Στην Αιγυπτο την εποχη της επαναστασης

Κλασσικό

Αυτό το άρθρο είναι περιγραφή ενός ταξιδιού που έκανα στην Αίγυπτο το Φλεβάρη του 2013, δηλαδή στους τελευταίους μήνες της αιγυπτιακής επανάστασης, λίγο πριν την «Παλινόρθωση» τον Ιούλιο του ίδιου έτους – όπως τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν ουσιαστικά η επέμβαση του στρατού υπό το στρατηγό Σίσι. Ήθελα μ’ αυτό να μεταφέρω χρήσιμες πληροφορίες για όποιον θέλει να ταξιδέψει στην Αίγυπτο ανεξάρτητα, αλλά και το κλίμα που επικρατούσε στη χώρα εκείνη την εποχή.

egypt-map

Ίσως στην αρχή είναι καλά να ειπωθούν μερικά βασικά πράγματα για την πολιτική κατάσταση της εποχής: πρόεδρος ήταν ακόμα ο Μούρσι και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι (που μάλλον μπορούμε να τους κατατάξουμε πολιτικά στον «μετριοπαθή» ισλαμισμό) ήταν ο κύριος στυλοβάτης της μετα-επαναστατικής κυβέρνησης. Η προσπάθεια τους να μονοπωλήσουν την εξουσία, αλλά κι η γενική αποτυχία τους στους τομείς της ασφάλειας και της οικονομίας, έφερε αντιδράσεις και δημιούργησε κλίμα πόλωσης. Εχθροί της κυβέρνησης δεν ήταν μόνο οι συμπαθούντες του παλιού καθεστώτος, αλλά και οι πρώην σύμμαχοί της στη διάρκεια της επανάστασης: κοσμικοί, αριστεροί, νασερικοί και φιλελεύθεροι. Αυτοί, που έβλεπαν (μάλλον δικαίως) τους εαυτούς τους σαν την προσωποποίηση της επανάστασης εναντίον στο Μουμπάρακ, πίστευαν πως αυτή συνεχίζεται πλέον κι εναντίον του Μούρσι, που έδειχνε με την αυταρχική του συμπεριφορά να μοιάζει στο παλιό καθεστώς.

Υπήρχε άρα ένα γενικό κλίμα έντασης κι αστάθειας, με συνεχείς διαδηλώσεις και συγκρούσεις, ακόμα και με νεκρούς – ιδιαίτερα στο Κάιρο, που ήταν από τις λίγες περιοχές της Αιγύπτου που είχαν κατά πλειοψηφία ψηφίσει πριν μερικούς μήνες «Όχι» στο δημοψήφισμα για το Σύνταγμα, δείχνοντας έτσι και την αντίθεση στη κυβέρνηση.

Σ’ αυτό το κλίμα, μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού απογοητεύονταν όλο και πιο πολύ από την επανάσταση. Αυτό φάνηκε πολύ σ’ αυτούς με τους οποίους έτυχε να μιλήσω: όπως ήταν φυσικό, εξασκούσαν επαγγέλματα που εξαρτούνταν πολύ από τον τουρισμό. Ο τουρισμός είναι ένας τομέας πολύ σημαντικός για την αιγυπτιακή οικονομία, που όπως ήταν αναμενόμενο είχε πληγεί πολύ απ’ αυτήν την αστάθεια. Δεν ήταν άρα παράξενο που πεθυμούσαν την παλιά σταθερότητα – ένας παραδέχτηκε ότι έλπιζε σε κάποιο στρατιωτικό πραξικόπημα για να την επαναφέρει (όπως και τελικά έγινε).


Προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο του Καΐρου, απ’ όπου μπορείς να πας στην πόλη είτε με ταξί είτε με το αστικό λεωφορείο. Εγώ χρησιμοποίησα το λεωφορείο μόνο στην επιστροφή, φαίνεται όμως ότι είναι μια αρκετά άνετη επιλογή. Από το κέντρο του Καΐρου, συγκεκριμένα από τη πλατεία Αμπντέλ Μονιέμ Ριάντ (πίσω απ’ το Αιγυπτιακό Μουσείο), μπορεί να πάρει κάποιος το λεωφορείο 356 (προσοχή: η σήμανση των λεωφορείων είναι με αραβικούς αριθμούς). Μ’ αυτό πας απ’ ευθείας στο αεροδρόμιο σε περίπου μία ώρα, περνώντας μέσα από το προάστιο της Ηλιούπολης.

Ο Νείλος με το Νησί Ζάμαλεκ  και τον Πύργο του Καΐρου.

Ο Νείλος με το νησί Ζάμαλεκ και τον Πύργο του Καΐρου.

Το Κάιρο είναι μια πραγματική μεγαλούπολη, των 23 εκατομμυρίων περίπου – δηλαδή ένας πληθυσμός μεγαλύτερος από το διπλάσιο ολόκληρης της Ελλάδας, είναι στριμωγμένος σε μια μόνο πόλη, στη μέση ουσιαστικά της ερήμου. Αυτό θα ήταν αδιανόητο, αν δεν υπήρχε αυτό το θαύμα της φύσης, ο Νείλος, που με το νερό και τα θρεπτικά συστατικά που κουβαλά από τα βουνά της Αιθιοπίας και την τροπική Αφρική, έδωσε εντελώς συμπτωματικά ζωή σε μια περιοχή που κανονικά θα έπρεπε να ήταν ακατοίκητη. Σήμερα όμως η κοιλάδα του Νείλου είναι από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του πλανήτη (κάτι που δεν είναι χωρίς προβλήματα, όπως περιέγραψα και σε άλλο άρθρο).

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στη τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ' αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στη τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικιστικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Μια τέτοια μεγαλούπολη φυσικά έχει μέσα της όλες τις αντιθέσεις. Στους δρόμους κυκλοφορούν καινούρια αυτοκίνητα δίπλα σε κάρα με άλογα ή γαϊδούρια. Στην πόλη συγκατοικούν Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί (Κόπτες), κοσμικοί, νασερικοί, ισλαμιστές, σαλαφιστές, αριστεροί και φεμινίστριες. Κατά την παραμονή μας στην χώρα, πέσαμε μάλιστα πάνω σε μια φεμινιστική συγκέντρωση στην πλατεία Ταλάτ-Αλ-Χαρμπ. Αν κι ήταν σχεδόν αποκλειστικά γυναικεία, όπως μας εξήγησε μια δημοσιογράφος που συμμετείχε, υπήρχαν περιμετρικά στην πλατεία γνωστοί τους άντρες, έτοιμοι να επέμβουν σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι. Εξάλλου δεν είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που είχαν σκοτωθεί κάποιοι σε διαδηλώσεις κι ειδικά οι γυναίκες ήταν ευάλωτες – περιπτώσεις κακοποίησης, ακόμα και βιασμών, είχαν υπάρξει (για όλα αυτά υπήρχαν κι υποψίες ότι ήταν μέρος κυβερνητικού σχεδίου).

Το ίδιο το σημερινό κέντρο του Καΐρου, στην ανατολική όχθη του Νείλου, είναι μια μάλλον σύγχρονη πόλη, με ψηλές πολυκατοικίες, δημόσια κτίρια, πεζόδρομους γεμάτους πλαστικές καρέκλες όπου ο κόσμος κάθεται μέχρι πολύ αργά τη νύχτα παίζοντας τάβλι και καπνίζοντας ναργιλέ (το Κάιρο είναι μια πόλη που ζει κυρίως τη νύχτα, αναμενόμενο αν σκεφτείς ότι βρίσκεται στη μέση της ερήμου) και πλατείες που λειτουργούν σαν κυκλικοί κόμβοι. Μια απ’ αυτές είναι κι η πλατεία Ταχρίρ, που έγινε το 2011 γνωστή ανά τον κόσμο σαν η καρδιά της επανάστασης. Το Φλεβάρη του ’13 το επαναστατικό κλίμα ήταν ακόμα ζωντανό: η πλατεία έδινε την αίσθηση μιας αυτόνομης περιοχής. Ήταν ακόμη γεμάτη με σκηνές, σημαίες, γκράφιτι και κόσμο, οι δρόμοι ήταν κλειστοί για τα αυτοκίνητα και ο κόσμος περπατούσε ή έπαιζε μπάλα στην άσφαλτο – σημαντικό για μια πόλη που οι χώροι πρασίνου είναι πολύ λίγοι και η πρόσβαση σ’ αυτούς συνήθως δεν είναι δωρεάν.

Εικόνα από πεζόδρομο του κεντρικού Καΐρου

Εικόνα από πεζόδρομο του κεντρικού Καΐρου

Ταχρίρ 2

Εικόνες από την πλατεία Ταχρίρ, ενόσω ακόμα η Επανάσταση ήταν ζωντανή

Εικόνες από την πλατεία Ταχρίρ, στους τελευταίους μήνες της επανάστασης.

Μεγάλες όμως είναι στο Κάιρο, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες μεγαλουπόλεις, κι οι οικονομικές αντιθέσεις. Πολύ κοντά στο κέντρο υπάρχουν φτωχογειτονιές με χωματόδρομους, γεμάτες σκουπίδια. Επίσης δίπλα απ’ το κέντρο είναι όμως και συνοικίες της ανώτερης τάξης, όπως η Γκάρντεν Σίτυ (όπου βρίσκονται κι οι περισσότερες πρεσβείες) ή το Ζάμαλεκ πάνω σ’ ένα νησί του Νείλου, που λειτουργεί και σαν περιοχή νυκτερινής διασκέδασης. Στην άλλη (τη δυτική) όχθη του Νείλου βρίσκονται προάστια της μεσαίας τάξης, όπως το Ντόκι και το Μουχαντεσίν. Αυτή η μορφωμένη μεσαία τάξη ήτανε μάλλον κι η ραχοκοκκαλιά της επανάστασης.

Φτωχογειτονειά κοντά στο Παλιό (Κοπτικό) Κάιρο

Φτωχογειτονειά κοντά στο Παλιό (Κοπτικό) Κάιρο

Ανατολικά του κέντρου και σε περπατήσιμη απόσταση είναι το Ισλαμικό Κάιρο, το παλιό κέντρο της πόλης όταν αυτή είχε γίνει μια από τις πιο σημαντικές στο μουσουλμανικό κόσμο, πριν από περίπου μια χιλιετία. Εδώ βρίσκεται η διάσημη Αγορά του Αλ Χαλίλη και τα πιο γνωστά τζαμιά του Καΐρου, όπως το Μπλε Τζαμί και το Αλ-Αζχάρ, το οποίο λειτούργησε και σαν ένα από τα πρώτα πανεπιστήμια στον κόσμο. Περπατώντας στο Ισλαμικό Κάιρο νιώθεις σαν να ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο, στον αραβικό Μεσαίωνα. Ακριβώς στα νότια βρίσκεται και το Κάστρο του Καΐρου.

Το Κάστρο του Καΐρου

Το Κάστρο του Καΐρου

Νότια απ’ το κέντρο, κοντά στη στάση Μαρ Γκιργκίς του μετρό, είναι και το Χριστιανικό (Κοπτικό) ή Παλιό Κάιρο, όπου ήταν η παλιά πόλη πριν την αραβική κατάκτηση. Εκεί βρίσκονται κι οι ιστορικές κόπτικες εκκλησίες της πόλης. Οι χριστιανοί Κόπτες είναι περίπου 10% του αιγυπτιακού πληθυσμού και βλέπουν τους εαυτούς τους ως τους ιθαγενείς Αιγύπτιους – από τη λέξη «Αιγύπτιοι» εξάλλου προέρχεται και το όνομά τους. Προσοχή για όποιον σκοπεύει να χρησιμοποιήσει το μετρό: μερικά βαγόνια είναι κρατημένα για γυναίκες και δεν επιτρέπεται η είσοδος σε άντρες – οι γυναίκες αντίθετα μπορούν να μπουν σε όποιο βαγόνι θέλουν.

Επίσης με το μετρό (το οποίο είναι το πρώτο της αφρικανικής ηπείρου) μπορεί κάποιος να πάει και στο νοτιοδυτικό προάστιο της Γκίζας, όπου βρίσκεται το Πανεπιστήμιο του Καίρου αλλά κι οι πυραμίδες. Για να φτάσει κάποιος πάντως στις πυραμίδες πρέπει να πάρει λεωφορείο ή ταξί, αφού βρίσκονται αρκετά έξω, ουσιαστικά μέσα στην έρημο.

Η έρημος Σαχάρα, όπως φαίνεται από την Σακάρα νότια του Καΐρου. Συνεχίζεται έτσι για χιλιάδες χιλιόμετρα.

Η έρημος Σαχάρα, όπως φαίνεται από την Σακάρα νότια του Καΐρου.

Εικόνα από την κοιλάδα του Νείλου στην περιοχή της Γκίζας.

Εικόνα από την κοιλάδα του Νείλου κοντά στην περιοχή της Γκίζας.

Την κοιλάδα του Νείλου διασχίζει το νυχτερινό τρένο Κάιρο-Λουξόρ-Ασουάν. Είναι τρένο μάλλον ειδικά σχεδιασμένο για τουρίστες (αν και ταξιδεύουν και μερικοί Αιγύπτιοι μ’ αυτό), με την ανάλογη τιμή φυσικά (45 Ευρώ σε μία κατεύθυνση, σε δίκλινη καμπίνα, για τα αιγυπτιακά δεδομένα μάλλον ακριβό). Σ’ αυτήν την τιμή πάντως συμπεριλαμβάνεται και η διανυκτέρευση με όλα τα απαραίτητα (σεντόνια κ.λπ.), καθώς και δείπνο και πρόγευμα. Η διαδρομή διαρκεί 12 ώρες από το Κάιρο μέχρι το Λουξόρ κι άλλες 3 μέχρι το Ασουάν.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνονται από το τρένο Λουξόρ-Ασουάν.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνονται από το τρένο Λουξόρ-Ασουάν.

Το Λουξόρ είναι μεσαίου μεγέθους πόλη (μισού εκατομμυρίου περίπου) και τουριστικός προορισμός κυρίως λόγω των πολλών αρχαιολογικών χώρων – εκεί βρισκόταν η αρχαία πόλη των Θηβών, πρωτεύουσα του νεότερου αιγυπτιακού βασιλείου. Στην ανατολική όχθη του Νείλου, όπου απλώνεται κι ο κύριος όγκος της πόλης, βρίσκεται το Καρνάκ κι η λεωφόρος των Σφιγγών, ενώ στη δυτική όχθη είναι η Κοιλάδα των Βασιλέων (για να περάσεις από τη μια όχθη στην άλλη υπάρχει φέρι-μποτ με αρκετά πυκνά δρομολόγια). Πέρα απ’ αυτά, το πιο ενδιαφέρον στην πόλη είναι ο παρόχθιος πεζόδρομος (το Corniche, όπως λένε οι Άραβες, δανειζόμενοι το γαλλικό όρο), όπου μπορείς να ξεφύγεις και λίγο από την πίεση των ταξιτζήδων, των βαρκάρηδων, των αμαξάδων κι όλων όσων βασίζονται στους τουρίστες για να βγάλουν τα προς το ζην.

Το φέριμποτ που συνδέει την ανατολική με τη δυτική όχθη του Νείλου στο Λουξόρ

Το φέριμποτ που συνδέει την ανατολική με τη δυτική όχθη του Νείλου στο Λουξόρ

Ακόμα λίγο πιο νότια είναι το Ασουάν, απ’ όπου αγγίζουμε σχεδόν τον Τροπικό του Καρκίνου. Αυτό σημαίνει ότι μία φορά το χρόνο, συγκεκριμένα στο θερινό ηλιοστάσιο, ο ήλιος βρίσκεται σχεδόν κάθετα πάνω από τη Γη – πράγμα που επέτρεψε στον Ερατοσθένη να υπολογίσει με σχετική ακρίβεια την περίμετρο της Γης ήδη από το 240 π.Χ. Η πόλη πάντως έχει και μια κάπως πιο τροπική-αφρικάνικη όψη. Στην περιοχή κατοικεί και η μειονότητα των (πιο σκουρόδερμων) Νούβιων.

Ο παρόχθιος πεζόδρομος στο Ασουάν (ανατολική όχθη) με την έρημο να ξεκινά σχεδόν άμεσα στη δυτική όχθη στο βάθος.

Ο παρόχθιος πεζόδρομος στο Ασουάν (ανατολική όχθη) με την έρημο να ξεκινά σχεδόν άμεσα στη δυτική όχθη στο βάθος.

Το νησί Ελεφαντίνη, όπως φαίνεται από την ανατολική όχθη του Νείλου στο Ασουάν (η δυτική όχθη φαίνεται πίσω στο βάθος). Στο νησί υπάρχουν και δύο νουβικά χωριά.

Το νησί Ελεφαντίνη, όπως φαίνεται από την ανατολική όχθη του Νείλου στο Ασουάν. Στο νησί υπάρχουν και δύο νουβικά χωριά.

