Συγκρουσεις θρησκευτικων ταυτοτητων;

Κλασσικό

Όποιος παρακολουθεί στις μέρες μας τις ειδήσεις ή τις συζητήσεις για τη Μέση Ανατολή σε αγγλόφωνα μέσα, θα ακούσει συχνά όρους όπως «sectarianism», «sectarian divide», «sectarian violence» κ.λ.π. O αντίστοιχος όρος στα αραβικά είναι ταϊφίγια. Στα ελληνικά, μπορεί να μεταφραστεί ίσως ως «σεκταρισμός», αν και δεν πρέπει φυσικά να τον μπερδεύουμε με τον ιδεολογικό σεχταρισμό: το θέμα είναι οι (εθνο-)θρησκευτικοί διαχωρισμοί. 

Ο διαχωρισμός του πληθυσμού με βάση θρησκευτικές ταυτότητες δεν είναι φυσικά κάτι νέο στη Μέση Ανατολή. Τον ξέρουμε εξάλλου και από τις υπόλοιπες (μετα-)οθωμανικές κοινωνίες – και όχι μόνο. Πολλοί όμως περίμεναν ότι η κοινωνική πρόοδος θα έκανε τέτοιους διαχωρισμούς να μοιάζουν ξεπερασμένοι. Αντί για αυτό, βρεθήκαμε στον 21ο αιώνα στο σημείο αυτοί να θεωρούνται από πολλούς ως ο πιο κρίσιμος παράγοντας για το μέλλον της περιοχής: από το Ιράκ, τη Συρία και το Λίβανο μέχρι την Υεμένη, τη Σαουδική Αραβία ή το Μπαχρέιν. Ο φόβος για τον «σεκταρισμό» είναι τόσο μεγάλος, ώστε να επισκιάζει άλλα προβλήματα της περιοχής, που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να είναι πρώτης προτεραιότητας: π.χ. η λειψυδρία, η ερημοποίηση, το δημογραφικό ή η μεγάλη ανισοκατανομή του πλούτου.

Δεν λείπει βέβαια και ο αντίλογος, από πρόσωπα όπως π.χ. ο Ουσάμα Μακντίσι, ο Ναντέρ Χασέμι ή ο Ντάνυ Πόστελ. Η επιμονή στον «σεκταρισμό» για να εξηγήσει κάποιος όλα τα ζητήματα της Μέσης Ανατολής κατηγορείται ως μια μορφή οριενταλισμού, αφού αντίστοιχες μορφές διαχωρισμού, είτε αυτές βασίζονται στη θρησκεία είτε όχι, υπάρχουν και σε άλλες περιοχές του κόσμου (μεταξύ άλλων και στις ΗΠΑ π.χ. ανάμεσα σε Λευκούς, Αφροαμερικανούς ή Λατίνους). Εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοήσει κάποιος και τον ρόλο της Δύσης στη διαμόρφωση ή και μεγέθυνση του συγκεκριμένου διαχωρισμού στη Μέση Ανατολή. 

Κανείς φυσικά δεν αρνείται ότι οι θρησκευτικές-κοινοτικές ταυτότητες παίζουν ρόλο στις σημερινές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή – αλλά ούτε κανείς μπορεί να ισχυριστεί ότι καθορίζουν τα πάντα. Αυτό γίνεται φανερό παίρνοντας για παράδειγμα το ίσως πιο καυτό ζήτημα σήμερα στην περιοχή: τον πόλεμο στη Συρία. Μπορεί όντως η πλειοψηφία των Αλαουιτών, αλλά και των άλλων μειονοτικών κοινοτήτων (Χριστιανοί, Δρούζοι, Ισμαηλίτες, Δωδεκατιστές Σιίτες), να στηρίζει ή να ανέχεται το καθεστώς Άσαντ, ενώ αντίθετα η ένοπλη αντιπολίτευση είναι πλέον σχεδόν αποκλειστικά σουνιτική. Παράλληλα όμως, ο Άσαντ διατηρεί (τουλάχιστον) και την ανοχή μεγάλης μερίδας της σουνιτικής οικονομικής ελίτ στις πόλεις, ενώ δεν λείπουν οι Σουνίτες από σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Εξάλλου, ένα μεγάλο μέρος των εσωτερικών προσφύγων που μετακινήθηκαν από τις περιοχές των ανταρτών σε αυτές που ακόμα ελέγχει ο Άσαντ είναι Σουνίτες και η πλειοψηφία του πληθυσμού εκεί παραμένει σουνιτική. Και αν όντως το βαθύτερο πρόβλημα στη Μέση Ανατολή είναι οι θρησκευτικές διαιρέσεις, πως εξηγείται ότι η Λιβύη, ένα από τα πιο θρησκευτικά ομοιογενή κράτη στην περιοχή (97% του πληθυσμού είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι), βυθίστηκε και αυτή στον εμφύλιο πόλεμο;

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων στην περιοχή του Λεβάντε (δεν φαίνεται η σιιτική πλειοψηφία στο νότιο-κεντρικό Ιράκ).

Αναζητώντας τις ρίζες του «σεκταρισμού»

Η πιο εύκολη ερμηνεία της σημερινής κατάστασης είναι ότι πρόκειται για τη συνέχεια προαιώνιων εχθροτήτων: Μουσουλμάνων-Χριστιανών, Σουνιτών-Σιιτών κ.λ.π. Αν όμως τα πράγματα είναι τόσο απλά, γιατί τέτοιες συγκρούσεις δεν κυριαρχούσαν στην περιοχή πριν μερικές δεκαετίες; Ο διαχωρισμός σε θρησκευτικές κοινότητες υπήρχε φυσικά από τότε. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 όμως, ως η πιο σημαντική διχοτόμηση του αραβικού κόσμου θεωρούνταν αυτή ανάμεσα στα «προοδευτικά» (αδέσμευτα έως φιλοσοβιετικά) ρεπουμπλικανικά καθεστώτα και στις συντηρητικές (και φιλοδυτικές) μοναρχίες. Στην πρώτη ομάδα ξεχώριζε η Αίγυπτος του Νάσερ και στη δεύτερη η σαουδαραβική δυναστεία: δηλαδή Σουνίτες και από τις δύο πλευρές. Η διαφορά εκφραζόταν περισσότερο με ιδεολογικούς παρά με «σεκταριστικούς» όρους.

Ο διαχωρισμός Σουνιτών-Σιιτών μάλλον σπάνια θεωρούνταν πολιτικά σημαντικός και πολλοί στον κόσμο ίσως δεν τον γνώριζαν καν. Για να φτάσουμε από εκεί στη σημερινή κατάσταση, έπρεπε να μεσολαβήσουν κάποια συνταρακτικά γεγονότα. Το πρώτο, κατά τη γνώμη πολλών αναλυτών, ήταν η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979. Το ίδιο το καθεστώς του Χομεϊνί μπορεί να μην έβλεπε απαραίτητα τον εαυτό του ως εκπρόσωπο ενός σιιτικού σεκταρισμού. Αντίθετα, προωθούσε έναν αντιιμπεριαλιστικό λόγο που απευθυνόταν σε όλους τους Μουσουλμάνους. Ακριβώς όμως αυτή η ρητορική «εξαγωγής» της Επανάστασης δεν μπορούσε παρά να ανησυχήσει τα γειτονικά εύπορα και φιλοδυτικά καθεστώτα των χωρών του Κόλπου. Ο συνδυασμός Ισλάμ, επαναστατικότητας και αντιιμπεριαλισμού τους φαινόταν ως ένας μεγάλος κίνδυνος – και μάλλον δεν είχαν άδικο. Αφού μια ισλαμική επανάσταση μπορεί να ανατρέψει μια φιλοδυτική μοναρχία όπως αυτή του Σάχη στο Ιράν, γιατί να μην ανατραπεί με παρόμοιο τρόπο π.χ. και η σαουδική μοναρχία; Η κατάληψη του Μεγάλου Τζαμιού της Μέκκας από εξτρεμιστές ισλαμιστές στα τέλη του 1979 έμοιαζε να επιβεβαιώνει αυτούς τους φόβους.

Το ότι αυτή η επικίνδυνη ρητορική προερχόταν από μια σιιτική χώρα (και επιπλέον μη αραβική), ήταν επόμενο να χρησιμοποιηθεί από σουνιτικά καθεστώτα ως γραμμή άμυνας απέναντί της. Η Σαουδική Αραβία αποφάσισε να αγωνιστεί ενάντια στη «σιιτική» (βλέπε ιρανική) επιρροή, προωθώντας την ιδέα ότι οι Σιίτες είναι επικίνδυνοι αιρετικοί – ή ακόμα και μη πραγματικοί Μουσουλμάνοι. Από την άλλη, το νέο ιρανικό καθεστώς, αντιμετωπίζοντας έναν εχθρικό περίγυρο, ήθελε να ενισχύσει φιλικές ομάδες στις γειτονικές χώρες. Οι περισσότερες ομάδες που ήταν πρόθυμες να συνεργαστούν μαζί του ήταν, αναμενόμενα, σιιτικές (αν και με εξαιρέσεις: η πιο γνωστή είναι η σουνιτική παλαιστινιακή Χαμάς). Η ένταση ανάμεσα σε Ιράν και Σαουδική Αραβία, εξελίχθηκε έτσι περίπου μοιραία σε σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών – ακόμα και αν ουσιαστικά ήταν περισσότερο γεωπολιτική παρά θρησκευτική. 

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού το 2011 (πάνω δεξιά ο ηγέτης Χασάν Νασράλαχ). Η σιιτική οργάνωση δημιουργήθηκε με τη βοήθεια του Ιράν στη δεκαετία του ’80, κατά τη διάρκεια του λιβανέζικου εμφυλίου πολέμου.

Κατά τη δεκαετία του ’90, η ένταση στις σαουδο-ιρανικές σχέσεις υποχώρησε κάπως. Με τον νέο αιώνα όμως, ήρθε το δεύτερο μεγάλο γεγονός: η αμερικάνικη εισβολή στο Ιράκ το 2003. Το καθεστώς του Σαντάμ Χουσέιν, παρά την αναμφισβήτητη σκληρότητά του, ήταν σημαντικό μέρος μιας ισορροπίας στην περιοχή. Αφού διαταράχτηκε αυτή η ισορροπία, οι γειτονικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να μείνουν αμέτοχες. Για την Τεχεράνη, η κατάρρευση του καθεστώτος ήταν μια ευκαιρία για να σπάσει την περικύκλωσή της, φροντίζοντας να εξασφαλίσει την επιρροή της στο νέο Ιράκ – και ο πιο εύκολος τρόπος να το κάνει αυτό ήταν η στήριξη ντόπιων σιιτικών ομάδων.  Από την άλλη, η Σαουδική Αραβία και άλλες σουνιτικές δυνάμεις είδαν αυτές τις κινήσεις ως προσπάθεια δημιουργίας ενός «σιιτικού μισοφέγγαρου».

Η πατρότητα του όρου «Σιιτική Ημισέληνος» ανήκει στον βασιλιά Αμπντάλα Β’ της Ιορδανίας, ο οποίος περιέγραψε έτσι το 2004 τη σχηματιζόμενη ζώνη επιρροής του Ιράν, η οποία θα συμπεριελάμβανε πλέον όχι μόνο τη Συρία του Άσαντ και τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο, αλλά και το μετά-Σαντάμ Ιράκ. Σήμερα, οι χώρες του Κόλπου φοβούνται και την επέκταση της στην Υεμένη ή το Μπαχρέιν. Στην εικόνα πάνω, φαίνεται το ποσοστό των Σιιτών στον μουσουλμανικό πληθυσμό του κάθε κράτους.
Πηγή εικόνας

Το άνοιγμα του Ιράκ τόσο στην ιρανική επιρροή όσο και στην εισροή σουνιτικών τζιχαντιστικών ομάδων (μεταξύ αυτών και η Αλ Κάιντα, από την οποία μετεξελίχθηκε το γνωστό πλέον σήμερα Ισλαμικό Κράτος) επιτάχυνε τη «σεκταροποίηση» της πολιτικής ζωής. Τρία χρόνια μετά την αμερικανική εισβολή, το 2006, η χώρα βρισκόταν ήδη σε περίπου εμφυλιοπολεμική κατάσταση. Η αιματηρή σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών στο Ιράκ δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει τον τρόπο οι δυο κοινότητες έβλεπαν η μια την άλλη, σε όλο τον αραβικό κόσμο – και όχι μόνο.

Το μαυσωλείο Αλ-Ασκάρι στη Σαμάρα, ένας από τους ιερότερους τόπους του σιιτικού Ισλάμ, έγινε στόχος βομβιστικής επίθεσης το 2006 και μιας δεύτερης το 2007. Αν και δεν υπήρξαν νεκροί, η πρώτη επίθεση εξόργισε τη σιιτική κοινότητα και θεωρείται από πολλούς ως σημείο έναρξης της εμφύλιας σύρραξης που συντάραξε το Ιράκ μέχρι το 2008.
Πηγή εικόνας

Ο Ιορδανός Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι (1966-2006) ήταν ο ηγέτης του ιρακινού παραρτήματος της Αλ Κάιντα και γνωστός για ακραίες αντι-σιιτικές απόψεις. Θεωρείται ότι είχε σημαντική ευθύνη στο να κατευθυνθεί η σουνιτική τζιχαντιστική βία εναντίον των Σιιτών, σε σημείο που να τον επικρίνει ακόμα και η ανώτερη ηγεσία της Αλ Κάιντα. 
Πηγή εικόνας

Το τρίτο σημαντικό γεγονός ήταν το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης το 2011. Στα αρχικά της στάδια, πολλοί την έβλεπαν σαν το ξεπέρασμα των «σεκταριστικών» διαφορών. Η πρώτη εντύπωση που δόθηκε ήταν ότι οι νέοι στις αραβικές χώρες ενώθηκαν για να παλέψουν ενάντια στα καθεστώτα τους, ανεξαρτήτως θρησκείας, εθνικότητας ή ακόμα και ιδεολογίας. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες των Αιγυπτίων Χριστιανών που σχημάτιζαν κύκλο για να προστατεύσουν τους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους που προσεύχονταν, κατά τη διάρκεια των κοινών τους διαδηλώσεων.

Αυτή η ελπιδοφόρα εικόνα άλλαξε γρήγορα. Οι επιθέσεις εναντίον Χριστιανών στην Αίγυπτο, η κατάπνιξη της (κατηγορούμενης ως σιιτικής) εξέγερσης στο Μπαχρέιν με τη βοήθεια των γειτονικών σουνιτικών κρατών, η βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και τους σιίτες αντάρτες Χούθι στην Υεμένη, μα πάνω από όλα η τροπή που πήρε η εξέγερση στη Συρία, με την στρατιωτικοποίηση και τη «σουνιτοποίησή» της και κυρίως την εξάπλωση του ακραίου αντι-σιιτικού Ισλαμικού Κράτους: όλα αυτά δημιούργησαν την εντύπωση γενικευμένου πολέμου Σιιτών-Σουνιτών. Τόσο το Ιράν όσο και η Σαουδική Αραβία χρησιμοποίησαν διχαστική γλώσσα για να δικαιολογήσουν τη στήριξη σε φιλικά καθεστώτα που κινδύνευαν: το Ιράν παρουσίασε την αντιπολίτευση στον Άσαντ συνολικά ως φανατισμένους σουνίτες τρομοκράτες, ενώ η Σαουδική Αραβία είδε την εξέγερση στο Μπαχρέιν, όπως και αυτή των Χούθι, ως υποκινούμενες από το Ιράν και μέρος μιας γενικότερης σιιτικής συνωμοσίας.

Η εκτέλεση του δημοφιλή σιίτη κληρικού Νιμρ αλ Νιμρ (2016) στη Σαουδική Αραβία, γνωστού για τη δράση του για τα δικαιώματα της σιιτικής μειονότητας στη χώρα, προκάλεσε κύμα διαμαρτυριών σε όλη την περιοχή (όπως στο Ιράκ, βλέπε φωτογραφία) και ήταν ακόμα ένα από τα στοιχεία που ενίσχυσαν την εικόνα «σεκταριστικής σύγκρουσης».
Πηγή εικόνας

Σε μια εποχή που όλα είναι πάλι ρευστά και από τη στιγμή που οι εξεγέρσεις εξελίχθηκαν σε αιματηρή σύγκρουση, μάλλον δεν προκαλεί έκπληξη ότι πολλοί άνθρωποι προτίμησαν να περιχαρακωθούν στην ασφάλεια των κοινοτικών τους ταυτοτήτων. Εξάλλου, η υποβάθμιση των κρατικών υπηρεσιών και του κοινωνικού κράτους (μέρος της παγκόσμιας στροφής προς τον νεοφιλελευθερισμό) τους είχε οδηγήσει ήδη από τα προηγούμενα χρόνια στο να αναζητήσουν καταφύγιο στα ενδοκοινοτικά τους δίκτυα. Τελικά, φάνηκε ότι έλειπαν και εναλλακτικές ενωτικές ιδεολογίες, ικανές να κινητοποιήσουν τις μάζες να παλέψουν στο όνομά τους, ξεπερνώντας τα «σεκταριστικά» όρια: ο παναραβισμός ή ο κομμουνισμός, που έπαιξαν αυτό τον ρόλο στο παρελθόν, είχαν χάσει για διάφορους λόγους την αξιοπιστία τους.

Εδώ είναι που μπορούμε ίσως να δούμε την κατάσταση της περιοχής σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο. Μπορεί να είναι σημάδι μιας εποχής όπου η ταύτιση με «παραδοσιακές κοινότητες» (πραγματικές ή φανταστικές) κερδίζει έδαφος παγκοσμίως, από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη μέχρι την Ινδία και τη Ρωσία. Απλά, η φύση αυτών των παραδοσιακών ταυτοτήτων διαφέρει ανάλογα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες: αλλού μπορεί να είναι γλωσσικές-εθνικές, αλλού θρησκευτικές, αλλού φυλετικές και αλλού τοπικιστικές.

Το μεγάλο ξεκαθάρισμα;

Ο όρος «μεγάλο ξεκαθάρισμα» (Great Sorting-Out)  προέρχεται από τον Αμερικανό ειδικό για τη Συρία Τζόσουα Λάντις. Με βάση αυτήν τη λογική, υπάρχουν αναλογίες των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή με ό,τι έγινε παλαιότερα στην Ευρώπη, όταν μέσα από πολυεθνικές αυτοκρατορίες γεννήθηκαν μικρά αλλά εθνο-θρησκευτικά ομοιογενή κράτη. Εδώ μπορούμε φυσικά να κάνουμε τη σύγκριση και με τα «δικά μας», δηλαδή τη βόρεια πλευρά της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: Βαλκάνια, Μικρά Ασία, Κρήτη, Κύπρος. Σε αυτές τις περιοχές, η παλιά εθνο-θρησκευτική ποικιλία δεν κατάφερε να επιβιώσει από τις δραματικές αλλαγές του προηγούμενου αιώνα. Η πολυθρησκευτική Αλβανία ή κάποιοι θύλακες εντός των εθνών-κρατών (π.χ. Θράκη στην Ελλάδα, Δοβρουτσά στη Ρουμανία, Σαντζάκι σε Σερβία και Μαυροβούνιο) μοιάζουν να είναι απλά οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Είναι αλήθεια ότι και στις αραβικές χώρες υπήρξαν κάποιες (βίαιες ή μη) μετακινήσεις πληθυσμών τα τελευταία χρόνια, οι οποίες μοιάζουν να ενισχύουν την υπόθεση ότι κι εκεί τα πράγματα κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Παρ’ όλα αυτά, οι διάφορες συγκρούσεις στην περιοχή δεν οδήγησαν σε μόνιμες αλλαγές συνόρων, που να φέρνουν περισσότερη εθνο-θρησκευτική «καθαρότητα» – με μοναδική ίσως εξαίρεση τη διάσπαση του Σουδάν.

Η στιγμή αυτή φαινόταν ίσως να φτάνει πριν από μερικά χρόνια. Το «Ισλαμικό Κράτος» είχε επεκταθεί στη Συρία και στο Ιράκ, καταργώντας πρακτικά το σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες, και ενώνοντας τους Σουνίτες Άραβες που κατοικούσαν και στις δύο πλευρές του. Η περιοχή που ακόμα έλεγχε το καθεστώς Άσαντ κατοικούνταν σε υψηλό ποσοστό από Αλαουίτες και άλλες θρησκευτικές μειονότητες. Τα κουρδόφωνα τμήματα τόσο του βόρειου Ιράκ όσο και της βόρειας Συρίας ελέγχονταν από κουρδικές ένοπλες ομάδες. Όσο για την (κυριαρχούμενη από Σιίτες) κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ, ο έλεγχος της περιοριζόταν κυρίως στις νοτιο-κεντρικές περιοχές της χώρας, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι σιιτική.

Ο εδαφικός έλεγχος της Συρίας και του Ιράκ από τις διάφορες δυνάμεις τον Ιανουάριο 2015.
Πηγή εικόνας (τροποιημένη)

Σήμερα, αυτή η κατάσταση έχει αλλάξει για ακόμα μια φορά. Το συριο-ιρακινό σύνορο αποκαταστάθηκε στην αρχική μορφή του. Ο Άσαντ ελέγχει το μεγαλύτερο τμήμα της Συρίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών σχεδόν καθαρά σουνιτικών περιοχών. Η προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης του ιρακινού Κουρδιστάν φαίνεται προς το παρόν να έχει ναυαγήσει και αν υπήρχαν ελπίδες για ένα εντελώς ανεξάρτητο συριακό Κουρδιστάν, μάλλον δεν είναι ούτε αυτές πολλές τελευταία. Όσο για τους Άραβες Ιρακινούς, έχουν εξαντληθεί από τα πολλά χρόνια αιματηρών συγκρούσεων και μια (ίσως νέας μορφής) ιρακινή εθνική ιδέα και ταυτότητα μοιάζει να ανακάμπτει (βλέπε σχετική συνέντευξη). Επίσης, ο Λίβανος κατάφερε μετά από μεγάλη καθυστέρηση να πραγματοποιήσει τελικά βουλευτικές εκλογές και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας φαίνεται να μην απειλείται άμεσα. Με λίγα λόγια: οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και οι μετακινήσεις πληθυσμών δεν έχουν μεταφραστεί και σε σταθερά νέα σύνορα (με κάποιες εξαιρέσεις ίσως).

Εδαφικός έλεγχος της Συρίας και του Ιράκ τον Απρίλιο 2019.
Κόκκινο: Συριακή/Ιρακινή Κυβέρνηση
Κίτρινο: Κουρδικές Δυνάμεις
Πράσινο: Συριακή Αντιπολίτευση/Τουρκία
Μαύρο: Ισλαμικό Κράτος
https://isis.liveuamap.com/


Είναι τελικά αυτό που παρατηρούμε σήμερα μια εθνική ολοκλήρωση του «οθωμανικού Νότου», κατά τα πρότυπα του δικού μας «οθωμανικού Βορρά», με τη δημιουργία θρησκευτικά ομοιογενών κρατών; Αν ισχύει αυτό, τότε ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή του δρόμου. Η περιοχή απέχει πολύ από αυτήν την ομοιογένεια και για να φτάσει μέχρι εκεί θα έπρεπε να χυθεί πολύ αίμα ακόμα και να μετακινηθούν πολύ μεγαλύτεροι πληθυσμοί. Για το συμφέρον των λαών της περιοχής, όχι μόνο των αραβικών αλλά και το δικό μας ως γειτόνων, πρέπει να ελπίζουμε ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι. 

Οι προβλέψεις είναι γενικά δύσκολες για αυτή την περιοχή και λίγοι θα διακινδύνευαν να τις κάνουν. Μπορούμε όμως να συγκρατήσουμε ότι, ακόμα και με τη σημερινή κατάσταση, πολλά στοιχεία φαίνεται να δείχνουν ότι ένας απόλυτος διαχωρισμός είναι δύσκολος έως αδύνατος. Η συμβίωση ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες της Μέσης Ανατολής μπορεί να περνά μια από τις σκληρότερες δοκιμασίες στην Ιστορία της, αλλά δεν έχουμε φτάσει σε σημείο που μπορεί κάποιος εύκολα να την ξεγράψει.

 

Άρθρα-Βιβλία:

  • Nader Hashemi & Danny Postel (2017): Sectarianization: Mapping the
    New Politics of the Middle East, The Review of Faith & International Affairs, 15:3, 1-13, DOI: 10.1080/15570274.2017.1354462
  • Daniel Byman (2014): Sectarianism Afflicts the New Middle East, Survival, 56:1, 79-100, DOI: 10.1080/00396338.2014.882157
  • Michael Gasper (2016): Sectarianism, Minorities, and the Secular State in the Middle East- Review Article. Int. J. Middle East Stud. 48 (2016), 767–778 doi:10.1017/S002074381600091X
  • Hassan Mneimneh (2016): From Communitarianism to Sectarianism: The Trajectory of Factionalism in the Arab Middle East. The Muslim World 106(1):62-82, DOI: 10.1111/muwo.12134
  • Heather M. Robinson, Ben Connable, David E. Thaler, Ali G. Scotten (2018): Sectarianism in the Middle East – Implications for the United States. RAND Corporation.
  • Ingrid Løland (2019): Between Utopia and Dystopia: Sectarianization through Revolution and War in Syrian Refugee Narratives. Religions 2019, 10, 188; doi:10.3390/rel10030188.
  • Mark Farha (2016): Searching for Sectarianism in the Arab Spring: Colonial Conspiracy or Indigenous Instinct? The Muslim World 106(1):8-61. DOI: 10.1111/muwo.12137
  • Heiko Wimmen (2016): Syria’s Path from Civic Uprising to Civil War.
  • Fanar Haddad (2017): Anti Sunnism and anti-Shi’ism: minorities, majorities and the question of equivalence. Memo prepared for workshop organized by SWAR: Sectarianism in the Wake of the Arab Revolts, “Shi’a and Sunni Islamism(s) in a Sectarianized New Middle East.” Aarhus University, March 16th 2018.
  • Ussama Makdisi (2017): The Mythology of the Sectarian Middle East.
  • Ussama Makdisi (2017): Understanding Sectarianism in the Middle East. The Cairo Review of Global Affairs. 
  • Fabrice Balanche (2018): Sectarianism in Syria’s Civil War – A Geopolitical Study.
  •  Patrick Cockburn (2014): Η επιστροφή των τζιχαντιστών – Το ισλαμικό κράτος και η νέα εξέγερση των σουνιτών. Μεταίχμιο.
     

Συνεντεύξεις:

 

 

 

 

Θεματα εθνικα και μη

Κλασσικό

Εδώ και λίγο καιρό βρεθήκαμε, μάλλον αναπάντεχα, να συζητάμε πάλι για το Μακεδονικό. Ένα θέμα που έμοιαζε να έχει ξεχαστεί, ξαναζωντάνεψε ξαφνικά, αποδεικνύοντας ότι δεν έχασε την ικανότητά του να συγκινεί τα πλήθη. Αν το δούμε σε συνδυασμό με τις εξελίξεις του προηγούμενου χρόνου στο Κυπριακό και την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η μνημονιακή Ελλάδα μοιάζει μετά από πολλά χρόνια σχεδόν αποκλειστικής ενασχόλησης με την οικονομική κρίση να επιστρέφει έστω και λίγο στα παλιά και γνωστά «εθνικά θέματα».

Το θέμα του άρθρου δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο από αυτά, αλλά γενικά η ιδέα του όρου «εθνικά θέματα». Μακεδονικό, Κυπριακό, ελληνοτουρκικά: για κάποιο λόγο, αυτά τα θέματα θεωρείται ότι έχουν κάτι εθνικό μέσα τους, περισσότερο απ’ ό,τι π.χ. η οικονομική κρίση ή η εγκληματικότητα. Είτε μας ενδιαφέρουν είτε όχι, τον ορισμό τον αποδεχόμαστε περίπου άκριτα. Οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών είναι ίσως μια αφορμή για να το ξανασκεφτούμε λίγο.

Εθνικά θέματα και εθνικά εδάφη

Κάποιοι έχουν παρατηρήσει ότι στην Ελλάδα αποκαλούνται εθνικά τα θέματα που σε άλλες χώρες θεωρούνται απλά εξωτερικής πολιτικής. Ίσως όμως ούτε αυτό να είναι πολύ ακριβές. Η συμμετοχή της Ελλάδας ή της Κύπρου σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ ή οι σχέσεις με μακρινές χώρες όπως η Κίνα ή η Βραζιλία δεν θεωρούνται ακριβώς εθνικά θέματα, αν και είναι αναμφισβήτητα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Μια καλύτερη προσέγγιση του τρόπου που χρησιμοποιούμε τον όρο «εθνικά», είναι ίσως ότι αυτά αφορούν τον ανταγωνισμό του «δικού μας» έθνους με άλλα γειτονικά έθνη. Ο ανταγωνισμός αφορά κυρίως τον έλεγχο εδαφών – ή, στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών, τον έλεγχο και του νερού και του αέρα. Ακόμα και αν δεν τίθεται άμεσα θέμα αμφισβήτησης των συνόρων, για να χαρακτηριστεί ένα ζήτημα ως εθνικό πρέπει τουλάχιστον να υπάρχει μια τέτοια υπόνοια. Το Μακεδονικό π.χ. μπορεί επιφανειακά να είναι ζήτημα ονόματος και Ιστορίας, αλλά δύσκολα θα ξεσήκωνε τέτοια πάθη, αν αυτά δεν αφορούσαν την εθνική ταυτότητα ενός συγκεκριμένου εδάφους. Δεν είναι δηλαδή ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος ή το αστέρι της Βεργίνας το πρόβλημα, αλλά ότι μέσω αυτών οι Σλαβομακεδόνες αμφισβητούν την ελληνικότητα της Μακεδονίας ως γεωγραφικού χώρου.

Ενδιαφέρον έχει και το ότι η πώληση δημόσιων οργανισμών και υποδομών σε ξένες εταιρείες δεν θεωρείται εθνικό θέμα. Κι αυτό παρόλο που έτσι ξένες δυνάμεις αποκτούν έλεγχο σε ένα μέρος της εθνικής οικονομίας. Δεν διεκδικούν όμως την κυριαρχία επί εδάφους της Ελλάδας ή της Κύπρου, ούτε φαντάζεται κάποιος ότι θα μπορούσαν να την διεκδικήσουν: επομένως δεν υπάρχει (με βάση τη γενική αντίληψη) κάτι το εθνικό σ’ αυτό το γεγονός.

Από μια άποψη, αυτή η εμμονή στην κυριαρχία επί εδάφους είναι κατανοητή. Προφανώς στην εποχή που τα νεοσύστατα έθνη-κράτη ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο εδαφών, είχε πραγματική σημασία για τους κατοίκους σε ποιο από αυτά θα κατέληγαν. Θα έκρινε όχι μόνο τη διαφύλαξη της τιμής και της περιουσίας τους, αλλά ίσως και της ίδιας τους της ζωής. Αυτό το βλέπουμε από τη μοίρα όσων τους έλαχε να βρεθούν στη «λάθος» μεριά των συνόρων, σε εκείνη που δεν έλεγχε το δικό τους έθνος. Ανεξάρτητα από το αν κάποιου του αρέσει ή όχι η ιδέα των εθνών-κρατών, από τη στιγμή που υπάρχουν είναι λογικό να ελπίζει ότι το δικό του ελέγχει όσο περισσότερο έδαφος γίνεται, ώστε να εξασφαλίσει την επιβίωση περισσότερων ομοεθνών του.

