν απ’ αυτήν την κατάσταση δημιουργηθεί πραγματικά κάτι που θα αφορά όχι μόνο τους Κούρδους, αλλά όλους τους λαούς της περιοχής, είναι σίγουρα κάτι στο οποίο αξίζει να δώσουμε κι εμείς ιδιαίτερη προσοχή.


Πηγές

Σκεψεις για την Πολυπολιτισμικοτητα

Κλασσικό

Το προσφυγικό κύμα των τελευταίων μηνών έφερε πάλι το θέμα της μετανάστευσης στην επικαιρότητα. Έφτασε ίσως ο καιρός να συζητήσουμε και σχετικά με το μέλλον των μεταναστών (προσωπικά δεν πιστεύω ότι ο διαχωρισμός τους από τους πρόσφυγες έχει πολύ νόημα) στις χώρες που θα τους υποδεχτούν. Γιατί ας μην έχουμε αυταπάτες: το μεγαλύτερο ποσοστό των προσφύγων/μεταναστών έρχεται για να μείνει, και ένα μέρος τους θα μείνει, θέλοντας και μη, στην Ελλάδα, στην Τουρκία, ίσως και στις άλλες βαλκανικές χώρες.

Μπορεί χώρες σαν την Ελλάδα να μην είναι ο τελικός στόχος των μεταναστών, παρά μόνο χώρες διέλευσης καθ’ οδόν προς την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Από την άλλη, είναι καθαρό ότι χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, ή η Σουηδία, δεν πρόκειται να δεχτούν απεριόριστο αριθμό μεταναστών. Ακόμα και αν αναγνωρίζουν ότι έχουν κάποια ανάγκη μετανάστευσης για να λύσουν το δικό τους δημογραφικό τους πρόβλημα, σίγουρα δεν θέλουν αυτή να γίνει ανεξέλεγκτα και χωρίς κάποια διαλογή. Από τη δική τους άποψη, οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Βουλγαρία κ.λπ.) όπως και οι πρώτες χώρες εκτός Ευρώπης (π.χ. Τουρκία, Λίβανος, Μαρόκο, παλιότερα και η Λιβυή) μπορούν να λειτουργήσουν ως προστατευτικές ζώνες, που θα απορροφούν τη μετανάστευση και θα επιτρέπουν να γίνεται εκεί η διαλογή. Και λόγω των σχέσεων εξάρτησης αυτών των χωρών από τις ισχυρές της Κεντρικής-Βόρειας Ευρώπης, δεν είναι δύσκολο για τις τελευταίες να επιβάλλουν τη θέλησή τους.

Οι ελπίδες κάποιων ότι τα μεταναστευτικά κύματα μπορεί να μειωθούν σύντομα (π.χ. με το τέλος των εχθροπραξιών στη Συρία) είναι κι αυτές κατά τη γνώμη μου αβάσιμες – κοιτάζουν το δέντρο και χάνουν το δάσος. Το δάσος στην περίπτωση αυτή είναι ένας συνδυασμός οικονομικών, δημογραφικών και κυρίως οικολογικών παραγόντων, που μακροπρόθεσμα κάνει την μετακίνηση μεγάλου αριθμού ανθρώπων αναπόφευκτη (κυρίως από την υποτροπική κλιματική ζώνη προς την εύκρατη – γι’ αυτό υπάρχει  άλλο άρθρο στο μπλογκ).

Από τη στιγμή που αποδεχόμαστε ότι όλα αυτά θα οδηγήσουν στην μόνιμη παραμονή μεγάλου αριθμού μεταναστών στις χώρες μας, είναι χρήσιμο να συζητήσουμε και για τον τρόπο, με τον οποίο μπορούν να ρυθμιστούν στο μέλλον οι σχέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές εθνο-θρησκευτικές ομάδες.

Οθωμανικό μοντέλο εναντίον δυτικοευρωπαϊκού

Μπορεί ίσως κάποιος να ξεκινήσει με τη διαπίστωση, ότι σ’ αυτό το ζήτημα είχαμε δύο βασικά μοντέλα στη νεώτερη Ιστορία της περιοχής μας:

  • Το οθωμανικό μοντέλο, το οποίο βασιζόταν στη συνύπαρξη διαφορετικών εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων (όχι πάντως με όρους ισοτιμίας). Ειδικά οι θρησκευτικές ομάδες ήταν σχεδόν κλειστές κοινότητες, είχαν επίσημο στάτους και λειτουργούσαν η κάθε μια σ’ ένα σχεδόν αυτόνομο καθεστώς. Αυτό το οποίο υποτίθεται ότι φοβούνται σήμερα στη Γερμανία από τους μετανάστες, τις “παράλληλες κοινωνίες” (Parallelgesellschaften), ήταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πραγματικότητα, και για πολλούς αιώνες δούλευε σχετικά ικανοποιητικά.
  • Το εθνικιστικό-δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο, το οποίο βασίζεται στην πληθυσμιακή κυριαρχία ενός έθνους, είτε αυτό ορίζεται γλωσσικά είτε θρησκευτικά. Το κράτος είναι άμεσα συνδεδεμένο μ’ αυτό το έθνος, και η ύπαρξη ομάδων που αποκλίνουν γλωσσικά/θρησκευτικά (ανάλογα με το πως ορίζεται το έθνος) δύσκολα γίνεται ανεκτή, και εν πάσει περιπτώσει μόνο εφ’ όσον αυτές αποδέχονται το ρόλο της αδύναμης μειονότητας. Αυτό το μοντέλο ακολούθησαν λίγο πολύ όλα τα νέα κράτη που δημιουργήθηκαν στην περιοχή μας με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Βλέποντας την κατάσταση με τα σημερινά μάτια, είναι νομίζω καθαρό ότι το οθωμανικό μοντέλο απέτυχε. Αυτή η δομή με τις παράλληλες κοινωνίες δεν ήταν ικανή να επιβιώσει στη σύγχρονη εποχή. Ο βαθμός αυτονομίας της κάθε κοινότητας ήταν τόσο μεγάλος, που η δημιουργία ενιαίας “οθωμανικής” ταυτότητας, απαραίτητη για την επιβίωση ενός σύγχρονου κράτους, ήταν πολύ δύσκολη. Το ίδιο δύσκολη ήταν για τις μη μουσουλμανικές κοινότητα η ταύτιση μ’ ένα κράτος που τις θεωρούσε επίσημα κατώτερες, παρά τις προσπάθειες που έγιναν μετά το Τανζιμάτ προς την αντίθετη κατεύθυνση (βλέπε π.χ. και τον ελληνοθωμανισμό). Ακόμα όμως και στην περίπτωση της πιο προνομιούχας ομάδας, της μουσουλμανικής, η σύνδεση με το κράτος δεν αποδείχτηκε αρκετά ισχυρή: εθνοτικές-γλωσσικές ταυτότητες αποδείχτηκαν σε πολλές περιπτώσεις ισχυρότερες (βλέπε π.χ. το αλβανικό ή το αραβικό εθνικό κίνημα).

Η αποτυχία του δυτικοευρωπαϊκού εθνικιστικού μοντέλου μπορεί να είναι λιγότερο εμφανής. Όλα τα κράτη της περιοχής (ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας) στηρίζονται σ’ αυτό, και ομολογουμένως σε πολλά απ’ αυτά φάνηκε να φέρνει για πολλά χρόνια σταθερότητα και πρόοδο. Το μεταναστευτικό όμως φαίνεται να φέρνει κι αυτό το μοντέλο στα όριά του, και να δείχνει την αναπόφευκτη αποτυχία του, σ’ έναν κόσμο όπου οι μετακινήσεις πληθυσμών αναμένεται να αυξηθούν.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η εφαρμογή του δυτικο-ευρωπαϊκού εθνικιστικού μοντέλου ήταν κάθε άλλο παρά απλό πράγμα, σε μια περιοχή που και λόγω φυσικής γεωγραφίας ποτέ δεν χαρακτηριζόταν από εθνο-θρησκευτική καθαρότητα. Για να φτάσουμε στα σημερινά επίπεδα καθαρότητας, χρειάστηκαν πολλοί πολέμοι, ανταλλαγές πληθυσμών, εθνοκαθάρσεις, ακόμα και γενοκτονίες. Η ακύρωση της καθαρότητας μέσω της σύγχρονης μετανάστευσης δεν είναι δηλαδή μια εντελώς νέα κατάσταση – είναι στην ουσία η επαναφορά της φυσικής κατάστασης μετά από ένα διάλειμμα ενός ή δύο αιώνων.

Αναζήτηση για νέα πρότυπα

Το θέμα για μας σήμερα δεν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα σε δύο αποτυχημένα μοντέλα, αλλά να βρούμε ένα τρίτο, προσαρμοσμένο στα νέα δεδομένα. Γι’ αυτόν τον σκοπό δεν θα ήταν κακή ιδέα να κοιτάξουμε και πέρα από τον Ατλαντικό, σε κοινωνίες που είναι κατ’ εξοχήν μεταναστευτικές.

Σίγουρα ούτε η Βόρεια ούτε η Νότια Αμερική είναι πρότυπα που μπορούμε ή θα θέλαμε να αντιγράψουμε. Στις σχέσεις μεταξύ των διάφορων κοινοτήτων δεν βλέπουμε πραγματική ισοτιμία, έστω κι αν αυτή επίσημα υπάρχει. Οι αντιθέσεις μεταξύ τους έχουν συχνά και ταξικό χαρακτήρα και οδηγούν σε ένταση. Επίσης, υπάρχει ένα πολύ ισχυρό στοιχείο φυλετικού διαχωρισμού, που είναι μάλλον χειρότερος από τον πολιτισμικό διαχωρισμό, που είναι το κυρίαρχο στοιχείο εδώ σ’ εμάς στην Ευρασία.

Παρ’ όλα αυτά, αυτές οι κοινωνίες βασίζονται εδώ και αιώνες αναγκαστικά στη συνύπαρξη διαφορετικών κοινοτήτων. Τα όρια ανάμεσα σ’ αυτές τις κοινότητες δεν είναι επίσημα καθορισμένα και αδιαπέρατα, όπως ήταν στο οθωμανικό σύστημα ή ακόμα χειρότερα στο απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής. Παρ’ όλο που υπάρχει κάποια διαπερατότητα (π.χ. μικτοί γάμοι), οι κοινότητες συνεχίζουν όμως να υπάρχουν και να διατηρούν μια ξεχωριστή ταυτότητα.

Ταυτόχρονα φαίνεται να διεκδικούν όλες το μερίδιο τους στο κράτος και στη δημόσια σφαίρα. Δεν αποδέχονται δηλαδή ότι αυτά ανήκουν έτσι κι αλλιώς σε μια κυρίαρχη κοινότητα. Οι διαφορετικές κοινότητες μπορούν έτσι (τουλάχιστον θεωρητικά) να ταυτιστούν με την κοινή τους πατρίδα ή κράτος, ενώ στο κλασικό δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο αυτό αποκλείεται σχεδόν εξ’ ορισμού (βλέπε και σχετικό άρθρο στο μπλογκ). Οι όποιες αλλαγές έχουν γίνει τις τελευταίες δεκαετίες σε χώρες όπως η Αγγλία ή η Γαλλία, είναι μάλλον προσαρμογές στην κατεύθυνση του αμερικάνικου μοντέλου.

Πέρα από τη Βόρεια και Νότια Αμερική, ιδέες μπορούν να αναζητηθούν και αλλού. Ενδιαφέρον μπορεί να είναι και το ινδικό μοντέλο, για το οποίο εγώ δεν έχω πολλή γνώση: τουλάχιστον θεωρητικά πάντως βασίζεται κι αυτό στη συνύπαρξη πολλών εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων, παρά τα πολλά προβλήματα (αυτονομιστικά κινήματα, άνοδος του ινδουϊστικού εθνικισμού τα τελευταία χρόνια). Είναι πάντως μάλλον καθαρό, ότι το καινούριο πρότυπο πρέπει να ορίζει τον πατριωτισμό ως ταύτιση με μια γεωγραφία, όχι με μια γλώσσα ή μια θρησκεία.