Ένας άλλος προορισμός προσβάσιμος με το τρένο από το Κάιρο είναι φυσικά κι η Αλεξάνδρεια, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας και παραδοσιακά η πιο κοσμοπολίτικη. Το τρένο ξεκινά από το σταθμό Ραμσής στο Κάιρο (βορειοανατολικά του κέντρου), διασχίζει το Δέλτα του Νείλου και καταλήγει στην Αλεξάνδρεια μετά από περίπου 3 ώρες. Η πόλη μπορεί να έχει πλέον χάσει τον περισσότερο από το μη-αραβικό πληθυσμό της, παρ’ όλα αυτά διατηρεί στοιχεία της παλιάς της κοσμοπολίτικης ταυτότητας – κυρίως το ελληνικό στοιχείο, το οποίο οι Αλεξανδρινοί φαίνεται να έχουν σε ιδιαίτερη εκτίμηση.

Ένα από το πιο γνωστά καφέ-εστιατόρια της Αλεξάνδρειας είναι ο "Αθηναίος", από τα πολλά με ελληνικό όνομα.

Ένα από το πιο γνωστά καφέ-εστιατόρια της Αλεξάνδρειας είναι ο «Αθηναίος», από τα πολλά με ελληνικό όνομα.

Η Αλεξάνδρεια είναι μια σχεδόν «γραμμική» παραθαλάσσια πόλη, με πλάτος μόλις 3 περίπου χιλιόμετρα, αλλά μήκος 20 χιλιόμετρα. Όταν ένας κάτοικος της Μεσογείου έρχεται από το Κάιρο, θα τη νιώσει αμέσως πιο οικεία. Θυμίζει άλλες μεσογειακές πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη ή η Βηρυτός, ειδικά όταν περπατά κάποιος στον παραλιακό πεζόδρομο.

Ο παραλιακός πεζόρομος (Corniche) στην Αλεξάνδρεια. Συνεχίζεται έτσι για αρκετά χιλιόμετρα.

Ο παραλιακός πεζόδρομος (Corniche) στην Αλεξάνδρεια. Συνεχίζεται έτσι για αρκετά χιλιόμετρα.

Το ανατολικό (δηλαδή το παλιό) λιμάνι της Αλεξάνδρειας, με το φρούριο Κάιτ Μπέι στο βάθος.

Το ανατολικό (παλιό) λιμάνι της Αλεξάνδρειας, με το φρούριο Κάιτ Μπέι στο βάθος.


Αυτή ήταν η Αίγυπτος όπως την είδα πριν περίπου ενάμιση χρόνο, στους τελευταίους μήνες μιας επανάστασης που συντάραξε ολόκληρο τον κόσμο και τον έβγαλε κάπως από το μετα-ψυχροπολεμικό του λήθαργο. Μια χώρα με τεράστια οικονομικά-οικολογικά-πολιτικά προβλήματα, αλλά και με τεράστιο δυναμικό. Μπορεί οι πολιτικές εξελίξεις από τότε να ήταν απογοητευτικές, τόσο στην ίδια την Αίγυπτο όσο και στον αραβικό κόσμο γενικότερα. Η αιγυπτιακή νεολαία όμως, που γέμισε τους δρόμους και τις πλατείες του Καΐρου κι ανέτρεψε έναν δικτάτορα, τον οποίο στήριζαν όλες οι ξένες δυνάμεις, είναι ακόμα εκεί. Και δεν έχει πει την τελευταία της λέξη, γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι.

Ταχρίρ 3

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Γ’: Το τελος;

Κλασσικό

Το 1988 ο πόλεμος στο Λίβανο έμπαινε ήδη στο 14ο έτος του. Είχε αφήσει πίσω του τεράστιες καταστροφές, χωρίς πλέον να ξέρει και ο κόσμος για ποιο σκοπό τελικά γίνεται. Ο λιβανέζικος λαός ήταν εξαντλημένος απ’ τις μάχες και την κυριαρχία των ένοπλων ομάδων. Υπήρξαν μάλιστα και κάποιες κοινές εργατικές διαδηλώσεις κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής – ο κόσμος ζητούσε ειρήνη. Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία φάση του πολέμου, το ίδιο ή και περισσότερο καταστροφική με τις προηγούμενες, δεν είχε καν ξεκινήσει.

Το τελευταίο επεισόδιο: Ο Απελευθερωτικός Πόλεμος του Μισέλ Αούν

Το 1988 ήταν κι η χρονιά που έληγε η θητεία του Προέδρου Αμίν Τζεμαγέλ. Η διαδοχή του είχε εξελιχθεί σε πολύ δύσκολη υπόθεση: υποψήφιοι υπήρχαν πολλοί, αλλά στάθηκε αδύνατο να βρεθεί κάποιος που θα δέχονταν τόσο οι αντιμαχόμενες λιβανέζικες παρατάξεις όσο και η Συρία. Μπροστά στο αδιέξοδο, ο Τζεμαγέλ, κυριολεκτικά λίγα λεπτά πριν τη λήξη της θητείας του, διόρισε προσωρινή κυβέρνηση με πρωθυπουργό το Μαρωνίτη Στρατηγό Μισέλ Αούν. Αυτή θα είχε σκοπό να προετοιμάσει το έδαφος για την προεδρική εκλογή. Από τους Μουσουλμάνους αυτό θεωρήθηκε φυσικά παραβίαση του Εθνικού Συμφώνου, αφού με βάση αυτό ο πρωθυπουργός θα έπρεπε να είναι Σουνίτης. Έτσι, η κυβέρνηση του Μουσουλμάνου Σαλίμ αλ-Χος αρνήθηκε να παραιτηθεί και να παραδώσει την εξουσία στον Αούν. Ο Λίβανος βρέθηκε έτσι χωρίς κανέναν πρόεδρο, αλλά με δυο παράλληλους πρωθυπουργούς.

Ο Μισέλ Αούν ήταν στρατηγός του Λιβανέζικου Στρατού. Η δράση του εναντίον των ένοπλων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανικών, που τόσο είχαν ταλαιπωρήσει το λιβανέζικο πληθυσμό τα προηγούμενα χρόνια, τον βοήθησε να κερδίσει συμπάθειες ακόμα και από πολλούς Μουσουλμάνους. Ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του σαν τον ηγέτη που θα ένωνε όλους τους Λιβανέζους και θα ξεπερνούσε τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Για να πετύχει το στόχο του όμως, είχε έναν κύριο εχθρό να αντιμετωπίσει: τη Συρία, που τότε ήταν με το στρατό της παρούσα μέσα στο Λίβανο. Το Μάρτη του ’89 κήρυξε τον Απελευθερωτικό Πόλεμο ενάντια στη συριακή κατοχή.

Στη μάχη αυτή ο Αούν μπορούσε να υπολογίζει στη εξωτερική βοήθεια των άλλων εχθρών του συριακού καθεστώτος του Άσαντ: την ΟΑΠ του Αραφάτ και το Ιράκ του Σαντάμ Χουσέιν. Αυτή όμως δεν μπορούσε φυσικά να τον προστατεύσει απέναντι στους μαζικούς βομβαρδισμούς της Ανατολικής Βηρυτού από τα συριακά στρατεύματα. Ιδιαίτερα αφού είχε ανοίξει ακόμα ένα μέτωπο: πολεμούσε ταυτόχρονα και ενάντια στις δυνάμεις του επίσης Μαρωνίτη Σαμίρ Ζάζα, κύριου ηγέτη τότε της χριστιανικής Δεξιάς.

Εν τω μεταξύ, με αραβική μεσολάβηση, οι διάφορες πλευρές κατέληξαν ήδη από το τέλος του ’89 σε μια συμφωνία για τη λήξη του πολέμου, τη Συμφωνία του Ταΐφ όπως ονομάστηκε. Ο Αούν δεν τη δέχτηκε και συνέχισε τον πόλεμο εναντίον της Συρίας. Οι διεθνείς εξελίξεις όμως ήταν αρνητικές γι’ αυτόν. Τον Αύγουστο του ’90, ο Σαντάμ Χουσέιν εισέβαλε στο Κουβέιτ. Αυτό δεν σήμαινε μόνο ότι ήταν πλέον πολύ απασχολημένος για να βοηθήσει τον Αούν, αλλά έφερε και μια προσέγγιση της Συρίας με τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ ήθελαν τη Συρία να συμμετάσχει στην εκστρατεία που ετοίμαζαν εναντίον του Σαντάμ – και η τιμή που πλήρωσαν γι’ αυτό ήταν να δώσουν ουσιαστικά στη Συρία ελευθερία κινήσεων στο Λίβανο. Προς το τέλος του ’90, ο Αούν είχε απομονωθεί σχεδόν εντελώς.

Τον Οκτώβρη τελικά η Συρία, μαζί με τους λιβανέζους συμμάχους της, εξαπέλυσαν την τελική επίθεση, που έφτασε μέχρι την κατοικία του Αούν. Αυτός δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταφύγει στη γαλλική πρεσβεία κι από εκεί στη Γαλλία. Μετά από 15 χρόνια και 5 μήνες, ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου είχε τελειώσει.

Ο Μισέλ Αούν. Σε μια για τα λιβανέζικα τδεδομένα όχι τόσο παράξενη στροφή, σήμερα είναι ο ηγέτης της μεγαλύτερης χριστιανικής παράταξης που υποστηρίζει το καθεστώς Άσαντ. Πηγή: www.lebanonews.net

Ο Μισέλ Αούν. Σε μια (για τα λιβανέζικα δεδομένα όχι τόσο ασυνήθιστη) στροφή 180 μοιρών, σήμερα ηγείται της πιο σημαντικής χριστιανικής ομάδας του φιλοσυριακού στρατοπέδου.
Πηγή: http://www.lebanonews.net

Η δύσκολη εφαρμογή της Συμφωνίας του Ταΐφ

Η συμφωνία τερματισμού του πολέμου, που πήρε το όνομα της από τη σαουδαραβική πόλη στην οποία είχε γίνει η σχετική σύσκεψη, είχε ήδη υπογραφεί από το τέλος του ’89, αλλά λόγω της μη αποδοχής της από τον Αούν, έπρεπε να περιμένει μέχρι την ήττα του στα τέλη του ’90 για να εφαρμοστεί. Τα βασικά της σημεία ήταν τα εξής:

  • Η αναλογία με την οποία μοιράζονταν οι κοινοβουλευτικές θέσεις, μετατράπηκε από 6:5 (υπέρ των Χριστιανών) σε 1:1.
  • Το σύστημα έγινε λίγο πιο κοινοβουλευτικό, ενδυναμώνοντας κάπως το ρόλο του (Σουνίτη) πρωθυπουργού και του (Σιίτη) Προέδρου της Βουλής, σε σχέση μ’ αυτόν του (Μαρωνίτη) Προέδρου της Δημοκρατίας.
  • Έγινε μια επανάληψη ουσιαστικά της αρχής της αραβικότητας αλλά και ανεξαρτησίας και ενότητας του Λιβάνου.
  • Η κατάργηση των επίσημων θρησκευτικών διαχωρισμών αναφέρθηκε ως ιδεατός στόχος, παραπέμφθηκε όμως σε κάποιο ακαθόριστο χρονικό σημείο στο μέλλον.
  • Οι ένοπλες ομάδες έπρεπε να παραδώσουν τα όπλα τους και να παραμείνουν μόνο οι επίσημες κρατικές λιβανέζικες ένοπλες δυνάμεις.
  • Καθοριζόταν επίσης ο στόχος της απελευθέρωσης του Νότιου Λιβάνου από την ισραηλινή κατοχή.

Η εφαρμογή αποδείχτηκε δύσκολη, όπως ήταν αναμενόμενο. Η Χεζμπολάχ αρνήθηκε να καταθέσει τα όπλα της, με τη δικαιολογία ότι ήταν υποχρεωμένη να αμυνθεί ενάντια στη (συνεχιζόμενη) ισραηλινή κατοχή. Ακόμα και σήμερα, 14 χρόνια μετά την αποχώρηση του ισραηλινού στρατού, συνεχίζει να λειτουργεί ως ένοπλη ομάδα παράλληλα με το λιβανέζικο στρατό. Οι πολιτικές δολοφονίες και οι βομβιστικές επιθέσεις δεν σταμάτησαν ποτέ εντελώς, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι το 2005. Σε κάποια χρονικά σημεία αναβίωσαν μάλιστα κι οι μάχες μεταξύ ένοπλων ομάδων, όπως έγινε π.χ. το 2008 στη Βηρυτό (όπου ευτυχώς σταμάτησαν πριν πάρουν μεγαλύτερες διαστάσεις) ή όπως από το 2011 και μετά στην Τρίπολη μεταξύ Αλαουιτών και Σουνιτών ισλαμιστών. Και φυσικά δεν μπορεί κάποιος να ξεχάσει και τον πόλεμο του 2006 με το Ισραήλ.

Πορτραίτο του Ραφίκ Χαρίρι, Σουνίτη μεγαλοεπιχειρηματία στη Σαουδική Αραβία, που με το τέλος του εμφυλίου επέστρεψε στo Λίβανο, για να αναλάβει το ρόλο του πρωθυπουργού επί 10 χρόνια. Δολοφονήθηκε το 2005, με φημολογούμενη ανάμιξη της Συρίας και της Χεζμπολάχ. Η δολοφονία του ήταν η αφορμή για ένα κύμα διαδηλώσεων, που είχε ως αποτέλεσμα των αποχώρηση του συριακού στρατού. Πηγή: cnn.com

Πορτραίτο του Ραφίκ Χαρίρι, Σουνίτη μεγαλοεπιχειρηματία με σαουδαραβικές διασυνδέσεις, που μετά το τέλος του εμφυλίου διετέλεσε πρωθυπουργός επί 10 χρόνια. Δολοφονήθηκε το 2005, με φημολογούμενη ανάμιξη της Συρίας και της Χεζμπολάχ. Η δολοφονία του ήταν η αφορμή για ένα κύμα διαδηλώσεων, που είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση του συριακού στρατού.
Πηγή: cnn.com

Σήμερα, η πολιτική κατάσταση χαρακτηρίζεται από το χωρισμό σε δύο βασικά στρατόπεδα: το «αντισυριακό» (πιο σωστά: αντι-Άσαντ), ονομαζόμενο «της 14ης Μαρτίου», και το φιλοσυριακό, που λέγεται «της 8ης Μαρτίου». Οι περισσότερες σουνιτικές δυνάμεις στηρίζουν το πρώτο, ενώ οι σιιτικές (κυρίως η Αμάλ και η Χεζμπολάχ) αποτελούν τον πυρήνα του δεύτερου. Οι Χριστιανοί και η (περιθωριοποιημένη πλέον) Αριστερά είναι διασπασμένοι και διχασμένοι ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, ενώ οι Δρούζοι υπό τον Τζουμπλάτ λειτουργούν σαν εκκρεμές, μετακινούμενοι πότε προς το ένα και πότε προς το άλλο.

Ο Ουαλίντ Τζουμπλάτ (κάτω δεξιά) μαζί με Δρούζους uqqal. Η συνεχής αλλαγή στρατοπέδων, που χαρακτηρίζει τη μεταπολεμική του δράση, έχει γίνει σχεδόν παροιμιώδης. Παρ' όλα αυτά παραμένει ο πιο σημαντικός ηγέτης των Δρούζων.

Ο Ουαλίντ Τζουμπλάτ (κάτω δεξιά) μαζί με Δρούζους uqqal. Η συνεχής αλλαγή στρατοπέδων, που χαρακτηρίζει τη μεταπολεμική του δράση, έχει γίνει σχεδόν παροιμιώδης. Παρ’ όλα αυτά παραμένει ο πιο σημαντικός ηγέτης των Δρούζων.

Επίλογος για έναν ανούσιο (;) πόλεμο

Πριν το 1975, ο Λίβανος ήταν γνωστός ως η «Ελβετία της Μέσης Ανατολής» και η Βηρυτός ως το «Παρίσι της Μέσης Ανατολής». Είχε πίσω του δεκαετίες συνεχούς (αν και άνισης) οικονομικής ανάπτυξης, ήταν μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αστικοποιημένη και είχε ένα (για τα αραβικά δεδομένα) πολύ ψηλό επίπεδο παιδείας. Ήταν επίσης ένας σημαντικός τουριστικός προορισμός (1,5 εκατομμύριο τουρίστες πριν το 1975). Το 1990, ήταν μια χώρα κατεστραμμένη απ’ τον πόλεμο, υπό τον έλεγχο διάφορων ένοπλων ομάδων, με 90-150.000 νεκρούς πίσω της, πολλοί απ’ αυτούς άμαχοι κι αρκετοί μέχρι σήμερα αγνοούμενοι, που ο μόνος λόγος για τον οποίο σκοτώθηκαν ήταν η θρησκεία που αναγραφόταν στην ταυτότητά τους. Έκτοτε υπήρξε μια εξέλιξη και μια ανοικοδόμηση, την παλιά του δόξα πάντως o Λίβανος δύσκολα θα την ξαναποκτήσει.

Για τις πολλές σφαγές αμάχων δεν υπήρξε ουσιαστικά καμία τιμωρία, ακόμα και για την παγκόσμια γνωστή περίπτωση της Σάμπρα και Σατίλα. Οι υπεύθυνοι του πολέμου είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοί που ακόμα κυβερνούν τη χώρα. Αν και έχουν υπάρξει κάποιες αντιδράσεις από την κοινωνία των πολιτών σ’ αυτό το θέμα, δεν είχαν τόση βαρύτητα ώστε ν’ αλλάξουν κάτι.