Εθνικά θέματα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

H ευαισθησία για τα εθνικά εδάφη έχει επομένως μια λογική, το ερώτημα είναι όμως κατά πόσον αυτή έχει το ίδιο βάρος και σήμερα. Αν δούμε τα τελευταία 70 χρόνια, εκτός της κατάρρευσης της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της εισβολής στην Κύπρο, δεν υπήρχε καμία αλλαγή συνόρων στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Συγκρίνοντας τα με τα προηγούμενα 70 χρόνια, η διαφορά στη σταθερότητα είναι εντυπωσιακή.

Συνεχώς ακούμε να μιλούν για επικείμενες αλλαγές συνόρων, αυτές όμως τελικά δεν πραγματοποιούνται – προς το παρόν τουλάχιστον. Δεν πρέπει φυσικά να υποτιμούμε την πάντα υπαρκτή πιθανότητα αποσταθεροποίησης των συνόρων, αλλά ούτε και να την υπερτιμούμε. Και τουλάχιστον όσον αφορά το Μακεδονικό: η εισβολή στρατού της πΓΔΜ ή η δημιουργία σλαβομακεδονικού αντάρτικου στην ελληνική Μακεδονία δεν μπορούν να αποκλειστούν εντελώς, αλλά δύσκολα θα διαφωνούσε κάποιος ότι είναι από τις λιγότερο πιθανές εξελίξεις. Εξάλλου, στις περισσότερες περιπτώσεις σήμερα, τα κράτη επεμβαίνουν σε άλλα με διαφορετικές μεθόδους παρά με την άμεση προσάρτηση εδαφών.

Αντίθετα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, υπάρχουν άλλες πιο άμεσες απειλές για την επιβίωση των εθνών, μάλλον άσχετες με τα γειτονικά έθνη. Η διαφύλαξη των εθνικών γλωσσών είναι για παράδειγμα ιδιαίτερα κρίσιμη για τις εθνικές ταυτότητες και καθόλου αυτονόητη στην εποχή μας. Κάτι παρόμοιο ισχύει γενικά για όλα τα στοιχεία ενός εθνικού πολιτισμού.

Επίσης, ο οικονομικός ρόλος ενός έθνους στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας είναι ένα ζήτημα με το οποίο αναγκαστικά κάποιος πρέπει να ασχοληθεί – αν μη τι άλλο, γιατί έχει συνέπειες και στον τρόπο με τον οποίο θα οργανωθεί η εθνική παιδεία. Για παράδειγμα: η αυξανόμενη σύνδεση του Ελληνισμού (συμπεριλαμβανομένων των Ελληνοκυπρίων) με δραστηριότητες στον τομέα του τουρισμού είναι κάτι επιθυμητό και τι σημαίνει αυτό για τον εθνικό πολιτισμό;

Ένα ακόμα ζήτημα με εθνικές διαστάσεις είναι αυτό της θέσης της θρησκείας: ποια θα είναι η μελλοντική σχέση της με ένα έθνος όπως το νεοελληνικό, το οποίο πορεύθηκε τους προηγούμενους δυο-τρεις αιώνες μέσα από την ταύτισή του με ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα; Ποια θα είναι η αντίδραση ή/και προσαρμογή στις τάσεις της κοινωνίας να γίνεται πιο κοσμική, ή ακόμα και να στρέφεται προς άλλα θρησκευτικά δόγματα; Ποιοι θα είναι οι όροι της συμβίωσης με (κυρίως μεταναστευτικές) κοινότητες διαφορετικού θρησκευτικού προσανατολισμού, μπορούν αυτές να ενσωματωθούν στο έθνος και είναι αυτό αναγκαίο ή επιθυμητό;

Αξίζει τελικά να αναρωτηθεί κάποιος: τι σημαίνει «εθνική κυριαρχία επί εδάφους» όταν οι κανόνες με τους οποίους ζούμε καθορίζονται από δυνάμεις πολύ πιο δυνατές από τα έθνη-κράτη; Πόση σημασία έχει αν το τάδε νησί ή περιοχή βρίσκεται υπό ελληνική ή άλλη διοίκηση, όταν οι αποφάσεις για το πως θα οργανωθεί η κοινωνία και η οικονομία του/της παίρνονται από κέντρα εκτός Ελλάδας;


Συνοπτικά, ένας μάλλον πιο λογικός ορισμός για τα εθνικά θέματα θα ήταν ότι αυτά είναι τα σχετικά με τον εθνικό χαρακτήρα, την επιβίωση της εθνικής ταυτότητας και τη σύνδεση με άλλους παράγοντες όπως το κράτος ή η θρησκεία. Ο έλεγχος συγκεκριμένων εδαφών (και ότι συνδέεται μαζί τους, όπως ιστορικά στοιχεία) μπορεί από εθνική άποψη να είναι σήμερα δευτερεύον θέμα – ακόμα και αν υποθέσουμε ότι σε άλλες εποχές ήταν το σημαντικότερο.

Ακούμε κατά καιρούς προφητείες για το τέλος των εθνών και των εθνικών ταυτοτήτων. Μέχρι στιγμής, αυτές φαίνονται ότι συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο, παρά την εντεινόμενη παγκοσμιοποίηση (ίσως και εξ’ αιτίας αυτής). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν κινδυνεύουν και δεν χρειάζεται να αλλάξει ο προσανατολισμός τους. Αν αποφασίσουμε ότι θέλουμε να διατηρηθεί μια ελληνική εθνική ταυτότητα, πρέπει να διακρίνουμε σωστά τι αποτελεί εθνικό θέμα και τι προτεραιότητα έχει το καθένα.

 

 

Υποταγη ή προσαρμογη

Κλασσικό

Αφορμή για να γραφτεί αυτό το άρθρο ήταν το βιβλίο του Μισέλ Ουελμπέκ «Υποταγή». Ο τίτλος μάλλον δεν είναι τυχαίος: σε «υποταγή» μπορεί να μεταφραστεί και η λέξη «Ισλάμ», κάτι που χρησιμοποιείται φυσικά και για ισλαμοφοβική προπαγάνδα.

Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται στη Γαλλία του 2022, χρονιά προεδρικών εκλογών. Οι δύο σημαντικότερες πολιτικές παρατάξεις είναι πλέον η γαλλική Ακροδεξιά και οι ισλαμιστές, ενώ τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα έχουν μπει στο περιθώριο. Στους δρόμους επικρατεί μια κατάσταση σχεδόν εμφυλιοπολεμική, ανάμεσα στους ακραίους των δύο πλευρών. Ο υποψήφιος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας κερδίζει τελικά τις εκλογές και η Γαλλία αποκτά έτσι έναν (μετριοπαθή) ισλαμιστή πρόεδρο.

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος, ένα βιβλίο με τέτοιο θέμα δεν είναι προορισμένο να αντιμετωπιστεί απλά ως λογοτεχνικό έργο. Ο συγγραφέας γνωρίζει προφανώς τι είδους συζητήσεις θα προκαλούσε, σε μια ατμόσφαιρα όπως τη σημερινή. Και είτε το θέλουμε είτε όχι, τέτοιες συζητήσεις μας αφορούν και μας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ταυτότητα μέσα στην πολιτική παρακμή

Ένα από τα πρώτα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση διαβάζοντας το βιβλίο, είναι οι αναφορές στο ταυτοτικό κίνημα, για την ύπαρξη του οποίου δεν είχα ιδέα. Πρόκειται για ένα δίκτυο οργανώσεων σε διάφορες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το οποίο θα μπορούσε κάποιος να κατατάξει στην Ακροδεξιά ή τη λεγόμενη «λαϊκιστική Δεξιά». Τουλάχιστον επίσημα όμως, αυτές οι οργανώσεις απορρίπτουν τον εθνικισμό και τον ρατσισμό. Ζητούν μόνο να γίνεται σε όλο τον κόσμο σεβαστή η κυριαρχία της κάθε εθνότητας και πολιτισμού στην ιστορική του περιοχή. Σε αντίθεση δηλαδή με την επιθετική ευρωπαϊκή αποικιοκρατική νοοτροπία, η στάση τους είναι αμυντική: για τους ταυτοτικούς, η Ευρώπη είναι το θύμα της επίθεσης, είναι αυτή που κινδυνεύει από την ισλαμοποίηση και την αμερικανοποίηση.

Εικόνα από διαδήλωση του Ταυτοτικού Κινήματος Αυστρίας. http://www.breitbart.com/london/2016/08/13/german-intelligence-confirms-observation-identitarian-movement/

Εικόνα από διαδήλωση του Ταυτοτικού Κινήματος Αυστρίας.
Πηγή εικόνας

Στην ουσία, δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά των ταυτοτικών με ξενοφοβικά-ισλαμοφοβικά κινήματα όπως η PEGIDA, και εξάλλου φαίνεται ότι συνδέονται με τέτοια. Έχει όμως ενδιαφέρον η επιλογή του ονόματος «ταυτοτικοί». Μπορούμε να το δούμε ως μέρος μιας παγκόσμιας τάσης επικέντρωσης στην πολιτισμική ταυτότητα, ως αντίδραση στην ομογενοποίηση που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση.

Επιστρέφοντας στο κύριο θέμα του βιβλίου: γνωρίζουμε ότι σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης υπάρχει πλέον ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που είναι Μουσουλμάνοι – όχι κατ’ ανάγκη θρήσκοι, αλλά τουλάχιστον προέρχονται από μια μουσουλμανική παράδοση. Το ποσοστό λογικά θα αυξηθεί στο μέλλον, τόσο μέσω νέας μετανάστευσης όσο και λόγω σχετικά ψηλότερης γεννητικότητας (έστω κι αν η διαφορά αυτή είναι μικρότερη απ’ ό,τι πολλοί φαντάζονται). Οι φόβοι των ταυτοτικών γι’ αυτό σίγουρα δεν είναι εντελώς αβάσιμοι. Το σίγουρο είναι ότι αυτές οι χώρες δεν θα μπορούν πλέον να θεωρούνται μονοθρησκευτικές, όπως λίγο-πολύ ήταν μέχρι τώρα.

Υπό άλλες συνθήκες, αυτό μπορεί να μην ήταν κάτι τόσο σημαντικό. Σήμερα όμως, η πολιτική ζωή βρίσκεται σε μια κατάσταση γενικής παρακμής. Οι διαφορές ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα, τόσο στην πολιτική που ασκούν όσο και στις κοινωνικές τάξεις που εκπροσωπούν, μοιάζουν ελάχιστες, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχουν και άλλες ριζοσπαστικές ιδεολογίες που να προσφέρουν ένα πειστικό εναλλακτικό όραμα. Η αίσθηση που έχουν οι λαοί είναι ότι η πολιτική είναι έτσι κι αλλιώς προκαθορισμένη από τα πάνω, και ότι η αντιπαράθεση Δεξιάς-Αριστεράς είναι ανούσιο απομεινάρι άλλων εποχών.

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι επόμενο τα θέματα πολιτισμικής ταυτότητας να κερδίζουν σημασία, ακόμα και να γίνονται το κύριο μέσο πολιτικοποίησης. Στο βιβλίο του Ουελμπέκ οι ισλαμιστές μαζί με τους πιστούς καθολικούς παρουσιάζονται ως οι μόνοι που έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν, που έχουν ένα όραμα για τη Γαλλία του μέλλοντος – σε αντίθεση με τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένης και της Αριστεράς), για τις οποίες ο πρωταγωνιστής του βιβλίου και ο κόσμος γενικά αδιαφορεί. Αυτή ακριβώς η πολιτική παρακμή είναι κατά την άποψή μου το κύριο θέμα: αυτή είναι που δίνει την ευκαιρία ανάδειξης σε πολιτικές δυνάμεις που βασίζονται στη θρησκευτική παράδοση, είτε αυτή είναι η ισλαμική είτε η καθολική.

Ισλαμιστική Ευρώπη: μια εικόνα από το μέλλον;

Το ερώτημα σχετικά με την «Υποταγή» είναι, αν πέρα από τη λογοτεχνική της αξία, μπορούμε να το πάρουμε σοβαρά και ως προφητικό έργο. Ο Ουελμπέκ έχει εισπράξει αρκετά ειρωνικά σχόλια, είναι όμως τελικά η εξέλιξη αυτή στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης τόσο απίθανη;

Το εξώφυλλο της Charlie Hebdo σχετικά με το βιβλίο:

Το εξώφυλλο της Charlie Hebdo: «Οι προβλέψεις του Μάγου Ουελμπέκ».
Πηγή εικόνας

Σίγουρα υπάρχουν πολλά στοιχεία που είναι εμφανώς υπερβολικά, και δεν πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη. Η εκδίωξη των Εβραίων, η έξοδος των γυναικών από την αγορά εργασίας, η μείωση του υποχρεωτικού χρόνου σχολικής εκπαίδευσης, η εισαγωγή της πολυγαμίας είναι τέτοια παραδείγματα. Τέτοιες αλλαγές δεν γίνονται δεκτές ούτε καν σε (κοσμικές) χώρες με σχεδόν 100% μουσουλμανικό πληθυσμό, όταν αυτές αποκτούν ισλαμιστικές κυβερνήσεις, όπως η Τουρκία ή η Τυνησία.

Κατά τ’ άλλα όμως, το ενδεχόμενο να εμφανιστούν πολιτικές δυνάμεις στην βάση μιας μουσουλμανικής ταυτότητας, είτε αυτές αυτοπροσδιορίζονται ως ισλαμικές είτε όχι, δεν είναι καθόλου απίθανο. Και δεν μιλάμε φυσικά μόνο για περιθωριακές σαλαφιστικές ή άλλες εξτρεμιστικές ομάδες.

Αν και κάτι τέτοιο βρίσκεται σήμερα ακόμα σε πρωτόγονο στάδιο, δεν είναι ανύπαρκτο. Δεν αναφέρομαι μόνο στα διάφορα μικρά κόμματα, που αυτοπαρουσιάζονται καθαρά ως μουσουλμανικά (όχι κατ’ ανάγκη ως ισλαμιστικά), όπως π.χ. η UDMF, η Ένωση Γάλλων Μουσουλμάνων Δημοκρατών – η οποία παρεμπιπτόντως ιδρύθηκε πέρσι, την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ουελμπέκ.

Υπάρχουν και άλλες οργανώσεις, με μεγαλύτερο ίσως ενδιαφέρον. Στη Γαλλία, υπάρχει π.χ. το Κόμμα των Ιθαγενών της Δημοκρατίας (PIR). Ο ακτιβισμός και η αντι-αποικιακή, αντι-ιμπεριαλιστική και αντι-καπιταλιστική ρητορική του θυμίζουν μάλλον Άκρα Αριστερά (με την οποία φαίνεται να υπάρχει μια περίεργη σχέση ανταγωνισμού και δυνητικής συνεργασίας), απορρίπτει όμως τον κλασικό διαχωρισμό Δεξιάς-Αριστεράς ως «πολιτική των λευκών». Στη Γερμανία πολύ πρόσφατα ιδρύθηκε η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών (ADD). Αντίθετα από το PIR, οι θέσεις τις σε οικονομικά/κοινωνικά ζητήματα κλίνουν μάλλον προς έναν συντηρητικό νεοφιλελευθερισμό. Από πολλούς θεωρείται μια προσπάθεια του Ερντογάν να χρησιμοποιήσει την εκεί τουρκική ή μουσουλμανική κοινότητα για να αποκτήσει πολιτική επιρροή στη Γερμανία. Ανάλογες εικασίες υπήρξαν και για το κόμμα DENK στην Ολλανδία, το οποίο ιδρύθηκε από δύο βουλευτές τουρκικής καταγωγής που αποχώρησαν από το Εργατικό Κόμμα, και στο οποίο πολλοί δίνουν πιθανότητες να μπει στην επόμενη ολλανδική Βουλή.

Παρά την διαφορετική εικόνα και χαρακτήρα αυτών των παραδειγμάτων, το κοινό τους είναι πως ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα των μεταναστευτικής καταγωγής κατοίκων, διαχωρίζοντας τους από τους υπόλοιπους. Αν και αποφεύγουν μια ξεκάθαρη σύνδεση με το Ισλάμ, διαβάζοντας τα κείμενα τους καταλαβαίνει κάποιος ότι έχουν υπόψη πως η πλειοψηφία αυτών που θέλουν να εκφράσουν είναι Μουσουλμάνοι.

Η Χουρία Μπουτέλντζα, μια από τις ηγετικές προσωπικότητες του Κινήματος Ιθαγενών της Δημοκρατίας. http://mondoweiss.net/2015/01/charlie-wretched-desecration/

Η Χουρία Μπουτέλντζα, Γαλλίδα αλγερινής καταγωγής, εκπρόσωπος του Κόμματος Ιθαγενών της Δημοκρατίας, δίπλα σε μια παλαιστινιακή σημαία (ο αντισιωνισμός είναι μια βασική ιδεολογική αναφορά του κινήματος).
Πηγή εικόνας

Η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών. https://remziaru.com/aktivitaet/

Η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών.
Πηγή εικόνας

Μπορεί σήμερα τέτοιες δυνάμεις να μοιάζουν ασήμαντες, όσο όμως θα συνεχίζεται η πολιτική παρακμή, τόσο θα αναζητεί ο κόσμος εναλλακτικούς τρόπους να εκφράσει τα συμφέροντά του. Το βασικό ερώτημα δηλαδή δεν είναι αν θα δυναμώσουν οι ισλαμιστές, αλλά αν θα ενισχυθεί η πολιτική στη βάση πολιτισμικής ταυτότητας, σε βάρος της πολιτικής σε ταξική-ιδεολογική βάση.

Φαίνεται ότι (και) στην Ευρώπη η κυρίαρχη τάση είναι ακριβώς αυτή. Τα ξενοφοβικά/ισλαμοφοβικά κόμματα ή οργανώσεις μοιάζουν να έχουν δυναμική μεγαλύτερη όχι μόνο από τις καθιερωμένες πολιτικές δυνάμεις, αλλά και από τη «ριζοσπαστική» Αριστερά. Τέτοιες οργανώσεις τονίζουν (εδώ ταιριάζει και το παράδειγμα των ταυτοτικών) την υπεράσπιση μιας ντόπιας ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας – το αν την ορίζουν ως χριστιανική ή ως κοσμική/άθρησκη είναι δευτερεύον θέμα. Ακόμα όμως και στο άλλο άκρο, σε κόμματα όπως π.χ. οι Πράσινοι στη Γερμανία, που υπερασπίζονται την πολυπολιτισμικότητα, παρατηρούμε συχνά να κάνουν τελικά πολιτική στη βάση ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, παρά των ταξικών-ιδεολογικών διαφορών (αν θυμάμαι καλά, ήταν η Ρενάτε Κούναστ που είχε πει ότι οι Πράσινοι είναι το κόμμα των LOHAS).

Με άλλα λόγια: όσο εξαπλώνονται ισλαμοφοβικές δυνάμεις ή γενικά δυνάμεις που προάγουν την πολιτικοποίηση στη βάση πολιτισμικών διαχωρισμών, τόσο προετοιμάζεται το έδαφος και για την εξάπλωση «μουσουλμανικών» κινημάτων. Στην ουσία πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η διαφορά στο μέλλον όμως θα είναι ότι θα μεγαλώσει η δεξαμενή, από την οποία τα «μουσουλμανικά» κινήματα θα μπορούν να αντλούν υποστήριξη. Οι φόβοι περί εισαγωγής της σαρία κ.λπ. μπορεί να είναι αστείοι, αλλά το ότι τέτοια κινήματα θα παίξουν ρόλο στα πολιτικά πράγματα, δεν είναι τρελό σενάριο (με ποιες συμμαχίες, είναι φυσικά ένα άλλο ερώτημα, μάλλον αδύνατο να απαντηθεί σήμερα).


Πώς μας αφορούν τώρα εμάς όλα αυτά, σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος; Και αυτές έχουν γίνει χώρες υποδοχής της μετανάστευσης και φυσιολογικά ένα μεγάλο της μέρος είναι μουσουλμανική. Τέτοια θέματα όπως αυτά που τίθονται στη Δυτική Ευρώπη θα αργήσουν μεν να μας απασχολήσουν σοβαρά: θα περάσει ακόμα τουλάχιστον μια γενιά, μέχρι να έχουμε μεγάλου μεγέθους μεταναστευτικής καταγωγής κοινότητες, γεννημένες και μεγαλωμένες εδώ. Κάποια στιγμή θα γίνει κι αυτό: άσχετα αν το θέλουν οι Έλληνες ή οι ίδιοι οι μετανάστες, ο ρόλος που προβλέπεται για τη χώρα από τους «μεγάλους» της Ευρώπης είναι να απορροφήσει ένα σημαντικό μέρος της νέας μετανάστευσης.

Η διαφορά είναι ότι εμείς προερχόμαστε από μια ιστορική παράδοση διαφορετική απ’ αυτήν της Δυτικής Ευρώπης: για μας, η πολυθρησκευτικότητα ή η πολυεθνικότητα δεν είναι κάτι πραγματικό νέο, αλλά κάτι που ήταν κανόνας μέχρι ένα πολύ πρόσφατο παρελθόν. Μπορεί να το ξεχάσαμε πολύ γρήγορα, να όμως που η εξέλιξη της Ιστορίας μας αναγκάζει να το ξαναθυμηθούμε. Θα ήταν καλό να αντλήσουμε και από τις δικές μας εμπειρίες του παρελθόντος, αλλά και από τις πρόσφατες της Δυτικής Ευρώπης, ώστε να αποφύγουμε τα λάθη που έγιναν εκεί – και που μπορούν να οδηγήσουν σε καταστάσεις όπως αυτές που περιγράφει ο Ουελμπέκ.


Πηγές/χρήσιμοι σύνδεσμοι:

Γιουγκοσλαβικο Ισλαμ: θρησκεια και εθνος

Κλασσικό

Ονόματα όπως Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς ή Εμίρ Κουστουρίτσα μας είναι οικεία. Η ιδιαιτερότητά τους είναι ότι συνδυάζουν δύο διαφορετικές πολιτιστικές παραδόσεις: τη σλαβική, συνδεδεμένη με την Ανατολική Ευρώπη, και την ισλαμική, που κυριάρχησε στο χώρο της Νότιας Μεσογείου. Τα Βαλκάνια ήταν η περιοχή που αυτές οι δύο παραδόσεις συναντήθηκαν και αναμίχθηκαν, αφήνοντας μας κληρονομιά μεταξύ άλλων και τέτοια ονόματα. Και η Γιουγκοσλαβία ήταν η χώρα που με τα 2 εκατομμύρια Σλάβων Μουσουλμάνων συνδέθηκε περισσότερο με αυτήν την ιδιαίτερη ταυτότητα.

Τί σημαίνει όμως «Μουσουλμάνος», είναι μια ταυτότητα εθνοτική/εθνική ή απλά θρησκευτική; Μοιράζονται όλοι οι Σλάβοι Μουσουλμάνοι στις πρώην γιουγκοσλαβικές χώρες την ίδια εθνοτική ταυτότητα; Δύσκολα μπορεί κάποιος να βρει ξεκάθαρες απαντήσεις.

Από τους Οθωμανούς στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία

Για αιώνες ολόκληρη σχεδόν η βαλκανική χερσόνησος ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην οποία η εθνοτική-γλωσσική ταυτότητα δεν μετρούσε και πολύ. Η μόνη ταυτότητα που είχε επίσημο στάτους ήταν η θρησκευτική, και μόνο με βάση αυτή διαχώριζαν τους υπηκόους τους οι Οθωμανοί. Έτσι είχε ουσιαστικά και εθνοτικό χαρακτήρα, και δεν είναι τυχαίο που μια τουρκική λέξη για το έθνος σήμερα είναι και «μιλλιέτ»: τα μιλλέτια ήταν οι επίσημα αναγνωρισμένες θρησκευτικές ομάδες, στις οποίες διαχωριζόταν ο πληθυσμός της Αυτοκρατορίας.

Αυτή η οθωμανική παράδοση επηρέασε βαθιά και τον τρόπο που οι βαλκανικοί λαοί αντιλαμβάνονταν την εθνική ταυτότητα, ακόμα και μετά την ανεξαρτησία τους. Το «Τούρκος» ήταν για τους Χριστιανούς περίπου συνώνυμο του Μουσουλμάνου: εξ’ ου και στα δικά μας οι όροι «Τουρκαλβανοί» ή «Τουρκοκρητικοί», για λαούς χωρίς γλωσσική σχέση με τους Τούρκους.

Στην ελληνική περίπτωση, η μοίρα των ελληνόφωνων Μουσουλμάνων ήταν ξεκάθαρη: θεωρήθηκαν Τούρκοι και είτε σκοτώθηκαν είτε διέφυγαν στην Τουρκία, ενώ και οι τελευταίοι εναπομείναντες εκδιώχθηκαν με την ανταλλαγή πληθυσμών. Στη σλαβική περίπτωση δεν έγινε όμως ακριβώς έτσι. Οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι έκαναν μεν, όπως και οι Έλληνες, τη χριστιανική θρησκεία κεντρική στην εθνική ταυτότητά τους. Οι σλαβόφωνοι Μουσουλμάνοι αρχικά αντιμετωπίστηκαν και αυτοί ως Τούρκοι και γνώρισαν τις ανάλογες πιέσεις, με συνέπεια ένα μεγάλο ποσοστό τους να βρεθεί στην Τουρκία, όπου ζουν σήμερα οι απόγονοί τους. Δεν έγινε όμως επίσημη ανταλλαγή όπως στην Ελλάδα, και ένας μεγάλος αριθμός παρέμεινε ακόμα και μετά τον Α’ Παγκόσμιο.

Στον 20ό αιώνα εν τω μεταξύ άρχισαν να εκσυγχρονίζονται και οι αντιλήψεις περί έθνους με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα, όπου η γλώσσα ήταν το κεντρικό στοιχείο. Τόσο ο σέρβικος όσο και ο κροατικός εθνικισμός προσπάθησαν άρα να διεκδικήσουν τους ομόγλωσσους Μουσουλμάνους ως «δικούς τους». Κάποιοι έφτασαν μάλιστα στο σημείο να τους θεωρούν ως τους «καθαρότερους» Σέρβους ή Κροάτες αντίστοιχα.

Αυτό που δεν σκέφτηκαν, ήταν να τους θεωρήσουν ως ένα ξεχωριστό σλαβικό έθνος: ούτε Τούρκους, ούτε Κροάτες, ούτε Σέρβους. Το νέο κράτος που ιδρύθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο ονομάστηκε «Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων» (στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Γιουγκοσλαβία): άλλες εθνότητες υποτίθεται ότι δεν υπήρχαν.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο, το κράτος μετατράπηκε στη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, υπό την ηγεσία του Τίτο. Η νέα σοσιαλιστική ιδεολογία άφησε και περισσότερο χώρο στην ιδέα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Για πρώτη μάλλον φορά, οι απόψεις των ίδιων των Γιουγκοσλάβων Μουσουλμάνων σχετικά με την εθνική τους ταυτότητα λήφθηκαν σοβαρά υπόψη. Αποτέλεσμα ήταν να αναγνωριστούν στη δεκαετία του ’60 οι «Μουσουλμάνοι» ως ξεχωριστή σλαβική εθνότητα (όχι απλά θρησκευτική ομάδα) – μια απ’ αυτές που συνιστούσαν το γιουγκοσλαβικό κράτος, που βασιζόταν στην αρχή «αδελφοσύνη και ενότητα».

Επί διακυβέρνησης του Γιόζιπ Μπροζ Τίτο αναγνωρίστηκαν οι Μουσουλμάνοι ως ξεχωριστή εθνότητα. Οι Βοσνιακοί του έχουν μάλλον και σήμερα μεγαλύτερη εκτίμηση παρά οι Σέρβοι και οι Κροάτες: ένας κεντρικός δρόμος στο Σαράγεβο ακόμα ονομάζεται "Στρατάρχη Τίτο". http://www.cbv.ns.ca/dictator/Tito.html

Επί διακυβέρνησης του Γιόζιπ Μπροζ Τίτο αναγνωρίστηκαν οι Μουσουλμάνοι ως ξεχωριστή εθνότητα. Οι Βοσνιακοί του έχουν μάλλον και σήμερα μεγαλύτερη εκτίμηση παρά οι Σέρβοι και οι Κροάτες: ένας κεντρικός δρόμος στο Σαράγεβο ακόμα ονομάζεται «Στρατάρχη Τίτο».
Πηγή εικόνας

Σε αντίθεση με τους Σέρβους, τους Κροάτες, τους Σλοβένους και τους Σλαβομακεδόνες, οι Μουσουλμάνοι δεν αποτελούσαν καθαρή πλειοψηφία σε μια μεγάλη ενιαία έκταση, ικανή να αποτελέσει ξεχωριστό έθνος-κράτος. Καθυστέρησαν να αναπτύξουν έναν επιθετικό εθνικισμό και έμειναν σχετικά πιο πιστοί στην ιδέα της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας απ΄ ότι οι άλλοι. Οι δραματικές εξελίξεις όμως στο τέλος του αιώνα, η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, οι πόλεμοι και οι εθνοκαθάρσεις, τους έβαλαν και αυτούς μπροστά από δύσκολες επιλογές. Με τα λόγια ενός κάτοικου του Σαράγεβο:

«Πρώτα, ήμουν Γιουγκοσλάβος. Μετά ήμουν Βόσνιος. Τώρα, γίνομαι Μουσουλμάνος. Ούτε καν πιστεύω στο Θεό. Αλλά μετά από διακόσιες χιλιάδες νεκρούς, τί περιμένεις να κάνω; Ο καθένας πρέπει να έχει μια χώρα στην οποία μπορεί να ανήκει.»

Βοσνιακότητα εναντίον μουσουλμανικότητας

Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη ήταν το μόνο από τα ομοσπονδιακά κρατίδια της Γιουγκοσλαβίας, στο οποίο οι Μουσουλμάνοι αποτελούσαν τη σχετική έστω πλειοψηφία (44% το 1991). Στο κρίσιμο διάστημα 1878-1918 είχε βρεθεί υπό τη διοίκηση της Αυστροουγγαρίας των Αψβούργων, οι οποίοι προσπάθησαν να καλλιεργήσουν μια ιδιαίτερη βοσνιακή εθνική ταυτότητα, για να αμυνθούν ενάντια στις σερβικές διεκδικήσεις στη Βοσνία. Η ιδέα της «βοσνιακότητας» βρήκε απήχηση μάλλον κυρίως σε Βόσνιους μουσουλμανικής καταγωγής, που υποστήριζαν την εκκοσμίκευση και τον προσανατολισμό προς το σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό – όπως ο Μεχμέτ Μπέης Καπετάνοβιτς Λιούμπουσακ, που εξέδιδε και την εφημερίδα «Βοσνιακός».

Ο χάρτης των Βαλκανίων όπως σχηματίστηκε μετά τη συνθήκη του Βερολίνου το 1878. Πηγή: Robert J. Donia, John Van Antwerp Fine, John V. A. Fine Jr.(1994): Bosnia and Hercegovina: A Tradition Betrayed.

Ο χάρτης των Βαλκανίων όπως σχηματίστηκε μετά τη συνθήκη του Βερολίνου το 1878. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη τέθηκε υπό αυστροουγγρική διοίκηση, ενώ μια περιοχή ανάμεσα στη Σερβία και το Μαυροβούνιο παρέμεινε οθωμανική: το σημερινό Σαντζάκι.
Πηγή: Robert J. Donia, John Van Antwerp Fine, John V. A. Fine Jr.(1994): Bosnia and Hercegovina: A Tradition Betrayed.

Ήταν άρα επόμενο που η μουσουλμανική-σλαβική ταυτότητα συνδέθηκε με τη βοσνιακή. Όταν στη Γιουγκοσλαβία του ’60 αναγνωρίστηκε η «μουσουλμανική» εθνότητα, πολλοί Βόσνιοι Μουσουλμάνοι δεν ήταν απόλυτα ευχαριστημένοι. Πράγματι, ο όρος «Μουσουλμάνοι» είναι κάπως παράδοξος, όταν πολλοί απ’ αυτούς δεν ήταν θρήσκοι, μπορεί μάλιστα να ήταν και άθεοι κομμουνιστές. Όταν οι υπόλοιπες γιουγκοσλαβικές εθνότητες είχαν μια καθαρά εθνική ταυτότητα και γεωγραφική αναφορά, οι «Μουσουλμάνοι» έπρεπε να αρκεστούν σ’ ένα τίτλο που παρέπεμπε περισσότερο σε θρησκευτική ομάδα. Για να ξεχωρίσουν ανάμεσα στα δύο, έγραφαν Μουσουλμάνοι με κεφαλαίο Μ, όταν αναφέρονταν στην εθνότητα, και με μικρό μ, όταν επρόκειτο για τη θρησκεία – μια μάλλον όχι ιδιαίτερα ικανοποιητική λύση.

Από τότε τα χρόνια πέρασαν και πολλά πράγματα άλλαξαν. Η Γιουγκοσλαβία κατέρρευσε και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη έγινε ανεξάρτητο ομοσπονδιακό κράτος. Η ιδέα της ενιαίας γιουγκοσλαβικής ταυτότητας υποχώρησε και οι Βόσνιοι μουσουλμανικής καταγωγής βρέθηκαν πλέον αναγκασμένοι να ξεκαθαρίσουν το θέμα της εθνικής τους ταυτότητας.

Χάρτης των σημερινών συνιστωσών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (Πηγή: http://commons.wikimedia.org)

Χάρτης της σημερινών συνιστωσών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (Πηγή: http://commons.wikimedia.org)

Από το 1993, επικράτησε τελικά το όνομα Βοσνιακοί αντί Μουσουλμάνοι ως επίσημο εθνικό. Σημασία έχει η χρήση του όρου «Βοσνιακός» (Bosnjak) και σε αντίθεση με το «Βόσνιος» (Bosanac): ενώ ο πρώτος περιγράφει συγκεκριμένα την εθνοτική ομάδα με μουσουλμανικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά (χωρίς κατ’ ανάγκη να είναι όλα τα μέλη της θρήσκοι Μουσουλμάνοι), ο δεύτερος είναι καθαρά γεωγραφικός. Αναφέρεται σε όλους τους κάτοικους της Βοσνίας, δηλαδή και τους Κροάτες και τους Σερβοβόσνιους.

Παρά τον ιδιαίτερο ρόλο που παίζει το Ισλάμ στο βοσνιακό εθνικισμό ως στοιχείο που τους διαφοροποιεί από Σέρβους και Κροάτες, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι ο αυτός είναι μία κατά βάση κοσμική ιδεολογία. Και η βοσνιακή κοινωνία παραμένει γενικά κοσμική και όχι ιδιαίτερα θρήσκα, παρά την όποια θρησκευτική αναγέννηση των τελευταίων δεκαετιών.

Ονομάζοντας τους εαυτούς τους «Βοσνιακούς», οι Μουσουλμάνοι ελπίζουν ότι πέτυχαν αυτό που ήδη είχαν καταφέρει οι Σέρβοι και οι Κροάτες: να θεωρηθούν πραγματικό ξεχωριστό έθνος, ακόμα και ανεξάρτητα από την θρησκεία. Και όπως οι Κροάτες, οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι, ανακήρυξαν και αυτοί τη διάλεκτο τους ως ξεχωριστή γλώσσα (βοσνιακά) – αν και πρακτικά μάλλον λίγες διαφορές έχει από τα πρώην ενιαία σερβοκροατικά.

Ως συνήθως όμως στην περιοχή μας, τέτοια προβλήματα ταυτότητας δεν λύνονται έτσι εύκολα. Σλαβόφωνοι Μουσουλμάνοι υπάρχουν και εκτός Βοσνίας: ανήκουν και αυτοί στη βοσνιακή εθνότητα;

Χάρτης των εθνοτήτων με βάση την απογραφή του 1981. Οι περιοχές με σλαβική-μουσουλμανική πλειοψηφία απεικονίζονται με πράσινο (Πηγή: http://www.historyplace.com)

Χάρτης των εθνοτήτων με βάση την απογραφή του 1981. Οι περιοχές με σλαβική-μουσουλμανική πλειοψηφία απεικονίζονται με πράσινο (Πηγή: http://www.historyplace.com)

Ένα σαντζάκι στον 21ο αιώνα

«Σαντζάκι» ήταν ο τίτλος οθωμανικής διοικητικής υποδιαίρεσης. Με το τέλος της Αυτοκρατορίας, εξαφανίστηκαν και τα πολλά σαντζάκια που τη συναποτελούσαν. Εκτός από ένα: το σαντζάκι του Νόβι Παζάρ, η σημερινή συνοριακή περιοχή Σερβίας- Μαυροβουνίου. Εκεί το όνομα διατηρήθηκε – σε συντομία αποκαλείται σήμερα απλά Σαντζάκι και οι κάτοικοι του Σαντζακλήδες (Sandžaklije).

Αυτή δεν είναι η μόνη ιδιαιτερότητα της περιοχής. Είναι επίσης το μοναδικό τμήμα της Σερβίας που ο πληθυσμός είναι κατά πλειοψηφία μουσουλμανικός (το μαυροβουνιακό τμήμα του Σαντζακίου έχει μικρή χριστιανική πλειοψηφία). Πολλοί Βοσνιακοί θεωρούν τους Σαντζακλήδες ως μέρος του έθνους τους, και οι υπερεθνικιστές ελπίζουν μάλιστα σε μια ένωση των δύο περιοχών, Βοσνίας και Σαντζακίου. Όπως και να έχει, για το βοσνιακό εθνικισμό το Σαντζάκι έχει μάλλον σημασία και ως αντίβαρο για τις πιο επικίνδυνες σερβικές διεκδικήσεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

Ο μουφτής Μουαμέρ Ζουκόρλιτ από το Σαντζάκι εκλέχθηκε το 2010 ως ηγέτης του Εθνικού Συμβουλίου των Βοσνιακών στη Σερβία, κάτι που το Βελιγράδι δεν είδε θετικά, λόγω των αυτονομιστικών του τάσεων. Αμφιλεγόμενος είναι όμως και ανάμεσα στους Σαντζακλήδες, μεταξύ άλλων γιατί κάποιοι πιστεύουν ότι ο συνδυασμός θρησκευτικής και πολιτικής ιδιότητας δεν συνάδει με την κοσμικότητα της κοινότητάς τους. http://www.rferl.org/content/Serbias_Sandzak_Becomes_Balkans_Latest_Hot_Spot/2170477.html

Ο Σαντζακλής μουφτής Μουαμέρ Ζουκόρλιτς εκλέχθηκε το 2010 ως ηγέτης του Εθνικού Συμβουλίου των Βοσνιακών στη Σερβία, κάτι που το Βελιγράδι μάλλον δεν είδε θετικά, λόγω των αυτονομιστικών του τάσεων. Αμφιλεγόμενος είναι όμως και ανάμεσα στους Σαντζακλήδες, μεταξύ άλλων γιατί κάποιοι πιστεύουν ότι ο συνδυασμός θρησκευτικής και πολιτικής ιδιότητας δεν συνάδει με την κοσμικότητα της κοινότητάς τους.
Πηγή εικόνας

Το πώς η μπερδεμένη αυτή κατάσταση μπορεί να αγγίξει τα όρια του παραλογισμού, φαίνεται στο θέμα της γλώσσας. Οι κάτοικοι του Σαντζακίου μιλούσαν πάντα την ίδια τοπική σερβοκροατική διάλεκτο, ανεξαρτήτως θρησκείας. Με τη διάσπαση των γλωσσών όμως, μουσουλμανικές οργανώσεις του Σαντζακίου προσπάθησαν και εν  μέρει πέτυχαν να καθιερώσουν τα βοσνιακά ως «επίσημη» γλώσσα των Μουσουλμάνων – δηλαδή μια «γλώσσα» που βασίζεται στη διάλεκτο του Σαράγεβο και που στο Σαντζάκι στην πράξη δεν μιλάει κανείς, ούτε οι Χριστιανοί ούτε οι Μουσουλμάνοι. Αυτό ήδη προκαλεί προβλήματα και αντιδράσεις από τους Σέρβους του Σαντζακίου π.χ. στο θέμα της σχολικής διδασκαλίας, που (ακόμα) είναι κοινή.

Ποιά είναι η άποψη όμως του ίδιου του λαού για όλα αυτά; Στην τελευταία απογραφή του 2011 στη Σερβία, 145.278 δήλωσαν ως εθνότητα τη βοσνιακή. Υπάρχουν όμως και 22.301 που επιμένουν να δηλώνουν ως εθνότητα «Μουσουλμάνος», όπως στην εποχή της Γιουγκοσλαβίας. Στο γειτονικό Μαυροβούνιο, οι Σαντζακλήδες Μουσουλμάνοι τείνουν μεν και αυτοί προς τη βοσνιακή ταυτότητα, όχι όμως και οι Μουσουλμάνοι στο δυτικό τμήμα της χώρας. Υπάρχουν κιόλας δύο οργανώσεις που εκφράζουν αυτήν την αντιπαράθεση: η Μάτιτσα Μουσλιμάνσκα και η Μάτιτσα Μποσνιάκα. Συμπερασματικά, ενώ η βοσνιακή εθνική ιδέα φαίνεται να έχει όντως μεγάλη πέραση, δεν λείπει και η αντίδραση και τα πράγματα είναι ακόμα ρευστά.

Πομάκοι, Τορμπές και Γκοράνοι

Τόσο οι Βόσνιοι όσο και οι Σαντζακλήδες μιλούν παραλλαγές της πρώην ενιαίας σερβοκροατικής γλώσσας. Δεν είναι όμως οι μόνοι σλαβόφωνοι Μουσουλμάνοι των Βαλκανίων: υπάρχουν και αυτοί που μιλούν διαλέκτους πιο συγγενικές στα βουλγάρικα. Μεγαλύτερη ομάδα είναι οι γνωστοί μας Πομάκοι, που κατοικούν στα βουνά της Ροδόπης, στην ελληνική και τη βουλγαρική μεριά.

Εκτός της Βουλγαρίας και της Ελλάδας όμως, υπάρχουν και στην πρώην Γιουγκοσλαβία τέτοιες γλωσσικές ομάδες. Αν και πολλοί τους θεωρούν Πομάκους, είναι αμφίβολο αν βλέπουν κι οι ίδιοι τους εαυτούς τους έτσι. Οι Τορμπές στην πΓΔΜ μιλούν, όπως και οι Ορθόδοξοι συμπατριώτες τους, σλαβομακεδόνικα. Η γλώσσα θεωρείται πολύ συγγενική στα βουλγάρικα, πολλοί Βούλγαροι μάλιστα τη θεωρούν δική τους διάλεκτο, κάτι που οι ίδιοι οι Σλαβομακεδόνες όμως απορρίπτουν κατηγορηματικά.

Οι Τορμπές υπολογίζονται στις 60-70.000 – μόλις όμως περίπου 15.000 δηλώνουν σήμερα επίσημα ότι είναι Μακεδόνες-Μουσουλμάνοι (επί σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, έφτασαν τις 40.000). Άλλοι προτιμούν να θεωρούνται Τούρκοι ή Αλβανοί. Μπορεί ακόμα και τρία αδέλφια να δηλώνουν ο ένας Τούρκος, ο άλλος Μακεδόνας Μουσουλμάνος και ο τρίτος Αλβανός! Οι Τορμπές διεκδικούνται επίσης όχι μόνο από το σλαβομακεδονικό και τον τουρκικό ή αλβανικό εθνικισμό ως «δικοί τους», αλλά και το βουλγάρικο (ως Πομάκοι) – ακόμα και τον ελληνικό (!), βάσει της θεωρίας περί θρακικής καταγωγής των Πομάκων.

Παρά την επιμονή των Σλαβομακεδόνων ότι οι Τορμπές είναι μέρος του έθνους τους, αυτό υπονομεύεται από τους ίδιους, όταν συνδέουν την εθνική τους ταυτότητα με την Ορθοδοξία και αντιμετωπίζουν τους Τορμπές με δυσπιστία, ως πιθανούς σύμμαχους των Αλβανών ή των Τούρκων. Την ανάλογη αντιφατική στάση τη γνωρίζουμε φυσικά κι από τους Έλληνες, τους Βούλγαρους και τους Σέρβους στη σχέση με τις μουσουλμανικές τους μειονότητες.

Οι Γκοράνοι είναι μια ακόμα ξεχωριστή ομάδα που κατοικεί στο συνοριακό τρίγωνο Κοσσυφοπεδίου-Αλβανίας-πΓΔΜ. Είναι Μουσουλμάνοι και μιλούν μια νοτιοσλαβική διάλεκτο, σε αντίθεση με τον αλβανόφωνο περίγυρό τους. Από κάποιους αυτή η διάλεκτος θεωρείται μεταβατική ανάμεσα στα σλαβομακεδόνικα/βουλγάρικα και τα σερβοκροατικά. Το όνομα τους προέρχεται από τη σλαβική λέξη «Γκόρα», δηλαδή βουνό – όπως ονομάζεται και η περιοχή τους.

Τα έξι αστέρια στη σημαία του Κοσσυφοπεδίου συμβολίζουν τις εθνότητες που συναποτελούν τη χώρα: Αλβανούς, Σέρβους, Τούρκους, Ρομά, Βοσνιακούς - και Γκοράνους. By Cradel (current version), earlier version by Ningyou - Originally from Image:Flag of Kosovo.png., CC BY-SA 3.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=3520312

Τα έξι αστέρια στη σημαία του Κοσσυφοπεδίου συμβολίζουν τις εθνότητες που συναποτελούν τη χώρα: μια απ’ αυτές και οι Γκοράνοι.
By Cradel (current version), earlier version by Ningyou – Originally from Image:Flag of Kosovo.png., CC BY-SA 3.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=3520312

Η περίπτωση των Γκοράνων του Κοσσυφοπεδίου είναι ιδιαίτερη, λόγω της ταραγμένης πρόσφατης Ιστορίας της χώρας. Αν και Μουσουλμάνοι, δεν φαίνονται να ταυτίζονται με τους ομόθρησκους τους Αλβανούς, ούτε καν με τους επίσης σλαβόφωνους Βοσνιακούς, ενώ φαίνεται να δείχνουν περισσότερη εμπιστοσύνη στους σέρβικους θεσμούς, στους οποίους τείνουν να καταφεύγουν για ιατρική περίθαλψη, παιδεία κ.λπ. Από κάποιους Αλβανούς εκλαμβάνονται ως συνεργάτες των Σέρβων, γι’ αυτό έχουν γίνει και στόχος επιθέσεων. Όπως και να’ χει, από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και μετά πολλοί έφυγαν από το Κόσοβο: σήμερα απομένουν μόνο περίπου 11000 στη χώρα. Η περίπτωση τους δείχνει ότι ούτε η κοινή θρησκεία (με τους Αλβανούς) είναι αρκετή για να αποφευχθούν εθνικές τριβές.

Η επιμονή των Τορμπές και των Γκοράνων στη διαφορετικότητά τους, δείχνει ότι τα πράγματα είναι ακόμα πιο πολύπλοκα απ’ ότι θα περιμέναμε. Επί ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, τουλάχιστον οι Γκοράνοι κατηγοριοποιούνταν εθνοτικά ως «Μουσουλμάνοι», μαζί με τους Βόσνιους και τους Σαντζακλήδες. Τέτοιες μικρές πληθυσμιακές ομάδες όμως μπορεί να έχουν μια εντελώς ξεχωριστή ταυτότητα. Και να προσπαθούν να τη διατηρήσουν, παρά τις δυσκολίες της κατάστασης που βρίσκονται, ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά διαφορετικών εθνικισμών.


Όπως και με τους Αλβανούς και τους Τούρκους, ο εθνικισμός έφτασε στους Σλάβους Μουσουλμάνους καθυστερημένα, σε σχέση με τους χριστιανικούς λαούς των Βαλκανίων. Αυτό ήταν αναμενόμενο, αφού ήταν εκ των πραγμάτων πιο συνδεδεμένοι με το οθωμανικό καθεστώς, και η ρήξη μαζί του ήταν πιο δύσκολη. Στη γιουγκοσλαβική περίπτωση όμως, το ιδιαίτερο κοσμικό περιβάλλον της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, που ήταν για τη μουσουλμανική κοινότητα αρκετά ικανοποιητικό, καθυστέρησε μια πραγματική εθνογένεση ακόμα περισσότερο.

Στην ουσία, μόλις τώρα με την (ιδιαίτερα βίαιη) μετάβαση στη νέα τάξη αναγκάστηκαν και οι Γιουγκοσλάβοι Μουσουλμάνοι να ολοκληρώσουν την εθνογένεσή τους – αλλού αυτό προχώρησε ήδη αρκετά (Βοσνία) κι αλλού λιγότερο (Γκοράνοι, Τορμπές). Βλέπουμε έτσι ζωντανά πώς εξελίσσεται μια τέτοια διαδικασία, που έγινε παλιότερα και στα άλλα βαλκανικά έθνη, μεταξύ αυτών και στους Έλληνες.

Αυτή είναι μια ακόμα ένδειξη ότι τα σύγχρονα έθνη δεν είναι ιστορικές σταθερές, αλλά ένα νέο φαινόμενο, με τα όρια μεταξύ τους να έχουν αποφασιστεί – και να μεταβάλλονται ακόμα – ανάλογα με τις συγκυρίες. Ούτε η κοινή γλώσσα ούτε η θρησκεία ή γεωγραφία φτάνουν για να οριστεί αντικειμενικά ένα έθνος. Οι διαφορετικές εθνικές επιλογές των Σλάβων Μουσουλμάνων, αλλά και οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους γίνεται αντιληπτή η εθνική τους ταυτότητα απ’ έξω, το αποδεικνύουν αυτό. Εδώ ταιριάζει και η ακόλουθη ιστορία από το Σαντζακλή ιστορικό και συγγραφέα Ζούβντια Χότζιτς από το Γκουσίνιε (πόλη στο Μαυροβούνιο, με ανάμικτο αλβανικό και σλαβικό-μουσουλμανικό πληθυσμό):

«Ήρθα στην Κωνσταντινούπολη και ο κόσμος με ρωτούσε: «Ποιός είσαι;». Είπα «Τούρκος», αλλά κούνησαν το κεφάλι τους: «Ε, δεν είσαι. Είσαι Αρναούτης (=Αλβανός)». Άρα ήρθα στο Σκαντάρ ως Αλβανός, παρ’ όλα αυτά, μου είπαν ότι είμαι Βοσνιακός. Επομένως πήγα στο Σαράγεβο ως Βοσνιακός και ο κόσμος γύρω μου ρωτούσε από πού ήμουνα. Απάντησα: «Βοσνιακός». Με πήραν για τρελό και μου είπαν ότι είμαι Μαυροβούνιος με μουσουλμανική θρησκεία. Τότε στην Ποντγκόριτσα ένας τύπος μου είπε ότι δεν είμαι τίποτα άλλο από Τούρκος. Ε λοιπόν, δεν μπορεί κάποιος να το καταλάβει αυτό. Ποιός είμαι και τί είμαι; Κανένας.«


Πηγές:

Ελληνο-ορθοδοξια στα αραβικα

Κλασσικό

Αυτό το άρθρο είναι κατά κάποιον τρόπο συνέχεια του προηγούμενου και θα συνεχιστεί και με το επόμενο (για τον αραβόφωνο Εβραϊσμό). Στόχο έχουν να δείξουν πόσο πολύπλοκο πράγμα ήταν και είναι οι εθνικές και θρησκευτικές ταυτότητες στην περιοχή μας. Πολλοί σήμερα, όταν ακούνε για «ελληνορθόδοξη πίστη», θεωρούν ότι είναι κάτι που αφορά αποκλειστικά τους Έλληνες. Εξάλλου εκεί παραπέμπει και το πρώτο συστατικό της σύνθετης λέξης. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά.

Ο όρος «Ελληνο-ορθοδοξία» από ιστορική άποψη είναι μάλλον περισσότερο συνδεδεμένος με την οικουμενική Βυζαντινή Αυτοκρατορία, παρά με το ελληνικό έθνος όπως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Τους δύο προηγούμενους αιώνες όμως οι πολιτικές και θρησκευτικές εξελίξεις (αυτά τα δύο ποτέ δεν ήταν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο) αποδυνάμωσαν πολύ αυτήν την οικουμενικότητα. Κύριος λόγος ήταν η ίδρυση των διάφορων εθνικών Εκκλησιών στα Βαλκάνια (σέρβικη, βουλγάρικη κ.λπ.) και η απόσπασή τους από τον ελληνορθόδοξο κορμό. Αλλά φυσικά έπαιξε ρόλο και η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, που σχεδόν εξαφάνισε τη μικρασιάτικη ελληνορθόδοξη κοινότητα (ελληνόφωνη ή τουρκόφωνη).

Υπάρχει όμως και μια περιοχή, όπου δεν υπήρξε μια τέτοια τομή με το παρελθόν: αυτή που κάποιοι αποκαλούν Λεβάντε (περίπου από Συρία μέχρι Αίγυπτο). Εκεί ο όρος «Ελληνορθόδοξοι» («ρουμ» κατ’ ακρίβεια) χρησιμοποιείται ακόμα σαν τίτλος θρησκευτικής, όχι εθνικής κοινότητας. Τα μέλη της όχι μόνο δεν βλέπουν αντίφαση σ’ αυτό με τη καθημερινή χρήση της αραβικής γλώσσας, αλλά μπορεί (ανά περίπτωση) να είναι και πολύ περήφανοι για την αραβικότητά τους.

Γεωγραφική εξάπλωση

Οι αραβόφωνοι Ελληνο-Ορθόδοξοι χωρίζονται διοικητικά σε τρεις ενότητες. Στο Πατριαρχείο της Αντιόχειας και όλης της Ανατολής υπάγονται κυρίως οι κάτοικοι της σημερινής Συρίας και του Λιβάνου, ενώ στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων αυτοί της Ιορδανίας, της Παλαιστίνης και του Ισραήλ. Το τρίτο ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο στον αραβικό χώρο, είναι αυτό της Αλεξάνδρειας – στην Αίγυπτο όμως η συντριπτική πλειοψηφία των Χριστιανών ανήκει στην Κόπτικη Εκκλησία.

Η χώρα με τον μεγαλύτερο ελληνορθόδοξο πληθυσμό είναι η σημερινή Συρία – αν και δυστυχώς τα τελευταία χρόνια πολλοί έχουν φύγει από τη σπαραγμένη από τον εμφύλιο χώρα. Πριν τον πόλεμο πάντως αριθμούσαν περίπου ένα εκατομμύριο, ή αλλιώς το 5% του πληθυσμού της χώρας. Δεν πρέπει να τους μπερδεύουμε με τους Συριο-Ορθόδοξους, οι οποίοι είναι μια άλλη ξεχωριστή κοινότητα.

Το σημερινό Πατριαρχείο της Αντιόχειας έχει έδρα τη Δαμασκό στη Συρία, χώρα στην οποία ζουν και οι περισσότεροι πιστοί.  http://antiochpatriarchate.org/

Το σημερινό Πατριαρχείο της Αντιόχειας έχει έδρα τη Δαμασκό στη Συρία, χώρα στην οποία ζουν και οι περισσότεροι πιστοί.
Πηγή εικόνας

Μεγάλη ελληνορθόδοξη κοινότητα υπάρχει και στο Λίβανο (με περίπου 300.000-400.000 άτομα η τέταρτη μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα της χώρας), όπου ζουν σκορπισμένοι σε διάφορες περιοχές, αποτελώντας πάντως την πλειοψηφία σε μερικά μικρά της κομμάτια: μεταξύ αυτών και στο χριστιανικό τμήμα της πρωτεύουσας, η Ανατολική Βηρυτός. Στην ιστορική Παλαιστίνη αριθμούν μάλλον 100.000-150.000 (κυρίως στο Ισραήλ και τη Δυτική Όχθη, λιγότεροι στη Γάζα), με περισσότερους όμως ελληνορθόδοξους Παλαιστίνιους πρόσφυγες σκορπισμένους στον κόσμο. Στην Ιορδανία αποτελούν με περίπου 120.000 το 2% του πληθυσμού της χώρας. Τέλος, γύρω στις 20.000 ζουν και στην Τουρκία, κυρίως στην πολυπολιτισμική επαρχία της Αλεξανδρέτας (Χατάι), αν και αρκετοί τα τελευταία χρόνια έχουν μεταναστεύσει στα μεγάλα αστικά κέντρα (Κωνσταντινούπολη κ.λπ.).

Άραβες ή Ρωμιοί;

Σ’ ένα διαδικτυακό ελληνοτουρκικό φόρουμ που ήμουν μέλος συμμετείχε και ένας Ελληνορθόδοξος από τη Συρία. Κάποιοι είχαν δυσκολίες να κατανοήσουν την εθνική του ταυτότητα. Σε κάποιο σημείο ένας τον ρώτησε ευθέως: είναι τελικά Άραβας ή Έλληνας; Αυτός δεν ήθελε να απαντήσει καθαρά, ακριβώς προσπαθώντας να δείξει ότι το θέμα δεν είναι απλό.

Πρέπει όμως να ξεκινήσουμε και με το ερώτημα του τι είναι οι Άραβες. Το σημερινό αραβικό έθνος διαφέρει σίγουρα πολύ από τους αρχαίους Άραβες. Αυτοί κατοικούσαν στην αραβική χερσόνησο και στα περίχωρά της και πολλοί ήταν νομάδες (ή έμποροι). Μετά την επέκταση σε όλη τη Νότια Μεσόγειο, οι Άραβες κατακτητές συνάντησαν αυτόχθονες λαούς που είχαν συχνά μεγάλη ιστορία και ψηλό επίπεδο ανάπτυξης. Όπως ήταν αναμενόμενο, υπήρχαν πολλές πολιτιστικές ανταλλαγές. Πολλοί από τους αυτόχθονες λαούς υιοθέτησαν σταδιακά την αραβική γλώσσα. Αυτό συνέβηκε κυρίως στους λαούς που μιλούσαν συγγενικές σημιτικές γλώσσες (π.χ. Αιγύπτιοι, Ασσύριοι, Εβραίοι) αλλά όχι σε άλλους που οι γλώσσες τους έχουν πολύ διαφορετικές ρίζες (Πέρσες, Τούρκοι, Κούρδοι), και οι οποίοι εξισλαμίστηκαν χωρίς να γίνουν και αραβόφωνοι.

Από τους κυρίως σημιτικούς λαούς που έγιναν σταδιακά αραβόφωνοι (διατηρώντας όμως πολλές από τις παλιές τους συνήθειες και παραδόσεις), δεν σημαίνει ότι έγιναν όλοι και Μουσουλμάνοι. Πολλοί συνέχισαν να ακολουθούν τις προηγούμενές τους θρησκείες, τουλάχιστον αυτές που ήταν με βάση τον ισλαμικό νόμο προστατευόμενες, δηλαδή το Χριστιανισμό και τον Εβραϊσμό. Ανάμεσα σ’ αυτούς, και όσοι έμειναν πιστοί στην επίσημη θρησκεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, υπό την ηγεσία του Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη.

Οι απόγονοι τους είναι οι σημερινοί Ελληνορθόδοξοι Άραβες. Μιλάνε αραβικά, μοιράζονται τον κοινό αραβικό πολιτισμό και ταυτόχρονα διατήρησαν τη σύνδεσή τους και με τη βυζαντινή (ανατολικορωμαϊκή) παράδοση. Είχαν και έχουν σημαντική συμμετοχή σε πολλούς τομείς στις κοινωνίες του Λεβάντε, στην πολιτική, στη διανόηση και στον πολιτισμό.

Συριακός ή αραβικός εθνικισμός;

Το ερώτημα μπορεί να φαίνεται περίεργο, όπως και το τί σχέση έχει με το θέμα του άρθρου. Αν κοιτάξουμε όμως ποιοι ήταν οι αυτοί που θεμελίωσαν και διέδωσαν αυτές τις δυο ιδεολογίες, δεν μπορούμε να μην προσέξουμε ότι πολλοί είχαν ελληνορθόδοξη καταγωγή . Ήτανε από τα σημαντικότερα ιδεολογικά πεδία, στα οποία οι Ελληνορθόδοξοι Άραβες βρήκαν χώρο για να δραστηριοποιηθούν.

Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να έχουμε υπόψη την ιδιαιτερότητα του αραβικού κόσμου, ειδικότερα του Λεβάντε. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από σχετική γλωσσική ομοιογένεια (αν εξαιρέσουμε τις κουρδόφωνες περιοχές στα βόρεια, αλλά και την ιδιαίτερη περίπτωση του Ισραήλ), αλλά σημαντική θρησκευτική ποικιλία. Οι θρησκευτικές ομάδες δεν είναι ακριβώς ισότιμες, αφού οι Μουσουλμάνοι αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία. Παραδοσιακά το κράτος ήταν ισλαμικό, με αναγνώριση μεν και προστασία των μειονοτικών χριστιανικών κοινοτήτων, αλλά ως κατώτερες ομάδες με περιορισμένα δικαιώματα.

Αν το σκεφτούμε αυτό, δεν είναι περίεργο που οι ιδέες του αραβικού, λιβανέζικου ή συριακού εθνικισμού εμφανίστηκαν πρώτα στους Χριστιανούς. Με μια κοσμική εθνική ιδεολογία βασισμένη στη γλώσσα ή στη γεωγραφία (αντί στη θρησκεία), οι Χριστιανοί γίνονταν αυτονόητα αναπόσπαστο μέρος του έθνους: εκεί δεν διέφεραν από τους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους. Έδινε τη δυνατότητα στους Χριστιανούς να συμμετέχουν ισότιμα στην πολιτική ζωή, επικαλούμενοι την αραβική/συριακή/λιβανέζική τους ταυτότητα και ξεπερνώντας τις θρησκευτικές διακρίσεις.

Ο εκ των ιδρυτών του κόμματος Μπάαθ, Μισέλ Αφλάκ (δεξιά), μαζί με τον ακόμα νεαρό τότε Σαντάμ Χουσέιν. Ο Αφλάκ (1910-1989) γεννήθηκε ως Ελληνο-ορθόδοξος Χριστιανός στη Συρία. Αρχικά μέσα από την αντίδραση στη γαλλική κυριαρχία στη χώρα του, οδηγήθηκε στο στόχο της ένωσης όλων των αραβικών χωρών σε ένα σοσιαλιστικό κράτος. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στης προσπάθειες ενοποίησης κατά τις δεκαετίες του '50 και του '60. Πηγή: www.democraticunion.eu

Ο εκ των ιδρυτών του παναραβικού κόμματος Μπάαθ και κυριότερων διανοούμενών του, Μισέλ Αφλάκ (δεξιά), μαζί με τον ακόμα νεαρό τότε Σαντάμ Χουσέιν. Ο Αφλάκ (1910-1989) γεννήθηκε ως Ελληνορθόδοξος στη Συρία. Αρχικά μέσα από την αντίδραση στη γαλλική κυριαρχία, οδηγήθηκε στο στόχο της ένωσης όλων των αραβικών χωρών σε ένα σοσιαλιστικό κράτος. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στης προσπάθειες ενοποίησης κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.
Πηγή εικόνας

Η συμβολή των Ελληνορθόδοξων διανοούμενων στο κτίσιμο του παναραβικού εθνικισμού ήταν σημαντική. Δεν λείπουν όμως και οι απόψεις ότι ένας εθνικισμός βασισμένος στην περιοχή της Μεγάλης Συρίας (που συμπεριλαμβάνει τουλάχιστον και το σημερινό Λίβανο, την Παλαιστίνη και την Ιορδανία) συμφέρει περισσότερο τους Ελληνορθόδοξους – αφού αυτή είναι κυρίως η περιοχή που κατοικούν.

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904 στο Λίβανο, ως μέλος της τοπικής ελληνο-ορθόδοξης κοινότητας. Θεωρείται από πολλούς ως ο κύριος εκπρόσωπος του συριακού εθνικισμού. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904 στο Λίβανο, ως μέλος της τοπικής ελληνορθόδοξης κοινότητας. Θεωρείται από πολλούς ως ο κύριος εκπρόσωπος του συριακού εθνικισμού. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της «Μεγάλης Συρίας» σε σχέση με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Εκτελέστηκε το 1949 μετά από αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στο Λίβανο.
Πηγή εικόνας

Η συμμετοχή των Ελληνορθόδοξων ήταν σημαντική και στην παλαιστινιακή Αντίσταση, αφού πολλοί απ’ αυτούς ήταν θύματα της σιωνιστικής εθνοκάθαρσης όπως και οι Μουσουλμάνοι συμπατριώτες τους. Παράλληλα φυσικά δεν έλειψε το ενδιαφέρον και για άλλες κοσμικές ριζοσπαστικές ιδεολογίες, όπως ο μαρξισμός.

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 έγινε ο ιδρυτής και ηγέτης του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.  http://pflp.ps/english/2014/01/26/six-years-on-remembering-the-struggle-and-leadership-of-al-hakim-dr-george-habash/

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 έγινε ο ιδρυτής και ηγέτης του (μαρξιστικής κατεύθυνσης) Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας

Ο Ζωρζ Χαγουί γεννημένος το 1938 σε Ελληνο-ορθόδοξη οικογένεια, ήταν ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Λιβάνου κατά τη διάρκεια του εμφυλίου (1975-1990), στον οποίο το κόμμα είχε σημαντική συμμετοχή με τη δική του ένοπλη ομάδα. Δολοφονήθηκε με βόμβα στο αυτοκίνητό του το 2005. https://en.wikipedia.org/wiki/George_Hawi

Ο Ζωρζ Χαγουί, γεννημένος το 1938 σε ελληνορθόδοξη οικογένεια, ήταν ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Λιβάνου κατά τη διάρκεια του εμφυλίου (1975-1990), στον οποίο το κόμμα είχε σημαντική συμμετοχή με τη δική του ένοπλη ομάδα. Δολοφονήθηκε με βόμβα στο αυτοκίνητό του το 2005.
Πηγή εικόνας

«Αραβοποίηση» εναντίον «ελληνικής κατοχής»

Κάποιοι ίσως θυμούνται το θέμα που είχε δημιουργηθεί με τον Πατριάρχη Ειρηναίο το 2005. Είχε κατηγορηθεί ότι είχε πουλήσει γη του Πατριαρχείου στην Ανατολική Ιερουσαλήμ σε Ισραηλινούς: εξυπηρετώντας έτσι ουσιαστικά την προσπάθεια εβραιοποίησής της. Αυτό θεωρήθηκε από το (παλαιστινιακό) ποίμνιο της Εκκλησίας ως προδοσία και οδήγησε σε τόσο δυνατές αντιδράσεις, που η Ιερά Σύνοδος αναγκάστηκε να τον καθαιρέσει και να τον αντικαταστήσει με το Θεόφιλο Γ’.

Αυτό έκανε γνωστό και ένα άλλο γενικότερο πρόβλημα: την ηγεμονία ενός αραβόφωνου ποιμνίου από μια ελληνόφωνη θρησκευτική ελίτ. Σε αντίθεση με το Πατριαρχείο Αντιοχείας (που έχει αραβοποιηθεί ήδη από το 1899), στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων όχι μόνο ο Πατριάρχης αλλά και οι επίσκοποι είναι ελληνικής και όχι αραβικής καταγωγής. Αυτό είναι κάτι που φυσιολογικά γεννά αντιδράσεις, από τη στιγμή μάλιστα που πολλοί Ελληνορθόδοξοι είναι κοντά στις ιδεολογίες του αραβικού ή του παλαιστινιακού εθνικισμού.

Το θέμα αυτό δεν έληξε με την καθαίρεση του Ειρηναίου. Η κριτική για την στάση της ηγεσίας του Πατριαρχείου, όπως και το αίτημα μεγαλύτερης αραβικής συμμετοχής, συνεχίζονται και επί Θεόφιλου. Το 2009 ο τελευταίος κατηγορήθηκε και αυτός ότι παραχώρησε γη του Πατριαρχείου σε εβραϊκά συμφέροντα, ενώ ξεκίνησε μια εκστρατεία εναντίον του με την κατηγορία ότι κάνει διακρίσεις εις βάρος των Αράβων αξιωματούχων της Εκκλησίας (γίνεται λόγος για «ελληνική κατοχή» και «ρατσισμό») και γενικά ότι συνεργάζεται με τις ισραηλινές αρχές. Σε διάφορες περιπτώσεις έχουν γίνει δημόσιες συγκεντρώσεις εναντίον του Θεόφιλου, ενώ έχει σχηματιστεί και το Αραβικό Κεντρικό Ορθόδοξο Συμβούλιο, που αντιπολιτεύεται την ελληνική ηγεσία και πιέζει για μια αραβοποίηση του Πατριαρχείου. Όλα αυτά μπορεί να είναι και πρώτα σημάδια μιας διάσπασης – και δεν αποκλείεται να έχουν και σχέση με την προσέγγιση της Ελλάδας με το Ισραήλ, που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια.

Ως μέρος της εκστρατείας εναντίον του Θεόφιλου, κάποιοι τον υποδέχτηκαν με πανό με την επιγραφη

Ως μέρος των διαμαρτυριών εναντίον του Θεόφιλου, κάποιοι τον υποδέχτηκαν με πανό με την επιγραφή «Ανάξιος», κατά τη διάρκεια των τελευταίων χριστουγεννιάτικων εορτασμών στη Βηθλεέμ. Αυτή η σελίδα στο Facebook δίνει με την παρουσία της παλαιστινιακής και ιορδανικής σημαίας αλλά την απουσία της ελληνικής μάλλον και το στίγμα της αντιπαράθεσης.
Πηγή εικόνας


Είναι δύσκολο να πεις αν τελικά η άφιξη της σύγχρονης εποχής στον αραβικό κόσμο βοήθησε τις ελληνορθόδοξες κοινότητες της περιοχής. Από τη μια, οι νέες κοσμικές ιδεολογίες τους βοήθησαν να βελτιώσουν το κοινωνικό τους στάτους και να περιορίσουν κάποιες από τις διακρίσεις εναντίον τους.

Από την άλλη αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα που έχουν και οι άλλοι Χριστιανοί της περιοχής. Από μια τραγική ειρωνεία, είναι ίσως ακριβώς το ψηλότερο (κατά μέσο όρο) μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο το οποίο μείωσε το ποσοστό τους στον πληθυσμό – μέσω της μειωμένης γεννητικότητας και αυξημένης μετανάστευσης. Επίσης η άνοδος του ισλαμισμού απειλεί να τους βάλει και πάλι στο περιθώριο – ή, στην περίπτωση του τζιχαντισμού, ακόμα και να τους εξαφανίσει από τη Μέση Ανατολή.

Πιστεύω ότι μόνη ελπίδα επιβίωσης των Ελληνορθόδοξων (και των υπόλοιπων Χριστιανών) είναι να συνεχίζουν να ταυτίζονται με την περιοχή τους. Λόγω του ότι ανήκουν σε μια ανατολική εκκλησία, ήταν μάλλον λιγότερο επιρρεπείς σε συνεργασία με δυτικές δυνάμεις απ’ ότι π.χ. οι καθολικοί Μαρωνίτες στο Λίβανο. Αντίθετα, υπήρξε γενικά μια τάση προς (πολιτικά) αντιδυτικές και ενωτικές για την περιοχή ιδεολογίες, όπως αυτές που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να διαφυλαχθεί. Μακάρι να μην υποκύψουν στον πειρασμό μιας αποκοπής από το περιβάλλον τους ή ακόμα και προσέγγισης με τη Δύση, λόγω της ανόδου του ισλαμισμού.

Ο ιστορικός ρόλος των Ελληνορθόδοξων (και άλλων Χριστιανών) Αράβων στην εποχή μας είναι ίσως να αποδείξουν ότι μια αντιπαράθεση μεταξύ «Δύσης» και «Ανατολής» δεν έχει καμία σχέση με μια σύγκρουση Ισλάμ και Χριστιανισμού – νικώντας έτσι και τις θεωρίες του Χάντινγκτον περί πολέμου των πολιτισμών. Είναι οι ίδιοι βασικό συστατικό στοιχείο της Ανατολής και (ελπίζω ότι) θέλουν να παραμείνουν ως τέτοιο. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ανατολικής και όχι δυτικής προέλευσης.


Βιβλιογραφία/άρθρα

Εθνικισμος, πατριωτισμος και αλλα

Κλασσικό

Αυτό το άρθρο μπορεί να θεωρηθεί και ως συνέχεια ενός άλλου σε αυτό το μπλογκ. Εκεί έγινε ήδη αναφορά στο θέμα της σχέσης εθνικής ταυτότητας και έθνους-κράτους.

Κάποιος που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στην Κύπρο είναι δύσκολο να αποφύγει το θέμα του εθνικισμού, της ιδεολογίας που επηρέασε τόσο βαθιά την κατάσταση της πατρίδας μας. Κατ’ αρχήν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι είναι εθνικισμός και τι δεν είναι, ποιος είναι εθνικιστής και ποιος δεν είναι. Στη σημερινή εποχή σχεδόν κανείς δεν αποδέχεται τον όρο «εθνικιστής» για τον εαυτό του, προτιμώντας να δηλώνει απλά «πατριώτης».

Εθνικισμός και υπερεθνικισμός

Ένας γενικά αποδεκτός ορισμός της λέξης «εθνικισμός» μάλλον δεν υπάρχει. Στο σημερινό δημόσιο λόγο συνήθως χρησιμοποιείται σαν κάτι αρνητικό, ως μια υπερβολική επικέντρωση στην ιδέα του έθνους και μάλιστα με βάση την πεποίθηση υπεροχής του σε σχέση με τα άλλα έθνη. Οι ιστορικοί όμως, με τον όρο «εθνικισμός» φαίνεται ότι αναφέρονται στην ιδέα ότι μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι μοιράζονται μια κοινή θρησκεία/γλώσσα/πολιτισμό και θεωρούν ότι απαρτίζουν ένα έθνος, πρέπει να έχουν και το δικό τους κράτος. Ίσως να είναι καλύτερο να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον ορισμό, που είναι πιο ουδέτερος, άρα και καλύτερη βάση για λογική συζήτηση. Για τον πρώτο ορισμό θα μπορούσε να ήταν καλύτερος ο τίτλος «υπερεθνικισμός«.

Ενώ όλοι οι αριστεροί/φιλελεύθεροι/προοδευτικοί θα μπορούσαν εύκολα να συμφωνήσουν ότι ο υπερεθνικισμός είναι κάτι αρνητικό, με τον «σκέτο» εθνικισμό τα πράγματα είναι λιγότερο απλά. Εθνικιστικά κινήματα όπως το σκωτσέζικο, το ιρλανδικό, το βασκικό, το καταλανικό, το κουρδικό, το παλαιστινιακό, το παναραβικό είχαν και έχουν πολλές συμπάθειες από τους προοδευτικούς ή αριστερούς όλου του κόσμου. Αντίθετα, εθνικισμοί όπως ο γερμανικός, ο ρωσικός, ο ουκρανικός, ο σερβικός, ο κροατικός, ο ισραηλινός ή ίσως και ο λιβανέζικος, αντιμετωπίζονται ως κάτι κακό, συντηρητικό ή και αντιδραστικό – συχνά από τα ίδια ακριβώς άτομα. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως ο τουρκικός ή ο ιρανικός εθνικισμός, τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα, αφού οι εξωτερικές απόψεις γι’ αυτούς διαφέρουν, όπως διαφέρουν και οι εσωτερικές παραλλαγές τους.

Τα πράγματα άρα είναι πολύ πιο σύνθετα από μια εύκολη και γενική καταδίκη του εθνικισμού, σε οποιαδήποτε χώρα και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Εξάλλου με βάση αυτόν τον ορισμό, την πίστη δηλαδή στο έθνος-κράτος, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού είναι εθνικιστική, τουλάχιστον στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Για να γίνει άρα μια λογική κριτική στον εθνικισμό, πρέπει να δεχτούμε πως πρόκειται για μια κατ’ αρχήν σεβαστή ιδεολογία. Με το να εξομοιώνουμε τον εθνικισμό με τον υπερεθνικισμό, ουσιαστικά δίνουμε και τη δυνατότητα στον μετριοπαθή εθνικιστή να ξεφύγει από την κριτική, λέγοντας ότι είναι απλά «πατριώτης».

Πατρίδα και έθνος-κράτος

Ο πατριωτισμός όμως είναι στη βάση του εντελώς διαφορετικής φύσης από τον εθνικισμό. Δεν είναι ιδεολογία που δημιουργήθηκε ως συνέπεια κοινωνικών αλλαγών στη σύγχρονη εποχή, είναι απλά η αγάπη που έχει κάποιος για τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, κάτι που υπάρχει (τουλάχιστον) από τότε που ο άνθρωπος εγκατέλειψε τη νομαδική ζωή. Και δεν υπάρχει τίποτε που να λέει ότι τα όρια αυτού του τόπου πρέπει να συμπίπτουν και με τα κρατικά σύνορα ή με έναν «εθνικό» χώρο . Μπορεί π.χ. κάποιος να θεωρεί ως πατρίδα του ολόκληρη τη Θράκη (Ανατολική και Δυτική), ανεξάρτητα από το αν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είναι μοιρασμένη ανάμεσα στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βουλγαρία, ή αν κατοικείται κατά πλειοψηφία από μια εθνοτική ομάδα διαφορετική από τη δική του.

Στη σημερινή εποχή συχνά μιλάμε λες και οι έννοιες «πατρίδα», «κράτος», «έθνος» ταυτίζονται. Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητο και σε άλλες (όχι πολύ μακρινές) εποχές δεν ήταν καν συνηθισμένο. Ο εθνικισμός είναι ακριβώς η ιδεολογία που θεωρεί αυτήν την ταύτιση δεδομένη – και όταν δεν υπάρχει, σαν ένα λάθος που πρέπει να διορθωθεί. Ο κουδικός εθνικισμός π.χ. θεωρεί ως ανωμαλία το ότι ο χώρος που κατοικούν κατά πλειοψηφία Κούρδοι δεν αποτελεί ένα ξεχωριστό κράτος, αλλά είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε άλλα κράτη.

Πιστεύω ότι έτσι γίνεται ξεκάθαρη η διαφορά: ο πατριώτης δεν μπορεί να θεωρηθεί εθνικιστής, ούτε καν ήπιος ή μετριοπαθής, εφ’ όσον δεν εξομοιώνει την πατρίδα του με ένα έθνος. Είναι δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους κατηγορίες. Η αίσθηση ότι ταυτίζονται είναι απλά το αποτέλεσμα του ότι πολλοί μετριοπαθείς εθνικιστές προτιμούν να χρησιμοποιούν τον όρο «πατριώτης» για τον εαυτό τους, επειδή ο όρος «εθνικιστής» έχει αποκτήσει αρνητική χροιά. Για να γίνει ένας έντιμος διάλογος για το θέμα πρέπει να αποβάλλουμε ακριβώς αυτήν την αρνητική χροιά.

Πολιτικός ή πολιτισμικός εθνικισμός

Αυτοί οι ορισμοί βοηθούν κάπως στο να γίνει ένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στις έννοιες «πατριωτισμός», «εθνικισμός» και «υπερεθνικισμός». Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που θέλουμε να αναφερθούμε σε μια σύνδεση με το έθνος σαν αξία, χωρίς απαραίτητα όμως με το κράτος που (υποτίθεται) ότι το αντιπροσωπεύει; Μπορεί δηλαδή κάποιος να δίνει βάρος σε θέματα εθνικής ταυτότητας, να πιστεύει στην έννοια των εθνικών συμφερόντων, χωρίς όμως να θεωρεί απαραίτητη την ύπαρξη του έθνους-κράτους;

Μια επιλογή θα ήταν να ονομάσουμε αυτήν την παραλλαγή «πολιτισμικό εθνικισμό» σε αντίθεση με τον «πολιτικό εθνικισμό», για τον οποίο κεντρικό ρόλο παίζει η ιδέα του έθνους-κράτους. Π.χ. στην ελληνική περίπτωση, ένας πολιτισμικός αλλά όχι πολιτικός εθνικιστής θα μπορούσε να είναι κάποιος που πιστεύει στην ιδέα ενός Ελληνισμού πέρα από σύνορα, απορρίπτοντας την εξάρτησή του από ένα ελληνικό έθνος-κράτος. Αντίστοιχα και τα εθνικά συμφέροντα θα ήταν κυρίως πολιτισμικής φύσης (π.χ. διατήρηση και διάδοση της ελληνικής γλώσσας) και λιγότερο πολιτικής (π.χ. αν ένα συγκεκριμένο κομμάτι γης ανήκει στη δικαιοδοσία του ενός ή του άλλου κράτους).

Αν ο πολιτικός εθνικισμός είναι όντως ξεπερασμένη ιδεολογία – και για μια εθνικά ανάμικτη περιοχή όπως η δική μας και επικίνδυνη – αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα και με την πολιτισμική παραλλαγή του.  Έχοντας πάντα υπόψη ότι φυσικά μόνο ένα μέρος της πολιτισμικής ταυτότητας ενός ατόμου πηγάζει από το έθνος: τα άλλα μπορεί να πηγάζουν π.χ. από την πατρίδα, την κοινωνική τάξη, το επάγγελμα κ.λπ. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι αναμενόμενο ότι τα θέματα ταυτότητας θα παίξουν σημαντικό ρόλο. Η εθνική ταυτότητα θα είναι μία απ’ αυτές, αλλά αυτό μπορεί να γίνει και στο πλαίσιο πολλαπλών ταυτοτήτων.

Υποθέτοντας ότι η εθνική ταυτότητα θα συνεχίσει να υπάρχει και να παίζει σημαντικό ρόλο, ίσως θα ήταν καλύτερα και για τον κόσμο γενικότερα, αλλά ειδικά για την περιοχή μας, να ενθαρρυνθούν μορφές πολιτισμικού εθνικισμού σε βάρος του πολιτικού. Ο πρώτος έχει μάλλον μικρότερο δυναμικό για να προκαλέσει συγκρούσεις από τον δεύτερο.

Charlie Hebdo και ο πολεμος των πολιτισμων

Κλασσικό

Μετά τα πρόσφατα γεγονότα στο Παρίσι, πρέπει ίσως να παραδεχτούμε ότι οι αντιδράσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ ήταν σχετικά προσεκτικές. Με θλιβερή εξαίρεση το Σαμαρά, ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει το περιστατικό στον προεκλογικό του αγώνα, γενικά φαίνεται να απέφυγαν – τουλάχιστον προς το παρόν – να δώσουν διάσταση «πολιτισμικού πολέμου» («διαφωτισμένοι Ευρωπαίοι» εναντίον «φανατικών Μουσουλμάνων») και να ποντάρουν στα ξενοφοβικά αισθήματα των πληθυσμών τους.

Δυστυχώς, αυτό δε σημαίνει ότι τέτοιες σκέψεις δεν περνούν από το μυαλό των Ευρωπαίων πολιτών. Αυτό φαίνεται κι από το ότι αναφέρεται ως περίεργο που ένας από τους νεκρούς αστυνομικούς ήταν Μουσουλμάνος, περίπου σαν να ήταν λάθος των δολοφόνων. Προφανώς ο κόσμος ξεχνά ή αγνοεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανά τον κόσμο θυμάτων των φανατικών ισλαμιστών είναι οι κι ίδιοι Μουσουλμάνοι, όχι κατ’ ανάγκη λιγότερο θρήσκοι: στη Συρία, τη Λιβυή, το Ιράκ, το Πακιστάν ή το Αφγανιστάν. Για όλα αυτά τα χιλιάδες θύματα η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν ενδιαφέρεται και πολύ. Εξαίρεση είναι μάλλον όταν οι φανατικοί ισλαμιστές δολοφονούν μη-Μουσουλμάνους.

Ας αφήσουμε όμως κατά μέρος τις αντιφάσεις στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, που εξεγείρεται όταν φανατικοί ισλαμιστές διαπράττουν μια τέτοια δολοφονία (με σχετικά λίγα θύματα), αδιαφορεί όμως όταν εκατοντάδες μετανάστες που προσπαθούν ακριβώς να ξεφύγουν από τους ίδιους φανατικούς πνίγονται στα νερά της Μεσογείου – ως αποτέλεσμα της πολιτικής που ακολουθούν οι εκλεγμένοι της ηγέτες στο όνομά της. Το θέμα είναι ότι πολλοί Ευρωπαίοι ερμηνεύουν γεγονότα όπως αυτά του Παρισίου ως μέρος ενός «πολέμου πολιτισμών». Κάτι που δυστυχώς δεν άφησε ανεπηρέαστη και την Ελλάδα – πριν λίγες μέρες είδα σε ελληνική εφημερίδα άρθρο με ακριβώς αυτόν τον τίτλο.

Φαινόμενα όπως η άνοδος λαϊκιστικών κινημάτων με ακροδεξιές τάσεις συνδέονται μ’ αυτό. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι π.χ.  το νεογέννητο κίνημα PEGIDA στη Γερμανία, που ακόμα και στο ίδιο του το όνομα («Πατριώτες Ευρωπαίοι Ενάντια στον Εξισλαμισμό Της Δύσης») δηλώνει την πίστη στην ύπαρξη αυτού του πολέμου των πολιτισμών. Χαρακτηριστικό αυτών των κινημάτων είναι ότι σε αντίθεση με την παραδοσιακή ακροδεξιά δεν είναι εχθρικά σε αξίες όπως η δημοκρατία, η ελευθερία του λόγου, ακόμα κι η αποδοχή των ομοφυλοφίλων. Αντίθετα, παρουσιάζουν τους εαυτούς τους σαν τους υπερασπιστές ακριβώς αυτών των αξιών – απέναντι στους οπισθοδρομικούς μουσουλμάνους μετανάστες. Κι όση αντίδραση σ’ αυτό κι αν υπάρχει, δεν μπορεί κανείς να κλείσει τα μάτια μπροστά στην πέραση που έχουν αυτές οι ιδέες σε πολλούς Ευρωπαίους πολίτες, ακόμα και μορφωμένους.

Η κατά Χάντινγκτον σύγκρουση των πολιτισμών

Πολλοί έχουν ακούσει για τον Σάμιουελ Χάντινγκτον και τις θεωρίες του. Σε αντίθεση με άλλους που προέβλεπαν ότι με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έρχεται και το «τέλος της Ιστορίας», ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας είχε ήδη μιλήσει από το 1993 για την επερχόμενη «σύγκρουση των πολιτισμών». Αυτή θα αντικαθιστούσε τις μέχρι τώρα κυρίαρχες ιδεολογικές συγκρούσεις, που χαρακτήριζαν τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.

Για να στοιχειοθετήσει τη θεωρία του, ο Χάντινγκτον χώρισε τον πλανήτη σε 9 πολιτιστικές περιοχές, αναμένοντας τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσά τους να είναι η κύρια πηγή συγκρούσεων. Σαν κύριο στοιχείο διαχωρισμού φαίνεται να θεωρεί τη θρησκεία. Ας σημειωθεί για τους φιλοδυτικούς Έλληνες θαυμαστές των ιδεών του, ότι την Ελλάδα και την Κύπρο δεν τις κατατάσσει στο «δυτικό κόσμο», αλλά στο «σλαβο-ορθόδοξο».

Οι πολιτισμικές περιοχές του κόσμου, κατά το Σάμιουελ Χάντιγκτον.

Οι πολιτισμικές περιοχές του κόσμου, κατά το Σάμιουελ Χάντινγκτον. Πηγή: library.buffalo.edu

Ήδη τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας ο Χάντινγκτον τον ερμήνευσε ως επιβεβαίωση των θεωριών του. Εκεί συγκρούονταν ο ορθόδοξος με το δυτικό και τον ισλαμικό κόσμο, στην περιοχή που αυτοί συνόρευαν ο ένας στον άλλο. Η θέση που πήραν οι εξωτερικοί παράγοντες (Γερμανία υπέρ των Κροατών, Ελλάδα και Ρωσία υπέρ των Σέρβων, Τουρκία υπέρ των Μουσουλμάνων) έμοιαζε να ενισχύει αυτήν τη θέση. Κι αν ζούσε σήμερα ο Χάντινγκτον, σίγουρα θα έβλεπε και τη σύγκρουση στην Ουκρανία (στην οποία έιχε αναφερθεί στο βιβλίο του πολύ πριν ξεσπάσει) σαν πανηγυρική επιβεβαίωση. Εννοείται φυσικά ότι με ανάλογο τρόπο θα έβλεπε και τα γεγονότα στο Παρίσι.

Φυσικά οι θεωρίες του Χάντινγκτον αντιμετώπισαν – δικαίως – και έντονη κριτική. Εξάλλου είναι καθαρό ότι έχουν ένα δυνατό αντιδραστικό στοιχείο μέσα τους: με τον τρόπο που ο Χάντιγκτον αρνείται τον ιδεολογικό χαρακτήρα των παγκόσμιων συγκρούσεων, είναι λες και γυρίζει τον κόσμο μερικούς αιώνες πριν. Παρ’ όλα αυτά μοιάζουν να είναι κι ένα είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας: όσο περισσότεροι πείθονται να δουν τον κόσμο απ’ αυτήν την οπτική γωνία, τόσο περισσότερο γίνονται κι αυτές οι «πολιτισμικές συγκρούσεις» πραγματικότητα που δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε.

Το πιο πιθανό είναι ότι πολλοί απ’ αυτούς που ερμηνεύουν την πραγματικότητα με βάση την ιδέα των πολιτισμικών συγκρούσεων αγνοούν το θεωρητικό υπόβαθρό της. Ο Χ ‘Ελληνας αρθρογράφος που δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο «Πόλεμος των πολιτισμών» για να περιγράψει μια δολοφονία από μια μικρή ομάδα παρανοϊκών φανατικών στη Γαλλία, μπορεί να μην έχει ακούσει ποτέ το όνομα «Σάμιουελ Χάντινγκτον». ‘Η να μην αντιλαμβάνεται καθόλου τις συνέπειες που έχει αυτός ο τρόπος σκέψης.

Κι όμως, αν είχε κάποιος ασχοληθεί σοβαρά με τις θεωρίες του Χάντινγκτον, θα αντιλαμβανόταν και τον κίνδυνο που περιέχουν ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Γιατί είτε κάποιος βλέπει την Ελλάδα και την Κύπρο ως μέρος του «δυτικού κόσμου» είτε ως του «ορθόδοξου κόσμου», ένα είναι το σίγουρο: ότι ζούμε κοντά στις διαχωριστικές γραμμές αυτών των πολιτισμικών περιοχών. Δηλαδή σε ένα χώρο που η μοίρα του είναι κατά το Χάντινγκτον να εμπλέκεται σε τέτοιες πολιτισμικές συγκρούσεις – με κόστος σε ανθρώπινες ζωές.

Αυτός είναι ο λόγος που ένας κάτοικος της Ελλάδας ή της Κύπρου με στοιχειώδη πατριωτισμό πρέπει να ανατριχιάζει μόνο κι όταν ακούει τέτοιες φράσεις όπως «σύγκρουση των πολιτισμών».  Αλλά όσο αληθινές κι αν μοιάζουν αυτές οι θεωρίες, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι είναι μόνος ένας τρόπος για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, ένας από τους πολλούς που υπάρχουν.

Αν δούμε π.χ. την περίπτωση του Κυπριακού: μπορεί κάποιος να τη δει σαν σύγκρουση του ορθόδοξου και του ισλαμικού κόσμου κατα μήκος της διαχωριστικής τους γραμμής – ή σε μια παραλλαγή που θα άρεσε σε όσους ονειρεύονται την πλήρη ένταξή μας στη Δύση, του δυτικού και του ισλαμικού κόσμου. Σίγουρα οι ανά τον κόσμο (συνειδητά ή όχι) οπαδοί του Χάντινγκτον, που συχνά ούτε ξέρουν ούτε τους ενδιαφέρει να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες για την Κύπρο, το βλέπουν με τέτοιο τρόπο. Αυτό το διαπίστωσα κι εγώ ο ίδιος στο εξωτερικό – και δυστυχώς όχι μόνο εκεί.

Θα μπορούσε όμως κάποιος να αναφέρει ότι παρά τις όποιες (έτσι κι αλλιώς μάλλον μικρές) πολιτισμικές διαφορές Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, αυτοί είναι από πολιτισμική άποψη πολύ πιο κοντά ο ένας στον άλλο απ’ ό,τι π.χ. στους Ρώσους ή στους Πακιστανούς αντίστοιχα, ότι πολλοί απ’ αυτούς που εμπλέκονταν στη σύγκρουση είχαν ελάχιστη αίσθηση ότι ανήκουν σε τέτοιους «κόσμους», ότι η θέση που πήραν εξωτερικοί παράγοντες ελάχιστα ταυτιζόταν με τη θρησκεία. Ή ακόμα ότι ανάλογες συγκρούσεις, όχι μικρότερης έντασης, υπήρξαν και υπάρχουν και μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων/Σλαβομακεδόνων, ή μεταξύ Τούρκων και Κούρδων.

Τελικά είναι εμείς που επιλέγουμε με ποιον τρόπο θα ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα γύρω μας. Αλλά ταυτόχρονα η επιλογή μας έχει συνέπειες και στη διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας.