Ταξιδευοντας στις πολεις του Ποντου

Κλασσικό

Η σημασία της θάλασσας για τον ανθρώπινο πολιτισμό ήταν και είναι μεγάλη.  Τόσο μεγάλη που, όχι σπάνια, δίνει το όνομά της και σε περιοχές της στεριάς. Έτσι και η Μαύρη Θάλασσα, ή Εύξεινος Πόντος, χάρισε το όνομά της σ’ ένα τμήμα της στεριάς την οποία βρέχει, αυτό που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε Πόντο.

Ο Πόντος για την ελληνική μυθολογία ήταν η γη των Αργοναυτών και των Αμαζόνων. Η απόμακρη τοποθεσία μαζί με το ιδιαίτερο κλίμα και βλάστηση, τον έκαναν ίσως ιδανικό χώρο για να τοποθετήσεις μύθους. Στα ελληνιστικά χρόνια γεννήθηκε εκεί το Βασίλειο του Πόντου, αυτό το ελληνοπερσικό μείγμα που υπό τον Μιθριδάτη ΣΤ’ έφτασε να απειλήσει ακόμα και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – για να νικηθεί όμως στο τέλος. Μετά από αιώνες υποταγής πρώτα στη Ρώμη και μετά στην Κωνσταντινούπολη, ο Πόντος έγινε στον 13ο αιώνα πάλι από μόνος του ένα βασίλειο, ελληνορθόδοξο αυτήν τη φορά: η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Στην οθωμανική περίοδο συναντήθηκαν εκεί το Ισλάμ και η Χριστιανοσύνη, τα τουρκικά με τα ελληνικά και τις διαλέκτους των Καυκάσιων: Αρμενίων, Λαζών και Μιγγρελών. Σήμερα, αντιστοιχεί στο ένα από τα μεγάλα γεωγραφικά διαμερίσματα της σύγχρονης Τουρκίας, αυτό της Μαύρης Θάλασσας ή Καραντενίζ στα τουρκικά.

Για να ταξιδέψει κάποιος από την Κωνσταντινούπολη προς τον Πόντο, οι επιλογές είναι οδικώς ή αεροπορικώς. Το σιδηροδρομικό δίκτυο σ’ αυτήν την περιοχή είναι από υποτυπώδες ως εντελώς ανύπαρκτο και η ακτοπλοϊκή σύνδεση φαίνεται ότι καταργήθηκε. Τα λεωφορεία όμως στην Τουρκία είναι αρκετά συχνά και άνετα, ώστε ένα τέτοιο ταξίδι να είναι σχετικά εύκολο.

Πριν φτάσει στον κυρίως ειπείν Πόντο, το λεωφορείο διασχίζει την  Παφλαγονία, όπως λεγόταν μέχρι τα βυζαντινά χρόνια αυτή η ορεινή περιοχή μετά την Κωνσταντινούπολη και τη Βιθυνία. Η εξοχή ακόμα έχει σχετικά μεσογειακή εικόνα, με ξηρικές καλλιέργειες και πευκοδάση. Η βροχή εδώ ακόμα δεν είναι τόσο άφθονη, όσο γίνεται πιο ανατολικά.

Εικόνα από την εξοχή της Παφλαγονίας, ανάμεσα στην Κασταμονή και τη Σινώπη.

Μετά από περίπου πέντε ώρες, το λεωφορείο φτάνει στο Καραμπούκ. Πριν έναν αιώνα ακόμα ένα μικρό ασήμαντο χωριό, το Καραμπούκ είναι σήμερα μια πόλη των 110000 κατοίκων περίπου, αρκετών για να την κάνουν πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Την ανάπτυξη αυτήν τη χρωστάει κυρίως στη βιομηχανία χάλυβα και σιδήρου που εγκαταστάθηκε εκεί στη δεκαετία του ’30. Είναι μια από τις πιο καθαρά βιομηχανικές πόλεις της τουρκικής επαρχίας.

Τα εργοστάσια της βιομηχανίας χάλυβα και σιδήρου Καρντεμίρ – η πόλη του Καραμπούκ που αναπτύχθηκε χάρη σ’ αυτήν φαίνεται στο βάθος δεξιά.

Η εντυπωσιακή ανάπτυξη του Καραμπούκ επισκίασε τη γειτονική και πιο ιστορική Σαφράμπολη (οι δυο πόλεις συναποτελούν έναν ενιαίο αστικό ιστό). Αυτό όμως ίσως την βοήθησε να γλυτώσει τις σύγχρονες ψηλές πολυκατοικίες, που θα της έδιναν μια βαρετή εικόνα παρόμοια με άλλες επαρχιακές πόλεις της Τουρκίας. Μεγάλο κομμάτι της πόλης αποτελείται ακόμα από παλιά οθωμανικά κτίρια, πολλά από τα οποία αναπαλαιώθηκαν και λειτουργούν ως ξενώνες. Από τον 13ο μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα,  η Σαφράμπολη ήταν κεντρικός σταθμός των καραβανιών που έκαναν τη διαδρομή Ανατολής-Δύσης, κάτι που την έκανε να γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη και να γίνει και αρχιτεκτονικό πρότυπο για άλλες μικρασιατικές πόλεις.  Η πόλη αναγνωρίστηκε επίσημα ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ το 1994.

Παραδοσιακά οθωμανικά σπίτια στο Κιρανκιοϋ της Σαφράμπολης, κάποια από τα οποία χρησιμοποιούνται πλέον ως ξενώνες.

Η «πόλη του σαφράν» (η περιοχή ήταν από παλιά τόπος παραγωγής και εξαγωγής του κρόκου, ο οποίος είναι εξάλλου και το σύμβολο του Δήμου) αποτελείται από σχεδόν ξεχωριστές μεταξύ τους συνοικίες. Στο δυτικό υψίπεδο βρίσκεται το Κιράνκιοϋ, όπου ζούσαν παλιότερα οι μη-Μουσουλμάνοι και όπου εκτείνεται το σύγχρονο κέντρο και το (όχι και τόσο μεγάλο) νεόδμητο τμήμα της πόλης. Απέναντι και χαμηλά στην ανατολική πλευρά, βρίσκεται το Τσουκούρ, το ιστορικό κέντρο, ενώ πιο βόρεια εκτείνεται το Μπαγλάρ, μια συνοικία θερινών κατοικιών με μεγάλους κήπους.  Για τη συγκοινωνία ανάμεσα στο Κιράνκιοϋ και το Τσουκούρ λειτουργούν δημοτικά λεωφορεία – μπορεί όμως κάποιος να το κάνει και με τα πόδια, διασχίζοντας την κοιλάδα με τις απότομες πλαγιές που χωρίζει τις δύο συνοικίες. Θα πάρει έτσι και μια γεύση χωριού, από τα παλιά σπίτια της κοιλάδας με τα κοτέτσια και τους κήπους τους.

Το Κιράνκιοϋ, όπως φαίνεται από την απέναντι πλευρά της κοιλάδας.

Παλιά οθωμανικά κτίρια δίνουν τον τόνο σε όλες αυτές τις συνοικίες, η πιο σημαντική από τουριστική άποψη είναι όμως σαφώς το Τσουκούρ, και ιδιαίτερα το Τσαρσί (=Αγορά). Εκεί θα δει κάποιος πολλά μαγαζιά με σουβενίρ και τοπικά προϊόντα, καθώς και ταβέρνες και καφενεία, ενώ δεν αποκλείεται να συναντήσει και γκρουπ Κινέζων τουριστών.

Το Τσαρσί της Σαφράμπολης.

Από την Σαφράμπολη το λεωφορείο χρειάζεται μιάμιση με δυο ώρες μέχρι την επόμενη ιστορική πόλη της Παφλαγονίας, την ορεινή (σε υψόμετρο 900 μ) Κασταμονή. Η πόλη καταγωγής των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Κομνηνών (το όνομα της προέρχεται μάλλον από το «Κάστρα Κομνηνών») έγινε στον 14ο αιώνα  η πρωτεύουσα της τουρκικής δυναστείας των Τζαντάρογλου. Όταν οι Οθωμανοί με τη σειρά τους κατέκτησαν την περιοχή, σεβάστηκαν την ιστορία της πόλης και την έκαναν πρωτεύουσα του ομώνυμου βιλαετιού, που εκτεινόταν από τα ασιατικά προάστια της Πόλης μέχρι τη Σινώπη. Κάποιοι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί συνέχισαν να κατοικούν στην περιοχή μέχρι και την ανταλλαγή πληθυσμών. Στην Κασταμονή γεννήθηκε και ο Γιάννης Εϊριτζίδης, γνωστός ως Γιοβάν Τσαούς (το παρατσούκλι του το χάρισε η θητεία του ως λοχίας στον οθωμανικό στρατό), ο οποίος φαίνεται ότι μετέφερε και παραδοσιακές μελωδίες της πατρίδας του στο ελληνικό ρεμπέτικο.

Το κάστρο της Κασταμονής είχε ήδη κτιστεί από τους Βυζαντινούς, τροποποιήθηκε όμως στη συνέχεια από τους Τζαντάρογλου και τους Οθωμανούς.

Η σύγχρονη Κασταμονή είναι μια μάλλον συντηρητική επαρχιακή πόλη, η οποία εκτείνεται περίπου γραμμικά γύρω από το ποτάμι, περιτριγυρισμένη από βουνά. Το βόρειο τμήμα αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από σύγχρονες ψηλές πολυκατοικίες. Στο ιστορικό κέντρο όμως, που βρίσκεται πιο νότια, έχουν επιβιώσει αρκετά σκόρπια παλιά σπίτια, όπως και χάνια και παλιά τζαμιά, που θυμίζουν κάτι από το οθωμανικό παρελθόν.

Το κέντρο της Κασταμονής με το Νασρουλάχ Τζαμί, το Κουρσουνλού Χάνι στα δεξιά (το οποίο ακόμα λειτουργεί ως ξενοδοχείο) και το Χάνι του Ασίρ Εφέντη πιο πίσω.

Η γέφυρα Νασρουλάχ ή, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, η γέφυρα της Καμπούρας (Kambur Köprü), είναι μια από τις πολλές που ενώνουν τις δύο όχθες του ποταμού, στις οποίες εκτείνεται ο κεντρικός οδικός άξονας της πόλης.

Δρόμος της Κασταμονής με παλιά μαγαζιά.

Από την Κασταμονή ξεκινάνε λεωφορεία για τις κοντινές ακτές του Δυτικού Πόντου. Μετά από περίπου τρεις ώρες, το λεωφορείο κατηφορίζει από τα δασώδη βουνά της Παφλαγονίας προς τη χερσόνησο της Σινώπης, με την ομώνυμη πόλη να απλώνεται στις πλαγιές της. Αυτό είναι το μόνο σημείο στη σχετικά ευθυγραμμισμένη μικρασιατική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, όπου σχηματίζεται ένας τέτοιος κόλπος που επιτρέπει σε ένα λιμάνι να κοιτάει νότια. Προστατεύεται δηλαδή από τον κύριο όγκο της Μαύρης Θάλασσας, αυτής της τεράστιας μάζας νερού χωρίς νησιά: η επόμενη ξηρά απέναντι από την βόρεια ακτή της Σινώπης είναι η Κριμαία.

Η χερσόνησος και πόλη της Σινώπης.

Η ιδιαίτερη φυσική γεωγραφία καθόρισε και την Ιστορία της Σινώπης, η οποία για πολλούς αιώνες παρέμεινε ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Αυτήν την ιδιαιτερότητα αντιλήφθηκαν μάλλον και οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι επέλεξαν την τοποθεσία για να ιδρύσουν τον 7ο αιώνα π.Χ. μια από τις πρώτες αποικίες τους στη Μαύρη Θάλασσα. Από τη Σινώπη καταγόταν και ο φιλόσοφος Διογένης: οι σύγχρονοι Σινωπείς τιμούν το διάσημο αρχαίο συμπατριώτη τους με άγαλμα κοντά στην είσοδο της πόλης.

Το άγαλμα του Διογένη κοντά στα τείχη της πόλης, που κτίστηκαν επί Μιθριδάτη ΣΤ’, του οποίου η Σινώπη ήταν γενέτειρα και πρωτεύουσα του βασιλείου του – όλοι οι επόμενοι κατακτητές, Βυζαντινοί, Σελτζούκοι και Οθωμανοί, έκαναν προσθέσεις σ’ αυτά.

Παλιά λεγόταν ότι η Μαύρη Θάλασσα έχει τρία σίγουρα λιμάνια: τον Ιούλη, τον Αύγουστο και τη Σινώπη. Λίγες ώρες στην πόλη ήταν αρκετές για να αντιληφθώ γιατί. Όταν στην εκτεθειμένη βόρεια ακτή της χερσονήσου η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη και τα κύματα τρομακτικά, στην προστατευμένη νότια ακτή επικρατεί απόλυτη ηρεμία. Μπορείς να κάνεις περίπατο στο λιμανάκι με τις ταβέρνες και τις καφετέριες ή στον παραλιακό πεζόδρομο δίπλα στο παραθαλάσσιο πάρκο, χωρίς να έχεις ιδέα για το τι συμβαίνει στην ανοικτή θάλασσα, ελάχιστα χιλιόμετρα μακριά.

Το λιμάνι της Σινώπης, με το κέντρο της πόλης να εκτείνεται προς τα πίσω.

Η βόρεια ακτή της χερσονήσου με τα τείχη που φτάνουν μέχρι την παραλία: εδώ στην τοποθεσία Κουμκαπί, όχι μακριά από το κέντρο της πόλης

Από τη Σινώπη πλέον και προς τα ανατολικά, το ταξίδι γίνεται παραθαλάσσιο. Ο δρόμος ακολουθεί την ακτογραμμή της Μαύρης Θάλασσας – σε κάποια σημεία μάλιστα, όπου λόγω απότομου γκρεμού η συνέχιση του δρόμου στην ακτή δεν ήταν δυνατή, οι Τούρκοι δεν δίστασαν να επεκτείνουν τον δρόμο με επιχωμάτωση μέσα στη θάλασσα.

Εικόνα από τα παράθυρο του λεωφορείου Σινώπης-Σαμψούντας, από τμήμα του δρόμου που εκτείνεται μέσα στη θάλασσα.

Σε τρεις ώρες το λεωφορείο φτάνει στην μεγαλύτερη πόλη της μικρασιατικής Μαύρης Θάλασσας (με πάνω από 500.000 κατοίκους), τη Σαμψούντα ή Αμισό, όπως λεγόταν παλιότερα. Είναι και αυτή μια καθαρά παραθαλάσσια πόλη, με έναν παραλιακό πεζόδρομο ο οποίος εκτείνεται για χιλιόμετρα, ενοποιημένος με πάρκα και άλλους χώρους αναψυχής. Παράλληλα με την παραλία κινείται και το τραμ, το μόνο ΜΜΜ σταθερής τροχιάς στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Περπατώντας στον παραλιακό πεζόδρομο και κοιτάζοντας προς το λιμάνι της Σαμψούντας.

Η σημερινή Σαμψούντα δεν έχει πάντως πολλά για να θυμίζουν την μακριά της ιστορία: είναι μια σχετικά άχρωμη σύγχρονη τσιμεντούπολη. Οι κάτοικοί της το Σάββατο πλημμυρίζουν τους εμπορικούς δρόμους με τα άφθονα καταστήματα – ο καταναλωτισμός δεν λείπει από τη σύγχρονη Τουρκία του Ερντογάν.

Η Λεωφόρος Γκαζή είναι από τους κεντρικούς δρόμους της αγοράς της Σαμψούντας.

Για την Τουρκία έχει πάντως μια ιδιαίτερη βαρύτητα η σύγχρονη Ιστορία της Σαμψούντας. Εδώ αποβιβάστηκε ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς στις 19 Μαΐου 1919, έχοντας αποστολή από τον Σουλτάνο να αντιμετωπίσει τις σκόρπιες αντάρτικες ομάδες, κατά τις απαιτήσεις των ξένων δυνάμεων που κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Αυτός όμως, παίρνοντας ένα μεγάλο πολιτικό ρίσκο, παράκουσε την εντολή και ήρθε σε συνεννόηση μεταξύ άλλων και με τέτοιες ομάδες, ώστε να οργανωθεί η αντίσταση ενάντια στα ξένα στρατεύματα, αλλά και να χτυπηθούν οι χριστιανικές αντάρτικες ομάδες. Έτσι καθορίστηκε το μέλλον της Μικράς Ασίας: ο Μουσταφά Κεμάλ θα γινόταν Ατατούρκ (πατέρας των Τούρκων) και το τίμημα θα το πλήρωναν οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί. Ούτε αυτοί του Δυτικού Πόντου, αν και σε μεγάλο ποσοστό τουρκόφωνοι, θα γλίτωναν τη μοίρα των σφαγών και της ανταλλαγής πληθυσμών.

Η απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα έχει τόση σημασία για τη σύγχρονη Τουρκία, ώστε στο σημείο αυτό να υπάρχει μια μόνιμη αναπαράστασή της με αντίγραφο του πλοίου και ομοιώματα των προσώπων που συμμετείχαν.

Ακόμα και η ημερομηνία της απόβασης μοιάζει να συμβολίζει τη διαφορά ανάμεσα στην τουρκική και ελληνική οπτική της Ιστορίας. Για τους Τούρκους είναι εθνική γιορτή, αφού χάρη σ’ αυτήν θεωρούν ότι κέρδισαν την επιβίωση τους ως έθνος. Στη Σαμψούντα αυτή την περηφάνια τη βλέπεις στα μνημεία, στα ονόματα των δρόμων, στα μουσεία. Αντίθετα, η Ελλάδα όρισε αυτή την μέρα ως μαύρη επέτειο της Γενοκτονίας των Ποντίων (αν και αυτή ξεκίνησε κάποια χρόνια πιο πριν).

Μια από τις πιο κεντρικές λεωφόρους της Σαμψούντας ονομάζεται «19ης Μαΐου»¨: ο Ατατούρκ καβάλα στο άλογο είναι το σύμβολο του Δήμου.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η Σαμψούντα έχει ξεχάσει εντελώς τις αρχαίες της ρίζες. Τα Σαββατοκύριακα οι Σαμψούντιοι ανεβαίνουν με το τελεφερίκ στον Λόφο της Αμισού (Amisos Tepesi) για να απολαύσουν τη θέα και να περπατήσουν ανάμεσα στα ελληνιστικά ερείπια. Κάτω στην παραλία ξεχωρίζει το άγαλμα της Μεγάλης Αμαζόνας, ενώ λίγο πιο νότια βρίσκεται και το τεχνητό «Χωριό των Αμαζόνων». Δεν ξέρουμε κατά πόσον αυτές οι τρομερές πολεμίστριες της μυθολογίας υπήρξαν στην πραγματικότητα – η θεωρία όμως ότι το βασίλειο τους βρισκόταν στην περιοχή της Σαμψούντας αρκεί στους κατοίκους για να τις κάνουν σύμβολο της πόλης.

Θέα από τον Λόφο της Αμισού προς την ακτή και το Άγαλμα της Μεγάλης Αμαζόνας, με τα δυο λιοντάρια που την περιστοιχίζουν. Στα αριστερά φαίνεται η αφετηρία του τελεφερίκ και δεξιά της ο καπνός από το ψήσιμο στο πάρκο: επίσης αγαπημένη συνήθεια των τουρκικών οικογενειών.