Γιατί όμως έπρεπε να γίνει τελικά αυτός ο πόλεμος και γιατί να κρατήσει τόσο πολύ; Για να μπορέσουμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, είναι σημαντικό να συγκρατήσουμε μερικές ιδιαιτερότητές του:

Ο βαθμός των εξωτερικών επεμβάσεων: Στη διάρκεια του πολέμου αναμίχθηκαν τουλάχιστον οι ακόλουθες χώρες: Συρία, Ισραήλ, ΗΠΑ, Γαλλία, Ιράκ, Σαουδική Αραβία, Ιράν, Λιβυή. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είχε γίνει θέμα ..πρεστίζ για κάθε δύναμη της περιοχής, να έχει τουλάχιστον μια στρατιωτική ομάδα της επιρροής της στον πόλεμο του Λιβάνου.

Η διάσπαση του πολέμου: Ο «Πόλεμος του Λιβάνου» είναι ουσιαστικά πολλοί πόλεμοι στη συσκευασία ενός: διετής πόλεμος Λιβανέζικου Μετώπου – Εθνικού Κινήματος/Παλαιστινίων, ισραηλινή εισβολή και αντίσταση, Πόλεμος του Βουνού μεταξύ Δρούζων και Μαρωνιτών, Πόλεμος των Καταυλισμών μεταξύ Σιιτών και Παλαιστινίων, ενδοσιιτική σύγκρουση Αμάλ-Χεζμπολάχ, Απελευθερωτικός Πόλεμος του Αούν. Για να μην αναφέρουμε και τις πολλές άλλες μικρότερες συγκρούσεις.

Ο χαρακτήρας της σύγκρουσης κι η εξέλιξή του: Ξεκίνησε περίπου ως εξέγερση με πολιτικο-κοινωνικό πρόσημο, για να καταλήξει ως μια χαοτική σύγκρουση διάφορων καπετανάτων, με εναλλασσόμενες συμμαχίες. Πολλοί τον θεώρησαν θρησκευτικό πόλεμο, πιστεύω όμως ότι με τη σύντομη περιγραφή που έκανα σ’ αυτά τα άρθρα έγινε καθαρό ότι αυτό δεν θα ήταν ακριβές. Οι ηγέτες της Αριστεράς ήταν πολύ συχνά Χριστιανοί, οι ενδοκοινοτικές συγκρούσεις ήταν σε διάφορες φάσεις του πολέμου πιο έντονες, ενώ ακόμα και οι ηγέτες των ομάδων που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα μιας κοινότητας ήταν κατά κανόνα «κοσμικοί» παρά θρησκευτικοί. Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν καμία απ’ αυτές τις ομάδες δεν οριζόταν επίσημα με βάση τη θρησκεία, αλλά προτιμούσε ν’ αναφέρεται στην ιδεολογία της, και ήταν θεωρητικά ανοικτή σε άτομα απ’ όλες τις κοινότητες. Η (κυρίως μαρωνιτική) Φάλαγγα στηριζόταν στο λιβανέζικο εθνικισμό, το (κυρίως σουνιτικό) Μουραμπιτούν στον παναραβικό εθνικισμό, το κόμμα του Τζουμπλάτ (που εκπροσωπούσε τους Δρούζους) στο σοσιαλισμό και ούτω καθεξής. Ακόμα κι η Χεζμπολάχ εγκατέλειψε σταδιακά το στόχο μιας σιιτικής θεοκρατίας και προτιμά πλέον να ταυτίζεται με την αντι-ισραηλινή αντίσταση.

Το (επιφανειακά) μηδενικό αποτέλεσμα: ο λιβανέζικος πόλεμος δεν είχε ένα καθαρό αποτέλεσμα, νικητές και ηττημένους. Η συμφωνία του Ταΐφ δεν διέφερε και πολύ από το προπολεμικό καθεστώς: μετά από 15 χρόνια καταστροφικών μαχών η χώρα επέστρεψε λίγο-πολύ εκεί που ήταν πριν. Όλες οι ομάδες είχαν ουσιαστικά αποτύχει στους στόχους τους: αυτοί που ήθελαν την ανατροπή του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος είδαν τη διαιώνισή του, ενώ αυτοί που ήθελαν με κάθε κόστος τη διατήρηση της λιβανέζικης ανεξαρτησίας είδαν μια διπλή ισραηλινό-συριακή κατοχή της χώρας. Από μια θετική άποψη, μπορούμε τουλάχιστον να πούμε ότι δεν είχε ως αποτέλεσμα μια μόνιμη γεωγραφική διαίρεση σε εθνο-θρησκευτικά «καθαρές» πολιτικές οντότητες, όπως συνέβη στα Βαλκάνια αλλά και στην Κύπρο (αν και σαφώς ο πόλεμος βοήθησε στο να αυξηθεί ο βαθμός εθνο-θρησκευτικής καθαρότητας στις διάφορες περιοχές που συναποτελούν το Λίβανο).

Μια δεύτερη ματιά δείχνει φυσικά ότι σε κοινωνικό επίπεδο τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι οι αντιμαχόμενες ομάδες που ουσιαστικά ξεκίνησαν τον πόλεμο, πέρασαν ως συνέπειά του σχεδόν όλες σε δεύτερη μοίρα. Οι Παλαιστίνιοι κι η ΟΑΠ σχεδόν εξαφανίστηκαν από το πολιτικό σκηνικό του Λιβάνου, η κομμουνιστική Αριστερά (ακολουθώντας και τις διεθνείς τάσεις) περιθωριοποιήθηκε, ενώ η μαρωνίτικη Δεξιά αποδυναμώθηκε μεταξύ άλλων και μέσω της μαζικής μετανάστευσης που προκάλεσε ο πόλεμος, στην οποία υπερεκπροσωπούνταν οι Χριστιανοί. Οι Μαρωνίτες κατέληξαν να είναι περίπου μια μειονότητα σ’ ένα κράτος που παραδοσιακά θεωρούσαν «δικό τους». Αντίθετα αναδείχθηκαν νέες ομάδες σε κυρίαρχο ρόλο. Η σουνιτική ελίτ του τύπου Ραφίκ Χαρίρι, συνδεδεμένη με τη Σαουδική Αραβία και τις άλλες μοναρχίες του Κόλπου, φαίνεται ότι σε κάποιο βαθμό αντικατέστησε τη μαρωνίτικη κυριαρχία, ενώ το σιιτικό-ισλαμιστικό κίνημα της Χεζμπολάχ, που γεννήθηκε μέσα στον πόλεμο, εξελίχθηκε σε πολύ αποφασιστικό παράγοντα, δίπλα φυσικά και στην άλλη σιιτική δύναμη, την Αμάλ. Οι δύο τελευταίες δυνάμεις εκπροσωπούν φυσικά και τα συριακά-ιρανικά συμφέροντα.

Ίσως αυτές οι εξελίξεις να δείχνουν και την ουσία του λιβανέζικου πολέμου: το πέρασμα από μια εποχή που κυριαρχούσε η σύγκρουση προοδευτικών και συντηρητικών ιδεολογιών, σε μια που οι συγκρούσεις έχουν λιγότερο ιδεολογικό κι όλο και περισσότερο «κοινοτικό» ή προσωποκεντρικό χαρακτήρα. Ο λιβανέζικος πόλεμος είχε από την αρχή και τα δύο αυτά στοιχεία ταυτόχρονα, αλλά όσο εξελισσόταν τόσο φαινόταν ότι το δεύτερο κυριαρχούσε. Στο Λίβανο, όπως και στη Μέση Ανατολή γενικά, αυτό εκφράζεται σήμερα κυρίως μέσω της σύγκρουσης Σουνιτών-Σιιτών, μια τραγική αναβίωση μιας παλιότερης σύγκρουσης που μπορεί να φαινόταν πριν μερικές δεκαετίες ότι είχε ξεπεραστεί.

Πώς θα καταγραφεί τελικά ο Πόλεμος του Λιβάνου από τους ιστορικούς του μέλλοντος; Ως ένα δυστυχές διάλειμμα σε μια κατά τ’ άλλα πετυχημένη πολυθρησκευτική συμβίωση; Ή ως το πρώτο βήμα μιας διαδικασίας βίαιης μετάλλαξης της Μέσης Ανατολής, από πολυθρησκευτική περιοχή σε περιοχή με «καθαρά» εθνο-θρησκευτικά κράτη, ανάλογη μ’ αυτήν που είδαμε στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία και μεταξύ άλλων έφερε και τη διχοτόμηση της Κύπρου;

Δυστυχώς, υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν προς τη δεύτερη εναλλακτική. Κυρίως ο πόλεμος της Συρίας, που έχει αρκετά παρόμοια χαρακτηριστικά μ’ αυτόν του Λιβάνου. Αλλά με μια αγριότητα και φανατισμό, που κάνει το λιβανέζικο εμφύλιο να μοιάζει σχετικά ήπιος. Σε 3 μόνο χρόνια πολέμου, η Συρία μετράει ήδη περισσότερους νεκρούς και πρόσφυγες παρά ο Λίβανος σε όλα τα 16 χρόνια του εμφυλίου.

Δίπλα στη σύγκρουση Σουνιτών-Σιιτών, πολύ λυπηρή είναι και η εξέλιξη των χριστιανικών κοινοτήτων, που συνέχεια μειώνονται και σε αριθμό και σε σημασία, ακόμα και στο Λίβανο. Και μόνο το ότι σήμερα πρέπει να τονίζεται από τους Λιβανέζους αξιωματούχους ότι οι Χριστιανοί αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού και της κοινωνίας της Μέσης Ανατολής, είναι τραγικό. Πριν μόλις μερικές δεκαετίες, αυτό ήταν αυτονόητο – εξάλλου ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία μεσανατολικής προέλευσης.

Από την άλλη, αυτή η διαδικασία δεν είναι και χωρίς αντίδραση. Οι ελπίδες ανατροπής του πλαισίου που προσπαθούν να επιβάλλουν οι δυνάμεις του θρησκευτικού-πολιτισμικού διαχωρισμού (και στις τελευταίες συγκαταλέγονται και δυτικοί διανοούμενοι του τύπου Σάμιουελ Χάντιγκτον) είναι ακόμα αρκετές. Για να μπορέσουν όμως να πραγματοποιηθούν, πρέπει να δυναμώσουν ξανά οι ενωτικές προοδευτικές ιδεολογίες και να τολμήσουν αυτές την αναμέτρηση με το στάτους κβο. Ο πολύ νέος πληθυσμός των αραβικών χωρών, που εκφράστηκε μέσω των εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης, είναι η μεγαλύτερη ελπίδα προς αυτήν την κατεύθυνση.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία:

  • Sune Haugbolle (2011): The historiography and the memory of the Lebanese civil war (σύνδεσμος)
  • Hassan Krayem: The Lebanese Civil War and the Taif Agreement (σύνδεσμος)
  • Samir Makdisi & Richard Sadaka (2003): The Lebanese Civil War, 1975-1990. (σύνδεσμος)
 

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Β’: Ξενες επεμβασεις

Κλασσικό

Μετά από δυο χρόνια πολέμου, ο Λίβανος δεν ήταν πια στις αρχές του 1977 ο ίδιος με πριν. Ο λιβανέζικος στρατός είχε διασπαστεί, το κράτος είχε περάσει σε δεύτερο ρόλο σε σχέση με τις διάφορες ένοπλες οργανώσεις, ο συριακός στρατός ήταν μέσα στη χώρα. Η Βηρυτός είχε ουσιαστικά διχοτομηθεί. Από τη μια ήταν η Δυτική Βηρυτός, που ελεγχόταν από το Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους – κατά πλειοψηφία ήταν μουσουλμανική, αλλά όχι απόλυτα, μια και μεγάλο ποσοστό των μελών των αριστερών οργανώσεων ήταν χριστιανικής καταγωγής. Από την άλλη, η Ανατολική Βηρυτός, ελεγχόμενη από τη χριστιανική Δεξιά και εκκαθαρισμένη σχεδόν από κάθε μη χριστιανικό στοιχείο. Τις δύο πλευρές χώριζε η Πράσινη Γραμμή (αυτή δεν είναι «προνόμιο» της Λευκωσίας).

Η Πράσινη Γραμμή της Βηρυτού Πηγή: en.wikipedia.org

Η Πράσινη Γραμμή της Βηρυτού
Πηγή: en.wikipedia.org

Η συριακή επέμβαση είχε αλλάξει ριζικά τα δεδομένα, κάνοντας την ιστορία πολύ πιο περίπλοκη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η σύγκρουση φαινόταν σχετικά απλή και τα στρατόπεδα ξεκάθαρα: από τη μια ένα συντηρητικό δεξιό χριστιανικό μέτωπο με συμπάθειες από την αμερικανική κι ισραηλινή πλευρά, κι από την άλλη μια συμμαχία Αριστερών-Μουσουλμάνων-Παναραβιστών-Παλαιστινίων, που είχε την εύνοια των θεωρούμενων ως προοδευτικών αντι-ιμπεριαλιστικών αραβικών καθεστώτων. Η στροφή όμως του συριακού καθεστώτος, που συγκαταλεγόταν στα τελευταία, προς τη λιβανέζικη Δεξιά, ήταν ουσιαστικά η πρώτη κίνηση αποσύνθεσης αυτού του σχετικά σταθερού πολιτικού σκηνικού. Μέσα στα επόμενα χρόνια οι εσωτερικές συγκρούσεις έγιναν μαζικό φαινόμενο. Τα στρατόπεδα θα άλλαζαν διαρκώς, σε σημείο που να μην ξέρει κάποιος ποιός είναι ο πραγματικός του φίλος και ποιός ο εχθρός.

Η ισραηλινή επέμβαση κι η άνοδος του Μπασίρ Τζεμαγέλ

Λίγους μόνο μήνες μετά τη σχετική ειρήνευση, η βία επανήλθε. Οι Παλαιστίνιοι κι ο Τζουμπλάτ δεν φαίνονταν πρόθυμοι να συμβιβαστούν με τη συριακή κατοχή και την επαναφορά στο προπολεμικό καθεστώς. Συγκρούσεις Παλαιστινίων και χριστιανικής Δεξιάς ξέσπασαν στο Νότιο Λίβανο. Ταυτόχρονα όμως η δράση των παλαιστινιακών ένοπλων ομάδων έφερε μια αποξένωση ακόμα κι από το μουσουλμανικό πληθυσμό του Νότου (κυρίως Σιίτες), που έπρεπε να υπομένει τα ισραηλινά αντίποινα.

Η στάση της Συρίας άλλαξε ακόμα μια φορά κι έγινε λιγότερο ευνοϊκή προς τη λιβανέζικη Δεξιά. Αυτό όμως είχε σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω προσέγγιση του Ισραήλ με τη Φάλαγγα, ως αντίδραση. Στην τελευταία κυριαρχούσε τώρα ο γιος του ιδρυτή Πιέρ Τζεμαγέλ, ο Μπασίρ, γνωστός για την αδιαλλαξία και το σκληρό του χαρακτήρα.

Ο Μπασίρ Τζεμαγέλ  Πηγή: yallamusic.files.wordpress.com

Ο Μπασίρ Τζεμαγέλ
Πηγή: yallamusic.files.wordpress.com

Τρεις πολιτικές δολοφονίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πορεία των πραγμάτων. Πρώτον, το ’77 δολοφονήθηκε ο χαρισματικός Καμάλ Τζουμπλάτ, πράγμα που μάλλον οδήγησε σταδιακά στην αποδυνάμωση της Αριστεράς. Δεύτερον, το ’78 εξαφανίζεται ο Σιίτης ηγέτης της Αμάλ, Μούσα αλ Σάντρ, στη διάρκεια ταξιδιού του στη Λιβυή, με υπόνοιες για παλαιστινιακή ανάμιξη. Κάτι που μάλλον συνέτεινε στην επιδείνωση των σχέσεων Σιιτών και Παλαιστινίων, οι οποίες ήταν ήδη επιβαρυμένες, όπως είπαμε πριν. Και τέλος, το ’79 δολοφονείται ο Αμπού Χασάν, έμπιστος του Αραφάτ, που έπαιζε και το ρόλο συνδέσμου ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και τους Φαλαγγίτες. Μετά απ’ αυτό, εντάθηκε η προσέγγιση της Φάλαγγας με το Ισραήλ.

Το 1978 το Ισραήλ εισέβαλε για πρώτη φορά στο Νότιο Λίβανο, με σκοπό να εκδιώξει τους Παλαιστίνιους μαχητές και να δημιουργήσει μια ζώνη ασφαλείας. Ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε μετά από λίγο, φρόντισε όμως να αφήσει τον έλεγχο της περιοχής σε μια νεοσυσταθείσα δύναμη, το Νοτιο-Λιβανέζικο Στρατό υπό την ηγεσία του Σαάντ Χαντάντ, που συνέχισε την καταδίωξη των Παλαιστινίων και συνεργάστηκε απροκάλυπτα με το Ισραήλ. Αυτό φυσικά ευνόησε και τον άλλο Λιβανέζο σύμμαχο του Ισραήλ, τη Φάλαγγα και τον Μπασίρ Τζεμαγέλ.

Ο Σαάντ Χαντάντ, αρχηγός του Νότιο-Λιβανέζικου Στρατού. Μετά την οριστική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού το 2000 από το Νότιο Λίβανο, τα μέλη του στρατού θεωρήθηκαν προδότες και καταδιώχθηκαν. Πολλοί κατέφυγαν και ζουν μέχρι σήμερα στο Ισραήλ. Πηγή: histoiremilitairedumoyenorient.wordpress.com

Ο Σαάντ Χαντάντ, αρχηγός του Νότιο-Λιβανέζικου Στρατού. Μετά την οριστική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού το 2000 από το Νότιο Λίβανο, τα μέλη του στρατού θεωρήθηκαν προδότες και καταδιώχθηκαν. Πολλοί κατέφυγαν και ζουν μέχρι σήμερα στο Ισραήλ.
Πηγή: histoiremilitairedumoyenorient.wordpress.com

Ήδη από το 1978 η Φάλαγγα είχε μετακινήσει την επιθετικότητά της όχι μόνο προς την Αριστερά, τους Παλαιστινίους και τη Συρία, αλλά κι ενάντια στις άλλες πρώην σύμμαχες μαρωνιτικές οργανώσεις. Εξόντωσε σχεδόν την ομάδα του πρώην προέδρου Φραντζίγιε, ο οποίος κρατούσε πιο φιλο-συριακή στάση. Το 1980 επιτέθηκε και νίκησε και την άλλη σημαντική μαρωνίτικη δύναμη, αυτήν του Ντάνι Σαμούν, γιου του άλλου πρώην προέδρου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όλες οι μαρωνιτικές δυνάμεις ενώθηκαν υπό την κυριαρχία της Φάλαγγας και το νέο τίτλο «Λιβανέζικες Δυνάμεις«. Κι ο Μπασίρ Τζεμαγέλ ένιωθε ότι άνοιγε ο δρόμος για την απόλυτη εξουσία.

Το 1982 έγινε τελικά αυτό που πολλοί περιμένανε – κι ο Τζεμαγέλ προσδοκούσε. Ο ισραηλινός στρατός, υπό την ηγεσία του Αριέλ Σαρόν, εισέβαλε για δεύτερη φορά στο Λίβανο – αυτή τη φορά όμως για να μείνει. Και δεν σταμάτησε όπως την τελευταία φορά μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από τα σύνορα, όσο χρειαζότανε δηλαδή για να εγγυηθεί την ασφάλεια του Ισραήλ από παλαιστινιακές επιθέσεις. Αντίθετα προς έκπληξη πολλών, συνέχισε την προέλαση του μέχρι την πρωτεύουσα. Ήταν φανερό ότι στόχος ήταν ο ίδιος ο Γιασέρ Αραφάτ – ήταν για το Ισραήλ η ολοκληρωτική μάχη με την ΟΑΠ, η οποία είχε γίνει υπερβολικά δυνατή κι επικίνδυνη.

Μετά από δύο μήνες σκληρής πολιορκίας και βομβαρδισμών της Δυτικής Βηρυτού, η αντίσταση των Παλαιστίνιων κάμφθηκε. Ο Αραφάτ μαζί με την ηγεσία της ΟΑΠ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Λίβανο – παρεμπιπτόντως, με πρώτο επόμενο σταθμό την Αθήνα (για να θυμόμαστε ότι υπήρχαν και τέτοιες εποχές). Κι ο Μπασίρ Τζεμαγέλ πέτυχε τελικά το στόχο του: έφτασε ως το προεδρικό αξίωμα, πατώντας όμως πάνω στα ισραηλινά άρματα. Δεν πρόλαβε να χαρεί την επιτυχία του – δολοφονήθηκε το Σεπτέμβρη του ’82, πριν ακόμα καν ορκιστεί.

Η ισραηλινή κατοχή της Βυρητού – Σάμπρα και Σατίλα

Μετά τη δολοφονία του Τζεμαγέλ, ο ισραηλινός στρατός εισήλθε μέσα στη Δυτική Βηρυτό. Κι έτσι για πρώτη – και τελευταία μέχρι στιγμής – φορά στην ιστορία του, βρέθηκε να κατέχει μια αραβική πρωτεύουσα. Το σοκ ήταν μεγάλο, δεν έμεινε όμως χωρίς αντίδραση. Σχεδόν άμεσα ιδρύθηκε το Μέτωπο Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης (γνωστό από τα αραβικά αρχικά του ως «Τζαμούλ«), κυρίως από τα κομμουνιστικά κι άλλα αριστερά κόμματα, οργανώνοντας επιθέσεις στα ισραηλινά στρατεύματα και κάνοντας το κόστος της κατοχής μεγάλο.

Ο Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης. Πηγή: www.alkalimaonline.com

Ο (Μαρωνίτης) Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης του Τζαμούλ.
Πηγή: http://www.alkalimaonline.com

Τελικά, ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από τη Δυτική Βηρυτό μετά από μερικές μόνο μέρες. Θα υποχωρούσε σταδιακά μέχρι την περιοχή του Νότιου Λιβάνου κοντά στα σύνορα του Ισραήλ, την οποία έμελλε να κατέχει για ακόμα 18 χρόνια. Πριν φύγει όμως, ο ισραηλινός στρατός θα συνδεόταν με μια από τις πιο μεγάλες σφαγές σε ολόκληρη την ιστορία του λιβανέζικου εμφυλίου.

Στις 16.9.82, δύο μόλις μέρες μετά τη δολοφονία του Μπασίρ Τζεμαγέλ, Φαλαγγίτες εξοργισμένοι  για το φόνο του αρχηγού τους, μπαίνουν στις συνοικίες Σάμπρα και Σατίλα (η δεύτερη είναι παλαιστινιακός καταυλισμός), με την άδεια του ισραηλινού στρατού, υποτίθεται για την εξουδετέρωση κάποιων εναπομείναντων Παλαιστίνιων μαχητών. Θα μείνουν εκεί δυο μέρες, οργανώνοντας ένα πραγματικό όργιο βίας. Ο απολογισμός: 1400 – 2000 νεκροί (ανάμεσά τους πολλά γυναικόπαιδα και γέροι), καθώς και μαζικοί βιασμοί. Ο ισραηλινός στρατός, που ακόμα κατείχε τότε τη Βηρυτό, έμεινε απ’ έξω παρακολουθώντας τη σφαγή, αναλαμβάνοντας κιόλας κατά παράκληση των Φαλαγγιτών το νυχτερινό φωτισμό με φωτοβολίδες.

Εικόνες μετά τη σφαγή στη Σάμπρα και Σατίλα. Πηγή: www.independent.co.uk

Εικόνες από τη Σάμπρα και Σατίλα.
Πηγή: http://www.independent.co.uk

Η σφαγή κι η αδιαφορία ή συνενοχή του ισραηλινού στρατού προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή, ακόμα και μέσα στο ίδιο το Ισραήλ. Η επιτροπή που συστάθηκε εκεί για να εξετάσει το γεγονός, απέδωσε ευθύνες στο στρατό για την απραξία του. Ο τότε υπουργός Άμυνας Αριέλ Σαρόν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση – για να επανέλθει 18 χρόνια μετά ως πρωθυπουργός. Στον ίδιο το Λίβανο πάντως κανείς δεν τιμωρήθηκε ποτέ σε σχέση με τα γεγονότα. Ο πιθανός ηγέτης των δραστών θα γινόταν μάλιστα και υπουργός, μετά το τέλος του πολέμου.

Η διεθνοποίηση του πολέμου κι η επικράτηση της Συρίας

Στη σκιά των σφαγών της Σαμπρά και Σατίλα, ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από τη Βηρυτό και μια διεθνής δύναμη, στην οποία συμμετείχαν ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ιταλία, έφτασε στη χώρα. Ο Αμίν Τζεμαγέλ, αδελφός του Μπασίρ, ανέλαβε την προεδρία αντί αυτού, ενώ ο επίσημος Λιβανέζικος Στρατός επέστρεψε μετά από χρόνια στη Δυτική Βηρυτό. Συνομιλίες ξεκίνησαν για να συμφωνηθεί μια ισραηλινή (και συριακή) αποχώρηση. Για μια ακόμα φορά, κάποιοι πίστεψαν ότι ο πόλεμος έφτανε στο τέλος του.

Δεν άργησαν να διαψευστούν κι αυτές οι ελπίδες. Ο Λιβανέζικος Στρατός άρχισε να συλλαμβάνει κόσμο και γενικά η μαρωνίτικη Δεξιά να συμπεριφέρεται ως νικήτρια του πολέμου. Πολλοί αντιπολιτευόμενοι εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνη, αυξάνοντας πάλι την ένταση. Στο νότιο μέρος της οροσειράς του Λιβάνου και στα βουνά Σουφ ξέσπασαν πάλι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα σε Δρούζους και Μαρωνίτες – οι πρώτοι στηρίχτηκαν απ΄ τις δυνάμεις του Εθνικού Κινήματος και τη Συρία, ενω οι δεύτεροι απ’ το Λιβανέζικο Στρατό. Οι Δρούζοι επικράτησαν σ’ αυτόν τον Πόλεμο του Βουνού (όπως ονομάστηκε), ο οποίος τελείωσε με μια ακόμα μεγάλη σφαγή αμάχων, αυτήν τη φορά Χριστιανών.

Η παρέμβαση της διεθνούς δύναμης υπέρ του Λιβανέζικου Στρατού, την έκανε και αυτή στα μάτια πολλών μέρος της σύγκρουσης και άρα και νόμιμο στόχο. Μια σειρά από επιθέσεις άφησε εκατοντάδες Αμερικάνους και Γάλλους νεκρούς, στρατιωτικούς και μη. Οι συνομιλίες για αποχώρηση του ισραηλινού στρατού κατέληξαν μεν σε μια συμφωνία Ισραήλ-Λιβάνου, που ήταν όμως ουσιαστικά μη εφαρμόσιμη, ιδιαίτερα αφού δεν έγινε δεκτή από τη Συρία – υπέρ της οποίας τάχθηκε πλέον πολύ πιο ενεργά κι η ΕΣΣΔ, βοηθώντας στον επανεξοπλισμό της. Ήταν φανερό ότι οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν να αφήσουν τους Αμερικάνους να περάσουν απ’ το Λίβανο χωρίς πληγές (ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι μιλάμε για την εποχή του πολέμου στο Αφγανιστάν).

Βόμβα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία στη Βηρυτό, 1983. Πηγή: en.wikipedia.org

Βόμβα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία στη Βηρυτό, 1983.
Πηγή: en.wikipedia.org

Το Φλεβάρη του ’84, οι φιλοσυριακές δυνάμεις ξεκίνησαν εξέγερση στη Δυτική Βηρυτό. Σ’ αυτές τον κυρίαρχο ρόλο έπαιξε η Αμάλ, που γινόταν όλο και πιο πολύ ο κύριος σύμμαχος της Συρίας μέσα στο Λίβανο. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέτυχαν μια σπουδαία νίκη ενάντια στο Λιβανέζικο Στρατό, ο οποίος μπήκε ξανά στο περιθώριο. Η διεθνής δύναμη αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ήταν μια σημαντική νίκη για τη Συρία, η οποία ουσιαστικά έθεσε πλέον υπό τον έλεγχο της τα πιο σημαντικά κομμάτια του Λιβάνου, ενώ το Ισραήλ έλεγχε τη νότια περιοχή κοντά στα σύνορά του. Αυτός ο συνδυασμός έμελλε να κρατήσει για πολλά χρόνια και να επιβιώσει και μετά το τέλος του εμφυλίου.

Εν τω μεταξύ, η Συρία πέτυχε μια νίκη και σε ένα άλλο μέτωπο: αυτό εναντίον του Αραφάτ. Η παλιά δύσκολη συμμαχία Άσαντ-Αραφάτ είχε γίνει πλέον ανοικτή έχθρα και οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν βίαια στο βόρειο Λίβανο. Ένα μέρος των Παλαιστινίων εκφράστηκε υπέρ της Συρίας και πολέμησε ενάντια στον πρώην ηγέτη του. Ο Αραφάτ επέστρεψε στο Λίβανο για να διευθύνει τη μάχη – μετά την ήττα του έφυγε ξανά, αυτήν τη φορά οριστικά. Και μαζί μ’ αυτόν εξαφανίστηκε σταδιακά και η παλαιστινιακή επιρροή στο Λίβανο, που είχε υπάρξει τόσο καθοριστική τα πρώτα χρόνια του εμφυλίου.

Πολυδιάσπαση υπό μια Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας

Ήδη από τις αρχές του ’84 η Βηρυτός είχε διασπαστεί ξανά, αφού οι παλιές δυνάμεις του Εθνικού Κινήματος (Κομμουνιστές, Τζουμπλάτ, Νασερικοί, μαζί με την πολύ πιο δυναμική πλέον Αμάλ) πήραν ξανά τον έλεγχο του δυτικού της τμήματος. Δεν έλειψαν πάντως και οι προσπάθειες συνεννόησης. Σχηματίστηκε μάλιστα και μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με τη συμμετοχή προσώπων απ’ όλες τις παρατάξεις. Χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησαν και τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ τους – χαρακτηριστικά γι’ αυτό είπε ο (ακόμα πρόεδρος) Αμίν Τζεμαγέλ «οι υπουργοί μου με βομβαρδίζουν», πράγμα που συνέβαινε περίπου κυριολεκτικά.

Ταυτόχρονα όμως άρχισαν και πολύ βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις εντός των δύο στρατοπέδων. Η Αμάλ συμμάχησε π.χ. με τον Τζουμπλάτ για να επιτεθούν στο νασερικό Μουραμπιτούν, ενώ λίγο αργότερα συγκρούστηκαν και μεταξύ τους. Ενώ από την άλλη πλευρά, ένοπλες συγκρούσεις υπήρχαν και ανάμεσα σε διάφορες ομάδες της χριστιανικής Δεξιάς. Στην ουσία ο Λίβανος διασπάστηκε σε πολλές μικρές περιοχές υπό τον έλεγχο των ένοπλων ομάδων, οι οποίες λειτουργούσαν περίπου και σαν τοπικές κυβερνήσεις, συλλέγοντας φόρους κι εφαρμόζοντας αυθαίρετα δικαιοσύνη. Σε κάποιο βαθμό αυτοί οι ένοπλοι είχαν γίνει ανεξέλεγκτοι, ακόμα κι από τη διοίκησή τους.

Ο Αμίν Τζεμαγέλ (αριστερά) με το Σαμίρ Ζαζά (δεξιά). Πηγή: histoiredesforceslibanaises.files.wordpress.com

Ο Αμίν Τζεμαγέλ (στο κέντρο) με το Σαμίρ Ζάζα (δεξιά) – δύο από τους ηγέτες της χριστιανικής Δεξιάς, που άλλοτε συμμαχούσαν και άλλοτε συγκρούονταν.
Πηγή: histoiredesforceslibanaises.files.wordpress.com

Η εμφάνιση του ισλαμισμού

Πριν απ’ τον πόλεμο, η επιρροή των ισλαμιστικών κινημάτων στο Λίβανο ήταν από μικρή ως ασήμαντη. Ήδη όμως από το 1982 στη συντηρητική σουνιτική Τρίπολη είχε εμφανιστεί η οργάνωση Ταχβίντ, ισλαμιστικής κατεύθυνσης, συμμετέχοντας και ένοπλα στον εμφύλιο. Η Τρίπολη παραμένει μέχρι σήμερα το λιβανέζικο κέντρο του σουνιτικού ισλαμισμού.

Πολύ πιο σημαντικός στην πολιτική σκηνή του Λιβάνου έμελλε ν’ αποδειχτεί ο σιιτικός ισλαμισμός. Ήδη η Αμάλ την εποχή του Μούσα αλ-Σαντρ είχε κάποιες ισλαμιστικές τάσεις, μετά την εξαφάνισή του όμως το ’78 η οργάνωση κινήθηκε σε μάλλον κοσμική κατεύθυνση. Αυτό δεν έμεινε χωρίς αντίδραση στη σιιτική κοινότητα, που εκτός από τον παραδοσιακό αποκλεισμό της από το λιβανέζικο πολιτικό κι οικονομικό σύστημα, είχε από τις αρχές της δεκαετίες του ’80 ν’ αντιμετωπίσει και τη σκληρή ισραηλινή κατοχή. Η τελευταία οδήγησε σε μια μαζική προσφυγοποίηση Σιιτών με κατεύθυνση τα φτωχά προάστια της Βηρυτού, δημιουργώντας έτσι και τις κατάλληλες συνθήκες για την εξάπλωση ισλαμιστικών κινημάτων.

Σαν έκφραση αυτής της τάσης δημιουργήθηκε η Χεζμπολάχ («Κόμμα του Θεού»). Η οργάνωση είχε σαν πρότυπό της την ακόμα πολύ νεαρή τότε Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, που ήταν και ο κύριος χρηματοδότης της. Μέχρι τότε η Αμάλ μονοπωλούσε σχεδόν την εκπροσώπηση των Σιιτών. Πολλά μέλη της όμως προσχώρησαν στη νεοσύστατη Χεζμπολάχ, διασπώντας έτσι και το σιιτικό πληθυσμό.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού (2011). Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Η Χεζμπολάχ επικέντρωσε τη δραστηριότητά της από την αρχή εναντίον της ισραηλινής κατοχής στο Νότιο Λίβανο: μια πολιτικά έξυπνη κίνηση που, μαζί με τις κοινωνικές παροχές που προσέφερε, αύξησε πολύ τη δημοφιλία της. Η δυσαρέσκεια με τον ισραηλινό στρατό ήταν μεγάλη ανάμεσα στον κυρίως σιιτικό πληθυσμό του Νότου. Η Χεζμπολάχ πήρε τα ηνία σ’ αυτόν τον τομέα από την αριστερή Τζαμούλ και σταδιακά συνέδεσε αυτή το όνομα της με την αντι-ισραηλινή Αντίσταση.

Ο πόλεμος των καταυλισμών και η ενδοσιιτική σύγκρουση

Ήδη αναφέρθηκε η έχθρα μεταξύ Συρίας κι Αραφάτ, που είχε εξελιχθεί και σε ανοικτή σύγκρουση. Η Αμάλ, ως ο πιο πιστός σύμμαχος της Συρίας, μετέφερε αυτήν τη σύγκρουση και στον κεντρικό και νότιο Λίβανο. Το 1985 επιτέθηκε στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς, στους οποίους η ΟΑΠ είχε ακόμα σημαντική επιρροή. Ο πόλεμος αυτός θα ονομαζόταν «Πόλεμος των Καταυλισμών» και θα κρατούσε τρία χρόνια, αφήνοντας και αυτός πολλές πληγές πίσω του.

Η Αμάλ ήθελε ουσιαστικά να εκκαθαρίσει το Λίβανο από κάθε επιρροή του Αραφάτ. Σ’ αυτόν τον πόλεμο είχε σύμμαχους όχι μόνο το συριακό στρατό, αλλά και κάποιους φιλο-σύριους Παλαιστίνιους, που, όπως είπαμε πριν, είχαν ήδη διασπαστεί από την ΟΑΠ. Τελικά η Αμάλ πέτυχε να εκδιώξει την ΟΑΠ από τους καταυλισμούς μέσα ή κοντά στη Βηρυτό, όχι όμως κι απ’ αυτούς στο Νότο.

Από τον Πόλεμο των Καταυλισμών Πηγή: news.bbc.co.uk

Από τον Πόλεμο των Καταυλισμών
Πηγή: news.bbc.co.uk

Ταυτόχρονα όμως η Αμάλ αναμίχθηκε και σε μια άλλη άγρια σύγκρουση, που ήταν ακόμα πιο αδελφοκτόνα: αυτήν εναντίον της Χεζμπολάχ. Σήμερα μπορεί οι δύο σιιτικές οργανώσεις, που έχουν περίπου κοινή προέλευση, να είναι πάλι στενοί σύμμαχοι, δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Ουσιαστικά μέσω της Αμάλ και της Χεζμπολάχ συγκρούονταν η Συρία και το Ιράν αντίστοιχα, που τότε δεν είχαν ακόμα τη στενή σχέση που έχουν σήμερα. Οι δύο οργανώσεις ήθελαν τον πλήρη έλεγχο των σιιτικών περιοχών, η κάθε μια για λογαριασμό της. Κάποιες διαδηλώσεις γυναικών με σκοπό να σταματήσει αυτή η σφαγή Σιιτών εναντίων Σιιτών, έγιναν οι ίδιες στόχος πυροβολισμών. Αυτή η ενδοσιιτική σύγκρουση θα κρατούσε μέχρι το τέλος του πολέμου.


Μετά από πάνω από μια δεκαετία καταστροφικών μαχών και ξένων επεμβάσεων, η κατάσταση στο Λίβανο είχε γίνει ακόμα πιο περίπλοκη απ’ ότι στην αρχή. Η σύγκρουση που ήταν στη ρίζα του πολέμου (Μουσουλμάνοι, Παλαιστίνιοι και Αριστερά εναντίον χριστιανικής Δεξιάς) είχε αρχίζει να ξεθωριάζει. Έδωσε όμως, όπως είδαμε, τη θέση της σε άλλες συγκρούσεις, όχι λιγότερο άγριες. Μέσα σ’ αυτό το χάος, ξεχώρισε η επιρροή της Συρίας: ο ρόλος της στο Λίβανο ήταν το κλειδί για τη συνέχιση ή το τέλος του πολέμου, όπως έμελλε να φανεί στα επόμενα χρόνια.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία:

  • A. Nizar Hamzeh (1997): Islamism in Lebanon – A Guide. (σύνδεσμος)
  • Haim Shaked & Daniel Dishon (eds.) (1986): Middle East Contemporary Survey – Volume VIII, 1983-84 (σύνδεσμος)
  • Mehmet Gurses: The Lebanese Civil War, 1975-78.
  • Sune Haugbolle (2011): The historiography and the memory of the Lebanese civil war (σύνδεσμος)
  • Hassan Krayem: The Lebanese Civil War and the Taif Agreement (σύνδεσμος)
  • Samir Makdisi & Richard Sadaka (2003): The Lebanese Civil War, 1975-1990. (σύνδεσμος)

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Α’: Εισαγωγη

Κλασσικό

Το 2000 το γνωστό καταρινό δίκτυο Αλ Τζαζίρα ετοίμασε ένα ντοκυμαντέρ για τον εμφύλιο του Λιβάνου, σε 15 επεισόδια των 40-50 λεπτών, στα οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό κι αυτό το άρθρο. Περιλάμβαναν συνεντεύξεις με τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του πολέμου, όσους απ’ αυτούς είχαν μείνει ζωντανοί. Λένε ότι πολλοί Λιβανέζοι το παρακολουθούσαν για να καταλάβουν κι οι ίδιοι για ποιο λόγο σκοτώνονταν επί 16 χρόνια (ο εμφύλιος κράτησε από το 1975 μέχρι το 1990).

Πράγματι, ο λιβανέζικος εμφύλιος πόλεμος ήταν ίσως μια από τις πιο πολύπλοκες συγκρούσεις που μπορεί κάποιος να φανταστεί. Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί γι’ αυτόν, ότι καθεμία από τις άπειρες στρατιωτικές ομάδες είχε πολεμήσει τουλάχιστον μια φορά εναντίον της καθεμίας από τις υπόλοιπες. Για να προσπαθήσει τουλάχιστον κάποιος να βγάλει ένα νόημα, είναι απαραίτητο να ξέρει κάποια πράγματα για την ιστορία και την πολιτική δομή της χώρας.

Από τη Γαλλική Εντολή στο Εθνικό Σύμφωνο

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Λίβανος ανήκε μαζί με τη Συρία στην περιοχή εντολής της Γαλλίας. Οι Γάλλοι είχαν χωρίσει την περιοχή τους σε πέντε διοικητικές ενότητες, μια εκ των οποίων ήταν κι ο Λίβανος. Μετά το Β’ Παγκόσμιο οι τέσσερις απ’ αυτές αποτέλεσαν τη Συριακή Δημοκρατία, ο Λίβανος όμως έγινε ανεξάρτητο κράτος. Αυτό δεν ήταν τυχαίο: ο Λίβανος ήταν τότε η μοναδική περιοχή της Μέσης Ανατολής με χριστιανική πλειοψηφία. Ανάμεσα στις πολλές χριστιανικές κοινότητες, η μεγαλύτερη είναι αυτή των Μαρωνιτών, ιδιαίτερη ομάδα που υπάγεται στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κράτη. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως στην Τουρκία το .... Πηγή: en.academic.ru

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κράτη. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως στην Τουρκία το 1939.
Πηγή: en.academic.ru

Όπως σε όλο τον αποικιοκρατούμενο κόσμο, ήταν τότε και στο Λίβανο μεγάλη η επιρροή των εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων. Η ιδιαιτερότητα ήταν όμως ότι στο Λίβανο υπήρχαν (και εν μέρει ακόμα υπάρχουν) ταυτόχρονα τρεις εθνικές ιδεολογίες: η αραβική, η συριακή και η λιβανέζικη. Ο αραβικός εθνικισμός στόχευε στην ένωση όλων των Αράβων σ’ ένα μεγάλο κράτος, από το Μαρόκο ως το Ιράκ. Ο συριακός εθνικισμός αντίθετα προσέβλεπε στην δημιουργία της Μεγάλης Συρίας, ενός κράτους δηλαδή που θα συμπεριλάμβανε τουλάχιστον τη σημερινή Συρία, το Λίβανο, την Παλαιστίνη και την Ιορδανία. Τέλος, οι υποστηρικτές του λιβανέζικου εθνικισμού έβλεπαν τους Λιβανέζους σαν ξεχωριστό έθνος, απόγονους ίσως των Φοινίκων, κι όχι κατ’ ανάγκη μέρος του αραβικού έθνους. Αν και σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός του Λιβάνου είναι αραβόφωνος, οι θρησκευτικές διαφορές επηρέαζαν και την προτίμηση σε μια απ’ αυτές τις εθνικές ιδεολογίες. Έτσι, οι Μουσουλμάνοι έτειναν προς τον αραβικό εθνικισμό. Οι Μαρωνίτες, που μόνο στο Λίβανο αποτελούσαν ομάδα με σημαντικό ποσοστό κι επιρροή, βρίσκονταν πιο κοντά στο λιβανέζικο εθνικισμό. Ενώ ο συριακός εθνικισμός είχε σημαντική απήχηση ανάμεσα στους Ελληνορθόδοξους και τους Ουνίτες – αναμενόμενο, αφού οι περισσότεροι αραβόφωνοι Ελληνορθόδοξοι/Ουνίτες ζουν στις χώρες που θα αποτελούσαν τη Μεγάλη Συρία, κυρίως στη σημερινή Συρία.

Τελικά ο Λίβανος κήρυξε την ανεξαρτησία του το 1943. Αυτό από μόνο του ήταν προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα στις διάφορες εθνικές ιδεολογίες: ο Λίβανος θα ήταν αραβικό κράτος χωρίς ξένη προστασία (αντίθετα δηλαδή με τις προτιμήσεις πολλών Μαρωνιτών), αποκλείοντας όμως την ένωση με τη Συρία (την οποία επιθυμούσαν πολλοί Μουσουλμάνοι). Το πιο δύσκολο όμως ήταν να βρεθεί μια φόρμουλα που να εξασφαλίζει την πολιτική συμβίωση των 17 τουλάχιστον διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων στο νέο κράτος, εκ των οποίων καμία δεν είχε την απόλυτη πλειοψηφία στο πληθυσμό.

Θρησκευτικός χάρτης του Λιβάνου. ανοικτό ροζ = Σουνίτες σκούρο ροζ = Σιίτες μπεζ = Μαρωνίτες ανοικτό καφε = Ελληνορθόδοξοι σκούρο καφέ = Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες) Γαλάζιο = Δρούζοι Πηγή: www.lib.utexas.edu

Θρησκευτικός χάρτης του Λιβάνου.
ανοικτό ροζ = Σουνίτες
σκούρο ροζ = Σιίτες
μπεζ = Μαρωνίτες
ανοικτό καφε = Ελληνορθόδοξοι
σκούρο καφέ = Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες)
γαλάζιο = Δρούζοι
Πηγή: http://www.lib.utexas.edu

Η λύση που τελικά εφαρμόστηκε ήταν η κατανομή των κυβερνητικών θέσεων στις θρησκευτικές κοινότητες ανάλογα με το πληθυσμιακό τους ποσοστό, σύμφωνα με την απογραφή του 1932. Συνολικά έπρεπε να τηρείται η αναλογία 6:5 (Χριστιανοί προς Μουσουλμάνοι): αυτό ίσχυε και για τις κοινοβουλευτικές θέσεις. Τα πιο σημαντικά κρατικά αξιώματα μοιράστηκαν ανάμεσα στις μεγαλύτερες κοινότητες: ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έπρεπε να ήταν Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός Σουνίτης, ο πρόεδρος της Βουλής Σιίτης, ο αντιπρόεδρος Ελληνορθόδοξος. Τα πολιτικά δικαιώματα ενός Λιβανέζου πολίτη θα περνούσαν δηλαδή μέσα από την θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκε, ενώ διάφορα θέματα καθημερινότητας (π.χ. διαζύγια, κληρονομιά) θα ήταν στη δικαιοδοσία της κάθε κοινότητας ξεχωριστά. Αυτό το σύστημα ονομάστηκε Εθνικό Σύμφωνο και με κάποιες προσαρμογές ισχύει ουσιαστικά μέχρι σήμερα.

Τα πρώτα δύσκολα βήματα του νέου κράτους

Ήταν φανερό από την αρχή ότι αυτή η κατάσταση δύσκολα θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα και δεν άργησαν να εμφανιστούν οι πρώτες τριβές. Οι Μουσουλμάνοι ένιωθαν ότι αυτό το σύστημα ευνοούσε τους Μαρωνίτες, που γρήγορα έφτασαν να κατέχουν τις σημαντικότερες θέσεις στην πολιτική, την οικονομία και το στρατό. Με την πάροδο των χρόνων οι δημογραφικές αναλογίες άρχισαν να ανατρέπονται εις βάρος των Μαρωνιτών, αυτοί όμως επέμεναν στη διανομή των θέσεων με βάση την ευνοϊκή γι’ αυτούς απογραφή του 1932. Δημιουργήθηκε δηλαδή ουσιαστικά μια κατάσταση όπου μια μουσουλμανική πλειοψηφία ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί την κυριαρχία μιας μαρωνίτικης μειοψηφίας. Αυτό ενίσχυσε τις φωνές που ζητούσαν την κατάργηση του πολυθρησκευτικού συστήματος και την αντικατάστασή του από την αρχή της ισότητας, ή τουλάχιστον την αναδιανομή των θέσεων με τρόπο που να αντικατοπτρίζει τις νέες δημογραφικές πραγματικότητες.

Ταυτόχρονα ο πολιτικός κόσμος του Λιβάνου διχάστηκε και στο θέμα της εξωτερικής πολιτικής. Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 σχηματίστηκαν δύο στρατόπεδα στον αραβικό κόσμο. Από τη μία ήταν τα ρεπουμπλικανικά προοδευτικά (αν και συνήθως αυταρχικά) καθεστώτα, που βασίζονταν στην ιδεολογία του παναραβικού εθνικισμού, συχνά με σοσιαλιστικές αποχρώσεις και καλές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση. Κεντρική προσωπικότητα ήταν ο Νάσερ της Αιγύπτου, ενώ σ’ αυτό το στρατόπεδο ανήκε κι η στενά συνδεδεμένη με το Λίβανο Συρία. Από την άλλη ήταν οι συντηρητικές μοναρχίες, φιλοδυτικές κι αντικομμουνιστικές, όπως η Σαουδική Αραβία, το Μαρόκο κι η Ιορδανία. Ο Λίβανος αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στα δύο αυτά στρατόπεδα. Ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των Μουσουλμάνων είχε συμπάθειες για το πρώτο στρατόπεδο, οι κυρίαρχες μαρωνιτικές ελίτ, και κυρίως ο Πρόεδρος Σαμούν, είχαν φιλο-αμερικανικό προσανατολισμό. Η θρησκευτική ταυτότητα δεν ταυτιζόταν πάντως αναγκαστικά με τις προτιμήσεις στην εξωτερική πολιτική. Πολλοί σημαντικοί Μαρωνίτες ήταν μάλλον φιλονασερικοί, όπως ο Πατριάρχης των Μαρωνιτών Μπούλος Μπούτρος αλ-Μεούσι  (γι’ αυτό κι οι εχθροί του τον αποκαλούσαν ειρωνικά «Μοχάμεντ αλ-Μεούσι») ή ο δημοσιογράφος Νασίμπ αλ-Μάτνι, του οποίου η δολοφονία έμελλε να οδηγήσει στην πρώτη ένοπλη σύγκρουση.

Ο Καμίλ Σαμούν. Συνέχισε να είναι πολιτικά δραστήριος και μετά τη λήξη της προεδρικής του θητείας. Πηγή: www.natgeocreative.com

Ο Καμίλ Σαμούν. Συνέχισε να είναι πολιτικά δραστήριος και μετά τη λήξη της προεδρικής του θητείας.
Πηγή: http://www.natgeocreative.com

Το 1958 η Αίγυπτος κι η Συρία ενώθηκαν με το όνομα Ενωμένη Αραβική Δημοκρατία, υπό την ηγεσία του Νάσερ. Αυτό ανησύχησε ιδιαίτερα τον Πρόεδρο Σαμούν: εξάλλου η Συρία ποτέ δεν είχε παραιτηθεί από τις αξιώσεις της στο Λίβανο. Στο Λίβανο υπήρχε λόγω των εκλογών του 1957, οι οποίες ευνόησαν το Σαμούν αλλά συνοδεύτηκαν από σοβαρές κατηγορίες για παραποίηση των αποτελεσμάτων, ήδη μεγάλη πολιτική ένταση. Η δολοφονία του αλ-Μάτνι, μία μέρα μετά τη δημοσίευση άρθρου στο οποίο ζητούσε την παραίτηση του Σαμούν, ήταν το σπίρτο που άναψε τη φωτιά στο εύφλεκτο λιβανέζικο πολιτικό τοπίο. Γρήγορα η κατάσταση εξελίχτηκε σε ένα μίνι-εμφύλιο, με τις δύο παρατάξεις να συγκρούονται βίαια και το λιβανέζικο στρατό να τηρεί μάλλον ουδέτερη στάση. Η ειρήνη αποκαταστάθηκε αφού ο Σαμούν παραμερίστηκε μετά από μερικούς μήνες. Στη θέση του εκλέχθηκε ο στρατηγός Σεχάμπ, του οποίου η συμβιβαστική πολιτική εξασφάλισε την ειρήνη και τη σταθερότητα για την επόμενη δεκαετία – κάτι που όπως αποδείχτηκε ήταν τελικά η ηρεμία πριν την καταιγίδα. Τα προβλήματα που ήταν στη ρίζα των συγκρούσεων δεν είχαν λυθεί.

Το σκηνικό για τον πόλεμο στήνεται

Στο μίνι-εμφύλιο του ’58 συμμετείχε στο πλευρό του Προέδρου Σαμούν κι η οργάνωση «Φάλαγγα» (Καταέμπ). Αυτή είχε ιδρυθεί ήδη τη δεκαετία του ’30 από το Μαρωνίτη Πιέρ Τζεμαγέλ, κατά τα φασιστικά πρότυπα που κυριαρχούσαν τότε στην Ευρώπη (εξ’ άλλου και το όνομα της δεν είναι τυχαίο). Μετά τον πόλεμο κατευθύνθηκε ιδεολογικά μάλλον προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό, με τονισμένο πάντα όμως το στοιχείο του λιβανέζικου εθνικισμού και της προστασίας της μαρωνίτικης κοινότητας (και των προνομίων της), μαζί με την αντίθεση στον αραβικό εθνικισμό και το σοσιαλισμό.

Άγαλμα του ιδρυτή της Φάλαγγας, Πιέρ Τζεμαγέλ, με φρουρά από Φαλαγγίτες. Δίπλα το σήμα της οργάνωσης. Πηγή: www.aminegemayel.org

Άγαλμα του ιδρυτή της Φάλαγγας, Πιέρ Τζεμαγέλ, με φρουρά από Φαλαγγίτες. Δίπλα το σήμα της οργάνωσης.
Πηγή: http://www.aminegemayel.org

Ένας άλλος παράγοντας που έμελλε να παίξει κεντρικό ρόλο ήταν οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες. Αυτοί είχαν ήδη φτάσει στη χώρα μετά την ίδρυση του ισραηλινού κράτους το 1948, αλλά και μετά τον πόλεμο του ’67. Εγκατασταθήκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς, χωρίς ποτέ να γίνουν πολίτες της χώρας και να έχουν τα ανάλογα δικαιώματα. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήταν μάλιστα συχνά θύματα καταπίεσης από το λιβανέζικο κράτος. Η ίδρυση της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) το 1964 κι η ανάπτυξη της ένοπλης αντίστασης όμως έδωσαν αυτοπεποίθηση και στους Παλαιστίνιους του Λιβάνου. Εξελίχθηκαν σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα, ιδιαίτερα όταν η ΟΑΠ μετέφερε τη βάση της στο Λίβανο και οργάνωνε επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ από λιβανέζικο έδαφος. Οι καταυλισμοί εξελίχθηκαν σε περίπου αυτόνομες περιοχές, ένα είδος κράτους εν κράτει.

Ο νεαρός Γιασέρ Αραφάτ στο Λίβανο. Πηγή: www.smh.com.au

Ο νεαρός Γιασέρ Αραφάτ, ηγέτης της ΟΑΠ, στο Λίβανο.
Πηγή: http://www.smh.com.au

Το λιβανέζικο κράτος, μετά από ένοπλες συγκρούσεις του λιβανέζικου στρατού με τους Παλαιστίνιους μαχητές, αναγκάστηκε ουσιαστικά να αποδεχτεί αυτήν την κατάσταση, η οποία δεν του ήταν καθόλου ευχάριστη, μια κι αυτό εισέπραττε συχνά τα ισραηλινά αντίποινα. Αυτό οδήγησε σε μια αυξανόμενη έχθρα εναντίων των Παλαιστινίων από πολλούς Λιβανέζους, ιδιαίτερα από τη μαρωνίτικη Δεξιά. Αντίθετα, άλλα τμήματα του λιβανέζικου πληθυσμού ένιωθαν αλληλέγγυοι με τους Παλαιστίνιους, κυρίως οι Μουσουλμάνοι κι η Αριστερά.

Ταυτόχρονα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο Λίβανος επηρεάστηκε κι αυτός από το παγκόσμιο κλίμα των κοινωνικών εξεγέρσεων και των αριστερών ιδεών. Αναπτύχθηκαν δραστήρια εργατικά και φοιτητικά κινήματα, τα οποία προβληματίζονταν και για τις έντονες οικονομικές ανισότητες στη χώρα, που είχαν οξυνθεί με την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων. Και δεν μπορούσε φυσικά κάποιος να παραβλέψει το γεγονός ότι οι περισσότεροι φτωχοί ήταν Μουσουλμάνοι, ενώ η μικρή ελίτ των πλουσίων αποτελούνταν κυρίως από Χριστιανούς. Τα κινήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν συχνά με πολλή βία από το κράτος, πράγμα που οδήγησε μάλλον στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησή τους. Το λιβανέζικο κομμουνιστικό κίνημα άρχισε να γίνεται κι αυτό υπολογίσιμος παράγοντας.

Σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του '60, '70 και '80, αν και περιθωριοποιήθηκε στη συνέχεια. Πηγή: english.al-akhbar.com

Σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του ’60 και ’70, αλλά περιθωριοποιήθηκε στη συνέχεια.
Πηγή: english.al-akhbar.com

Κεντρικό πρόσωπο στο χώρο της Αριστεράς και της φιλοπαλαιστινιακής παράταξης γενικότερα ήταν ο Καμάλ Τζουμπλάτ. Ήταν ο ηγέτης του Προοδευτικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο, αν και θεωρητικά ενάντια στους θρησκευτικούς διαχωρισμούς κι ανοικτό σε όλες τις κοινότητες, ήταν στην ουσία η πολιτική εκπροσώπηση των Δρούζων. Συμμετείχε κατά καιρούς σε διάφορες λιβανέζικες κυβερνήσεις. Με τη χαρισματική του προσωπικότητα απέκτησε επιρροή σε πολλές ομάδες που ήταν κριτικές στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων κι έγινε ως πρόσωπο ο κύριος εκφραστής του αιτήματος πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής.

Ο Καμάλ Τζουμπλάτ Πηγή: en.wikipedia.org

Ο Καμάλ Τζουμπλάτ
Πηγή: en.wikipedia.org

Το 1974 ιδρύθηκε και το Κίνημα των Στερημένων, το οποίο μετεξελίχθηκε στη συνέχεια στην οργάνωση Αμάλ, που μέχρι τις μέρες μας παίζει σημαντικό ρόλο στο λιβανέζικο πολιτικό σύστημα. Εξέφραζε κυρίως την προσπάθεια χειραφέτησης των Σιιτών, οι οποίοι αν και η μία εκ των τριών μεγαλύτερων κοινοτήτων, ήταν οι πλέον αποκλεισμένοι από την πολιτική κι οικονομική ζωή της χώρας κι οι περιοχές τους ήταν οι πιο οικονομικά υπανάπτυκτες – και μάλλον είναι ακόμα. Ηγετική προσωπικότητα στο κίνημα ήταν ο Σιίτης θρησκευτικός ηγέτης Μούσα αλ-Σαντρ. Σαν διάσπαση αυτού του κινήματος ιδρύθηκε μια δεκαετία αργότερα κι η γνωστή οργάνωση Χεζμπολάχ. Στην πρώτη φάση του πολέμου πάντως η Αμάλ δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο.

Σημαία της Αμάλ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού, 2011

Σημαία της Αμάλ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού, 2011

Η πρώτη φάση του εμφυλίου: ο διετής πόλεμος

Μέχρι το 1975 είχαν πλέον σχηματιστεί οι δύο παρατάξεις. Από τη μια η μαρωνίτικη κρατική ελίτ μαζί με δεξιές οργανώσεις όπως η Φάλαγγα, αλλά και τις δυνάμεις του πρώην προέδρου Σαμούν, που ενώθηκαν στο Λιβανέζικο Μέτωπο. Κι από την άλλη το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα υπό την ηγεσία του Τζουμπλάτ, με τη συμμετοχή των Κομμουνιστών, των Σύριων Εθνικιστών, των Νασερικών κι άλλων Παν-αραβιστών, αλλά και με τους Παλαιστίνιους ως σύμμαχους. Το Μέτωπο ήθελε (φοβούμενο τη μουσουλμανική πλειοψηφία) τη διατήρηση του στάτους κβο στο πολιτικό κι οικονομικό σύστημα, έβαζε πάνω απ’ όλα την ανεξαρτησία του Λιβάνου κι ήταν φιλοδυτικής κι αντι-παλαιστινιακής κατεύθυνσης. Το Εθνικό Κίνημα ήθελε αντίθετα πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, την κατάργηση των θρησκευτικών διαχωρισμών και την εφαρμογή της αρχής της ισότητας, τον εκδημοκρατισμό του κράτους, την προσέγγιση με άλλα αραβικά κράτη και πιο ενεργή στήριξη στον παλαιστινιακό αγώνα.

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα ολοένα αυξανόμενης έντασης και δυσπιστίας, με πολιτικές δολοφονίες και συνεχείς ένοπλες μικρο-συγκρούσεις, οι δύο πλευρές εξοπλίζονταν κι έχαναν σταδιακά κάθε πίστη στις δυνατότητες των ειρηνικών μέσων πάλης. Η εκτέλεση 27 Παλαιστινίων μαχητών, επιβατών ενός λεωφορείου, από Φαλαγγίτες τον Απρίλη του 1975, θεωρείται η «επίσημη» έναρξη του εμφυλίου. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και μετά απ’ αυτό έγιναν προσπάθειες συνεννόησης, έστω και με μικρή μόνο επιτυχία.

Ήταν μια άλλη σφαγή που έμελλε να αποτελέσει το σημείο χωρίς επιστροφή, το αποκαλούμενο και «Μαύρο Σάββατο«. Το Δεκέμβρη του 1975, λίγο μετά από τους θανάτους 4 Χριστιανών σε διάφορα μέρη του Λιβάνου, ένοπλοι Φαλαγγίτες βγήκαν στους δρόμους κοντά στο λιμάνι της Βηρυτού διψασμένοι για εκδίκηση. Σταματούσαν τους περαστικούς, ακόμα και τους επιβάτες των αυτοκινήτων, ελέγχοντας τις ταυτότητές τους. Όποιον ήταν Μουσουλμάνος ή Παλαιστίνιος τον σκότωναν επί τόπου – πολλοί απ’ αυτούς ήταν απλοί εργάτες στο λιμάνι. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη μαζική εφαρμογή των «φόνων ταυτότητας», ένα ιδιαίτερα θλιβερό φαινόμενο που συνδέθηκε με τον πόλεμο του Λιβάνου. Ο αριθμός των θυμάτων δεν έχει εξακριβωθεί, πάντως ξεπέρασε τους 150 μέσα σε λίγες ώρες.

Οι όποιες ελπίδες αποφυγής της πλήρους ένοπλης σύρραξης ουσιαστικά εξανεμίστηκαν μετά απ’ αυτήν τη σφαγή. Το Εθνικό Κίνημα αντεπιτέθηκε, με στόχο την κατάληψη του λιμανιού και της γύρω περιοχής. Χαρακτηριστικά ίσως για το κάπως σουρεαλιστικό στοιχείο στο λιβανέζικο εμφύλιο, αυτή η φάση ονομάστηκε «Μάχη των Ξενοδοχείων«, μια και σ’ αυτήν την παραθαλάσσια περιοχή βρίσκονταν και τα πιο γνωστά ξενοδοχεία της Βηρυτού.

Το ξενοδοχείο Holiday Inn στη Βηρυτό, όπως ήταν ακόμα το 2011, ως συνέπεια της Μάχης των Ξενοδοχείων

Το ξενοδοχείο Holiday Inn στη Βηρυτό, όπως ήταν ακόμα το 2011, ως συνέπεια της Μάχης των Ξενοδοχείων

Γρήγορα ο πόλεμος εξαπλώθηκε κι εκτός της πρωτεύουσας κι η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Μάχες, εκκαθαρίσεις, σφαγές, λεηλασίες, βιασμοί κι από τις δύο πλευρές έγιναν μέρος της καθημερινότητας σε διάφορες περιοχές τις χώρας. Όπως ήταν φυσικό, οι γειτονικές χώρες δεν έμειναν αμέτοχες. Οι Φαλαγγίτες διατηρούσαν (όχι και τόσο κρυφές) επαφές με το Ισραήλ, ενώ η Συρία αρχικά υποστήριξε (όπως κι άλλες αραβικές χώρες, π.χ. το Ιράκ κι η Λιβυή) το Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους, προσέχοντας όμως να μην αποξενωθεί εντελώς κι από τις μαρωνιτικές ελίτ.

Ο Πρόεδρος της Συρίας, Χάφεζ αλ Άσαντ (αριστερά με κοστούμι), μαζί με τον ηγέτη της σιιτικής Αμάλ, Μούσα αλ Σαντρ (στη μέση, με σκούρα ρούχα)

Ο Πρόεδρος της Συρίας, Χάφεζ αλ Άσαντ (αριστερά με κοστούμι), μαζί με τον ηγέτη της σιιτικής Αμάλ, Μούσα αλ Σαντρ (στη μέση, με σκούρα ρούχα)

Σύντομα το Εθνικό Κίνημα φάνηκε να επικρατεί κι έφερε το μεγαλύτερο μέρος της λιβανέζικης επικράτειας υπό τον έλεγχό του. Κι εκεί που τα πράγματα έδειχναν μια νίκη των αριστερών-μουσουλμανικών-παλαιστινιακών δυνάμεων, που θα άλλαζε ίσως ριζικά το πολιτικό σύστημα και το διεθνή ρόλο του Λιβάνου, έγινε αυτό που μάλλον κανείς δεν θα περίμενε μερικά χρόνια πριν. Ο στρατός της Συρίας επενέβη τον Ιούνη του 1976, εισβάλλοντας στο λιβανέζικο έδαφος – όχι όμως υπέρ του Εθνικού Κινήματος, αλλά υπέρ των μαρωνίτικων δεξιών δυνάμεων.

Η «επίσημη» δικαιολογία γι’ αυτήν την επιφανειακά αλλόκοτη απόφαση του συριακού καθεστώτος, που ήταν εναντίον σε κάθε ιδεολογική του αρχή και παράδοση, ήταν ότι δεν ήθελε να σπρώξει τους Μαρωνίτες στην αγκαλιά του Ισραήλ, όπως ίσως θα συνέβαινε αν συνέχιζαν οι επιθέσεις του Εθνικού Κινήματος στις μαρωνίτικες περιοχές. Ίσως όμως να έπαιξε ρόλο κι ο φόβος του Άσαντ, ότι μέσω μιας νίκης της Εθνικού Κινήματος θα μπορούσε να βρεθεί ολόκληρος ο Λίβανος υπό τον έλεγχο του παλαιστινιακού κινήματος του Γιασέρ Αραφάτ, με τον οποίο όπως φάνηκε στη συνέχεια δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις. Όπως και να’ χει το πράγμα, η συριακή επέμβαση άλλαξε ριζικά το τοπίο. Το Εθνικό Κίνημα κι οι Παλαιστίνιοι δεν είχαν πλέον καμία δυνατότητα στρατιωτικής νίκης, κι αναγκάστηκαν να δεχτούν μια κατάπαυση του πυρός, η οποία ουσιαστικά δεν άλλαζε τίποτα από το προπολεμικό καθεστώς.

Μέχρι το τέλος του 1976, οι εχθροπραξίες είχαν σταματήσει κι είχε επανέλθει κάποιου είδους ειρήνη. Πολλοί νόμισαν ότι αυτό ήταν και το οριστικό τέλος του πολέμου: γι’ αυτό εξάλλου κι αναφέρονταν σ’ αυτόν ως ο «διετής πόλεμος». Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν μόνο η αρχή – ο πόλεμος θα διαρκούσε ακόμα 14 χρόνια.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «Ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία

Ελλαδα-Αλβανια με το λεωφορειο

Κλασσικό

Για να ταξιδέψει κάποιος στην Αλβανία από την Αθήνα, μπορεί απλά να πάει στην Πλατεία Καραϊσκάκη (στο Μεταξουργείο). Θα βρει εκεί και στους γύρω δρόμους πολλά ταξιδιωτικά γραφεία ή τα γραφεία των εταιρειών λεωφορείων (κυρίως αλβανικών) που κάνουν αυτήν τη διαδρομή.

Αν και οι εταιρείες είναι πολλές, τα χαρακτηριστικά των δρομολογίων φαίνεται να είναι περίπου τα ίδια. Υπάρχουν δύο βασικές διαδρομές με τελικό προορισμό τα Τίρανα. Η μία μέσω Ρίου – Αντιρρίου – Ιωαννίνων – Αργυροκάστρου – Τεπελενίου – Δυρραχίου, που περνάει απ’ τη συνοριακή διάβαση της Κακαβιάς – η τιμή εισιτηρίου είναι 50 Ευρώ με ανοικτή επιστροφή, 30 Ευρώ σε μία κατεύθυνση (τον Απρίλη του ’13) και με διάρκεια περίπου 13-15 ώρες. Η άλλη μέσω της Ε.Ο. Αθήνας-Θεσσαλονίκης και της συνοριακής διάβασης της Κρυσταλλοπηγής, περνάει από την Κορυτσά και είναι λίγο πιο ακριβή. Τα περισσότερα δρομολόγια φαίνεται ότι ξεκινούν από την Αθήνα είτε πολύ νωρίς το πρωί ή μέσα στο απόγευμα: στην πρώτη περίπτωση φτάνεις στην Αλβανία το ίδιο βράδυ, στη δεύτερη ταξιδεύεις νύχτα και φτάνεις νωρίς το πρωί.

Γεωφυσικός χάρτης της Αλβανίας Πηγή: www.worldatlas.com

Γεωφυσικός χάρτης της Αλβανίας
Πηγή: http://www.worldatlas.com

Πρώτος σταθμός του δικού μας ταξιδιού ήταν το Δυρράχιο (Durrës στα αλβανικά), όπου το λεωφορείο μας άφησε λίγο έξω από την πόλη, σε σημείο που μπορεί κάποιος να πάρει αστικό λεωφορείο για το κέντρο. Το Δυρράχιο είναι ένα από τα κύρια λιμάνια της Αλβανίας. Όπως περίπου σ’ ολόκληρη τη χώρα, στην πόλη επικρατεί η σοσιαλιστική αρχιτεκτονική (πολυκατοικίες-κουτιά). Tο κέντρο της όμως είναι ευχάριστο για περπάτημα.

Για το ταξίδι Δυρράχιο-Τίρανα υπάρχει επιλογή ανάμεσα στα λεωφορεία και τα φουργκόν (όπως λέγονται στην Αλβανία τα μικρά λεωφορεία) που σταθμεύουν έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό στο κέντρο της πόλης. Κατά την άποψή μου, όμως, ο πιο ενδιαφέρον τρόπος είναι να πάρεις το τρένο. Αν και τα τρένα της Αλβανίας γενικά δεν έχουν καλή φήμη και ο κόσμος τείνει να προτιμά τα λεωφορεία, που συμφέρουν σαφώς κι από άποψη χρόνου, η διαδρομή Δυρράχιο-Τίρανα είναι πολύ σύντομη (κάτι παραπάνω από μια ώρα) και αρκετά άνετη. Για λάτρεις του τρένου είναι μια καλή ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν και τον αλβανικό σιδηρόδρομο.

Τα Τίρανα είναι μια αρκετά σύγχρονη πόλη και με μεγάλη διαφορά η πιο μεγάλη της Αλβανίας (περίπου 800.000 κατοίκων). Έχει μερικά τυπικά χαρακτηριστικά «σοσιαλιστικής πόλης», όπως η πλατιά κεντρική λεωφόρος (κατάλληλη για παρελάσεις), η οποία διασχίζει το κέντρο. Ξεκινά βόρεια, από το σιδηροδρομικό σταθμό και καταλήγει νότια, στο πανεπιστήμιο και το μεγάλο πάρκο της πόλης, περνώντας και από πολλά από τα αξιοθέατά της, όπως το Μουσείο Εθνικής Ιστορίας, την Πυραμίδα του Ενβέρ Χότζα ή το Τζαμί του Ετχέμ Μπέη. Το τελευταίο είναι από τα λίγα που επιβίωσαν από την εκστρατεία ενάντια στη θρησκεία του δικτάτορα Ενβέρ Χότζα, η οποία ήταν πολύ πιο σκληρή απ’ ό,τι σε άλλα κομμουνιστικά καθεστώτα.

Αν και στα Τίρανα επικρατεί η σοσιαλιστική αρχιτεκτονική, ο πρώην δήμαρχος (και νυν πρωθυπουργός) Έντι Ράμα, ο οποίος ήταν παλιότερα και ζωγράφος, φρόντισε να ξαναβαφτούν τα κτήρια με διάφορα χρώματα. Ενδιαφέρον έχει και η γειτονιά που λέγεται Μπλόκου, στην οποία την εποχή του κομμουνισμού κατοικούσαν τα υψηλά στελέχη του Κόμματος και δεν ήταν προσβάσιμη στους κοινούς πολίτες. Σήμερα πλέον λειτουργεί κυρίως σαν περιοχή νυχτερινής διασκέδασης.

Η Αλβανία είναι ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο που ο υιός Μπους τιμάται δίνοντας το όνομά του σε κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας. Οι Αλβανόι δεν ξεχνούν το ρόλο των ΗΠΑ στην ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου.

Η Αλβανία είναι ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο που ο υιός Μπους τιμάται δίνοντας το όνομά του σε κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας. Οι Αλβανοί δεν ξεχνούν το ρόλο που έπαιξαν οι ΗΠΑ στην ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου.

Στα μέσα περίπου της κεντρικής λεωφόρου βρίσκεται η πλατεία Σκεντέρμπεη (Skanderbeg) με το ανάλογο άγαλμα. Όποιος σχεδιάζει να ταξιδέψει στην Αλβανία είναι καλά να ξέρει μερικά πράγματα για τον εθνικό ήρωα της χώρας. Ο Γεώργιος Καστριώτης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε το 1405 στη σημερινή βόρεια Αλβανία, ως γιος χριστιανού πρίγκηπα. Σε μικρή ηλικία παραδόθηκε ως όμηρος στον Οθωμανό Σουλτάνο στην Αδριανούπολη, όπου ασπάστηκε το Ισλάμ και υπηρέτησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πήρε το όνομα Ισκεντέρ (Αλέξανδρος) και έφτασε ως τον τίτλο του Μπέη – εξού και το «Σκεντέρμπεης». Το 1443 όμως εγκατέλειψε το Σουλτάνο και επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου αλλαξοπίστησε ακόμα μια φορά και έγινε πάλι Χριστιανός. Οργάνωσε μια συμμαχία από τοπικούς Αλβανούς πρίγκηπες και αντιστάθηκε με επιτυχία στην οθωμανική επέκταση, αποκρούοντας όχι λιγότερες από 13(!) εισβολές. Μόνο μετά το θάνατό του (1468) θα κατάφερναν οι Οθωμανοί να κατακτήσουν την Αλβανία. Το ότι οι (κατά πλειοψηφία Μουσουλμάνοι, τυπικά τουλάχιστον) Αλβανοί έκαναν εθνικό τους ήρωα κάποιον που άλλαξε θρησκεία δυο φορές, είναι ίσως χαρακτηριστικό για την αλβανική ανεξιθρησκεία.

Η κεντρική πλατεία των Τιράνων με το άγαλμα του εθνικού ήρωα Σκεντέρμπεη. Πίσω μια τοιχογραφία μάλλον από την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Η κεντρική πλατεία των Τιράνων με το άγαλμα του εθνικού ήρωα Σκεντέρμπεη (στα δεξιά). Πίσω φαίνεται το Μουσείο Εθνικής Ιστορίας.

Ένας ταξιδιώτης μπορεί να χρησιμοποιήσει τα Τίρανα και σαν βάση για να εξερευνήσει την υπόλοιπη Αλβανία, μια και βρίσκονται κεντρικά και πολλές άλλες πόλεις είναι σε απόσταση που επιτρέπει ημερήσιες εκδρομές. Τα λεωφορεία ή φουργκόν ξεκινάνε από διαφορετικά σημεία, ανάλογα με τον προορισμό τους. Αυτά με νότιους προορισμούς συνήθως ξεκινούν  από το σταθμό Κομπινάτι, ο οποίος είναι προσβάσιμος με τα αστικά λεωφορεία. Από εκεί μπορεί π.χ. να πάει κάποιος στο Βεράτι (Berati, 3 ώρες διαδρομή). Το Βεράτι έχει ανακυρηχθεί μνημείο της Ουνέσκο λόγω των καλοδιατηρημένων οθωμανικών κτηρίων που αποτελούν το κέντρο της πόλης.

Η παλιά πόλη του Βερατίου, με την οθωμανική της αρχιτεκτονική.

Η παλιά πόλη του Βερατίου

Για να πάει κάποιος προς το Βορρά μπορεί να χρησιμοποιήσει και το λεωφορείο που ξεκινά από το σιδηροδρομικό σταθμό των Τιράνων και καταλήγει στο κέντρο της Σκόδρας (2-2,5 ώρες). Η Σκόδρα (Shkodra) είναι η μεγαλύτερη πόλη του Βορρά, με κυρίως καθολικό και μουσουλμανικό πληθυσμό. Είναι κτισμένη δίπλα στην ομώνυμη λίμνη, τη μεγαλύτερη των Βαλκανίων, αν και ο παραλίμνιος πεζόδρομος είναι σε κάποια απόσταση από το κέντρο της πόλης. Το κέντρο φαίνεται να το έχουν φροντίσει αρκετά, αφού είναι γεμάτο με ανακαινισμένα παλιά κτήρια και πεζόδρομους.

Σοκάκι στο κέντρο της Σκόδρας

Σοκάκι στο κέντρο της Σκόδρας

Η Λίμνη της Σκόδρας, όπως φαίνεται από τον παραλίμνιο πεζόδρομο.

Η Λίμνη της Σκόδρας, όπως φαίνεται από τον παραλίμνιο πεζόδρομο.

Για να πάει κάποιος προς τα νοτιο-ανατολικά (π.χ. Πόγραδετς, Κορυτσά) είναι καλύτερα να πάρει ένα φουργκόν κοντά στο Στάδιο των Τιράνων. Η Κορυτσά (Korça) είναι σε απόσταση περίπου 4 ωρών, ενώ στη διαδρομή διασχίζεις τα βουνά και συνεχίζεις κατά μήκος της ακτής της λίμνης Οχρίδας μέχρι το Πόγραδετς, απ’ όπου είναι ακόμα μια ώρα δρόμος. Η Κορυτσά είναι μια ήσυχη πόλη, με κυρίως ορθόδοξο πληθυσμό, όπου τα ελληνικά είναι πολύ πιο χρήσιμα για έναν τουρίστα από τα αγγλικά (μπορεί να συναντήσει κάποιος και ομογενείς). Στο κέντρο της πόλης υπάρχουν πολλά πετρόκτιστα παλιά σπίτια.

Ο κεντρικός πεζόδρομος της Κορυτσάς, με την εκκλησία του .... Στο βάθος ο Γράμμος.

Ο κεντρικός πεζόδρομος της Κορυτσάς, με τον καθεδρικό ναό της Αναστάσεως του Κυρίου.

Σοκάκια στο κέντρο της Κορυτσάς, με τα τυπικά πετρόκτιστα σπίτια

Στενό στο κέντρο της Κορυτσάς, με πετρόκτιστα σπίτια.

Μια πολύ χρονοβόρα αλλά και ωραία διαδρομή είναι αυτή από Κορυτσά μέχρι Αργυρόκαστρο (το λεωφορείο συνεχίζει και τερματίζει στους Αγίους Σαράντα). Αν κι η απόσταση είναι περίπου 200 χιλιόμετρα, το ταξίδι μέσα από τη Βόρεια Ήπειρο διαρκεί περίπου 7 ώρες! Αξίζει όμως το κόπο, μια και διασχίζεις μια περιοχή γεμάτη δάση, βουνά και ποτάμια.

Τοπίο από την εξοχή της Βορείας Ηπείρου, από τη διαδρομή Κορυτσά-Αργυρόκαστρο.

Τοπίο από την εξοχή της Βορείας Ηπείρου, από τη διαδρομή Κορυτσά-Αργυρόκαστρο.

Η παλιά πόλη του Αργυροκάστρου (Gjirokastra – το λεωφορείο σε αφήνει στη νέα πόλη που χτίστηκε στην κοιλάδα, απ’ όπου μπορείς να πάρεις λεωφορείο ή ταξί για την παλιά πόλη στη βουνοπλαγιά) είναι επίσης μνημείο της Ουνέσκο. Αποτελείται από πλακόστρωτους δρόμους και παλιά καλοδιατηρημένα άσπρα κτήρια με γκρίζες σκεπές. Απ’ αυτήν την πόλη καταγόταν ο πρώην δικτάτορας Ενβέρ Χότζα, αλλά και ο διάσημος Αλβανός συγγραφέας Ισμαήλ Κανταρέ. Από θρησκευτική άποψη είναι μικτή ορθόδοξη και μουσουλμανική, ενώ ανάμεσα στους Μουσουλμάνους πρέπει να ήταν αρκετά ισχυρή η επιρροή του Μπεκτασισμού: δείγμα της είναι και οι τάφοι των Μπεκτασήδων μπαμπάδων στο κάστρο. Ακόμα, σημαντικό μέρος του πληθυσμού είναι ελληνικό, όπως φαίνεται και από την παρουσία του ελληνικού προξενείου.

Το Αργυρόκαστρο όπως φαίνεται από το κάστρο. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας η παλιά πόλη, στη μέση η καινούρια με τις πολυκατοικίες και στο βάθος η κοιλάδα του ...

Το Αργυρόκαστρο όπως φαίνεται από το κάστρο. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας η παλιά πόλη, στη μέση η καινούρια με τις πολυκατοικίες και πιο πίσω η κοιλάδα του Δρίνου.

Το κάστρο, από το οποίο παίρνει το όνομα της κι η πόλη κι είναι εύκολα προσβάσιμο με τα πόδια από την παλιά πόλη, αξίζει σίγουρα μια επίσκεψη. Όχι μόνο για το ίδιο το κάστρο, αλλά και για τη θέα προς την πόλη, την κοιλάδα και τα γύρω βουνά. Εκεί βρίσκεται και ένα παλιό αμερικάνικο αεροπλάνο, το οποίο ο Χότζα παρουσίαζε σαν να είχε καταρρίψει. Τελικά όπως αποδείχτηκε μετά από χρόνια, απλά είχε κάνει αναγκαστική προσγείωση.

Το κάστρο από το οποίο παίρνει και το όνομα της η πόλη. Κάτω μερικά σπίτια της παλιάς πολης, με τα τυπικά κεραμίδια από γκρίζο τοπικό πέτρωμα.

Πάνω το κάστρο από το οποίο παίρνει και το όνομα της η πόλη. Κάτω μερικά σπίτια της παλιάς πόλης, με τις τυπικές σκεπές από γκρίζο πέτρωμα (μάλλον σχιστόλιθος).

Τάφοι μπεκτασήδων μπαμπάδων στο κάστρο, με τα αφιερώματα των πιστών.

Τάφοι μπεκτασήδων μπαμπάδων στο κάστρο, με τα αφιερώματα των πιστών.

Για έναν κάτοικο της Ελλάδας, υπάρχουν πιστεύω αρκετά κίνητρα για ένα ταξίδι στην Αλβανία:

Πρώτο, σε εποχές κρίσης είναι μια πολύ οικονομική και εύκολη δυνατότητα να ταξιδέψει κάποιος εκτός Ελλάδας.

Δεύτερο, υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις σχεδόν ανέγγικτης φύσης, κυρίως προς τα ορεινά, καθώς και πόλεις που έχουν κέντρα καλοδιατηρημένα με παλιά αρχιτεκτονική, όπως το Αργυρόκαστρο, το Βεράτι, η Κορυτσά ή η Σκόδρα.

Τρίτο, είναι κάτι ιδιαίτερο να βλέπεις μια χώρα της περιοχής που όλες οι κύριες θρησκείες των Βαλκανίων (Ορθοδοξία, Καθολικισμός, Σουνιτικό Ισλάμ, Ισλάμ των Μπεκτασήδων) συνυπάρχουν ειρηνικά. Οι Αλβανοί είναι περήφανοι γι’ αυτό τους το επίτευγμα, που πράγματι μοιάζει να είναι μοναδική περίπτωση στα Βαλκάνια. Η αλβανική εθνική ταυτότητα είναι μάλλον η μοναδική από τις βαλκανικές που δεν συνδέεται άμεσα με καμία θρησκεία, παρά μόνο με τη γλώσσα. Όλοι θεωρούν τους εαυτούς τους Αλβανούς, χωρίς η μία θρησκεία να κάνει τον έναν λιγότερο ή περισσότερο Αλβανό από τον άλλο.

Επίσκεψη του Πάπα στην Αλβανία, με την παρουσία των προκαθήμενων των άλλων τριών θρησκευτικών κοινοτήτων (από αριστερά προς δεξιά: Σουνίτης, Ορθόδοξος, Μπεκτασής)

Επίσκεψη του Πάπα στην Αλβανία, με την παρουσία των προκαθήμενων των άλλων τριών θρησκευτικών κοινοτήτων (από αριστερά προς δεξιά: Σουνίτης, Ορθόδοξος, Μπεκτασής). Πηγή: fbcdn-sphotos-h-a.akamaihd.net

Τέταρτο, η Αλβανία είναι χώρα με πολύ φιλόξενους και βοηθητικούς κατοίκους. Είναι επίσης και η χώρα όπου ένας Έλληνας ταξιδιώτης έχει τις περισσότερες πιθανότητες να συναντήσει ανθρώπους που να μιλούν τη γλώσσα του – ειδικά στο Νότο μπορεί να είναι και η πρώτη ξένη γλώσσα (στα Τίρανα και στο Βορρά είναι μάλλον τα ιταλικά). Η φιλικότητα των Αλβανών ήταν μια μικρή έκπληξη για μένα, αν σκεφτείς τα πολιτικά θέματα που επιβαρύνουν κάπως τις σχέσεις των δυο λαών (ελληνική μειονότητα στη Βόρεια Ήπειρο, στάση της Ελλάδας στο θέμα του Κοσσυφοπεδίου, αλλά φυσικά και το θέμα των Τσάμηδων, που φαίνεται ότι δεν έχει ξεχαστεί στην Αλβανία). Φαίνεται όμως ότι όλα αυτά παίζουν μικρότερο ρόλο για το μέσο Αλβανό απ’ ό,τι ίσως φανταζόμουν, ή τουλάχιστον ο κόσμος εκεί ξέρει να διαχωρίζει την πολιτική από την παραδοσιακή φιλοξενία.

Πέμπτο και ίσως πιο σημαντικό, οι Έλληνες κι οι Αλβανοί είναι δυο λαοί με βαθιά γεωγραφική, ιστορική και πολιτιστική συγγένεια (υπόψη ότι τα αλβανικά είναι μαζί με τα ελληνικά οι δυο γλώσσες που έχουν επιβιώσει στα Βαλκάνια από την πρώιμη Αρχαιότητα μέχρι σήμερα). Για πολλούς αιώνες έχουν ζήσει δίπλα δίπλα, ιδιαίτερα στην Ήπειρο (βόρεια και νότια), αλλά όχι μόνο, επηρεάζοντας φυσικά και ο ένας τον άλλο: μοιράζονται π.χ. και την ίδια εθνική ενδυμασία, τη φουστανέλα. Μετά από πολλές δεκαετίες σχεδόν απόλυτου χωρισμού και αποξένωσης, οι περισσότεροι Αλβανοί έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια, θέλοντας και μη, μια αρκετά πλήρη εικόνα για την Ελλάδα, λόγω κυρίως της μετανάστευσης. Μάλλον δεν ισχύει όμως το αντίστοιχο και για τους Έλληνες, που σχηματίζουν εικόνα με βάση κυρίως τους οικονομικούς μετανάστες, χωρίς συχνά να έχουν την παραμικρή ιδέα για την Αλβανία ως χώρα. Τέτοια ταξίδια είναι ένας καλός τρόπος να διορθωθεί αυτή η παραφωνία, που είναι υπόλειμμα του Ψυχρού Πολέμου.

Η απειλη της ερημοποίησης στη Μεσογειο

Κλασσικό

Ίσως δεν το αντιλαμβάνονται όλοι οι κάτοικοι της περιοχής: έχουμε την ατυχία (ή τύχη) να ζούμε σε μια από τη φύση της οικολογικά ιδιαίτερα ευαίσθητη ζώνη. Γι’ αυτό υπάρχουν κλιματολογικοί, αλλά και γεωλογικοί/γεωμορφολογικοί λόγοι. Ακόμα και μικρές αλλαγές στην οικολογική ισορροπία, μπορεί να έχουν δραματικές συνέπειες για τα οικοσυστήματα της περιοχής – συνεπώς και για μας, αφού είτε μας αρέσει είτε όχι, είμαστε μέρος τους.

Κίνδυνος ανθρωπογενούς απερήμωσης (όσο πιο κόκκινος, τόσο πιο μεγάλος)

Κίνδυνος ανθρωπογενούς ερημοποίησης. Πηγή: http://www.nrcs.usda.gov

Το μεσογειακό κλίμα ουσιαστικά σημαίνει την εναλλαγή ανάμεσα στη ξηρή ζώνη του ψηλού βαρομετρικού της Σαχάρας, που το καλοκαίρι επεκτείνεται προς το Βορρά και καλύπτει και τις χώρες μας, και την υγρή ζώνη των κυκλώνων της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, που το χειμώνα επεκτείνεται αντίστοιχα προς το Νότο. Γι’ αυτό κι έχουμε την εναλλαγή ανάμεσα σε βροχερούς χειμώνες και ξηρά καλοκαίρια, που κάθε άλλο παρά τυπική για τον πλανήτη μας είναι. Ήδη αυτό από μόνο του είναι λίγο προβληματικός συνδυασμός, μια και την εποχή που υπάρχει μπόλικη ηλιακή ενέργεια για να φωτοσυνθέσουν τα φυτά (στα οποία, ας μην το ξεχνάμε, βασίζουμε την ύπαρξή μας), το επίσης αναγκαίο νερό είναι σε έλλειψη.

Ο κύριος κίνδυνος είναι όμως να επεκταθεί μόνιμα η ξηρή ζώνη της Σαχάρας προς το Βορρά, ως πιθανότατη συνέπεια μιας υπερθέρμανσης του πλανήτη. Αυτό θα σήμαινε ότι θα υπήρχε πολύ λιγότερο διαθέσιμο νερό για τη γεωργία και για τα νοικοκυριά και θα έκανε την περιοχή της Μεσογείου δύσκολα κατοικήσιμη, τουλάχιστον με τη πληθυσμιακή πυκνότητα που έχει σήμερα (κι η οποία συνέχεια αυξάνεται). Γι’ αυτό κι η κλιματική αλλαγή είναι για τους κάτοικους της περιοχής μια ιδιαίτερα μεγάλη απειλή, που δεν είναι και πολύ στο χέρι μας να την ελέγξουμε, μια κι οι αιτίες της είναι παγκόσμιες.

Ο χάρτης δείχνει τις μεταβολές του ύψους της χειμερινής βροχόπτωσης συγκρίνοντας τα διαστήματα 1902-2010 και 1971-2010. Στις κόκκινες και πορτοκαλί περιοχές έχει σημειωθεί ιδιαίτερα μεγάλη μείωση.

Ο χάρτης δείχνει τις μεταβολές του ύψους της χειμερινής βροχόπτωσης συγκρίνοντας τα διαστήματα 1902-2010 και 1971-2010. Στις κόκκινες και πορτοκαλί περιοχές έχει σημειωθεί ιδιαίτερα μεγάλη μείωση. Πηγή: http://www.noaanews.noaa.gov

Πέρα απ’ αυτήν όμως, η ερημοποίηση ενισχύεται κι από άλλες διαδικασίες, οι οποίες έχουν στη ρίζα τους τον ντόπιο πληθυσμό. Τέτοιες είναι π.χ. η διάβρωση κι η αλάτωση του εδάφους, η υπερκατανάλωση νερού, η υπερβόσκηση, οι πυρκαγιές κι η αποψίλωση των δασών.

Εικόνα από τη κοιλάδα Μπεκάα, που θεωρείται ο σιτοβολώνας του Λιβάνου. Ο Λίβανος είναι η μοναδική χώρα της Μέσης Ανατολής χωρίς έρημο, αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει σύντομα, με κοινωνικές κι οικονομικές συνέπειες. Κύρια αιτία θεωρείται η μειωμένη βροχόπτωση.

Εικόνα από τη κοιλάδα Μπεκάα, που θεωρείται ο σιτοβολώνας του Λιβάνου. Ο Λίβανος είναι η μοναδική χώρα της Μέσης Ανατολής χωρίς έρημο, αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει σύντομα. Πηγή: http://www.dailystar.com.lb/News/Local-News/2012/Jul-04/179291-desertification-a-threat-to-the-bekaa.ashx#axzz3I01PD2mp

Το πρόβλημα της διάβρωσης του εδάφους μας φέρνει και στη δεύτερη ιδιαιτερότητα της περιοχής, που την κάνει ιδιαίτερα οικολογικά ευαίσθητη: το γεωλογικό/γεωμορφολογικό παράγοντα. Ο χώρος της Μεσογείου είναι γεωλογικά πολύ νέος. Δημιουργήθηκε ουσιαστικά με τη σύγκρουση της αφρικανικής με την ευρασιατική πλάκα, η οποία συνεχίζεται ακόμα: εξ’ ου κι η ακόμα έντονη σεισμική κι ηφαιστειακή δραστηριότητα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ένα πολύ έντονο ανάγλυφο (π.χ. η Ελλάδα είναι γεμάτη νησιά και ψηλά βουνά). Μεγάλες πεδιάδες είναι σπάνιες, που σήμαινε ότι αναγκαστικά η γεωργία έπρεπε να επεκταθεί και σε βουνοπλαγιές με απότομη κλίση.

Η απότομη κλίση όμως σε συνδυασμό με τη γεωργική δραστηριότητα ενισχύει τη διάβρωση του εδάφους. Και χωρίς έδαφος, δεν υπάρχει και πολλή βλάστηση, συνεπώς ούτε και γεωργία. Φυσικά με μια τόσο μακριά γεωργική παράδοση όπως αυτή της Ανατολικής Μεσογείου, οι γεωργοί έχουν αναπτύξει και μεθόδους για να περιορίζουν τη διάβρωση. Η πιο γνωστή είναι μάλλον οι αναβαθμίδες, πολύ χαρακτηριστικές για το μεσογειακό τοπίο. Στη σύγχρονη εποχή όμως, η εγκατάλειψη των ορεινών ή ημιορεινών περιοχών κι η εντατικοποίηση της γεωργίας σε περιορισμένες εκτάσεις, είχαν ως συνέπεια την εγκατάλειψη πολλών παλιών γεωργικών εκτάσεων. Παραμελήθηκαν έτσι και τα προστατευτικά μέτρα, με αποτέλεσμα την αύξηση της διάβρωσης. Κάτι που δείχνει ότι η παύση της γεωργίας δεν έχει κατ’ ανάγκη θετικές συνέπειες για το περιβάλλον, ενώ η προσεκτική γεωργική χρήση μπορεί αντίθετα να βοηθήσει στην προστασία του.

Διάβρωση ως συνέπεια της εγκατάλειψης των προστατευτικών αναβαθμίδων, ανάμεσα στα χωριά Πέρα Ορεινής και Αναλιόντας στην Κύπρο.

Διάβρωση ως συνέπεια της εγκατάλειψης των προστατευτικών αναβαθμίδων, ανάμεσα στα χωριά Πέρα Ορεινής και Αναλιόντας στην Κύπρο.

Η τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών έφερε αλλαγές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, που γενικά είχε μάθει μέσα στους αιώνες να ζει με περιορισμένες ποσότητες νερού. Η κατασκευή φραγμάτων, η αφαλάτωση, η μεταφορά νερού μέσω αγωγών, η άντληση κοιτασμάτων απολιθωμένων νερών, έδωσαν τη ψευδαίσθηση ότι το νερό είναι ένα αγαθό περίπου ανεξάντλητο. Εκτός από τη ψηλότερη οικιακή και τουριστική κατανάλωση νερού, ενθαρρύνθηκαν έτσι και υδροβόρες καλλιέργειες, που δεν ταιριάζουν με το κλίμα της περιοχής, όπως η μπανάνα ή το βαμβάκι. Ακραίο παράδειγμα απ’ αυτήν την άποψη ήταν μάλλον το Ισραήλ. Μόνο που όλο αυτό το διαθέσιμο νερό αποδείχτηκε ότι τελικά δεν είναι ούτε αυτό ανεξάντλητο. Το αποτέλεσμα ήταν να μειώνονται τα αποθέματα νερού με μεγαλύτερο ρυθμό απ’ ότι αναπληρώνονται, ενώ μένοντας στο παράδειγμα του Ισραήλ είναι χαρακτηριστικό ότι η επιφάνεια της Νεκράς Θάλασσας μειώθηκε κατά 1/3 τα τελευταία 100 χρόνια. Ως τραγική ειρωνεία δηλαδή, η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα νερού τελικά μάλλον συνεισέφερε στην ερημοποίηση.

Οι υδροβόρες καλλιέργειες όμως δεν ευνοούν την ερημοποίηση μόνο μ’ αυτόν τον άμεσο τρόπο. Υπάρχει και μια πιο έμμεση επίδραση: η αλάτωση των εδάφων. Σ’ ένα ημίξηρο κλίμα, όπως επικρατεί σε πολλά κομμάτια της Ανατολικής Μεσογείου (ακόμα και πιο βόρεια, όπως π.χ. στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία), ακόμα και μια μικρή ποσότητα αλατών που περιέχουν τα αρδευτικά νερά μπορεί μέσω της εξάτμισης να παραμείνει στο έδαφος. Η επανάληψη της άρδευσης μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση αλατών, ειδικά σε αργιλώδη εδάφη με κακή στράγγιση, που επίσης συναντώνται συχνά στην περιοχή μας. Η αλάτωση των εδαφών τα αχρηστεύει σταδιακά κι άρα ευνοεί την ερημοποίηση. Σε παραθαλάσσιες περιοχές με γεωργική χρήση, αυτή η αλάτωση μπορεί να έρθει και με άλλο τρόπο: η εξάντληση των υδροφορέων μέσω των υδροβόρων καλλιεργειών οδηγεί στην υπόγεια εισροή θαλασσινού νερού. Τέτοια προβλήματα είχαν π.χ. στην Κύπρο η περιοχή της Μόρφου ή του Ακρωτηρίου, όπου αντιμετωπίστηκαν με μεγάλο κόστος.

'Εδαφος με αλάτωση. Πηγή: eusoils.jrc.ec.europa.eu

‘Εδαφος με συσσωρευμένα άλατα στην επιφάνειά του. Πηγή: eusoils.jrc.ec.europa.eu

Το ότι οι πυρκαγιές κι η αποψίλωση του δάσους επίσης συνεισφέρουν στην ερημοποίηση, είναι προφανές. Κατ’ αρχήν μέσω της καύσης μειώνεται η οργανική ύλη του εδάφους, άρα γίνεται και λιγότερο εύφορο. Η έλλειψη της βλάστησης σημαίνει όμως και λιγότερη προστασία απέναντι στη διάβρωση. Άρα δεν είναι μόνο η βλάστηση που χάνεται, αλλά και το έδαφος το οποίο είναι απαραίτητο για την αναγέννηση της βλάστησης – και για να ξαναδημιουργηθεί το έδαφος, μπορεί να χρειάζεται αιώνες. Η θαμνώδης βλάστηση που θεωρούμε χαρακτηριστική για τη Μεσόγειο είναι στην ουσία ένα υποβαθμισμένο στάδιο του φυσικού μεσογειακού δάσους, αποτέλεσμα της μακραίωνης ανθρώπινης επέμβασης και της απώλειας εδάφους που αυτή είχε σαν αποτελεσμα (ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια περιοχή με γεωργική παράδοση σχεδόν 10.000 χρόνων).

Όλοι οι προαναφερθέντες παράγοντες σχετίζονται λίγο-πολύ με το κλίμα και το φυσικό περιβάλλον της Μεσογείου. Είναι πολύ πιθανό ότι θα οδηγήσουν σε μια μειωμένη γεωργική παραγωγικότητα μέσα στις επόμενες δεκαετίες, με την οποία θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε. Το πιο απογοητευτικό όμως, είναι ότι δεν φαίνεται να υπάρχει αποτελεσματικό σχέδιο προστασίας των αγροτικών εκτάσεων, έτσι ώστε τουλάχιστον να περιοριστεί η ζημιά. Η επέκταση των οικισμών πάνω σε από γεωργική άποψη πολύτιμη γη συνεχίζεται – γη που η περιοχή μας δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει (αν θεωρήσουμε ότι άλλες την έχουν). Η σφράγιση έχει οριστεί δικαίως ως μία από τις 8 κύριες απειλές για την ποιότητα του εδάφους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου

Ιδιαίτερα προφανές είναι αυτό το πρόβλημα π.χ. στην κοιλάδα και το δέλτα του Νείλου, όπου συνεχίζεται αμείωτη η οικοδόμηση, αφαιρώντας από τη γεωργία εκτάσεις που λόγω των γεωγραφικών συνθηκών (γύρω υπάρχει μόνο έρημος) είναι αδύνατο να αναπληρωθούν. Αν όμως στην Αίγυπτο υπάρχει τουλάχιστον η δικαιολογία της αναπόφευκτης αύξησης του πληθυσμού, στην Ελλάδα ή στην Κύπρο δεν υπάρχει καμιά σημαντική δικαιολογία. Το μόνο που «έσωσε» προσωρινά κάπως την κατάσταση, ήταν ίσως η οικονομική κρίση κι η μείωση που αυτή έφερε στη οικοδομική δραστηριότητα. Το ότι όμως πολλοί συνεχίζουν να βλέπουν το μαζικό τουρισμό σαν κύριο μέσο εξόδου από την κρίση, δεν είναι και πολύ ενθαρρυντικό για το μέλλον των ακόμα ελεύθερων εκτάσεων.

Είναι προφανές ότι αυτά τα προβλήματα, που για την περιοχή είναι κυριολεκτικά θέμα ζωής ή θανάτου, είναι αδύνατον να αντιμετωπιστούν χωρίς σχεδιασμό και χωρίς ισχυρή παρέμβαση του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών απέναντι στην «ελεύθερη οικονομία». Για να γίνει όμως αυτό, θα χρειαστούν ριζικές αλλαγές στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο.


Χρήσιμη βιβλιογραφία/Χρήσιμοι συνδέσμοι: