Συγκρουσεις θρησκευτικων ταυτοτητων;

Κλασσικό

Όποιος παρακολουθεί στις μέρες μας τις ειδήσεις ή τις συζητήσεις για τη Μέση Ανατολή σε αγγλόφωνα μέσα, θα ακούσει συχνά όρους όπως «sectarianism», «sectarian divide», «sectarian violence» κ.λ.π. O αντίστοιχος όρος στα αραβικά είναι ταϊφίγια. Στα ελληνικά, μπορεί να μεταφραστεί ίσως ως «σεκταρισμός», αν και δεν πρέπει φυσικά να τον μπερδεύουμε με τον ιδεολογικό σεχταρισμό: το θέμα είναι οι (εθνο-)θρησκευτικοί διαχωρισμοί. 

Ο διαχωρισμός του πληθυσμού με βάση θρησκευτικές ταυτότητες δεν είναι φυσικά κάτι νέο στη Μέση Ανατολή. Τον ξέρουμε εξάλλου και από τις υπόλοιπες (μετα-)οθωμανικές κοινωνίες – και όχι μόνο. Πολλοί όμως περίμεναν ότι η κοινωνική πρόοδος θα έκανε τέτοιους διαχωρισμούς να μοιάζουν ξεπερασμένοι. Αντί για αυτό, βρεθήκαμε στον 21ο αιώνα στο σημείο αυτοί να θεωρούνται από πολλούς ως ο πιο κρίσιμος παράγοντας για το μέλλον της περιοχής: από το Ιράκ, τη Συρία και το Λίβανο μέχρι την Υεμένη, τη Σαουδική Αραβία ή το Μπαχρέιν. Ο φόβος για τον «σεκταρισμό» είναι τόσο μεγάλος, ώστε να επισκιάζει άλλα προβλήματα της περιοχής, που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να είναι πρώτης προτεραιότητας: π.χ. η λειψυδρία, η ερημοποίηση, το δημογραφικό ή η μεγάλη ανισοκατανομή του πλούτου.

Δεν λείπει βέβαια και ο αντίλογος, από πρόσωπα όπως π.χ. ο Ουσάμα Μακντίσι, ο Ναντέρ Χασέμι ή ο Ντάνυ Πόστελ. Η επιμονή στον «σεκταρισμό» για να εξηγήσει κάποιος όλα τα ζητήματα της Μέσης Ανατολής κατηγορείται ως μια μορφή οριενταλισμού, αφού αντίστοιχες μορφές διαχωρισμού, είτε αυτές βασίζονται στη θρησκεία είτε όχι, υπάρχουν και σε άλλες περιοχές του κόσμου (μεταξύ άλλων και στις ΗΠΑ π.χ. ανάμεσα σε Λευκούς, Αφροαμερικανούς ή Λατίνους). Εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοήσει κάποιος και τον ρόλο της Δύσης στη διαμόρφωση ή και μεγέθυνση του συγκεκριμένου διαχωρισμού στη Μέση Ανατολή. 

Κανείς φυσικά δεν αρνείται ότι οι θρησκευτικές-κοινοτικές ταυτότητες παίζουν ρόλο στις σημερινές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή – αλλά ούτε κανείς μπορεί να ισχυριστεί ότι καθορίζουν τα πάντα. Αυτό γίνεται φανερό παίρνοντας για παράδειγμα το ίσως πιο καυτό ζήτημα σήμερα στην περιοχή: τον πόλεμο στη Συρία. Μπορεί όντως η πλειοψηφία των Αλαουιτών, αλλά και των άλλων μειονοτικών κοινοτήτων (Χριστιανοί, Δρούζοι, Ισμαηλίτες, Δωδεκατιστές Σιίτες), να στηρίζει ή να ανέχεται το καθεστώς Άσαντ, ενώ αντίθετα η ένοπλη αντιπολίτευση είναι πλέον σχεδόν αποκλειστικά σουνιτική. Παράλληλα όμως, ο Άσαντ διατηρεί (τουλάχιστον) και την ανοχή μεγάλης μερίδας της σουνιτικής οικονομικής ελίτ στις πόλεις, ενώ δεν λείπουν οι Σουνίτες από σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Εξάλλου, ένα μεγάλο μέρος των εσωτερικών προσφύγων που μετακινήθηκαν από τις περιοχές των ανταρτών σε αυτές που ακόμα ελέγχει ο Άσαντ είναι Σουνίτες και η πλειοψηφία του πληθυσμού εκεί παραμένει σουνιτική. Και αν όντως το βαθύτερο πρόβλημα στη Μέση Ανατολή είναι οι θρησκευτικές διαιρέσεις, πως εξηγείται ότι η Λιβύη, ένα από τα πιο θρησκευτικά ομοιογενή κράτη στην περιοχή (97% του πληθυσμού είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι), βυθίστηκε και αυτή στον εμφύλιο πόλεμο;

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων στην περιοχή του Λεβάντε (δεν φαίνεται η σιιτική πλειοψηφία στο νότιο-κεντρικό Ιράκ).

Αναζητώντας τις ρίζες του «σεκταρισμού»

Η πιο εύκολη ερμηνεία της σημερινής κατάστασης είναι ότι πρόκειται για τη συνέχεια προαιώνιων εχθροτήτων: Μουσουλμάνων-Χριστιανών, Σουνιτών-Σιιτών κ.λ.π. Αν όμως τα πράγματα είναι τόσο απλά, γιατί τέτοιες συγκρούσεις δεν κυριαρχούσαν στην περιοχή πριν μερικές δεκαετίες; Ο διαχωρισμός σε θρησκευτικές κοινότητες υπήρχε φυσικά από τότε. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 όμως, ως η πιο σημαντική διχοτόμηση του αραβικού κόσμου θεωρούνταν αυτή ανάμεσα στα «προοδευτικά» (αδέσμευτα έως φιλοσοβιετικά) ρεπουμπλικανικά καθεστώτα και στις συντηρητικές (και φιλοδυτικές) μοναρχίες. Στην πρώτη ομάδα ξεχώριζε η Αίγυπτος του Νάσερ και στη δεύτερη η σαουδαραβική δυναστεία: δηλαδή Σουνίτες και από τις δύο πλευρές. Η διαφορά εκφραζόταν περισσότερο με ιδεολογικούς παρά με «σεκταριστικούς» όρους.

Ο διαχωρισμός Σουνιτών-Σιιτών μάλλον σπάνια θεωρούνταν πολιτικά σημαντικός και πολλοί στον κόσμο ίσως δεν τον γνώριζαν καν. Για να φτάσουμε από εκεί στη σημερινή κατάσταση, έπρεπε να μεσολαβήσουν κάποια συνταρακτικά γεγονότα. Το πρώτο, κατά τη γνώμη πολλών αναλυτών, ήταν η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979. Το ίδιο το καθεστώς του Χομεϊνί μπορεί να μην έβλεπε απαραίτητα τον εαυτό του ως εκπρόσωπο ενός σιιτικού σεκταρισμού. Αντίθετα, προωθούσε έναν αντιιμπεριαλιστικό λόγο που απευθυνόταν σε όλους τους Μουσουλμάνους. Ακριβώς όμως αυτή η ρητορική «εξαγωγής» της Επανάστασης δεν μπορούσε παρά να ανησυχήσει τα γειτονικά εύπορα και φιλοδυτικά καθεστώτα των χωρών του Κόλπου. Ο συνδυασμός Ισλάμ, επαναστατικότητας και αντιιμπεριαλισμού τους φαινόταν ως ένας μεγάλος κίνδυνος – και μάλλον δεν είχαν άδικο. Αφού μια ισλαμική επανάσταση μπορεί να ανατρέψει μια φιλοδυτική μοναρχία όπως αυτή του Σάχη στο Ιράν, γιατί να μην ανατραπεί με παρόμοιο τρόπο π.χ. και η σαουδική μοναρχία; Η κατάληψη του Μεγάλου Τζαμιού της Μέκκας από εξτρεμιστές ισλαμιστές στα τέλη του 1979 έμοιαζε να επιβεβαιώνει αυτούς τους φόβους.

Το ότι αυτή η επικίνδυνη ρητορική προερχόταν από μια σιιτική χώρα (και επιπλέον μη αραβική), ήταν επόμενο να χρησιμοποιηθεί από σουνιτικά καθεστώτα ως γραμμή άμυνας απέναντί της. Η Σαουδική Αραβία αποφάσισε να αγωνιστεί ενάντια στη «σιιτική» (βλέπε ιρανική) επιρροή, προωθώντας την ιδέα ότι οι Σιίτες είναι επικίνδυνοι αιρετικοί – ή ακόμα και μη πραγματικοί Μουσουλμάνοι. Από την άλλη, το νέο ιρανικό καθεστώς, αντιμετωπίζοντας έναν εχθρικό περίγυρο, ήθελε να ενισχύσει φιλικές ομάδες στις γειτονικές χώρες. Οι περισσότερες ομάδες που ήταν πρόθυμες να συνεργαστούν μαζί του ήταν, αναμενόμενα, σιιτικές (αν και με εξαιρέσεις: η πιο γνωστή είναι η σουνιτική παλαιστινιακή Χαμάς). Η ένταση ανάμεσα σε Ιράν και Σαουδική Αραβία, εξελίχθηκε έτσι περίπου μοιραία σε σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών – ακόμα και αν ουσιαστικά ήταν περισσότερο γεωπολιτική παρά θρησκευτική. 

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού το 2011 (πάνω δεξιά ο ηγέτης Χασάν Νασράλαχ). Η σιιτική οργάνωση δημιουργήθηκε με τη βοήθεια του Ιράν στη δεκαετία του ’80, κατά τη διάρκεια του λιβανέζικου εμφυλίου πολέμου.

Κατά τη δεκαετία του ’90, η ένταση στις σαουδο-ιρανικές σχέσεις υποχώρησε κάπως. Με τον νέο αιώνα όμως, ήρθε το δεύτερο μεγάλο γεγονός: η αμερικάνικη εισβολή στο Ιράκ το 2003. Το καθεστώς του Σαντάμ Χουσέιν, παρά την αναμφισβήτητη σκληρότητά του, ήταν σημαντικό μέρος μιας ισορροπίας στην περιοχή. Αφού διαταράχτηκε αυτή η ισορροπία, οι γειτονικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να μείνουν αμέτοχες. Για την Τεχεράνη, η κατάρρευση του καθεστώτος ήταν μια ευκαιρία για να σπάσει την περικύκλωσή της, φροντίζοντας να εξασφαλίσει την επιρροή της στο νέο Ιράκ – και ο πιο εύκολος τρόπος να το κάνει αυτό ήταν η στήριξη ντόπιων σιιτικών ομάδων.  Από την άλλη, η Σαουδική Αραβία και άλλες σουνιτικές δυνάμεις είδαν αυτές τις κινήσεις ως προσπάθεια δημιουργίας ενός «σιιτικού μισοφέγγαρου».

Η πατρότητα του όρου «Σιιτική Ημισέληνος» ανήκει στον βασιλιά Αμπντάλα Β’ της Ιορδανίας, ο οποίος περιέγραψε έτσι το 2004 τη σχηματιζόμενη ζώνη επιρροής του Ιράν, η οποία θα συμπεριελάμβανε πλέον όχι μόνο τη Συρία του Άσαντ και τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο, αλλά και το μετά-Σαντάμ Ιράκ. Σήμερα, οι χώρες του Κόλπου φοβούνται και την επέκταση της στην Υεμένη ή το Μπαχρέιν. Στην εικόνα πάνω, φαίνεται το ποσοστό των Σιιτών στον μουσουλμανικό πληθυσμό του κάθε κράτους.
Πηγή εικόνας

Το άνοιγμα του Ιράκ τόσο στην ιρανική επιρροή όσο και στην εισροή σουνιτικών τζιχαντιστικών ομάδων (μεταξύ αυτών και η Αλ Κάιντα, από την οποία μετεξελίχθηκε το γνωστό πλέον σήμερα Ισλαμικό Κράτος) επιτάχυνε τη «σεκταροποίηση» της πολιτικής ζωής. Τρία χρόνια μετά την αμερικανική εισβολή, το 2006, η χώρα βρισκόταν ήδη σε περίπου εμφυλιοπολεμική κατάσταση. Η αιματηρή σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών στο Ιράκ δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει τον τρόπο οι δυο κοινότητες έβλεπαν η μια την άλλη, σε όλο τον αραβικό κόσμο – και όχι μόνο.

Το μαυσωλείο Αλ-Ασκάρι στη Σαμάρα, ένας από τους ιερότερους τόπους του σιιτικού Ισλάμ, έγινε στόχος βομβιστικής επίθεσης το 2006 και μιας δεύτερης το 2007. Αν και δεν υπήρξαν νεκροί, η πρώτη επίθεση εξόργισε τη σιιτική κοινότητα και θεωρείται από πολλούς ως σημείο έναρξης της εμφύλιας σύρραξης που συντάραξε το Ιράκ μέχρι το 2008.
Πηγή εικόνας

Ο Ιορδανός Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι (1966-2006) ήταν ο ηγέτης του ιρακινού παραρτήματος της Αλ Κάιντα και γνωστός για ακραίες αντι-σιιτικές απόψεις. Θεωρείται ότι είχε σημαντική ευθύνη στο να κατευθυνθεί η σουνιτική τζιχαντιστική βία εναντίον των Σιιτών, σε σημείο που να τον επικρίνει ακόμα και η ανώτερη ηγεσία της Αλ Κάιντα. 
Πηγή εικόνας

Το τρίτο σημαντικό γεγονός ήταν το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης το 2011. Στα αρχικά της στάδια, πολλοί την έβλεπαν σαν το ξεπέρασμα των «σεκταριστικών» διαφορών. Η πρώτη εντύπωση που δόθηκε ήταν ότι οι νέοι στις αραβικές χώρες ενώθηκαν για να παλέψουν ενάντια στα καθεστώτα τους, ανεξαρτήτως θρησκείας, εθνικότητας ή ακόμα και ιδεολογίας. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες των Αιγυπτίων Χριστιανών που σχημάτιζαν κύκλο για να προστατεύσουν τους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους που προσεύχονταν, κατά τη διάρκεια των κοινών τους διαδηλώσεων.

Αυτή η ελπιδοφόρα εικόνα άλλαξε γρήγορα. Οι επιθέσεις εναντίον Χριστιανών στην Αίγυπτο, η κατάπνιξη της (κατηγορούμενης ως σιιτικής) εξέγερσης στο Μπαχρέιν με τη βοήθεια των γειτονικών σουνιτικών κρατών, η βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και τους σιίτες αντάρτες Χούθι στην Υεμένη, μα πάνω από όλα η τροπή που πήρε η εξέγερση στη Συρία, με την στρατιωτικοποίηση και τη «σουνιτοποίησή» της και κυρίως την εξάπλωση του ακραίου αντι-σιιτικού Ισλαμικού Κράτους: όλα αυτά δημιούργησαν την εντύπωση γενικευμένου πολέμου Σιιτών-Σουνιτών. Τόσο το Ιράν όσο και η Σαουδική Αραβία χρησιμοποίησαν διχαστική γλώσσα για να δικαιολογήσουν τη στήριξη σε φιλικά καθεστώτα που κινδύνευαν: το Ιράν παρουσίασε την αντιπολίτευση στον Άσαντ συνολικά ως φανατισμένους σουνίτες τρομοκράτες, ενώ η Σαουδική Αραβία είδε την εξέγερση στο Μπαχρέιν, όπως και αυτή των Χούθι, ως υποκινούμενες από το Ιράν και μέρος μιας γενικότερης σιιτικής συνωμοσίας.

Η εκτέλεση του δημοφιλή σιίτη κληρικού Νιμρ αλ Νιμρ (2016) στη Σαουδική Αραβία, γνωστού για τη δράση του για τα δικαιώματα της σιιτικής μειονότητας στη χώρα, προκάλεσε κύμα διαμαρτυριών σε όλη την περιοχή (όπως στο Ιράκ, βλέπε φωτογραφία) και ήταν ακόμα ένα από τα στοιχεία που ενίσχυσαν την εικόνα «σεκταριστικής σύγκρουσης».
Πηγή εικόνας

Σε μια εποχή που όλα είναι πάλι ρευστά και από τη στιγμή που οι εξεγέρσεις εξελίχθηκαν σε αιματηρή σύγκρουση, μάλλον δεν προκαλεί έκπληξη ότι πολλοί άνθρωποι προτίμησαν να περιχαρακωθούν στην ασφάλεια των κοινοτικών τους ταυτοτήτων. Εξάλλου, η υποβάθμιση των κρατικών υπηρεσιών και του κοινωνικού κράτους (μέρος της παγκόσμιας στροφής προς τον νεοφιλελευθερισμό) τους είχε οδηγήσει ήδη από τα προηγούμενα χρόνια στο να αναζητήσουν καταφύγιο στα ενδοκοινοτικά τους δίκτυα. Τελικά, φάνηκε ότι έλειπαν και εναλλακτικές ενωτικές ιδεολογίες, ικανές να κινητοποιήσουν τις μάζες να παλέψουν στο όνομά τους, ξεπερνώντας τα «σεκταριστικά» όρια: ο παναραβισμός ή ο κομμουνισμός, που έπαιξαν αυτό τον ρόλο στο παρελθόν, είχαν χάσει για διάφορους λόγους την αξιοπιστία τους.

Εδώ είναι που μπορούμε ίσως να δούμε την κατάσταση της περιοχής σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο. Μπορεί να είναι σημάδι μιας εποχής όπου η ταύτιση με «παραδοσιακές κοινότητες» (πραγματικές ή φανταστικές) κερδίζει έδαφος παγκοσμίως, από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη μέχρι την Ινδία και τη Ρωσία. Απλά, η φύση αυτών των παραδοσιακών ταυτοτήτων διαφέρει ανάλογα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες: αλλού μπορεί να είναι γλωσσικές-εθνικές, αλλού θρησκευτικές, αλλού φυλετικές και αλλού τοπικιστικές.

Το μεγάλο ξεκαθάρισμα;

Ο όρος «μεγάλο ξεκαθάρισμα» (Great Sorting-Out)  προέρχεται από τον Αμερικανό ειδικό για τη Συρία Τζόσουα Λάντις. Με βάση αυτήν τη λογική, υπάρχουν αναλογίες των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή με ό,τι έγινε παλαιότερα στην Ευρώπη, όταν μέσα από πολυεθνικές αυτοκρατορίες γεννήθηκαν μικρά αλλά εθνο-θρησκευτικά ομοιογενή κράτη. Εδώ μπορούμε φυσικά να κάνουμε τη σύγκριση και με τα «δικά μας», δηλαδή τη βόρεια πλευρά της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: Βαλκάνια, Μικρά Ασία, Κρήτη, Κύπρος. Σε αυτές τις περιοχές, η παλιά εθνο-θρησκευτική ποικιλία δεν κατάφερε να επιβιώσει από τις δραματικές αλλαγές του προηγούμενου αιώνα. Η πολυθρησκευτική Αλβανία ή κάποιοι θύλακες εντός των εθνών-κρατών (π.χ. Θράκη στην Ελλάδα, Δοβρουτσά στη Ρουμανία, Σαντζάκι σε Σερβία και Μαυροβούνιο) μοιάζουν να είναι απλά οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Είναι αλήθεια ότι και στις αραβικές χώρες υπήρξαν κάποιες (βίαιες ή μη) μετακινήσεις πληθυσμών τα τελευταία χρόνια, οι οποίες μοιάζουν να ενισχύουν την υπόθεση ότι κι εκεί τα πράγματα κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Παρ’ όλα αυτά, οι διάφορες συγκρούσεις στην περιοχή δεν οδήγησαν σε μόνιμες αλλαγές συνόρων, που να φέρνουν περισσότερη εθνο-θρησκευτική «καθαρότητα» – με μοναδική ίσως εξαίρεση τη διάσπαση του Σουδάν.

Η στιγμή αυτή φαινόταν ίσως να φτάνει πριν από μερικά χρόνια. Το «Ισλαμικό Κράτος» είχε επεκταθεί στη Συρία και στο Ιράκ, καταργώντας πρακτικά το σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες, και ενώνοντας τους Σουνίτες Άραβες που κατοικούσαν και στις δύο πλευρές του. Η περιοχή που ακόμα έλεγχε το καθεστώς Άσαντ κατοικούνταν σε υψηλό ποσοστό από Αλαουίτες και άλλες θρησκευτικές μειονότητες. Τα κουρδόφωνα τμήματα τόσο του βόρειου Ιράκ όσο και της βόρειας Συρίας ελέγχονταν από κουρδικές ένοπλες ομάδες. Όσο για την (κυριαρχούμενη από Σιίτες) κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ, ο έλεγχος της περιοριζόταν κυρίως στις νοτιο-κεντρικές περιοχές της χώρας, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι σιιτική.

Ο εδαφικός έλεγχος της Συρίας και του Ιράκ από τις διάφορες δυνάμεις τον Ιανουάριο 2015.
Πηγή εικόνας (τροποιημένη)

Σήμερα, αυτή η κατάσταση έχει αλλάξει για ακόμα μια φορά. Το συριο-ιρακινό σύνορο αποκαταστάθηκε στην αρχική μορφή του. Ο Άσαντ ελέγχει το μεγαλύτερο τμήμα της Συρίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών σχεδόν καθαρά σουνιτικών περιοχών. Η προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης του ιρακινού Κουρδιστάν φαίνεται προς το παρόν να έχει ναυαγήσει και αν υπήρχαν ελπίδες για ένα εντελώς ανεξάρτητο συριακό Κουρδιστάν, μάλλον δεν είναι ούτε αυτές πολλές τελευταία. Όσο για τους Άραβες Ιρακινούς, έχουν εξαντληθεί από τα πολλά χρόνια αιματηρών συγκρούσεων και μια (ίσως νέας μορφής) ιρακινή εθνική ιδέα και ταυτότητα μοιάζει να ανακάμπτει (βλέπε σχετική συνέντευξη). Επίσης, ο Λίβανος κατάφερε μετά από μεγάλη καθυστέρηση να πραγματοποιήσει τελικά βουλευτικές εκλογές και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας φαίνεται να μην απειλείται άμεσα. Με λίγα λόγια: οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και οι μετακινήσεις πληθυσμών δεν έχουν μεταφραστεί και σε σταθερά νέα σύνορα (με κάποιες εξαιρέσεις ίσως).

Εδαφικός έλεγχος της Συρίας και του Ιράκ τον Απρίλιο 2019.
Κόκκινο: Συριακή/Ιρακινή Κυβέρνηση
Κίτρινο: Κουρδικές Δυνάμεις
Πράσινο: Συριακή Αντιπολίτευση/Τουρκία
Μαύρο: Ισλαμικό Κράτος
https://isis.liveuamap.com/


Είναι τελικά αυτό που παρατηρούμε σήμερα μια εθνική ολοκλήρωση του «οθωμανικού Νότου», κατά τα πρότυπα του δικού μας «οθωμανικού Βορρά», με τη δημιουργία θρησκευτικά ομοιογενών κρατών; Αν ισχύει αυτό, τότε ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή του δρόμου. Η περιοχή απέχει πολύ από αυτήν την ομοιογένεια και για να φτάσει μέχρι εκεί θα έπρεπε να χυθεί πολύ αίμα ακόμα και να μετακινηθούν πολύ μεγαλύτεροι πληθυσμοί. Για το συμφέρον των λαών της περιοχής, όχι μόνο των αραβικών αλλά και το δικό μας ως γειτόνων, πρέπει να ελπίζουμε ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι. 

Οι προβλέψεις είναι γενικά δύσκολες για αυτή την περιοχή και λίγοι θα διακινδύνευαν να τις κάνουν. Μπορούμε όμως να συγκρατήσουμε ότι, ακόμα και με τη σημερινή κατάσταση, πολλά στοιχεία φαίνεται να δείχνουν ότι ένας απόλυτος διαχωρισμός είναι δύσκολος έως αδύνατος. Η συμβίωση ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες της Μέσης Ανατολής μπορεί να περνά μια από τις σκληρότερες δοκιμασίες στην Ιστορία της, αλλά δεν έχουμε φτάσει σε σημείο που μπορεί κάποιος εύκολα να την ξεγράψει.

 

Άρθρα-Βιβλία:

  • Nader Hashemi & Danny Postel (2017): Sectarianization: Mapping the
    New Politics of the Middle East, The Review of Faith & International Affairs, 15:3, 1-13, DOI: 10.1080/15570274.2017.1354462
  • Daniel Byman (2014): Sectarianism Afflicts the New Middle East, Survival, 56:1, 79-100, DOI: 10.1080/00396338.2014.882157
  • Michael Gasper (2016): Sectarianism, Minorities, and the Secular State in the Middle East- Review Article. Int. J. Middle East Stud. 48 (2016), 767–778 doi:10.1017/S002074381600091X
  • Hassan Mneimneh (2016): From Communitarianism to Sectarianism: The Trajectory of Factionalism in the Arab Middle East. The Muslim World 106(1):62-82, DOI: 10.1111/muwo.12134
  • Heather M. Robinson, Ben Connable, David E. Thaler, Ali G. Scotten (2018): Sectarianism in the Middle East – Implications for the United States. RAND Corporation.
  • Ingrid Løland (2019): Between Utopia and Dystopia: Sectarianization through Revolution and War in Syrian Refugee Narratives. Religions 2019, 10, 188; doi:10.3390/rel10030188.
  • Mark Farha (2016): Searching for Sectarianism in the Arab Spring: Colonial Conspiracy or Indigenous Instinct? The Muslim World 106(1):8-61. DOI: 10.1111/muwo.12137
  • Heiko Wimmen (2016): Syria’s Path from Civic Uprising to Civil War.
  • Fanar Haddad (2017): Anti Sunnism and anti-Shi’ism: minorities, majorities and the question of equivalence. Memo prepared for workshop organized by SWAR: Sectarianism in the Wake of the Arab Revolts, “Shi’a and Sunni Islamism(s) in a Sectarianized New Middle East.” Aarhus University, March 16th 2018.
  • Ussama Makdisi (2017): The Mythology of the Sectarian Middle East.
  • Ussama Makdisi (2017): Understanding Sectarianism in the Middle East. The Cairo Review of Global Affairs. 
  • Fabrice Balanche (2018): Sectarianism in Syria’s Civil War – A Geopolitical Study.
  •  Patrick Cockburn (2014): Η επιστροφή των τζιχαντιστών – Το ισλαμικό κράτος και η νέα εξέγερση των σουνιτών. Μεταίχμιο.
     

Συνεντεύξεις:

 

 

 

 

Γκετζεκοντου: H αλλη οψη της τουρκικης πολης

Κλασσικό

Η Τουρκία περιγράφεται συχνά ως χώρα των μεγάλων αντιθέσεων. Μια τέτοια αντίθεση στις τουρκικές μεγαλουπόλεις είναι κι αυτή ανάμεσα στα συγκροτήματα σύγχρονων πανύψηλων πολυκατοικιών και στις φτωχογειτονιές με προχειροφτιαγμένα χαμηλά σπίτια. Οι τελευταίες είναι γνωστές και ως «γκετζέκοντου» (gecekondu) – και όσο κι αν δίνουν τα τελευταία χρόνια τη θέση τους στα πρώτα, ακόμα αποτελούν μέρος του αστικού τοπίου στη σύγχρονη Τουρκία. Πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον να δούμε τις φάσεις μέσα από τις οποίες πέρασε η ζωή αυτών των αυθαίρετα κτισμένων συνοικιών, από τη δημιουργία τους μέχρι τη σημερινή τους μετάλλαξη.

  1. Γέννηση

Η λέξη gecekondu είναι σύνθετη: gece σημαίνει νύχτα και το kondu προέρχεται από το ρήμα konmak, που σημαίνει κάθομαι/προσγειώνομαι. Το όνομα αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο: πολλά από τα σπίτια αυτά χτίστηκαν σχεδόν κυριολεκτικά μέσα σε μια νύχτα. Οι «ιδιοκτήτες» προσπαθούσαν να τα κτίσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται, για να αποφύγουν την επέμβαση των αρχών εναντίον τους. Πώς όμως βρέθηκαν εκεί αυτοί οι άνθρωποι και από που προέρχονταν;

Γκετζέκοντου όπως φαίνεται βόρεια από το κάστρο της Άγκυρας (φωτογραφία: Απρίλης 2013).

Γκετζέκοντου, όπως φαίνεται βόρεια από το κάστρο της Άγκυρας (φωτογραφία: Απρίλης 2013).

Κατά κανόνα ήταν εσωτερικοί μετανάστες από τα χωριά στα βάθη της Μικράς Ασίας, οι οποίοι αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη στη μεγαλούπολη. Η Τουρκία γνώρισε από τη δεκαετία του ’50 και μετά διαδοχικά κύματα τέτοιας εσωτερικής μετανάστευσης. Ήταν από τη μια η συνέπεια της μηχανοποίησης της γεωργίας, που απελευθέρωσε εργατικά χέρια από τα χωράφια, και από την άλλη της εκβιομηχάνισης της Τουρκίας, που δημιούργησε την ανάγκη γι’ αυτά τα εργατικά χέρια στα αστικά κέντρα.

Οι μετανάστες αυτοί έφταναν στις πόλεις με ελάχιστους οικονομικούς πόρους και μόνο με τα βασικά τους υπάρχοντα. Το να ενοικιάσουν διαμερίσματα ή δωμάτια δεν ήταν καθόλου εύκολο – εξάλλου, δεν υπήρχε και η ανάλογη υποδομή. Η μόνη εναλλακτική ήταν να χτίσουν μόνοι τα σπίτια τους, χωρίς άδεια. Επέλεγαν συνήθως ελεύθερη κρατική γη (η οποία στην Τουρκία υπήρχε σε αφθονία, λόγω οθωμανικής παράδοσης) γύρω από την πόλη, κοντά στις βιομηχανίες όπου σκόπευαν να αναζητήσουν δουλειά.  Συχνά δεν επρόκειτο αρχικά για κανονικά σπίτια: ήταν απλά τέσσερις τοίχοι και μια στέγη, με οποιοδήποτε υλικό μπορούσε να βρεθεί πρόχειρα. Στη συνέχεια, οι «ιδιοκτήτες» μπορούσαν να βελτιώσουν την κατασκευή τους και να προσθέσουν και άλλα δωμάτια. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν ολόκληρες συνοικίες στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, της Άγκυρας και της Σμύρνης, αλλά και σε μικρότερες πόλεις.

Προφανώς οι συνθήκες ζωής σ’ αυτές τις παραγκουπόλεις δεν ήταν εύκολες: δεν υπήρχε ρεύμα, ύδρευση, αποχέτευση, συχνά ούτε συγκοινωνιακή σύνδεση με την πόλη. Παρ’ όλα αυτά, ας έχουμε υπόψη, ότι οι κάτοικοί τους ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες συνθήκες, έχοντας έρθει από χωριά με ανάλογη έλλειψη υποδομών. Τουλάχιστον σε τέτοια καταλύματα είχαν τη δυνατότητα να έχουν μια μικρή αυλή, την οποία μπορούσαν να καλλιεργούν και να παράγουν οι ίδιοι ένα μέρος της τροφής τους, ενώ λόγω της εγγύτητας στα εργοστάσια μπορούσαν συχνά να περπατούν στη δουλειά τους, μειώνοντας το κόστος ζωής.

Επίσης, ζώντας σε τέτοιους οικισμούς, συχνά μαζί με άλλους μετανάστες από την ίδια περιοχή, μπορούσαν να συνεχίσουν σε κάποιο βαθμό την παλιά τους ζωή, να αλληλοβοηθηθούν και ν’ αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τους κινδύνους, π.χ. μια ενδεχόμενη απόπειρα κατεδάφισης από τις αρχές. Πολλές εργασίες που αφορούσαν την κοινότητα, π.χ. το σκάψιμο των καναλιών που χρειαζόταν για τη σύνδεση με το αποχετευτικό, γίνονταν από κοινού. Μετέφεραν έτσι την κοινωνική αλληλεγγύη, όπως την ήξεραν από τα χωριά τους, και μέσα στην πόλη. Αυτή η αλληλεγγύη αντικαθιστούσε την ελάχιστη ή ανύπαρκτη κρατική πρόνοια.

2. Εξέλιξη και διαφοροποίηση

Τα γκετζέκοντου εξελίχθηκαν σύντομα από κάτι περιθωριακό σε μια εικόνα χαρακτηριστική για μεγάλα τμήματα των μεγαλουπόλεων. Η νεοφιλελεύθερη στροφή μετά το πραξικόπημα του ’80 είχε οδηγήσει σ’ ένα νέο κύμα μετανάστευσης προς τις πόλεις: από τη μια λόγω των αναγκών της (προσανατολισμένης προς τις εξαγωγές πλέον) τουρκικής βιομηχανίας για φτηνό, ευέλικτο και απροστάτευτο εργατικό δυναμικό, από την άλλη λόγω του δραστικού περιορισμού των αγροτικών επιδοτήσεων.  Ιδιαίτερα όμως στη δεκαετία του ’90, αυξήθηκε πολύ και η μετανάστευση από τις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας, απ’ όπου ένας κυρίως κουρδικός πληθυσμός προσπαθούσε να ξεφύγει από την αγριότητα του πολέμου ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και το ΡΚΚ. Το ποσοστό του πληθυσμού της Τουρκίας που ζούσε σε γκετζέκοντου, από 4,7% το 1955, έφτασε το 35% το 1995.

Έγινε έτσι ένα τόσο μαζικό φαινόμενο, που οι Τούρκοι πολιτικοί δεν μπορούσαν να το αγνοήσουν. Η παροχή τίτλων κτήσης στους κατοίκους αυτών των συνοικιών, άρα και η νομιμοποίησή τους, έγινε σε διάφορες φάσεις κυρίως για προεκλογικούς λόγους. Ήταν και ένας τρόπος για να εκτονωθεί κάπως η λαϊκή δυσαρέσκεια κατά τη μετάβαση στο νεοφιλελευθερισμό, που επιδείνωσε την οικονομική κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων. Κατά μια έννοια, μπορούμε να πούμε ότι το κράτος ανέχτηκε τη δημιουργία των γκετζέκοντου, επειδή το απάλλασσε από την υποχρέωση να δημιουργήσει το ίδιο τις υποδομές για την εγκατάσταση αυτού του πληθυσμού. Κάπως έτσι έφτασε π.χ. η Κωνσταντινούπολη να γίνει μια από τις μεγαλουπόλεις με τα ψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στον κόσμο.

Χάρτης που απεικονίζει τις

Χάρτης που απεικονίζει τις «ανεπίσημα» κτισμένες περιοχές (πορτοκαλί), μέσα και γύρω από την Κωνσταντινούπολη. Πηγή: Ünlü-Yücesoy, E. et al (2009)

Όταν ο πληθυσμός ενός γκεντζέκοντου είχε ήδη αυξηθεί σημαντικά, οι κάτοικοι μπορούσαν να αιτηθούν να αναγνωριστεί ως διοικητική ενότητα της πόλης. Αυτό διευκόλυνε τους κατοίκους στο να έχουν δικαίωμα στις δημοτικές υπηρεσίες και να συνδεθούν π.χ. με τα δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτρισμού ή αποχέτευσης. Έτσι ένα γκετζέκοντου αποκτούσε σιγά-σιγά σχεδόν μια εικόνα αστικής κανονικότητας.

Αυτή η πιο «αστική» εικόνα φάνηκε και με άλλον τρόπο. Σταδιακά, σε πολλά από τα σπίτια προστέθηκαν και όροφοι, μετατρέποντας τα σε μικρές πολυκατοικίες. Κάποιοι από τους παλιούς κάτοικους μπόρεσαν έτσι να νοικιάσουν διαμερίσματα σε πιο φτωχούς νεοεισερχόμενους και να βελτιώσουν την οικονομική τους θέση. Άρχισε να διαφαίνεται άρα και μια οικονομική διαφοροποίηση εντός του πληθυσμού του γκετζέκοντου: κάτι που αναπόφευκτα επηρέασε αρνητικά και την μέχρι τότε δυνατή κοινωνική αλληλεγγύη.

3. Πολιτικοποίηση

Η Τουρκία ήταν ήδη από τη δεκαετία του ’60 μια έντονα πολιτικοποιημένη χώρα, τουλάχιστον στα αστικά κέντρα. Και αυτή η πολιτικοποίηση δεν μπορούσε να μην επηρεάσει και τους νέους μετανάστες στις πόλεις, που αντιμετώπιζαν και πιο έντονα προβλήματα. Εκείνη την εποχή είχαν αναπτυχθεί ιδιαίτερα, σε αντιστοιχία και με τις παγκόσμιες τάσεις, τα κινήματα της επαναστατικής Αριστεράς. Αυτά έβλεπαν τους εαυτούς τους και ως εκπρόσωπους των φτωχών και αποκλεισμένων κατοίκων των γκετζέκοντου. Μέλη τους είχαν σταθερή παρουσία στα γκετζέκοντου: καλλιεργούσαν προσωπικές σχέσεις με τους κατοίκους, τους βοηθούσαν στις διάφορες καθημερινές ανάγκες και τους παρείχαν υπηρεσίες τις οποίες δεν μπορούσαν να περιμένουν από το κράτος. Κατά τα «επαναστατικά» χρόνια της δεκαετίας του ’70, αριστερές οργανώσεις είχαν καταφέρει να μετατρέψουν κάποιες απ’ αυτές τις συνοικίες σε προπύργια τους, όπου τα μέλη τους έβρισκαν και καταφύγιο από την αστυνομική δίωξη.

Μετά το πραξικόπημα του ’80, η δράση των αριστερών κινημάτων αντιμετωπίστηκε με σκληρή κρατική καταστολή. Τώρα ήταν η σειρά των ισλαμιστικών οργανώσεων να αναπτύξουν ανάλογη δράση στις φτωχογειτονιές. Επωφελούμενες και από την απουσία κρατικής πρόνοιας, την οποία υποκαθιστούσαν (π.χ. στον τομέα της υγείας ή της παιδείας), μπόρεσαν να βρουν έτσι σχετικά εύκολα μια εκλογική πελατεία. Πάνω σ’ αυτήν την παράδοση κτίζει και το σημερινό κυβερνών κόμμα του Ερντογάν. Κάποιοι βλέπουν ακόμα και την άνοδο του τελευταίου ως έναν τρόπο με τον οποίο εκφράζεται η είσοδος των αστικών φτωχών στρωμάτων στην πολιτική – εξάλλου, από αυτά τα στρώματα προέρχεται και ο ίδιος.

Αυτή η εικόνα των φτωχογειτονιών ως βάση για τους ισλαμιστές είναι όμως κάπως παραπλανητική. Στην πολιτική ταυτότητα της κάθε συνοικίας παίζουν ρόλο και παράγοντες όπως ο εθνο-θρησκευτικός. Ήδη από τη δεκαετία του ’70 υπήρχε μια πόλωση: οι συνοικίες που γίνονταν προνομιακό πεδίο δράσης για την επαναστατική Αριστερά είχαν συχνά ισχυρή αλεβίτικη παρουσία, ενώ σε σουνιτικές αποκτούσαν επιρροή οι δεξιές οργανώσεις. Η άνοδος της ισλαμιστικής επιρροής στην συνέχεια έγινε προφανώς πιο αισθητή σε σουνιτικές συνοικίες, ενώ κάποιες κυρίως αλεβιτικές διατήρησαν τη σχέση τους με την Άκρα Αριστερά.

Τα φέρετρα νεκρών από την τρομοκρατική επίθεση στο Σουρούτς το περασμένο καλοκαίρι μεταφέρονται στο τζέμεβι του Γκαζί, με τη συνοδεία ένοπλων ακροαριστερών. http://www.ibtimes.co.uk/turkey-more-riots-rage-marxist-gazi-stronghold-after-death-female-activist-gunay-ozaslan-1512637

Ένοπλοι, μέλη ακροαριστερών οργανώσεων, συνοδεύουν τα φέρετρα νεκρών συντρόφων τους στο τζέμεβι (αλεβίτικος θρησκευτικός-πολιτισμικός χώρος) του Γκαζί, μια φτωχογειτονιά με ιδιαίτερη ιστορία στα βορειοδυτικά προάστια της Πόλης.
Πηγή εικόνας

Στις επόμενες δεκαετίες, όταν σε πολλά γκετζέκοντου ο πληθυσμός ήταν πλέον κυρίως κουρδικός, κουβαλώντας μαζί του τα βιώματα του άγριου πολέμου στα νοτιοανατολικά της χώρας, έγινε και για τους Κούρδους εθνικιστές πηγή από την οποία μπορούσαν να αντλήσουν στήριξη. Όλα αυτά βοήθησαν τελικά στο να συνδέσουν πολλοί τις φτωχογειτονιές με τον επικίνδυνο πολιτικό εξτρεμισμό, οποιασδήποτε μορφής – και να ενισχύσει την εικόνα τους ως «απειλής».

4. Μετάλλαξη – Αστική ανάπλαση

Παρά το ότι κατά περιόδους οι τουρκικές ελίτ και το τουρκικό κράτος έμοιαζαν αναγκασμένοι να αποδεχτούν την πραγματικότητα των γκετζέκοντου, αυτό δεν σήμαινε ότι δεν τα έβλεπαν και ως κάτι ενοχλητικό, που χαλούσε την εικόνα των πόλεων. Στις δύο τελευταίες δεκαετίες αποφάσισαν τελικά να κάνουν μια συστηματική προσπάθεια για να τα εξαφανίσουν, ή τουλάχιστον να εμποδίσουν τη δημιουργία καινούριων. Χαρακτηριστικά, ο Ερντογάν τα έχει παρομοιάσει με όγκο στο σώμα των πόλεων, ενώ ο δήμαρχος Άγκυρας έχει υποσχεθεί ότι θα καθαρίσει την πόλη του απ’ αυτά.

Αυτή η προσπάθεια μπορεί να παρουσιάζεται και ως ένα είδος «φιλανθρωπίας», με στόχο να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των φτωχότερων στρωμάτων. Στην πράξη όμως, το πράγμα λειτουργεί περισσότερο με όρους αγοράς και φαίνεται ότι οι προοπτικές κερδοφορίας είναι αυτές που είναι πιο καθοριστικές. Για να το εξηγήσουμε καλύτερα: τα τελευταία χρόνια, με την μεγάλη οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η Τουρκία, αυξήθηκε πολύ έντονα η οικοδομική δραστηριότητα: αυτοκινητόδρομοι, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα, οικιστικές ζώνες κ.λπ. Διάφορες περιοχές που καταλαμβάνονται από γκετζέκοντου θεωρούνται λόγω ευνοϊκής θέσης ως μεγάλης αξίας με δυνατότητες ανάπτυξης, – κάποιοι μάλλον δύσκολα μπορούν να δεχτούν ότι τέτοιες περιοχές βρίσκονται στα χέρια των φτωχών.

Τα διάφορα προγράμματα αστικής ανάπλασης, που προωθούνται από το κράτος και τον ιδιωτικό τομέα, γίνονται με το σκεπτικό του προσδοκώμενου κέρδους, αδιαφορώντας για τις ανάγκες των ίδιων των κατοίκων. Συχνά συμπεριλαμβάνουν την εκκένωση και την καταστροφή πολλών σπιτιών και την μεταφορά του πληθυσμού εκτός περιοχής.

Εικόνα από την περιοχή Αγιαζμά στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. https://workshopsariyer.wordpress.com/2011/04/26/april-17-sunday-visit-seminar-%E2%80%93-review-2/

Εικόνα από την περιοχή Αγιαζμά, στα δυτικά περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Τα γκετζέκοντου της περιοχής δημιουργήθηκαν σχετικά πρόσφατα (στη δεκαετία του ’90) από κυρίως κουρδικό πληθυσμό, σε γη όμως που απέκτησε μεγάλη αξία, ιδιαίτερα μετά την κατασκευή του Ολυμπιακού Σταδίου. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοί του εκτοπίστηκαν, για να κάνουν χώρο σε νέα μεγαλεπήβολα έργα.
Πηγή εικόνας

Αυτή η διαδικασία αντικατάστασης των γκετζέκοντου, αγγίζει τους κατοίκους τους με διαφορετικούς τρόπους. Η αποζημίωση γίνεται είτε χρηματικά είτε με αντάλλαγμα ένα διαμέρισμα σε μια από τις καινούριες πολυκατοικίες που κτίζονται – ανάλογα φυσικά με την έκταση του γεωτεμαχίου και το καθεστώς νομιμοποίησης. Πιο ευάλωτοι είναι φυσικά αυτοί που δεν έχουν ακόμα εξασφαλίσει τίτλους κτήσης για τις κατοικίες τους, ή που ζουν στο νοίκι – δηλαδή, συχνά οι οικονομικά πιο αδύνατοι. Αντίθετα, κάποιοι που έχουν τίτλους μπορεί να εξασφαλίσουν και καλά λεφτά πουλώντας τα γεωτεμάχιά τους. Ακόμα όμως και γι’ αυτούς, η κατάσταση δεν είναι ιδανική.

Πολλοί από το κατοίκους των γκετζέκοντου που βρίσκονται σε διαδικασία «ανάπλασης» καταλήγουν στα συγκροτήματα πανύψηλων και άχρωμων πολυκατοικιών στα περίχωρα των μεγαλουπόλεων, αυτών που οικοδομεί η Διοίκηση Οικιστικής Ανάπτυξης (TOKİ). Αυτό μπορεί να παρουσιάζεται ως παροχή προς τους φτωχούς (χωρίς να σημαίνει ότι είναι δωρεάν – απλά δίνονται ευνοϊκοί όροι για την αγορά τους σε οικογένειες χαμηλού εισοδήματος).

Συγκρότημα πολυκατοικιών που έχει κτιστεί από τον TOKİ στην περιοχή Καγιάμπασι (πρώην Αϊ-Γιώργης). http://www.tarlabasiistanbul.com/glossary/

Συγκρότημα πολυκατοικιών που έχει κτιστεί από τον TOKİ στην περιοχή Καγιάμπασι (πρώην Αϊ-Γιώργης), 30 χλμ. από το κέντρο της Κωνσταντινούπολης.
Πηγή εικόνας

Τέτοια συγκροτήματα βρίσκονται όμως συχνά πιο μακριά από το κέντρο της πόλης ή από τις βιομηχανικές ζώνες, δυσκολεύοντας τους κατοίκους τους στην αναζήτηση δουλειάς. Επίσης τα διαμερίσματα έχουν ένα κόστος συντήρησης/θέρμανσης κ.λπ. συχνά μεγαλύτερο από πριν, χωρίς να δίνουν στους κατοίκους τους τη δυνατότητα να καλλιεργούν ένα μέρος της τροφής τους, όπως γινόταν στις αυλές των γκετζέκοντου.

Ακόμα, δυσκολεύουν τους κάτοικους στο να συνεχίσουν μια κοινωνική ζωή, η οποία τους ήταν τόσο σημαντική στις παλιές τους γειτονιές. Πολλές συνήθειες, τις οποίες οι μετανάστες είχαν μεταφέρει από τις περιοχές προέλευσής τους, αναγκάστηκαν τώρα να εγκαταλειφθούν, επειδή στα νέα συγκροτήματα πολυκατοικιών ήταν είτε απαγορευμένες είτε χωρικά αδύνατες: π.χ. το να κάθονται έξω από τα σπίτια και να πίνουν τσάι με τους γείτονες, να οργανώνουν χορούς, γάμους ή κηδείες σε ανοικτούς χώρους κ.λπ. Τέλος, στις καινούριες συνοικίες δεν λείπουν και οι εθνοτικές/πολιτικές εντάσεις (π.χ. ανάμεσα σε Κούρδους και Τούρκους εθνικιστές), αφού σ’ αυτές μαζεύονται σε μικρό χώρο οικογένειες με πολύ διαφορετική προέλευση και πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Δεν είναι άρα περίεργο που η διαδικασία αυτή γεννά και αντίσταση. Στην Κωνσταντινούπολη υπάρχει π.χ. ήδη ένα συντονιστικό όργανο πρωτοβουλιών κατοίκων, με στόχο να ακουστεί ο λόγος τους για την ανάπτυξη των συνοικιών τους – ένας λόγος που τώρα αγνοείται συστηματικά. Προς το παρόν πάντως, τέτοια κινήματα είχαν μόνο τοπικές μικρές επιτυχίες.


Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, το αποτέλεσμα είναι ότι το αστικό τοπίο αλλάζει δραστικά και τα γκετζέκοντου αντικαθίστανται από σύγχρονα μεγάλα κτίρια. Τα αισθήματα είναι διχασμένα: μπορεί να δίνεται η αίσθηση ότι οι τουρκικές πόλεις γίνονται πιο σύγχρονες και οργανωμένες, από την άλλη όμως οι κάτοικοι των γκετζέκοντου χάνουν έτσι και ότι είχαν καταφέρει να διατηρήσουν από τη ζωή τους στα χωριά: την ελευθερία τους και την κοινωνική αλληλεγγύη. Δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν την καινούρια τους ζωή σε διαμερίσματα σαν «φυλακή».

Μπορεί οι τουρκικές μεγαλουπόλεις να αποκτούν μια πιο «ευπρεπή» εικόνα, αποβάλλοντας κάπως τα «τριτοκοσμικά» στοιχεία που την συνέθεταν μέχρι πρόσφατα. Το κατά πόσον όμως αυτό αποτελεί βελτίωση στις συνθήκες ζωής των ίδιων των κατοίκων, είναι όπως είδαμε λιγότερο αυτονόητο. Το σίγουρο είναι πως με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο δεν εξαφανίζονται, αλλά τελικά αναπαράγονται οι ταξικές αντιθέσεις (και σε συνάρτηση μ’ αυτές και οι εθνοτικές-πολιτισμικές), ο αποκλεισμός και o κοινωνικός διαχωρισμός στις πόλεις – έστω και σε ένα πιο εκσυγχρονισμένο πλαίσιο.

Πηγές

Τζιχαντισμος στον 21ο αιωνα

Κλασσικό

Το τζιχαντιστικό κίνημα ως ένα ιδιαίτερα βίαιο παρακλάδι του ισλαμισμού, είναι ένα θέμα που απασχόλησε αρκετές φορές αυτό το μπλογκ. Λογικό, αφού είτε μας αρέσει είτε όχι, παίζει πλέον κρίσιμο ρόλο σ’ ένα σημαντικό τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου.

‘Ενα άρθρο περιγράφει τις ρίζες και την εξέλιξη του ισλαμισμού, κατ’ επέκταση και του σαλαφισμού και του τζιχαντισμού, ως σύγχρονη ιδεολογία του αραβικού χώρου. Ένα άλλο επικεντρώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους (= ISIS = Νταές) και τη σύνδεση του με την αμερικάνικη πολιτική. Υπάρχει και ένα άρθρο που με αφορμή τις επιθέσεις εναντίον του Charlie Hebdo αναφέρεται στις θεωρίες περί «πολέμου των πολιτισμών», με τις οποίες κάποιοι προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο του τζιχαντισμού. Οι νέες εξελίξεις μας αναγκάζουν ίσως όλους να αντιμετωπίσουμε το θέμα και από μια πιο γενική άποψη.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσα τους, τη Ράκκα της Συρίας.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσά τους, τη Ράκκα της Συρίας.

Η έννοια της τζιχάντ ως ιερού πολέμου/αγώνα υπάρχει φυσικά όσο υπάρχει και το Ισλάμ. Δεν συνδέεται πάντα με τη βία: μπορεί να γίνει και με ειρηνικά μέσα, ενώ εννοείται και ως προσωπικός εσωτερικός αγώνας για να γίνει κάποιος καλός Μουσουλμάνος. Από πολιτική άποψη όμως, η έννοια του ένοπλου ιερού πολέμου είναι όντως σημαντική. Από την εμφάνιση του Ισλάμ συχνά ο κάθε Μουσουλμάνος ηγέτης προσπαθεί να νομιμοποιήσει θρησκευτικά τους πολέμους που διεξάγει επικαλούμενος την τζιχάντ – ακόμα και αν οι αντίπαλοι είναι άλλοι Μουσουλμάνοι. Ακόμα και στη σύγχρονη εποχή ένας κοσμικός Άραβας ηγέτης όπως ο Σαντάμ Χουσέιν μπορεί να επικαλείται την τζιχάντ για να στηρίξει έναν πόλεμο εναντίον μιας συμμαχίας χωρών, στην οποία μετέχουν και πολλές μουσουλμανικές.

Κάποιοι βιάζονται να δουν μια συνέχεια ανάμεσα σ’ αυτήν την παράδοση και τη σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία. Αυτή η χρήση της τζιχάντ ήταν όμως στην ουσία απλά η δικαιολόγηση «φυσιολογικών» πολέμων, στρατού εναντίον στρατού. Μπορεί φυσικά να περιείχαν λεηλασίες, βιασμούς, σφαγές αμάχων, όπως όλοι οι πόλεμοι, δεν ήταν όμως ένα ιδιαίτερο φαινόμενο βίας χαρακτηριστικό για τις μουσουλμανικές κοινότητες. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια ένδειξη ενός βαθμού βιαιότητας μεγαλύτερου από το «συνηθισμένο». Η μόνη ιδιαιτερότητα ήταν ότι υπήρχε ένας έτοιμος όρος για να δώσει στη βία θρησκευτικό περιεχόμενο – κάτι που φυσικά έκαναν και άλλες θρησκείες, δημιουργώντας νέους όρους (π.χ. Σταυροφορία).

Αντίθετα, η σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία, ιδιαίτερα στις ακραίες μορφές της Αλ Κάιντα ή του Ισλαμικού Κράτους (που διαφέρει π.χ. απ’ αυτή της Χεζμπολάχ με τους πολύ πιο πολιτικά και προσεκτικά επιλεγμένους στόχους), παίρνει συχνά τη μορφή μεμονωμένων επιθέσεων απέναντι σε άμαχους. Έχει στόχο έναν ψηλό αριθμό θυμάτων και τη δημιουργία εντυπώσεων, χωρίς να υπάρχει κάποιο άμεσο στρατιωτικό κέρδος. Αυτό δεν θυμίζει και πολύ τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς πολέμους στη Μέση Ανατολή, ούτε φυσικά τη δράση των Ασασίνων (όπως επίσης μάλλον άστοχα ισχυρίστηκαν κάποιοι), αλλά μοιάζει περισσότερο π.χ. στις επιθέσεις που γίνονται σε αμερικανικά σχολεία, ή αυτήν του Μπρέιβικ στη Νορβηγία. Στις τζιχαντιστικές υπάρχει βέβαια από πίσω μια μεγαλύτερη παγκόσμια δικτύωση, κατά τ’ άλλα όμως δεν διαφέρουν και τόσο. Πρέπει άρα να τις αντιμετωπίσουμε όχι ως συνέχεια μιας ιδιαίτερης παράδοσης, αλλά ως ένα φαινόμενο του σύγχρονου πολιτισμού, με ρίζες σε σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα.

Οι αραβικές και ευρωπαϊκές ρίζες

Αυτό που ονομάστηκε «τζιχαντιστικό» κίνημα γεννήθηκε  κυρίως στην Αίγυπτο στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Σημαντικό είναι να έχουμε υπόψη το πολιτικό πλαίσιο της εποχής (απόηχος της συντριπτικής ήττας των κοσμικών αραβικών καθεστώτων το ’67, φιλοαμερικάνικη και νεοφιλελεύθερη στροφή του νέου καθεστώτος Σαντάτ στην Αίγυπτο), αλλά και το κοινωνικό υπόβαθρο των πρώτων τζιχαντιστικών τάσεων. Το τυπικό προφίλ των ατόμων που κινήθηκαν προς τα εκεί ήταν: νέοι άντρες από χαμηλότερα μεσαία στρώματα, με κάποια τεχνική εκπαίδευση, συχνά άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι.

Αυτό μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε καλύτερα και τη σχέση με σύγχρονα προβλήματα, όπως την ψηλή ανεργία των νέων. Αυτή έχει γίνει συστημική όχι μόνο σε πολλές αραβικές κοινωνίες, αλλά και σε ευρωπαϊκές. Αυτό είναι μάλλον ένα καινούριο κοινωνικό φαινόμενο, που δεν υπήρχε μ’ αυτόν τον τρόπο σε παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες – όπως ήταν ακόμα πριν μερικές δεκαετίες  οι αραβικές (αλλά και η ελληνική). Παλιότερα, οι νέοι είχαν ένα καθορισμένο μέλλον: θα καλλιεργούσαν τα χωράφια των προγόνων τους, θα παντρευόντουσαν και θα έκαναν κι αυτοί παιδιά για να καλλιεργούν τα χωράφια μετά απ’ αυτούς.

Άσχετα αν οι υλικές συνθήκες για τη ζωή του μέσου ανθρώπου βελτιώθηκαν σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή η σιγουριά στις σύγχρονες αστικοποιημένες κοινωνίες (και σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν και οι περισσότερες αραβικές) έχει χαθεί. Σ’ αυτό έχει συμβάλλει φυσικά και η παγκόσμια άνοδος του νεοφιλελευθερισμού, που δεν άφησε ανέγγιχτες τις αραβικές κοινωνίες, ακυρώνοντας πολλά από τα κοινωνικά επιτεύγματα των εθνικιστικών-σοσιαλιστικών καθεστώτων.

Ο κίνδυνος της προσωπικής αποτυχίας ποτέ δεν ήταν ίσως τόσο έντονα αισθητός για τόσο πολλούς νέους. Ταυτόχρονα η πολιτική κατάσταση μοιάζει να μένει στάσιμη, λόγω διαφθοράς και απουσίας προοδευτικών ιδεολογικών εναλλακτικών. Αυτό είναι ένα περιβάλλον το οποίο ευνοεί την εξάπλωση συμπεριφορών ή ιδεολογιών εχθρικών προς τους κοινωνικούς κανόνες, ακόμα και αν δεν έχουν να προτείνουν κάτι καλύτερο. Και φυσικά αυτό δεν αφορά μόνο τα άμεσα θύματα αυτής της κατάστασης – ακόμα και νέοι με καλές υλικές προοπτικές θα επηρεαστούν ιδεολογικά από τη γενική κοινωνική ατμόσφαιρα.

Στην Ελλάδα αυτό μπορεί να παίρνει τη μορφή π.χ. του χουλιγκανισμού, του χρυσαυγιτισμού, αλλά και μιας στείρας επαναστατικότητας με μηδενιστικές τάσεις. Σε κοινωνίες όπως η γαλλική και άλλες δυτικοευρωπαϊκές, όπου ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας που νιώθει έντονα τον κίνδυνο της κοινωνικής αποτυχίας τυχαίνει να είναι μουσουλμανικής καταγωγής (η αποτυχία ένταξης των νέων με μεταναστευτική καταγωγή είναι χρόνιο πρόβλημα αυτών των κοινωνιών), δεν είναι παράξενο που μια ιδεολογία βίας με ισλαμικές αναφορές ασκεί έλξη.

Η παρουσίαση του τζιχαντισμού από τα καθεστωτικά μέσα ως το απόλυτο κακό μάλλον ευνοεί την εξάπλωσή του, αφού οι αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες (Μουσουλμάνοι ή μη) ενστικτωδώς θα αντιδράσουν σε ότι τους πουν οι ελίτ. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα σημαντικό ποσοστό (υπολογίζεται στο 25%) των στρατολογηθέντων μαχητών του Ισλαμικού Κράτους από δυτικοευρωπαϊκές χώρες είναι πρόσφατα προσηλυτισμένοι στο Ισλάμ. Κι αυτοί φαίνεται να είναι νέοι που βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον κίνδυνο αποτυχίας.

Σύγχρονη τζιχάντ εναντίον μουσουλμάνων

Η ιδιαιτερότητα των πρώτων «τζιχαντιστικών» πυρήνων σε σχέση με άλλα ισλαμιστικά κινήματα, ήταν μάλλον η κατηγορηματική απόρριψη του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ζούσαν ως μη γνήσιου ισλαμικού, και ο κεντρικός ρόλος που απέδιδαν στην ένοπλη τζιχάντ ως μέσου που θα έλυνε το πρόβλημα. Σημαντικό ιδεολογικό ρόλο έπαιξαν τα γραπτά του Αιγύπτιου Σαΐντ Κουτμπ, με βάση τα οποία περίπου όλες οι σύγχρονες κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των αραβικών, βρίσκονται στην κατάσταση τζαχιλίγια (άγνοιας), δηλαδή είναι στην ουσία μη μουσουλμανικές. Και ενάντια σ’ αυτήν την τζαχιλίγια ήταν ανάγκη να διεξαχθεί τζιχάντ. Αν και είναι αμφίβολο αν ο Κουτμπ θα ενέκρινε τις πράξεις των σημερινών τζιχαντιστών, αυτό μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε, γιατί η ισλαμιστική τρομοκρατία έχει κατά κύριο λόγο άλλους Μουσουλμάνους ως θύματα (κάτι που είναι καθαρό σε οποιονδήποτε δεν δίνει σημασία μόνο στις δυσανάλογα προβεβλημένες επιθέσεις σε δυτικές χώρες).

Ο Σαΐντ Κουτμπ () θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Υπήρξε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ως μέρος της καταστολής από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθηκε το1954 και εκτελέστηκε το 1966. Πηγή: www.economist.com/node/16588026

Ο Σαΐντ Κουτμπ θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Ως μέρος της καταστολής των ισλαμιστών από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθη το 1954 και εκτελέστηκε το 1966.
Πηγή εικόνας

Για να καταλάβουμε όμως την έλξη που ασκούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, πρέπει να έχουμε υπόψη και έναν άλλο πολύ σημαντικό παράγοντα: τη νέα σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών. Ειδικά στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, αυτός ήταν ίσως ο κρισιμότερος παράγοντας. Παρά την εισροή ξένων μαχητών, η πλειοψηφία τους φαίνεται ότι είναι ντόπιοι, Σύριοι ή Ιρακινοί Σουνίτες.

Χαρακτηριστικό του Ισλαμικού Κράτους από την αρχή της δράσης του, μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ήταν ότι έβαζε στο στόχαστρο κυρίως τους Σιίτες. Σε εποχές που οι Σουνίτες τόσο του Ιράκ όσο και της Συρίας νιώθουν αποξενωμένοι από τα κράτη τους, τα οποία θεωρούν ελεγχόμενα από Σιίτες και αδιάφορα για την ασφάλειά τους, το Ισλαμικό Κράτος μπορεί να φαίνεται ως η μόνη δύναμη που τους υπερασπίζεται. Οι Σιίτες είναι γι’ αυτούς ο πιο ορατός και άμεσος εχθρός. Οι τζιχαντιστές εκμεταλλεύονται (και ενισχύουν οι ίδιοι) την άνοδο αυτού του σεχταρισμού και επενδύουν στη σουνιτική ταυτότητα. Αυτός ο «σουνιτικός εθνικισμός» μπορεί τελικά να έχει περισσότερο βάρος από τα καθαρά θρησκευτικά θέματα – εξάλλου στο πλευρό του Νταές πολεμούν και πρώην μπααθικοί, δηλ. κοσμικοί Άραβες εθνικιστές, με σουνιτική καταγωγή.

Αποικιοκρατία και τζιχαντισμός

Το θέμα της αποικιοκρατίας είναι ένα που επανέρχεται συχνά στο δημόσιο διάλογο περί τζιχαντισμού. Πολλοί αρνούνται ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στα δύο, παραπέμποντας στην απουσία ανάλογων πρακτικών από κατοίκους άλλων, μη-μουσουλμανικών, πρώην αποικιών.

Έχουν ίσως δίκαιο από την άποψη ότι το ένα δεν οδηγεί απαραίτητα στο άλλο. Δεν μπορούμε όμως να μη βλέπουμε το ρόλο που παίζει το αποικιοκρατικό παρελθόν ως εχθρικό σύμβολο για τους τζιχαντιστές – όπως και το ότι αυτοί δυνάμωσαν ακριβώς την εποχή που άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές ιδεολογίες (παναραβισμός, σοσιαλισμός) φαίνονταν να αποτυγχάνουν.

Μένοντας στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, πολλοί απ’ έξω δεν πρόσεξαν ίσως τη σημασία που αυτό δίνει στην κατάργηση των συνόρων που προέρχονται από τη συμφωνία Σάικς-Πικό. Μ’ αυτήν τη συμφωνία ανάμεσα σε Άγγλους και Γάλλους είχαν οριοθετηθεί οι σφαίρες επιρροής τους στη Μέση Ανατολή. Σ’ αυτήν βασίζονται και τα σημερινά σύνορα, ειδικά αυτό ανάμεσα στη Συρία και το Ιράκ, που δεν έχει καμία άλλη φυσικο-γεωγραφική, ανθρωπογεωγραφική ή ιστορική βάση. Και οι δύο πλευρές αυτού του συνόρου κατοικούνται παρεμπιπτόντως κυρίως από Σουνίτες Άραβες.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Αφού το Ισλαμικό Κράτος έθεσε τόσο το Δυτικό Ιράκ όσο και την Ανατολική Συρία υπό τον έλεγχό του, αυτό το σύνορο σήμερα πρακτικά δεν υπάρχει πλέον. Κάτι που το ΙΚ δεν παραλείπει να διαφημίζει, ως απόδειξη της περιφρόνησης προς το αποικιοκρατικό παρελθόν και της κληρονομιάς που αυτό άφησε. Και το ότι αυτό το πέτυχαν τελικά οι τζιχαντιστές, ενώ είχαν αποτύχει όλες οι άλλες ενωτικές δυνάμεις που στόχευαν στην κατάργησή του (παναραβιστές, σοσιαλιστές, Σύριοι εθνικιστές), έχει φυσικά μια βαρύτητα.

Τέλος, όσον αφορά και το σύγχρονο ιμπεριαλισμό, πολύ σημαντικός ήταν ο ρόλος που έπαιξαν στρατιωτικές επεμβάσεις, π.χ. της Ρωσίας στο Αφγανιστάν και στη Τσετσενία, των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αυτές ενίσχυσαν τη στρατολόγηση νέων τζιχαντιστών, την παγκόσμια δικτύωσή τους, αλλά και την απόκτηση πολεμικής πείρας, που αποδεικνύεται πολύτιμη σήμερα στη Συρία και αλλού.


Το πρόβλημα του τζιχαντισμού είναι δυστυχώς κάτι με το οποίο θα ζούμε μάλλον για τουλάχιστον μερικές δεκαετίες ακόμα. Ακόμα και αν όλοι οι παράγοντες που αναφέραμε ως αιτίες εξαφανίζονταν (και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι θα γίνει κάτι τέτοιο), θα χρειαζόταν πολύς καιρός για να χάσει αυτό το κίνημα τη δυναμική που απέκτησε.

Το λάθος είναι να το δούμε ως «σύγκρουση δυτικού και ισλαμικού πολιτισμού» – και, ακόμα χειρότερα, να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ως σύμμαχους ή και μέρος του δυτικού. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι οργανώσεις όπως το Νταές δεν εχθρεύονται (μόνο) το δυτικό πολιτισμό – εχθρεύονται και το μεσανατολικό πολιτισμό, τον οποίο χαρακτηρίζει επί αιώνες η ανοχή και η σχετικά ειρηνική συνύπαρξη πολλών διαφορετικών θρησκειών. Σ’ αυτά τα πλαίσια, έχει μεγάλη σημασία το πως θα χειριστούμε το θέμα της συμβίωσης διαφορετικών εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων – που, μέσω του προσφυγικού κύματος, θα επανέλθει αναπόφευκτα και στις χώρες μας.

Σχετικά άρθρα/βιβλία/ντοκυμαντέρ:

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 2: Ισλαμισμος

Κλασσικό

Ο ισλαμισμός είναι μάλλον η πρώτη ιδεολογία που έρχεται στο μυαλό κάποιου όταν ακούει τη φράση «αραβικός κόσμος». Για τους περισσότερους έχει συνδεθεί με ιδιαίτερα αρνητικές εικόνες, όπως οι πρόσφατοι αποκεφαλισμοί από το Ισλαμικό Κράτος. Όπως όμως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, δεν ήταν πάντα αυτή η σημαντικότερη ιδεολογία στον αραβικό χώρο – ούτε είναι κατ’ ανάγκη σήμερα. Είναι παρ’ όλα αυτά σημαντικό να δούμε τι είναι ο ισλαμισμός και οι εσωτερικές του διαφοροποιήσεις.

Οι ρίζες: Σαλαφίγια και πανισλαμισμός

Όταν μιλάμε για τις ρίζες του ισλαμισμού, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι στον αραβόφωνο χώρο η εξουσία είχε επί 13 αιώνες και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα έτσι κι αλλιώς αναφορά στο Ισλάμ και τη Σαρία (τον ιερό νόμο). Το ερώτημα που έμπαινε δηλαδή στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν ήταν τόσο αν πρέπει η Σαρία να είναι ο νόμος του κράτους, όπως τίθεται από τους σημερινούς ισλαμιστές ως αντίδραση στην εκκοσμίκευση.

Το κύριο πρόβλημα που μάλλον απασχολούσε τους Άραβες διανοούμενους της εποχής ήταν η ολοένα και πιο εμφανής υπανάπτυξη σε σχέση με τη Δύση. Η πολιτική της επίπτωση ήταν ότι πολλές αραβικές χώρες βρέθηκαν για πρώτη φορά υπό έντονη δυτική μη-μουσουλμανική εξάρτηση, που έμελλε σύντομα να εξελιχθεί σε ανοικτή αποικιοκρατία, ιδιαίτερα στη Βόρεια Αφρική. Το οθωμανικό πλαίσιο φαινόταν να είναι όχι μόνο ανίκανο να υπερασπιστεί τη «χώρα του Ισλάμ» από τους εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και εσωτερικά εντελώς αναποτελεσματικό. Ήταν φανερό ότι υπήρχε η ανάγκη μιας ανανέωσης.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, γεννήθηκε κυρίως ανάμεσα στους διανοούμενους της Αιγύπτου το σαλαφιστικό κίνημα. Σήμερα μπορεί η λέξη «σαλαφισμός» να μας φέρνει στο νου το πιο ακραίο και δογματικό Ισλάμ, τότε όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Οι διανοούμενοι που εκπροσωπούσαν αυτό το κίνημα (π.χ. ο Μουχάμαντ Αμπντούχήθελαν μάλλον ένα Ισλάμ ικανό να ανταγωνιστεί τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, με έμφαση στην αρχή της λογικής και στον εκσυγχρονισμό της παιδείας. Η εξιδανίκευση της εποχής του Μωάμεθ και η ανάγκη επιστροφής σ’ αυτό το ιδανικό (από το οποίο οι σύγχρονες μουσουλμανικές κοινωνίες είχαν κατά την άποψή τους απομακρυνθεί), είναι πάντως κάτι κοινό με τα ισλαμιστικά κινήματα που θα ακολουθούσαν – εκεί βρίσκονται και οι ρίζες αυτού που ονομάζουμε σήμερα φονταμενταλισμό.

Παράλληλα και σε σύνδεση μ’ αυτό αναπτύχθηκαν πανισλαμιστικές ιδέες, δηλαδή της ένωσης όλων των Μουσουλμάνων σ’ ένα κράτος, προκειμένου να μπορούν να αντισταθούν με επιτυχία στο δυτικό επεκτατισμό. Αυτός ο πανισλαμισμός  ήταν περισσότερο μια εστίαση στην κοινή ισλαμική ταυτότητα. Πολλοί από τους κύριους εκφραστές του είχαν μάλλον  εκσυγχρονιστικό προφίλ. Πιο σωστό θα ήταν ίσως να τον θεωρήσουμε ως ένα είδος μουσουλμανικού «εθνικισμού» – ο οποίος πάντως επίσης υιοθετήθηκε από τους ισλαμιστές του επόμενου αιώνα.

Ο Τζαμάλ αλ-Ντιν αλ-Αφγκάνι (1838-1897) ήταν παρά το όνομά του μάλλον περσικής σιιτικής καταγωγής (την οποία πιθανόν να ήθελε να κρύψει, δρώντας στη σουνιτική Οθωμανική Αυτοκρατορία). Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Μουσουλμάνους φιλόσοφους του 19ου αιώνα: τόνιζε τη σημασία της θρησκείας στην κοινωνία, καθώς και την ανάγκη ισλαμικής ενότητας και καταπολέμησης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Από πολλούς Μουσουλμάνους ηγέτες θεωρήθηκε πάντως αιρετικός και αναγκάστηκε κατά διαστήματα να διαφύγει στην Ευρώπη. Πηγή: www.britannica.com

Ο Τζαμάλ αλ-Ντιν αλ-Αφγκάνι (1838-1897) ήταν παρά το όνομά του μάλλον περσικής σιιτικής καταγωγής (την οποία πιθανόν να ήθελε για ευνόητους λόγους να κρύψει). Τόνιζε τη σημασία της θρησκείας στην κοινωνία, καθώς και την ανάγκη ισλαμικής ενότητας και αντίστασης στη δυτική κυριαρχία – λαμβάνοντας όμως υπόψη και τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις της Δύσης. Από πολλούς Μουσουλμάνους θεωρήθηκε πάντως αιρετικός και αναγκάστηκε κατά διαστήματα να διαφύγει στην Ευρώπη.
Πηγή εικόνας

Η δεξιά στροφή στον αραβικό κόσμο

Στη συνέχεια, όπως είδαμε και στο προηγούμενο άρθρο, οι πανισλαμικές ιδέες μπήκαν στο περιθώριο. Οι Τούρκοι και οι Πέρσες πήραν τους δικούς τους ξεχωριστούς δρόμους και στους Άραβες επικράτησε η αραβική εθνική ιδέα, που ένωνε Μουσουλμάνους και Χριστιανούς. Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 αυτή η ιδέα πήρε σοσιαλιστικά και κοσμικά χαρακτηριστικά.

Αυτή η κατάσταση άλλαξε όμως πάλι μετά την τραυματική συντριβή των Αράβων από το Ισραήλ το 1967. Η παναραβική ιδέα έμοιαζε πλέον αποτυχημένη. Αυτό οδήγησε από τη μια μεριά σε αριστερή ριζοσπαστικοποίηση (όπως θα δούμε σε ένα από τα επόμενα άρθρα), από την άλλη όμως και σε μια πιο συντηρητική στροφή, πίσω πάλι στις παλιές ισλαμικές αξίες. Πιο καθαρά εκφράστηκε αυτή η στροφή στην Αίγυπτο, όπου ο διάδοχος του Νάσερ, ο Σαντάτ, εγκατέλειψε τα σοσιαλιστικά στοιχεία για χάρη του οικονομικού φιλελευθερισμού, προσέγγισε τις ΗΠΑ εις βάρος της ΕΣΣΔ – και ταυτόχρονα προώθησε το ρόλο του Ισλάμ στην κοινωνία, κάνοντας και τη Σαρία μέρος του Συντάγματος.

Σ’ αυτήν τη «δεξιά στροφή» έπαιξε όμως ρόλο και μια άλλη σημαντική γεωπολιτική αλλαγή: ο πλουτισμός των συντηρητικών μοναρχιών του Κόλπου μέσω του πετρελαίου. Αυτός αύξησε και το πολιτικό τους βάρος μέσα στον αραβικό κόσμο. Κεντρικό ρόλο έπαιξε (και παίζει) η Σαουδική Αραβία, μια απόλυτη μοναρχία που στηρίζεται στη συμμαχία με τον ουαχαμπιτισμό. Ο τελευταίος είναι μια μορφή ακραίου πουριτανικού Ισλάμ, που γεννήθηκε τον 18ο αιώνα. Η σαουδική μοναρχία επιδίωξε να αυξήσει την επιρροή της σε άλλες αραβικές χώρες: σ’ αυτό ανήκε φυσικά και η χρηματοδότηση ομάδων με ιδεολογία κοντινή στη δική της.

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα ως δημοκρατικός ισλαμισμός;

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα («Ιχουάν» στα αραβικά) είχε ήδη ιδρυθεί το 1928 από τον Αιγύπτιο δάσκαλο Χασάν αλ Μπάνα. Εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Αμπντούχ και του αλ-Αφγκάνι, θέλοντας να τις εφαρμόσει στην πολιτική πράξη. Η ρητορική περί κοινωνικής αλληλεγγύης και ο αγώνας ενάντια στην αποικιοκρατία τη βοήθησαν να προσελκύσει οπαδούς. Απέρριπτε και το δυτικό καπιταλισμό και τον κομμουνισμό λόγω της κοσμικής τους φύσης: πρότεινε έναν τρίτο δρόμο, που θα ερχόταν με την εγκατάσταση μιας «ισλαμικής τάξης». Εναντιώθηκε στο διαχωρισμό κράτους-θρησκείας, που είχε ήδη αρχίσει να φτάνει και στον αραβικό κόσμο. Ταυτόχρονα όμως δεχόταν την αρχή της λαϊκής δημοκρατικής συμμετοχής στη διακυβέρνηση, ερμηνεύοντας την μάλιστα ως αρχαία ισλαμική αρχή – έπρεπε φυσικά να μένει στα πλαίσια του ιερού νόμου. Ουσιαστικά γεννιέται έτσι ο ισλαμισμός ως σύγχρονη ιδεολογία.

Η Αδελφότητα υποστήριξε την επανάσταση του Νάσερ, γρήγορα όμως συγκρούστηκε μαζί του λόγω της κοσμικότητας του καθεστώτος. Αυτός αποφάσισε να καταστείλει την οργάνωση με σκληρό τρόπο. Πολλά μέλη της συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν. Αυτή η καταπίεση οδήγησε και σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση, όπως θα δούμε πιο κάτω. Μετά τον Νάσερ πάντως, η καταστολή εναντίον της Αδελφότητας χαλάρωσε αρκετά. Πολλά μέλη της προσπάθησαν να ασκήσουν επιρροή συμμετέχοντας στο υπάρχον πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Αυτή η μισο-νομιμότητα εξηγεί ίσως και τους αρχικούς δισταγμούς της ηγεσίας της να συμμετάσχει στην πρόσφατη εξέγερση που οδήγησε στην ανατροπή του Μουμπάρακ.

Το σύμβολο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.  Πηγή:  www.investigativeproject.org

Το σύμβολο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.
Πηγή εικόνας

Παραρτήματα της Μ. Α. ή συγγενικές οργανώσεις ιδρύθηκαν σε πολλές αραβικές χώρες. Προσπάθησαν να καταλάβουν την εξουσία με διαφορετικούς τρόπους: μέσω (αποτυχημένης) επανάστασης στη Συρία το 1979-82, μέσω εκλογών και στη συνέχεια με ένοπλο κίνημα στην Αλγερία. Η Χαμάς το πέτυχε (μερικώς) το 2006 μέσω εκλογών, ενώ με την Αραβική Άνοιξη ακολούθησε πρώτα η Εννάχντα στην Τυνησία και μετά η ίδια η Αδελφότητα στην Αίγυπτο.

Πώς όμως έφτασαν τέτοια κινήματα να έχουν τόση αποδοχή και να διεκδικούν την εξουσία; Εκτός από τους λόγους που αναφέρθηκαν πριν, ένα ρόλο πρέπει να έπαιξαν και η άνοδος του οικονομικού φιλελευθερισμού μαζί με την απόσυρση του κράτους από διάφορες κοινωνικές υπηρεσίες. Οργανώσεις όπως η Αδελφότητα (αν και ακόμα παράνομη) ήταν εκεί για να αναπληρώσουν το κενό – έκαναν φιλανθρωπικές δράσεις, διαχειρίζονταν νοσοκομεία, σχολεία, νηπιαγωγεία που συχνά λειτουργούσαν καλύτερα από τα αντίστοιχα κρατικά. Σιγά σιγά άρχιζαν να αποκτούν ρίζες στον κόσμο.

Σήμερα κάποιοι βλέπουν σ’ αυτές τις οργανώσεις τη δύναμη ενός δημοκρατικού, ίσως ακόμα και φιλοκαπιταλιστικού ισλαμισμού, στα πρότυπα του ερντογανικού κινήματος (το οποίο τα θεωρεί συγγενικά του) – κάτι σαν το ανάλογο της Χριστιανοδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μένει ακόμα να δούμε την εξέλιξή τους – η συμμετοχή τους στη διακυβέρνηση, εκεί όπου αυτή τους επιτρέπεται, τα αναγκάζει σίγουρα να είναι πιο μετριοπαθή. Πάντως δεν έχουν καταφέρει να πείσουν τους εχθρούς τους ότι δεν είναι επικίνδυνα, όπως είδαμε από την πολύ μεγάλη αντίδραση εναντίον τους στην Αίγυπτο, που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησής τους μετά από μόλις έναν χρόνο.

Ο Ρασίντ Γκανούσι, ιδρυτής και πνευματικός ηγέτης του κόμματος Εννάχντα. Το κόμμα ήταν ο πυρήνας της πρώτης δημοκρατικά κυβέρνησης της Τυνησίας μετά την εξέγερση του '11. Τα τρία χρόνια διακυβέρνησης δεν θεωρήθηκαν πετυχημένα - οι εκλογές του '14 το έβαλαν σε ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πηγή εικόνας: http://www.aljazeera.com/indepth/opinion/2012/04/20124795440442662.html

Ο Ρασίντ Γκανούσι, ιδρυτής και πνευματικός ηγέτης του κόμματος Εννάχντα. Το κόμμα ήταν ο πυρήνας της πρώτης δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης της Τυνησίας μετά την εξέγερση του ’11. Τα τρία χρόνια διακυβέρνησης δεν θεωρήθηκαν πετυχημένα – οι εκλογές του ’14 το έβαλαν σε ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Πηγή εικόνας 

Τα δείγματα που έχουν δώσει αυτές οι οργανώσεις μέχρι τώρα δείχνουν πάντως ότι διαφέρουν τουλάχιστον σ’ έναν τομέα από αυτές που θα περιγραφούν στη συνέχεια: αν και σουνιτικές, δεν διστάζουν να προσεγγίσουν ή ακόμα και να συνεργαστούν (στην περίπτωση της Χαμάς) με το σιιτικό Ιράν. Αυτό πρέπει ίσως να το δούμε όντως ως ένα στοιχείο μετριοπάθειας.

Σαλαφιστές και Τζιχαντιστές

Όπως ήδη είπαμε, η  γενική αποτυχία των εθνικιστικών καθεστώτων τόσο εξωτερικά (πάλη ενάντια στο Ισραήλ, αραβική ενοποίηση, απεξάρτηση από τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις) όσο και εσωτερικά (αποδυνάμωση κοινωνικού κράτους, διαφθορά, οικονομική στασιμότητα, ανεργία) έκανε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ αυτά. Αυτό το κενό το εκμεταλλεύτηκαν όχι μόνο οργανώσεις όπως η Αδελφότητα ή η Χαμάς, αλλά και άλλες πιο ακραίες.

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα ανανεώθηκε το σαλαφιστικό κίνημα (από τη λέξη σαλάφ: αναφέρεται στους πρώτους Μουσουλμάνους της εποχής του Προφήτη), αλλά με αρκετά διαφορετικό χαρακτήρα από τον πρόγονό του του 19ου αιώνα. Οι οργανώσεις αυτές πρεσβεύουν ένα ακραία πουριτανικό και δογματικό Ισλάμ – εξάλλου συχνά η χρηματοδότησή τους προέρχεται από την ουαχαμπιτική Σαουδική Αραβία. Παίρνουν τα ιερά κείμενα κατά λέξη και απορρίπτουν κάθε προσπάθεια λογικής ερμηνείας τους. Σε αντίθεση με την Αδελφότητα δίνουν περισσότερο βάρος στην προσωπική ηθική παρά σε ένα γενικό πολιτικό πρόγραμμα και απορρίπτουν την ιδέα της δημοκρατίας. Έβλεπαν μάλιστα την πολιτική συμμετοχή της Αδελφότητας ως παρέκκλιση από τον σωστό ισλαμικό δρόμο. Μόλις μετά την εξέγερση του ’11 αποφάσισαν τελικά κάποια τμήματα του αιγυπτιακού σαλαφισμού να συμμετάσχουν στον πολιτικό στίβο, πετυχαίνοντας μάλιστα με 28% τη δεύτερη θέση στις εκλογές – μια σίγουρα περίεργη απόφαση, με βάση τη μέχρι τώρα πορεία τους. 

Εκδήλωση Σαλαφιστών στην Αίγυπτο. Πηγή: www.nytimes.com/2011/12/11/world/middleeast/salafis-in-egypt-have-more-than-just-religious-appeal.html?pagewanted=all&_r=0

Εκδήλωση Σαλαφιστών στην Αίγυπτο.
Πηγή εικόνας

Στη μεγάλη του πλειοψηφία πάντως το σαλαφιστικό κίνημα είναι ειρηνικό. Παράλληλα και σε σύνδεση με αυτό όμως αναπτύχθηκε και μια ιδιαίτερη τάση, που έμελλε να γίνει παγκόσμια γνωστή, μέσω οργανώσεων όπως η Αλ Κάιντα ή το Ισλαμικό Κράτος. Πρώτα όμως ας επιστρέψουμε μερικά χρόνια πίσω.

Σημείο αναφοράς για το ισλαμιστικό κίνημα είναι ο Αιγύπτιος Σαγίντ Κουτμπ, γεννημένος το 1906. Στα πρώτα του χρόνια ήταν μάλλον απλά ένας φιλελεύθερος διανοούμενος, στη συνέχεια όμως στράφηκε στην αναζήτηση του ιδανικού Ισλάμ, όπως είχε υπάρξει την εποχή του Μωάμεθ και των πρώτων διαδόχων του. Σ’ αυτό έπαιξε ρόλο και η διετής του παραμονή στις ΗΠΑ και αυτό που εισέπραξε ως δυτικό πολιτισμό: υλισμό, ανηθικότητα και ρατσισμό.

Τα γραπτά του είχαν ένα έντονα ριζοσπαστικό και επαναστατικό ύφος σε μια περίεργη ανάμειξη με θρησκευτικό φονταμενταλισμό – κάποιοι το ονόμασαν «αναρχο-ισλαμισμό». Αρνείται να αναγνωρίσει οποιαδήποτε ανθρώπινη εξουσία ή νόμο άλλoν από τον ιερό νόμο του Θεού. Τα αραβικά καθεστώτα (όπως και τη σύγχρονη αραβική κοινωνία γενικά) δεν τα δέχεται ως γνήσια μουσουλμανικά και άρα τα θεωρεί εχθρούς. Ενώ ξεκαθαρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει εξαναγκασμός στο Ισλάμ, επιβάλλεται να επικρατήσει παντού ο ιερός νόμος – που θα δώσει την ελευθερία σε κάθε άνθρωπο να αποφασίσει μόνος του αν θα ακολουθήσει το δρόμο του Θεού ή όχι. Αυτό είναι δυνατόν μόνο αν καταστραφούν μέσω της τζιχάντ όλοι οι θεσμοί που τον εμποδίζουν.

Ο Σαΐντ Κουτμπ () θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Υπήρξε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ως μέρος της καταστολής από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθηκε το1954 και εκτελέστηκε το 1966. Πηγή: www.economist.com/node/16588026

Ο Σαγίντ Κουτμπ θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Υπήρξε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ως μέρος της καταστολής από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθηκε το1954 και εκτελέστηκε το 1966.
Πηγή εικόνας

Ο,τι και αν εννοούσε ο Κουτμπ όταν διατύπωνε αυτές τις θεωρίες, βοήθησαν στο να εμπνεύσουν τη βίαιη δράση του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Η πρώτη έκφραση του τελευταίου ήταν πάλι στην Αίγυπτο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ιδρύθηκαν πολλές μικρές ισλαμιστικές οργανώσεις. Τα μέλη τους ήταν κυρίως νέοι από τα κατώτερα μεσαία στρώματα, όχι σπάνια με κάποιου είδους σπουδές, αλλά συνήθως άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι. Απογοητευμένοι από τη γενική κατάσταση, που κατά την άποψή τους δεν είχε καμία σχέση με τις διδαχές του Προφήτη, στράφηκαν στην αναζήτηση του «πραγματικού Ισλάμ».

Η ιδιαιτερότητά τους, τουλάχιστον ενός μέρους τους, ήταν ότι έβλεπαν ως κεντρικό μουσουλμανικό καθήκον την τζιχάντ: εξ’ου και ο όρος τζιχαντισμός. Στην ισλαμική παράδοση η έννοια τζιχάντ αναφέρεται σε διάφορες μορφές πάλης,  από τις οποίες η ένοπλη είναι μόνο μία. Αυτοί όμως επικεντρώνονται ακριβώς εκεί (χαρακτηριστική για το βάρος που δίνεται στη βίαιη τζιχάντ είναι π.χ. η ένδειξη ότι οι δράστες της 11ης Σεπτεμβρίου κατανάλωσαν αλκοόλ την προηγούμενη νύχτα – αυτή η μικρή αμαρτία θεωρούνταν ασήμαντη σε σχέση με την επικείμενη πράξη τους, που θα τους εξασφάλιζε τη θέση στον παράδεισο). Επίσης σημαντική διαφορά από οργανώσεις όπως η Αδελφότητα είναι ο ελιτισμός που τους χαρακτηρίζει: δεν έχουν καμιά εκτίμηση σε δημοκρατικές διαδικασίες, αφού έτσι κι αλλιώς το έργο τους είναι υπόθεση λίγων εκλεκτών.

Το αιγυπτιακό κράτος το έβλεπαν ως μη-μουσουλμανικό και άρα ως νόμιμο στόχο. Έγιναν διάφορες βομβιστικές επιθέσεις και απαγωγές, ενώ η μεγάλη τους επιτυχία ήταν η δολοφονία του Προέδρου Σαντάτ. Η ίδια απόρριψη ίσχυε για τους «επίσημους» ιερωμένους, των οποίων οι αποφάσεις ή απόψεις θεωρούνται από τους τζιχαντιστές έτσι κι αλλιώς άκυρες.

Το κομβικό σημείο όμως για την εξάπλωση του τζιχαντισμού ήταν ο πόλεμος του Αφγανιστάν ενάντια στη σοβιετική εισβολή, ο οποίος στηρίχθηκε από τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία. Αν και οι ντόπιοι μαχητές είχαν πιθανόν τοπικά κίνητρα, πολλοί νέοι από αραβικές (και άλλες) χώρες ήρθαν να τους ενισχύσουν. Επιστρέφοντας από το Αφγανιστάν, έφερναν ήδη την εμπειρία της «τζιχάντ» μαζί τους. Αυτή η εμπειρία μπορούσε τώρα να εφαρμοστεί όπου ανά τον κόσμο κρινόταν αναγκαίο: στη Βοσνία, την Τσετσενία – και τώρα στη Συρία ή τη Λιβυή. Ένα τζιχαντιστικό δίκτυο εξαπλώθηκε στον κόσμο, με οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα ή τώρα το Ισλαμικό Κράτος. Ως εχθροί ορίζονται π.χ. η Δύση, τα (ημι-)κοσμικά αραβικά καθεστώτα – και τελευταία, όλο και πιο πολύ οι Σιίτες.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσα τους, τη Ράκκα της Συρίας. Πηγή

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην πρωτεύουσά τους, τη Ράκκα της Συρίας.
Πηγή εικόνας

Σιιτικός Ισλαμισμός: μια ιδιαίτερη περίπτωση

Τα κινήματα και τα πρόσωπα που αναφέρθηκαν μέχρι στιγμής ανήκουν όλα στην παράδοση του σουνιτικού Ισλάμ, το οποίο ακολουθεί και η μεγάλη πλειοψηφία των Μουσουλμάνων ανά τον κόσμο. Ισλαμιστικές οργανώσεις δημιουργήθηκαν όμως και στο σιιτικό χώρο, ιδιαίτερα μετά την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν. Σήμερα έχουν σημαντικό πολιτικό ρόλο σε αραβικές χώρες που οι Σιίτες αποτελούν την πλειοψηφία ή ισχυρή μειοψηφία. Οι Χούτι της Υεμένης έχουν τμήματα της επικράτειας υπό τον έλεγχό τους, στο Ιράκ ο πρωθυπουργός προέρχεται από το σιιτικό ισλαμιστικό κόμμα Νταγουά, ενώ στο Λίβανο η γνωστή Χεζμπολάχ παίζει κεντρικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Το πιο σημαντικό κοινό στοιχείο που έχουν αυτές οι οργανώσεις είναι η σύνδεσή τους με το Ιράν – τουλάχιστον έτσι τις βλέπουν οι σουνιτικές ελίτ.

Το ποσοστό των Σιιτών ανα χώρα (σ' αυτό συμπεριλαμβάνονται και οι Αλεβίτες και Αλαουίτες, που είναι ειδικές περιπτώσεις).

Το ποσοστό των Σιιτών ανα χώρα (σ’ αυτό συμπεριλαμβάνονται και οι Αλεβίτες και Αλαουίτες). Πηγή εικόνας

Ο σιιτικός ισλαμισμός έχει όμως ακόμα μια σημαντική ιδιαιτερότητα: έφερε στους κόλπους του ισλαμισμού το όπλο των επιθέσεων αυτοκτονίας, που πολλοί βλέπουν πλέον ως κάτι τυπικό της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η πρώτη που τόλμησε να χρησιμοποιήσει αυτό το όπλο ήταν η Χεζμπολάχ το 1982, στα πλαίσια της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή. Αυτό ίσως δεν είναι ασύνδετο με μια τάση αναζήτησης του μαρτυρικού θανάτου, που είναι πιο ισχυρή στην παράδοση του σιιτικού παρά του σουνιτικού Ισλάμ.

Σήμερα πάντως ο σιιτικός ισλαμισμός φαίνεται να είναι περισσότερο μια έκφραση σιιτικού «εθνικισμού», η υπεράσπιση των συμφερόντων της σιιτικής κοινότητας. Ταυτόχρονα μοιάζει να είναι η πιο μαχητική δύναμη ενάντια στο σουνιτικό τζιχαντισμό. Οι αναφερθείσες οργανώσεις πολεμούν ενάντια στην Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος σε όλα τα μέτωπα: στο Ιράκ, στη Συρία, στην Υεμένη. Αν μάλιστα το Ισλαμικό Κράτος επιτεθεί στο Λίβανο, θα δούμε πολύ πιθανόν τη Χεζμπολάχ στο ρόλο του στρατιωτικού υπερασπιστή της κοσμικότητας και του θρησκευτικού πλουραλισμού. Κάτι που σίγουρα θα μπερδέψει τους ανά τον κόσμο ισλαμοφοβικούς.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Συμπεράσματα

Πολύς κόσμος συνηθίζει να βλέπει τον ισλαμισμό σαν μια επιμονή στην παράδοση, την απόρριψη του σύγχρονου κόσμου και του εκδυτικισμού. Μ’ αυτό το άρθρο προσπάθησα να δείξω ότι δεν είναι τόσο απλό: ο ισλαμισμός είναι ένα σύγχρονο ρεύμα, το οποίο δημιουργήθηκε σε μια διαλεκτική σχέση με τη Δύση, δεχόμενο επιρροές και απορρίπτοντας άλλες – και πάντα εξαρτημένο από τις παγκόσμιες εξελίξεις. Δεν είναι απίθανο να έχει και εκσυγχρονιστικά στοιχεία, όπως π.χ. η απόρριψη των μυστικιστικών πρακτικών και προλήψεων που χαρακτηρίζουν το λαϊκό Ισλάμ. Επίσης, ο παγκόσμιος ισλαμισμός σίγουρα δεν είναι κάτι ενιαίο, όπως φάνηκε καθαρά και στο πρόσφατο αιγυπτιακό πραξικόπημα: ένα μεγάλο κομμάτι των Σαλαφιστών μαζί με τη ουαχαμπιτική Σαουδική Αραβία υποστήριξαν τον αιγυπτιακό στρατό ενάντια στη Μουσουλμανική Αδελφότητα.

Πάντως ο ισλαμισμός φαίνεται να παραμένει μια συντηρητική ως οπισθοδρομική ιδεολογία, παρά τις όποιες εκσυγχρονιστικές ή και σοσιαλιστικές τάσεις του. Η σημαντικότερη προσπάθεια ενός «αριστερού ισλαμισμού» δεν προέρχεται από τον αραβικό χώρο, αλλά από το Ιράν (Αλί Σαριάτι, Μουτζαχεντίν του Λαού) και ακόμα και εκεί έχει χάσει μάλλον κάθε δυναμική. Ένα μέρος του σημερινού ισλαμισμού στις αραβικές χώρες μπορεί ίσως να είναι τύπου Ερντογάν – δηλαδή κάτι σαν μια κεντροδεξιά δύναμη.

Φυσικά ως τέτοια πρέπει να γίνει σεβαστή και να έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει ισότιμα στην πολιτική ζωή. Η καταστολή το μόνο που θα κάνει είναι να δυναμώσει την τζιχαντιστική παράταξη (όπως ήδη έγινε στο παρελθόν), αφού ενισχύει και την άποψη της τελευταίας, ότι η ισλαμική πολιτική δραστηριότητα δεν είναι δυνατή μέσα σε δημοκρατικά πλαίσια. Έχουμε ήδη το κακό παράδειγμα της Αλγερίας, που δυστυχώς φαίνεται να επαναλαμβάνεται σήμερα στην Αίγυπτο.

Υπάρχει όμως ακόμα ένας σοβαρός λόγος, που ο ισλαμισμός δεν μπορεί να γίνει πραγματική δύναμη ενότητας και απεξάρτησης από τη Δύση. Αυτός είναι η θρησκευτική ποικιλία της αραβικής Ανατολής (το Μαγκρέμπ είναι άλλη ιστορία). Είναι σχεδόν απίθανο ένα ισλαμιστικό κόμμα να γίνει αποδεκτό από μεγάλα τμήματα του χριστιανικού πληθυσμού (η περίπτωση της Χεζμπολάχ είναι πολύ ειδική, και εξάλλου αυτή έχει εγκαταλείψει εδώ και καιρό τους θεοκρατικούς της στόχους), αλλά ούτε από τους Δρούζους ή τους Αλαουίτες. Επίσης, αν το κόμμα είναι σουνιτικό, θα αντιμετωπιστεί πιθανότατα εχθρικά από τους Σιίτες – και αντίστροφα. Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων δείχνουν ότι όπου δυναμώνουν ισλαμιστικά κινήματα, οδηγούν σε διχόνοια που εμποδίζει τον εκδημοκρατισμό.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων στην περιοχή του Λεβάντε.

Η θρησκευτική γεωγραφία της περιοχής του Λεβάντε – που δείχνει και τη βασική αδυναμία του Ισλαμισμού ως ενωτική ιδεολογία. Πηγή εικόνας

Είναι τέλος σημαντικό να κατανοήσουμε, ότι η σημερινή δύναμη των ισλαμιστικών κομμάτων είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων συγκυριών (στη διαμόρφωση των οποίων η Δύση κάθε άλλο παρά αμέτοχη ήταν) και όχι κάτι αναπόφευκτο στη Μέση Ανατολή. Το παράδειγμα της Τυνησίας δείχνει ότι οι ισλαμιστές μπορεί να φύγουν δημοκρατικά από την εξουσία τόσο γρήγορα όσο ήρθαν. Τόσο τα αραβικά δικτατορικά καθεστώτα όσο και οι (κρυφοί ή όχι) θαυμαστές τους, δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν αιώνια αυτή τη δικαιολογία για να εμποδίσουν τον εκδημοκρατισμό του αραβικού κόσμου.

Βιβλιογραφία

  • Peter Heine (2004): Terror in Allahs Name – Extremistische Kräfte in Islam.
  • Μαξίμ Ροντινσόν (1980): Οι Άραβες.
  • Andreas Meier (1995): Politische Strömungen im modernen Islam.
  • Sayyid Qutb (1964): Milestones.
  • Ali Bakr (2012): Egypt’s Salafists – A closer look. In: Ahram Online. (σύνδεσμος)
  • Nico Prucha (2012): An Interview with Islamist Scholar Abd al-Mun’im Moneep. In: Perspectives on Terrorism. (σύνδεσμος)

Σχετικά ντοκυμαντέρ/συνεντεύξεις:

Ενα Ισλαμ δημοκρατικο – και καπιταλιστικο

Κλασσικό

Είτε μας αρέσει είτε όχι, ο ισλαμισμός είναι ένα ιδεολογικό ρεύμα σημαντικό στην εποχή μας. Αυτό μπορεί να μοιάζει περίεργο, από τη στιγμή που μέχρι πριν 40-50 χρόνια ο ρόλος του ήταν μάλλον περιθωριακός. Αλλά δεν μπορεί κανένας να κλείσει τα μάτια μπροστά στον αυξανόμενο αριθμό κινημάτων, ακόμα και καθεστώτων, με κεντρική αναφορά στο Ισλάμ.

Την πρώτη του δυναμική εμφάνιση στη σύγχρονη εποχή, ο ισλαμισμός την έκανε ουσιαστικά με την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979. Από τότε εμφανίστηκαν ή ενδυναμώθηκαν σε μουσουλμανικές χώρες πολλά κινήματα ισλαμιστικής ιδεολογίας, κάποια απ’ αυτά ανέλαβαν και την εξουσία. Ιδιαίτερη περίπτωση στην περιοχή μας είναι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), που ίδρυσε στην Τουρκία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Αυτό είναι και το κύριο θέμα του άρθρου, μια και το φαινόμενο Ερντογάν έχει σημασία και για άλλες γειτονικές χώρες.

Η παράδοση του τουρκικού ισλαμισμού και ο Ερντογάν

Οι τρεις πιο σημαντικοί άντρες του AKP: Αχμέτ Νταβούτογλου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Αμπντουλάχ Γκιουλ (από αριστερά προς τα δεξιά).

Οι τρεις πιο σημαντικοί άντρες του AKP: Αχμέτ Νταβούτογλου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Αμπντουλάχ Γκιουλ (από αριστερά προς τα δεξιά). Πηγή: http://www.cnnturk.com

Σίγουρα δεν είναι σωστό να παρουσιάζουμε τον Ερντογάν σαν την αρχή στην Ιστορία του τουρκικού ισλαμισμού. Από το θάνατο του Ατατούρκ και μετά, πολλοί ήταν οι Τούρκοι δεξιοί ηγέτες που προσπάθησαν να εκφράσουν ένα συντηρητικό και θρήσκο εκλογικό ακροατήριο: από το Μεντερές στον Ντεμιρέλ και από το Στρατηγό Εβρέν στον Οζάλ. Επίσης, καθαρά ισλαμιστικό κόμμα στην Τουρκία υπήρχε ήδη από τη δεκαετία του ’70, υπό την ηγεσία του Νετσμετίν Έρμπακαν και με συμμετοχή σε κυβερνήσεις – εκεί άλλωστε ανήκε και ο Ερντογάν μέχρι το 2001, οπότε και ίδρυσε δικό του κόμμα.

Το AKP όμως ήταν το κόμμα που φάνηκε να παντρεύει πετυχημένα τις ισλαμικές αναφορές με την πίστη στο δυτικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Και παρά τις όποιες γεωπολιτικές του παρεκκλίσεις και τις αμφιβολίες σχετικά με το θέμα της κοσμικότητας, αυτήν την πίστη φαίνεται να τη διατηρεί μέχρι και σήμερα.

Τίγρεις της Ανατολίας και ισλαμικός καλβινισμός

Για να το κατανοήσουμε αυτό, πρέπει να έχουμε υπόψη τις κοινωνικές ρίζες του κόμματος. Το AKP εκφράζει, μεταξύ άλλων, και μια νέα ανερχόμενη αστική τάξη της Τουρκίας, με ισχυρή βάση σε μεσαίου μεγέθους επαρχιακές πόλεις της κεντρικής Μικράς Ασίας, όπως το Ικόνιο και η Καισαρεία. Αυτές οι περιοχές είναι οι αποκαλούμενες «τίγρεις της Ανατολίας», λόγω της ραγδαίας οικονομικής τους ανάπτυξης – και είναι οι ίδιες πόλεις, όπου το AKP παίρνει τα μεγαλύτερα ποσοστά σε ψήφους, που μπορεί να αγγίζουν το 70 ή 80%. Είναι επίσης γνωστές στην Τουρκία ως προπύργια του σουνιτικού-ισλαμικού συντηρητισμού. Χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σήμερα ανάλογες περιοχές ακόμα και μέσα στην Κωσταντινούπολη.

Τα ποσοστά του AKP στις εκλογές του 2007 ανά περιφέρεια. Η υπεροχή του στην κεντρική Ανατολία είναι εμφανής.

Τα ποσοστά του AKP στις εκλογές του 2007 ανά περιφέρεια. Η υπεροχή του στην κεντρική Ανατολία είναι εμφανής.

Σ’ αυτό το φαινόμενο είναι που βασίστηκε ο όρος του «ισλαμικού καλβινισμού». Αυτός είναι φυσικά μια αναφορά στις θεωρίες του Μαξ Βέμπερ περί της σχέσης προτεσταντικής ηθικής και πνεύματος του καπιταλισμού. Όπως ο Μαξ Βέμπερ έβλεπε τον προτεσταντισμό/καλβινισμό ως την πηγή για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη, έτσι βλέπουν και σήμερα κάποιοι μια σύνδεση ανάμεσα σ’ αυτό το συντηρητικό Ισλάμ και την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Τουρκία. Αυτό εκφράζεται κάποτε και εντελώς ανοικτά: δεν είναι λίγοι οι μουσουλμάνοι διανοούμενοι (εντός κι εκτός Τουρκίας), που ψάχνουν μέσα στην ισλαμική παράδοση για να βρουν τη θρησκευτική νομιμοποίηση της κερδοσκοπίας και της συσσώρευσης κεφαλαίου, ενώ και το επίσημο AKP κάνει συχνά αναφορές στο «επιχειρηματικό πνεύμα».

Με τη MÜSIAD (Σύνδεσμος Ανεξάρτητων Βιομηχάνων κι Επιχειρηματιών) υπάρχει εξάλλου στην Τουρκία και μια επίσημη εκπροσώπηση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ισλαμικό κεφάλαιο». Συστάθηκε σαν σύνδεσμος κυρίως μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (τουλάχιστον αρχικά), που δραστηριοποιούνταν σε τομείς όπως η ένδυση, υφάσματα, τρόφιμα, χημικά, έπιπλα, πολύ συχνά στις περιοχές των «τίγρεων της Ανατολίας». Επρόκειτο για έναν τομέα χωρίς πολλές διασυνδέσεις με το (κεμαλικό-στρατιωτικό) κατεστημένο, το οποίο ήταν αντίθετα πιο συνδεδεμένο με τις μεγάλες βιομηχανίες στις μεγαλουπόλεις της Τουρκίας. Αυτές οι μεσαίες/μικρομεσαίες επιχειρήσεις ανέπτυξαν άρα μια κάπως ανταγωνιστική σχέση με το κοσμικό κράτος. Κάτι που μάλλον ενίσχυσε τάσεις προς μια νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της μίνιμουμ κρατικής παρέμβασης, μαζί με μια ισλαμική-συντηρητική κατεύθυνση σε κοινωνικά θέματα.  Αυτό εξάλλου εκφράστηκε και στο πρόγραμμα του AKP. Η αντίθεση κεμαλικών-ισλαμιστών φαίνεται δηλαδή ότι έχει και μια σημαντική οικονομική διάσταση.

Ισλαμοδημοκρατία και Χριστιανοδημοκρατία

Εκτός όμως από την υιοθεσία του δυτικού οικονομικού συστήματος, το AKP αποδέχεται και το δυτικό πολιτικό σύστημα με τα κύρια χαρακτηριστικά του: κοινοβουλευτισμό, προεδρική εκλογή κ.λπ. Κάτι που είναι επίσης λογικό, αφού ήταν μέσω αυτού του συστήματος που έλπιζε να βρει χώρο στην πολιτική ζωή της Τουρκίας, κόντρα σ’ ένα περίπου στρατοκρατικό καθεστώς. Την εποχή της σύγκρουσης με το στρατιωτικό κατεστημένο και το βαθύ κράτος, ο Ερντογάν παρουσιαζόταν ως ο κύριος υπερασπιστής του «δημοκρατικού» συστήματος. Έχουμε έτσι το παράδοξο, μια πολιτική δύναμη που τονίζει την ισλαμική ταυτότητα, να υπερασπίζεται ταυτόχρονα τα βασικά συστατικά του σύγχρονου δυτικού πολιτικού και οικονομικού συστήματος, στα πλαίσια μιας σύγκρουσης με ένα κοσμικό «εκδυτικισμένο» κατεστημένο!

Η ονομασία «Ισλαμοδημοκρατία» για να περιγράψει αυτήν την ιδεολογία δεν είναι άρα εντελώς λάθος. Σε αναλογία φυσικά και με την ευρωπαϊκή Χριστιανοδημοκρατία – με όλες τις ελλείψεις σε θέματα δημοκρατίας που έχει αυτή. Για παράδειγμα οι Γερμανοί Χριστιανοδημοκράτες αποδέχονται μεν μια περιορισμένη δημοκρατία δυτικού τύπου, είναι όμως αντίθετοι σε κάθε περαιτέρω εκδημοκρατισμό – όπως φαίνεται και από τη διαχρονική θέση τους ενάντια στα δημοψηφίσματα σε ομοσπονδιακό επίπεδο στη Γερμανία. Στην ουσία πρόκειται για ένα συντηρητικό ρεύμα δύσπιστο απέναντι στη δημοκρατία, που την αποδέχεται μόνο στο βαθμό που είναι αναγκασμένο να το κάνει ή αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Και εδώ μπορούμε να δούμε και μια αναλογία με τη σημερινή εξέλιξη του AKP. Αφού πλέον παραμερίστηκε ο κίνδυνος της στρατοκρατίας, το σύστημα Ερντογάν νιώθει ελεύθερο να γίνει πιο αυταρχικό – παραμένοντας λίγο-πολύ μέσα στα πλαίσια της δυτικής δημοκρατίας, αλλά χωρίς πλέον να ταυτίζεται το ίδιο με τον εκδημοκρατισμό.

Τα αδελφά αραβικά κινήματα

Αυτό το πολιτικό ρεύμα, το οποίο θα μπορούσε να ονομάσουμε «μετριοπαθής δημοκρατικός σουνιτικός ισλαμισμός» δεν το συναντάμε φυσικά μόνο στη Τουρκία. Είναι υπαρκτό π.χ. και σε πολλές αραβικές χώρες, όπως μπορέσαμε να διαπιστώσουμε όλοι τώρα με την Αραβική Άνοιξη, που του έδωσε την ευκαιρία ακόμα και να αναλάβει την εξουσία. Πιο σημαντική οργάνωση είναι η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Και σίγουρα δεν είναι τυχαία η σημερινή μεροληψία του διδύμου Ερντογάν-Νταβούτογλου υπέρ της (που πετάει στα σκουπίδια και την προηγούμενη πολιτική «μηδέν προβλημάτων» και περίπου ίσων αποστάσεων από τις δυνάμεις της περιοχής).

Παρ’ όλα αυτά, τα αδελφά κινήματα του AKP στον αραβικό κόσμο αποδείχτηκαν τελικά λιγότερο πολιτικά ικανά απ’ αυτό. Στην Τυνησία, το Εννάχντα είχε μια σύντομη κυβερνητική θητεία, που γενικά θεωρήθηκε αποτυχημένη. Στις πρόωρες εκλογές που έγιναν πριν από λίγες βδομάδες, έχασε την πρώτη θέση από ένα κόμμα, που περίπου εκπροσωπούσε το προηγούμενο διεφθαρμένο και μισητό καθεστώς – πιο καθαρό δείγμα αποτυχίας δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος.

Στην Αίγυπτο, η Μουσουλμανική Αδελφότητα είχε μια ακόμα πιο σύντομη και αποτυχημένη κυβερνητική θητεία. Η πολιτική της ανικανότητα αποδείχτηκε τόσο μεγάλη, που έδωσε την ευκαιρία στο προηγούμενο στρατοκρατικό καθεστώς να επανέλθει με ευρεία λαϊκή στήριξη, συντρίβοντας ουσιαστικά την επανάσταση (μια επανάσταση που παρεμπιπτόντως οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι είχαν στηρίξει μόνο μετά από αρκετούς δισταγμούς). Στη Συρία οι ανάλογες πολιτικές δυνάμεις έχουν μπει πλέον στο περιθώριο, πίσω από τις πολύ πιο δυναμικές ομάδες του καθεστώτος Άσαντ, των Κούρδων αυτονομιστών και του Ισλαμικού Κράτους. Μόνο χάρη σε μια πιθανή ισχυρή αμερικανική-σαουδική παρέμβαση θα μπορούσαν να παίξουν κάποιο ρόλο σε μια μελλοντική ειρηνική Συρία.

Το σύμβολο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Πηγή: www.investigativeproject.org

Το σύμβολο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.
Πηγή: http://www.investigativeproject.org

Γενικά όλα αυτά τα αραβικά «μετριοπαθή ισλαμιστικά» κινήματα φαίνεται πως δεν κατάφεραν να εκφράσουν κοινωνικές τάξεις και αιτήματα τόσο πετυχημένα όσο το AKP στην Τουρκία. Χωρίς να μπορώ να το ξέρω αυτό καλά, αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει ένα ανάλογο φαινόμενο «ισλαμικού καλβινισμού» και στις αραβικές χώρες. Η Αραβική Άνοιξη βοήθησε τελικά μάλλον στο να αναδείξει το πολιτικό κενό αυτών των κινημάτων, παρά στο να τα κάνει σταθερή πολιτική δύναμη στον αραβικό κόσμο.

Ακόμα όμως και στην ίδια Τουρκία, όπου το AKP ως έκφραση αυτού του ιδεολογικού ρεύματος λειτούργησε γενικά σαν επιτυχημένο πρότυπο, το μέλλον του είναι αμφίβολο. Η σύνδεσή του με τον καπιταλισμό και το νεοφιλελευθερισμό, μπορεί να το βοήθησε να αναδειχτεί. Όσο όμως αυτό το οικονομικό σύστημα βαδίζει προς την κρίση, τόσο θα κινδυνεύει και η ιδεολογική κυριαρχία του Ερντογάν. Και τα πρώτα σημάδια τα βλέπουμε ίσως ήδη σήμερα.


Βιβλιογραφία

  • Nikos Moudouros (2014): The ‘Harmonization’ of Islam with the Neoliberal Transformation: The Case of Turkey, Globalizations, DOI: 10.1080/14747731.2014.904157 (σύνδεσμος)
  • European Stability Initiative (2005): Islamische Calvinisten – Umbruch und Konservatismus in Zentralanatolien.
  • Άρης Χατζηστεφάνου (2005): Τουρκία – Ανατολικά της Ε.Ε.
  • Σία Αναγνωστοπούλου (2004): Τουρκικός εκσυγχρονισμός – Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού.

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Γ’: Το τελος;

Κλασσικό

Το 1988 ο πόλεμος στο Λίβανο έμπαινε ήδη στο 14ο έτος του. Είχε αφήσει πίσω του τεράστιες καταστροφές, χωρίς πλέον να ξέρει και ο κόσμος για ποιο σκοπό τελικά γίνεται. Ο λιβανέζικος λαός ήταν εξαντλημένος από τις μάχες και την κυριαρχία των ένοπλων ομάδων. Υπήρξαν μάλιστα και κάποιες κοινές εργατικές διαδηλώσεις κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής: ο κόσμος ζητούσε ειρήνη. Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία φάση του πολέμου, το ίδιο ή και περισσότερο καταστροφική με τις προηγούμενες, δεν είχε καν ξεκινήσει.

Το τελευταίο επεισόδιο: Ο Απελευθερωτικός Πόλεμος του Μισέλ Αούν

Το 1988 ήταν και η χρονιά που έληγε η θητεία του Προέδρου Αμίν Τζεμαγέλ. Η διαδοχή του είχε εξελιχθεί σε πολύ δύσκολη υπόθεση: υποψήφιοι υπήρχαν πολλοί, αλλά στάθηκε αδύνατο να βρεθεί κάποιος που θα δέχονταν τόσο οι αντιμαχόμενες λιβανέζικες παρατάξεις όσο και η Συρία. Μπροστά στο αδιέξοδο, ο Τζεμαγέλ, κυριολεκτικά λίγα λεπτά πριν τη λήξη της θητείας του, διόρισε προσωρινή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Μαρωνίτη Στρατηγό Μισέλ Αούν. Αυτή θα είχε σκοπό να προετοιμάσει το έδαφος για την προεδρική εκλογή. Από τους Μουσουλμάνους αυτό θεωρήθηκε φυσικά παραβίαση του Εθνικού Συμφώνου, αφού με βάση αυτό ο πρωθυπουργός θα έπρεπε να είναι Σουνίτης. Έτσι, η κυβέρνηση του Σουνίτη Σαλίμ αλ-Χος αρνήθηκε να παραιτηθεί και να παραδώσει την εξουσία στον Αούν. Ο Λίβανος βρέθηκε έτσι χωρίς κανέναν πρόεδρο, αλλά με δυο παράλληλους πρωθυπουργούς.

Ο Μισέλ Αούν ήταν στρατηγός του Λιβανέζικου Στρατού. Η δράση του εναντίον των ένοπλων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανικών, που τόσο είχαν ταλαιπωρήσει τον λιβανέζικο πληθυσμό τα προηγούμενα χρόνια, τον βοήθησε να κερδίσει συμπάθειες ακόμα και από πολλούς Μουσουλμάνους. Ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του σαν τον ηγέτη που θα ένωνε όλους τους Λιβανέζους και θα ξεπερνούσε τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Για να πετύχει το στόχο του όμως, είχε έναν κύριο εχθρό να αντιμετωπίσει: τη Συρία, που τότε ήταν με το στρατό της παρούσα μέσα στο Λίβανο. Το Μάρτη του ’89 κήρυξε τον Απελευθερωτικό Πόλεμο ενάντια στη συριακή κατοχή.

Στη μάχη αυτή ο Αούν μπορούσε να υπολογίζει στη εξωτερική βοήθεια των άλλων εχθρών του συριακού καθεστώτος του Άσαντ: την ΟΑΠ του Αραφάτ και το Ιράκ του Σαντάμ Χουσέιν. Αυτή όμως δεν μπορούσε φυσικά να τον προστατεύσει απέναντι στους μαζικούς βομβαρδισμούς της Ανατολικής Βηρυτού από τα συριακά στρατεύματα. Ιδιαίτερα αφού είχε ανοίξει ακόμα ένα μέτωπο: πολεμούσε ταυτόχρονα και ενάντια στις δυνάμεις του επίσης Μαρωνίτη Σαμίρ Ζάζα, κύριου ηγέτη τότε της χριστιανικής Δεξιάς.

Εν τω μεταξύ, με αραβική μεσολάβηση, οι διάφορες πλευρές κατέληξαν ήδη από το τέλος του ’89 σε μια συμφωνία για τη λήξη του πολέμου, τη Συμφωνία του Ταΐφ όπως ονομάστηκε. Ο Αούν δεν τη δέχτηκε και συνέχισε τον πόλεμο εναντίον της Συρίας. Οι διεθνείς εξελίξεις όμως ήταν αρνητικές γι’ αυτόν. Τον Αύγουστο του ’90, ο Σαντάμ Χουσέιν εισέβαλε στο Κουβέιτ. Αυτό δεν σήμαινε μόνο ότι ήταν πλέον πολύ απασχολημένος για να βοηθήσει τον Αούν, αλλά έφερε και μια προσέγγιση της Συρίας με τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ ήθελαν τη Συρία να συμμετάσχει στην εκστρατεία που ετοίμαζαν εναντίον του Σαντάμ – και η τιμή που πλήρωσαν γι’ αυτό ήταν να δώσουν ουσιαστικά στη Συρία ελευθερία κινήσεων στο Λίβανο. Προς το τέλος του ’90, ο Αούν είχε απομονωθεί σχεδόν εντελώς.

Τον Οκτώβρη τελικά η Συρία, μαζί με τους Λιβανέζους συμμάχους της, εξαπέλυσαν την τελική επίθεση, που έφτασε μέχρι την κατοικία του Αούν. Αυτός δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταφύγει στη γαλλική πρεσβεία κι από εκεί στη Γαλλία. Μετά από 15 χρόνια και 5 μήνες, ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου είχε τελειώσει.

Ο Μισέλ Αούν. Σε μια για τα λιβανέζικα τδεδομένα όχι τόσο παράξενη στροφή, σήμερα είναι ο ηγέτης της μεγαλύτερης χριστιανικής παράταξης που υποστηρίζει το καθεστώς Άσαντ. Πηγή: www.lebanonews.net

Ο Μισέλ Αούν. Σε μια (για τα λιβανέζικα δεδομένα όχι τόσο ασυνήθιστη) στροφή 180 μοιρών, σήμερα ηγείται της πιο σημαντικής χριστιανικής ομάδας του φιλοσυριακού στρατοπέδου.
Πηγή: http://www.lebanonews.net

Η δύσκολη εφαρμογή της Συμφωνίας του Ταΐφ

Η συμφωνία τερματισμού του πολέμου, που πήρε το όνομα της από τη σαουδαραβική πόλη στην οποία είχε γίνει η σχετική σύσκεψη, είχε ήδη υπογραφεί από το τέλος του ’89, αλλά λόγω της μη αποδοχής της από τον Αούν, έπρεπε να περιμένει μέχρι την ήττα του στα τέλη του ’90 για να εφαρμοστεί. Τα βασικά της σημεία ήταν τα εξής:

  • Η αναλογία με την οποία μοιράζονταν οι κοινοβουλευτικές έδρες, μετατράπηκε από 6:5 (υπέρ των Χριστιανών) σε 1:1.
  • Το σύστημα έγινε λίγο πιο κοινοβουλευτικό, ενδυναμώνοντας κάπως το ρόλο του (Σουνίτη) πρωθυπουργού και του (Σιίτη) Προέδρου της Βουλής, σε σχέση μ’ αυτόν του (Μαρωνίτη) Προέδρου της Δημοκρατίας.
  • Έγινε μια επανάληψη ουσιαστικά της αρχής της αραβικότητας αλλά και ανεξαρτησίας και ενότητας του Λιβάνου.
  • Η κατάργηση των επίσημων θρησκευτικών διαχωρισμών αναφέρθηκε ως ιδεατός στόχος, παραπέμφθηκε όμως σε κάποιο ακαθόριστο χρονικό σημείο στο μέλλον.
  • Οι ένοπλες ομάδες έπρεπε να παραδώσουν τα όπλα τους και να παραμείνουν μόνο οι επίσημες κρατικές λιβανέζικες ένοπλες δυνάμεις.
  • Καθοριζόταν επίσης ο στόχος της απελευθέρωσης του Νότιου Λιβάνου από την ισραηλινή κατοχή.

Η εφαρμογή αποδείχτηκε δύσκολη, όπως ήταν αναμενόμενο. Η Χεζμπολάχ αρνήθηκε να καταθέσει τα όπλα της, με τη δικαιολογία ότι ήταν υποχρεωμένη να αμυνθεί ενάντια στη (συνεχιζόμενη) ισραηλινή κατοχή. Ακόμα και σήμερα, 14 χρόνια μετά την αποχώρηση του ισραηλινού στρατού, συνεχίζει να λειτουργεί ως ένοπλη ομάδα παράλληλα με το λιβανέζικο στρατό. Οι πολιτικές δολοφονίες και οι βομβιστικές επιθέσεις δεν σταμάτησαν ποτέ εντελώς, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι το 2005. Σε κάποια χρονικά σημεία αναβίωσαν μάλιστα κι οι μάχες μεταξύ ένοπλων ομάδων, όπως έγινε π.χ. το 2008 στη Βηρυτό (όπου ευτυχώς σταμάτησαν πριν πάρουν μεγαλύτερες διαστάσεις) ή όπως από το 2011 και μετά στην Τρίπολη μεταξύ Αλαουιτών και Σουνιτών ισλαμιστών. Και φυσικά δεν μπορεί κάποιος να ξεχάσει και τον πόλεμο του 2006 με το Ισραήλ.

Πορτραίτο του Ραφίκ Χαρίρι, Σουνίτη μεγαλοεπιχειρηματία στη Σαουδική Αραβία, που με το τέλος του εμφυλίου επέστρεψε στo Λίβανο, για να αναλάβει το ρόλο του πρωθυπουργού επί 10 χρόνια. Δολοφονήθηκε το 2005, με φημολογούμενη ανάμιξη της Συρίας και της Χεζμπολάχ. Η δολοφονία του ήταν η αφορμή για ένα κύμα διαδηλώσεων, που είχε ως αποτέλεσμα των αποχώρηση του συριακού στρατού. Πηγή: cnn.com

Πορτραίτο του Ραφίκ Χαρίρι, Σουνίτη μεγαλοεπιχειρηματία με σαουδαραβικές διασυνδέσεις, που μετά το τέλος του εμφυλίου διετέλεσε πρωθυπουργός επί 10 χρόνια. Δολοφονήθηκε το 2005, με φημολογούμενη ανάμιξη της Συρίας και της Χεζμπολάχ. Η δολοφονία του ήταν η αφορμή για ένα κύμα διαδηλώσεων, που είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση του συριακού στρατού.
Πηγή: cnn.com

Σήμερα, η πολιτική κατάσταση χαρακτηρίζεται από το χωρισμό σε δύο βασικά στρατόπεδα: το «αντισυριακό» (πιο σωστά: αντι-Άσαντ), ονομαζόμενο «της 14ης Μαρτίου», και το φιλοσυριακό, που λέγεται «της 8ης Μαρτίου». Οι περισσότερες σουνιτικές δυνάμεις στηρίζουν το πρώτο, ενώ οι σιιτικές (κυρίως η Αμάλ και η Χεζμπολάχ) αποτελούν τον πυρήνα του δεύτερου. Οι Χριστιανοί και η (περιθωριοποιημένη πλέον) Αριστερά είναι διασπασμένοι και διχασμένοι ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, ενώ οι Δρούζοι υπό τον Τζουμπλάτ λειτουργούν σαν εκκρεμές, μετακινούμενοι πότε προς το ένα και πότε προς το άλλο.

Ο Ουαλίντ Τζουμπλάτ (κάτω δεξιά) μαζί με Δρούζους uqqal. Η συνεχής αλλαγή στρατοπέδων, που χαρακτηρίζει τη μεταπολεμική του δράση, έχει γίνει σχεδόν παροιμιώδης. Παρ' όλα αυτά παραμένει ο πιο σημαντικός ηγέτης των Δρούζων.

Ο Ουαλίντ Τζουμπλάτ (κάτω δεξιά) μαζί με Δρούζους uqqal. Η συνεχής αλλαγή στρατοπέδων, που χαρακτηρίζει τη μεταπολεμική του δράση, έχει γίνει σχεδόν παροιμιώδης. Παρ’ όλα αυτά παραμένει ο πιο σημαντικός ηγέτης των Δρούζων.

Επίλογος για έναν ανούσιο (;) πόλεμο

Πριν το 1975, ο Λίβανος ήταν γνωστός ως η «Ελβετία της Μέσης Ανατολής» και η Βηρυτός ως το «Παρίσι της Μέσης Ανατολής». Είχε πίσω του δεκαετίες συνεχούς (αν και άνισης) οικονομικής ανάπτυξης, ήταν μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αστικοποιημένη και είχε ένα (για τα αραβικά δεδομένα) πολύ ψηλό επίπεδο παιδείας. Ήταν επίσης ένας σημαντικός τουριστικός προορισμός (1,5 εκατομμύριο τουρίστες πριν το 1975). Το 1990, ήταν μια χώρα κατεστραμμένη απ’ τον πόλεμο, υπό τον έλεγχο διάφορων ένοπλων ομάδων, με 90-150.000 νεκρούς πίσω της, πολλοί απ’ αυτούς άμαχοι κι αρκετοί μέχρι σήμερα αγνοούμενοι, που ο μόνος λόγος για τον οποίο σκοτώθηκαν ήταν η θρησκεία που αναγραφόταν στην ταυτότητά τους. Έκτοτε υπήρξε μια εξέλιξη και μια ανοικοδόμηση, αλλά πάντως δύσκολα θα αποκτήσει ο Λίβανος την παλιά του δόξα .

Για τις πολλές σφαγές αμάχων δεν υπήρξε ουσιαστικά καμία τιμωρία, ακόμα και για την παγκόσμια γνωστή περίπτωση της Σάμπρα και Σατίλα. Οι υπεύθυνοι του πολέμου είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοί που ακόμα κυβερνούν τη χώρα. Αν και έχουν υπάρξει κάποιες αντιδράσεις από την κοινωνία των πολιτών σ’ αυτό το θέμα, δεν είχαν τόση βαρύτητα ώστε ν’ αλλάξουν κάτι.

Γιατί όμως έπρεπε να γίνει τελικά αυτός ο πόλεμος και γιατί να κρατήσει τόσο πολύ; Για να μπορέσουμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, είναι σημαντικό να συγκρατήσουμε μερικές ιδιαιτερότητές του:

Ο βαθμός των εξωτερικών επεμβάσεων: Στη διάρκεια του πολέμου αναμίχθηκαν τουλάχιστον οι ακόλουθες χώρες: Συρία, Ισραήλ, ΗΠΑ, Γαλλία, Ιράκ, Σαουδική Αραβία, Ιράν, Λιβύη. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είχε γίνει θέμα… πρεστίζ για κάθε δύναμη της περιοχής, να έχει τουλάχιστον μια στρατιωτική ομάδα της επιρροής της στον πόλεμο του Λιβάνου.

Η διάσπαση του πολέμου: Ο «Πόλεμος του Λιβάνου» είναι ουσιαστικά πολλοί πόλεμοι στη συσκευασία ενός: διετής πόλεμος Λιβανέζικου Μετώπου – Εθνικού Κινήματος/Παλαιστινίων, ισραηλινή εισβολή και αντίσταση, Πόλεμος του Βουνού μεταξύ Δρούζων και Μαρωνιτών, Πόλεμος των Καταυλισμών μεταξύ Σιιτών και Παλαιστινίων, ενδοσιιτική σύγκρουση Αμάλ-Χεζμπολάχ, Απελευθερωτικός Πόλεμος του Αούν. Για να μην αναφέρουμε και τις πολλές άλλες μικρότερες συγκρούσεις.

Ο χαρακτήρας της σύγκρουσης κι η εξέλιξή του: Ξεκίνησε περίπου ως εξέγερση με πολιτικο-κοινωνικό πρόσημο, για να καταλήξει ως μια χαοτική σύγκρουση διάφορων καπετανάτων, με εναλλασσόμενες συμμαχίες. Πολλοί τον θεώρησαν θρησκευτικό πόλεμο, πιστεύω όμως ότι με τη σύντομη περιγραφή που έκανα σ’ αυτά τα άρθρα έγινε καθαρό ότι αυτό δεν θα ήταν ακριβές. Οι ηγέτες της Αριστεράς ήταν πολύ συχνά Χριστιανοί, οι ενδοκοινοτικές συγκρούσεις ήταν σε διάφορες φάσεις του πολέμου πιο έντονες, ενώ ακόμα και οι ηγέτες των ομάδων που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα μιας κοινότητας ήταν κατά κανόνα «κοσμικοί» παρά θρησκευτικοί. Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν καμία απ’ αυτές τις ομάδες δεν οριζόταν επίσημα με βάση τη θρησκεία, αλλά προτιμούσε ν’ αναφέρεται στην ιδεολογία της, και ήταν θεωρητικά ανοικτή σε άτομα απ’ όλες τις κοινότητες. Η (κυρίως μαρωνιτική) Φάλαγγα στηριζόταν στον λιβανέζικο εθνικισμό, το (κυρίως σουνιτικό) Μουραμπιτούν στον παναραβικό εθνικισμό, το κόμμα του Τζουμπλάτ (που εκπροσωπούσε τους Δρούζους) στον σοσιαλισμό και ούτω καθεξής. Ακόμα κι η Χεζμπολάχ εγκατέλειψε σταδιακά το στόχο μιας σιιτικής θεοκρατίας και προτιμά πλέον να ταυτίζεται με την αντι-ισραηλινή αντίσταση.

Το (επιφανειακά) μηδενικό αποτέλεσμα: ο λιβανέζικος πόλεμος δεν είχε ένα καθαρό αποτέλεσμα, νικητές και ηττημένους. Η συμφωνία του Ταΐφ δεν διέφερε και πολύ από το προπολεμικό καθεστώς: μετά από 15 χρόνια καταστροφικών μαχών η χώρα επέστρεψε λίγο-πολύ εκεί που ήταν πριν. Όλες οι ομάδες είχαν ουσιαστικά αποτύχει στους στόχους τους: αυτοί που ήθελαν την ανατροπή του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος είδαν τη διαιώνισή του, ενώ αυτοί που ήθελαν με κάθε κόστος τη διατήρηση της λιβανέζικης ανεξαρτησίας είδαν μια διπλή ισραηλινό-συριακή κατοχή της χώρας. Από μια θετική άποψη, μπορούμε τουλάχιστον να πούμε ότι δεν είχε ως αποτέλεσμα μια μόνιμη γεωγραφική διαίρεση σε εθνο-θρησκευτικά «καθαρές» πολιτικές οντότητες, όπως συνέβη στα Βαλκάνια αλλά και στην Κύπρο (αν και σαφώς ο πόλεμος βοήθησε στο να αυξηθεί ο βαθμός εθνο-θρησκευτικής καθαρότητας στις διάφορες περιοχές που συναποτελούν το Λίβανο).

Μια δεύτερη ματιά δείχνει φυσικά ότι σε κοινωνικό επίπεδο τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι οι αντιμαχόμενες ομάδες που ουσιαστικά ξεκίνησαν τον πόλεμο, πέρασαν ως συνέπειά του σχεδόν όλες σε δεύτερη μοίρα. Οι Παλαιστίνιοι κι η ΟΑΠ σχεδόν εξαφανίστηκαν από το πολιτικό σκηνικό του Λιβάνου, η κομμουνιστική Αριστερά (ακολουθώντας και τις διεθνείς τάσεις) περιθωριοποιήθηκε, ενώ η μαρωνίτικη Δεξιά αποδυναμώθηκε μεταξύ άλλων και μέσω της μαζικής μετανάστευσης που προκάλεσε ο πόλεμος, στην οποία υπερεκπροσωπούνταν οι Χριστιανοί. Οι Μαρωνίτες κατέληξαν να είναι περίπου μια μειονότητα σ’ ένα κράτος που παραδοσιακά θεωρούσαν «δικό τους».

Αντίθετα, αναδείχθηκαν νέες ομάδες σε κυρίαρχο ρόλο. Η σουνιτική ελίτ του τύπου Ραφίκ Χαρίρι, συνδεδεμένη με τη Σαουδική Αραβία και τις άλλες μοναρχίες του Κόλπου, φαίνεται ότι σε κάποιο βαθμό αντικατέστησε τη μαρωνίτικη κυριαρχία, ενώ το σιιτικό-ισλαμιστικό κίνημα της Χεζμπολάχ, που γεννήθηκε μέσα στον πόλεμο, εξελίχθηκε σε πολύ αποφασιστικό παράγοντα, δίπλα φυσικά και στην άλλη σιιτική δύναμη, την Αμάλ. Οι δύο τελευταίες δυνάμεις εκπροσωπούν και τα συριακά-ιρανικά συμφέροντα.

Ίσως αυτές οι εξελίξεις να δείχνουν και την ουσία του λιβανέζικου πολέμου: το πέρασμα από μια εποχή που κυριαρχούσε η σύγκρουση προοδευτικών και συντηρητικών ιδεολογιών, σε μια που οι συγκρούσεις έχουν λιγότερο ιδεολογικό κι όλο και περισσότερο «κοινοτικό» ή προσωποκεντρικό χαρακτήρα. Ο λιβανέζικος πόλεμος είχε από την αρχή και τα δύο αυτά στοιχεία ταυτόχρονα, αλλά όσο εξελισσόταν τόσο φαινόταν ότι το δεύτερο κυριαρχούσε. Στο Λίβανο, όπως και στη Μέση Ανατολή γενικά, αυτό εκφράζεται σήμερα κυρίως μέσω της σύγκρουσης Σουνιτών-Σιιτών, μια τραγική αναβίωση μιας παλιότερης σύγκρουσης που μπορεί να φαινόταν πριν μερικές δεκαετίες ότι είχε ξεπεραστεί.

Πώς θα καταγραφεί τελικά ο Πόλεμος του Λιβάνου από τους ιστορικούς του μέλλοντος; Ως ένα δυστυχές διάλειμμα σε μια κατά τ’ άλλα πετυχημένη πολυθρησκευτική συμβίωση; Ή ως το πρώτο βήμα μιας διαδικασίας βίαιης μετάλλαξης της Μέσης Ανατολής, από πολυθρησκευτική περιοχή σε περιοχή με «καθαρά» εθνο-θρησκευτικά κράτη, ανάλογη μ’ αυτήν που είδαμε στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία και μεταξύ άλλων έφερε και τη διχοτόμηση της Κύπρου;

Δυστυχώς, υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν προς τη δεύτερη εναλλακτική. Κυρίως ο πόλεμος της Συρίας, που έχει αρκετά παρόμοια χαρακτηριστικά μ’ αυτόν του Λιβάνου. Αλλά με μια αγριότητα και φανατισμό, που κάνει το λιβανέζικο εμφύλιο να μοιάζει σχετικά ήπιος. Σε 3 μόνο χρόνια πολέμου, η Συρία μετράει ήδη περισσότερους νεκρούς και πρόσφυγες παρά ο Λίβανος σε όλα τα 16 χρόνια του εμφυλίου.

Δίπλα στη σύγκρουση Σουνιτών-Σιιτών, πολύ λυπηρή είναι και η εξέλιξη των χριστιανικών κοινοτήτων, οι οποίες μειώνονται και σε αριθμό και σε σημασία, ακόμα και στο Λίβανο. Και μόνο το ότι σήμερα πρέπει να τονίζεται από τους Λιβανέζους αξιωματούχους ότι οι Χριστιανοί αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού και της κοινωνίας της Μέσης Ανατολής, είναι τραγικό. Πριν μόλις μερικές δεκαετίες, αυτό ήταν αυτονόητο – εξάλλου ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία μεσανατολικής προέλευσης.

Από την άλλη, αυτή η διαδικασία δεν είναι και χωρίς αντίδραση. Οι ελπίδες ανατροπής του πλαισίου που προσπαθούν να επιβάλλουν οι δυνάμεις του θρησκευτικού-πολιτισμικού διαχωρισμού (και στις τελευταίες συγκαταλέγονται και δυτικοί διανοούμενοι του τύπου Σάμιουελ Χάντιγκτον) είναι ακόμα αρκετές. Για να μπορέσουν όμως να πραγματοποιηθούν, πρέπει να δυναμώσουν ξανά οι ενωτικές προοδευτικές ιδεολογίες και να τολμήσουν αυτές την αναμέτρηση με το στάτους κβο. Ο πολύ νέος πληθυσμός των αραβικών χωρών, που εκφράστηκε μέσω των εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης, είναι η μεγαλύτερη ελπίδα προς αυτήν την κατεύθυνση.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία:

  • Sune Haugbolle (2011): The historiography and the memory of the Lebanese civil war (σύνδεσμος)
  • Hassan Krayem: The Lebanese Civil War and the Taif Agreement (σύνδεσμος)
  • Samir Makdisi & Richard Sadaka (2003): The Lebanese Civil War, 1975-1990. (σύνδεσμος)
 

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Β’: Ξενες επεμβασεις

Κλασσικό

Μετά από δυο χρόνια πολέμου, ο Λίβανος δεν ήταν πια στις αρχές του 1977 ο ίδιος. Ο λιβανέζικος στρατός είχε διασπαστεί και το κράτος είχε περάσει σε δεύτερο ρόλο σε σχέση με τις διάφορες ένοπλες οργανώσεις. Ο συριακός στρατός ήταν μέσα στη χώρα. Η Βηρυτός είχε ουσιαστικά διχοτομηθεί. Από τη μια ήταν η Δυτική Βηρυτός, η οποία ελεγχόταν από το Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους: κατά πλειοψηφία ήταν μουσουλμανική, αλλά όχι απόλυτα, αφού μεγάλο ποσοστό των μελών των αριστερών οργανώσεων ήταν χριστιανικής καταγωγής. Από την άλλη, η Ανατολική Βηρυτός ήταν ελεγχόμενη από τη χριστιανική Δεξιά. Τις δύο πλευρές χώριζε η Πράσινη Γραμμή (αυτή δεν είναι «προνόμιο» της Λευκωσίας).

Η Πράσινη Γραμμή της Βηρυτού Πηγή: en.wikipedia.org

Η Πράσινη Γραμμή της Βηρυτού
Πηγή: en.wikipedia.org

Η συριακή επέμβαση είχε αλλάξει τα δεδομένα, κάνοντας την κατάσταση πιο περίπλοκη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η σύγκρουση φαινόταν σχετικά απλή και τα στρατόπεδα ξεκάθαρα: από τη μια ένα συντηρητικό δεξιό χριστιανικό μέτωπο με συμπάθειες από την αμερικανική κι ισραηλινή πλευρά, κι από την άλλη μια συμμαχία Αριστερών-Μουσουλμάνων-Παναραβιστών-Παλαιστινίων, η οποία είχε την εύνοια των θεωρούμενων ως προοδευτικών αντι-ιμπεριαλιστικών αραβικών καθεστώτων. Η στροφή όμως του συριακού καθεστώτος, το οποίο συγκαταλεγόταν στα τελευταία, προς τη λιβανέζικη Δεξιά, ήταν ουσιαστικά η αρχή της αποσύνθεσης αυτού του πολιτικού σκηνικού. Μέσα στα επόμενα χρόνια, τα στρατόπεδα θα άλλαζαν διαρκώς, σε σημείο που να μην ξέρει κάποιος ποιος είναι ο τελικά ο φίλος του και ποιος ο εχθρός.

Η ισραηλινή επέμβαση κι η άνοδος του Μπασίρ Τζεμαγέλ

Λίγους μόνο μήνες μετά τη σχετική ειρήνευση, η βία επανήλθε. Οι Παλαιστίνιοι κι ο Τζουμπλάτ δεν φαίνονταν πρόθυμοι να συμβιβαστούν με τη συριακή κατοχή και την επαναφορά στο προπολεμικό καθεστώς. Συγκρούσεις Παλαιστινίων και χριστιανικής Δεξιάς ξέσπασαν στο Νότιο Λίβανο. Ταυτόχρονα όμως, η δράση των παλαιστινιακών ένοπλων ομάδων τους αποξένωσε ακόμα και από τον σιιτικό πληθυσμό του Νότου, που έπρεπε να υπομένει τα ισραηλινά αντίποινα.

Η στάση της Συρίας άλλαξε ακόμα μια φορά κι έγινε λιγότερο ευνοϊκή προς τη Δεξιά. Αυτό όμως είχε σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω προσέγγιση του Ισραήλ με τη Φάλαγγα, ως αντίδραση. Στην τελευταία κυριαρχούσε τώρα ο γιος του ιδρυτή Πιέρ Τζεμαγέλ, ο Μπασίρ, γνωστός για την αδιαλλαξία και το σκληρό του χαρακτήρα.

Ο Μπασίρ Τζεμαγέλ  Πηγή: yallamusic.files.wordpress.com

Ο Μπασίρ Τζεμαγέλ
Πηγή: yallamusic.files.wordpress.com

Τρεις πολιτικές δολοφονίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πορεία των πραγμάτων. Το 1977 σκοτώθηκε ο χαρισματικός Καμάλ Τζουμπλάτ, πράγμα που μάλλον οδήγησε σταδιακά στην αποδυνάμωση της Αριστεράς. Έπειτα, το ’78 εξαφανίστηκε ο Σιίτης ηγέτης της Αμάλ, Μούσα αλ Σάντρ, στη διάρκεια ταξιδιού του στη Λιβύη, με υποψίες για παλαιστινιακή ανάμιξη. Αυτό μάλλον συνέτεινε στην επιδείνωση των σχέσεων Σιιτών και Παλαιστινίων, οι οποίες ήταν ήδη επιβαρυμένες, όπως είδαμε πριν. Και τέλος, το ’79 δολοφονήθηκε ο Αμπού Χασάν, ο έμπιστος του Αραφάτ που έπαιζε το ρόλο συνδέσμου ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και τους Φαλαγγίτες. Μετά απ’ αυτό, εντάθηκε η προσέγγιση της Φάλαγγας με το Ισραήλ.

Το 1978 το Ισραήλ εισέβαλε για πρώτη φορά στο Νότιο Λίβανο, με σκοπό να εκδιώξει τους Παλαιστίνιους μαχητές και να δημιουργήσει μια ζώνη ασφαλείας. Ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε μετά από λίγο, φρόντισε όμως να αφήσει τον έλεγχο της περιοχής σε μια νεοσυσταθείσα δύναμη: τον Νοτιο-Λιβανέζικο Στρατό υπό την ηγεσία του Σαάντ Χαντάντ, ο οποίος συνέχισε την καταδίωξη των Παλαιστινίων και συνεργάστηκε απροκάλυπτα με το Ισραήλ. Αυτό φυσικά ευνόησε και τον άλλο σύμμαχο του Ισραήλ στον Λίβανο, δηλαδή τη Φάλαγγα και τον Μπασίρ Τζεμαγέλ.

Ο Σαάντ Χαντάντ, αρχηγός του Νότιο-Λιβανέζικου Στρατού. Μετά την οριστική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού το 2000 από το Νότιο Λίβανο, τα μέλη του στρατού θεωρήθηκαν προδότες και καταδιώχθηκαν. Πολλοί κατέφυγαν και ζουν μέχρι σήμερα στο Ισραήλ. Πηγή: histoiremilitairedumoyenorient.wordpress.com

Ο Σαάντ Χαντάντ, αρχηγός του Νότιο-Λιβανέζικου Στρατού. Μετά την οριστική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού το 2000 από το Νότιο Λίβανο, τα μέλη του στρατού θεωρήθηκαν προδότες και καταδιώχθηκαν. Πολλοί κατέφυγαν και ζουν μέχρι σήμερα στο Ισραήλ.
Πηγή: histoiremilitairedumoyenorient.wordpress.com

Ήδη από το 1978 η Φάλαγγα είχε μετακινήσει την επιθετικότητά της όχι μόνο προς την Αριστερά, τους Παλαιστινίους και τη Συρία, αλλά κι ενάντια στις άλλες πρώην σύμμαχες μαρωνιτικές οργανώσεις. Εξόντωσε σχεδόν ολόκληρη την ομάδα του πρώην προέδρου Φραντζίγιε, ο οποίος κρατούσε πιο φιλο-συριακή στάση. Το 1980 επιτέθηκε και νίκησε και την άλλη σημαντική μαρωνίτικη δύναμη, αυτήν του Ντάνι Σαμούν, γιου του άλλου πρώην προέδρου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όλες οι μαρωνιτικές δυνάμεις ενώθηκαν υπό την κυριαρχία της Φάλαγγας και με τον νέο τίτλο «Λιβανέζικες Δυνάμεις«. Κι ο Μπασίρ Τζεμαγέλ ένιωθε ότι άνοιγε ο δρόμος για την απόλυτη εξουσία.

Το 1982 έγινε τελικά αυτό που πολλοί περιμένανε και ο Τζεμαγέλ προσδοκούσε. Ο ισραηλινός στρατός, υπό την ηγεσία του Αριέλ Σαρόν, εισέβαλε για δεύτερη φορά στον Λίβανο – αυτή τη φορά όμως για να μείνει. Και δεν σταμάτησε όπως την τελευταία φορά λίγο μακριά από τα σύνορα, όσο χρειαζότανε δηλαδή για να εγγυηθεί την ασφάλεια του Ισραήλ από παλαιστινιακές επιθέσεις. Αντίθετα, προς έκπληξη πολλών, συνέχισε την προέλαση του μέχρι την πρωτεύουσα. Ήταν φανερό ότι στόχος ήταν ο ίδιος ο Γιασέρ Αραφάτ: για το Ισραήλ, αυτή ήταν η ολοκληρωτική μάχη με την ΟΑΠ (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης), η οποία είχε γίνει υπερβολικά δυνατή κι επικίνδυνη.

Μετά από δύο μήνες σκληρής πολιορκίας και βομβαρδισμών της Δυτικής Βηρυτού, η αντίσταση των Παλαιστίνιων κάμφθηκε. Ο Αραφάτ μαζί με την ηγεσία της ΟΑΠ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Λίβανο – παρεμπιπτόντως, με πρώτο ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα (για να θυμόμαστε ότι υπήρχαν και τέτοιες εποχές). Κι ο Μπασίρ Τζεμαγέλ πέτυχε τελικά το στόχο του: έφτασε ως το προεδρικό αξίωμα, πατώντας όμως πάνω στα ισραηλινά άρματα. Δεν πρόλαβε να χαρεί την επιτυχία του: δολοφονήθηκε τον Σεπτέμβρη του ’82, πριν ακόμα ορκιστεί.

Η ισραηλινή κατοχή της Βυρητού – Σάμπρα και Σατίλα

Μετά τη δολοφονία του Τζεμαγέλ, ο ισραηλινός στρατός εισήλθε μέσα στη Δυτική Βηρυτό. Κι έτσι για πρώτη – και τελευταία μέχρι στιγμής – φορά στην ιστορία του, βρέθηκε να κατέχει μια αραβική πρωτεύουσα. Το σοκ ήταν μεγάλο, δεν έμεινε όμως χωρίς αντίδραση. Σχεδόν άμεσα ιδρύθηκε το Μέτωπο Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης (γνωστό από τα αραβικά αρχικά του ως «Τζαμούλ«), κυρίως από τα κομμουνιστικά κι άλλα αριστερά κόμματα, οργανώνοντας επιθέσεις στα ισραηλινά στρατεύματα και κάνοντας το κόστος της κατοχής μεγάλο.

Ο Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης. Πηγή: www.alkalimaonline.com

Ο (Μαρωνίτης) Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης του Τζαμούλ.
Πηγή: http://www.alkalimaonline.com

Τελικά, ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από τη Δυτική Βηρυτό μετά από μερικές μόνο μέρες. Θα υποχωρούσε σταδιακά μέχρι την περιοχή του Νότιου Λιβάνου κοντά στα σύνορα του Ισραήλ, την οποία έμελλε να κατέχει για ακόμα 18 χρόνια. Πριν φύγει όμως, ο ισραηλινός στρατός θα συνδεόταν με μια από τις πιο μεγάλες σφαγές σε ολόκληρη την ιστορία του λιβανέζικου εμφυλίου.

Στις 16.9.82, δύο μόλις μέρες μετά τη δολοφονία του Μπασίρ Τζεμαγέλ, Φαλαγγίτες εξοργισμένοι για το φόνο του αρχηγού τους μπήκαν στις συνοικίες Σάμπρα και Σατίλα (η δεύτερη είναι παλαιστινιακός καταυλισμός), με την άδεια του ισραηλινού στρατού, υποτίθεται για την εξουδετέρωση κάποιων εναπομείναντων Παλαιστίνιων μαχητών. Θα μείνουν εκεί δυο μέρες, οργανώνοντας ένα πραγματικό όργιο βίας. Ο απολογισμός: 1400 – 2000 νεκροί (ανάμεσά τους πολλά γυναικόπαιδα και γέροι), καθώς και μαζικοί βιασμοί. Ο ισραηλινός στρατός, ο οποίος ακόμα κατείχε τότε τη Βηρυτό, έμεινε απ’ έξω παρακολουθώντας τη σφαγή, αναλαμβάνοντας κιόλας κατά παράκληση των Φαλαγγιτών τον νυχτερινό φωτισμό με φωτοβολίδες.

Εικόνες μετά τη σφαγή στη Σάμπρα και Σατίλα. Πηγή: www.independent.co.uk

Εικόνες από τη Σάμπρα και Σατίλα.
Πηγή: http://www.independent.co.uk

Η σφαγή και η αδιαφορία ή συνενοχή του ισραηλινού στρατού προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή, ακόμα και μέσα στο ίδιο το Ισραήλ. Η επιτροπή που συστάθηκε εκεί για να εξετάσει το γεγονός, απέδωσε ευθύνες στο στρατό για την απραξία του. Ο τότε υπουργός Άμυνας Αριέλ Σαρόν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση – για να επανέλθει 18 χρόνια μετά ως πρωθυπουργός. Στον ίδιο τον Λίβανο πάντως, κανείς δεν τιμωρήθηκε ποτέ σε σχέση με τα γεγονότα. Ο πιθανός ηγέτης των δραστών θα γινόταν μάλιστα και υπουργός, μετά το τέλος του πολέμου.

Η διεθνοποίηση του πολέμου κι η επικράτηση της Συρίας

Στη σκιά των σφαγών της Σαμπρά και Σατίλα, ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από τη Βηρυτό και μια διεθνής δύναμη, στην οποία συμμετείχαν ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ιταλία, έφτασε στη χώρα. Ο Αμίν Τζεμαγέλ, αδελφός του Μπασίρ, ανέλαβε την προεδρία αντί αυτού, ενώ ο επίσημος Λιβανέζικος Στρατός επέστρεψε μετά από χρόνια στη Δυτική Βηρυτό. Ξεκίνησαν συνομιλίες για να συμφωνηθεί μια ισραηλινή (και συριακή) αποχώρηση. Για μια ακόμα φορά, κάποιοι πίστεψαν ότι ο πόλεμος έφτανε στο τέλος του.

Δεν άργησαν να διαψευστούν κι αυτές οι ελπίδες. Ο Λιβανέζικος Στρατός άρχισε να συλλαμβάνει κόσμο και γενικά η μαρωνίτικη Δεξιά να συμπεριφέρεται ως νικήτρια του πολέμου. Πολλοί αντιπολιτευόμενοι εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνη, αυξάνοντας πάλι την ένταση. Στο νότιο μέρος της οροσειράς του Λιβάνου και στα βουνά Σουφ ξέσπασαν πάλι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα σε Δρούζους και Μαρωνίτες: οι πρώτοι στηρίχτηκαν από τις δυνάμεις του Εθνικού Κινήματος και τη Συρία, ενώ οι δεύτεροι από τον Λιβανέζικο Στρατό. Οι Δρούζοι επικράτησαν σ’ αυτόν τον Πόλεμο του Βουνού (όπως ονομάστηκε), ο οποίος τελείωσε με μια ακόμα μεγάλη σφαγή αμάχων, αυτήν τη φορά Χριστιανών.

Η παρέμβαση της διεθνούς δύναμης υπέρ του Λιβανέζικου Στρατού, την έκανε και αυτή στα μάτια πολλών μέρος της σύγκρουσης και άρα και νόμιμο στόχο. Μια σειρά από επιθέσεις άφησε εκατοντάδες Αμερικάνους και Γάλλους νεκρούς, στρατιωτικούς και μη. Οι συνομιλίες για αποχώρηση του ισραηλινού στρατού κατέληξαν μεν σε μια συμφωνία Ισραήλ-Λιβάνου, η οποία ήταν όμως ουσιαστικά μη εφαρμόσιμη, ιδιαίτερα αφού δεν έγινε δεκτή από τη Συρία – υπέρ της οποίας τάχθηκε πλέον πολύ πιο ενεργά κι η ΕΣΣΔ, βοηθώντας στον επανεξοπλισμό της. Ήταν φανερό ότι οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν να αφήσουν τους Αμερικάνους να περάσουν από τον Λίβανο χωρίς πληγές (ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι μιλάμε για την εποχή του πολέμου στο Αφγανιστάν).

Βόμβα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία στη Βηρυτό, 1983. Πηγή: en.wikipedia.org

Βόμβα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία στη Βηρυτό, 1983.
Πηγή: en.wikipedia.org

Το Φλεβάρη του ’84, οι φιλοσυριακές δυνάμεις ξεκίνησαν εξέγερση στη Δυτική Βηρυτό. Τον κυρίαρχο ρόλο έπαιξε τώρα η Αμάλ, η οποία γινόταν όλο και πιο πολύ ο κύριος σύμμαχος της Συρίας μέσα στο Λίβανο. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέτυχαν μια σπουδαία νίκη ενάντια στο Λιβανέζικο Στρατό, ο οποίος μπήκε ξανά στο περιθώριο. Η διεθνής δύναμη αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ήταν μια σημαντική νίκη για τη Συρία, η οποία ουσιαστικά έθεσε πλέον υπό τον έλεγχο της τα πιο σημαντικά κομμάτια του Λιβάνου, ενώ το Ισραήλ έλεγχε τη νότια περιοχή κοντά στα σύνορά του. Αυτός ο συνδυασμός έμελλε να κρατήσει για πολλά χρόνια και να επιβιώσει και μετά το τέλος του εμφυλίου.

Εν τω μεταξύ, η Συρία πέτυχε μια νίκη και σε ένα άλλο μέτωπο: αυτό εναντίον του Αραφάτ. Η παλιά δύσκολη συμμαχία Άσαντ-Αραφάτ είχε γίνει πλέον ανοικτή έχθρα και οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν βίαια στο βόρειο Λίβανο. Ένα μέρος των Παλαιστινίων εκφράστηκε υπέρ της Συρίας και πολέμησε ενάντια στον πρώην ηγέτη του. Ο Αραφάτ επέστρεψε στο Λίβανο για να διευθύνει τη μάχη – μετά την ήττα του έφυγε ξανά, αυτήν τη φορά οριστικά. Και μαζί μ’ αυτόν εξαφανίστηκε σταδιακά και η παλαιστινιακή επιρροή στο Λίβανο, η οποία είχε υπάρξει τόσο καθοριστική στα πρώτα χρόνια του εμφυλίου.

Πολυδιάσπαση υπό μια Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας

Ήδη από τις αρχές του ’84, η Βηρυτός είχε διασπαστεί ξανά, αφού οι παλιές δυνάμεις του Εθνικού Κινήματος (Κομμουνιστές, Τζουμπλάτ, Νασερικοί, μαζί με την πολύ πιο δυναμική πλέον Αμάλ) πήραν ξανά τον έλεγχο του δυτικού της τμήματος. Δεν έλειψαν πάντως και οι προσπάθειες συνεννόησης. Σχηματίστηκε μάλιστα και μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με τη συμμετοχή προσώπων απ’ όλες τις παρατάξεις. Χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησαν και τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ τους: χαρακτηριστική γι’ αυτήν τη σουρεαλιστική κατάσταση ήταν η φράση του (ακόμα πρόεδρου) Αμίν Τζεμαγέλ «οι υπουργοί μου με βομβαρδίζουν», πράγμα που συνέβαινε περίπου κυριολεκτικά.

Ταυτόχρονα όμως, ξεκίνησαν και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις εντός των δύο στρατοπέδων. Η Αμάλ συμμάχησε π.χ. με τον Ουαλίντ Τζουμπλάτ για να επιτεθούν στο νασερικό Μουραμπιτούν, ενώ λίγο αργότερα συγκρούστηκαν και μεταξύ τους. Από την άλλη πλευρά, ένοπλες συγκρούσεις υπήρχαν και ανάμεσα σε διάφορες ομάδες της χριστιανικής Δεξιάς. Στην ουσία, ο Λίβανος διασπάστηκε σε πολλές μικρές περιοχές υπό τον έλεγχο ένοπλων ομάδων, οι οποίες λειτουργούσαν περίπου και σαν τοπικές κυβερνήσεις, συλλέγοντας φόρους κι εφαρμόζοντας αυθαίρετα δικαιοσύνη. Σε κάποιο βαθμό, αυτοί οι ένοπλοι είχαν γίνει ανεξέλεγκτοι, ακόμα κι από τη διοίκησή τους.

Ο Αμίν Τζεμαγέλ (αριστερά) με το Σαμίρ Ζαζά (δεξιά). Πηγή: histoiredesforceslibanaises.files.wordpress.com

Ο Αμίν Τζεμαγέλ (στο κέντρο) με το Σαμίρ Ζάζα (δεξιά) – δύο από τους ηγέτες της χριστιανικής Δεξιάς, οι οποίοι άλλοτε συμμαχούσαν και άλλοτε συγκρούονταν.
Πηγή: histoiredesforceslibanaises.files.wordpress.com

Η εμφάνιση του ισλαμισμού

Πριν απ’ τον πόλεμο, η επιρροή των ισλαμιστικών κινημάτων στο Λίβανο ήταν από μικρή ως ασήμαντη. Ήδη όμως από το 1982 είχε εμφανιστεί στη συντηρητική σουνιτική Τρίπολη η ισλαμιστικής κατεύθυνσης οργάνωση Ταχβίντ, συμμετέχοντας και ένοπλα στον εμφύλιο. Η Τρίπολη παραμένει μέχρι σήμερα το λιβανέζικο κέντρο του σουνιτικού ισλαμισμού.

Πολύ πιο σημαντικός στην πολιτική σκηνή του Λιβάνου έμελλε ν’ αποδειχτεί ο σιιτικός ισλαμισμός. Ήδη η Αμάλ της εποχής του Μούσα αλ-Σαντρ είχε κάποιες ισλαμιστικές τάσεις, μετά την εξαφάνισή του όμως το ’78 η οργάνωση κινήθηκε σε μάλλον κοσμική κατεύθυνση. Αυτό δεν έμεινε χωρίς αντίδραση στη σιιτική κοινότητα, η οποία εκτός από τον παραδοσιακό αποκλεισμό της από το λιβανέζικο πολιτικό κι οικονομικό σύστημα, είχε από τις αρχές της δεκαετίες του ’80 ν’ αντιμετωπίσει και τη σκληρή ισραηλινή κατοχή. Η τελευταία οδήγησε σε μια μαζική προσφυγοποίηση Σιιτών με κατεύθυνση τα φτωχά προάστια της Βηρυτού, δημιουργώντας έτσι και τις κατάλληλες συνθήκες για την εξάπλωση ισλαμιστικών κινημάτων.

Σαν έκφραση αυτής της τάσης δημιουργήθηκε η Χεζμπολάχ («Κόμμα του Θεού»). Η οργάνωση είχε σαν πρότυπό της την ακόμα πολύ νεαρή τότε Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, η οποία ήταν και ο κύριος χρηματοδότης της. Μέχρι τότε, η Αμάλ μονοπωλούσε σχεδόν την εκπροσώπηση των Σιιτών. Πολλά μέλη της όμως προσχώρησαν στη νεοσύστατη Χεζμπολάχ, διασπώντας έτσι και τον σιιτικό πληθυσμό.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού (2011). Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ.

Η Χεζμπολάχ επικέντρωσε τη δραστηριότητά της από την αρχή εναντίον της ισραηλινής κατοχής στο Νότιο Λίβανο: μια πολιτικά έξυπνη κίνηση, η οποία, μαζί με τις κοινωνικές παροχές που προσέφερε, αύξησε πολύ τη δημοφιλία της. Η Χεζμπολάχ πήρε τα ηνία σ’ αυτόν τον τομέα από την αριστερή Τζαμούλ και σταδιακά συνέδεσε αυτή το όνομα της με την αντι-ισραηλινή Αντίσταση.

Ο πόλεμος των καταυλισμών και η ενδοσιιτική σύγκρουση

Ήδη αναφέρθηκε η έχθρα μεταξύ Συρίας κι Αραφάτ, η οποία είχε εξελιχθεί και σε ανοικτή σύγκρουση. Η Αμάλ, ως ο πιο πιστός σύμμαχος της Συρίας, μετέφερε αυτήν τη σύγκρουση και στον κεντρικό και νότιο Λίβανο. Το 1985 επιτέθηκε στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς, στους οποίους η ΟΑΠ είχε ακόμα σημαντική επιρροή. Ο πόλεμος αυτός θα ονομαζόταν «Πόλεμος των Καταυλισμών» και θα κρατούσε τρία χρόνια, αφήνοντας και αυτός πολλές πληγές πίσω του.

Η Αμάλ ήθελε ουσιαστικά να εκκαθαρίσει το Λίβανο από κάθε επιρροή του Αραφάτ. Σ’ αυτόν τον πόλεμο είχε σύμμαχους όχι μόνο τον συριακό στρατό, αλλά και κάποιους φιλο-σύριους Παλαιστίνιους, που, όπως είπαμε πριν, είχαν ήδη διασπαστεί από την ΟΑΠ. Τελικά η Αμάλ πέτυχε να εκδιώξει την ΟΑΠ από τους καταυλισμούς μέσα ή κοντά στη Βηρυτό, όχι όμως κι απ’ αυτούς στο Νότο.

Από τον Πόλεμο των Καταυλισμών Πηγή: news.bbc.co.uk

Από τον Πόλεμο των Καταυλισμών
Πηγή: news.bbc.co.uk

Ταυτόχρονα όμως η Αμάλ αναμίχθηκε και σε μια άλλη άγρια σύγκρουση, που ήταν ακόμα πιο αδελφοκτόνα: αυτήν εναντίον της Χεζμπολάχ. Σήμερα μπορεί οι δύο σιιτικές οργανώσεις, οι οποίες έχουν περίπου κοινή προέλευση, να είναι πάλι στενοί σύμμαχοι, δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Ουσιαστικά μέσω της Αμάλ και της Χεζμπολάχ συγκρούονταν η Συρία και το Ιράν αντίστοιχα, που τότε δεν είχαν ακόμα τη στενή σχέση που έχουν σήμερα. Οι δύο οργανώσεις ήθελαν τον πλήρη έλεγχο των σιιτικών περιοχών, η κάθε μια για λογαριασμό της. Κάποιες διαδηλώσεις γυναικών με σκοπό να σταματήσει αυτή η σφαγή Σιιτών εναντίων Σιιτών, έγιναν οι ίδιες στόχος πυροβολισμών. Αυτή η ενδοσιιτική σύγκρουση θα κρατούσε μέχρι το τέλος του πολέμου.


Μετά από πάνω από μια δεκαετία καταστροφικών μαχών και ξένων επεμβάσεων, η κατάσταση στο Λίβανο είχε γίνει ακόμα πιο περίπλοκη απ’ ό,τι στην αρχή. Η σύγκρουση που ήταν στη ρίζα του πολέμου (Μουσουλμάνοι, Παλαιστίνιοι και Αριστερά εναντίον χριστιανικής Δεξιάς) είχε αρχίζει να ξεθωριάζει. Έδωσε όμως, όπως είδαμε, τη θέση της σε άλλες συγκρούσεις, όχι λιγότερο άγριες. Μέσα σ’ αυτό το χάος, ξεχώρισε η επιρροή της Συρίας: ο ρόλος της στο Λίβανο ήταν το κλειδί για τη συνέχιση ή το τέλος του πολέμου, όπως έμελλε να φανεί στα επόμενα χρόνια.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία:

  • A. Nizar Hamzeh (1997): Islamism in Lebanon – A Guide. (σύνδεσμος)
  • Haim Shaked & Daniel Dishon (eds.) (1986): Middle East Contemporary Survey – Volume VIII, 1983-84 (σύνδεσμος)
  • Mehmet Gurses: The Lebanese Civil War, 1975-78.
  • Sune Haugbolle (2011): The historiography and the memory of the Lebanese civil war (σύνδεσμος)
  • Hassan Krayem: The Lebanese Civil War and the Taif Agreement (σύνδεσμος)
  • Samir Makdisi & Richard Sadaka (2003): The Lebanese Civil War, 1975-1990. (σύνδεσμος)

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Α’: Εισαγωγη

Κλασσικό

Το 2000 το γνωστό καταρινό δίκτυο Αλ Τζαζίρα ετοίμασε ένα ντοκιμαντέρ για τον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου, σε 15 επεισόδια των 40-50 λεπτών, στα οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό κι αυτό το άρθρο. Τα επεισόδια περιλάμβαναν συνεντεύξεις με τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του πολέμου, όσους απ’ αυτούς είχαν μείνει ζωντανοί. Πολλοί Λιβανέζοι το παρακολούθησαν ίσως για να καταλάβουν κι οι ίδιοι για ποιον λόγο αλληλοσκοτώνονταν επί 16 χρόνια (ο εμφύλιος κράτησε από το 1975 μέχρι το 1990).

Πράγματι, ο λιβανέζικος εμφύλιος πόλεμος ήταν μια από τις πιο πολύπλοκες συγκρούσεις που μπορεί κάποιος να φανταστεί. Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί γι’ αυτόν, ότι καθεμία από τις άπειρες στρατιωτικές ομάδες είχε πολεμήσει τουλάχιστον μια φορά εναντίον της καθεμίας από τις υπόλοιπες. Για να προσπαθήσει τουλάχιστον κάποιος να βγάλει ένα νόημα, είναι απαραίτητο να ξέρει κάποια πράγματα για την ιστορία και την πολιτική δομή της χώρας.

Από τη Γαλλική Εντολή στο Εθνικό Σύμφωνο

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Λίβανος ανήκε μαζί με τη Συρία στην περιοχή εντολής της Γαλλίας. Οι Γάλλοι είχαν χωρίσει την περιοχή τους σε πέντε διοικητικές ενότητες, μια εκ των οποίων ήταν και ο Λίβανος. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο, οι τέσσερις απ’ αυτές τις ενότητες αποτέλεσαν τη Συριακή Δημοκρατία, ο Λίβανος όμως έγινε ανεξάρτητο κράτος. Αυτό δεν ήταν τυχαίο: ο Λίβανος ήταν τότε η μοναδική περιοχή της Μέσης Ανατολής με χριστιανική πλειοψηφία. Ανάμεσα στις πολλές χριστιανικές κοινότητες της χώρας, η μεγαλύτερη είναι αυτή των Μαρωνιτών, μια ιδιαίτερη ομάδα που υπάγεται στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κράτη. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως στην Τουρκία το .... Πηγή: en.academic.ru

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κράτη. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως στην Τουρκία το 1939.
Πηγή: en.academic.ru

Όπως σε όλο τον αποικιοκρατούμενο κόσμο, η επιρροή των εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων ήταν τότε  μεγάλη και στον Λίβανο. Η ιδιαιτερότητα ήταν όμως ότι στον Λίβανο υπήρχαν (και εν μέρει ακόμα υπάρχουν) ταυτόχρονα τουλάχιστον τρεις εθνικές ιδεολογίες: η αραβική, η συριακή και η λιβανέζικη. Ο αραβικός εθνικισμός στόχευε στην ένωση όλων των Αράβων σ’ ένα μεγάλο κράτος, από το Μαρόκο ως το Ιράκ. Ο συριακός εθνικισμός αντίθετα προσέβλεπε στην δημιουργία της Μεγάλης Συρίας, ενός κράτους δηλαδή που θα συμπεριλάμβανε τουλάχιστον τη σημερινή Συρία, το Λίβανο, την Παλαιστίνη και την Ιορδανία. Τέλος, οι υποστηρικτές του λιβανέζικου εθνικισμού έβλεπαν τους Λιβανέζους σαν ξεχωριστό έθνος, απόγονους ίσως των Φοινίκων, κι όχι κατ’ ανάγκη μέρος του αραβικού έθνους. Αν και σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός του Λιβάνου είναι αραβόφωνος, οι θρησκευτικές διαφορές επηρέαζαν και την προτίμηση σε μια απ’ αυτές τις εθνικές ιδεολογίες. Έτσι, οι Μουσουλμάνοι έτειναν προς τον αραβικό εθνικισμό. Οι περισσότεροι Μαρωνίτες, που μόνο στο Λίβανο αποτελούσαν ομάδα με σημαντικό ποσοστό κι επιρροή, βρίσκονταν πιο κοντά στον λιβανέζικο εθνικισμό. Ο συριακός εθνικισμός είχε σημαντική απήχηση ανάμεσα στους Ελληνορθόδοξους και τους Ουνίτες: αναμενόμενο, αφού οι περισσότεροι αραβόφωνοι Ελληνορθόδοξοι/Ουνίτες ζουν στις χώρες που θα αποτελούσαν τη Μεγάλη Συρία, κυρίως στη σημερινή Συρία.

Τελικά, ο Λίβανος κήρυξε την ανεξαρτησία του το 1943. Αυτό από μόνο του ήταν προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα στις διάφορες εθνικές ιδεολογίες: ο Λίβανος θα ήταν αραβικό κράτος χωρίς ξένη προστασία (αντίθετα δηλαδή με τις προτιμήσεις πολλών Μαρωνιτών), αποκλείοντας όμως την ένωση με τη Συρία (την οποία επιθυμούσαν πολλοί Μουσουλμάνοι). Το πιο δύσκολο όμως ήταν να βρεθεί μια φόρμουλα που να εξασφαλίζει την πολιτική συμβίωση των 17 τουλάχιστον διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων στο νέο κράτος, εκ των οποίων καμία δεν είχε την απόλυτη πλειοψηφία στο πληθυσμό.

Θρησκευτικός χάρτης του Λιβάνου. ανοικτό ροζ = Σουνίτες σκούρο ροζ = Σιίτες μπεζ = Μαρωνίτες ανοικτό καφε = Ελληνορθόδοξοι σκούρο καφέ = Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες) Γαλάζιο = Δρούζοι Πηγή: www.lib.utexas.edu

Θρησκευτικός χάρτης του Λιβάνου.
ανοικτό ροζ = Σουνίτες
σκούρο ροζ = Σιίτες
μπεζ = Μαρωνίτες
ανοικτό καφε = Ελληνορθόδοξοι
σκούρο καφέ = Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες)
γαλάζιο = Δρούζοι
Πηγή: http://www.lib.utexas.edu

Η λύση που τελικά εφαρμόστηκε ήταν η κατανομή των κυβερνητικών θέσεων στις θρησκευτικές κοινότητες ανάλογα με το πληθυσμιακό τους ποσοστό, σύμφωνα με την απογραφή του 1932. Συνολικά έπρεπε να τηρείται η αναλογία 6:5 (Χριστιανοί προς Μουσουλμάνοι): αυτό ίσχυε και για τις κοινοβουλευτικές έδρες. Τα πιο σημαντικά κρατικά αξιώματα μοιράστηκαν ανάμεσα στις μεγαλύτερες κοινότητες: ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έπρεπε να είναι Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός Σουνίτης, ο πρόεδρος της Βουλής Σιίτης, ο αντιπρόεδρος Ελληνορθόδοξος. Τα πολιτικά δικαιώματα ενός Λιβανέζου πολίτη θα περνούσαν δηλαδή μέσα από την θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκε, ενώ διάφορα θέματα καθημερινότητας (π.χ. διαζύγια, κληρονομιά) θα ήταν στη δικαιοδοσία της κάθε κοινότητας ξεχωριστά. Αυτό το σύστημα ονομάστηκε Εθνικό Σύμφωνο: με κάποιες προσαρμογές ισχύει ουσιαστικά μέχρι σήμερα.

Τα πρώτα δύσκολα βήματα του νέου κράτους

Ήταν φανερό από την αρχή ότι αυτή η κατάσταση δύσκολα θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα και δεν άργησαν να εμφανιστούν οι πρώτες τριβές. Οι Μουσουλμάνοι ένιωθαν ότι αυτό το σύστημα ευνοούσε τους Μαρωνίτες, οι οποίοι σύντομα έφτασαν να κατέχουν τις σημαντικότερες θέσεις στην πολιτική, την οικονομία και το στρατό. Με την πάροδο των χρόνων, οι δημογραφικές αναλογίες άρχισαν να ανατρέπονται εις βάρος των Μαρωνιτών, αυτοί όμως επέμεναν στη διανομή των θέσεων με βάση την ευνοϊκή γι’ αυτούς απογραφή του 1932. Δημιουργήθηκε δηλαδή ουσιαστικά μια κατάσταση, όπου μια μουσουλμανική πλειοψηφία ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί την κυριαρχία μιας μαρωνίτικης μειοψηφίας. Αυτό ενίσχυσε τις φωνές που ζητούσαν την κατάργηση του πολυθρησκευτικού συστήματος και την αντικατάστασή του από την αρχή της ισότητας, ή τουλάχιστον την αναδιανομή των θέσεων με τρόπο που να αντικατοπτρίζει τις νέες δημογραφικές πραγματικότητες.

Ταυτόχρονα, ο πολιτικός κόσμος του Λιβάνου διχάστηκε και στο θέμα της εξωτερικής πολιτικής. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 σχηματίστηκαν δύο στρατόπεδα στον αραβικό κόσμο. Από τη μία ήταν τα ρεπουμπλικανικά προοδευτικά (αν και συνήθως αυταρχικά) καθεστώτα, τα οποία βασίζονταν στην ιδεολογία του παναραβικού εθνικισμού, συχνά με σοσιαλιστικές αποχρώσεις και καλές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση. Κεντρική προσωπικότητα ήταν ο Νάσερ της Αιγύπτου, ενώ σ’ αυτό το στρατόπεδο ανήκε και η στενά συνδεδεμένη με το Λίβανο Συρία. Από την άλλη ήταν οι συντηρητικές μοναρχίες, φιλοδυτικές κι αντικομμουνιστικές, όπως η Σαουδική Αραβία, το Μαρόκο κι η Ιορδανία. Ο Λίβανος αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στα δύο αυτά στρατόπεδα. Ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των Μουσουλμάνων είχε συμπάθειες για το πρώτο στρατόπεδο, οι κυρίαρχες μαρωνιτικές ελίτ, και κυρίως ο Πρόεδρος Σαμούν, είχαν φιλο-αμερικανικό προσανατολισμό. Η θρησκευτική ταυτότητα δεν ταυτιζόταν πάντως αναγκαστικά με τις προτιμήσεις στην εξωτερική πολιτική. Πολλοί σημαντικοί Μαρωνίτες ήταν μάλλον φιλονασερικοί, όπως ο Πατριάρχης των Μαρωνιτών Μπούλος Μπούτρος αλ-Μεούσι  (γι’ αυτό και οι εχθροί του τον αποκαλούσαν ειρωνικά «Μοχάμεντ αλ-Μεούσι») ή ο δημοσιογράφος Νασίμπ αλ-Μάτνι, του οποίου η δολοφονία έμελλε να οδηγήσει στην πρώτη ένοπλη σύγκρουση.

Ο Καμίλ Σαμούν. Συνέχισε να είναι πολιτικά δραστήριος και μετά τη λήξη της προεδρικής του θητείας. Πηγή: www.natgeocreative.com

Ο Καμίλ Σαμούν. Συνέχισε να είναι πολιτικά δραστήριος και μετά τη λήξη της προεδρικής του θητείας.
Πηγή: http://www.natgeocreative.com

Το 1958 η Αίγυπτος κι η Συρία ενώθηκαν με το όνομα Ενωμένη Αραβική Δημοκρατία, υπό την ηγεσία του Νάσερ. Αυτό ανησύχησε ιδιαίτερα τον Πρόεδρο Σαμούν: εξάλλου η Συρία ποτέ δεν είχε παραιτηθεί από τις αξιώσεις της στο Λίβανο. Στο Λίβανο υπήρχε ήδη μεγάλη πολιτική ένταση λόγω των εκλογών του 1957, οι οποίες ευνόησαν τον Σαμούν, αλλά συνοδεύτηκαν από σοβαρές κατηγορίες για παραποίηση των αποτελεσμάτων. Η δολοφονία του αλ-Μάτνι, μία μέρα μετά τη δημοσίευση άρθρου στο οποίο ζητούσε την παραίτηση του Σαμούν, ήταν το σπίρτο που άναψε τη φωτιά στο εύφλεκτο λιβανέζικο πολιτικό τοπίο. Γρήγορα η κατάσταση εξελίχτηκε σε έναν μίνι-εμφύλιο, με τις δύο παρατάξεις να συγκρούονται βίαια και τον λιβανέζικο στρατό να τηρεί μάλλον ουδέτερη στάση. Η ειρήνη αποκαταστάθηκε αφού ο Σαμούν παραμερίστηκε μετά από μερικούς μήνες. Στη θέση του εκλέχθηκε ο στρατηγός Σεχάμπ, του οποίου η συμβιβαστική πολιτική εξασφάλισε την ειρήνη και τη σταθερότητα για την επόμενη δεκαετία – κάτι που όπως αποδείχτηκε ήταν τελικά απλά η ηρεμία πριν την καταιγίδα. Τα προβλήματα που ήταν στη ρίζα των συγκρούσεων δεν είχαν λυθεί.

Το σκηνικό για τον πόλεμο στήνεται

Στον μίνι-εμφύλιο του ’58 συμμετείχε στο πλευρό του Προέδρου Σαμούν κι η οργάνωση «Φάλαγγα» (Καταέμπ). Αυτή είχε ιδρυθεί ήδη τη δεκαετία του ’30 από τον Μαρωνίτη Πιέρ Τζεμαγέλ, κατά τα φασιστικά πρότυπα που κυριαρχούσαν τότε στην Ευρώπη (εξάλλου και το όνομα της μάλλον δεν είναι τυχαίο). Μετά τον πόλεμο, κατευθύνθηκε ιδεολογικά μάλλον προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό, με τονισμένο όμως πάντα το στοιχείο του λιβανέζικου εθνικισμού και της προστασίας της μαρωνίτικης κοινότητας (και των προνομίων της), μαζί με την αντίθεση στον αραβικό εθνικισμό και τον σοσιαλισμό.

Άγαλμα του ιδρυτή της Φάλαγγας, Πιέρ Τζεμαγέλ, με φρουρά από Φαλαγγίτες. Δίπλα το σήμα της οργάνωσης. Πηγή: www.aminegemayel.org

Άγαλμα του ιδρυτή της Φάλαγγας, Πιέρ Τζεμαγέλ, με φρουρά από Φαλαγγίτες. Δίπλα το σήμα της οργάνωσης.
Πηγή: http://www.aminegemayel.org

Ένας άλλος παράγοντας που έμελλε να παίξει κεντρικό ρόλο ήταν οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες. Αυτοί είχαν ήδη διαφύγει στο Λίβανο μετά την ίδρυση του ισραηλινού κράτους το 1948, αλλά νέα κύματα έφτασαν και μετά τον πόλεμο του ’67. Εγκαταστάθηκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς, χωρίς ποτέ να γίνουν πολίτες της χώρας και να έχουν τα ανάλογα δικαιώματα. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήταν μάλιστα συχνά θύματα καταπίεσης από το λιβανέζικο κράτος. Η ίδρυση της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) το 1964 κι η ανάπτυξη της ένοπλης αντίστασης έδωσαν όμως αυτοπεποίθηση και στους Παλαιστίνιους του Λιβάνου. Εξελίχθηκαν σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα, ιδιαίτερα όταν η ΟΑΠ μετέφερε τη βάση της στο Λίβανο και οργάνωνε επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ από λιβανέζικο έδαφος. Οι καταυλισμοί εξελίχθηκαν σε περίπου αυτόνομες περιοχές, ένα είδος κράτους εν κράτει.

Ο νεαρός Γιασέρ Αραφάτ στο Λίβανο. Πηγή: www.smh.com.au

Ο νεαρός Γιασέρ Αραφάτ, ηγέτης της ΟΑΠ, στο Λίβανο.
Πηγή: http://www.smh.com.au

Το λιβανέζικο κράτος, μετά από ένοπλες συγκρούσεις του λιβανέζικου στρατού με τους Παλαιστίνιους μαχητές, αναγκάστηκε ουσιαστικά να αποδεχτεί αυτήν την κατάσταση, η οποία δεν του ήταν καθόλου ευχάριστη, μια κι αυτό εισέπραττε συχνά τα ισραηλινά αντίποινα. Αυτό οδήγησε σε μια αυξανόμενη έχθρα εναντίων των Παλαιστινίων από πολλούς Λιβανέζους, ιδιαίτερα από τη μαρωνίτικη Δεξιά. Αντίθετα, άλλα τμήματα του λιβανέζικου πληθυσμού ένιωθαν αλληλέγγυοι με τους Παλαιστίνιους, κυρίως οι Μουσουλμάνοι κι η Αριστερά.

Ταυτόχρονα, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο Λίβανος επηρεάστηκε κι αυτός από το παγκόσμιο κλίμα των κοινωνικών εξεγέρσεων και των αριστερών ιδεών. Αναπτύχθηκαν δραστήρια εργατικά και φοιτητικά κινήματα, τα οποία προβληματίζονταν για τις έντονες οικονομικές ανισότητες στη χώρα, που είχαν οξυνθεί με την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων. Και δεν μπορούσε φυσικά κάποιος να παραβλέψει το γεγονός ότι οι περισσότεροι φτωχοί ήταν Μουσουλμάνοι, ενώ η μικρή ελίτ των πλουσίων αποτελούνταν σε υψηλό ποσοστό από Χριστιανούς. Τα κινήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν συχνά με πολλή βία από το κράτος, πράγμα που οδήγησε μάλλον στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησή τους. Το λιβανέζικο κομμουνιστικό κίνημα άρχισε να γίνεται κι αυτό υπολογίσιμος παράγοντας.

Σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του '60, '70 και '80, αν και περιθωριοποιήθηκε στη συνέχεια. Πηγή: english.al-akhbar.com

Σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του ’60 και ’70, αλλά περιθωριοποιήθηκε στη συνέχεια.
Πηγή: english.al-akhbar.com

Κεντρικό πρόσωπο στο χώρο της Αριστεράς, καθώς και της φιλοπαλαιστινιακής παράταξης γενικότερα, ήταν ο Καμάλ Τζουμπλάτ. Ήταν ο ηγέτης του Προοδευτικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο, αν και θεωρητικά ενάντια στους θρησκευτικούς διαχωρισμούς κι ανοικτό σε όλες τις κοινότητες, ήταν στην ουσία η πολιτική εκπροσώπηση των Δρούζων. Συμμετείχε κατά καιρούς σε διάφορες λιβανέζικες κυβερνήσεις. Με τη χαρισματική του προσωπικότητα απέκτησε επιρροή σε πολλές ομάδες που ήταν κριτικές στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων κι έγινε ως πρόσωπο ο κύριος εκφραστής του αιτήματος πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής.

Ο Καμάλ Τζουμπλάτ Πηγή: en.wikipedia.org

Ο Καμάλ Τζουμπλάτ
Πηγή: en.wikipedia.org

Το 1974 ιδρύθηκε και το Κίνημα των Στερημένων, το οποίο μετεξελίχθηκε στη συνέχεια στην οργάνωση Αμάλ, η οποία παίζει μέχρι τις μέρες μας σημαντικό ρόλο στο λιβανέζικο πολιτικό σύστημα. Εξέφραζε κυρίως την προσπάθεια χειραφέτησης των Σιιτών, οι οποίοι, αν και η μία εκ των τριών μεγαλύτερων κοινοτήτων, ήταν οι πλέον αποκλεισμένοι από την πολιτική κι οικονομική ζωή της χώρας κι οι περιοχές τους ήταν οι πιο υπανάπτυκτες. Ηγετική προσωπικότητα στο κίνημα ήταν ο Σιίτης θρησκευτικός ηγέτης Μούσα αλ-Σαντρ. Σαν διάσπαση αυτού του κινήματος ιδρύθηκε μια δεκαετία αργότερα κι η γνωστή οργάνωση Χεζμπολάχ. Στην πρώτη φάση του πολέμου πάντως, η Αμάλ δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο.

Σημαία της Αμάλ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού, 2011

Σημαία της Αμάλ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού, 2011

Η πρώτη φάση του εμφυλίου: ο διετής πόλεμος

Μέχρι το 1975 είχαν πλέον σχηματιστεί οι δύο παρατάξεις. Από τη μια η μαρωνίτικη κρατική ελίτ μαζί με δεξιές οργανώσεις όπως η Φάλαγγα, αλλά και τις δυνάμεις του πρώην προέδρου Σαμούν, που ενώθηκαν στο Λιβανέζικο Μέτωπο. Κι από την άλλη το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα υπό την ηγεσία του Τζουμπλάτ, με τη συμμετοχή των Κομμουνιστών, των οπαδών του συριακού εθνικισμού, των Νασερικών κι άλλων Παν-αραβιστών, αλλά και με τους Παλαιστίνιους ως σύμμαχους. Το Μέτωπο ήθελε (φοβούμενο τη μουσουλμανική πλειοψηφία) τη διατήρηση του στάτους κβο στο πολιτικό κι οικονομικό σύστημα, έβαζε πάνω απ’ όλα την ανεξαρτησία του Λιβάνου κι ήταν φιλοδυτικής κι αντι-παλαιστινιακής κατεύθυνσης. Το Εθνικό Κίνημα ήθελε αντίθετα πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, την κατάργηση των θρησκευτικών διαχωρισμών και την εφαρμογή της αρχής της ισότητας, την προσέγγιση με άλλα αραβικά κράτη και πιο ενεργή στήριξη στον παλαιστινιακό αγώνα.

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα ολοένα αυξανόμενης έντασης και δυσπιστίας, με πολιτικές δολοφονίες και συνεχείς ένοπλες μικρο-συγκρούσεις, οι δύο πλευρές εξοπλίζονταν κι έχαναν σταδιακά κάθε πίστη στις δυνατότητες των ειρηνικών μέσων πάλης. Η εκτέλεση 27 Παλαιστινίων μαχητών, επιβατών ενός λεωφορείου, από Φαλαγγίτες τον Απρίλη του 1975, θεωρείται η «επίσημη» έναρξη του εμφυλίου. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και μετά απ’ αυτό έγιναν προσπάθειες συνεννόησης, έστω και με μικρή μόνο επιτυχία.

Ήταν μια άλλη σφαγή που έμελλε να αποτελέσει το σημείο χωρίς επιστροφή: το αποκαλούμενο και «Μαύρο Σάββατο«. Το Δεκέμβρη του 1975, λίγο μετά από τους θανάτους τεσσάρων Χριστιανών σε διάφορα μέρη του Λιβάνου, ένοπλοι Φαλαγγίτες βγήκαν στους δρόμους κοντά στο λιμάνι της Βηρυτού διψασμένοι για εκδίκηση. Σταματούσαν τους περαστικούς, ακόμα και τους επιβάτες των αυτοκινήτων, ελέγχοντας τις ταυτότητές τους. Όποιον ήταν Μουσουλμάνος ή Παλαιστίνιος, τον σκότωναν επί τόπου – πολλοί απ’ αυτούς ήταν απλοί εργάτες στο λιμάνι. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη μαζική εφαρμογή των «φόνων ταυτότητας», ένα ιδιαίτερα θλιβερό φαινόμενο που συνδέθηκε με τον πόλεμο του Λιβάνου. Ο αριθμός των θυμάτων δεν έχει εξακριβωθεί, αλλά πάντως ξεπέρασε τους 150 μέσα σε λίγες ώρες.

Οι όποιες ελπίδες αποφυγής της πλήρους ένοπλης σύρραξης ουσιαστικά εξανεμίστηκαν μετά απ’ αυτήν τη σφαγή. Το Εθνικό Κίνημα αντεπιτέθηκε, με στόχο την κατάληψη του λιμανιού και της γύρω περιοχής. Χαρακτηριστικά ίσως για την κάπως σουρεαλιστική διάσταση του λιβανέζικου εμφύλιου, αυτή η φάση ονομάστηκε «Μάχη των Ξενοδοχείων«, μια και σ’ αυτήν την παραθαλάσσια περιοχή βρίσκονταν και τα πιο γνωστά ξενοδοχεία της Βηρυτού.

Το ξενοδοχείο Holiday Inn στη Βηρυτό, όπως ήταν ακόμα το 2011, ως συνέπεια της Μάχης των Ξενοδοχείων

Το ξενοδοχείο Holiday Inn στη Βηρυτό, όπως ήταν ακόμα το 2011, ως συνέπεια της Μάχης των Ξενοδοχείων

Γρήγορα ο πόλεμος εξαπλώθηκε κι εκτός της πρωτεύουσας κι η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Μάχες, εκκαθαρίσεις, σφαγές, λεηλασίες, βιασμοί κι από τις δύο πλευρές έγιναν μέρος της καθημερινότητας σε διάφορες περιοχές τις χώρας. Όπως ήταν φυσικό, οι γειτονικές χώρες δεν έμειναν αμέτοχες. Οι Φαλαγγίτες διατηρούσαν (όχι και τόσο κρυφές) επαφές με το Ισραήλ, ενώ η Συρία αρχικά υποστήριξε (όπως κι άλλες αραβικές χώρες, π.χ. το Ιράκ κι η Λιβύη) το Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους, προσέχοντας όμως να μην αποξενωθεί εντελώς κι από τις μαρωνιτικές ελίτ.

Ο Πρόεδρος της Συρίας, Χάφεζ αλ Άσαντ (αριστερά με κοστούμι), μαζί με τον ηγέτη της σιιτικής Αμάλ, Μούσα αλ Σαντρ (στη μέση, με σκούρα ρούχα)

Ο Πρόεδρος της Συρίας, Χάφεζ αλ Άσαντ (αριστερά με κοστούμι), μαζί με τον ηγέτη της σιιτικής Αμάλ, Μούσα αλ Σαντρ (στη μέση, με σκούρα ρούχα)

Σύντομα το Εθνικό Κίνημα φάνηκε να επικρατεί κι έφερε το μεγαλύτερο μέρος της λιβανέζικης επικράτειας υπό τον έλεγχό του. Κι εκεί που τα πράγματα έδειχναν μια νίκη των αριστερών-μουσουλμανικών-παλαιστινιακών δυνάμεων, που θα άλλαζε ίσως ριζικά το πολιτικό σύστημα και τον διεθνή ρόλο του Λιβάνου, έγινε αυτό που μάλλον κανείς δεν θα περίμενε μερικά χρόνια πριν. Ο στρατός της Συρίας επενέβη τον Ιούνη του 1976, εισβάλλοντας στο λιβανέζικο έδαφος – όχι όμως υπέρ του Εθνικού Κινήματος, αλλά υπέρ των μαρωνίτικων δεξιών δυνάμεων.

Η «επίσημη» δικαιολογία γι’ αυτήν την επιφανειακά αλλόκοτη απόφαση του συριακού καθεστώτος, η οποία ήταν εναντίον σε κάθε ιδεολογική του αρχή και παράδοση, ήταν ότι δεν ήθελε να σπρώξει τους Μαρωνίτες στην αγκαλιά του Ισραήλ, όπως ίσως θα συνέβαινε αν συνεχίζονταν οι επιθέσεις του Εθνικού Κινήματος στις μαρωνίτικες περιοχές. Ίσως όμως να έπαιξε ρόλο κι ο φόβος του Άσαντ, ότι μέσω μιας νίκης της Εθνικού Κινήματος θα μπορούσε να βρεθεί ολόκληρος ο Λίβανος υπό τον έλεγχο του παλαιστινιακού κινήματος του Γιασέρ Αραφάτ, με τον οποίο όπως φάνηκε στη συνέχεια δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις. Όπως και να’ χει το πράγμα, η συριακή επέμβαση άλλαξε ριζικά το τοπίο. Το Εθνικό Κίνημα κι οι Παλαιστίνιοι δεν είχαν πλέον καμία δυνατότητα στρατιωτικής νίκης, κι αναγκάστηκαν να δεχτούν μια κατάπαυση του πυρός, η οποία ουσιαστικά δεν άλλαζε τίποτα από το προπολεμικό καθεστώς.

Μέχρι το τέλος του 1976, οι εχθροπραξίες είχαν σταματήσει κι είχε επανέλθει κάποιου είδους ειρήνη. Πολλοί νόμισαν ότι αυτό ήταν και το οριστικό τέλος του πολέμου: γι’ αυτό εξάλλου κι αναφέρονταν σ’ αυτόν ως ο «διετής πόλεμος». Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν μόνο η αρχή – ο πόλεμος θα διαρκούσε ακόμα 14 χρόνια.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «Ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία

Ταξιδι στον Λιβανο

Κλασσικό

Στον Λίβανο βρέθηκα τον Οκτώβρη του 2011. Στη γειτονική Συρία είχε μόλις ξεκινήσει η εξέγερση ενάντια στο καθεστώς Άσαντ, χωρίς όμως να πάρει ακόμα τις σημερινές της διαστάσεις και ο Λίβανος δεν ένιωθε ακόμα τόσο έντονα τις συνέπειές της. Εκείνη την εποχή ήταν ακόμα μια πολύ ασφαλής χώρα για ταξιδιώτες: ο μοναδικός ίσως κίνδυνος που διέτρεχε κάποιος ήταν όταν προσπαθούσε να διασταυρώσει το δρόμο (τα φανάρια, όπου υπάρχουν, είναι μάλλον συμβολικά και για λόγους ασφάλειας είναι καλύτερα για έναν πεζό να μην τα λαμβάνει υπόψη).

Ο Λίβανος είναι μια χώρα που μοιάζει σχεδόν σουρεαλιστική. 17 επίσημες θρησκευτικές κοινότητες συνυπάρχουν σ’ ένα καθεστώς «πολυκοινοτικής ομοσπονδίας». Είναι περικυκλωμένος από δύο πολύ πιο δυνατά κράτη, τα οποία επεμβαίνουν στα εσωτερικά του όποτε το κρίνουν σκόπιμο, με τον λιβανέζικο στρατό απλά να παρακολουθεί. Το ένα (Ισραήλ) βομβαρδίζει υποδομές και εισβάλει κατά καιρούς στο λιβανέζικο έδαφος. Το άλλο (Συρία) θεωρούσε τον Λίβανο περίπου ως μέρος της δικής του επικράτειας και μόλις πρόσφατα αναγνώρισε την ανεξαρτησία του. Μια ένοπλη ομάδα όπως η Χεζμπολάχ μπορεί να αναλάβει τον πόλεμο με το Ισραήλ, όπως έγινε το 2006, με τον επίσημο λιβανέζικο στρατό πάλι να παραμένει θεατής. Η πρωτεύουσα είναι γνωστή σε όλο τον αραβικό κόσμο για τη νυχτερινή της ζωή, με τη χλιδή του κέντρου όμως να συνορεύει σε φτωχογειτονιές και παλαιστινιακούς προσφυγικούς καταυλισμούς. Και η χώρα κουβαλά και τη βαριά κληρονομιά ενός δεκαπενταετούς εμφυλίου πολέμου, που άφησε πίσω του 150.000 νεκρούς και βαθιές πληγές, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Κτίριο με τρύπες από σφαίρες στη Κεντρική Βυρητό

Κτίριο με τρύπες από σφαίρες στη Κεντρική Βηρυτό

Το ξενοδοχείο Holiday Inn στη Βηρυτό, όπως ήταν ακόμα το 2011, ως συνέπεια της Μάχης των Ξενοδοχείων

Το πρώην ξενοδοχείο Holiday Inn στη Βηρυτό, με τα σημάδια της Μάχης των Ξενοδοχείων (της πρώτης φάσης του λιβανέζικου εμφυλίου).

Η οροσειρά του Λιβάνου (ο Λίβανος είναι ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο που πήρε το όνομά της από μια οροσειρά) εκτείνεται από το κέντρο της χώρας ως τα βόρεια σύνορα. Είναι περίπου παράλληλη με τις ακτές, από τις οποίες υψώνεται σαν τείχος, για να φτάσει μέχρι τα 3.008μ πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Λειτουργεί έτσι και σαν παγίδα για τις βροχές που φέρνουν οι δυτικοί άνεμοι, με αποτέλεσμα η δυτική πλευρά του να έχει πιο υγρό κλίμα (825 χιλιοστά ετήσια βροχόπτωση στη Βηρυτό!), απ’ ό,τι θα περίμενε κάποιος για μια κατά τ’ άλλα ξηρή περιοχή. Κάτι που σε συνδυασμό με τις ψηλές θερμοκρασίες ενθάρρυνε τη μαζική καλλιέργεια μπανάνας στους πρόποδές του. Αν περιμένει πάντως κάποιος να δει στα βουνά τους κέδρους που απεικονίζει η σημαία της χώρας, μάλλον θα απογοητευτεί: λόγω της εντατικής υλοτομίας, που ξεκίνησε ήδη από την εποχή της αρχαιότητας, λίγοι έχουν απομείνει μέχρι τις μέρες μας.

Γεωφυσικός χάρτης του Λιβάνου

Γεωφυσικός χάρτης του Λιβάνου. Πηγή: http://www.worldatlas.com

Μπανανοφυτείες στη νότια ακτή του Λιβάνου.

Μπανανοφυτείες στη νότια ακτή του Λιβάνου.

Η οροσειρά του Λιβάνου είναι η κοιτίδα των Μαρωνιτών, της χριστιανικής καθολικής κοινότητας με κεντρική αναφορά στον Άγιο Μάρωνα. Η οροσειρά συνεχίζεται προς το Νότο με τα βουνά Σουφ, στα οποία κυριαρχεί η μουσουλμανική αίρεση των Δρούζων, ενώ στα βόρειά της, στην περιοχή που συνορεύει με τη Συρία, πλειοψηφούν οι Σουνίτες. Ανάμεσα στις παράλληλες οροσειρές του Λιβάνου και του Αντιλιβάνου, εκτείνεται η κοιλάδα Μπεκάα, ο σιτοβολώνας του Λιβάνου, που κατοικείται κυρίως από Σιίτες. Στο Νότιο Λίβανο, την περιοχή που υπόμεινε για πολλά χρόνια την ισραηλινή κατοχή, η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι επίσης σιιτική. Ελληνορθόδοξες (αραβόφωνες εννοείται) και ουνιτικές νησίδες υπάρχουν διάσπαρτες μέσα στη χώρα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από ελληνική άποψη έχει και η παρουσία μερικών χιλιάδων ελληνόφωνων Μουσουλμάνων κρητικής καταγωγής κοντά στην Τρίπολη.

Θρησκευτικός χάρτης του Λιβάνου. ανοικτό ροζ = Σουνίτες σκούρο ροζ = Σιίτες μπεζ = Μαρωνίτες ανοικτό καφε = Ελληνορθόδοξοι σκούρο καφέ = Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες) Γαλάζιο = Δρούζοι Πηγή: www.lib.utexas.edu

Θρησκευτικός χάρτης του Λιβάνου το 1982.
ανοικτό ροζ = Σουνίτες
σκούρο ροζ = Σιίτες
μπεζ = Μαρωνίτες
ανοικτό καφέ = Ελληνορθόδοξοι
σκούρο καφέ = Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες)
γαλάζιο = Δρούζοι
Πηγή: http://www.lib.utexas.edu

Αν θέλει κάποιος να γυρίσει τη χώρα, είναι μάλλον καλύτερο να εγκατασταθεί στη Βηρυτό. Βρίσκεται στο κέντρο του Λιβάνου και όλες οι άλλες πόλεις είναι σε απόσταση λίγων ωρών με δημόσιες συγκοινωνίες. Όταν μιλάμε πάντως για «δημόσιες συγκοινωνίες», εννοούμε ένα σε μεγάλο βαθμό ανεπίσημο και κάπως άναρχο δίκτυο, βασισμένο κυρίως σε mini-bus και λίγα πούλμαν (το σιδηροδρομικό δίκτυο καταστράφηκε με τον πόλεμο και δεν χρησιμοποιείται πλέον). Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται να είναι αρκετά πυκνό ώστε να μπορείς να βασιστείς πάνω του. Προτού χρησιμοποιήσει πάντως κάποιος ένα mini-bus, είναι καλύτερα να σιγουρευτεί από πριν για την τιμή και το ακριβές σημείο άφιξης.

Το κέντρο της Βυρητού, χτισμένο πάνω σε ασβεστόλιθους

Η δυτική ακτή της Βηρυτού: στο γκρεμό φαίνονται τα ασβεστολιθικά πετρώματα.

Η Βηρυτός είναι μια πόλη που ακόμα προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του εμφυλίου. Το να κτιστεί ξανά το κατεστραμμένο από τον πόλεμο κέντρο της πόλης ήταν σχετικά εύκολο. Σ’ αυτό τον τομέα έχει ήδη γίνει μεγάλη πρόοδος: αν και σποραδικά συναντά κάποιος κατεστραμμένα κτίρια με τρύπες από σφαίρες και βλήματα, το μεγαλύτερο μέρος του κέντρου έχει εικόνα σύγχρονης και ευημερούσας πόλης. Πιο δύσκολο είναι φυσικά να ξεπεραστούν οι κοινωνικές συνέπειες του πολέμου.

Η Solidere είναι η εταιρεία που ανέλαβε σε μεγάλο βαθμό την ανοικοδόμηση της Βηρυτού μετα τον πόλεμο, συμφερόντων κοντινών στον πρώην πρωθυπουργό Ραφίκ Χαρίρι. Όπως φαίνεται απ' την φωτογραφία, δεν λείπει η κριτική.

Η Solidere είναι η εταιρεία που ανέλαβε την ανοικοδόμηση της Βηρυτού μετά τον πόλεμο. Σ’ αυτήν δραστηριοποιήθηκε κι ο πρώην πρωθυπουργός Ραφίκ Χαρίρι. Όπως φαίνεται απ’ την φωτογραφία, η διαδικασία της ανοικοδόμησης δεν είναι χωρίς αντιπαραθέσεις.

Στη διάρκεια του εμφυλίου η πόλη χωρίστηκε στο δυτικό τμήμα, που ήταν υπό των έλεγχο των αριστερών και μουσουλμανικών δυνάμεων, και το ανατολικό τμήμα, στο οποίο κυριαρχούσαν οι δεξιές χριστιανικές ένοπλες οργανώσεις. Αυτό είχε ως συνέπεια ο χωρικός διαχωρισμός των κοινοτήτων να γίνει πιο έντονος, κάτι που μάλλον πολύ λίγο ξεπεράστηκε μετά το τέλος του εμφυλίου.

Ο μαρωνιτικός καθεδρικός ναός του Αγίου Γεωργίου δίπλα στο Τζαμί Μοχάμεντ-αλ-Αμίν, κοντά πρώην όριο Δυτικής-Ανατολικής Βηρυτού, είναι δείγματα της χριστιανο-μουσουλμανικής συνύπαρξης που δοκιμάστηκε πολύ στις τελευταίες δεκαετίες.

Ο μαρωνιτικός καθεδρικός ναός του Αγίου Γεωργίου δίπλα στο Τζαμί Μοχάμεντ-αλ-Αμίν, κοντά στο πρώην όριο Δυτικής-Ανατολικής Βηρυτού, είναι δείγματα μιας χριστιανο-μουσουλμανικής συνύπαρξης, που δοκιμάστηκε πολύ στις τελευταίες δεκαετίες.

Στη Δυτική Βηρυτό βρίσκονται και όλα τα κυβερνητικά κτίρια, το ιστορικό κέντρο, η κάπως φοιτητική κεντρική συνοικία Χαμρά με το Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο της Βηρυτού, η πλούσια συνοικία Ρας Μπεϊρούτ, ο παραλιακός πεζόδρομος (Corniche), οι Βράχοι των Περιστεριών, η καλλιτεχνική συνοικία Σαΐφι, η Πλατεία Μαρτύρων, το σουκ (δηλαδή η κεντρική αγορά) της Βηρυτού. Το τελευταίο σε τίποτα δεν θυμίζει τις εικόνες ανατολίτικων παζαριών που θα είχε κάποιος στο νου του με βάση οριενταλιστικά στερεότυπα. Είναι ένα σύγχρονο εμπορικό κέντρο, με μάλλον ακριβά καταστήματα.

Ο παραλιακός πεζόδρομος της Βηρυτού (Corniche)

Ο παραλιακός πεζόδρομος της Βηρυτού (Corniche)

Μέρος του κέντρου της Βυρητού, που ανοικοδομήθηκε μετά τον πόλεμο.

Μέρος του ιστορικού κέντρου της Βυρητού, το οποίο ανοικοδομήθηκε μετά τον πόλεμο.

Στην κυρίως χριστιανική Ανατολική Βηρυτό βρίσκονται οι πιο γνωστές περιοχές νυχτερινής ζωής. Η μία απ΄αυτές είναι η εύπορη συνοικία Ασραφιέ. Πιο ενδιαφέρουσα είναι πάντως κατά την άποψή μου η συνοικία Τζεμάιζε, ακριβώς νότια από το Λιμάνι και ανατολικά από την Πλατεία Μαρτύρων. Η οδός Rue Gouraud με τα πολλά μπαράκια και φαγάδικα, γεμάτη κόσμο ακόμα και αργά μετά τα μεσάνυχτα, δικαιολογεί τη φήμη της Βηρυτού ως της πρωτεύουσας της νυχτερινής διασκέδασης στη Μέση Ανατολή. Φυσικά τα περισσότερα χόστελ της πόλης είναι στρατηγικά τοποθετημένα εκεί κοντά.

Στη Βηρυτό γιορτάζεται φαίνεται πολύ και το Halloween (ίσως να παίζει ρόλο η καθολική παράδοση της χώρας). Ιδίαιτερα έντονα φαίνεται αυτό στη Rue Gouraud της Τζεμάιζε, του δρόμου με τα πολλά μπαράκια που είναι σύμβολο για τη νυχτερινή ζωή της Βηρυτού.

Στη Βηρυτό γιορτάζεται και το Halloween (ίσως να παίζει ρόλο η καθολική παράδοση της χώρας). Η εικόνα είναι από μπαρ στη Rue Gouraud της Τζεμάιζε, δρόμου-σύμβολο για τη νυχτερινή ζωή της πόλης.

Τα νότια προάστια της Βηρυτού είναι πιο φτωχές συνοικίες, κατοικούμενες κυρίως από Σιίτες (και άρα γεμάτες από σύμβολα της Χεζμπολάχ και της Αμάλ). Πολλές απ’ αυτές δημιουργήθηκαν από τα κύματα εσωτερικής μετανάστευσης των προηγούμενων δεκαετιών. Διάσπαρτοι ανάμεσά τους βρίσκονται και παλαιστινιακοί προσφυγικοί καταυλισμοί, από τους οποίους η Σατίλα έγινε παγκόσμια γνωστή με τραγικό τρόπο, όταν το 1982 στη διάρκεια του εμφυλίου χιλιάδες Παλαιστίνιοι σφαγιάστηκαν από μαρωνιτικές δεξιές δυνάμεις.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Αφίσα της Χεζμπολάχ στη σιιτική συνοικία Μαζράα της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ.

Σημαία της Αμάλ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού, 2011

Σημαία της Αμάλ, επίσης στη συνοικία Μαζράα.

Από το σταθμό Σαρλ Χελού (ανάμεσα στην Τζεμάιζε και το Λιμάνι) αναχωρούν τα λεωφορεία με κατεύθυνση τον Βορρά ή τη Συρία. Ανάμεσα σ’ αυτά και το λεωφορείο για την Τρίπολη (η διαδρομή διαρκεί σχεδόν 2 ώρες), τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Λιβάνου. Όποιος έρχεται από τη Βηρυτό, είναι καλά να είναι προετοιμασμένος για ένα «πολιτισμικό σοκ», όπως προειδοποιούν και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Η κατά πλειοψηφία σουνιτική πόλη ταιριάζει πολύ περισσότερο στα οριενταλιστικά στερεότυπα: κυκλοφοριακό χάος, αντρικοί καφενέδες με ναργιλέδες, σχεδόν όλες οι γυναίκες με καλυμμένα μαλλιά (μερικές και με καλυμμένο πρόσωπο), πινακίδες σχεδόν αποκλειστικά στα αραβικά και ένα σουκ με εικόνα πραγματικού ανατολίτικου παζαριού.

Εικόνα από το σουκ της Τρίπολης

Το σουκ της Τρίπολης

Γέροι σε καφενέ της Τρίπολης πίνουν καφέ και καπνίζουν ναργιλέ.

Γέροι σε καφενέ της Τρίπολης πίνουν καφέ και καπνίζουν ναργιλέ.

Η Τρίπολη επηρεάστηκε δυστυχώς μάλλον περισσότερο από κάθε άλλη πόλη από το Συριακό Εμφύλιο, με επαναλαμβανόμενες ένοπλες συγκρούσεις που ο λιβανέζικος στρατός δύσκολα μπορεί να ελέγξει. Πράγμα αναμενόμενο, αφού θεωρείται προπύργιο του σουνιτικού φονταμενταλισμού, ενώ είναι ταυτόχρονα και η μοναδική μεγάλη πόλη του Λιβάνου με ισχυρή παρουσία των Αλαουιτών: δηλαδή των δύο ομάδων που κατ’ ουσίαν συγκρούονται και στη Συρία.

Ο Πύργος Ρολογιού του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ στην Τρίπολη, οθωμανικό κατάλοιπο, είναι κεντρικό σημείο της πόλης.

Ο Πύργος Ρολογιού του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ στην Τρίπολη, οθωμανικό κατάλοιπο, είναι κεντρικό σημείο της πόλης.

Από την Τρίπολη αναχωρεί και το λεωφορείο για το Μπσαρέ (η διαδρομή διαρκεί περίπου μιάμιση ώρα), μια καθαρά μαρωνίτικη κωμόπολη στην καρδιά της οροσειράς του Λιβάνου, σε υψόμετρο 1.500μ και λίγο πιο κάτω από το χιονοδρομικό κέντρο των Κέδρων, που είναι και η κύρια τουριστική ατραξιόν της περιοχής. Η άλλη είναι το φαράγγι-κοιλάδα Καντίσα, που εκτείνεται κάτω από το Μπσαρέ, με πολλά μαρωνίτικα μοναστήρια και εκκλησίες μέσα στις σπηλιές. Αυτά τα βουνά είναι η καρδιά του μαρωνίτικου πολιτισμού: εδώ κατέφευγαν επί αιώνες οι Μαρωνίτες για να ξεφύγουν από την πίεση των διάφορων κατακτητών. Το Μπσαρέ είναι και η πόλη καταγωγής του Λιβανέζου ποιητή Χαλίλ Τζιμπράν, στη μνήμη του οποίου υπάρχει ένα μουσείο.

Το φαράγγι .... με τις βουνοκορφές του Λιβάνου από πάνω, όπως φαίνονται από το Μπσαρέ. Στις άκρες του γκρεμού έχουν κτιστεί εκκλησίες και μοναστήρια.

Η κοιλάδα Καντίσα εκτείνεται κάτω από το γκρεμό, με τις βουνοκορφές του Λιβάνου από πάνω, όπως φαίνονται από το Μπσαρέ.

Ανάμεσα στην Τρίπολη και τη Βηρυτό, πάνω στον αυτοκινητόδρομο που συνδέει τις δυο πόλεις, βρίσκεται η ιστορική πόλη της Βύβλου. Γνωστή είναι η πόλη για το φοινικικό αρχαίο της παρελθόν (απ’ αυτήν προέρχονται και οι λέξεις «Βίβλος» και «βιβλίο», αφού ήταν κάποτε ο κύριος τόπος εξαγωγής του πάπυρου), από το οποίο μια γεύση μπορεί να πάρει κάποιος στο μεγάλο αρχαιολογικό χώρο που βρίσκεται κοντά στο σύγχρονο κέντρο της πόλης. Η σημερινή Βύβλος είναι μια κατά πλειοψηφία μαρωνίτικη πόλη, με μια σημαντική σιιτική μειοψηφία.

Ο αρχαιολογικός χώρος της Βύβλου, με τη σύγχρονη πόλη να εκτείνεται προς το βουνό

Ο αρχαιολογικός χώρος της Βύβλου, με τη σύγχρονη πόλη να εκτείνεται προς το βουνό.

Ο Νότιος Λίβανος είναι μια περιοχή που είχε πληγεί πολύ από τον εμφύλιο πόλεμο, αφού ως συνέπειά του έπρεπε να υπομείνει και μετά το τέλος του ακόμα μια δεκαετία ισραηλινής κατοχής. Κατοικείται κυρίως από Σιίτες, άρα όπως και στις νότιες συνοικίες του Λιβάνου θα δει κάποιος εκεί μπόλικα σύμβολα της Αμάλ και της Χεζμπολάχ. Μεγαλύτερη πόλη είναι η Τύρος, που έμεινε στην ιστορία για τη γενναία αντίστασή της ενάντια στο Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος για να την τιμωρήσει την κατέστρεψε ολοκληρωτικά, σκοτώνοντας ή πουλώντας σαν σκλάβους όλους τους κατοίκους της.

Το λιμάνι της Τύρου, κτισμένου εν μέρει πάνω στη λωρίδα γης που δημιούργησε μέσω επιχωμάτωσης ο Μέγας Αλέξανδρος (προηγουμένως η Τύρος ήταν νησί), στην προσπάθεια του να κατακτήσει την πόλη από τη στεριά.

Το λιμανάκι της Τύρου βρίσκεται στο τμήμα της πόλης που κατά την αρχαιότητα ήταν ακόμα νησί: ο Μέγας Αλέξανδρος δημιούργησε μέσω επιχωμάτωσης μια σύνδεση με τη στεριά, στην προσπάθεια του να κατακτήσει την πόλη-νησί.

Για να ταξιδέψει κάποιος από την Βηρυτό προς την Τύρο ή τη Σιδώνα (η άλλη ιστορική πόλη, που βρίσκεται ανάμεσα στην Τύρο και τη Βηρυτό), πρέπει πρώτα να πάει στην πλατεία Κόλα στα νότια προάστια της πρωτεύουσας. Από εκεί αναχωρούν τα λεωφορεία με προορισμό τον Νότο: η διαδρομή προς Τύρο διαρκεί περίπου 2 ώρες. Το λεωφορείο σε αφήνει λίγο έξω από το κέντρο της πόλης, προς το οποίο πρέπει να περπατήσεις ακόμα κανένα τέταρτο, δίπλα από έναν παλαιστινιακό προσφυγικό καταυλισμό. Αν και η πλειοψηφία του πληθυσμού της πόλης είναι σιιτική, στο κέντρο υπάρχει και μια χριστιανική συνοικία, κοντά στο λιμανάκι. Στη νότια πλευρά της πόλης βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος και η παραλιακή λεωφόρος με τις φοινικιές, που θυμίζουν λίγο το τουριστικό παρελθόν της πόλης.

Σοκάκι στην ιστορική χριστιανική συνοικία της Τύρου.

Σοκάκι στην ιστορική χριστιανική συνοικία της Τύρου.

Η νότια παραλιακή λεωφόρος της Τύρου, με το Ισραήλ να φαίνεται στο βάθος

Η νότια παραλιακή λεωφόρος της Τύρου


Από τον Οκτώβρη του 2011, όταν είχα ταξιδέψει στο Λίβανο, πολλά έχουν αλλάξει. Μετά από λίγα μόνο χρόνια σχετικής ηρεμίας, η χώρα απειλείται πάλι σήμερα από το Συριακό Εμφύλιο. Ο πολιτικός κόσμος είναι διχασμένος ανάμεσα στους υποστηρικτές του Άσαντ και αυτούς της συριακής αντιπολίτευσης. Η βία από τη Συρία μεταφέρεται κατά καιρούς και μέσα στο Λίβανο. Η χώρα βρέθηκε αναγκασμένη να υποδεχτεί πάνω από ένα εκατομμύριο Σύριους πρόσφυγες, οι οποίοι αποτελούν πλέον περίπου ένα τέταρτο του συνολικού της πληθυσμού – πράγμα που είναι ακόμα μια πηγή αστάθειας.

Το μόνο που φαίνεται να κρατάει την όποια ειρήνη μέσα στο Λίβανο, είναι η ακόμα πρόσφατη εμπειρία του καταστροφικού εμφυλίου πολέμου, του οποίου την επανάληψη σχεδόν κανένας δεν επιθυμεί. Ας ελπίζουμε ότι αυτή η θέληση των Λιβανέζων θα φανεί πιο δυνατή από τις δυνάμεις που τους σπρώχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Το ισλαμικο κρατος κι η αμερικανικη στρατηγικη

Κλασσικό

Όταν ξεκινούσε το 2011 η εξέγερση ενάντια στο καθεστώς Άσαντ, πολλοί ήταν αυτοί που προέβλεπαν ότι αυτή η ιστορία δεν θα τελείωνε εύκολα (βλέπε και το σχετικό άρθρο).  Εξ’ άλλου κι ο ίδιος ο Άσαντ πάντα επικαλούνταν την πολύπλοκη εθνο-θρησκευτική σύνθεση της Συρίας για να δικαιολογήσει τον αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος του. Αυτό που μάλλον λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν, είναι ότι τρία χρόνια μετά θα είχε ανακυρηχτεί ..Χαλιφάτο σε συριακό έδαφος.

Ποιά είναι όμως αυτή η οργάνωση, που ανακύρηξε Χαλιφάτο για πρώτη φορά μετά από την κατάργησή του από τον Ατατούρκ πριν 90 χρόνια; Το πρώην Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε (ISIL), νυν απλά Ισλαμικό Κράτος, είναι η συνέχεια των τζιχαντιστικών οργανώσεων που δημιουργήθηκαν σε σύνδεση με την Αλ Κάιντα στο Ιράκ. Την ευκαιρία να βρεθούν στο προσκήνιο τους την έδωσε η αμερικάνικη εισβολή το 2003 και το χάος που αυτή δημιούργησε. Μέσα σε εμφυλιοπολεμικές συνθήκες, σ’ ένα κράτος που είχε ουσιαστικά καταρρεύσει μαζί με όλες του τις υπηρεσίες, και μ’ έναν σουνιτικό πληθυσμό ανήσυχο για το μέλλον του δίπλα σε μια σιιτική πλειοψηφία με εκδικητικές διαθέσεις, βρήκαν το ιδανικό περιβάλλον για να αναπτυχθούν. Έφεραν μάλιστα κάποιες σουνιτικές περιοχές υπό τον έλεγχό τους. Οι ακραίες μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν όμως τις αποξένωσαν ακόμα κι από πολλούς σουνιτικούς πληθυσμούς. Με αποτέλεσμα την εκδίωξη αυτών των οργανώσεων από πολλές περιοχές και την περιθωριοποίησή τους.

Τότε όμως ήρθε η Αραβική Άνοιξη και μαζί της η αποσταθεροποίηση του καθεστώτος Άσαντ. Ήταν μάλλον αναμενόμενο και λόγω της σύνθεσης αλλά και της ιδιαίτερης ιστορίας της Συρίας (βλέπε π.χ. τη σφαγή της Χαμά*, αλλά και το κομμάτι για τους Αλαουίτες σ’ αυτό το άρθρο) ότι, από τη στιγμή που η αντιπαράθεση θα έπαιρνε χαρακτηριστικά εμφυλίου πολέμου, οι ισλαμιστικές (μετριοπαθείς και μη) οργανώσεις θα έπαιζαν κεντρικό ρόλο. Αν κι αυτό ήταν σχετικά καθαρό, οι ΗΠΑ έκαναν την επιλογή τους και στήριξαν την αντιπολίτευση. Έστω και κάπως συγκρατημένα – οι σύμμαχοι τους όμως στην περιοχή (Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Κατάρ) το έκαναν πολύ πιο ενθουσιωδώς.

Η κατάσταση όμως που δημιουργήθηκε, με την απώλεια ελέγχου του Άσαντ σε μεγάλα κομμάτια της χώρας (κυρίως στα ανατολικά, την περιοχή δηλαδή που συνορεύει με το Ιράκ) και τον όλο και μεγαλύτερο ρόλο ισλαμιστικών οργανώσεων, έδωσε την ευκαιρία στο ISIL να επεκταθεί και στη Συρία. Τί ήταν αυτό που το βοήθησε να επικρατήσει απέναντι σε τόσες άλλες ομάδες της συριακής αντιπολίτευσης, ισλαμιστικές ή μη; Υποθέτω ότι ένα στοιχείο ήταν κι η καλύτερη παγκόσμια δικτύωσή του (βλέπε την παλιά σχέση με την Αλ Κάιντα) – πολλοί μιλάνε και για χρηματοδότηση που προέρχεται από χώρες του Κόλπου, χωρίς να είναι σαφές αν πρόκειται για ιδιώτες ή για τα καθεστώτα.

Ταυτόχρονα όμως η συνεχιζόμενη πίεση του ουσιαστικά σιιτικού (και στηριζόμενου από τους Αμερικάνους) ιρακινού καθεστώτος πάνω στους σουνιτικούς πληθυσμούς του Ιράκ μεγάλωσε τη δυσαρέσκεια των τελευταίων. Κι έτσι έδωσε και τη δυνατότητα στο εν τω μεταξύ ενδυναμωμένο ISIL να εκμεταλλευτεί αυτή τη δυσαρέσκεια και να θέσει ξανά υπό τον έλεγχο του πολλές περιοχές και στο Ιράκ. Η εντυπωσιακή ευκολία με την οποία επικράτησε στις περισσότερες σουνιτικές περιοχές δεν είναι πάντως μόνο συνέπεια της μάλλον θετικής στάσης του ντόπιου πληθυσμού, αλλά και της μεγάλης διαφθοράς και αναποτελεσματικότητας που χαρακτηρίζει το νέο ιρακινό στρατό. Το αποτέλεσμα ήταν να καταργηθούν πρακτικά για πρώτη φορά τα σύνορα που χάραξαν οι αποικιοκράτες ανάμεσα στη Συρία και το Ιράκ. Αρκετό ώστε να δώσει την ευκαιρία στον αρχηγό Αλ Μπαγκντάντι να φαντάζεται τον εαυτό του Χαλίφη – δηλαδή κι ηγέτη των ανά τον κόσμο Μουσουλμάνων.

Όλα αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά κι έχουν γραφτεί πολλές φορές. Σε όποιο σημείο όμως της ιστορίας αυτής κι αν κοιτάξει κάποιος, βλέπει τον αμερικανικό παράγοντα να βοηθά μάλλον την ανάπτυξη αυτής της οργάνωσης.

Γενικά η πολιτική των ΗΠΑ από το 2003 και μετά μοιάζει όλο και πιο αλλοπρόσαλλη. Επεμβαίνουν στο Ιράκ για να διώξουν έναν έτσι κι αλλιώς ακίνδυνο πλέον δικτάτορα και διαλύουν ουσιαστικά κάθε ίχνος λειτουργικού κράτους. Δίνοντας την ευκαιρία στους δύο θεωρητικά χειρότερους εχθρούς τους, το σιιτικό ισλαμισμό (Ιράν) και το σουνιτικό τζιχαντισμό (Αλ Κάιντα κ.λπ.) να επεκταθούν σ’ αυτήν τη χώρα και να δυναμώσουν μέσα απ’ αυτό. Με το ξέσπασμα του εμφυλίου στη Συρία στηρίζουν την (κυρίως σουνιτική) αντιπολίτευση, χωρίς όμως να τη βοηθούν και τόσο αποφασιστικά ώστε να νικηθεί γρήγορα ο Άσαντ. Δίνουν ουσιαστικά αρκετό χώρο και χρόνο για να δυναμώσουν οι τζιχαντιστικές δυνάμεις σαν συνιστώσα της αντιπολίτευσης. Με την ταυτόχρονη στήριξη τους στο ιρακινό καθεστώς συνεισφέρουν στην αποξένωση των Σουνιτών κι έμμεσα και στην ενίσχυση του Ισλαμικού Κράτους. Τώρα πολεμάνε το Ισλαμικό Κράτος, βοηθώντας ουσιαστικά και τον Άσαντ. Ο οποίος εκπροσωπεί και τα συμφέροντα της Ρωσίας – με την οποία όμως οι ΗΠΑ συγκρούονται για το θέμα της Ουκρανίας. Όλα αυτά κάνουν πολύ δύσκολο σε κάποιον να κατανοήσει τη μακροπρόθεσμη αμερικάνικη στρατηγική: σε σημείο που μερικοί αναλυτές να μην είναι σίγουροι αν αυτή υπάρχει.

Φυσικά συζητιέται κι η άλλη άποψη: ότι αυτή η μπερδεμένη πολιτική είναι σχεδιασμένη, επειδή εξυπηρετεί τα αμερικάνικα συμφέροντα. Δύο πρώην ισχυρά αραβικά κράτη έχουν διαλυθεί ή τουλάχιστον αποδυναμωθεί, χωρίς καμία δυνατότητα πλέον να απειλήσουν το Ισραήλ. Πολλοί δυνητικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι απασχολημένοι με την αλληλοκαταστροφή τους, ενώ φυσικά το κλίμα της έντασης στην περιοχή εξυπηρετεί και τις βιομηχανίες όπλων.

Είναι πολύ δύσκολο για μας, με την περιορισμένη πληροφόρησή μας, να καταλάβουμε τι πραγματικά κρύβεται πίσω απ’ την πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή. Εφαρμόζουν οι υπεύθυνοί της μια πολύ μελετημένη και πολύπλοκη στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε» ή έχουν όντως τέτοιες τεράστιες ελλείψεις και στο σχεδιασμό και στη γνώση της περιοχής; Είναι δηλαδή πολύ πονηροί ή εντελώς ανίκανοι; Πραγματικά δεν ξέρω ποιό απ’ τα δύο είναι το χειρότερο – το σίγουρο είναι πως για τις χώρες τις περιοχής (άρα και για μας) είναι πολύ επικίνδυνοι.


*σφαγή της Χαμά: το Φεβρουάριο του ’82 ο Χάφεζ αλ-Άσαντ κατέπνιξε μια εξέγερση των Αδελφών Μουσουλμάνων στην πόλη Χαμά με πολύ άγριο τρόπο. Οι εκτιμήσεις μιλάνε για 10.000 μέχρι 40.000 νεκρούς, που σίγουρα δεν ήταν όλοι συνδεδεμένοι με την Αδελφότητα, αλλά μάλλον απλοί άμαχοι κάτοικοι της (κατά πλειοψηφία σουνιτικής) πόλης.