Συνεχίζοντας στον παραθαλάσσιο δρόμο προς την Τραπεζούντα, η πυκνή βλάστηση στις πλαγιές των βουνών εναλλάσσεται με καταπράσινα λιβάδια που τα διασχίζουν ποτάμια. Ο Ανατολικός Πόντος είναι μια από τις πιο υγρές περιοχές κοντινές σε μας: οι βροχές δεν σταματούν ούτε το καλοκαίρι.

Πυκνή βλάστηση του Ανατολικού Πόντου,  δυτικά της Ορντού.

Αυτή είναι η περιοχή όπου επιβίωσε μέχρι πολύ πρόσφατα η ιδιαίτερη ποντιακή ελληνική διάλεκτος που γνωρίζουμε, δίπλα σ’ αυτές των άλλων λαών της Μαύρης Θάλασσας, Τούρκων, Λαζών ή Αρμενίων. Στον ανατολικό Πόντο μάλιστα δεν ήταν μόνο οι Ελληνορθόδοξοι που μιλούσαν ποντιακά ελληνικά, αλλά και αρκετοί Μουσουλμάνοι, οι οποίοι παρέμειναν στην περιοχή και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Κάποιες μικρές εστίες ελληνοφωνίας επιβιώνουν (με δυσκολία) μέχρι και τις μέρες μας.

Πάνω στα βουνά του Ανατολικού Πόντου βρίσκονται μερικές σκόρπιες περιοχές όπου ακόμα μιλιούνται τα ποντιακά: μεταξύ αυτών και η Τόνια, στα βουνά που φαίνονται πίσω από τη κωμόπολη Μπεσίκντουζου, απ’ όπου πάρθηκε η φωτογραφία.

Μετά από πέντε ώρες ταξιδιού, το λεωφορείο φτάνει στην αναμφισβήτητη πρωτεύουσα του Ανατολικού Πόντου: την Τραπεζούντα. Ξεκινώντας ως ελληνική αποικία στην αρχαιότητα, έγινε πρωτεύουσα της δικής της ομώνυμης Αυτοκρατορίας μετά την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας έζησε από τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα, για να υποταχθεί στους Οθωμανούς μόλις το 1461.

Η Τραπεζούντα έρχεται δεύτερη σε πληθυσμό στον Πόντο μετά τη Σαμψούντα, την κερδίζει όμως μάλλον σε προσωπικότητα. Η Άγκυρα και η Πόλη μοιάζουν εδώ πολύ μακρινές – και είναι (η πτήση Τραπεζούντα-Κωνσταντινούπολη διαρκεί δύο ώρες). Η Τραπεζούντα ζει στους δικούς της ρυθμούς.

Το λιμάνι της Τραπεζούντας, ένα από τα πιο σημαντικά του Πόντου, έχει απ’ ευθείας ακτοπλοϊκή σύνδεση με το Σότσι της Ρωσίας.

Το πάρκο της κοιλάδας του Ζανός: αριστερά (ανατολικά) είναι η εντός των τειχών πόλη, ενώ στην απέναντι μεριά ξεκινάει η συνοικία Ορταχισάρ (Μεσαίο Κάστρο).

Η περηφάνια της Τραπεζούντας απέναντι στην κυρίαρχη Κωνστανινούπολη εκφράζεται και ποδοσφαιρικά. Η Τραμπζόνσπορ είναι το καμάρι της περιοχής, αφού είναι η μόνη ομάδα που κατάφερε επανειλημμένα να κοντράρει στα ίσα τις ομάδες της Κωνσταντινούπολης, κερδίζοντας και έξι πρωταθλήματα. Στην πόλη βλέπεις παντού σημαίες της ομάδας και μέχρι και το έμβλημα του δήμου έχει τα μπορντό-μπλε της χρώματα. Ακόμα και ονόματα δρόμων της έχουν αφιερώσει: το στάδιο της ομάδας βρίσκεται στην Λεωφόρο Τραμπζόνσπορ.

Το Στάδιο της Τραμπζόνσπορ, βαμμένο στα χρώματα της ομάδας.

Σημαίες της Τραμπζόνσπορ σε σοκάκι του Ορταχισάρ.

Ο ρόλος της ως αυτοκρατορική πρωτεύουσα ήταν ίσως αυτό που άφησε στην Τραπεζούντα τόσα πολλά στοιχεία μιας ελληνοχριστιανικής παράδοσης, ώστε να σώζονται κάποια και σήμερα. Η Μονή Θεοσκεπάστου βρίσκεται μέσα στην πόλη, ενώ το πιο γνωστό μοναστήρι της Σουμελάς σε απόσταση περίπου 45 χλμ. (τον Οκτώβρη του 2017 ήταν και τα δύο υπό επισκευή). Η Αγιά Σοφιά λίγο έξω από το κέντρο έχει μια ιστορία  παρόμοια με τη διάσημη συνονόματή της στην Κωνσταντινούπολη: από βυζαντινή εκκλησία έγινε τζαμί στα οθωμανικά χρόνια και μετά μουσείο επί Κεμάλ. Από το 2013 λειτουργεί πάλι ως τζαμί: κάτι που κάποιοι βλέπουν με ανησυχία και σαν προετοιμασία για ανάλογη κίνηση και στην Αγιά Σοφιά της Πόλης.

Η Αγιά Σοφιά της Τραπεζούντας.

Πίσω από την Τραπεζούντα υψώνονται οι Ποντικές Άλπεις. Ο δρόμος που συνδέει την Τραπεζούντα με την Αργυρούπολη περνάει από την Ματσούκα, μια κωμόπολη χτισμένη σε μια κοιλάδα και περιτριγυρισμένη από βουνά, όπου ενώνονται δύο από τα πολλά ποτάμια που διασχίζουν την πολύ υγρή αυτή περιοχή. Πιο γνωστή είναι ως σταθμός στο δρόμο για το  μοναστήρι της Σουμελάς: μέχρι εκεί υπάρχει τακτική συγκοινωνία με λεωφορεία από την Τραπεζούντα, αλλά για τα 20 χλμ. που απομένουν χρειάζεται ταξί.

Στο κέντρο της Ματσούκας, κάτω από το ξενοδοχείο «Σουμελά», ενώνονται δύο ποτάμια που κουβαλούν υλικό από τη διάβρωση των Ποντικών Άλπεων μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα.

Πίσω στην Τραπεζούντα και συνεχίζοντας παραθαλάσσια προς τα ανατολικά, το λεωφορείο σε μια ώρα και κάτι φτάνει στη Ριζούντα. Εδώ βρισκόμαστε σχεδόν στο βορειοανατολικό άκρο της Τουρκίας, τα σύνορα με τη Γεωργία απέχουν μόλις 110 χλμ. Το κλίμα γίνεται όλο και πιο υγρό: ιδιαίτερα εντυπωσιακή εικόνα στη διαδρομή είναι οι καταρράκτες που πέφτουν ο ένας δίπλα στον άλλο από τον γκρεμό, ενώ από την άλλη πλευρά του δρόμου ξεκινά σχεδόν άμεσα η Μαύρη Θάλασσα.

Ένα δώρο της άφθονης βροχής, που θυμίζει τροπικούς, είναι και οι φυτείες τσαγιού, οι οποίες καλύπτουν σχεδόν κάθε βουνοπλαγιά στην περιοχή της Ριζούντας. Εδώ παράγεται το μεγαλύτερο μέρος του πιο αγαπημένου πλέον ροφήματος των Τούρκων (η Τουρκία είναι έκτος μεγαλύτερος παραγωγός τσαγιού στον κόσμο, αλλά και οι Τούρκοι πρώτοι στην κατά κεφαλή κατανάλωση).

Φυτεία τσαγιού στα προάστια της Ριζούντας.

Η Ριζούντα είναι μια μεσαίου μεγέθους μαυροθαλασσίτικη πόλη, γνωστή στην Τουρκία μεταξύ άλλων και ως πόλη καταγωγής του προέδρου Ερντογάν. Οι περισσότεροι κάτοικοι της συντηρητικής Ριζούντας είναι μάλλον περήφανοι γι’ αυτό, όπως φαίνεται π.χ. και από το ότι ήδη μετονόμασαν το τοπικό πανεπιστήμιο σε «Πανεπιστήμιο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν».

«Η Ριζούντα μαζί σου» λέει η αφίσα με τον Ερντογάν στο κέντρο της πόλης, δίπλα από τα γραφεία του κυβερνώντος κόμματος.

Πέρα όμως από τον Ερντογάν, η Μαύρη Θάλασσα έχει γενικά τη φήμη μιας περιοχής όπου ο ακραίος εθνικισμός έχει πολλή δύναμη. Κάποιοι δεν θεωρούν τυχαίο ότι από την Τραπεζούντα ήταν και ο Ογκιούν Σαμάστ,  ο έφηβος που πριν 10 χρόνια δολοφόνησε τον Αρμένη δημοσιογράφο Χραντ Ντινκ, κατηγορώντας τον ότι προσέβαλε το τουρκικό έθνος. Ίσως δεν είναι κάτι που πρέπει να μας εκπλήσσει: δεν είναι εκείνα τα τμήματα ενός νέου έθνους που είναι λιγότερο «καθαρά», συχνά τα ίδια που προσπαθούν να καλύψουν αυτήν την έλλειψη με υπέρμετρο εθνικισμό; Για μια περιοχή όπως ο Πόντος, είναι μάλλον αδύνατο να μην κάνει κάποιος αυτήν τη σκέψη.

Τα γραφεία του ακροδεξιού Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης στο Αρσίν (ανατολικά της Τραπεζούντας), μαζί με αυτά της οργάνωσης νεολαίας των «ιδεαλιστών».

Η δύναμη του τουρκικού εθνικισμού δεν σημαίνει ότι έχει χαθεί η συνείδηση της σχέσης με την ελληνική ποντιακή παράδοση. Η ανάμιξή της με τη σύγχρονη τουρκική πραγματικότητα φαίνεται π.χ. και στο πως ένα τραγούδι, που τραγουδά στα «ρωμέικα» ο Φουάτ Σακά (γνωστός τραγουδοποιός της περιοχής), μπορεί με στίχους στα τουρκικά να γίνει ύμνος της Τραμπζόνσπορ:

Στον Πόντο γρήγορα καταλαβαίνει κάποιος ότι βρίσκεται σε μια πολιτισμικά ιδιαίτερη περιοχή. Με τις ιδιαιτερότητες που έχει,παραμένει και ένα στοιχείο που συνδέει τα δύο έθνη, ελληνικό και τουρκικό. Ίσως τελικά όσο ζωντανές μένουν οι τοπικές ταυτότητες, τόσο  πιο διαπερατά να μοιάζουν τα εθνικά σύνορα.

Advertisements

Η συγκρουση των παραλογισμων

Κλασσικό

Τις τελευταίες εβδομάδες, όσο πλησιάζει η μέρα για το δημοφήφισμα στην Τουρκία, παρακολουθούμε και την κρίση στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Ακούμε διάφορα για την εξέλιξη της Τουρκίας: ότι απομακρύνεται από την Ευρώπη, ότι μετατρέπεται σε προσωποκεντρική δικτατορία κ.λπ. Ο ίδιος ο Ερντογάν βάζει και θέμα νέου δημοψηφίσματος: αυτήν τη φορά για τη συνέχιση ή διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε., οι οποίες μοιάζουν σήμερα έτσι κι αλλιώς ανούσιες.

Η τουρκική πολιτική ελίτ φαίνεται να καταφεύγει όλο και περισσότερο σε έναν ακραίο εθνικισμό (ενισχυμένο με μια γερή δόση Ισλάμ), που αντιλαμβάνεται τη Δύση και την Ευρώπη ως περίπου εχθρικούς χώρους. Ακόμα, το παραλήρημα του Ερντογάν, ο οποίος δεν διστάζει να παρομοιάσει τους σημερινούς Ευρωπαίους ηγέτες με τους Ναζί και τους Σταυροφόρους, δίνει μια εικόνα τεράστιας απόστασης από αυτό που πολλοί ονομάζουν «ευρωπαϊκές αξίες» ή «ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό».

Σύγκρουση πολιτισμών;

Δεν μας εκπλήσσει επομένως, όταν πολλοί βιάζονται να  διαγνώσουν μια «σύγκρουση πολιτισμών». Μπορεί ο Σάμιουελ Χάντιγκτον να πέθανε, αλλά οι ιδέες που προώθησε παραμένουν (δυστυχώς) πολύ ζωντανές. Πριν μερικές ημέρες έτυχε να παρακολουθήσω ένα δελτίο ειδήσεων ελληνικού ιδιωτικού σταθμού, το οποίο παρουσίαζε τα γεγονότα βασιζόμενο σ’ ένα τέτοιο απλοϊκό σχήμα – και δεν έλειπαν φυσικά από το ρεπορτάζ και οι απαραίτητες εικόνες από.. μαντιλοφορούσες γυναίκες.

Τέτοιες αναλύσεις μπορεί να ανταποκρίνονται στο ισλαμοφοβικό κλίμα των καιρών και να γίνονται έτσι εύκολα αποδεκτές. Αγνοούν όμως ότι τα προηγούμενα, κοσμικά – υποτίθεται – καθεστώτα της Τουρκίας δεν ήταν ούτε λιγότερο αυταρχικά ούτε λιγότερο εθνικιστικά και δεν δίσταζαν ακόμα, αν κρινόταν απαραίτητο, να  εργαλειοποιήσουν και αυτά τη θρησκεία. Παραβλέπουν επίσης ότι αυτή η τάση προς τον αυταρχισμό και τη φτηνή εθνικιστική δημαγωγία είναι κάτι που παρατηρείται σε πολλές άλλες κοντινές χώρες, χριστιανικές και ευρωπαϊκές: από την Ουγγαρία του Ορμπάν στη Ρωσία του Πούτιν, και από την Πολωνία του Κατσίνσκι στην πΓΔΜ του Γκρουέφσκι. Είναι μάλλον πιο χρήσιμο να δούμε τα γεγονότα στην Τουρκία σαν μέρος μιας παγκόσμιας πολιτικής και ιδεολογικής παρακμής, η οποία επιτρέπει σε πολιτικούς να αναδειχθούν με μια τέτοια δημαγωγία χαμηλού επιπέδου.

Αυτή η τάση δεν περιορίζεται μόνο στην Τουρκία ή την Ανατολική Ευρώπη ή στις ΗΠΑ του Τραμπ. Ακόμα και στη Δυτική Ευρώπη, βλέπουμε να αναδύονται πολιτικές δυνάμεις όπως η Λεπέν, ο Βίλντερς, η AfD ή το UKIP. Ο δεξιότροπος (όχι κλασικά ακροδεξιός) λαϊκισμός μοιάζει αυτήν τη στιγμή να είναι σχεδόν η μόνη πολιτική ιδεολογία, η οποία έχει πραγματική δυναμική.

Η δημαγωγία των «μετριοπαθών»

Σ’ αυτό το σημείο, θα μπορούσε κάποιος να υπενθυμίσει ότι τα «δεξιά-λαϊκιστικά» κόμματα απέχουν πολύ από το να κατακτήσουν την εξουσία σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Μια δυναμική ιδεολογία όμως δεν επηρεάζει μόνο τα κόμματα τα οποία κατ’ εξοχήν την εκφράζουν, αλλά γενικά την κοινωνία και άρα και τους υπόλοιπους πολιτικούς χώρους. Έτσι δεν ήταν εξάλλου σε άλλες εποχές και με τον σοσιαλισμό;

Πολλοί ανακουφίστηκαν που τελικά το κόμμα του Βίλντερς δεν κέρδισε τις εκλογές στην Ολλανδία, αλλά η Κεντροδεξιά του Μαρκ Ρούτε. Για να το πετύχει αυτό όμως ο τελευταίος, επένδυσε και στην εικόνα σύγκρουσης με τον Ερντογάν, η οποία δημιουργήθηκε με τις απαγορεύσεις συγκεντρώσεων στην Ολλανδία υπέρ του «Ναι» στο τουρκικό δημοψήφισμα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο Ρούτε προσπάθησε να υιοθετήσει στοιχεία από τον ξενοφοβικό/ισλαμοφοβικό λόγο του Βίλντερς.

Από πολιτική άποψη, τέτοιες κινήσεις (προηγήθηκαν και ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) τελικά μάλλον ενισχύουν την εκστρατεία του Ερντογάν. Όταν ο μέσος Τούρκος νιώθει τους Δυτικούς να παρεμβαίνουν σε ένα θέμα καθαρά εσωτερικό, είναι πιο πιθανόν να πειστεί να κάνει από αντίδραση το ακριβώς αντίθετο από αυτό που θέλουν οι ξένοι – ακριβώς δηλαδή όπως θα πράξει και ο μέσος Έλληνας (το είδαμε και στο δημοψήφισμα του 2015). Επίσης, για έναν δυνητικό υποστηρικτή του Ερντογάν, επιβεβαιώνει ότι οι ευρωπαϊκές κατηγορίες εναντίον του είναι υποκριτικές, αφού οι Ευρωπαίοι εμποδίζουν και αυτοί την ελευθερία του λόγου. Σημασία δεν έχει αν αυτή η εικόνα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά ότι αυτή είναι η εντύπωση που δημιουργείται.

Αν πραγματικά κάποιος θέλει να υπερασπιστεί τη δημοκρατία και να εμποδίσει τη μετατροπή της Τουρκίας σε δικτατορία (όπως υποτίθεται ότι είναι ο στόχος πολλών Ευρωπαίων επικριτών του Ερντογάν), είναι επομένως μια ανούσια κίνηση. Ο παραλογισμός στον λόγο του Ερντογάν συναντά τον παραλογισμό της ευρωπαϊκής αντίδρασης εναντίον του. Ο δεύτερος είναι μεν λιγότερο χοντροκομμένος, δεν σταματάει πάντως να είναι παράλογος.

Πολιτισμικές συγκρούσεις και πολιτικές συγκλίσεις

Η πραγματική ουσία τέτοιων κινήσεων, που δείχνουν «σκληρή στάση» απέναντι στον Ερντογάν (τον ισλαμιστή ηγέτη μιας μουσουλμανικής χώρας, από την οποία τυχαίνει να προέρχονται και πολλοί μετανάστες στην Ευρώπη), είναι ότι ενισχύουν τους κυβερνώντες στις ευρωπαϊκές χώρες, ακριβώς λόγω της διάχυτης ισλαμοφοβίας. Όπως είδαμε στην Ολλανδία, τους βοηθά να κερδίσουν εκλογικές αναμετρήσεις σε καιρούς ιδιαίτερα δύσκολους για τα συστημικά κόμματα. Στην ουσία, ο Ερντογάν και ο (όποιος) Ρούτε βοηθούν ο ένας τον άλλο στις προεκλογικές τους εκστρατείες.

Αυτή η επιφανειακή εικόνα σύγκρουσης και απομάκρυνσης μπορεί να κρύβει επομένως μια πραγματικότητα σύγκλισης. Τόσο στη Δυτική Ευρώπη όσο και στην Τουρκία ακούμε για πολιτισμικά στοιχεία, που οφείλει κάποιος να υπερασπιστεί, είτε αυτά είναι οι «ευρωπαϊκές αξίες» είτε μια τουρκική-μουσουλμανική ταυτότητα.

Ο κάθε Ρούτε ή Βίλντερς μπορεί να αισθάνεται άνετα, παίζοντας με τις ιδέες πολιτισμικής σύγκρουσης. Βρίσκεται σε σχετική απόσταση ασφαλείας από το «μέτωπο», τις διαχωριστικές γραμμές των πολιτισμικών χώρων κατά τον Χάντιγκτον. Όχι ότι δεν υπάρχουν πολιτικές συνέπειες μέσα στην ίδια την Ολλανδία (λίγοι μάλλον πρόσεξαν, ότι ανάμεσα στους νικητές των ολλανδικών εκλογών ήταν και το πρωτοεμφανιζόμενο «μεταναστευτικό» και κατηγορούμενο ως φιλο-ερντογανικό κόμμα DENK, το οποίο αναφέρθηκε και σε άλλο άρθρο), αλλά αυτές μπορούν να θεωρηθούν σχετικά μικρές και ελεγχόμενες, σε σχέση με το πολιτικό κέρδος.

Όσοι όμως σε χώρες όπως η Ελλάδα ή η Κύπρος ελπίζουν να επενδύσουν σε τέτοια πολιτικά παιχνίδια του Ρούτε και του Ερντογάν, για να εκμεταλλευτούν π.χ. το αντι-τουρκικό κλίμα στην Ευρώπη και να κερδίσουν πόντους στα ελληνο-τουρκικά, καλά θα ήταν να το ξανασκεφτούν. Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά στο «μέτωπο» των (υποτιθέμενων) πολιτισμικών συγκρούσεων. Θα αισθανθεί πιο έντονα και τις συνέπειες, αν τελικά αυτός ο τρόπος σκέψης επικρατήσει.

 

 

Γκετζεκοντου: H αλλη οψη της τουρκικης πολης

Κλασσικό

Η Τουρκία περιγράφεται συχνά ως χώρα των μεγάλων αντιθέσεων. Μια τέτοια αντίθεση στις τουρκικές μεγαλουπόλεις είναι κι αυτή ανάμεσα στα συγκροτήματα σύγχρονων πανύψηλων πολυκατοικιών και στις φτωχογειτονιές με προχειροφτιαγμένα χαμηλά σπίτια. Οι τελευταίες είναι γνωστές και ως «γκετζέκοντου» (gecekondu) – και όσο κι αν δίνουν τα τελευταία χρόνια τη θέση τους στα πρώτα, ακόμα αποτελούν μέρος του αστικού τοπίου στη σύγχρονη Τουρκία. Πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον να δούμε τις φάσεις μέσα από τις οποίες πέρασε η ζωή αυτών των αυθαίρετα κτισμένων συνοικιών, από τη δημιουργία τους μέχρι τη σημερινή τους μετάλλαξη.

  1. Γέννηση

Η λέξη gecekondu είναι σύνθετη: gece σημαίνει νύχτα και το kondu προέρχεται από το ρήμα konmak, που σημαίνει κάθομαι/προσγειώνομαι. Το όνομα αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο: πολλά από τα σπίτια αυτά χτίστηκαν σχεδόν κυριολεκτικά μέσα σε μια νύχτα. Οι «ιδιοκτήτες» προσπαθούσαν να τα κτίσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται, για να αποφύγουν την επέμβαση των αρχών εναντίον τους. Πώς όμως βρέθηκαν εκεί αυτοί οι άνθρωποι και από που προέρχονταν;

Γκετζέκοντου όπως φαίνεται βόρεια από το κάστρο της Άγκυρας (φωτογραφία: Απρίλης 2013).

Γκετζέκοντου, όπως φαίνεται βόρεια από το κάστρο της Άγκυρας (φωτογραφία: Απρίλης 2013).

Κατά κανόνα ήταν εσωτερικοί μετανάστες από τα χωριά στα βάθη της Μικράς Ασίας, οι οποίοι αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη στη μεγαλούπολη. Η Τουρκία γνώρισε από τη δεκαετία του ’50 και μετά διαδοχικά κύματα τέτοιας εσωτερικής μετανάστευσης. Ήταν από τη μια η συνέπεια της μηχανοποίησης της γεωργίας, που απελευθέρωσε εργατικά χέρια από τα χωράφια, και από την άλλη της εκβιομηχάνισης της Τουρκίας, που δημιούργησε την ανάγκη γι’ αυτά τα εργατικά χέρια στα αστικά κέντρα.

Οι μετανάστες αυτοί έφταναν στις πόλεις με ελάχιστους οικονομικούς πόρους και μόνο με τα βασικά τους υπάρχοντα. Το να ενοικιάσουν διαμερίσματα ή δωμάτια δεν ήταν καθόλου εύκολο – εξάλλου, δεν υπήρχε και η ανάλογη υποδομή. Η μόνη εναλλακτική ήταν να χτίσουν μόνοι τα σπίτια τους, χωρίς άδεια. Επέλεγαν συνήθως ελεύθερη κρατική γη (η οποία στην Τουρκία υπήρχε σε αφθονία, λόγω οθωμανικής παράδοσης) γύρω από την πόλη, κοντά στις βιομηχανίες όπου σκόπευαν να αναζητήσουν δουλειά.  Συχνά δεν επρόκειτο αρχικά για κανονικά σπίτια: ήταν απλά τέσσερις τοίχοι και μια στέγη, με οποιοδήποτε υλικό μπορούσε να βρεθεί πρόχειρα. Στη συνέχεια, οι «ιδιοκτήτες» μπορούσαν να βελτιώσουν την κατασκευή τους και να προσθέσουν και άλλα δωμάτια. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν ολόκληρες συνοικίες στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, της Άγκυρας και της Σμύρνης, αλλά και σε μικρότερες πόλεις.

Προφανώς οι συνθήκες ζωής σ’ αυτές τις παραγκουπόλεις δεν ήταν εύκολες: δεν υπήρχε ρεύμα, ύδρευση, αποχέτευση, συχνά ούτε συγκοινωνιακή σύνδεση με την πόλη. Παρ’ όλα αυτά, ας έχουμε υπόψη, ότι οι κάτοικοί τους ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες συνθήκες, έχοντας έρθει από χωριά με ανάλογη έλλειψη υποδομών. Τουλάχιστον σε τέτοια καταλύματα είχαν τη δυνατότητα να έχουν μια μικρή αυλή, την οποία μπορούσαν να καλλιεργούν και να παράγουν οι ίδιοι ένα μέρος της τροφής τους, ενώ λόγω της εγγύτητας στα εργοστάσια μπορούσαν συχνά να περπατούν στη δουλειά τους, μειώνοντας το κόστος ζωής.

Επίσης, ζώντας σε τέτοιους οικισμούς, συχνά μαζί με άλλους μετανάστες από την ίδια περιοχή, μπορούσαν να συνεχίσουν σε κάποιο βαθμό την παλιά τους ζωή, να αλληλοβοηθηθούν και ν’ αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τους κινδύνους, π.χ. μια ενδεχόμενη απόπειρα κατεδάφισης από τις αρχές. Πολλές εργασίες που αφορούσαν την κοινότητα, π.χ. το σκάψιμο των καναλιών που χρειαζόταν για τη σύνδεση με το αποχετευτικό, γίνονταν από κοινού. Μετέφεραν έτσι την κοινωνική αλληλεγγύη, όπως την ήξεραν από τα χωριά τους, και μέσα στην πόλη. Αυτή η αλληλεγγύη αντικαθιστούσε την ελάχιστη ή ανύπαρκτη κρατική πρόνοια.

2. Εξέλιξη και διαφοροποίηση

Τα γκετζέκοντου εξελίχθηκαν σύντομα από κάτι περιθωριακό σε μια εικόνα χαρακτηριστική για μεγάλα τμήματα των μεγαλουπόλεων. Η νεοφιλελεύθερη στροφή μετά το πραξικόπημα του ’80 είχε οδηγήσει σ’ ένα νέο κύμα μετανάστευσης προς τις πόλεις: από τη μια λόγω των αναγκών της (προσανατολισμένης προς τις εξαγωγές πλέον) τουρκικής βιομηχανίας για φτηνό, ευέλικτο και απροστάτευτο εργατικό δυναμικό, από την άλλη λόγω του δραστικού περιορισμού των αγροτικών επιδοτήσεων.  Ιδιαίτερα όμως στη δεκαετία του ’90, αυξήθηκε πολύ και η μετανάστευση από τις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας, απ’ όπου ένας κυρίως κουρδικός πληθυσμός προσπαθούσε να ξεφύγει από την αγριότητα του πολέμου ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και το ΡΚΚ. Το ποσοστό του πληθυσμού της Τουρκίας που ζούσε σε γκετζέκοντου, από 4,7% το 1955, έφτασε το 35% το 1995.

Έγινε έτσι ένα τόσο μαζικό φαινόμενο, που οι Τούρκοι πολιτικοί δεν μπορούσαν να το αγνοήσουν. Η παροχή τίτλων κτήσης στους κατοίκους αυτών των συνοικιών, άρα και η νομιμοποίησή τους, έγινε σε διάφορες φάσεις κυρίως για προεκλογικούς λόγους. Ήταν και ένας τρόπος για να εκτονωθεί κάπως η λαϊκή δυσαρέσκεια κατά τη μετάβαση στο νεοφιλελευθερισμό, που επιδείνωσε την οικονομική κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων. Κατά μια έννοια, μπορούμε να πούμε ότι το κράτος ανέχτηκε τη δημιουργία των γκετζέκοντου, επειδή το απάλλασσε από την υποχρέωση να δημιουργήσει το ίδιο τις υποδομές για την εγκατάσταση αυτού του πληθυσμού. Κάπως έτσι έφτασε π.χ. η Κωνσταντινούπολη να γίνει μια από τις μεγαλουπόλεις με τα ψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στον κόσμο.

Χάρτης που απεικονίζει τις

Χάρτης που απεικονίζει τις «ανεπίσημα» κτισμένες περιοχές (πορτοκαλί), μέσα και γύρω από την Κωνσταντινούπολη. Πηγή: Ünlü-Yücesoy, E. et al (2009)

Όταν ο πληθυσμός ενός γκεντζέκοντου είχε ήδη αυξηθεί σημαντικά, οι κάτοικοι μπορούσαν να αιτηθούν να αναγνωριστεί ως διοικητική ενότητα της πόλης. Αυτό διευκόλυνε τους κατοίκους στο να έχουν δικαίωμα στις δημοτικές υπηρεσίες και να συνδεθούν π.χ. με τα δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτρισμού ή αποχέτευσης. Έτσι ένα γκετζέκοντου αποκτούσε σιγά-σιγά σχεδόν μια εικόνα αστικής κανονικότητας.

Αυτή η πιο «αστική» εικόνα φάνηκε και με άλλον τρόπο. Σταδιακά, σε πολλά από τα σπίτια προστέθηκαν και όροφοι, μετατρέποντας τα σε μικρές πολυκατοικίες. Κάποιοι από τους παλιούς κάτοικους μπόρεσαν έτσι να νοικιάσουν διαμερίσματα σε πιο φτωχούς νεοεισερχόμενους και να βελτιώσουν την οικονομική τους θέση. Άρχισε να διαφαίνεται άρα και μια οικονομική διαφοροποίηση εντός του πληθυσμού του γκετζέκοντου: κάτι που αναπόφευκτα επηρέασε αρνητικά και την μέχρι τότε δυνατή κοινωνική αλληλεγγύη.

3. Πολιτικοποίηση

Η Τουρκία ήταν ήδη από τη δεκαετία του ’60 μια έντονα πολιτικοποιημένη χώρα, τουλάχιστον στα αστικά κέντρα. Και αυτή η πολιτικοποίηση δεν μπορούσε να μην επηρεάσει και τους νέους μετανάστες στις πόλεις, που αντιμετώπιζαν και πιο έντονα προβλήματα. Εκείνη την εποχή είχαν αναπτυχθεί ιδιαίτερα, σε αντιστοιχία και με τις παγκόσμιες τάσεις, τα κινήματα της επαναστατικής Αριστεράς. Αυτά έβλεπαν τους εαυτούς τους και ως εκπρόσωπους των φτωχών και αποκλεισμένων κατοίκων των γκετζέκοντου. Μέλη τους είχαν σταθερή παρουσία στα γκετζέκοντου: καλλιεργούσαν προσωπικές σχέσεις με τους κατοίκους, τους βοηθούσαν στις διάφορες καθημερινές ανάγκες και τους παρείχαν υπηρεσίες τις οποίες δεν μπορούσαν να περιμένουν από το κράτος. Κατά τα «επαναστατικά» χρόνια της δεκαετίας του ’70, αριστερές οργανώσεις είχαν καταφέρει να μετατρέψουν κάποιες απ’ αυτές τις συνοικίες σε προπύργια τους, όπου τα μέλη τους έβρισκαν και καταφύγιο από την αστυνομική δίωξη.

Μετά το πραξικόπημα του ’80, η δράση των αριστερών κινημάτων αντιμετωπίστηκε με σκληρή κρατική καταστολή. Τώρα ήταν η σειρά των ισλαμιστικών οργανώσεων να αναπτύξουν ανάλογη δράση στις φτωχογειτονιές. Επωφελούμενες και από την απουσία κρατικής πρόνοιας, την οποία υποκαθιστούσαν (π.χ. στον τομέα της υγείας ή της παιδείας), μπόρεσαν να βρουν έτσι σχετικά εύκολα μια εκλογική πελατεία. Πάνω σ’ αυτήν την παράδοση κτίζει και το σημερινό κυβερνών κόμμα του Ερντογάν. Κάποιοι βλέπουν ακόμα και την άνοδο του τελευταίου ως έναν τρόπο με τον οποίο εκφράζεται η είσοδος των αστικών φτωχών στρωμάτων στην πολιτική – εξάλλου, από αυτά τα στρώματα προέρχεται και ο ίδιος.

Αυτή η εικόνα των φτωχογειτονιών ως βάση για τους ισλαμιστές είναι όμως κάπως παραπλανητική. Στην πολιτική ταυτότητα της κάθε συνοικίας παίζουν ρόλο και παράγοντες όπως ο εθνο-θρησκευτικός. Ήδη από τη δεκαετία του ’70 υπήρχε μια πόλωση: οι συνοικίες που γίνονταν προνομιακό πεδίο δράσης για την επαναστατική Αριστερά είχαν συχνά ισχυρή αλεβίτικη παρουσία, ενώ σε σουνιτικές αποκτούσαν επιρροή οι δεξιές οργανώσεις. Η άνοδος της ισλαμιστικής επιρροής στην συνέχεια έγινε προφανώς πιο αισθητή σε σουνιτικές συνοικίες, ενώ κάποιες κυρίως αλεβιτικές διατήρησαν τη σχέση τους με την Άκρα Αριστερά.

Τα φέρετρα νεκρών από την τρομοκρατική επίθεση στο Σουρούτς το περασμένο καλοκαίρι μεταφέρονται στο τζέμεβι του Γκαζί, με τη συνοδεία ένοπλων ακροαριστερών. http://www.ibtimes.co.uk/turkey-more-riots-rage-marxist-gazi-stronghold-after-death-female-activist-gunay-ozaslan-1512637

Ένοπλοι, μέλη ακροαριστερών οργανώσεων, συνοδεύουν τα φέρετρα νεκρών συντρόφων τους στο τζέμεβι (αλεβίτικος θρησκευτικός-πολιτισμικός χώρος) του Γκαζί, μια φτωχογειτονιά με ιδιαίτερη ιστορία στα βορειοδυτικά προάστια της Πόλης.
Πηγή εικόνας

Στις επόμενες δεκαετίες, όταν σε πολλά γκετζέκοντου ο πληθυσμός ήταν πλέον κυρίως κουρδικός, κουβαλώντας μαζί του τα βιώματα του άγριου πολέμου στα νοτιοανατολικά της χώρας, έγινε και για τους Κούρδους εθνικιστές πηγή από την οποία μπορούσαν να αντλήσουν στήριξη. Όλα αυτά βοήθησαν τελικά στο να συνδέσουν πολλοί τις φτωχογειτονιές με τον επικίνδυνο πολιτικό εξτρεμισμό, οποιασδήποτε μορφής – και να ενισχύσει την εικόνα τους ως «απειλής».

4. Μετάλλαξη – Αστική ανάπλαση

Παρά το ότι κατά περιόδους οι τουρκικές ελίτ και το τουρκικό κράτος έμοιαζαν αναγκασμένοι να αποδεχτούν την πραγματικότητα των γκετζέκοντου, αυτό δεν σήμαινε ότι δεν τα έβλεπαν και ως κάτι ενοχλητικό, που χαλούσε την εικόνα των πόλεων. Στις δύο τελευταίες δεκαετίες αποφάσισαν τελικά να κάνουν μια συστηματική προσπάθεια για να τα εξαφανίσουν, ή τουλάχιστον να εμποδίσουν τη δημιουργία καινούριων. Χαρακτηριστικά, ο Ερντογάν τα έχει παρομοιάσει με όγκο στο σώμα των πόλεων, ενώ ο δήμαρχος Άγκυρας έχει υποσχεθεί ότι θα καθαρίσει την πόλη του απ’ αυτά.

Αυτή η προσπάθεια μπορεί να παρουσιάζεται και ως ένα είδος «φιλανθρωπίας», με στόχο να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των φτωχότερων στρωμάτων. Στην πράξη όμως, το πράγμα λειτουργεί περισσότερο με όρους αγοράς και φαίνεται ότι οι προοπτικές κερδοφορίας είναι αυτές που είναι πιο καθοριστικές. Για να το εξηγήσουμε καλύτερα: τα τελευταία χρόνια, με την μεγάλη οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η Τουρκία, αυξήθηκε πολύ έντονα η οικοδομική δραστηριότητα: αυτοκινητόδρομοι, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα, οικιστικές ζώνες κ.λπ. Διάφορες περιοχές που καταλαμβάνονται από γκετζέκοντου θεωρούνται λόγω ευνοϊκής θέσης ως μεγάλης αξίας με δυνατότητες ανάπτυξης, – κάποιοι μάλλον δύσκολα μπορούν να δεχτούν ότι τέτοιες περιοχές βρίσκονται στα χέρια των φτωχών.

Τα διάφορα προγράμματα αστικής ανάπλασης, που προωθούνται από το κράτος και τον ιδιωτικό τομέα, γίνονται με το σκεπτικό του προσδοκώμενου κέρδους, αδιαφορώντας για τις ανάγκες των ίδιων των κατοίκων. Συχνά συμπεριλαμβάνουν την εκκένωση και την καταστροφή πολλών σπιτιών και την μεταφορά του πληθυσμού εκτός περιοχής.

Εικόνα από την περιοχή Αγιαζμά στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. https://workshopsariyer.wordpress.com/2011/04/26/april-17-sunday-visit-seminar-%E2%80%93-review-2/

Εικόνα από την περιοχή Αγιαζμά, στα δυτικά περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Τα γκετζέκοντου της περιοχής δημιουργήθηκαν σχετικά πρόσφατα (στη δεκαετία του ’90) από κυρίως κουρδικό πληθυσμό, σε γη όμως που απέκτησε μεγάλη αξία, ιδιαίτερα μετά την κατασκευή του Ολυμπιακού Σταδίου. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοί του εκτοπίστηκαν, για να κάνουν χώρο σε νέα μεγαλεπήβολα έργα.
Πηγή εικόνας

Αυτή η διαδικασία αντικατάστασης των γκετζέκοντου, αγγίζει τους κατοίκους τους με διαφορετικούς τρόπους. Η αποζημίωση γίνεται είτε χρηματικά είτε με αντάλλαγμα ένα διαμέρισμα σε μια από τις καινούριες πολυκατοικίες που κτίζονται – ανάλογα φυσικά με την έκταση του γεωτεμαχίου και το καθεστώς νομιμοποίησης. Πιο ευάλωτοι είναι φυσικά αυτοί που δεν έχουν ακόμα εξασφαλίσει τίτλους κτήσης για τις κατοικίες τους, ή που ζουν στο νοίκι – δηλαδή, συχνά οι οικονομικά πιο αδύνατοι. Αντίθετα, κάποιοι που έχουν τίτλους μπορεί να εξασφαλίσουν και καλά λεφτά πουλώντας τα γεωτεμάχιά τους. Ακόμα όμως και γι’ αυτούς, η κατάσταση δεν είναι ιδανική.

Πολλοί από το κατοίκους των γκετζέκοντου που βρίσκονται σε διαδικασία «ανάπλασης» καταλήγουν στα συγκροτήματα πανύψηλων και άχρωμων πολυκατοικιών στα περίχωρα των μεγαλουπόλεων, αυτών που οικοδομεί η Διοίκηση Οικιστικής Ανάπτυξης (TOKİ). Αυτό μπορεί να παρουσιάζεται ως παροχή προς τους φτωχούς (χωρίς να σημαίνει ότι είναι δωρεάν – απλά δίνονται ευνοϊκοί όροι για την αγορά τους σε οικογένειες χαμηλού εισοδήματος).

Συγκρότημα πολυκατοικιών που έχει κτιστεί από τον TOKİ στην περιοχή Καγιάμπασι (πρώην Αϊ-Γιώργης). http://www.tarlabasiistanbul.com/glossary/

Συγκρότημα πολυκατοικιών που έχει κτιστεί από τον TOKİ στην περιοχή Καγιάμπασι (πρώην Αϊ-Γιώργης), 30 χλμ. από το κέντρο της Κωνσταντινούπολης.
Πηγή εικόνας

Τέτοια συγκροτήματα βρίσκονται όμως συχνά πιο μακριά από το κέντρο της πόλης ή από τις βιομηχανικές ζώνες, δυσκολεύοντας τους κατοίκους τους στην αναζήτηση δουλειάς. Επίσης τα διαμερίσματα έχουν ένα κόστος συντήρησης/θέρμανσης κ.λπ. συχνά μεγαλύτερο από πριν, χωρίς να δίνουν στους κατοίκους τους τη δυνατότητα να καλλιεργούν ένα μέρος της τροφής τους, όπως γινόταν στις αυλές των γκετζέκοντου.

Ακόμα, δυσκολεύουν τους κάτοικους στο να συνεχίσουν μια κοινωνική ζωή, η οποία τους ήταν τόσο σημαντική στις παλιές τους γειτονιές. Πολλές συνήθειες, τις οποίες οι μετανάστες είχαν μεταφέρει από τις περιοχές προέλευσής τους, αναγκάστηκαν τώρα να εγκαταλειφθούν, επειδή στα νέα συγκροτήματα πολυκατοικιών ήταν είτε απαγορευμένες είτε χωρικά αδύνατες: π.χ. το να κάθονται έξω από τα σπίτια και να πίνουν τσάι με τους γείτονες, να οργανώνουν χορούς, γάμους ή κηδείες σε ανοικτούς χώρους κ.λπ. Τέλος, στις καινούριες συνοικίες δεν λείπουν και οι εθνοτικές/πολιτικές εντάσεις (π.χ. ανάμεσα σε Κούρδους και Τούρκους εθνικιστές), αφού σ’ αυτές μαζεύονται σε μικρό χώρο οικογένειες με πολύ διαφορετική προέλευση και πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Δεν είναι άρα περίεργο που η διαδικασία αυτή γεννά και αντίσταση. Στην Κωνσταντινούπολη υπάρχει π.χ. ήδη ένα συντονιστικό όργανο πρωτοβουλιών κατοίκων, με στόχο να ακουστεί ο λόγος τους για την ανάπτυξη των συνοικιών τους – ένας λόγος που τώρα αγνοείται συστηματικά. Προς το παρόν πάντως, τέτοια κινήματα είχαν μόνο τοπικές μικρές επιτυχίες.


Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, το αποτέλεσμα είναι ότι το αστικό τοπίο αλλάζει δραστικά και τα γκετζέκοντου αντικαθίστανται από σύγχρονα μεγάλα κτίρια. Τα αισθήματα είναι διχασμένα: μπορεί να δίνεται η αίσθηση ότι οι τουρκικές πόλεις γίνονται πιο σύγχρονες και οργανωμένες, από την άλλη όμως οι κάτοικοι των γκετζέκοντου χάνουν έτσι και ότι είχαν καταφέρει να διατηρήσουν από τη ζωή τους στα χωριά: την ελευθερία τους και την κοινωνική αλληλεγγύη. Δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν την καινούρια τους ζωή σε διαμερίσματα σαν «φυλακή».

Μπορεί οι τουρκικές μεγαλουπόλεις να αποκτούν μια πιο «ευπρεπή» εικόνα, αποβάλλοντας κάπως τα «τριτοκοσμικά» στοιχεία που την συνέθεταν μέχρι πρόσφατα. Το κατά πόσον όμως αυτό αποτελεί βελτίωση στις συνθήκες ζωής των ίδιων των κατοίκων, είναι όπως είδαμε λιγότερο αυτονόητο. Το σίγουρο είναι πως με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο δεν εξαφανίζονται, αλλά τελικά αναπαράγονται οι ταξικές αντιθέσεις (και σε συνάρτηση μ’ αυτές και οι εθνοτικές-πολιτισμικές), ο αποκλεισμός και o κοινωνικός διαχωρισμός στις πόλεις – έστω και σε ένα πιο εκσυγχρονισμένο πλαίσιο.

Πηγές

Ακροδεξιος εθνικισμος στην Ανατολια

Κλασσικό

Ακροδεξιά εθνικιστικά κινήματα στην Τουρκία δεν είναι άγνωστα στο ελληνικό ή κυπριακό κοινό. Εγώ θυμάμαι ότι άκουσα πρώτη φορά για τους Γκρίζους Λύκους τη δεκαετία του ’90, όταν πήγαινα ακόμα σχολείο. Μεταξύ άλλων, συμμετείχαν και στα επεισόδια στην Πράσινη Γραμμή που κατέληξαν στο θάνατο του Τάσου Ισαάκ, το καλοκαίρι του ’96.

Το ότι στην Τουρκία δεν λείπει ο εθνικιστικός φανατισμός, δεν ήταν φυσικά κάτι νέο για μας. Η ύπαρξη όμως οργανωμένων ομάδων με νεοφασιστικά χαρακτηριστικά, με αποδοχή από σημαντικά τμήματα του τουρκικού πληθυσμού, είναι κάτι που αξίζει να το ψάξουμε περισσότερο. Ποιες είναι οι ρίζες τους και τι τις ξεχωρίζει από άλλες πολιτικές οργανώσεις στην Τουρκία;

Παντουρκισμός: μια τουρκική εκδοχή μεγαλοϊδεατισμού;

Όπως έχει αναφερθεί και σε άλλο άρθρο, ο τουρκικός εθνικισμός γεννήθηκε μάλλον καθυστερημένα και σε διαφορετικές συνθήκες από τους υπόλοιπους εθνικισμούς στην περιοχή. Η τουρκική εθνική ιδέα δεν διαμορφώθηκε σε αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως έγινε με την ελληνική, τη βουλγαρική, τελικά ακόμα και την αλβανική και την αραβική. Οι τουρκικές-μουσουλμανικές ελίτ, ακόμα και τα πιο προοδευτικά τους τμήματα, ήταν, θέλοντας και μη, συνδεδεμένες με το οθωμανικό κράτος: κύριο μέλημά τους δεν ήταν η ανατροπή του, αλλά η επιβίωση μέσω της μεταρρύθμισής του. Ακόμα και ριζοσπαστικές ομάδες όπως οι Νεότουρκοι δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν εύκολα την οθωμανική ιδέα για χάρη μιας τουρκικής εθνικής – αυτό θα σήμαινε εξάλλου την εγκατάλειψη του μεγαλύτερου μέρους της Αυτοκρατορίας, που κατοικούνταν είτε από Χριστιανούς είτε από μη Τούρκους Μουσουλμάνους.

Ο Γιουσούφ Ακτσουρά (1876-1935). https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Ak%C3%A7urao%C4%9Flu_Yusuf.jpg

Ο Γιουσούφ Ακτσουρά (1876-1935). Πηγή εικόνας

Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη σημαντική προσωπικότητα που συνδέθηκε με μια καθαρά τουρκική εθνική ιδέα, δεν προερχόταν από τα οθωμανικά εδάφη. Ο Γιουσούφ Ακτσουρά ήταν Τάταρος της Κριμαίας, γεννημένος ως Ρώσος υπήκοος. Ήδη το 1904 τόλμησε να δημοσιεύσει τα «Τρία σχήματα πολιτικής«. Σ’ αυτό το κείμενο ανέδειξε την ασυμβατότητα των συμφερόντων ανάμεσα στις τρεις κύριες ομάδες στην οθωμανική επικράτεια: τους Τούρκους, τους μη-Τούρκους Μουσουλμάνους και τους μη-Μουσουλμάνους. Αντί για το μάταιο στόχο της διάσωσης της Αυτοκρατορίας, έδειχνε να προτιμάει μια ένωση των τουρκικών λαών.

Το παντουρκικό όραμα μπορεί να ιδωθεί και ως η τουρκική απάντηση στον πανσλαβισμό ή το πανγερμανισμό: όλες είναι θεωρίες με στόχο την ένωση λαών στη βάση της γλωσσικής συγγένειας, αρκετά δημοφιλείς εκείνη την εποχή. Με τον παντουρκισμό, ανοιγόταν και για τους Τούρκους η προοπτική ενός νέου μεγαλείου, που θα αντικαθιστούσε το έτσι κι αλλιώς ξεφτισμένο οθωμανικό – και θα ήταν αυτήν τη φορά καθαρά τουρκικό.

Το Μεγάλο Τουράν, κατά τους παντουρκιστές. https://img01.rl0.ru/4e31220ae9e020d422bb2c87487f2198/c600x415/r26.imgfast.net/users/2613/14/73/49/album/turan_10.jpg

Το «Μεγάλο Τουράν», κατά τους παντουρκιστές.
Πηγή εικόνας

Η εκδοχή του τουρκικού εθνικισμού όμως, που τελικά επικράτησε μέσω του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ήταν μάλλον διαφορετική. Αν και δεν της έλειπαν τα ακραία στοιχεία (βλέπε π.χ. τη θεωρία της «γλώσσας του ήλιου»*¹), ήταν κατά βάση ένας μη επεκτατικός εθνικισμός, που συνέδεε την τουρκική ταυτότητα με το έδαφος της Ανατολίας. Ο Ατατούρκ δεν ονειρευόταν καμία επέκταση στις κεντρο-ασιατικές στέπες. Παρ’ όλα αυτά, ο Ακτσουρά ή και άλλοι πιο ακραίοι οπαδοί του παντουρκισμού, όπως π.χ. ο Νιχάλ Ατσίζ (ο οποίος του πρόσθεσε και μια γερή δόση ρατσισμού, επηρεασμένος από τις φασιστικές ιδεολογίες στην Ευρώπη), δεν ήταν κατ’ ανάγκη αρνητικοί προς τον κεμαλισμό. Εξάλλου, μοιράζονταν μαζί του τη θέληση να δημιουργήσουν μια νέα τουρκική εθνική ταυτότητα, ξεχωριστή πλέον από την ισλαμική.

Γκρίζοι Λύκοι και τριπλά μισοφέγγαρα

Ο άντρας που θα κατάφερνε να δημιουργήσει ένα λαϊκό κίνημα βασιζόμενος στις ιδέες του ακραίου εθνικισμού, θα ερχόταν πάλι από το εξωτερικό. Ο Αλπαρσλάν Τουρκές, ο αποκαλούμενος και «μπασμπούγ» (=ηγέτης) από τους οπαδούς του, ήταν Κύπριος συμπατριώτης μου. Σε ηλικία 16 ετών είχε μετακομίσει με τους γονείς του στην Τουρκία. Το 1969 ίδρυσε*² μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του το MHP, το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης, που παραμένει μέχρι σήμερα ο κύριος εκφραστής του σκληρού δεξιού τουρκικού εθνικισμού.

Σε αντίθεση με τον έντονο, σχεδόν αντιθρησκευτικό, κοσμικισμό διανοητών όπως ο Νιχάλ Ατσίζ*³, ο Τουρκές, χωρίς να απορρίπτει το διαχωρισμό θρησκείας και κράτους, έβλεπε τη σημασία του Ισλάμ για την τουρκική ταυτότητα. Στην ουσία, ο εθνικισμός «αλά Τουρκές» μπορεί να μην απείχε και τόσο πολύ από τον τουρκικό ισλαμισμό: και οι δύο μοιράζονταν την εκτίμηση για το τουρκικό έθνος και το Ισλάμ (αν και διέφεραν στην έμφαση που έδιναν στο καθένα), και φυσικά το μίσος προς τον κομμουνισμό. Εξάλλου, το MHP ήταν και παρέμεινε ένα σχεδόν καθαρά σουνιτικό κόμμα: θυμάμαι όταν ένας Τούρκος γνωστός παρομοίωσε την ιδέα ότι Αλεβίτες θα μπορούσαν να ήταν μέλη των Γκρίζων Λύκων με το σαν να μιλάμε για «μαύρους ως μέλη της Κου-Κλουξ-Κλαν».

Ο Άλπαρσλαν Τουρκές με φόντο τη σημαία του MHP με το τριπλό μισοφέγγαρο κάνει τον χαιρετισμό των Γκρίζων Λύκων. Είχε συμμετάσχει (ως συνταγματάρχης) ενεργά στο πραξικόπημα του '60 εναντίον της κυβέρνησης του Μεντερές, αλλά παραμερίστηκε και δεν έπαιξε σημαντικό πολιτικό ρόλο μέχρι τη δεκαετία του '70. Ο ίδιος συνόψιζε την ιδεολογία του με τα

Ο Άλπαρσλαν Τουρκές (1917-1997), με φόντο τη σημαία του MHP με το τριπλό μισοφέγγαρο (ένα σύμβολο με οθωμανικές-ισλαμικές αναφορές), κάνει τον χαιρετισμό των Γκρίζων Λύκων. Είχε συμμετάσχει ως συνταγματάρχης ενεργά στο πραξικόπημα του ’60 εναντίον της κυβέρνησης του Μεντερές, αλλά παραμερίστηκε και δεν έπαιξε σημαντικό πολιτικό ρόλο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60. 
Πηγή εικόνας

Ο Τουρκές συνόψιζε την ιδεολογία του με τα «9 φώτα» (σε αναλογία  με τα «6 βέλη» του κεμαλισμού): τον εθνικισμό (ο οποίος, όχι τυχαία, ονομάζεται πρώτος),  τον ιδεαλισμό («Ιδεαλιστές» = ülkücüler στα τούρκικα – ονομάζονται εξάλλου επίσημα οι οργανώσεις νεολαίας του κόμματος), την ηθική, την κοινωνική ευθύνη, τον επιστημονικό εκσυγχρονισμό, την υπεράσπιση της ελευθερίας, την υπεράσπιση των αγροτών, τoν λαϊκισμό, την εκβιομηχάνιση. Ο Τουρκές δεν παρέλειπε εξάλλου να καλλιεργεί ένα φιλολαϊκό προφίλ, του υπερασπιστή του γνήσιου λαϊκού Τούρκου ενάντια στη φιλο-δυτική ελίτ και να μιλάει εναντίον του ιμπεριαλισμού και υπέρ της αναδιανομής της αγροτικής γης. Εξάλλου, και τα φασιστικά ή ακροδεξιά κινήματα στην Ευρώπη πάντα είχαν την τάση να οικειοποιούνται στοιχεία της αριστερής ρητορικής.

Αρχικά η κοινοβουλευτική επιτυχία του νέου κόμματος ήταν πολύ περιορισμένη. Στις εκλογές του 1969 πήρε μόλις 3% και μέχρι και την απαγόρευση του με το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’80 δεν κατάφερε να ξεπεράσει το 6.4%. Παρ’ όλα αυτά, έδειξε από νωρίς ότι ο κοινοβουλευτισμός δεν ήταν το μόνο πεδίο δράσης του. Οι οργανώσεις νεολαίας του κόμματος, οι περίφημοι Γκρίζοι Λύκοι, σύντομα άρχισαν να λειτουργούν και ως παραστρατιωτική ομάδα. Το ίδιο το (ανεπίσημο) όνομά τους είναι ενδεικτικό για τις εθνικιστικές παντουρκικές τάσεις του κόμματος: είναι μια αναφορά σε έναν μύθο για έναν λύκο που οδήγησε τους αρχαίους Τούρκους στην ελευθερία στις κεντροασιατικές στέπες.

Μπορούμε να θεωρήσουμε τους «Γκρίζους Λύκους» ως μια τουρκική εκδοχή νεοφασισμού; Υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνηγορούν σ’ αυτό. Η ταύτιση με σύμβολα που παραπέμπουν σ’ ένα μακρινό φυλετικό παρελθόν όπως ο γκρίζος λύκος, ο τυποποιημένος χαιρετισμός (με τα δάκτυλα του χεριού να σχηματίζουν τη μορφή ενός λύκου), ο σωβινιστικός εθνικισμός με επεκτατικές τάσεις, η αφοσίωση στον ηγέτη, η συνομωσιολογία, ο μιλιταρισμός, η προσφυγή στη βία όταν θίγονται τα εθνικά ιερά και όσια: όλα είναι στοιχεία που εύκολα παραπέμπουν στον φασισμό. Ακόμα ίσως πιο σημαντικό κοινό είναι όμως και το βάρος που δίνεται στην πάλη ενάντια στον «εσωτερικό εχθρό». Στις δεκαετίες του ’60 και ’70, αυτός ήταν φυσικά η ανερχόμενη Αριστερά. Ένα μεγάλο μέρος της δράσης των Γκρίζων Λύκων ήταν οι επιθέσεις εναντίων αριστερών – και αλεβίτικων – στόχων.

Εικόνα από πρόσφατη συγκέντρωση οπαδών του MHP, με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό. Στο πανό κάτω αριστερά φαίνεται το σύμβολο του γκρίζου λύκου. http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2014/02/erdogan-mhp-election-gray-wolf-turkey.html

Εικόνα από πρόσφατη συγκέντρωση οπαδών του MHP, με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό. Στο πανό κάτω αριστερά φαίνεται το σύμβολο του γκρίζου λύκου.
Πηγή εικόνας

Ακριβώς ίσως χάρη σ’ αυτόν τον βίαιο αντικομμουνισμό, η επιρροή που απέκτησε το κόμμα ήταν μάλλον μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στα χαμηλά του εκλογικά ποσοστά. Ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όταν στις χώρες του δυτικού στρατοπέδου υπήρχε μεγάλη ανάγκη για φανατικά αντικομμουνιστικές ομάδες, έτοιμες να χρησιμοποιήσουν στην ανάγκη και βία (βλ. την υπόθεση Γκλάντιο). Οι αριστερές τάσεις των δεκαετιών ’60 και ’70 στην Τουρκία και το γενικό κλίμα αντιαμερικανισμού, σίγουρα ανησυχούσαν πολλούς.

Έχοντας αυτά υπόψη, δεν πρέπει ίσως να μας κάνει τόση εντύπωση που το ΜΗΡ απέκτησε σημαντική πρόσβαση στο κράτος και τις ένοπλες δυνάμες, συμμετείχε στις δεξιές κυβερνήσεις «Εθνικού Μετώπου» τη δεκαετία του ’70 και ο Τουρκές έφτασε μάλιστα για ένα διάστημα μέχρι και στη θέση του αναπληρωτή πρωθυπουργού. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησε η παραστρατιωτική δράση των Γκρίζων Λύκων. Αντίθετα, αυτή κορυφώθηκε ιδιαίτερα από το ’78 και μετά, αφήνοντας πολλούς νεκρούς πίσω της και δημιουργώντας ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα, που χρησιμοποιήθηκε και ως δικαιολογία για το πραξικόπημα του ’80.

Το σημερινό MHP: ένας εκσυγχρονισμένος εθνικισμός;

Η νέα στρατιωτική κυβέρνηση απαγόρευσε μαζί με άλλες πολιτικές δυνάμεις και το MHP. Ο ίδιος ο Τουρκές φυλακίστηκε για 5 χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, οι Γκρίζοι Λύκοι φαίνεται ότι διατήρησαν διασυνδέσεις με το τουρκικό κράτος – και, κυρίως, το παρακράτος. Σε διάφορες επιθέσεις ή πολιτικές δολοφονίες της δεκαετίας του ’80 και του ’90 εναντίον αριστερών, αλεβίτικων ή κουρδικών στόχων, γίνεται λόγος για ανάμιξη των Γκρίζων Λύκων.

Το ΜΗΡ επανιδρύθηκε με άλλο όνομα, αλλά μπόρεσε να επιστρέψει και στο αρχικό του με τη σχετική πολιτική φιλελευθεροποίηση των επόμενων χρόνων. Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί διαδέχτηκε τον Τουρκές στην ηγεσία του κόμματος και του έδωσε μια κάπως πιο μετριοπαθή εικόνα, που το έκανε αποδεκτό σε πιο πλατιές μάζες. Στις εκλογές του ’99 ήρθε δεύτερο με ένα εντυπωσιακό 18% και συμμετείχε στην κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Ετζεβίτ. Έκτοτε, και με εξαίρεση το διάστημα 2002-2007, εκπροσωπείται σταθερά στην τουρκική βουλή ξεπερνώντας το όριο του 10%. Είναι στην ουσία η μόνη πολιτική δύναμη στον χώρο της τουρκικής Δεξιάς που επιβίωσε από τον «τυφώνα Ερντογάν», ο οποίος εξαφάνισε τα παραδοσιακά δεξιά κεμαλικά κόμματα.

Ο Ντεβλέτ Μπαχτσλί, ανάμεσα σε μια εικόνα του Ατατούρκ και μια του Τουρκές. https://www.mhp.org.tr/mhp_dil.php?dil=en

Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ανάμεσα σε μια εικόνα του Ατατούρκ και μια του Τουρκές.
Πηγή εικόνας

Σήμερα φυσικά οι συνθήκες δεν είναι οι ίδιες με τη δεκαετία του ’70. Ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει. Κύριος εχθρός του ακροδεξιού εθνικισμού δεν είναι πλέον τόσο η παραδοσιακή τουρκική Αριστερά, όσο το κουρδικό κίνημα. Η αντίθεση στην ειρηνευτική διαδικασία με το ΡΚΚ έγινε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του ΜΗΡ. Η τωρινή εθνικιστική αντικουρδική στροφή του Ερντογάν βοηθά φυσικά στο να φέρει τις δύο σημαντικότερες (πλέον) παρατάξεις της τουρκικής Δεξιάς πιο κοντά τη μια στην άλλη.

Μπορούν τελικά το ΜΗΡ και οι συγγενικές ή συνδεόμενες μαζί του οργανώσεις να θεωρηθούν σήμερα ως ένα νεοφασιστικό κίνημα; Σίγουρα, πολλά τμήματα της τουρκικής Αριστεράς ή του κουρδικού κινήματος το έβλεπαν και το βλέπουν ως τέτοιο: κάτι που εύκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει, αν σκεφτεί τι έχουν τραβήξει τις τελευταίες δεκαετίες. Ήδη αναφέραμε πριν πολλά στοιχεία στη δράση του ΜΗΡ που θυμίζουν φασισμό.

Παρ’ όλα αυτά, είναι ταυτόχρονα και ένα κόμμα που θέλει να έχει επαφή με την εξουσία, και τουλάχιστον η ηγεσία του μοιάζει πάντα έτοιμη να μετριάσει τις θέσεις της γι’ αυτόν τον σκοπό. Ποτέ δεν απέρριψε δημόσια την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Επίσης, παρά την εχθρότητα προς το κουρδικό κίνημα, και παρά του ότι ο αντι-κουρδικός ρατσισμός μπορεί να είναι διαδεδομένος στη βάση του κόμματος, η ηγεσία και οι διανοούμενοι του κόμματος δεν είναι αναγκαστικά εναντίον των «κουρδικής καταγωγής Τούρκων» (εφόσον αυτοί δέχονται την τουρκική τους ταυτότητα βεβαίως). Το φυλετικό κριτήριο δεν είναι δηλαδή πάντα το πιο σημαντικό στοιχείο γι’ αυτού του τύπου τον εθνικισμό.

Ακόμα και ο παντουρκισμός μένει τελικά μάλλον απλά μια από τις πολλές ιδεολογικές αναφορές του κινήματος. Την εποχή του Ψυχρού Πολέμου η παντουρκική προπαγάνδα εντασσόταν φυσικά και σ’ ένα γενικό αντικομμουνιστικό πλαίσιο, αφού οι περισσότεροι «υπόδουλοι Τούρκοι» ζούσαν στη Σοβιετική Ένωση. Μπορεί πολλοί Γκρίζοι Λύκοι να έχουν πάει ακόμα και να πολεμήσουν στο πλευρό των «εθνικών αδελφών» τους (παλιότερα στο Αζερμπαϊτζάν εναντίον των Αρμενίων, σήμερα στο πλευρό των Τουρκμένων της Συρίας), αλλά τουλάχιστον η δική μου εντύπωση είναι ότι η ηγεσία ποτέ δεν έβαλε ιδιαίτερη ενέργεια σε μια παντουρκική κατεύθυνση.

Όπως και να ‘χει, αυτό το κράμα τουρκικού εθνικισμού, σωβινισμού, αντικομμουνισμού/αντικουρδισμού, με κάποιες δόσεις παντουρκισμού και ισλαμισμού, θα συνεχίσει να παίζει ρόλο στην Τουρκία. Και όχι αναγκαστικά μόνο στο ΜΗΡ, αλλά επηρεάζοντας και άλλες δυνάμεις, όπως βλέπουμε τώρα με την εθνικιστική στροφή του Ερντογάν. Αν κάποιος περίμενε ότι με την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ θα εξασθένιζε τουλάχιστον αυτή η μορφή τουρκικού υπερεθνικισμού (σε κάποιες φάσεις, όταν ο Ερντογάν έκανε τα φιλοκουρδικά του ανοίγματα, μπορούσε κάποιος πράγματι να έχει τέτοιες ελπίδες), μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσει την άποψή του. Είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι μια κατάσταση που θα πρέπει να έχουμε υπόψη, μια και κάποια επαφή με την τουρκική κοινωνία είναι για μας λόγω γεωγραφικής θέσης αναπόφευκτη.


——-


*¹ Η «θεωρία της γλώσσας του ήλιου» είναι ένα ψευδοεπιστημονικό κατασκεύασμα, που προωθήθηκε όμως και από κρατικής πλευράς στην Τουρκία της δεκαετίας του ’30. Η θεωρία λέει περίπου ότι όλες οι σήμερα ομιλούμενες γλώσσες στον κόσμο κατάγονται από τα πρωτο-τουρκικά.

*² Για την ακρίβεια, ο Τουρκές απλά μετονόμασε έτσι ένα προϋπάρχον κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό Αγροτικό Εθνικό Κόμμα (CMKP), στο οποίο αυτός και οι σύντροφοί του είχαν διεισδύσει και καταφέρει να φέρουν υπό τον έλεγχό τους ήδη από το 1965.

*³ Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο Νιχάλ Ατσίζ, αν και αρχικά κοντά στο κόμμα, στη συνέχεια αποστασιοποιήθηκε, ακριβώς γιατί, όπως και άλλοι «γνήσιοι» παντουρκιστές, ένιωθε ότι η έμφαση στο Ισλάμ προέδιδε τον τουρκισμό.


Πηγές

  • «Yusuf Akçura’s Üç Tarz-i siyaset» (Three kinds of policy), (trans. Fehmi Ismail, Oriente Moderno).
  • Umut Uzer (2002): Racism in Turkey: The Case of Huseyin Nihal Atsiz. Journal of Muslim Minority Affairs.
  • Jacob M. Landau (1982): The Nationalist Action Party in Turkey. Journal of Contemporary History.
  • Tanıl Bora (2001): Der „Nationale Reflex“: Die fundamentalistische Disposition des Nationalen in der Türkei und der proto-faschistische Nationalismus der MHP. Sociologus.
  • Bülent Aras & Gökhan Bacik (2000): The Rise of Nationalist Action Party and Turkish Politics. Nationalism and Ethnic Politics.
  • Tom Stevenson (2016): The growing strength of Turkey’s ultra-nationalists. Middle East Eye.
  • Σία Αναγνωστοπούλου (2004): Τουρκικός εκσυγχρονισμός – Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού.
  • Δημήτρης Κιτσίκης (1998): Συγκριτική ιστορία Ελλάδος και Τουρκίας στον 20ό αιώνα.
  • Δημήτρης Κιτσίκης (1995): Ιστορία του ελληνο-τουρκικού χώρου (1928-1973).

Οι αλλοι Κουρδοι: Ζαζα, Αλεβιτες και Ντερσιμ

Κλασσικό

Tο κουρδικό ζήτημα είναι σήμερα αναμφίβολα ένα από τα πιο καυτά της περιοχής. Σε χώρες όπως η Τουρκία, το Ιράκ, η Συρία, οι εξελίξεις στο κουρδικό μοιάζουν να είναι το κλειδί για την ίδια την επιβίωσή τους ως κράτη. Είναι ένα θέμα που πλέον κανένας δεν μπορεί να αποφύγει.

Πέρα από την ιδεολογική διάσταση του κουρδικού ζητήματος, για να το καταλάβουμε πρέπει να ασχοληθούμε και με τις γλωσσικές και θρησκευτικές διαφορές στο εσωτερικό του «κουρδικού έθνους».

Κουρδιστάν: ένα θρησκευτικό και γλωσσικό μωσαϊκό

Έχουμε μάθει να ταυτίζουμε τα έθνη με μια συγκεκριμένη γλώσσα ή/και θρησκεία. Ακόμα και εκεί που δεν υπήρχε μια τέτοια ομοιομορφία, τα σύγχρονα έθνη-κράτη ανέλαβαν να τη δημιουργήσουν, με όχι ευκαταφρόνητη επιτυχία. Τι γίνεται όμως με τους Κούρδους, ένα έθνος που βρίσκεται ακόμα στις αρχές της εθνογένεσής του, χωρίς ένα κράτος για να αναλάβει αυτήν τη διαδικασία ομογενοποίησης; Οι Κούρδοι δεν έχουν ούτε ενιαία θρησκεία, ούτε ακριβώς ενιαία γλώσσα. Το να αποφασίσεις ποιος είναι Κούρδος και ποιος όχι, δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Ας ξεκινήσουμε με τη θρησκεία: η πλειοψηφία των Κούρδων, δηλαδή του κουρδόφωνου πληθυσμού που ζει μοιρασμένος σε τέσσερις κύριες χώρες (Τουρκία, Συρία, Ιράκ, Ιράν), είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι, σε ποσοστό περίπου 60%: οι περισσότεροι ακολουθούν τη σαφιιτική σχολή (ενώ η πλειοψηφία των Τούρκων τη χαναφιτική – οι θεολογικές διαφορές ανάμεσα στις σουνιτικές σχολές μπορεί να είναι μικρές, αλλά για τον κουρδικό εθνικισμό είναι σίγουρα ένα χρήσιμο διαφοροποιητικό στοιχείο). Το υπόλοιπο 40% είναι είτε Αλεβίτες (κυρίως στην Τουρκία) είτε δωδεκατιστές Σιίτες (στο Ιράν και στο Ιράκ). Υπάρχουν τέλος και οπαδοί ακόμα πιο ιδιαίτερων θρησκειών, όπως οι Γιαζιντίτες (Γιαζίντι), για τους οποίους θα γίνει λόγος σε ξεχωριστό άρθρο.

Με μια τέτοια θρησκευτική ανομοιογένεια, θα περίμενε ίσως κάποιος πως, όταν μιλάμε για Κούρδους, πρόκειται για μια ομάδα που ξεχωρίζει από άλλες τουλάχιστον γλωσσικά. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Όλες οι κουρδικές διάλεκτοι ανήκουν μεν στο ιρανικό παρακλάδι των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών – ξεχωρίζουν έτσι καθαρά από τα αραβικά και τα τουρκικά. Τα όρια με άλλες ιρανικές γλώσσες είναι όμως για κάποιες απ’ αυτές πολύ λιγότερο σαφή.

Χάρτης των κουρδικών διαλέκτων. Τα Κουρμαντζί και Μπαχντανί (ανοικτό και σκούρο πράσινο αντίστοιχα) είναι ουσιαστικά το ίδιο, ενώ οι δύο παραλλαγές των Ζαζακί (Κιρμαντζκί και Ντιμλί) παρουσιάζονται με πιο κόκκινα χρώματα. Τα Σορανί (κίτρινο) έχουν επίσημο στάτους στο ημιανεξάρτητο ιρακινό Κουρδιστάν. http://www.kurdica.com/News-sid-Sprachen-in-Kurdistan-767.html

Χάρτης των κουρδικών διαλέκτων. Τα Κουρμαντζί και Μπαχντανί (ανοικτό και σκούρο πράσινο αντίστοιχα) είναι ουσιαστικά το ίδιο, ενώ οι δύο παραλλαγές των Ζαζακί (Κιρμαντζκί και Ντιμλί) παρουσιάζονται με πιο κόκκινα χρώματα. Τα Σορανί (κίτρινο) έχουν επίσημο στάτους στο ημιανεξάρτητο ιρακινό Κουρδιστάν.
Πηγή εικόνας

Η πιο σημαντική διάλεκτος από αριθμητική άποψη είναι τα Κουρμαντζί, που μιλιούνται από τα 2/3 όλων των Κούρδων. Τα Ζαζακί μιλιούνται κυρίως σε περιοχές της κεντρο-ανατολικής Τουρκίας, από περίπου 2 εκατομμύρια ανθρώπους. Διαφέρουν τόσο πολύ από τα Κουρμαντζί, ώστε κάποιοι να τα θεωρούν ξεχωριστή γλώσσα, περισσότερο συγγενική με άλλες, μη κουρδικές ιρανικές γλώσσες.

Ζαζαϊκός εθνικισμός εναντίον κουρδικού

Η γλωσσική ιδιαιτερότητα των Ζαζά, σε συνδυασμό με κάποια ιδιαίτερα πολιτισμικά στοιχεία, οδήγησαν στην άποψη ότι πρόκειται για μια ξεχωριστή κοινότητα. Μέχρι όμως και τα τέλη της δεκαετίας του ’80, συνήθως δεν έφτανε κάποιος στο σημείο να τους δει ως διακριτό έθνος, αντί απλά μέρος του κουρδικού ή τουρκικού.

Ήταν κυρίως κάποιοι Ζαζά διανοούμενοι της Διασποράς, που είχαν πρώτοι αυτήν την ιδέα. Με τη μετανάστευση σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, ένας σημαντικός κουρδόφωνος πληθυσμός βρέθηκε ξαφνικά σ’ ένα περιβάλλον πολύ πιο φιλελεύθερο απ’ αυτό της Τουρκίας, όσον αφορά τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό. Αυτό βοήθησε από τη μια την εξάπλωση μιας κουρδικής εθνικής ταυτότητας. Από την άλλη, οδήγησε σε προβληματισμούς εκείνους που δεν ταίριαζαν απόλυτα στο «πρότυπο» του τυπικού Κουρμαντζί-Κούρδου (π.χ. ποια γλώσσα ήθελαν τα παιδιά τους στη Διασπορά να διδαχτούν ως μητρική;).

Σημαντική προσωπικότητα για τη ζαζαϊκή εθνική ιδέα ήταν ο Εμπουμπεκίρ Παμουκτσού, ο οποίος εξέδωσε στη Σουηδία την πρώτη εφημερίδα στα Ζαζακί, την Piya. http://www.zazaki-institut.de/peseroki/cime/Cime3.pdf

O Εμπουμπεκίρ Παμουκτσού εκπροσωπεί για πολλούς τον ζαζαϊκό εθνικισμό. Εξέδωσε στη Σουηδία την πρώτη εφημερίδα στα Ζαζακί.
Πηγή εικόνας

Στο ίδιο το «Ζαζαϊστάν» πάντως, οι περισσότεροι κάτοικοι ακόμα μάλλον αυτοχαρακτηρίζονται ως Κούρδοι – η ιδέα μιας ξεχωριστής ζαζαϊκής εθνικής ταυτότητας δεν φαίνεται να απέκτησε βαθιές ρίζες.  Οι Κούρδοι εθνικιστές απορρίπτουν τέτοιες ιδέες κατηγορηματικά, θεωρώντας τις υποκινούμενες από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, στη λογική του «διαίρει και βασίλευε». Από την άλλη, όσοι Ζαζά θεωρούν τους εαυτούς τους ξεχωριστό έθνος, αντιλέγουν ότι οι Κούρδοι εθνικιστές κάνουν σ’ αυτούς το ίδιο πράγμα για το οποίο κατηγορούν το τουρκικό κράτος: τους αρνούνται το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού.

Ο ζαζαϊκός εθνικισμός δεν έχει όμως ως μόνη δυσκολία τον ανταγωνισμό από τον κουρδικό και τουρκικό. Πρέπει να αντιμετωπίσει και τον θρησκευτικό διαχωρισμό: περίπου οι μισοί ομιλούντες τα Ζαζακί είναι Αλεβίτες, κυρίως αυτοί στη σημερινή τουρκική επαρχία Τούντζελι και τμήματα γειτονικών επαρχιών (την ιστορική περιοχή του Ντερσίμ) – αυτοί όμως που κατοικούν πιο νότια ή ανατολικά, είναι κυρίως Σουνίτες. Αυτή η κρίσιμη διαφορά απέτρεψε πολλές φορές στο παρελθόν μια κοινή δράση.

Ντερσίμ και Ζαζά: μια ιστορία επαναστάσεων

Σχεδόν ένα τρίτο των Κούρδων της Τουρκίας υπολογίζεται ότι είναι Αλεβίτες. Ένα μεγάλο μέρος τους προέρχεται από το Ντερσίμ, την πιο καθαρά αλεβίτικη περιοχή της Τουρκίας. Το Ντερσίμ διαφέρει επομένως από τον τουρκικό-κουρδικό περίγυρό του και γλωσσικά (Ζαζά) και θρησκευτικά (Αλεβιτισμός). Όντας ταυτόχρονα και μια ορεινή απομονωμένη περιοχή, ήταν φυσικό να έχει μια τάση αυτονόμησης. Και το νέο εθνικιστικό τουρκικό κράτος, που πάσχιζε να δημιουργήσει ένα αντίστοιχο τουρκικό ομοιογενές έθνος, δεν μπορούσε να ανεχτεί τέτοιες παρεκκλίσεις.

Κατά τον Α’ Παγκόσμιο, οι Κούρδοι (ή Ζαζά) Αλεβίτες ξεχώρισαν για τη βοήθεια που έδωσαν σε πολλούς Αρμένιους για να ξεφύγουν από τη Γενοκτονία, καθώς και τη μάλλον χλιαρή συμμετοχή τους στις πολεμικές συγκρούσεις. Κάποιες φυλές του Ντερσίμ μάλιστα ξεκίνησαν εξέγερση το 1916, φοβούμενες ίσως ότι θα είχαν τη τύχη των Αρμενίων. Ακόμα μια εξέγερση σημειώθηκε το 1920-21, εναντίον της προσωρινής επαναστατικής (κεμαλικής) κυβέρνησης στην Άγκυρα. Αν και ζητούσε την κουρδική ανεξαρτησία, δεν υπήρχε ουσιαστική στήριξη από Σουνίτες Κούρδους – αυτοί ένιωθαν προφανώς πιο κοντά στο κεμαλικό κίνημα, που εκείνη την περίοδο ακόμα μιλούσε τη γλώσσα της «μουσουλμανικής ενότητας».

Είναι ενδιαφέρον ότι και η επόμενη κουρδική εξέγερση, το 1925, έγινε από Ζαζά – αλλά με εντελώς αντίστροφο χαρακτήρα. Τώρα ήταν η σειρά σουνιτικών φυλών να επαναστατήσουν, υπό την ηγεσία του Σεΐχη Σαΐντ. Απ’ ό,τι φαίνεται, το κύριο κίνητρο της πάλι δεν ήταν κουρδικό-εθνικό (αν και υποκινήθηκε από κάποιες μάλλον περιθωριακές κουρδικές εθνικιστικές ομάδες). Ο Ατατούρκ είχε ήδη κάνει σαφές, με μια σειρά από αλλαγές (κατάργηση του Χαλιφάτου, κλείσιμο των θρησκευτικών σχολών κ.ά.), ότι ήθελε να κάνει τη νέα Τουρκία κοσμικό κράτος, κάτι που στους συντηρητικούς Σουνίτες Κούρδους σίγουρα δεν άρεσε. Στην ουσία, έτσι έσπαζε ο μόνος σύνδεσμος που είχαν με ένα τουρκικό κράτος: αυτός της θρησκείας.

Ο Σεΐχης Σαΐντ ζητούσε μεταξύ άλλων και την επιστροφή στον θρησκευτικό νόμο. Δεν ήταν περίεργο που οι Κούρδοι/Ζαζά Αλεβίτες όχι μόνο δεν βοήθησαν τους Σουνίτες ομόγλωσσούς τους, αλλά αντίθετα κάποιοι ενίσχυσαν το κεμαλικό κράτος στην καταστολή της εξέγερσης. Ο κοσμικός κεμαλισμός φαινόταν τώρα γι’ αυτούς λιγότερο απειλητικός από τον σουνιτικό συντηρητισμό.

Η πολιτική ομογενοποίησης και συγκεντρωτισμού που ακολούθησε ο Κεμάλ δεν μπορούσε όμως παρά να φέρει πάλι αντιδράσεις, σε μια παραδοσιακά μάλλον δύσπιστη προς την κεντρική εξουσία περιοχή. Στην εξέγερση του 1937-38 συμμετείχαν και Ζαζά και Κουρμαντζί Αλεβίτες, αλλά το επίκεντρο της ήταν το Ντερσίμ.  Ήταν μια κουρδική εθνική επανάσταση; Θα ήταν μάλλον υπερβολικό να την δούμε έτσι. Δεν βρήκε καμία σημαντική στήριξη εκτός από αλεβιτικές κοινότητες, και ο ίδιος ο ηγέτης της εξέγερσης Σεΐντ Ριζά είπε λίγο πριν την εκτέλεσή του: «Είμαστε οι απόγονοι της Κέρμπαλα» (μια καθαρή αναφορά στην Ιστορία του Σιιτισμού, του οποίου ο Αλεβιτισμός ήταν αρχικά παρακλάδι).

Ο Σεΐντ Ριζά (1863-1937), Αλεβίτης Ζαζά ηγέτης που έλαβε μέρος στην εξέγερση του Ντερσίμ. http://alchetron.com/Seyid-Riza-1210687-W

Ο Σεΐντ Ριζά (1863-1937), Αλεβίτης Ζαζά ηγέτης που έλαβε μέρος στην εξέγερση του Ντερσίμ. Λέγεται ότι κατάλαβε ότι πρόκειται να εκτελεστεί, μόλις όταν αντίκρισε την αγχόνη (αφού η δίκη έγινε στα τούρκικα, μια γλώσσα που ο ίδιος δεν μιλούσε).
Πηγή εικόνας

Η καταστολή της εξέγερσης από το κεμαλικό καθεστώς πήρε διαστάσεις  εθνοκάθαρσης: υπολογίζεται ότι πάνω από 10000 κάτοικοι του Ντερσίμ έπεσαν θύματα, μεταξύ αυτών πολλά γυναικόπαιδα. Πάρα πολλοί εκτοπίστηκαν στη Δυτική Τουρκία. Ήταν φανερό ότι οι κεμαλικοί ήθελαν να ξεμπερδεύουν οριστικά με μια τόσο «προβληματική» περιοχή.

Έχοντας υπόψη αυτήν την ιστορία, προκαλεί ίσως εντύπωση ότι πολλοί Ντερσιμήδες ψήφιζαν παρ’ όλα αυτά στις επόμενες δεκαετίες το CHP, το κατ’ εξοχήν κεμαλικό κόμμα. Για να το εξηγήσουμε αυτό, δεν φτάνει μόνο ο φόβος από την καταστολή που έζησαν, ούτε η εκστρατεία εκτουρκισμού, που είχε όντως μεγαλύτερη επιτυχία απ’ ό,τι σε άλλες κουρδικές περιοχές. Ας έχουμε πάντα υπόψη, ότι ο κοσμικός αριστερίζων κεμαλισμός παρέμενε για Αλεβίτες καλύτερη εναλλακτική σε σχέση με τον σουνιτικό συντηρητισμό.

Εξάλλου, ακόμα και οι Ντερσιμήδες με πιο ριζοσπαστικές τάσεις (κι αυτοί δεν ήταν λίγοι), έκλιναν από τη δεκαετία του ’60 περισσότερο προς τον αριστερό ριζοσπαστισμό παρά προς τον κουρδικό εθνικισμό. Το Ντερσίμ ήταν μέχρι και τη δεκαετία του ’80 το τελευταίο προπύργιο του μαοϊκού αντάρτικου της TİKKO/TKP-ML, οργάνωσης με (τουλάχιστον αρχικά) υπερεθνικό χαρακτήρα.  Το ΡΚΚ συνάντησε δυσκολίες στο να εξαπλωθεί εκεί, περισσότερες παρά σε άλλες κουρδικές περιοχές.

Ζαζά-αλεβίτικες ταυτότητες στην εποχή του εθνικισμού

Η περίπτωση του Ντερσίμ (Τούντζελι) είναι μέχρι και σήμερα χαρακτηριστική για το πόσο μπερδεμένα είναι στην Τουρκία ακόμα τα πράγματα όσον αφορά το θέμα της εθνικής ταυτότητας. Για τους Ντερσιμήδες ανταγωνίζονται ταυτόχρονα πολλές εθνικές ιδεολογίες: και η τουρκική, και η κουρδική, και η ζαζαϊκή και η αλεβίτικη. Διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί σε διαφορετικές στιγμές να ένιωσαν έλξη προς μια ή περισσότερες απ’ αυτές τις ταυτότητες – καταλήγοντας ίσως και στην ιδέα μιας ξεχωριστής «ντερσιμικής ιδιαιτερότητας», που συνδυάζει όλα αυτά τα στοιχεία. Παράδειγμα μιας ανάδυσης αυτής της ιδιαίτερης ταυτότητας του Ντερσίμ, ως συνδυασμού της Ζαζά και της αλεβιτικής παράδοσης, θεωρείται η μουσική των αδελφών Καχραμάν, Μετίν και Κεμάλ – και ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι ζουν στη Διασπορά (έχοντας παρελθόν φυλακίσεων και βασανιστηρίων στην Τουρκία, λόγω αριστερού ακτιβισμού).

Η σχέση του κουρδικού εθνικού κινήματος με τον αλεβιτισμό είναι περίπλοκη. Οι Κούρδοι Αλεβίτες μπορεί να αισθάνονται και σήμερα πιο κοντά στους Τούρκους ομόδοξούς τους, παρά στους Κούρδους Σουνίτες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν πολλοί συμμεριστεί την κουρδική εθνική ιδέα. Τείνουν όμως να μην συγκαταλέγουν στους εχθρούς τους τους Τούρκους Αλεβίτες, ενώ κάποιοι θεωρούν τους τελευταίους ως τουρκοποιημένους Κούρδους.

Αν πάντως δούμε το παρελθόν, η αλεβίτικη ταυτότητα ήταν μάλλον ισχυρότερη για τους περισσότερους Κούρδους ή Ζαζά Αλεβίτες, παρά η κουρδική ή Ζαζά. Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί η «Αλεβιτική Αναγέννηση» (από τη δεκαετία του ’80) εκλαμβάνεται ως απειλή από Κούρδους εθνικιστές – κάποιοι τη θεωρούν μάλιστα κι αυτήν ως υποκινούμενη από το τουρκικό κράτος. Μπορεί όντως να έφερε μια πρόσκαιρη αποστασιοποίηση Κούρδων Αλεβιτών από το ΡΚΚ.

Στη δεκαετία του ’90 όμως, περιοχές όπως το αλεβιτικό Ντερσίμ πλήγηκαν ιδιαίτερα σκληρά από τη δράση του τουρκικού στρατού. Επίσης, η αυξανόμενη σύνδεση του τουρκικού κράτους με το σουνιτικό ισλαμισμό ήδη από τότε, έγινε αντιληπτή από πολλούς Αλεβίτες ως εχθρότητα προς αυτούς (βλέπε π.χ. τα γεγονότα του Γκαζί). Οι Κούρδοι-Ζαζά Αλεβίτες σίγουρα δεν ένιωθαν πολύ άνετα με τη διακυβέρνηση του Ερντογάν – ακόμα λιγότερο τώρα, με τη στροφή του τελευταίου στον σκληρό τουρκικό εθνικισμό. Όπως και να έχει, στις τελευταίες εκλογές το φιλοκουρδικό κόμμα HDP (που πολλοί συνδέουν με το ΡΚΚ) θριάμβευσε και στο Τούντζελι -Ντερσίμ.

Ο εκλογικός χάρτης της Τουρκίας το 2011 και το 2015. Το 2011 η επαρχία Τούντζελι (Ντερσίμ) ξεχωρίζει ακόμα ως η μόνη κεμαλική νησίδα στα ανατολικά, ενώ το 2015 (Νοέμβρης) περνάει στα χέρια των φιλοκουρδικών αριστερών δυνάμεων, όπως και οι υπόλοιπες κουρδόφωνες επαρχίες. Βασισμένο στους χάρτες του en.wikipedia.org.

Ο εκλογικός χάρτης της Τουρκίας το 2011 και το 2015. Το 2011 η επαρχία Τούντζελι ξεχωρίζει ακόμα ως η μόνη κεμαλική νησίδα στα ανατολικά, ενώ το 2015 (Νοέμβρης) περνάει στα χέρια του HDP, όπως και οι υπόλοιπες κουρδόφωνες επαρχίες.
Βασισμένο στους χάρτες του en.wikipedia.org.

Είναι σίγουρα δύσκολο να βγει ένα συμπέρασμα για την εθνική ταυτότητα τέτοιων κοινοτήτων, που διεκδικούνται από πολλούς εθνικισμούς, αλλά δεν ταιριάζουν απόλυτα σε κανέναν απ’ αυτούς. Τώρα, που οι φυλετικές παραδόσεις αποδυναμώθηκαν, και οι πληθυσμοί μετακινούνται, εντός κι εκτός Τουρκίας, τα όρια γίνονται ίσως ακόμα πιο ρευστά.

Το σίγουρο είναι, ότι μ’ ένα κράτος που θα ορίζει τον εαυτό του ως αυστηρά σουνιτικό και τουρκικό, ομάδες όπως οι Ζαζά Αλεβίτες δεν έχουν πολλά να μοιραστούν. Κι αυτό είναι κάτι που οι κυβερνώντες στην Τουρκία θα πρέπει να το έχουν υπόψη.


Πηγές:

Κλεφτες, Χαιντουκοι και Ζειμπεκοι

Κλασσικό

Όλοι στο σχολείο έχουμε μάθει για τους κλέφτες και τους αρματωλούς, ως ήρωες της Επανάστασης. Από τότε μας έκανε εντύπωση η λέξη «κλέφτες» για να περιγράψει ήρωες, ενώ στη κανονική ζωή η λέξη αυτή περιγράφει κάτι αρνητικό. Υπάρχουν τελικά δύο είδη κλεφτών;

Οι κλέφτες στον ελλαδικό χώρο, οι χαϊντούκοι στο βορειότερο βαλκανικό, οι χαΐνηδες στην Κρήτη, ή ακόμα ίσως και οι ζεϊμπέκοι στη Δυτική Μικρά Ασία, είναι διάφορες τοπικές εκφράσεις ενός παρόμοιου πράγματος. Ο λαός γοητευόταν και γοητεύεται από τους παράνομους, ακόμα κι αν κάποτε έπεφτε θύμα της δράσης τους. Και όσο περισσότερο η κρατική εξουσία μοιάζει ξένη και εχθρική, τόσο πιο εύκολα αυτοί που την αψηφούν γίνονται ήρωες στα μάτια του κόσμου.

Κλέφτες, αρματολοί και κάποι

Η ληστεία ήταν κάτι διαδεδομένο στην οθωμανική επικράτεια. Λόγοι που ωθούσαν άντρες να βγαίνουν στην παρανομία υπήρχαν αρκετοί: αποφυγή της σκληρής φορολογίας, φυγοδικία, οικογενειακή/τοπική παράδοση ή βεντέτες. Και τα ψηλά βουνά με τις απότομες πλαγιές και χαράδρες και τα πυκνά δάση, κεντρικό στοιχείο της ελληνικής φυσικής γεωγραφίας, έμοιαζαν σαν να τους προσκαλούν.

Οι κλέφτες οργανώνονταν σε ομάδες, υπό την ηγεσία ενός καπετάνιου, και ζούσαν από τη ληστεία. Διοικώντας μια τέτοια αχανή επικράτεια, οι Οθωμανοί ήταν συχνά ανίκανοι να τους αντιμετωπίσουν. Γι’ αυτό προτιμούσαν να αναθέτουν αυτήν την αποστολή σε ντόπιες ένοπλες ομάδες, συχνά Χριστιανών, με τα έξοδα της συντήρησής τους να βαραίνουν τις τοπικές κοινότητες. Αυτοί ήταν οι αρματολοί, που έπαιζαν δηλαδή περίπου το ρόλο της αστυνομίας – αλλά με σημαντικό βαθμό αυτονομίας, ειδικά όσο η Αυτοκρατορία βυθιζόταν στην παρακμή. Μια τρίτη κατηγορία ενόπλων ήταν οι κάποι, που είχαν επίσης τοπικές αστυνομικές αρμοδιότητες αλλά και καθήκοντα σωματοφυλάκων π.χ. των προεστών. Κάπος ήταν για ένα διάστημα και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (στην οικογένεια Δεληγιάννη).

Τα όρια ανάμεσα στις τρεις κατηγορίες, κλέφτες, αρματολούς και κάπους, ήταν δυσδιάκριτα. Οι Οθωμανοί συχνά ανέθεταν τα αρματολίκια σε πρώην κλέφτες, που είχαν αποδείξει τις πολεμικές τους ικανότητες – εξουδετέρωναν έτσι και μια σημαντική απειλή, φέρνοντάς τους με το μέρος τους. Αν όμως οι αρματολοί δεν πετύχαιναν στη δουλειά τους, το αρματολίκι μπορούσε να τους αφαιρεθεί – πράγμα που συνήθως σήμαινε ότι έβγαιναν πάλι στην παρανομία και γίνονταν ξανά κλέφτες. Οι επιθέσεις των κλεφτών είχαν άρα εξελιχθεί και σε ένα μέσο πίεσης, το οποίο χρησιμοποιούσαν με τη φιλοδοξία να αναλάβουν αρματολίκια. Αυτό δείχνει και το γνωστό τετράστιχο:

Τούρκοι, για κάμετε καλά,

γιατί σας καίμε τα χωριά.

Γλίγωρα τ’ αρματωλίκι,

γιατ’ ερχόμασθε σαν λύκοι.

Η σχέση των Χριστιανών χωρικών με τους κλέφτες είναι ένα πολύπλοκο θέμα. Αν και κάποτε έπεφταν και αυτοί θύματα της δράσης τους, η εικόνα του κλέφτη ως αυτού που αψηφούσε την εξουσία της καταπιεστικής οθωμανικής (και όχι μόνο) άρχουσας τάξης, δεν έπαυε να ασκεί γοητεία. Αυτό εξηγεί και την ηρωοποίησή τους στα μάτια πολλών χωρικών, που συχνά οδηγούσε και στην έμπρακτη υποστήριξή τους. Αντίθετα, μέλη των ανώτερων χριστιανικών τάξεων (προεστοί, πλούσιοι γαιοκτήμονες) συχνά αναφέρονταν με σκληρές κατηγορίες ενάντια στους κλέφτες.

Το να φανταζόμαστε τους κλέφτες εξ’ ορισμού ως ήρωες εμπνευσμένους από ένα εθνικό όραμα είναι άρα μάλλον υπερβολικό. Παρ’ όλα αυτά, μιλάμε για μια κοινωνία που χαρακτηριζόταν από το διαχωρισμό σε Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, με το διαχωρισμό αυτό να έχει και ταξικά χαρακτηριστικά: οι Μουσουλμάνοι στη Νότια Ελλάδα ήταν συχνά εύποροι κάτοικοι των πόλεων, ενώ οι περισσότεροι Χριστιανοί ήταν φτωχοί αγρότες. Φυσιολογικά αυτές οι διαφορές έπαιζαν το ρόλο τους και στη σχέση με τους κλέφτες.

Ως το μέρος του χριστιανικού πληθυσμού που είχε όπλα, πολεμική πείρα και γενικά μια επαναστατική διάθεση απέναντι στην εξουσία, ήταν επόμενο ότι οι κλεφταρματολοί θα έπαιζαν κρίσιμο ρόλο σε μια αντι-οθωμανική εξέγερση. Εξάλλου εκείνη την εποχή, τα αρματολίκια είχαν αρχίσει να αφαιρούνται από Χριστιανούς και να παραδίδονται σε Μουσουλμάνους (κυρίως «Τουρκαλβανούς»). Ανεξάρτητα από τα κίνητρά τους (για τα οποία μάλλον δύσκολα μπορούμε να κάνουμε γενικεύσεις), πάρα πολλοί ήρωες της Επανάστασης προέρχονται από τις τάξεις των κλεφταρματολών-κάπων και είναι αμφίβολο αν αυτή θα μπορούσε να πετύχει χωρίς αυτούς: δικαίως άρα έγιναν και εθνικό σύμβολο.

Στις επόμενες δεκαετίες πάντως, όσοι από τους κλέφτες δεν εντάχθηκαν στους μηχανισμούς του νεοελληνικού κράτους, ξαναβγήκαν στα βουνά και γύρισαν στην παλιά τους τέχνη – έστω και με νέους εχθρούς, αφού οι Οθωμανοί δεν υπήρχαν πλέον. Ο Νταβέλης, ο Γιαγκούλας, ο Γκαντάρας είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που έγιναν (πάλι) λαϊκός θρύλος. Φαίνεται ότι και αυτοί είχαν σημαντική στήριξη και συμπάθειες στον αγροτικό πληθυσμό: σε κάποιες περιπτώσεις στη δεκαετία του ’20 ολόκληρα χωριά εξορίστηκαν, λόγω υποστήριξης προς τους ληστές. Αν και αυτές οι ομάδες είχαν ουσιαστικά εξοντωθεί μέχρι τη δεκαετία του 1930, με τη γερμανο-ιταλική κατοχή επανεμφανίστηκαν στα ελληνικά βουνά: πολλές απ’ αυτές εντάχθηκαν αργότερα στον ΕΛΑΣ και έγιναν πλέον κανονικοί αντάρτες.

Ο λήσταρχος Γιαγκούλας (δεύτερος από δεξιά) με μέλη της συμμορίας του. http://policenet.gr:8081/article/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%AF-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%BB%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%AD%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1

Ο Θωμάς Γκαντάρας (δεύτερος από δεξιά) ήταν, μαζί με το Φώτη Γιαγκούλα (τον αυτοαποκαλούμενο και «βασιλιά των ορέων), ένας από τους τελευταίους μεγάλους λήσταρχους. Σκοτώθηκε το 1923 και το κεφάλι του κόπηκε και εκτέθηκε σε κοινή θέα (μια πρακτική που όπως ξέρουμε συνέχιζε να εφαρμόζεται για εχθρούς του κράτους μέχρι και δύο δεκαετίες αργότερα).
Πηγή εικόνας

Χαϊντούκοι

Ό,τι στην Ελλάδα ήταν οι κλεφταρματολοί, στις βορειότερες βαλκανικές περιοχές ήταν οι χαϊντούκοι. Αν και η λέξη έχει μάλλον τουρκική ή ουγγρική ρίζα, επικράτησε κυρίως στις σλαβόφωνες περιοχές, ιδιαίτερα στη Σερβία και τη Βουλγαρία – όπου οι χαϊντούκοι έχουν και τον ανάλογο ρόλο στην εθνική μυθολογία. Ο επικεφαλής μιας ομάδας χαϊντούκων (αποτελούμενης συνήθως από 10-15 άντρες) λεγόταν χαράμπασας. Οι παντούροι, που είχαν καθήκοντα τοπικής αστυνομίας, ήταν συχνά μετανοημένοι πρώην χαϊντούκοι – μια ένδειξη ίσως ότι κι εδώ τα όρια ήταν δυσδιάκριτα.

Οι λόγοι που ωθούσαν κάποιον να βγει στα βουνά και να γίνει χαϊντούκος ήταν παρόμοιοι με των κλεφτών: φυγοδικία, εκδίκηση (π.χ. εναντίον ενός συγκεκριμένου Μουσουλμάνου), αλλά και η αναζήτηση της ελευθερίας και της περιπέτειας. Σε όλα αυτά έπαιζε φυσικά ρόλο και η έλλειψη εμπιστοσύνης προς ένα κράτος, το οποίο αντιμετώπιζε τους μη Μουσουλμάνους ως υποδεέστερους.

Οι χαϊντούκοι στόχευαν φυσιολογικά κυρίως έμπορους και μεγαλογαιοκτήμονες. Βλέπουμε άρα όπως και στους κλέφτες ένα ταξικό χαρακτηριστικό, που συνέβαλε στην ηρωοποίησή τους από τον απλό λαό. Εξάλλου, από τη στιγμή που (επίσης όπως και οι κλέφτες) τον χειμώνα έβγαιναν εκτός δράσης και τον περνούσαν σε χωριά, έπρεπε να διατηρούν κάποιες καλές σχέσεις με τους χωρικούς. Αυτό φυσικά δεν σήμαινε ότι δεν υπέφεραν κατά καιρούς και απλοί χωρικοί από τη δράση των χαϊντούκων – συχνά όμως τους έβλεπαν σαν το μικρότερο κακό σε σχέση με τους Οθωμανούς, ή ως αυτούς που κάπως αποκαθιστούσαν την τιμή τους.

Θεωρούσαν επίσης τους εαυτούς τους καλούς Χριστιανούς και τηρούσαν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις – δεν θεωρούσαν τη ληστρική τους δραστηριότητα ως κάτι αντιφατικό μ’ αυτό. Αν και υπήρχαν και ομάδες Μουσουλμάνων ληστών (οι λεγόμενοι κρντζάλιε), ο όρος «χαϊντούκοι» ήταν συνδεδεμένος με τους Χριστιανούς – εξάλλου συνήθως και οι σημαίες τους είχαν πάνω το σταυρό.

Μια ιδιαιτερότητα στη Σερβία ήταν η θέση της στα όρια με την Αυτοκρατορία των Αψβούργων (την μετέπειτα Αυστροουγγαρία). Χαϊντούκοι χρησιμοποιούνταν ανάλογα με τις περιστάσεις κι από τις δύο γειτονικές αυτοκρατορίες, κάτι που τους έδωσε την ευκαιρία να εκπαιδευτούν με βάση τα πρότυπα ενός τακτικού στρατού. Απέκτησαν έτσι γνώσεις και εμπειρίες που πήγαιναν πέρα από τον κλεφτοπόλεμο. Σ’ αυτούς ανήκε και ο μετέπειτα μεγάλος εθνικός ήρωας των Σέρβων, ο Καρατζόρτζε Πέτροβιτς.

Άγαλμα του Καρα-Τζόρτζε Πέτροβιτς (γνωστού σε μας και ως Καραγιώργης Σερβίας) σε πλατεία του Βελιγραδίου.

Άγαλμα του Καρα-Τζόρτζε Πέτροβιτς (γνωστού σε μας και ως Καραγιώργης Σερβίας) σε πλατεία του Βελιγραδίου. Αρχικά ήταν χαϊντούκος, εντάχθηκε έπειτα στην υπηρεσία των Αψβούργων εναντίον των Οθωμανών και στη συνέχεια ηγήθηκε της Πρώτης Σερβικής Εξέγερσης.

Ήταν αυτοί οι χαϊντούκοι που θα έπαιζαν κρίσιμο ρόλο στο ξέσπασμα της Πρώτης Σερβικής Εξέγερσης (1804-1813), το πρώτο σε μια σειρά από βήματα που θα έφερναν αρχικά την αυτονομία και μετά την ανεξαρτησία της Σερβίας. Όσοι όμως απ’ αυτούς δεν εντάχθηκαν στις δομές του νεοσύστατου κράτους και συνέχισαν τη ληστρική τους δραστηριότητα, γρήγορα έγιναν από εθνικοί ήρωες ο νούμερο ένα εχθρός.

Ιδιαίτερα στη νοτιοδυτική Σερβία, σε ορεινές περιοχές με πυκνά δάση, χαϊντούκοι συνέχισαν να είναι δραστήριοι σε όλο τον 19ο αιώνα. Οι λόγοι που τους ωθούσαν να βγαίνουν στην παρανομία δεν ήταν πολύ διαφορετικοί από πριν: φυγοδικία, βεντέτες, αντίδραση στην κρατική καταπίεση. Το σέρβικο κράτος, που δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη σε χαϊντούκους, θα τους πολεμούσε τώρα με σκληρότητα που δεν είχε να ζηλέψει πολλά απ’ αυτήν των Οθωμανών. Για να καταφέρει να τους εξαφανίσει, θα έπρεπε να περιμένει μέχρι τον επόμενο αιώνα.

Ζεϊμπέκοι και εφέδες

Βλέποντας το οθωμανικό παρελθόν από μια «εθνική» σκοπιά, περιμένουμε ίσως τέτοιες ομάδες όπως οι κλέφτες και οι χαϊντούκοι να είναι χριστιανικής καταγωγής. Η αλήθεια είναι μάλλον πως, αν και δεν έλειπαν και οι Μουσουλμάνοι ληστές ούτε στην Ελλάδα ούτε στη Σερβία, το συγκεκριμένο φαινόμενο συνδέεται κυρίως με Χριστιανούς. Ήταν αναμενόμενο, αφού αυτές οι περιοχές χαρακτηρίζονταν από έναν διαχωρισμό ανάμεσα σ’ ένα αστικό μουσουλμανικό πληθυσμό και έναν κυρίως αγροτικό χριστιανικό πληθυσμό – ένα σημαντικό μέρος του τελευταίου ήταν ορεινός, και είχε μια σχεδόν φυσική ροπή προς την αμφισβήτηση της κρατικής εξουσίας.

Τι γινόταν όμως σε περιοχές που η πλειοψηφία του ορεινού αγροτικού πληθυσμού ήταν μουσουλμανική; Ένα παράδειγμα ήταν οι (επίσης θρυλικοί) ζεϊμπέκοι στη Δυτική Μικρά Ασία – που έδωσαν το όνομά τους και στο γνωστό χορό. Ήταν ένοπλες ομάδες ατάκτων, κυρίως τουρκόφωνων Μουσουλμάνων, η κάθε μια υπό την ηγεσία ενός εφέ.

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για μια υποτιθέμενη φυλετική προέλευση των ζεϊμπέκων. Φαίνεται πάντως πως στους τελευταίους οθωμανικούς αιώνες ο όρος «ζεϊμπέκ» ήταν συνδεδεμένος μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, που βασιζόταν στη ληστεία των πλουσίων και την απόρριψη της οθωμανικής εξουσίας. Φορούσαν ειδικά ρούχα, για να ξεχωρίζουν. Συχνά μας μεταφέρεται σήμερα η εικόνα «Ρομπέν των δασών», με τους ζεϊμπέκους να βοηθούν τους απλούς χωρικούς και να τους προστατεύουν από την κρατική αυθαιρεσία. Πρέπει φυσικά να είμαστε προσεκτικοί με τέτοιες αναφορές, αφού (όπως είδαμε και στις προηγούμενες περιπτώσεις) ο λαός έχει έτσι κι αλλιώς μια τάση να εξιδανικεύει αυτούς που αντιστέκονται σε μια άδικη κρατική εξουσία.

Ο Τσακιρτζαλί Μεχμέτ Εφέ (1872-1911), άλλως Τσακιτζής, βγήκε στα βουνά και στην παρανομία για να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του από έναν Οθωμανό αξιωματικό. Είχε τη φήμη ότι απέδιδε δικαιοσύνη για τους απλούς χωρικούς. Σκοτώθηκε σε μια σύγκρουση με οθωμανικές δυνάμεις ασφαλείας, για να γίνει θρύλος τα επόμενα χρόνια. Γι' αυτόν έχουν γραφτεί τραγούδια, βιβλία και γυριστεί ταινίες. http://insan-insanca.blogspot.gr/2016/01/cakrcal-mehmet-efe-efsanesi.html

Ο Τσακιρτζαλί Μεχμέτ Εφέ (1872-1911), άλλως Τσακιτζής, βγήκε στην παρανομία για να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του από Οθωμανό αξιωματικό, κατά μια εκδοχή, ή κυνηγημένος για λαθρεμπόριο καπνού κατά μια άλλη. Έγινε θρύλος για τη δράση του (με τραγούδια, βιβλία και ταινίες γι’ αυτόν), τόσο στους Τούρκους όσο και στους Έλληνες, έχοντας τη φήμη ότι απέδιδε δικαιοσύνη για τους απλούς χωρικούς. 
Πηγή εικόνας

Ενδιαφέρον είναι ότι τα υπολείμματά τους έπαιξαν ρόλο και στον «Πολέμο της Ανεξαρτησίας», συντασσόμενοι με τον κεμαλικό κίνημα και πολεμώντας τα ελληνικά στρατεύματα. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συνεισφορά τους στην περιοχή του Αϊδινίου, όπου φαίνεται ότι ανέλαβαν το κύριο βάρος του πολέμου, με ηγέτη τον μετέπειτα εθνικό ήρωα Γιορούκ Αλί Εφέ.

Στους δρόμους του Αϊδίνιου βλέπεις διάφορα τέτοια αγάλματα πολεμιστών του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτοί ανήκαν κατά κανόνα σε άτακτα σώματα ανταρτών, τους ζεϊμπέκηδες (που έδωσαν το όνομά τους και στο γνωστό χορό), που δρούσαν στην περιοχή του Αιγαίου ήδη από το 17ο αιώνα, και με το ξέσπασμα του πολέμου ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν στο προελαύνοντα ελληνικό στρατό. Ο αρχηγός μιας ομάδας ζεϊμπέκηδων ονομαζόταν εφέ, και ο πιο γνωστός που έδρασε κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν ο Γιορούκ Αλί Εφέ, τοπικός ήρωας της περιοχής.

Στους δρόμους του Αϊδίνιου βλέπεις διάφορα τέτοια αγάλματα πολεμιστών του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτοί ήταν συχνά ζεϊμπέκοι, που δρούσαν στην περιοχή  ήδη από τον 17ο αιώνα.

Στα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας, και αφού τέτοιες ομάδες είχαν πλέον εξαλειφθεί ή ενταχθεί στον κανονικό στρατό, η ζεϊμπέκικη κουλτούρα έγινε μάλλον ένα φολκλορικό στοιχείο. Πάντως ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα (χωρίς να μπορώ να κρίνω αν έχει πραγματική βάση) είναι μια αναφορά, που βρήκα σ’ ένα κείμενο για τη σημερινή στάση του τουρκικού πληθυσμού απέναντι στο στρατό: ο συγγραφέας θεωρεί πως αυτή είναι πιο αρνητική  στην περιοχή του Αιγαίου (σε σύγκριση π.χ. με τη Θράκη, την Προποντίδα, την Κεντρική Ανατολία) – ακριβώς λόγω της ζεϊμπέκικης παράδοσης δυσπιστίας απέναντι στην κρατική εξουσία.

Γενικές σκέψεις

Οι ομοιότητες αυτών των ομάδων στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία είναι φανερές. Δείχνουν ότι είναι ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να εξηγηθεί απλά με όρους εθνικής/θρησκευτικής αντιπαράθεσης (αν και αυτή έπαιξε το ρόλο της τοπικά ή χρονικά).

Είναι ένας τρόπος ζωής που συνδέεται άμεσα και με τη φυσική γεωγραφία της περιοχής μας, με τα ψηλά δύσβατα βουνά, που ευνοούν όποιον θέλει να ζήσει ελεύθερα χωρίς τους περιορισμούς μιας καταπιεστικής κρατικής εξουσίας. Δεν είναι απλά παρανομία, έχει και μια κάποιου είδους επαναστατική πολιτική διάσταση. Αυτή η διάσταση εξηγεί και τη συμπάθεια πολλών απλών ανθρώπων για τους ληστές, όποιο όνομα και να είχαν, και όποια να ήταν και η εκάστοτε εξουσία.

Όπως είδαμε, πολλά από τα σύγχρονα κράτη της περιοχής βασίστηκαν στις πολεμικές ικανότητες αυτών των ανθρώπων για να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους, και τους αναγνωρίζουν μέχρι σήμερα ως εθνικούς ήρωες. Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι αυτά ακριβώς τα κράτη τελικά κατάφεραν να εξοντώσουν αυτόν τον τρόπο ζωής – σ’ αυτόν τον τομέα ήταν πιο αποφασισμένα και αποτελεσματικά από τους Οθωμανούς. Οι κλεφταρματολοί, οι χαϊντούκοι και οι ζεϊμπέκοι, βοηθώντας τα να δημιουργηθούν, συντέλεσαν οι ίδιοι στην εξαφάνισή τους ως κοινωνική ομάδα.


Πηγές

Η Αϊσε που εγινε Νινα – ιστορια μιας εθνοκαθαρσης

Κλασσικό

Ο Βούλγαρος συγκάτοικός μου στο Βερολίνο είχε διηγηθεί ένα περιστατικό από την παιδική του ηλικία, όταν ζούσε ακόμα στη χώρα του. Η Βουλγαρία ανήκε τότε στο στρατόπεδο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Στο σχολείο είχε μια συμμαθήτρια που την έλεγαν Αϊσέ (τυχαίο τουρκικό όνομα). Ξαφνικά κάποια μέρα παρουσιάστηκε στην τάξη με το όνομα Νίνα. Αυτός απόρησε γι’ αυτή την αλλαγή και τη ρώτησε με ποιο όνομα πρέπει τελικά να την αποκαλεί, για να πάρει την απάντηση «Νίνα». Από τότε λοιπόν και αυτός τη φώναζε έτσι.

Μετά από πολλά χρόνια και αφού το σοβιετικό σύστημα είχε καταρρεύσει, συναντήθηκαν τυχαία, ως ενήλικες πλέον. Το όνομά της ήταν πάλι Αϊσέ. Αφού έπιασαν την κουβέντα για τα παλιά, αυτή σε κάποιο σημείο του λέει «Ξέρεις, σε μισούσα τότε που με έλεγες Νίνα».

Το περιστατικό αυτό αναφέρεται σε μια από τις πιο δραστικές απόπειρες εθνοκάθαρσης στην εποχή μας. Κι αυτή η (τελικά αποτυχημένη) απόπειρα έγινε από ένα καθεστώς, που ήταν υποτίθεται υπεράνω εθνικών και θρησκευτικών διαφορών. Για να καταλάβουμε όμως τι συνέβη, πρέπει πρώτα να γυρίσουμε περίπου έναν αιώνα πίσω.

Η ιστορία της κρατικής πολιτικής για μια μειονότητα

Η Βουλγαρία απέκτησε την αυτονομία της το 1878 και την πλήρη ανεξαρτησία της από τους Οθωμανούς το 1908. Αν και οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι της χώρας (που το 1878 αποτελούσαν ακόμα 20-25% του πληθυσμού της) την εγκατέλειψαν με προορισμό την Τουρκία, ένα μέρος τους παρέμεινε και παραμένει μέχρι και σήμερα – μάλλον προς απογοήτευση πολλών Βουλγάρων εθνικιστών.

Όπως και στη Δυτική Θράκη, οι Μουσουλμάνοι χωρίζονται σε τρεις κύριες γλωσσικές ομάδες: Τουρκόφωνους, Πομάκους (μιλάνε μια βουλγαρική διάλεκτο) και Ρομά. Φυσικά το ποια γλώσσα μιλάνε και τι εθνική συνείδηση έχουν είναι δυο διαφορετικά πράγματα: πολύ πιθανόν ένα μέρος των Πομάκων και των Ρομά να δηλώνουν ότι νιώθουν Τούρκοι. Όπως και να ΄χει, τουλάχιστον απ’ όσα στοιχεία μας είναι διαθέσιμα, φαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των Μουσουλμάνων είναι Τούρκοι.

Χάρτης της εθνικής σύνθεσης της Βουλγαρίας (καφέ: Βούλγαροι, πράσινο: Τούρκοι), με βάση την απογραφή του 2011. "Ethnic composition of Bulgaria, 2011" by Kostja2 - Own work, based on the results of the 2011 census. Licensed under CC BY-SA 3.0 via Commons - https://en.wiki2.org/wiki/File:Ethnic_composition_of_Bulgaria,_2011.PNG#/media/File:Ethnic_composition_of_Bulgaria,_2011.PNG

Χάρτης της εθνικής σύνθεσης της Βουλγαρίας (καφέ: Βούλγαροι, πράσινο: Τούρκοι), με βάση την απογραφή του 2011.
«Ethnic composition of Bulgaria, 2011» by Kostja2 – Own work, based on the results of the 2011 census. Licensed under CC BY-SA 3.0 via Commons – https://en.wiki2.org/wiki/File:Ethnic_composition_of_Bulgaria,_2011.PNG#/media/File:Ethnic_composition_of_Bulgaria,_2011.PNG

Περιοχές Μουσουλμάνων με βουλγαρική εθνικότητα (Πομάκοι), με βάση την απογραφή του 2001. Δεν είναι γνωστό πάντως αν κάποιος αριθμός Πομάκων προτίμησε να δηλώσει τουρκική εθνικότητα. https://en.wikipedia.org/wiki/File:Pomaks_map.png

Περιοχές «Μουσουλμάνων βουλγαρικής εθνότητας» (Πομάκοι), με βάση την απογραφή του 2001. Δεν είναι γνωστό πάντως τι αριθμός Πομάκων προτίμησε να δηλώσει τουρκική εθνότητα. Πηγή εικόνας

Ο τρόπος που αντιμετώπισε το βουλγάρικο κράτος τους Μουσουλμάνους μέχρι και το Β’ Παγκόσμιο ήταν μάλλον ως ένα ξένο σώμα, ας πούμε σε καθεστώς προσωρινής ανοχής. Όπως και στην Ελλάδα, ως Μουσουλμάνοι αρχικά δεν θεωρήθηκαν μέρος του χριστιανικού βουλγάρικου έθνους – αν και ειδικά για τους Πομάκους έγιναν σε κάποια σημεία κρατικές προσπάθειες «επιστροφής» στις βουλγάρικες τους ρίζες (με ή χωρίς αλλαγή της θρησκείας τους), αφού θεωρήθηκαν εξισλαμισμένοι Βούλγαροι. Αυτές οι προσπάθειες δεν έγιναν πάντως μια διαρκής πολιτική, και είχαν τελικά περιορισμένα αποτελέσματα.

Εννοείται ότι η παρουσία των Μουσουλμάνων και η καλλιέργεια τουρκικής εθνικής συνείδησης ήταν ανεκτές, μόνο εφ’ όσον αυτές δεν απειλούσαν την κυριαρχία της βουλγαρικής χριστιανικής πλειοψηφίας. Το βουλγαρικό κράτος ήταν μάλλον αδιάφορο για το βιοτικό και μορφωτικό τους επίπεδο. Ίσως μάλιστα να θεωρήθηκε ότι συμφέρει αυτό να παραμείνει χαμηλό, έτσι ώστε να μην ενταχθούν πραγματικά στη βουλγαρική κοινωνία και να έχουν περισσότερα κίνητρα για μετανάστευση προς την Τουρκία.

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, τα πράγματα φάνηκαν να αλλάζουν. Η Βουλγαρία βρέθηκε στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Κυρίαρχη ιδεολογία έγινε και εκεί ο μαρξισμός σταλινικού τύπου, που, όπως και να το κάνουμε, είναι κατ’ αρχήν διεθνιστικός. Οι διαφορές γλώσσας και θρησκείας δεν θα είχαν πλέον καμία σημασία στην υπερεθνική σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτό έφερε αρχικά και μια αλλαγή στη στάση του βουλγαρικού κράτους απέναντι στους Μουσουλμάνους: αναγνωρίστηκαν επιτέλους ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας και τους δόθηκε πολιτιστική αυτονομία.  Με το σύνταγμα του 1947 αναγνωρίστηκαν πλήρως τα δικαιώματα των «εθνικών μειονοτήτων», συμπεριλαμβάνοντας και τη διδασκαλία στη μητρική γλώσσα, που γινόταν πλέον σε δημόσια σχολεία με κρατική χρηματοδότηση.

Η πολιτική αυτή άρχισε όμως σύντομα πάλι να αλλάζει, ιδιαίτερα με την αποσταλινοποίηση από το 1956 και μετά. Η κομμουνιστική ηγεσία ένιωθε τώρα την ανάγκη να δώσει ένα πιο «εθνικό» χαρακτήρα στη διακυβέρνησή της, κι αυτό δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει και τη στάση της απέναντι στους Μουσουλμάνους. Ο στόχος της ισότιμης ένταξής τους στη βουλγαρική κοινωνία παρέμεινε – η ξεχωριστή μουσουλμανική-τουρκική ταυτότητα θεωρήθηκε όμως εμπόδιο. Η ένταξη έπρεπε να γίνει μέσω της σταδιακής αφομοίωσής τους στο βουλγαρικό έθνος, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Τα τουρκικά σχολεία έκλεισαν όπως και οι τούρκικες εφημερίδες και περιοδικά, η διδασκαλία στην τουρκική γλώσσα σταδιακά καταργήθηκε και οι μουσουλμανικές θρησκευτικές δραστηριότητες περιορίστηκαν.

Από την άλλη όμως, δόθηκε βάρος στην άνοδο του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου των Μουσουλμάνων και στην ομαλή ένταξή τους στη βουλγαρική οικονομία – με σημαντική επιτυχία. Επίσης, δόθηκαν σε πολλούς με τουρκική καταγωγή θέσεις στον κομματικό μηχανισμό. Αυτό ήταν μια σημαντική διαφορά με την προ-κομμουνιστική περίοδο, που μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε και τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν.

Ο χειμώνας 1984-85

Στη δεκαετία του ’80 είχε ήδη επιτευχθεί πρόοδος στο θέμα της ένταξης των Μουσουλμάνων (συμπεριλαμβανομένων και των Τούρκων) στη βουλγάρικη κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά, κάποια στοιχεία έκαναν την κομμουνιστική ελίτ να ανησυχεί:

  • Η ένταξη δεν φαινόταν να οδηγεί σε πραγματική αφομοίωση. Αν και οι νέες γενιές ήξεραν καλά βουλγάρικα, πολλοί ακόμα μιλούσαν τούρκικα στα σπίτια τους. Παρά τις αυξημένες επαφές με τους μη-Μουσουλμάνους, οι Τούρκοι επέμεναν να διατηρούν μια ιδιαίτερη ταυτότητα, κάτι που φαινόταν και στη σχέση τους με την Τουρκία.
  • Η γεννητικότητα των Μουσουλμάνων ήταν ψηλότερη απ’ αυτήν των μη Μουσουλμάνων, κάτι που έκανε αναμενόμενη και την άνοδο του ποσοστού τους στον πληθυσμό, αφού είχε μειωθεί και η μετανάστευση προς την Τουρκία.
  • Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974, με πρόσχημα την προστασία των Τουρκοκυπρίων, προβλημάτισε τη βουλγαρική ηγεσία. Αν και δεν συνδεόταν με τις τουρκο-βουλγαρικές σχέσεις, δημιουργούσε ανησυχίες ότι εγκαταλείπεται το κεμαλικό δόγμα μη επέμβασης στα εσωτερικά των γειτονικών χωρών, και ότι οι Τούρκοι γίνονται πάλι μια επεκτατική δύναμη όπως στα οθωμανικά χρόνια – το σύνδρομο του οθωμανικού παρελθόντος παρέμενε ισχυρό και στη Βουλγαρία. Με μια τουρκική μειονότητα που έφτανε το 10% με αυξητικές τάσεις και κυριαρχούσε πληθυσμιακά σε κάποιες περιοχές (που ήταν και από τις πιο πολύτιμες για τη γεωργία της χώρας), οι βουλγαρικές ελίτ ανησυχούσαν ότι η χώρα τους μπορεί να γινόταν το επόμενο θύμα.

Η ιδέα του εκβουλγαρισμού των Μουσουλμάνων σίγουρα δεν ήταν νέα για τη βουλγαρική κομμουνιστική ελίτ. Ιδιαίτερα οι Πομάκοι, που θεωρούνταν εξισλαμισμένοι Βούλγαροι, είχαν ήδη πιεστεί από τη δεκαετία του ’60 να αποκτήσουν βουλγάρικα ονόματα. Με τον καιρό όμως, άρχισαν να διατυπώνονται θεωρίες ότι ακόμα και οι καθαρά Τουρκόφωνοι ήταν στην πραγματικότητα απόγονοι εξισλαμισθέντων Βουλγάρων, που απλά στα πολλά χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας είχαν χάσει και τη γλώσσα τους.

Για τους λόγους που αναφέρθηκαν, οι Βούλγαροι κομμουνιστές θεώρησαν πως ο κίνδυνος ήταν άμεσος: ένας σταδιακός εκβουλγαρισμός σε βάθος χρόνου δεν ήταν αρκετός. Το 1984 ο ηγέτης της Βουλγαρίας Τόντορ Ζίβκοφ αποφάσισε να προχωρήσει σε πιο δραστικά μέσα. Η εκστρατεία αλλαγής των ονομάτων ξεκίνησε τα Χριστούγεννα και ήδη μετά από 3 εβδομάδες 310.000 Τούρκοι είχαν υποχρεωθεί να πάρουν βουλγαρικά ονόματα.

Ο Τόντορ Ζβίκοφ ήταν Γ.Γ. του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας από το 1954 ως το 1989. Η απόφαση το 1984 για την αλλαγή των τουρκικών ονομάτων σε βουλγάρικα ήταν προσωπικά δική του και εφαρμόστηκε άμεσα - το Πολιτικό Γραφείο βρέθηκε ουσιαστικά προ τετελεσμένων. http://www.sjsu.edu/faculty/watkins/bulgaria.htm

Ο Τόντορ Ζίβκοφ ήταν Γ.Γ. του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας από το 1954 ως το 1989. Η απόφαση για την αλλαγή των τουρκικών ονομάτων σε βουλγάρικα ήταν δική του.
Πηγή εικόνας

Η συνηθισμένη διαδικασία ήταν κάπως έτσι: τα τουρκικά χωριά περικυκλώνονταν από στρατό και τανκς και αποκλείονταν από τον έξω κόσμο. Κρατικοί αξιωματούχοι και αστυνομικοί επισκέπτονταν τότε τα σπίτια ένα προς ένα, συλλέγοντας αιτήσεις «εθελοντικής» αλλαγής ονόματος. Περιττό να αναφερθεί ότι όποιος παρέμενε με τουρκικό όνομα στην ταυτότητα δεν μπορούσε να ελπίζει σε καμιά κρατική υπηρεσία (π.χ. τράπεζες, νοσοκομεία). Η αντίσταση στην εκστρατεία αντιμετωπίστηκε με φυλακίσεις, βασανιστήρια, ακόμα και θανάτους. Το αποτέλεσμα ήταν ήδη το Μάρτη η αποστολή να θεωρηθεί ολοκληρωμένη και ο Ζίβκοφ να νιώθει άνετα να δηλώσει ότι «στη Βουλγαρία δεν υπάρχουν Τούρκοι».

Ενδιαφέρον είναι ότι η βουλγαρική ηγεσία δεν φαίνεται να ήθελε τη φυγή τους στην Τουρκία: έκανε μάλιστα ό,τι μπορούσε για να την εμποδίσει (φοβόταν και την έλλειψη εργατικού δυναμικού). Ήταν μια απόπειρα εθνοκάθαρσης αποκλειστικά μέσω αφομοίωσης – κάτι μάλλον σπάνιο στην περιοχή μας.

Κορύφωση και πτώση

Τα επόμενα χρόνια πάρθηκαν και άλλα συνοδευτικά μέτρα: απαγόρευση της ομιλίας στα τουρκικά σε δημόσιους χώρους, κλείσιμο τζαμιών, καταστροφή τουρκικών βιβλίων, καταστροφή μουσουλμανικών νεκροταφείων, ουσιαστικά απαγόρευση της περιτομής. Ο τύπος γέμισε άρθρα που «αποδείκνυαν» τη βουλγαρική καταγωγή των Τούρκων, ενώ πολλοί Τούρκοι αναγκάστηκαν να κάνουν δημόσιες δηλώσεις «επιστροφής στις βουλγάρικες ρίζες».

Οι εξελίξεις όμως στο εσωτερικό και στο εξωτερικό δεν ήταν ευνοϊκές για τον Ζίβκοφ. Η βουλγάρικη οικονομία βρέθηκε σε βαθιά ύφεση, μετά από δεκαετίες ανάπτυξης. Η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ ανάγκασε και τους σοβιετικούς δορυφόρους όπως η Βουλγαρία να δεχτούν κάποιον εκδημοκρατισμό. Η μεταχείριση της τουρκικής μειονότητας έδωσε κακή εικόνα έξω για το βουλγαρικό καθεστώς – τη στιγμή που αυτό γινόταν λόγω της υπερχρέωσής του όλο και πιο εξαρτημένο από το εξωτερικό.

Η αρχή του τέλους ήρθε το Μάη του 1989. Διαδηλώσεις και επεισόδια στις περιοχές της τουρκικής μειονότητας, με πολλούς νεκρούς, τράβηξαν την προσοχή της διεθνούς κοινότητας και αύξησαν την πίεση ακόμα περισσότερο. Σ’ αυτήν την κατάσταση, ο Ζίβκοφ δεν είχε άλλη επιλογή από το να ανοίξει τα σύνορα με την Τουρκία και να επιτρέψει τη μετανάστευση. Η αντίδραση ήταν εντυπωσιακή: μέχρι τον Αύγουστο πάνω από 300.000 (δηλαδή περίπου το ένα τρίτο των Τούρκων) είχαν περάσει τα σύνορα. Πιο ξεκάθαρη ένδειξη αποτυχίας της αφομοίωσης δεν μπορούσε να υπάρχει – αν σκεφτεί κάποιος ότι όλοι αυτοί ήταν με βάση την κρατική προπαγάνδα μέχρι πριν από λίγο «ανανήψαντες» Βούλγαροι.

Εικόνα από τα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα, κατά τη φυγή των Τούρκων το καλοκαίρι του '89. http://www.dw.com/en/recalling-the-fate-of-bulgarias-turkish-minority/a-18149416

Εικόνα από τα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα, κατά τη φυγή των Τούρκων το καλοκαίρι του ’89.
Πηγή εικόνας

Τον Αύγουστο η Τουρκία αποφάσισε να κλείσει τα σύνορα. Σ’ αυτήν την κατάσταση γενικής κρίσης, η σοβιετική ηγεσία άρχισε να χάνει και την όποια εμπιστοσύνη της είχε μείνει στον Ζίβκοφ. Το Νοέμβρη ο Ζίβκοφ τελικά ανατράπηκε από άλλα στελέχη του κόμματος. H νέα ηγεσία δήλωσε από νωρίς ότι θα καταργήσει την πολιτική της αφομοίωσης: οι Μουσουλμάνοι μπορούσαν να πάρουν πίσω τα παλιά τους ονόματα και να μιλούν τούρκικα στους δημόσιους χώρους.

Απόηχος και συνέπειες μέχρι σήμερα

Λίγος μήνες μετά, η Βουλγαρία είχε ήδη γίνει κοινοβουλευτική δημοκρατία. Τα νέα κόμματα δεσμεύτηκαν στην αποδοχή της εθνικής διαφορετικότητας. Έτσι η Βουλγαρία, παρά την σκληρή οικονομική κρίση που πέρασε στη δεκαετία του ’90, γλύτωσε τις εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις που έζησε η γειτονική Γιουγκοσλαβία. Αυτό είναι σίγουρα κάτι πολύ σημαντικό – και δεν ήταν καθόλου αυτονόητο.

Τα γεγονότα του ’84-’89 έφεραν τελικά μάλλον τα αντίθετα αποτελέσματα απ’ αυτά που περίμενε ο Ζίβκοφ. Αντί να αφομοιωθούν, οι Τούρκοι της Βουλγαρίας, έχοντας την εμπειρία αυτής της καταπίεσης, ανέπτυξαν πιο ισχυρούς δεσμούς μεταξύ τους ως κοινότητα, και η αίσθηση μιας διαφορετικής ταυτότητας έγινε πιο ισχυρή.

Αυτό φαίνεται καθαρά και στις εκλογικές αναμετρήσεις της Βουλγαρίας. Το Κίνημα για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες, το κόμμα το οποίο έγινε ο (ανεπίσημος) εκπρόσωπος της τουρκικής μειονότητας, παίρνει σταθερά ψηλά ποσοστά στις μουσουλμανικές περιοχές, που του επιτρέπουν να μπαίνει άνετα στη Βουλή.

Σύμβολο του Κινήματος για την Ελευθερία και τα Δικαιώματα. http://www.bta.bg/en/c/DF/id/1036060?PageSpeed=noscript

Σύμβολο του Κινήματος για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες. Αν και πολλοί το ταυτίζουν με την τουρκική μειονότητα, έχει και αρκετούς Βούλγαρους βουλευτές.
Πηγή εικόνας

Λόγω του ότι τα μεγάλα κόμματα το είχαν συχνά ως τρίτη δύναμη ανάγκη για να σχηματίσουν κυβέρνηση, το Κίνημα απέκτησε και σημαντική πολιτική επιρροή στη μετα-κομμουνιστική περίοδο. Αυτό μάλλον βοήθησε τους Τούρκους να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να διεκδικούν τα δικαιώματά τους πιο αποτελεσματικά.

Περίπου οι μισοί από τους Τούρκους που διέφυγαν στην Τουρκία επέστρεψαν σύντομα πίσω. Οι υπόλοιποι όμως παρέμειναν στην Τουρκία και έγιναν έτσι ένα ακόμα μέρος του πολύπλοκου μωσαϊκού του πληθυσμού της χώρας, με ιδιαίτερη τουρκο-βουλγαρική πολιτισμική ταυτότητα. Πολλοί απ’ αυτούς έχουν διπλή υπηκοότητα και διατηρούν ακόμα δεσμούς με τη Βουλγαρία.

Αν και οι Τούρκοι της Βουλγαρίας συνεχίζουν να έχουν τα παράπονα τους (ζητούν π.χ. διδασκαλία των τουρκικών ως υποχρεωτικό μάθημα, από προαιρετικό που είναι τώρα), σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι η χώρα γλύτωσε τα χειρότερα – προσωρινά τουλάχιστον, γιατί η Ακροδεξιά ανεβαίνει και στη Βουλγαρία. Εμείς πάντως, σε μια εποχή που ακούμε συνέχεια για την έλλειψη ανεκτικότητας του Ισλάμ ή των θρησκειών γενικά, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι όλα αυτά συνέβησαν κάτω από ένα καθεστώς, που επίσημα δεν είχε καμία σχέση με τη θρησκεία.


Πηγές