Παλαιστινιακη Εξοδος και αλλες εθνοκαθαρσεις

Κλασσικό

Οι μεγάλες στιγμές στην Ιστορία της ανθρωπότητας είναι συχνά ωραίες για κάποιους, αλλά πικρές για άλλους. Μια τέτοια ιστορική στιγμή ήταν και το 1948 για την  Παλαιστίνη. Για τους Εβραίους που είχαν μαζευτεί εκεί απ’ όλες τις γωνιές της Γης (αλλά κυρίως από την Ευρώπη), ήταν μια λύτρωση. Ήταν το τέλος μιας μακραίωνης εξορίας, κατά την οποία ζούσαν σκορπισμένοι στον κόσμο ως μειονότητες, στο έλεος των εκάστοτε ηγετών (το οποίο συχνά δεν είχαν). Ο χειρότερος απ’ αυτούς τους διωγμούς είχε τερματιστεί πριν από μόλις 3 χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω του 6 εκατομμύρια νεκρούς. Τώρα όμως, οι Εβραίοι αποκτούσαν επιτέλους το δικό τους έθνος-κράτος, όπου θα ήταν αφέντες οι ίδιοι – και μάλιστα στην ιστορική τους κοιτίδα, απ’ όπου (πίστευαν ότι) είχαν εξοριστεί πριν από δύο χιλιετίες.

Το τέλος της (φανταστικής ή όχι) «εξορίας» των Εβραίων ήταν όμως για τους Παλαιστίνιους η αρχή της δικής τους. Για τους Παλαιστίνιους, το 1948 είναι η χρονιά της Νάκμπα, της Καταστροφής. Από τότε θα μετατρέπονταν σ’ έναν λαό προσφύγων, σκορπισμένοι σε καταυλισμούς στις γειτονικές αραβικές χώρες. Όσοι απέμειναν στην γη των προγόνων τους, θα γίνονταν είτε ξαφνικά καταπιεσμένη μειονότητα στην ίδια τους τη χώρα (όσοι έμειναν στην ισραηλινή επικράτεια), ή θα έμπαιναν 19 χρόνια αργότερα σε καθεστώς μόνιμης ισραηλινής κατοχής (στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας).

Λίγα τοπικά προβλήματα έχουν την ικανότητα να συγκινούν τα πλήθη ανά τον κόσμο επί τόσες πολλές δεκαετίες, όσο το Παλαιστινιακό. Το διεθνές ενδιαφέρον είναι αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους της περιοχής. Ένα από τα βασικά ερωτήματα που συνθέτουν αυτό το πρόβλημα, είναι το προσφυγικό: και αυτό δημιουργήθηκε το 1948, με τον πρώτο αραβο-ισραηλινό πόλεμο.

Μια αναγκαία «μεταφορά»

Όταν μιλούσαν για την Παλαιστίνη, πολλοί ρομαντικοί οπαδοί του Σιωνισμού στην Ευρώπη μπορεί να την φαντάζονταν περίπου ως ένα άδειο κομμάτι γης, που απλά ήταν εκεί και τους περίμενε να έρθουν να το πάρουν. Οι Σιωνιστές ηγέτες όμως, τους οποίους μπορεί κάποιος να κατηγορήσει για πολλά πράγματα αλλά μάλλον όχι για αφέλεια, θα είχαν γνώση της πραγματικής κατάστασης. Στην Παλαιστίνη ζούσαν το 1915 περίπου 600.000 Άραβες (Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί) και μόλις 80.000 Εβραίοι. Όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν κάποιοι Σιωνιστές απεσταλμένοι, οι οποίοι είχαν ταξιδέψει εκεί για να διερευνήσουν την κατάσταση: «η νύφη είναι πανέμορφη, αλλά είναι παντρεμένη με άλλον».

Οι Σιωνιστές, βλέποντας αυτό το βασικό εμπόδιο στα σχέδιά τους, έκαναν από νωρίς σκέψεις για το πώς θα το αντιμετωπίσουν. Ο (θεωρούμενος και «πατέρας του Σιωνισμού») Τέοντορ Χερτζλ, έγραφε ήδη το 1895: «θα προσπαθήσουμε να σπρώξουμε τον φτωχό πληθυσμό έξω από τα σύνορά μας, προσφέροντας του εργασία στις χώρες μεταφοράς, ενώ θα του την αρνούμαστε στη δική μας χώρα». Τέτοιες δημόσιες αναφορές σ’ αυτό το θέμα πάντως είναι σπάνιες. Οι Σιωνιστές είχαν υπόψη το πόσο ευαίσθητο είναι – και είχαν μια κοινή γνώμη απέναντί τους, την οποία έπρεπε να πείσουν για το δίκαιο του σκοπού τους.

Στις δεκαετίες του ’20 και του ’30, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει κάπως. Η αύξηση της εβραϊκής μετανάστευσης στην Παλαιστίνη και οι βίαιες αντιδράσεις από την αραβική πλευρά, απέδειξαν ότι η τελευταία δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί αδιαμαρτύρητα τέτοια σχέδια. Δύσκολα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πειστικά ότι η συνύπαρξη Εβραίων και Αράβων σ’ ένα εβραϊκό κράτος ήταν δυνατή.

Υπήρχε όμως ακόμα μια διαφορά τώρα: το «πετυχημένο» παράδειγμα της ελληνο-τουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών! Αυτή έδειχνε ότι βίαιες μεταφορές ανθρώπων σε τέτοια κλίμακα όχι μόνο είναι εφικτές, αλλά μπορούν να φέρουν και σταθερότητα, ειρήνη και καλές σχέσεις ανάμεσα σε πρώην εχθρούς. Δημιουργήθηκε έτσι ένα ιστορικό προηγούμενο, το οποίο οι  οπαδοί μιας οπαδοί μιας παρόμοιας «λύσης» για την Παλαιστίνη δεν παρέλειψαν να αξιοποιήσουν.

Η σιωνιστική ηγεσία, εγκατεστημένη πλέον στην  Παλαιστίνη, μπορεί ακόμα δημόσια να επέμενε στη ρητορική του «αρκετού χώρου για όλους». Στις συζητήσεις μεταξύ τους όμως, όπως και σ’ αυτές με τους Βρετανούς διοικητές της Παλαιστίνης, οι Σιωνιστές αναφέρονταν πλέον πιο καθαρά στην ανάγκη μιας κάποιας μεταφοράς πληθυσμού, π.χ. προς το Ιράκ ή την Υπεριορδανία. Μια κρίσιμη χρονιά ήταν το 1936: η βρετανική πρόταση για τη λύση του προβλήματος περιείχε τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης και την μεταφορά πληθυσμών – κατά προτίμηση εθελοντικής, αλλά αν ήταν ανάγκη και υποχρεωτικής (κάνοντας και ρητή αναφορά στο ελληνο-τουρκικό παράδειγμα). Για τους Σιωνιστές ηγέτες ήταν μια μεγάλη ηθική και πολιτική νίκη.

Το Σχέδιο της Επιτροπής Πηλ για τη διχοτόμηση (ή τριχοτόμηση) της Παλαιστίνης. http://www.jewishvirtuallibrary.org/jsource/History/peel.html

Το Σχέδιο της Επιτροπής Πηλ για τη διχοτόμηση (ή μάλλον τριχοτόμηση) της Παλαιστίνης. Αν και το προτεινόμενο εβραϊκό κράτος αντιστοιχούσε μόνο στο 20% του παλαιστινιακού εδάφους, δηλαδή πολύ πιο κάτω από τις σιωνιστικές διεκδικήσεις, και μόνο ότι έμπαινε στο τραπέζι η ιδέα της μεταφοράς πληθυσμού και ενός καθαρού «εβραϊκού κράτους», είχε μεγάλη αξία για το Σιωνισμό.
Πηγή εικόνας

Τα γεγονότα του 1948 και οι «νέοι ιστορικοί»

Η κατοπινή εξέλιξη της Ιστορίας είναι γνωστή: Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Ολοκαύτωμα, μαζική εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη, σχέδιο διχοτόμησης της Παλαιστίνης από τον ΟΗΕ, απόρριψη από τους Άραβες και αποδοχή από τους Εβραίους, ίδρυση του ισραηλινού κράτους, πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος το 1948, αραβική ήττα και φυγή των Παλαιστινίων.

Οι μεγάλες διαφορές βρίσκονται όμως στην ερμηνεία αυτών των γεγονότων. Η επίσημη σιωνιστική γραμμή ήταν ότι δεν υπήρξε καμία προσχεδιασμένη εκδίωξη του αραβικού πληθυσμού. Η φυγή ήταν κατά κύριο λόγο εθελοντική, και μάλιστα  έπειτα από οδηγίες των ίδιων των Αράβων ηγετών. Ως απόδειξη, αναφέρεται η παραμονή ενός μεγάλου αριθμού Παλαιστινίων (τότε 150000, που αντιστοιχούσαν περίπου στο 20% του πληθυσμού του νέου ισραηλινού κράτους), στους οποίους δόθηκαν πολιτικά δικαιώματα και δεν ασκήθηκε καμία πίεση για να φύγουν. Η αραβική ή φιλο-παλαιστινιακή άποψη είναι αντίθετα, ότι τα γεγονότα του 1948 ήταν απλά η τελική εφαρμογή ενός σχεδίου εκκαθάρισης της Παλαιστίνης από τον γηγενή αραβικό πληθυσμό της. Αυτό αποδεικνύεται και από την ισραηλινή άρνηση να επιτρέψει οποιαδήποτε επιστροφή Παλαιστινίων προσφύγων.

Στις τελευταίες δεκαετίες, αναπτύχθηκαν όμως ακόμα και μέσα στο Ισραήλ εναλλακτικές τάσεις στη μελέτη της συγκεκριμένης περιόδου. Φορείς τους ήταν οι λεγόμενοι νέοι ιστορικοί. Αμφισβητώντας (μεταξύ άλλων και) την επίσημη γραμμή της «εθελοντικής εξόδου», έψαξαν το κατά πόσον η φυγή των Παλαιστινίων ήταν όντως μέρος ενός σιωνιστικού σχεδίου – σπάζοντας έτσι και ένα σχετικό ταμπού. Το πλεονέκτημα που είχαν, ήταν ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για την έρευνά τους τα ισραηλινά κυβερνητικά αρχεία, που δημοσιοποιήθηκαν πριν μερικά χρόνια.

Στο πόσο πολύ προχωρούν αυτοί οι «νέοι ιστορικοί» ώστε να θεωρήσουν τη φυγή των Παλαιστινίων μέρος ενός οργανωμένου σχεδίου εθνοκάθαρσης, υπάρχουν πάντως διαφορές. Κατά τον Μπένυ Μόρις, η ιδέα της «μεταφοράς» ήταν μεν μέρος της σιωνιστικής σκέψης και υπήρχε στην ατμόσφαιρα από παλιά. Το ότι όμως τελικά έγινε πραγματικότητα, ήταν η συνέπεια του πολέμου (τον οποίο προκάλεσαν οι Άραβες, τουλάχιστον με βάση τη λογική του Μόρις) και των ιδιαίτερων συνθηκών που αυτός δημιούργησε – δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο. Ακόμα και μέχρι τους πρώτους μήνες της ένοπλης σύγκρουσης του 47-48 δεν υπάρχει ρητή αναφορά σε σχετικό σχέδιο. Μόνο από τον Απρίλη του ’48 και μετά, ενώ η σύγκρουση γίνεται πιο σκληρή, προχωρούν οι εβραϊκές ένοπλες δυνάμεις, τοπικά μεν, αλλά όλο και πιο συχνά, σε εκδίωξη του αραβικού πληθυσμού.

Τα βιβλία του Μπένι Μόρις σχετικά με το προσφυγικό πρόβλημα γέννησαν πολλές αντιδράσεις, αν και ο ίδιος έκανε μια καθαρά φιλο-σιωνιστική στροφή. Αν και αναγνωρίζει η παλαιστινιακή έξοδος ήταν σε μεγάλο ποσοστό το επιθυμητό αποτέλεσμα της ισραηλινής πολιτικής, φτάνει στο σημείο να τη θεωρήσει αυτή δικαιολογημένη, ως τη μόνη που θα μπορούσε να φέρει σταθερότητα και ειρήνη. Αυτές οι απόψεις τον έκαναν αντιπαθή και στο αντι-σιωνιστικό και φιλο-παλαιστινιακό στρατόπεδο. http://www.frontpagemag.com/fpm/97766/near-lynching-prof-benny-morris-steven-plaut

Ο Μπένυ Μόρις είναι μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Τα συμπεράσματά του σχετικά με το προσφυγικό αρχικά ενόχλησαν πολύ τους εκπρόσωπους της επίσημης σιωνιστικής γραμμής, αλλά ο ίδιος έκανε αργότερα μια καθαρά φιλο-σιωνιστική στροφή. Αναγνωρίζει μεν ότι η παλαιστινιακή έξοδος ήταν λίγο-πολύ επιθυμητή από τους Σιωνιστές ηγέτες, τουλάχιστον από τον πόλεμο του ’48 και μετά – φτάνει όμως στο σημείο να τους δικαιολογήσει, μια και μόνο έτσι θα μπορούσε να έρθει σταθερότητα και ειρήνη. Αυτές οι απόψεις τον έκαναν αντιπαθή και στο αντι-σιωνιστικό/φιλο-παλαιστινιακό στρατόπεδο.
Πηγή εικόνας

Για άλλους εκπρόσωπους των «νέων ιστορικών» όπως ο Ιλάν Πάπε ή ο Αβί Σλάιμ, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Βασιζόμενοι κατά πολύ στα ίδια αρχεία που χρησιμοποίησε και ο Μόρις, θεωρούν ότι η παλαιστινιακή έξοδος ήταν η συνέπεια ενός σιωνιστικού σχεδίου, που υπήρχε ήδη πριν τον πόλεμο. Το 1948 δόθηκε απλά η ευκαιρία να μπει αυτό το σχέδιο σε εφαρμογή. Ο Ιλάν Πάπε αναφέρει χαρακτηριστικά το πως εγκαταλελειμμένα αραβικά χωριά ισοπεδώνονταν με μπουλντόζες από τους Σιωνιστές ήδη τον Ιούνη του ’48, δηλαδή κατά τη διάρκεια της πρώτης αραβο-ισραηλινής ανακωχής, έτσι ώστε να εξαφανιστεί κάθε πιθανότητα επιστροφής των προσφύγων.

Εθνοκάθαρση: προβληματισμοί για έναν σύγχρονο όρο

Εννοείται ότι οι αντιδράσεις στις θέσεις των «νέων ιστορικών» ήταν πολύ μεγάλες, εντός και εκτός του Ισραήλ. Πέρα από τις αναμενόμενες (και βαρετές) κατηγορίες περί «προδοσίας», τους έχει γίνει και κριτική για την «επιστημονικότητα» της μεθοδολογίας τους. Πολλοί βλέπουν πίσω από τη δουλειά τους καθαρά ιδεολογικά κίνητρα. Αυτό το τελευταίο σε μεγάλο βαθμό μπορεί και να είναι αλήθεια – δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την «αντίπαλη πλευρά», τους υπερασπιστές της επίσημης σιωνιστικής γραμμής; Δεν είναι ίσως ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρχει μια ιδεολογικά ουδέτερη Ιστορία;

Σ’ αυτό το θέμα υπάρχει όμως χώρος και για άλλους προβληματισμούς. Τι χωράει τελικά στον (σχετικά νέο) όρο της «εθνοκάθαρσης«; Πρέπει αναγκαστικά να έρχεται στρατός και να διώχνει τον κόσμο από τα σπίτια του, για να τη θεωρήσουμε ως τέτοια; Πρέπει να υπάρχουν έγγραφα, που να περιγράφουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο εκκένωσης του αλλοεθνούς πληθυσμού; Μ’ έναν τέτοιο αυστηρό ορισμό, είναι αμφίβολο αν πολλά γεγονότα θα μπορούσαν να θεωρηθούν εθνοκαθάρσεις, ακόμα π.χ. και αυτά που οδήγησαν στη δημιουργία της «ΤΔΒΚ» στην Κύπρο.

Προφανώς πρέπει να λάβουμε υπόψη και το ρόλο της γενικής ατμόσφαιρας που δημιουργείται. Μπορεί να μην βρίσκουμε πάντα μια καθαρή σύνδεση ανάμεσα σε διάφορα περιστατικά σφαγών/βιασμών και στην κρατική πολιτική – και οι υπερασπιστές της τελευταίας συχνά αρνούνται οποιαδήποτε σχέση, μειώνοντας τη σημασία των περιστατικών και παρουσιάζοντας τα ως μεμονωμένα και οργανωμένα από περιθωριακές ακραίες ομάδες. Το σίγουρο όμως, είναι πως τέτοια περιστατικά – τα οποία είναι αργά ή γρήγορα αναπόφευκτα σε μια ένοπλη σύγκρουση – οδηγούν στην τρομοκράτηση συγκεκριμένων εθνικών ομάδων, με το αποτέλεσμα τα μέλη τους να φεύγουν μαζικά για να σώσουν τη ζωή και την τιμή τους.

Στον αραβο-ισραηλινό πόλεμο, περιστατικά όπως η σφαγή του Ντεΐρ Γιασίν έπαιξαν τέτοιο ρόλο. Με ανάλογο τρόπο λειτούργησε η Ιστορία και στη Βόρεια Κύπρο το 1974 ή κατά την επιχείρηση Ολούγια το 1995 στην Κράινα της Κροατίας ή στην Τσαμουριά το 1944. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η κρατική πολιτική μετά τη φυγή/εκδίωξη. Ενθάρρυναν ή αποθάρρυναν οι κρατικές αρχές την επιστροφή των προσφύγων, και πως μεταχειρίστηκαν τις περιουσίες τους; Η απάντηση στις περισσότερες αυτών των περιπτώσεων είναι δυστυχώς αρκετά ξεκάθαρη.

Τελικά ίσως η νομικίστικη αντιμετώπιση του θέματος, η αναζήτηση καθαρών ιστορικών «αποδείξεων», να μην είναι το σημείο που πρέπει να επικεντρωθούμε. Μπορούμε απλά να χρησιμοποιήσουμε και την κοινή λογική. Στην περίπτωση του Ισραήλ (ή της Βόρειας Κύπρου) είναι πιστεύω καθαρό, ότι τα κράτη δεν θα μπορούσαν να στηθούν χωρίς να απομακρυνθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού: αφού αυτός εκ των πραγμάτων δεν ανήκε στο έθνος που θα ήταν η βάση του σχεδιαζόμενου κράτος. Σε άλλες περιπτώσεις (όπως π.χ. της Ελλάδας ή της Τουρκίας) μπορεί η εθνοκάθαρση να μην ήταν απαραίτητη, σίγουρα όμως βοηθητική, ειδικά σε περιπτώσεις αλλοεθνών/αλλόθρησκων κοινοτήτων σε συνοριακές περιοχές. Σε μια εποχή που οι συναισθηματικά φορτισμένες συζητήσεις περί γενοκτονιών και εθνοκαθάρσεων γίνονται όλο και πιο συχνές, ίσως είναι χρήσιμο να τις δούμε κι από μια τέτοια άποψη.


Πηγές:

Σιωνισμος, αντισιωνισμος και μετασιωνισμος

Κλασσικό

Οι τελευταίες ταραχές στην Παλαιστίνη, που κάποιοι τις ερμηνεύουν και ως έναρξη μιας τρίτης Ιντιφάντα, δείχνουν ότι το Παλαιστινιακό παραμένει επίκαιρο. Παρά το ότι με τις εξελίξεις στα τελευταία χρόνια (Πόλεμος στο Ιράκ, Αραβική Άνοιξη, Συριακός Εμφύλιος) μπορεί πλέον αυτό να μην μοιάζει το πιο σημαντικό πρόβλημα της Μέσης Ανατολής, όσο μένει άλυτο παραμένει επικίνδυνο, με πιθανές συνέπειες για όλη την περιοχή. Είναι άρα σημαντικό να δούμε την ιδεολογική βάση του θέματος.

Η βία και ο ρατσισμός ως συστατικά στοιχεία του Σιωνισμού

Εκ πρώτης όψεως ο σιωνισμός μπορεί να φαίνεται πολύ παρόμοιος με τους άλλους εθνικισμούς της περιοχής. Ο στόχος του είναι η ίδρυση/υπεράσπιση ενός εβραϊκού έθνους-κράτους, στα πρότυπα των δυτικών εθνών-κρατών. Γι’ αυτόν το σκοπό πρέπει να καταπολεμηθεί ή να αφομοιωθεί ό,τι μέσα στο έδαφος αυτού του κράτους δεν ταιριάζει στο έθνος, δηλαδή ό,τι δεν είναι εβραϊκό. Ούτε ο ελληνικός ούτε ο τουρκικός, αλλά ούτε και ο αραβικός εθνικισμός διαφέρουν πολύ σ’ αυτόν τον τομέα.

Υπάρχουν όμως και κάποιες ουσιαστικές διαφορές. Ο ελληνικός ή ο τουρκικός εθνικισμός μπορεί να ήταν επίσης βίαιοι και να στήριξαν τη δημιουργία του δικού τους έθνους-κράτους σε πολιτικές εθνοκάθαρσης ή/και βίαιης αφομοίωσης.  Τα κράτη όμως ιδρύθηκαν σε εδάφη, στα οποία το αντίστοιχο έθνος ήταν ήδη από πριν στην πλειοψηφία. Υπήρχαν δηλαδή οι αντικειμενικές συνθήκες για να στηριχθεί το νέο κράτος από την πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού. Η εθνοκάθαρση και η αφομοίωση έδρασαν υποστηρικτικά, μειώνοντας το βάρος των μειονοτήτων, θα μπορούσαν όμως τουλάχιστον θεωρητικά (αν και στη πράξη πολύ δύσκολα) ν’ αποφευχθούν. Το έθνος-κράτος θα ήταν μεν λιγότερο «καθαρό», παρ’ όλα αυτά ακόμα βιώσιμο. Εξάλλου υπάρχουν αρκετά παραδείγματα εθνών-κρατών που είναι σχετικά σταθερά παρά την επιβίωση των εθνικών μειονοτήτων (π.χ. Ρουμανία, Ιράν, Φινλανδία).

Αντίθετα, στο έδαφος του σημερινού κράτους του Ισραήλ, οι Εβραίοι ήταν στους τελευταίους αιώνες πάντα μια μικρή μειοψηφία. Ακόμα και μετά τη μαζικότερη μετανάστευση Εβραίων στην Παλαιστίνη, με το πιο ισχυρό δυνατό κίνητρο (Ολοκαύτωμα), αυτοί δεν μπόρεσαν να γίνουν πλειοψηφία. Στην περίπτωση του Ισραήλ η βίαιη εκδίωξη του ντόπιου πληθυσμού ήταν δηλαδή απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία του έθνους-κράτους: χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε καν να να συζητηθεί το θέμα.

Το ότι η βία ήταν συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας τους, ήταν συνειδητό στους πρώτους Σιωνιστές, οι οποίοι ήταν μάλιστα και αρκετά ειλικρινείς στο δημόσιο τους λόγο. Αρκεί κάποιος να ανατρέξει στα λόγια προσωπικοτήτων τόσο σημαντικών όσο του πρώτου πρωθυπουργού του Ισραήλ, Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ή του Μοσέ Νταγιάν και του Ζεέβ Ζαμποτίνσκυ, για να δει ότι αυτοί δεν έτρεφαν αυταπάτες για το πως μπορεί να επιβιώσει ένα εβραϊκό κράτος.

Ο Ζεέβ Ζαμποτίνσκυ (1880-1940) ήταν από τους πιο σημαντικούς Σιωνιστές ακτιβιστές, ιδρυτής του πρώτου σύγχρονου εβραϊκού στρατού, της Εβραϊκής Λεγεώνας, που έλαβε μέρος στον Α' Παγκόσμιο στο πλευρό των Βρετανών. Σ' αυτόν ανήκει η πατρότητα της έκφρασης "σιδερένιο τείχος": "Δεν μπορούμε να δώσουμε καμία αποζημίωση για την Παλαιστίνη, ούτε στους Παλαιστίνιους, ούτε σε άλλους Άραβες. Μια εθελοντική συμφωνία είναι άρα αδιανόητη. Ο εποικισμός, ακόμα και ο πιο περιορισμένος, πρέπει να συνεχιστεί παρά τη θέληση του γηγενούς πληθυσμού. Μπορεί άρα να συνεχιστεί και να αναπτυχθεί μόνο κάτω από την ασπίδα της βίας, που συνιστά ένα Σιδερένιο Τείχος, το οποίο ο ντόπιος πληθυσμός δεν μπορεί ποτέ να διαπεράσει." http://zeevjabotinsky.com/

Ο Ζεέβ Ζαμποτίνσκυ (1880-1940) ήταν από τους πιο σημαντικούς Σιωνιστές ακτιβιστές, ιδρυτής του πρώτου σύγχρονου εβραϊκού στρατού, της Εβραϊκής Λεγεώνας, που έλαβε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο στο πλευρό των Βρετανών. Σ’ αυτόν ανήκει η πατρότητα της έκφρασης σιδερένιο τείχος: «Δεν μπορούμε να δώσουμε καμία αποζημίωση για την Παλαιστίνη, ούτε στους Παλαιστίνιους, ούτε σε άλλους Άραβες. Μια εθελοντική συμφωνία είναι άρα αδιανόητη. Ο εποικισμός, ακόμα και ο πιο περιορισμένος, πρέπει να συνεχιστεί παρά τη θέληση του γηγενούς πληθυσμού. Μπορεί άρα να συνεχιστεί και να αναπτυχθεί μόνο κάτω από την ασπίδα της βίας, που συνιστά ένα Σιδερένιο Τείχος, το οποίο ο ντόπιος πληθυσμός δεν μπορεί ποτέ να διαπεράσει.»
http://zeevjabotinsky.com/

Θα μπορούσε φυσικά κάποιος να φέρει το παράδειγμα της Αμπχαζίας ή της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείας Κύπρου», όπου επίσης το έθνος στο οποίο βασίστηκε το κράτος ήταν μειοψηφικό και η εθνοκάθαρση απαραίτητη. Υπάρχει όμως ακόμα ένα στοιχείο που διαφοροποιεί το Σιωνισμό από άλλους εθνικισμούς στην περιοχή. Στην περίπτωση του Ισραήλ, οι ιδρυτές του κράτους δεν προέρχονταν οι ίδιοι από την περιοχή, αλλά από τη Δυτική Ευρώπη.

Ήδη σε άλλο άρθρο του μπλογκ έχει γίνει αναφορά στις τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στο κυρίαρχο ασκενάζικο (δηλαδή ευρωπαϊκής καταγωγής) στοιχείο από τη μια και στο σεφαρδίτικο/μεσανατολίτικο στοιχείο από την άλλη, μέσα στους κόλπους της εβραϊκής κοινότητας του Ισραήλ. Αυτή η αίσθηση ανωτερότητας φυσικά εκφράζεται ακόμα πιο καθαρά στη σχέση Εβραίων-Αράβων. Αυτό ίσως δεν είναι άσχετο με μια ιδέα πολιτισμικής υπεροχής των Ευρωπαίων Εβραίων, που προέρχεται περισσότερο από την ευρωπαϊκότητα παρά από την εβραϊκότητά τους.

Εξάλλου και το ίδιο το κράτος κι η κοινωνία του Ισραήλ προσπαθούν να παρουσιαστούν ως πιο συγγενικά στις «δυτικές/ευρωπαϊκές αξίες», σε σχέση με τα άλλα της περιοχής. Κάτι που αναγκαστικά αποξενώνει την ισραηλινή κοινωνία από το περιβάλλον της και την κάνει πιο ανοικτή σε συνεργασία με ξένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτήν την αξία της ύπαρξης ενός ασκενάζικου, από τη φύση του φιλοδυτικού κράτους, σε μια τόσο κρίσιμη περιοχή, φαίνεται ότι διέκριναν από νωρίς οι Βρετανοί, χωρίς τους οποίους αυτό το κράτος μάλλον δεν θα είχε γίνει ποτέ πραγματικότητα. Δεν είναι άρα μάλλον μεγάλη υπερβολή να δούμε το κράτος του Ισραήλ ως μια διάδοχη μορφή της αποικιοκρατίας.

Αντίδραση στο Σιωνισμό

Όλα αυτά μπορεί να αποδεικνύουν την επικίνδυνη φύση του Σιωνισμού. Το ερώτημα όμως είναι: ποιά πρέπει να είναι η αντίδραση σ’ αυτόν; Η απλή απόρριψη του συμβιβασμού της λύσης δύο κρατών, και η ιδέα ενός κοινού κράτους Εβραίων και Παλαιστινίων χωρίς διαχωρισμούς, μπορεί να μοιάζουν σαν ηθικά σωστά. Έφεραν όμως αποτελέσματα όλα αυτά τα χρόνια; Το σιωνιστικό κράτος δεν είναι απλά ακόμα εκεί, αλλά έχει βγάλει και αρκετά δυνατές ρίζες. Αν τις πρώτες δεκαετίες φαινόταν ακόμα λογικό να θέλεις να το ακυρώσεις, σήμερα αυτό είναι πολύ πιο περίπλοκο.

Ο Ντάνιελ Καν, Εβραίος τραγουδοποιός, ρωτήθηκε κάποτε σε μια συνέντευξη για τη θέση του σχετικά με το Ισραήλ. Ως μέρος της απάντησής του είπε τα εξής: «Πιστεύω ότι οι κριτικές φωνές μέσα στην πολιτική Αριστερά εκτός του Ισραήλ πρέπει να μάθουν από τις κριτικές φωνές μέσα στο Ισραήλ, που δεν ενδιαφέρονται να είναι αντισιωνιστικές, επειδή καταλαβαίνουν ότι ο αντισιωνισμός είναι ο ίδιος μια ξεπερασμένη ιδεολογία. Έφτασε η ώρα για ένα πραγματικά μετασιωνιστικό διάλογο».

Ασχέτως του τι ακριβώς εννοούσε ο Καν, μπορεί να μην είναι κακή ιδέα να σκεφτούμε λίγο πάνω σ’ αυτό. Ήρθε ίσως η στιγμή να προχωρήσουμε πέρα από το δίλημμα σιωνισμός/αντισιωνισμός; Σε μια εποχή που λόγω μετανάστευσης τα έθνη-κράτη έτσι κι αλλιώς άρχισαν να χάνουν τον εθνικό χαρακτήρα τους, μπορεί να μην είναι πλέον το σημαντικότερο ζήτημα αν υπάρχουν ένα ή δύο κράτη στην Παλαιστίνη. Το σημαντικότερο είναι οι κανόνες που θα καθορίζουν το πως θα ζουν οι διαφορετικές εθνότητες, οι σχέσεις μεταξύ τους και με το κράτος.

Ακόμα δηλαδή κι αν παραμείνει ένα κράτος με το όνομα «Ισραήλ», αυτό θα έχει λίγη σημασία, αν αυτό είναι ανοικτό στη μετανάστευση από τις γειτονικές χώρες, αν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού (ίσως και η πλειοψηφία) είναι αραβικής ή άλλης μη εβραϊκής εθνότητας και ζει σε καθεστώς απόλυτης ισοτιμίας με το εβραϊκό στοιχείο. Το αστέρι του Δαβίδ στη σημαία δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά ένα κενό σύμβολο – δεν θα έχει πλέον σημασία αν διατηρηθεί ή όχι.

Ίσως μπορεί δηλαδή ο αγώνας των Παλαιστινίων, αλλά και του φιλειρηνικού τμήματος της ισραηλινής κοινωνίας, να επικεντρωθεί στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων και κανόνων που θα φέρουν αυτήν την απόλυτη ισοτιμία – ανεξάρτητα από τον τίτλο της συνολικής πολιτικής λύσης, η οποία εξάλλου μπορεί να αργήσει γι’ ακόμα αρκετές δεκαετίες. Και ίσως ακόμα αυτή η ιδέα να είναι εφαρμόσιμη και σε άλλα προβλήματα της περιοχής, όπως το Κουρδικό ή το Κυπριακό. Μπορεί τελικά να είναι ο μοναδικός δρόμος για να λυθούν αυτά τα προβλήματα από τα κάτω, κι όχι από τα πάνω, όπως επιχειρείται τις τελευταίες δεκαετίες – με ελάχιστη επιτυχία.

Η ετοιμοθανατη Νεκρα Θαλασσα

Κλασσικό

Η Παλαιστίνη είναι μια περιοχή που μας είναι κατά κάποιον τρόπο οικεία. Αυτό είναι κυρίως λόγω της χριστιανικής παράδοσης, που έχει κάνει τοπωνύμια όπως Ιεροσόλυμα, Βηθλεέμ, Ναζαρέτ, Γαλιλαία, Ποταμός Ιορδάνης μέρος και της δική μας κουλτούρας. Ένα ρόλο παίζει φυσικά και το Παλαιστινιακό, που φροντίζει να κρατά την περιοχή μέσα στην παγκόσμια επικαιρότητα επί πολλές δεκαετίες – κάτι για το οποίο οι κάτοικοί της δεν έχουν και πολλούς λόγους να χαίρονται.

Λιγότερο γνωστό είναι ότι σ’ αυτήν την περιοχή συντελείται τα τελευταία χρόνια εκτός των άλλων και μια σημαντική οικολογική καταστροφή. Η στάθμη της Νεκράς Θάλασσας, της μεγαλύτερης λίμνης στην περιοχή, έχει κατεβεί 40 μέτρα από το 1950 και συνεχίζει να υποχωρεί κατά περίπου ένα μέτρο το χρόνο.

Νεκρά Θάλασσα: ένα μνημείο της Φύσης

Η Νεκρά Θάλασσα είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο για την υψηλή αλατότητά της, η οποία είναι τόσο υψηλή (34%, περίπου 10 φορές αυτή της Μεσογείου) που κάνει την ύπαρξη ζωής σχεδόν αδύνατη – εξ’ ου και το όνομα. Φυσικά όταν της αποδόθηκε ακόμα δεν είχαν ανακαλυφθεί τα βακτηρίδια που επιβιώνουν και σ’ αυτές τις συνθήκες. Πάντως ψάρια ή γενικά οργανισμούς ορατούς με το ανθρώπινο μάτι πράγματι δεν πρόκειται να συναντήσει κάποιος.

Ο λόγος για την εντυπωσιακά υψηλή αλατότητα είναι φυσικά το θερμό και ξηρό κλίμα, που έχει συνέπεια μια πολύ υψηλή εξάτμιση. Το περίεργο είναι όμως πώς σε τέτοιες κλιματικές συνθήκες μπορεί να επιβιώνει μια λίμνη τέτοιου μεγέθους.

Η απάντηση βρίσκεται στην ιδιαίτερη γεωλογία της περιοχής. Τόσο ο Ιορδάνης όσο και η Νεκρά Θάλασσα σημαδεύουν στην επιφάνεια της γης το όριο ανάμεσα σε δύο τεκτονικές πλάκες: την αραβική και την αφρικανική. Το όριο αυτό ανήκει στην κατηγορία των ρηξιγενών ζωνών μετασχηματισμού: εκεί δηλαδή οι πλάκες κινούνται παράλληλα η μια με την άλλη, αλλά σε αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό δημιουργεί ρήγματα, τα οποία στην επιφάνεια της γης εμφανίζονται ως τάφροι με μεγάλο βάθος: η επιφάνεια της Νεκράς Θάλασσας βρίσκεται συγκεκριμένα 429 μέτρα κάτω από το επίπεδο της θάλασσας (το χαμηλότερο σημείο ξηράς σε ολόκληρη τη γη) και έχει ακόμα βάθος 304 μέτρων.

Το Ρήγμα Μετασχηματισμού της Νεκράς Θάλασσας, με την παράλληλη κίνηση των τεκτονικών πλακών Δεξιά το ανάγλυφο που σχηματίζεται ως συνέπεια στην επιφάνεια της Γης. http://woodshole.er.usgs.gov/project-pages/dead_sea/tectonic.html

Το Ρήγμα Μετασχηματισμού της Νεκράς Θάλασσας, με την παράλληλη κίνηση των τεκτονικών πλακών Δεξιά το ανάγλυφο που σχηματίζεται ως συνέπεια στην επιφάνεια της Γης.
Πηγή εικόνας

Ταυτόχρονα, σε τέτοια όρια μπορούν να δημιουργηθούν ράχες παράλληλα μ’ αυτές τις τάφρους, όπως είναι π.χ. οι οροσειρές του Λιβάνου και Αντιλιβάνου. Αυτές λειτουργούν σαν παγίδα για τις βροχές που φέρνουν οι δυτικοί άνεμοι, προμηθεύοντας την περιοχή με περισσότερο νερό απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς σ’ ένα τέτοιο κλίμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το νερό αυτό ρέει από τη Θάλασσα της Γαλιλαίας στη λεκάνη της Νεκράς Θάλασσας, μέσα από τον ποταμό Ιορδάνη. Αυτό είναι το μυστικό για την παρουσία ενός τέτοιου υδάτινου όγκου εκεί που ίσως δεν θα το περίμενε κάποιος.

Η πορεία του ποταμού Ιορδάνη, από την κοιλάδα Χούλα στη Θάλασσα της Γαλιλαίας και από εκεί με κατάληξη στη Νεκρά Θάλασσα. http://www.seetheholyland.net/jordan-river/

Η πορεία του ποταμού Ιορδάνη, από την κοιλάδα Χούλα στη Θάλασσα της Γαλιλαίας και από εκεί με κατάληξη στη Νεκρά Θάλασσα.
Πηγή εικόνας

Ο αργός θάνατος

Σε μια τέτοια οριακή οικολογική κατάσταση, είναι λογικό ότι μια μικρή διαταραχή της οικολογικής ισορροπίας μπορεί να έχει δραματικές συνέπειες. Και αυτό συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με την εντατικοποίηση της γεωργίας. Η τελευταία είναι συνέπεια της αύξησης του πληθυσμού, αλλά έχει να κάνει και με την ιδιαίτερη ιστορία της περιοχής. Η ίδρυση του ισραηλινού κράτους συνδέθηκε με τον ερχομό της προόδου και της ανάπτυξης σε μια οικονομικά καθυστερημένη περιοχή. Το όραμα τοπίων στην έρημο που μεταμορφώνονται σε εύφορες κοιλάδες χάρη στην παρέμβαση του σύγχρονου ανθρώπου, ήταν μάλλον κι αυτό μέρος της σιωνιστικής ιδεολογίας. Οι Ισραηλινοί εισήγαγαν νωρίς σύγχρονες αρδευτικές τεχνολογίες για υδροβόρες καλλιέργειες και έδωσαν βάρος στον έλεγχο των κύριων υδάτινων πόρων της περιοχής. Δεν άργησαν φυσικά να τους μιμηθούν και τα γειτονικά κράτη στην εντατικοποίηση της γεωργίας.

Το πρώτο μεγάλο έργο που αποτέλεσε πλήγμα γι’ αυτή την ισορροπία ήταν η εκτροπή νερού της Θάλασσας της Γαλιλαίας από το Ισραήλ τη δεκαετία του ’50, με συνέπεια αυτό να μην καταλήγει στη Νεκρά Θάλασσα. Ακολούθησαν στη δεκαετία του ’70 η Συρία και η Ιορδανία με την εκτροπή του ποταμού Γιαρμούκ, παραπόταμου του Ιορδάνη. Οι υδροφορείς που προμηθεύουν τον Ιορδάνη και τη Νεκρά Θάλασσα με νερό συνεχίζουν από τότε να εξαντλούνται όλο και περισσότερο.

Αποτέλεσμα είναι η σημερινή κατάσταση: ο ποταμός Ιορδάνης μετατράπηκε σχεδόν σε ρυάκι, που κουβαλά μάλιστα κυρίως ανεπεξέργαστα λύματα και αλμυρό νερό. Το νερό που εισρέει στη Νεκρά Θάλασσα είναι πλέον ελάχιστο, όπως και να ‘χει πολύ λίγο για να καλύψει τις απώλειες από την υψηλή εξάτμιση, που φυσικά συνεχίζεται (και είναι πολύ πιθανό να ενταθεί στο μέλλον, λόγω της αλλαγής του κλίματος). Επίσης, η χρήση μεγάλου μέρους του νότιου τμήματος της λίμνης για εξόρυξη άλατος φέρνει επιπλέον απώλεια νερού μέσω εξάτμισης. Η συνέπεια ήταν αυτή η δραματική πτώση της στάθμης της επιφάνειας του νερού.

Νεκρά Θάλασσα ναυάγιο

Ναυάγιο στη Νεκρά Θάλασσα, που με την πτώση της στάθμης της βρέθηκε στην επιφάνεια. Πηγή εικόνας

Ένα ακόμα επικίνδυνο φαινόμενο που σχετίζεται με αυτή την πτώση είναι και η δημιουργία διάφορων κρατήρων κατά μήκος της όχθης της Νεκράς Θάλασσας. Με την πτώση της στάθμης των αλμυρών υπόγειων υδάτινων όγκων και την αντικατάστασή τους από βρόχινο γλυκό νερό διαλύονται τα στρώματα αλατιού στο υπέδαφος – με συνέπεια την καθίζηση περιοχών στην επιφάνεια. Τέτοιες τρύπες έχουν ήδη τα τελευταία χρόνια «καταπιεί» κομμάτια δρόμων, φοινικοφυτείες και κτήρια – ευτυχώς μέχρι στιγμής χωρίς ανθρώπινα θύματα.

Ένας από τους πολλούς κρατήρες που άνοιξαν τα τελευταία χρόνια κοντά στην ακτή ρης Νεκράς Θάλασσας λόγω της καθίζησης του εδάφους, καταπίνοντας κτήρια, φυτείες και δρόμους. http://www.dailymail.co.uk/news/article-3178902/Roads-caravans-swallowed-giant-sinkholes-appearing-Dead-Sea-shrinks.html

Ένας από τους πολλούς κρατήρες που άνοιξαν τα τελευταία χρόνια κοντά στην ακτή της Νεκράς Θάλασσας λόγω της καθίζησης του εδάφους, καταπίνοντας κτήρια, φυτείες και δρόμους.
Πηγή εικόνας

Το μέλλον της Νεκράς Θάλασσας

Μέχρι πρόσφατα επικρατούσε η θέση ότι μετά από μια συνέχιση της πτώσης, η επιφάνεια της λίμνης θα σταθεροποιούνταν σ’ ένα (αρκετά πιο χαμηλό) υψόμετρο. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν όμως ότι στο παρελθόν (πριν από περίπου 100.000 χρόνια) η Νεκρά Θάλασσα είχε ξεραθεί σχεδόν ολοκληρωτικά, από καθαρά φυσικά αίτια – άρα δεν αποκλείεται να ξαναγίνει και τώρα μέσω ανθρώπινης παρέμβασης.

Μια πιθανή λύση για το πρόβλημα παρουσιάστηκε τα τελευταία χρόνια: η μεταφορά νερού από την Ερυθρά Θάλασσα. Το Ισραήλ και η Ιορδανία προχώρησαν σε μια συμφωνία για την εφαρμογή αυτού του σχεδίου, που συμπεριλαμβάνει και ένα σταθμό αφαλάτωσης στον κόλπο της Ακάμπα στην Ερυθρά Θάλασσα. Το αφαλατωμένο νερό θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γεωργία, ενώ η άλμη που απομένει από την επεξεργασία, και της οποίας η αλατότητα αντιστοιχεί περίπου σ’ αυτήν της Νεκράς Θάλασσας, θα μεταφέρεται προς αυτήν για να την εμπλουτίσει.

Το κανάλι που θα συνδέει την Ερυθρά με τη Νεκρά Θάλασσα, με βάση το σχέδιο που εγκρίθηκε. https://chronicle.fanack.com/specials/water/strategic-options/red-dead-canal/

Το κανάλι που θα συνδέει την Ερυθρά με τη Νεκρά Θάλασσα, με βάση το σχέδιο που εγκρίθηκε.
Πηγή εικόνας

Αυτή η προοπτική πάντως δέχτηκε έντονη κριτική. Όχι μόνο λόγω του υψηλού οικονομικού και του πιθανού οικολογικού κόστους (η ανάμιξη των νερών από τη Νεκρά και την Ερυθρά Θάλασσα θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες), αλλά και για πολιτικούς λόγους. Ένα τέτοιο μεγάλο έργο δεν θα μπορούσε να αφήσει ή να μείνει το ίδιο ανεπηρέαστο από το κύριο πολιτικό πρόβλημα της περιοχής, το Παλαιστινιακό. Πολλοί Παλαιστίνιοι βλέπουν το έργο με καχυποψία, αφού θεωρούν ότι ευνοεί πολιτικά το Ισραήλ εις βάρος τους και θα εντείνει τον ισραηλινό έλεγχο του νερού που δικαιωματικά τους ανήκει. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτό το θέμα είναι από τις σημαντικότερες πηγές έντασης στην περιοχή.

Όποιο και να είναι το τελικό αποτέλεσμα, η περίπτωση του Ιορδάνη και της Νεκράς Θάλασσας είναι κλασικό παράδειγμα της αλαζονείας του σύγχρονου ανθρώπου, που θεωρεί ότι το να μετατρέψεις μια άνυδρη περιοχή σε έναν κήπο της Εδέμ είναι, λόγω της επιστημονικής προόδου, απλό πράγμα. Αυτό είναι κάτι που πρέπει γενικά να προσέξουμε στην (έτσι κι αλλιώς οικολογικά ευαίσθητη) περιοχή μας. Είναι μάλλον καλύτερα να δώσουμε περισσότερο βάρος σε μια σωστή και μετριασμένη διαχείριση των φυσικών πόρων παρά σε φιλόδοξα σχέδια (υπερ-)εκμετάλλευσής τους.


Άρθρα/ντοκυμαντέρ

Εβραϊσμος στα αραβικα

Κλασσικό

Η γενική εικόνα που υπάρχει είναι ότι Άραβες και Εβραίοι είναι δύο διαφορετικά έθνη, και μάλιστα ανταγωνιστικά (λόγω Παλαιστίνης). Γι’ αυτό μια ακόμα ταυτότητα που μπορεί να φαίνεται περίεργη είναι αυτή του αραβόφωνου Εβραίου – ή του Εβραίου Άραβα, ανάλογα με το πως το βλέπει κανείς. Κι όμως, δεν μιλάμε για μια μικρή κοινότητα: περίπου το ένα τρίτο ή και περισσότερο του εβραϊκού πληθυσμού του Ισραήλ έχει τέτοια καταγωγή.

Εβραίοι: έθνος ή θρησκεία

Οι Εβραίοι είναι τελικά μια εθνική ή μια θρησκευτική κοινότητα; Η απάντηση ποτέ δεν ήταν εύκολη – και δεν είναι ούτε και σήμερα. Μπορεί το Ισραήλ να λειτουργεί σαν έθνος-κράτος, με μια επίσημη εθνική γλώσσα, τα εβραϊκά (που ουσιαστικά νεκραναστήθηκε, και παρ’ όλα αυτά μιλιέται πλέον από την πλειοψηφία του πληθυσμού σαν μητρική). Όμως εκτός Ισραήλ οι Εβραίοι συνεχίζουν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες και να έχουν τόσο μεγάλες πολιτισμικές διαφορές, που είναι δύσκολο να τους φανταστούμε ως ενιαίο έθνος.

Στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια, είναι αρκετά γνωστός ο διαχωρισμός των Εβραίων σε Ασκεναζίμ και Σεφαρδίμ. Οι Ασκεναζίμ είναι οι Εβραίοι της Βόρειας, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (από την Αγγλία ως τη Ρωσία), που ήταν κυρίως γερμανόφωνοι. Οι Σεφαρδίτες αντίθετα ήταν λατινόφωνοι, με καταγωγή από την Ισπανία, απ’ όπου εκδιώχθηκαν για να βρουν καταφύγιο κυρίως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι Εβραίοι της Ελλάδας και των γειτονικών χωρών ήταν Σεφαρδίτες, ενώ δεν έλειπε και μια μικρή κοινότητα ελληνόφωνων, οι Ρωμανιώτες.

Λιγότερος λόγος γίνεται για μια άλλη εβραϊκή κοινότητα, που είναι όμως πολυάριθμη. Αυτοί είναι οι Μιζραχίμ, οι Εβραίοι της Μέσης Ανατολής. Ο όρος αυτός είναι σχετικά καινούριος. Συχνά αντιμετωπίζονταν ως μέρος των Σεφαρδιτών, διαφέρουν όμως στο ότι ζούσαν κυρίως στις αραβικές χώρες και ήταν στην πλειοψηφία τους αραβόφωνοι. Έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τους Άραβες – μάλλον περισσότερα παρά με τους Ευρωπαίους Εβραίους.

Εβραίοι της Μέσης Ανατολής: μια ιστορία χιλιετιών

Το να μιλάμε για “Εβραίους της Μέσης Ανατολής” ακούγεται περιττό, από τη στιγμή που οι Εβραίοι ήταν έτσι κι αλλιώς ένας σημιτικός λαός με μεσανατολική προέλευση, όπως και οι Άραβες. Ήδη από την Αρχαιότητα είχαν εξαπλωθεί και εκτός Παλαιστίνης. Από τον 6ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν σημαντικές εβραϊκές κοινότητες στην Αίγυπτο και στη Βαβυλώνα.

Η μεγάλη εβραϊκή Διασπορά εμφανίστηκε όμως με το 73 μ.Χ., όταν οι Ρωμαίοι εκτόπισαν τους περισσότερους Εβραίους από την Παλαιστίνη, ως τιμωρία για μια εξέγερση. Αυτοί σκορπίστηκαν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, φυσικά και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Μετά από 6 περίπου αιώνες, αυτή η περιοχή κατακτήθηκε από τους Άραβες. Μέσα στα πλαίσια των ισλαμικών αραβικών κρατών, οι Εβραίοι μπόρεσαν να επιβιώσουν ως ξεχωριστή κοινότητα σε καθεστώς προστασίας (αν και φυσικά με κατώτερο στάτους απ’ ότι οι Μουσουλμάνοι).

Αυτό το περιβάλλον ήταν ευνοϊκό για πολιτιστικές ανταλλαγές ανάμεσα στις διάφορες εθνο-θρησκευτικές κοινότητες. Όπως και άλλοι σημιτικοί λαοί της περιοχής, οι Εβραίοι υιοθέτησαν σιγά σιγά και την αραβική γλώσσα, που είχε γίνει πλέον η lingua franca στην περιοχή.

Η ζωή τους στις αραβικές χώρες, στις οποίες ήταν τόσο ντόπιοι όσο και οι Μουσουλμάνοι ή Χριστιανοί ομόγλωσσοί τους, είναι ένα θέμα που διχάζει. Οι Σιωνιστές τείνουν φυσικά να την παρουσιάζουν σαν μια ιστορία καταπίεσης και διωγμών, ανάλογη με αυτήν στην Ευρώπη, που τερματίστηκε επιτέλους με την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους και την ευκαιρία μετανάστευσης σ’ αυτό. Οι Άραβες αντίθετα θα τόνιζαν την ειρηνική συμβίωση και την ανεκτικότητα απέναντι στους Εβραίους, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε την ίδια εποχή στην Ευρώπη. H αλήθεια είναι πιθανόν κάπου στη μέση: αν και οι Εβραίοι στη χιλιετή παραμονή τους υπό ισλαμική-αραβική διοίκηση μάλλον δεν γνώρισαν διώξεις στο βαθμό που τις γνώρισαν στην Ευρώπη, αυτό δεν σημαίνει πως δεν αντιμετώπισαν καταπίεση και διακρίσεις από το κυρίαρχο μουσουλμανικό στοιχείο.

Πάντως με τη σταδιακή εκκοσμίκευση των αραβικών κοινωνιών στη νεώτερη εποχή δόθηκε και στους Εβραίους περισσότερος χώρος. Εβραίοι πήραν θέσεις σε δημοτικά συμβούλια ή στο δικαστικό σώμα, ενώ στο Ιράκ και την Αίγυπτο έφτασαν μέχρι και στο αξίωμα του υπουργού (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, στο ίδιο το Ισραήλ η κοινότητα των Μιζραχίμ έπρεπε να περιμένει μέχρι τη δεκαετία του ’90 για να συμβεί αυτό!). Εβραίοι καλλιτέχνες συμμετείχαν στο σχηματισμό του σύγχρονου αραβικού πολιτισμού. Ενώ δεν έλειψε και η εβραϊκή συμμετοχή στον αντι-αποικιακό αγώνα στις αραβικές χώρες.

Ο Σιωνισμός, η Νάκμπα και οι Μιζραχίμ

Η εμφάνιση του Σιωνισμού το 19ο και 20ό αιώνα έβαλε φυσικά τους Εβραίους της Μέσης Ανατολής σε δύσκολη θέση. Κάποιοι απέρριψαν καθαρά τις σιωνιστικές ιδέες (π.χ. οι κομμουνιστές, αλλά και θρησκευτικοί ηγέτες), άλλοι όμως έδειξαν ενδιαφέρον γι’ αυτές. Όπως και να έχει, ιδιαίτερα με τον πρώτο αραβο-ισραηλινό πόλεμο και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους (κάτι στο οποίο οι τελευταίοι αναφέρονται ως «Νάκμπα», δηλαδή Καταστροφή), στα μάτια των Αράβων έγιναν πλέον οι εχθροί. Μετά το 1948 περίπου 800000 Εβραίοι, σχεδόν το σύνολό τους δηλαδή στις αραβικές χώρες, εγκατέλειψαν τις εστίες τους με προορισμό το Ισραήλ ή τη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική. Σήμερα μόνο λίγες χιλιάδες Εβραίοι παραμένουν στις αραβικές χώρες, κυρίως στο Μαρόκο.

Αν αυτό το έκαναν οικειοθελώς ή εξαναγκάστηκαν, είναι ένα ερώτημα που επίσης διχάζει Άραβες εθνικιστές και Σιωνιστές – το πιο πιθανό είναι η αλήθεια να είναι επίσης στη μέση. Αν και δεν υπήρχαν κατ’ ανάγκη επίσημες κρατικές πολιτικές εκδίωξης, σίγουρα η άνοδος του Σιωνισμού δημιούργησε αρνητικό κλίμα για τους Εβραίους. Διάφορες κυβερνήσεις πήραν μέτρα που τους καταπίεζαν, ενώ δεν έλειψαν και τα αντι-εβραϊκά πογκρόμ και οι βομβιστικές επιθέσεις σε εβραϊκούς στόχους.

Σε κάποιες περιπτώσεις (Ιράκ και Υεμένη) υπήρχε ακόμα και συμμετοχή του κράτους στη μεταφορά τους στο Ισραήλ. Επίσης, η κατάσχεση περιουσιών και η αφαίρεση της ιθαγένειας δεν μπορούσαν παρά να αποτρέψουν κάθε σκέψη επιστροφής. Όλα αυτά ήταν ένα τραγικό πολιτικό λάθος των αραβικών καθεστώτων, αφού νομιμοποίησαν εκ των υστέρων την εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων από τους Σιωνιστές, δίνοντας στους τελευταίους την ευκαιρία να την παρουσιάσουν περίπου σαν ανταλλαγή πληθυσμών.

Εβραίοι από την Υεμένη που έχουν φτάσει στο Ισραήλ. Οι Εβραίοι από τις αραβικές χώρες βρέθηκαν συχνά να μένουν για χρόνια μετά την άφιξή τους σε καταυλισμούς από σκηνές ή τσίγκινα παραπήγματα. http://972mag.com/behind-election-lurks-israels-ethnic-divide/104073/

Εβραίοι από την Υεμένη που έχουν φτάσει στο Ισραήλ. Οι Εβραίοι από τις αραβικές χώρες βρέθηκαν συχνά να μένουν για χρόνια μετά την άφιξή τους σε καταυλισμούς από σκηνές ή τσίγκινα παραπήγματα.
Πηγή εικόνας

Οι Μιζραχίμ ως Ισραηλινοί πολίτες

Το σίγουρο πάντως ήταν ότι η άφιξη των Μιζραχίμ στο Ισραήλ δεν έφερε και το τέλος των διακρίσεων απέναντί τους. Αντίθετα, δημιούργησε καινούριες: οι Ευρωπαίοι Ασκεναζίμ, αυτοί που ουσιαστικά έστησαν και έλεγχαν το νέο κράτος, αντιμετώπισαν αυτούς τους “Ανατολίτες” αραβόφωνους Εβραίους με ρατσιστικό ή τουλάχιστον υπεροπτικό τρόπο. Αυτός δεν ήταν ίσως πολύ διαφορετικός από τον τρόπο που γενικά οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν τους πιο “σκουρόχρωμους” λαούς – κάποιοι το περιέγραψαν, ίσως όχι πολύ άστοχα, ως «ασκενάζικο αντισημιτισμό».

Ο ρόλος που προβλεπόταν για τους Μιζραχίμ στο ισραηλινό κράτος ήταν κυρίως αυτός του φτηνού εργατικού δυναμικού. Οι κυρίαρχοι Ασκεναζίμ έβλεπαν ως καθήκον τους τον «εκπολιτισμό» αυτών των «υπανάπτυκτων», που σήμαινε φυσικά να εγκαταλείψουν και πολλά στοιχεία της μεσανατολικής κουλτούρας τους. Έχουν αναφερθεί ακόμα και περιπτώσεις που Ανατολίτες Εβραίοι έπεσαν θύματα επιθέσεων ή σύλληψης από Εβραίους ευρωπαϊκής καταγωγής, οι οποίοι τους πέρασαν για Παλαιστίνιους λόγω του παρουσιαστικού τους.

Από μια τραγική ειρωνεία της Ιστορίας, σήμερα κάποιοι Ασκενάζι τους κατηγορούν και για την τάση τους να ψηφίζουν συντηρητικά και σκληρά σιωνιστικά κόμματα, όπως το δεξιό Λικούντ – τη στιγμή που ο “προοδευτικός φιλελεύθερος” Σιωνισμός των Ασκεναζίμ ήταν ο κύριος λόγος που αυτοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους. Ο Σιωνισμός ήταν γενικά μια ιδεολογία που γεννήθηκε ανάμεσα στους Ασκεναζίμ, και στη διαμόρφωση της οποίας οι Μιζραχίμ είχαν ελάχιστη επιρροή – αυτοί όμως ήταν που αναγκάστηκαν να πληρώσουν το τίμημά της.

Αυτό το ιδιότυπο «απαρτχάιντ» ανάμεσα στους Ευρωπαίους ανοιχτόχρωμους Ασκεναζίμ και τους Ανατολίτες σκουρόχρωμους Μιζραχίμ ή Σεφαρδίμ, φαίνεται ότι επιβιώνει  σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα. Μπορεί ο διαχωρισμός στην ισραηλινή κοινωνία να μην είναι πλέον τόσο καθαρός όσο παλιότερα και κάποια μέλη της κοινότητας να παίζουν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ή αλλού. Παρ’ όλα αυτά, συνολικά η κοινωνική θέση των Μιζραχίμ ακόμα απέχει πολύ από την απόλυτη ισότητα. Ενώ π.χ. η πλειοψηφία των κρατούμενων στις φυλακές είναι μιζραχικής καταγωγής, στους καθηγητές πανεπιστημίου ή και στους φοιτητές αποτελούν μειοψηφία. Οι ταξικές αντιθέσεις είναι ακόμα εκεί.

Αυτή η κυριαρχία των Ευρωπαίων Εβραίων σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό) δεν έμεινε χωρίς αντίδραση. Στη δεκαετία του ’70 ιδρύθηκαν οι Μαύροι Πάνθηρες από Μιζραχίμ δεύτερης γενιάς, εμπνευσμένους από την ομώνυμα ομάδα στις ΗΠΑ – κάτι που δείχνει και τις ομοιότητες ανάμεσα στη θέση των Μιζραχίμ στο Ισραήλ και σ’ αυτήν των Μαύρων στις ΗΠΑ.  Κύριο αίτημα ήταν τα ίσα δικαιώματα. Το 1996 ιδρύθηκε από Μιζραχί διανοούμενους μάλλον αριστερών τάσεων και το Κεσέτ (Ανατολικό Δημοκρατικό Κίνημα Ουράνιου Τόξου),  επίσης με στόχο την κοινωνική και πολιτιστική δικαιοσύνη για τους Ανατολίτες Εβραίους.

Παλαίμαχοι Μαύροι Πάνθηες στην Ιερουσαλήμ. http://www.haaretz.com/print-edition/news/jerusalem-neighborhood-to-name-streets-in-honor-of-mizrahi-black-panthers-1.369313

Παλαίμαχοι Μαύροι Πάνθηρες στην Ιερουσαλήμ.
Πηγή εικόνας

Ως πολιτική έκφραση των τελευταίων (Σεφαρδιτών και Μιζραχίμ) ιδρύθηκε όμως και το κόμμα SHAS, θρησκευτικό υπερορθόδοξο και συντηρητικό ως οπισθοδρομικό σε κοινωνικά θέματα. Έχει καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη μεγάλου τμήματος των πιο φτωχών κοινωνικών στρωμάτων μιζραχικής καταγωγής και εκπροσωπείται σταθερά στην ισραηλινή Βουλή, συμμετέχοντας και σε κυβερνήσεις συνασπισμού.

Εβραίοι Άραβες ή αραβόφωνοι Εβραίοι;

Παρά τα όποια πολιτιστικά στοιχεία διατηρούν,  οι περισσότεροι αραβόφωνοι Εβραίοι και οι απόγονοί τους όχι μόνο δεν θεωρούν τους εαυτούς τους Άραβες, αλλά πιθανόν θα ενοχλούνταν αν κάποιος τους έβλεπε έτσι. Αντίθετα, πολλοί έχουν ιδιαίτερα αντι-αραβικά αισθήματα. Αυτό σίγουρα δεν είναι σπάνιο σε κοινότητες με «μπερδεμένη» ταυτότητα, όταν μπλέκονται, θέλοντας και μη, σε μια εθνική διαμάχη (εξάλλου ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν και στον ελληνοτουρκικό χώρο).

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι χάθηκε κάθε σύνδεση ανάμεσα στη μιζραχική και την αραβική ταυτότητα. Και υπάρχουν ανάμεσα στους διανοούμενους μιζραχικής καταγωγής και αυτοί που επιμένουν στην αραβο-εβραϊκή ταυτότητά τους και είναι περήφανοι γι’ αυτή.

Η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, καθηγήτρια Πολιτισμών και Γυναικείων Σπουδών στο πανεπιστήμιο CUNY, είναι Εβραία με καταγωγή από το Ιράκ. Αποδέχεται και την αραβική και την εβραϊκή της ταυτότητα και έχει γράψει πολλά για τον πολιτισμό των Αράβων Εβραίων και τη θέση τους στο ισραηλινό κράτος. Πηγή: http://eyeonpalestine.be/oldeye/en/node/282

Η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, καθηγήτρια Πολιτιστικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο CUNY, είναι Εβραία ιρακινής καταγωγής. Αποδέχεται και την αραβική και την εβραϊκή της ταυτότητα και έχει γράψει πολλά για τον πολιτισμό των Αράβων Εβραίων και τη θέση τους στο ισραηλινό κράτος.
Πηγή εικόνας

Όλες αυτές οι διαφορετικές απόψεις δείχνουν ότι τα πράγματα με την εθνική ταυτότητα των αραβόφωνων Εβραίων δεν είναι ξεκάθαρα. Αν δεν είχε εμφανιστεί ο Σιωνισμός, είναι πολύ πιθανόν ότι οι Μιζραχίμ θα είχανε μάθει να θεωρούν τους εαυτούς τους μέρος του αραβικού έθνους, όπως και οι αραβόφωνοι Χριστιανοί. Και δεν θα βλέπαμε κανένα λόγο, γιατί ο συνδυασμός εβραϊκής θρησκευτικής και αραβικής εθνικής ταυτότητας να είναι αντιφατικός.

Κι αυτό είναι κάτι που ισχύει για πολλές εθνικές ταυτότητες στην περιοχή μας. Το ότι σήμερα κάποιοι βλέπουν τον εαυτό τους ως μέρος του ενός ή του άλλου έθνους πολύ συχνά δεν είναι αυτονόητο, αλλά κάτι που βασίζεται σε συγκεκριμένες πρόσφατες ιστορικές συγκυρίες. Αυτές μπορεί να προέρχονται και εκτός περιοχής: στην περίπτωση π.χ. των Μιζραχίμ ήταν κυρίως ο ευρωπαϊκός αντισημιτισμός, το Ολοκαύτωμα και ο Σιωνισμός των Ευρωπαίων Εβραίων ως απάντηση, που καθόρισαν και το δικό τους μέλλον και την εθνική τους ταυτότητα. Αυτό είναι κάτι που είναι καλά να έχουμε υπόψη όταν μιλάμε για τα έθνη της περιοχής μας.


Βιβλιογραφία/άρθρα

Ελληνο-ορθοδοξια στα αραβικα

Κλασσικό

Αυτό το άρθρο είναι κατά κάποιον τρόπο συνέχεια του προηγούμενου και θα συνεχιστεί και με το επόμενο (για τον αραβόφωνο Εβραϊσμό). Στόχο έχουν να δείξουν πόσο πολύπλοκο πράγμα ήταν και είναι οι εθνικές και θρησκευτικές ταυτότητες στην περιοχή μας. Πολλοί σήμερα, όταν ακούνε για «ελληνορθόδοξη πίστη», θεωρούν ότι είναι κάτι που αφορά αποκλειστικά τους Έλληνες. Εξάλλου εκεί παραπέμπει και το πρώτο συστατικό της σύνθετης λέξης. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά.

Ο όρος «Ελληνο-ορθοδοξία» από ιστορική άποψη είναι μάλλον περισσότερο συνδεδεμένος με την οικουμενική Βυζαντινή Αυτοκρατορία, παρά με το ελληνικό έθνος όπως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Τους δύο προηγούμενους αιώνες όμως οι πολιτικές και θρησκευτικές εξελίξεις (αυτά τα δύο ποτέ δεν ήταν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο) αποδυνάμωσαν πολύ αυτήν την οικουμενικότητα. Κύριος λόγος ήταν η ίδρυση των διάφορων εθνικών Εκκλησιών στα Βαλκάνια (σέρβικη, βουλγάρικη κ.λπ.) και η απόσπασή τους από τον ελληνορθόδοξο κορμό. Αλλά φυσικά έπαιξε ρόλο και η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, που σχεδόν εξαφάνισε τη μικρασιάτικη ελληνορθόδοξη κοινότητα (ελληνόφωνη ή τουρκόφωνη).

Υπάρχει όμως και μια περιοχή, όπου δεν υπήρξε μια τέτοια τομή με το παρελθόν: αυτή που κάποιοι αποκαλούν Λεβάντε (περίπου από Συρία μέχρι Αίγυπτο). Εκεί ο όρος «Ελληνορθόδοξοι» («ρουμ» κατ’ ακρίβεια) χρησιμοποιείται ακόμα σαν τίτλος θρησκευτικής, όχι εθνικής κοινότητας. Τα μέλη της όχι μόνο δεν βλέπουν αντίφαση σ’ αυτό με τη καθημερινή χρήση της αραβικής γλώσσας, αλλά μπορεί (ανά περίπτωση) να είναι και πολύ περήφανοι για την αραβικότητά τους.

Γεωγραφική εξάπλωση

Οι αραβόφωνοι Ελληνο-Ορθόδοξοι χωρίζονται διοικητικά σε τρεις ενότητες. Στο Πατριαρχείο της Αντιόχειας και όλης της Ανατολής υπάγονται κυρίως οι κάτοικοι της σημερινής Συρίας και του Λιβάνου, ενώ στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων αυτοί της Ιορδανίας, της Παλαιστίνης και του Ισραήλ. Το τρίτο ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο στον αραβικό χώρο, είναι αυτό της Αλεξάνδρειας – στην Αίγυπτο όμως η συντριπτική πλειοψηφία των Χριστιανών ανήκει στην Κόπτικη Εκκλησία.

Η χώρα με τον μεγαλύτερο ελληνορθόδοξο πληθυσμό είναι η σημερινή Συρία – αν και δυστυχώς τα τελευταία χρόνια πολλοί έχουν φύγει από τη σπαραγμένη από τον εμφύλιο χώρα. Πριν τον πόλεμο πάντως αριθμούσαν περίπου ένα εκατομμύριο, ή αλλιώς το 5% του πληθυσμού της χώρας. Δεν πρέπει να τους μπερδεύουμε με τους Συριο-Ορθόδοξους, οι οποίοι είναι μια άλλη ξεχωριστή κοινότητα.

Το σημερινό Πατριαρχείο της Αντιόχειας έχει έδρα τη Δαμασκό στη Συρία, χώρα στην οποία ζουν και οι περισσότεροι πιστοί.  http://antiochpatriarchate.org/

Το σημερινό Πατριαρχείο της Αντιόχειας έχει έδρα τη Δαμασκό στη Συρία, χώρα στην οποία ζουν και οι περισσότεροι πιστοί.
Πηγή εικόνας

Μεγάλη ελληνορθόδοξη κοινότητα υπάρχει και στο Λίβανο (με περίπου 300.000-400.000 άτομα η τέταρτη μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα της χώρας), όπου ζουν σκορπισμένοι σε διάφορες περιοχές, αποτελώντας πάντως την πλειοψηφία σε μερικά μικρά της κομμάτια: μεταξύ αυτών και στο χριστιανικό τμήμα της πρωτεύουσας, η Ανατολική Βηρυτός. Στην ιστορική Παλαιστίνη αριθμούν μάλλον 100.000-150.000 (κυρίως στο Ισραήλ και τη Δυτική Όχθη, λιγότεροι στη Γάζα), με περισσότερους όμως ελληνορθόδοξους Παλαιστίνιους πρόσφυγες σκορπισμένους στον κόσμο. Στην Ιορδανία αποτελούν με περίπου 120.000 το 2% του πληθυσμού της χώρας. Τέλος, γύρω στις 20.000 ζουν και στην Τουρκία, κυρίως στην πολυπολιτισμική επαρχία της Αλεξανδρέτας (Χατάι), αν και αρκετοί τα τελευταία χρόνια έχουν μεταναστεύσει στα μεγάλα αστικά κέντρα (Κωνσταντινούπολη κ.λπ.).

Άραβες ή Ρωμιοί;

Σ’ ένα διαδικτυακό ελληνοτουρκικό φόρουμ που ήμουν μέλος συμμετείχε και ένας Ελληνορθόδοξος από τη Συρία. Κάποιοι είχαν δυσκολίες να κατανοήσουν την εθνική του ταυτότητα. Σε κάποιο σημείο ένας τον ρώτησε ευθέως: είναι τελικά Άραβας ή Έλληνας; Αυτός δεν ήθελε να απαντήσει καθαρά, ακριβώς προσπαθώντας να δείξει ότι το θέμα δεν είναι απλό.

Πρέπει όμως να ξεκινήσουμε και με το ερώτημα του τι είναι οι Άραβες. Το σημερινό αραβικό έθνος διαφέρει σίγουρα πολύ από τους αρχαίους Άραβες. Αυτοί κατοικούσαν στην αραβική χερσόνησο και στα περίχωρά της και πολλοί ήταν νομάδες (ή έμποροι). Μετά την επέκταση σε όλη τη Νότια Μεσόγειο, οι Άραβες κατακτητές συνάντησαν αυτόχθονες λαούς που είχαν συχνά μεγάλη ιστορία και ψηλό επίπεδο ανάπτυξης. Όπως ήταν αναμενόμενο, υπήρχαν πολλές πολιτιστικές ανταλλαγές. Πολλοί από τους αυτόχθονες λαούς υιοθέτησαν σταδιακά την αραβική γλώσσα. Αυτό συνέβηκε κυρίως στους λαούς που μιλούσαν συγγενικές σημιτικές γλώσσες (π.χ. Αιγύπτιοι, Ασσύριοι, Εβραίοι) αλλά όχι σε άλλους που οι γλώσσες τους έχουν πολύ διαφορετικές ρίζες (Πέρσες, Τούρκοι, Κούρδοι), και οι οποίοι εξισλαμίστηκαν χωρίς να γίνουν και αραβόφωνοι.

Από τους κυρίως σημιτικούς λαούς που έγιναν σταδιακά αραβόφωνοι (διατηρώντας όμως πολλές από τις παλιές τους συνήθειες και παραδόσεις), δεν σημαίνει ότι έγιναν όλοι και Μουσουλμάνοι. Πολλοί συνέχισαν να ακολουθούν τις προηγούμενές τους θρησκείες, τουλάχιστον αυτές που ήταν με βάση τον ισλαμικό νόμο προστατευόμενες, δηλαδή το Χριστιανισμό και τον Εβραϊσμό. Ανάμεσα σ’ αυτούς, και όσοι έμειναν πιστοί στην επίσημη θρησκεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, υπό την ηγεσία του Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη.

Οι απόγονοι τους είναι οι σημερινοί Ελληνορθόδοξοι Άραβες. Μιλάνε αραβικά, μοιράζονται τον κοινό αραβικό πολιτισμό και ταυτόχρονα διατήρησαν τη σύνδεσή τους και με τη βυζαντινή (ανατολικορωμαϊκή) παράδοση. Είχαν και έχουν σημαντική συμμετοχή σε πολλούς τομείς στις κοινωνίες του Λεβάντε, στην πολιτική, στη διανόηση και στον πολιτισμό.

Συριακός ή αραβικός εθνικισμός;

Το ερώτημα μπορεί να φαίνεται περίεργο, όπως και το τί σχέση έχει με το θέμα του άρθρου. Αν κοιτάξουμε όμως ποιοι ήταν οι αυτοί που θεμελίωσαν και διέδωσαν αυτές τις δυο ιδεολογίες, δεν μπορούμε να μην προσέξουμε ότι πολλοί είχαν ελληνορθόδοξη καταγωγή . Ήτανε από τα σημαντικότερα ιδεολογικά πεδία, στα οποία οι Ελληνορθόδοξοι Άραβες βρήκαν χώρο για να δραστηριοποιηθούν.

Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να έχουμε υπόψη την ιδιαιτερότητα του αραβικού κόσμου, ειδικότερα του Λεβάντε. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από σχετική γλωσσική ομοιογένεια (αν εξαιρέσουμε τις κουρδόφωνες περιοχές στα βόρεια, αλλά και την ιδιαίτερη περίπτωση του Ισραήλ), αλλά σημαντική θρησκευτική ποικιλία. Οι θρησκευτικές ομάδες δεν είναι ακριβώς ισότιμες, αφού οι Μουσουλμάνοι αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία. Παραδοσιακά το κράτος ήταν ισλαμικό, με αναγνώριση μεν και προστασία των μειονοτικών χριστιανικών κοινοτήτων, αλλά ως κατώτερες ομάδες με περιορισμένα δικαιώματα.

Αν το σκεφτούμε αυτό, δεν είναι περίεργο που οι ιδέες του αραβικού, λιβανέζικου ή συριακού εθνικισμού εμφανίστηκαν πρώτα στους Χριστιανούς. Με μια κοσμική εθνική ιδεολογία βασισμένη στη γλώσσα ή στη γεωγραφία (αντί στη θρησκεία), οι Χριστιανοί γίνονταν αυτονόητα αναπόσπαστο μέρος του έθνους: εκεί δεν διέφεραν από τους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους. Έδινε τη δυνατότητα στους Χριστιανούς να συμμετέχουν ισότιμα στην πολιτική ζωή, επικαλούμενοι την αραβική/συριακή/λιβανέζική τους ταυτότητα και ξεπερνώντας τις θρησκευτικές διακρίσεις.

Ο εκ των ιδρυτών του κόμματος Μπάαθ, Μισέλ Αφλάκ (δεξιά), μαζί με τον ακόμα νεαρό τότε Σαντάμ Χουσέιν. Ο Αφλάκ (1910-1989) γεννήθηκε ως Ελληνο-ορθόδοξος Χριστιανός στη Συρία. Αρχικά μέσα από την αντίδραση στη γαλλική κυριαρχία στη χώρα του, οδηγήθηκε στο στόχο της ένωσης όλων των αραβικών χωρών σε ένα σοσιαλιστικό κράτος. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στης προσπάθειες ενοποίησης κατά τις δεκαετίες του '50 και του '60. Πηγή: www.democraticunion.eu

Ο εκ των ιδρυτών του παναραβικού κόμματος Μπάαθ και κυριότερων διανοούμενών του, Μισέλ Αφλάκ (δεξιά), μαζί με τον ακόμα νεαρό τότε Σαντάμ Χουσέιν. Ο Αφλάκ (1910-1989) γεννήθηκε ως Ελληνορθόδοξος στη Συρία. Αρχικά μέσα από την αντίδραση στη γαλλική κυριαρχία, οδηγήθηκε στο στόχο της ένωσης όλων των αραβικών χωρών σε ένα σοσιαλιστικό κράτος. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στης προσπάθειες ενοποίησης κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.
Πηγή εικόνας

Η συμβολή των Ελληνορθόδοξων διανοούμενων στο κτίσιμο του παναραβικού εθνικισμού ήταν σημαντική. Δεν λείπουν όμως και οι απόψεις ότι ένας εθνικισμός βασισμένος στην περιοχή της Μεγάλης Συρίας (που συμπεριλαμβάνει τουλάχιστον και το σημερινό Λίβανο, την Παλαιστίνη και την Ιορδανία) συμφέρει περισσότερο τους Ελληνορθόδοξους – αφού αυτή είναι κυρίως η περιοχή που κατοικούν.

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904 στο Λίβανο, ως μέλος της τοπικής ελληνο-ορθόδοξης κοινότητας. Θεωρείται από πολλούς ως ο κύριος εκπρόσωπος του συριακού εθνικισμού. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904 στο Λίβανο, ως μέλος της τοπικής ελληνορθόδοξης κοινότητας. Θεωρείται από πολλούς ως ο κύριος εκπρόσωπος του συριακού εθνικισμού. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της «Μεγάλης Συρίας» σε σχέση με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Εκτελέστηκε το 1949 μετά από αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στο Λίβανο.
Πηγή εικόνας

Η συμμετοχή των Ελληνορθόδοξων ήταν σημαντική και στην παλαιστινιακή Αντίσταση, αφού πολλοί απ’ αυτούς ήταν θύματα της σιωνιστικής εθνοκάθαρσης όπως και οι Μουσουλμάνοι συμπατριώτες τους. Παράλληλα φυσικά δεν έλειψε το ενδιαφέρον και για άλλες κοσμικές ριζοσπαστικές ιδεολογίες, όπως ο μαρξισμός.

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 έγινε ο ιδρυτής και ηγέτης του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.  http://pflp.ps/english/2014/01/26/six-years-on-remembering-the-struggle-and-leadership-of-al-hakim-dr-george-habash/

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 έγινε ο ιδρυτής και ηγέτης του (μαρξιστικής κατεύθυνσης) Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας

Ο Ζωρζ Χαγουί γεννημένος το 1938 σε Ελληνο-ορθόδοξη οικογένεια, ήταν ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Λιβάνου κατά τη διάρκεια του εμφυλίου (1975-1990), στον οποίο το κόμμα είχε σημαντική συμμετοχή με τη δική του ένοπλη ομάδα. Δολοφονήθηκε με βόμβα στο αυτοκίνητό του το 2005. https://en.wikipedia.org/wiki/George_Hawi

Ο Ζωρζ Χαγουί, γεννημένος το 1938 σε ελληνορθόδοξη οικογένεια, ήταν ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Λιβάνου κατά τη διάρκεια του εμφυλίου (1975-1990), στον οποίο το κόμμα είχε σημαντική συμμετοχή με τη δική του ένοπλη ομάδα. Δολοφονήθηκε με βόμβα στο αυτοκίνητό του το 2005.
Πηγή εικόνας

«Αραβοποίηση» εναντίον «ελληνικής κατοχής»

Κάποιοι ίσως θυμούνται το θέμα που είχε δημιουργηθεί με τον Πατριάρχη Ειρηναίο το 2005. Είχε κατηγορηθεί ότι είχε πουλήσει γη του Πατριαρχείου στην Ανατολική Ιερουσαλήμ σε Ισραηλινούς: εξυπηρετώντας έτσι ουσιαστικά την προσπάθεια εβραιοποίησής της. Αυτό θεωρήθηκε από το (παλαιστινιακό) ποίμνιο της Εκκλησίας ως προδοσία και οδήγησε σε τόσο δυνατές αντιδράσεις, που η Ιερά Σύνοδος αναγκάστηκε να τον καθαιρέσει και να τον αντικαταστήσει με το Θεόφιλο Γ’.

Αυτό έκανε γνωστό και ένα άλλο γενικότερο πρόβλημα: την ηγεμονία ενός αραβόφωνου ποιμνίου από μια ελληνόφωνη θρησκευτική ελίτ. Σε αντίθεση με το Πατριαρχείο Αντιοχείας (που έχει αραβοποιηθεί ήδη από το 1899), στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων όχι μόνο ο Πατριάρχης αλλά και οι επίσκοποι είναι ελληνικής και όχι αραβικής καταγωγής. Αυτό είναι κάτι που φυσιολογικά γεννά αντιδράσεις, από τη στιγμή μάλιστα που πολλοί Ελληνορθόδοξοι είναι κοντά στις ιδεολογίες του αραβικού ή του παλαιστινιακού εθνικισμού.

Το θέμα αυτό δεν έληξε με την καθαίρεση του Ειρηναίου. Η κριτική για την στάση της ηγεσίας του Πατριαρχείου, όπως και το αίτημα μεγαλύτερης αραβικής συμμετοχής, συνεχίζονται και επί Θεόφιλου. Το 2009 ο τελευταίος κατηγορήθηκε και αυτός ότι παραχώρησε γη του Πατριαρχείου σε εβραϊκά συμφέροντα, ενώ ξεκίνησε μια εκστρατεία εναντίον του με την κατηγορία ότι κάνει διακρίσεις εις βάρος των Αράβων αξιωματούχων της Εκκλησίας (γίνεται λόγος για «ελληνική κατοχή» και «ρατσισμό») και γενικά ότι συνεργάζεται με τις ισραηλινές αρχές. Σε διάφορες περιπτώσεις έχουν γίνει δημόσιες συγκεντρώσεις εναντίον του Θεόφιλου, ενώ έχει σχηματιστεί και το Αραβικό Κεντρικό Ορθόδοξο Συμβούλιο, που αντιπολιτεύεται την ελληνική ηγεσία και πιέζει για μια αραβοποίηση του Πατριαρχείου. Όλα αυτά μπορεί να είναι και πρώτα σημάδια μιας διάσπασης – και δεν αποκλείεται να έχουν και σχέση με την προσέγγιση της Ελλάδας με το Ισραήλ, που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια.

Ως μέρος της εκστρατείας εναντίον του Θεόφιλου, κάποιοι τον υποδέχτηκαν με πανό με την επιγραφη

Ως μέρος των διαμαρτυριών εναντίον του Θεόφιλου, κάποιοι τον υποδέχτηκαν με πανό με την επιγραφή «Ανάξιος», κατά τη διάρκεια των τελευταίων χριστουγεννιάτικων εορτασμών στη Βηθλεέμ. Αυτή η σελίδα στο Facebook δίνει με την παρουσία της παλαιστινιακής και ιορδανικής σημαίας αλλά την απουσία της ελληνικής μάλλον και το στίγμα της αντιπαράθεσης.
Πηγή εικόνας


Είναι δύσκολο να πεις αν τελικά η άφιξη της σύγχρονης εποχής στον αραβικό κόσμο βοήθησε τις ελληνορθόδοξες κοινότητες της περιοχής. Από τη μια, οι νέες κοσμικές ιδεολογίες τους βοήθησαν να βελτιώσουν το κοινωνικό τους στάτους και να περιορίσουν κάποιες από τις διακρίσεις εναντίον τους.

Από την άλλη αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα που έχουν και οι άλλοι Χριστιανοί της περιοχής. Από μια τραγική ειρωνεία, είναι ίσως ακριβώς το ψηλότερο (κατά μέσο όρο) μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο το οποίο μείωσε το ποσοστό τους στον πληθυσμό – μέσω της μειωμένης γεννητικότητας και αυξημένης μετανάστευσης. Επίσης η άνοδος του ισλαμισμού απειλεί να τους βάλει και πάλι στο περιθώριο – ή, στην περίπτωση του τζιχαντισμού, ακόμα και να τους εξαφανίσει από τη Μέση Ανατολή.

Πιστεύω ότι μόνη ελπίδα επιβίωσης των Ελληνορθόδοξων (και των υπόλοιπων Χριστιανών) είναι να συνεχίζουν να ταυτίζονται με την περιοχή τους. Λόγω του ότι ανήκουν σε μια ανατολική εκκλησία, ήταν μάλλον λιγότερο επιρρεπείς σε συνεργασία με δυτικές δυνάμεις απ’ ότι π.χ. οι καθολικοί Μαρωνίτες στο Λίβανο. Αντίθετα, υπήρξε γενικά μια τάση προς (πολιτικά) αντιδυτικές και ενωτικές για την περιοχή ιδεολογίες, όπως αυτές που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να διαφυλαχθεί. Μακάρι να μην υποκύψουν στον πειρασμό μιας αποκοπής από το περιβάλλον τους ή ακόμα και προσέγγισης με τη Δύση, λόγω της ανόδου του ισλαμισμού.

Ο ιστορικός ρόλος των Ελληνορθόδοξων (και άλλων Χριστιανών) Αράβων στην εποχή μας είναι ίσως να αποδείξουν ότι μια αντιπαράθεση μεταξύ «Δύσης» και «Ανατολής» δεν έχει καμία σχέση με μια σύγκρουση Ισλάμ και Χριστιανισμού – νικώντας έτσι και τις θεωρίες του Χάντινγκτον περί πολέμου των πολιτισμών. Είναι οι ίδιοι βασικό συστατικό στοιχείο της Ανατολής και (ελπίζω ότι) θέλουν να παραμείνουν ως τέτοιο. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ανατολικής και όχι δυτικής προέλευσης.


Βιβλιογραφία/άρθρα

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 4: Μαρξισμος

Κλασσικό

Δίπλα στις άλλες ιδεολογίες (παναραβισμός, ισλαμισμός, τοπικοί εθνικισμοί), ο μαρξισμός μπορεί να μοιάζει σαν κομπάρσος. Μάλλον δεν κατάφερε ποτέ να εξαπλωθεί στις αραβικές μάζες με ανάλογο τρόπο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είχε κατά καιρούς σημαντική επιρροή ή δεν άφησε και αυτός το στίγμα του στον ιδεολογικό χαρακτήρα του αραβικού κόσμου. Τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν από τα πρώτα οργανωμένα στις αραβικές χώρες και λειτούργησαν ως μοντέλο για άλλα. Και όχι μόνο όσον αφορά την οργάνωση: εισήγαγαν και θεωρητικά στοιχεία, όπως η ανάλυση του δυτικού ιμπεριαλισμού ή η ιδέα της ταξικής πάλης. Αυτά θα χρησιμοποιούνταν και από άλλες ιδεολογίες του αραβικού χώρου, όπως φάνηκε και από τα προηγούμενα άρθρα.

Τα πρώτα κομμουνιστικά βήματα

Ο (μη-μαρξιστικός) σοσιαλισμός είχε ήδη φτάσει από τον 19ο αιώνα στη Μέση Ανατολή. Η σημαντικότερη ώθηση στις σοσιαλιστικές ιδέες ήρθε όμως με την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, που προξένησε και στις αραβικές χώρες μεγάλη εντύπωση. Στη δεκαετία του 1920 ιδρύθηκαν και τα πρώτα κομμουνιστικά κόμματα: στη Συρία, το Λίβανο, την Αίγυπτο, το Ιράκ και την Παλαιστίνη. Ακόμα δεν ήταν μαζικά κινήματα, αλλά μικρές ομάδες αποτελούμενες κυρίως από διανοούμενους, συνδεδεμένες και με κάποια συνδικάτα (στο Λίβανο π.χ. των καπνεργατών). Πάντως όπως και ο παναραβισμός, έτσι και ο μαρξισμός φαίνεται να βρήκε τα σημαντικότερα κοινωνικά στηρίγματά του στα ανερχόμενα μεσαία στρώματα και τη μικροαστική τάξη – που τον χρησιμοποίησαν ίσως ως όχημα στη σύγκρουση τους με τις κατεστημένες ελίτ.

Όπως και με άλλες κοσμικές ιδεολογίες (π.χ. παναραβισμός, συριακός εθνικισμός), αρχικά ήταν κυρίως τα μέλη των θρησκευτικών (ή εθνοτικών) μειονοτήτων που ενδιαφέρθηκαν. Οι ηγέτες των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν συχνά Χριστιανοί ή Εβραίοι. Κάποιοι το εξηγούν αυτό με την αναφορά της ατομικής ιδιοκτησίας στο Κοράνι, που έκανε την ιδεολογία δύσκολα αποδεκτή από Μουσουλμάνους. Προσωπικά θεωρώ σημαντικότερη την κοινωνική θέση των μειονοτήτων, που τις κάνει γενικά πιο ανοικτές σε ριζοσπαστικές κοσμικές ιδέες.

Οι σοβιετικές επιτυχίες στο Β’ Παγκόσμιο αύξησαν το γόητρο της ΕΣΣΔ, και βοήθησαν και τα αραβικά κομμουνιστικά κινήματα να δυναμώσουν. Το 1947 ήρθε όμως ένα μεγάλο πλήγμα. Η ρίζα του βρισκόταν στην αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής στο Παλαιστινιακό: η ΕΣΣΔ στήριξε τελικά τη δημιουργία του Ισραήλ – με συνέπεια και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους. Τα κομμουνιστικά κόμματα, αδύναμα και πλήρως εξαρτημένα από τη Μόσχα, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν αυτήν την πολιτική. Αυτό κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα τους στις αραβικές χώρες, δίνοντας στον παναραβισμό την ευκαιρία να πάρει καθαρά το προβάδισμα ως η κύρια ριζοσπαστική και αντιιμπεριαλιστική δύναμη. Επίσης, πρόσφερε και τη δικαιολογία στα αραβικά καθεστώτα για να τα καταστείλουν: στο Ιράκ έφτασαν μέχρι την εκτέλεση των ηγετικών στελεχών του Κ.Κ..

Στην επόμενη δεκαετία πάντως η προσέγγιση της Δύσης με το Ισραήλ βοήθησε κάπως ως αντίδραση και τους Κομμουνιστές, που πρώτη φορά κατάφεραν μάλιστα να εκλέξουν και βουλευτές. Επίσης η στάση της ΕΣΣΔ, που ήταν τώρα σχετικά θετική προς τον αραβικό εθνικισμό, ενθάρρυνε τα κομμουνιστικά κόμματα να αναπτύξουν συμμαχίες με άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Η εξέλιξή τους καθορίστηκε μετά από τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε χώρας. Ως κόμματα γενικά απαιτούσαν κοινωνικο-οικονομικές μεταρρυθμίσεις, τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος (που θα έδινε και στα ίδια δυνατότητες πολιτικής συμμετοχής), και τον αγώνα ενάντια στο δυτικό ιμπεριαλισμό. Αυτό τους πρόσφερε ευκαιρίες να αυξήσουν την επιρροή τους σε εποχές έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστικές, στις οποίες ξεκινούσε η καπιταλιστική ανάπτυξη και στον αραβικό κόσμο. Τους έφερε όμως και πολλούς εχθρούς.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ

Το Ιράκ ήταν μια από τις αραβικές χώρες με τις μεγαλύτερες ταξικές αντιθέσεις. Επίσης αναπτύχθηκε από νωρίς (για τα αραβικά δεδομένα) μια σημαντική σε μέγεθος εργατική τάξη, κυρίως σε σχέση με τη βιομηχανία πετρελαίου. Αυτές ήταν συνθήκες που ευνόησαν και το νέο ακόμα κομμουνιστικό κόμμα. Ήδη τη δεκαετία του ’40 αριθμούσε περίπου 10000 μέλη και ήταν μια από τις πιο σημαντικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης.

Ο Γιουσούφ Σαλμάν Γιουσούφ, ασσυριακής-χριστιανικής καταγωγής, γνωστότερος ως

Ο Γιουσούφ Σαλμάν Γιουσούφ, ασσυριακής-χριστιανικής καταγωγής, γνωστότερος ως «Φαχντ» (Λεοπάρδαλη), ήταν ο γενικός γραμματέας του Κ.Κ.Ι. μέχρι την εκτέλεσή του το 1949. Πηγή εικόνας

Η ιδιαίτερα σκληρή καταστολή από το φιλοβρετανικό μοναρχικό καθεστώς, μπορεί τελικά να λειτούργησε θετικά για το κόμμα, αφού το ηρωοποίησε στα μάτια πολλών και το βοήθησε να καλύψει και τη ζημιά από την (προσωρινή) σοβιετική στήριξη στο Σιωνισμό. Στη δεκαετία του ’50 δυνάμωσε κι άλλο και έγινε μια πολύ υπολογίσιμη δύναμη, γνωστή για τη μαχητικότητά της.

Το 1958 ο ταξίαρχος Κασίμ έδωσε με πραξικόπημα τέλος στην ιρακινή μοναρχία και έβγαλε τη χώρα από το φιλοδυτικό στρατόπεδο. Το Κ.Κ.Ι. έγινε ένα από τα κύρια στηρίγματα του νέου καθεστώτος, κάτι που ανησύχησε ιδιαίτερα τους αντικομμουνιστές, εντός και εκτός των ιρακινών συνόρων. Ο Κασίμ επέτρεψε τη συνδικαλιστική δράση, βελτίωσε τις συνθήκες για τους εργάτες και προώθησε μια αγροτική μεταρρύθμιση.

Η ανατροπή του Κασίμ από το Μπάαθ το 1963 σήμανε όμως και την επιστροφή της καταπίεσης για τους κομμουνιστές. Ένα κύμα άγριας καταστολής αποδυνάμωσε πολύ το κόμμα. Αν και τη δεκαετία του ’70 αποκαταστάθηκαν προσωρινά κάπως οι σχέσεις Μπααθιστών-Κ.Κ.Ι. (κάτι που κόστισε στο τελευταίο μια διάσπαση), τελικά ο Σαντάμ Χουσέιν κήρυξε πάλι το κόμμα παράνομο και δίωξε τους κομμουνιστές για ακόμα μια φορά.

Με το τέλος του μπααθικού καθεστώτος το 2003, τα κομμουνιστικά κόμματα επανεμφανίστηκαν και επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας, χωρίς όμως την παλιά τους βαρύτητα. Η μερική αποδοχή από το Κ.Κ.Ι. του καθεστώτος που δημιούργησε η αμερικάνικη κατοχή, μάλλον δεν βοήθησε και πολύ την επαναστατική εικόνα του. Με δυσκολία καταφέρνει να κερδίσει τουλάχιστον 2-3 κοινοβουλευτικές έδρες.

Συγκέντρωση του Κ.Κ.Ι. στη Βαγδάτη για την Πρωτομαγιά του 2014. http://www.lookleftonline.org/2014/06/on-the-edge-in-iraq/

Συγκέντρωση του Κ.Κ.Ι. στη Βαγδάτη για την Πρωτομαγιά του 2014.
Πηγή εικόνας

Μαρξιστικές δυνάμεις στο Λίβανο και τη Συρία

Στη διάρκεια του μεσοπολέμου, το  Κομμουνιστικό Κόμμα Συρίας και Λιβάνου ήταν η σημαντικότερη μαρξιστική δύναμη στον αραβικό χώρο. Εκτός από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, το κόμμα επιδίωκε και την απελευθέρωση από τη γαλλική αποικιοκρατία και υποστήριξε τη Συριακή Επανάσταση του 1925. Κάτι που γρήγορα το οδήγησε σ’ ένα καθεστώς ημι-παρανομίας, στο οποίο έμελλε να παραμείνει επί δεκαετίες, ακόμα και μετά την ανεξαρτησία.

Η χωριστή ανεξαρτησία του Λιβάνου και της υπόλοιπης Συρίας οδήγησε και στο συναινετικό χωρισμό του κόμματος σε ένα συριακό και ένα λιβανέζικο. Πρακτικά όμως, ο κοινός έλεγχος και των δύο από τον Χαλίντ Μπακντάς διατηρήθηκε για μερικές δεκαετίες ακόμα. Οι καταστροφικές  συνέπειες της σοβιετικής στάσης στο Παλαιστινιακό το 1947 μετριάστηκαν κάπως την επόμενη δεκαετία, με την εστίαση σε εθνικά θέματα και τη συμμετοχή σε μέτωπα με άλλες δυνάμεις.

Ο Χαλίντ Μπακντάς (1912-1995) ήταν επί πολλές δεκαετίες γενικός γραμματέας του συριακού κόμματος και μια από τις πιο συμβολικές μορφές του αραβικού κομμουνισμού. Το 1954 ήταν ο πρώτος κομμουνιστής που εκλέκτηκε βουλευτής σε αραβική χώρα. https://plus.google.com/116762563755190184587/posts?pid=5908540638982287970&oid=116762563755190184587

Ο Χαλίντ Μπακντάς (1912-1995), Κούρδος σουνιτικής καταγωγής, ήταν επί πολλές δεκαετίες γενικός γραμματέας του συριακού κόμματος και μια από τις πιο συμβολικές μορφές του αραβικού κομμουνισμού. Το 1954 έγινε ο πρώτος κομμουνιστής που εκλέχθηκε βουλευτής σε αραβική χώρα.
Πηγή εικόνας

Αν και θετικό προς την παναραβική ιδέα, το Κ.Κ. Συρίας δεν ήταν ενθουσιασμένο με την προοπτική ένωσης με την Αίγυπτο του Νάσερ – βλέποντας και την καταστολή ενάντια στους Αιγύπτιους κομμουνιστές. Η ένωση πραγματοποιήθηκε τελικά το 1958 (αν και κράτησε μόλις τρία χρόνια), αλλά ο Μπακντάς αρνήθηκε να συνεργαστεί με το νέο καθεστώς και να διαλύσει το κόμμα. Έτσι βρέθηκε απέναντι στην πρώτη απόπειρα αραβικής ενοποίησης και στον Νάσερ, μεγάλο ήρωα τότε του παναραβισμού, κάτι που είχε πάλι μεγάλο πολιτικό κόστος.

Η καταστολή συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια μπααθικής εξουσίας. Οι σχέσεις Μπάαθ-Κ.Κ.Σ. πάντως βελτιώθηκαν κάπως από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά. Από το 1972 μάλιστα συμμετείχαν μαζί σ’ ένα Εθνικό Μέτωπο, υποστηρικτικό προς το καθεστώς Άσαντ. Αυτός ο συμβιβασμός, όπως και στο Ιράκ, οδήγησε σε αντιδράσεις από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία και τελικά και σε διάσπαση.

Ο Ριάντ αλ-Τουρκ ήταν ένα από τα μέλη του Κ.Κ.Σ. που δεν δέχθηκαν την προσέγγιση με το καθεστώς και προτίμησαν να ιδρύσουν άλλο κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο φυσικά διώχθηκε από τον Άσαντ. Ο αλ-Τουρκ πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή και παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις σημαντικότερες μορφές της αριστερής αντιπολίτευσης.

Ο Ριάντ αλ-Τουρκ ήταν ένα από τα μέλη του Κ.Κ.Σ. που δεν δέχθηκαν την προσέγγιση με το καθεστώς και προτίμησαν να ιδρύσουν άλλο κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο φυσικά διώχθηκε από τον Άσαντ. Ο αλ-Τουρκ πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή και παραμένει μέχρι σήμερα μια σημαντική μορφή της αριστερής αντιπολίτευσης.

Εν τω μεταξύ, στο Λίβανο η ριζοσπαστική ατμόσφαιρα της εποχής, μαζί με ένα σχετικά φιλελεύθερο πολιτικό περιβάλλον, αλλά και μια άνιση οικονομική ανάπτυξη, έδωσαν ώθηση στα αριστερά κινήματα. Το Κ.Κ.Λ. και άλλα μικρότερα μαρξιστικά κόμματα προσπάθησαν να ανοιχτούν στην κοινωνία και να αναπτύξουν και αυτά ευρύτερες συμμαχίες με «πατριωτικές και προοδευτικές δυνάμεις». Σαν τέτοιες θεωρούσαν τους Παναραβιστές, τους Σύριους Εθνικιστές, την Παλαιστινιακή Αντίσταση, το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ταυτισμένο κυρίως με τα συμφέροντα των Δρούζων). Το 1975 συγκρότησαν μαζί μ’ αυτές το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα. Κύριος στόχος του Κινήματος, με τον οποίο συνδέθηκε γενικά και η λιβανέζικη Αριστερά, ήταν η μεταρρύθμιση του λιβανέζικου πολιτικού συστήματος μέσω της κατάργησης των θρησκευτικών διαχωρισμών. Κύριος εσωτερικός αντίπαλος ήταν η μαρωνίτικη φιλοδυτική Δεξιά, ενώ ως εξωτερικοί εχθροί ορίζονταν το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και τα «αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα» τύπου Σαουδικής Αραβίας.

Το Κ.Κ.Λ. δημιούργησε και τη δική του ένοπλη ομάδα, που συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο ως μέρος του Κινήματος. Αυτό μπορεί να του χάρισε μια αίγλη ανάμεσα στα αραβικά κομμουνιστικά κόμματα. Με την ισραηλινή κατοχή της Βηρυτού το 1982, οι κομμουνιστές ήταν από τους πρώτους που οργάνωσαν ένοπλη αντίσταση εναντίον της. Παρ’ όλα αυτά, το τέλος του πολέμου τους βρήκε περιθωριοποιημένους, ανίκανους ν’ ανταγωνιστούν (ούτε καν ιδεολογικά) τις ένοπλες οργανώσεις που συνδέονταν καθαρά με συγκεκριμένη θρησκευτική ταυτότητα, όπως η σιιτική Χεζμπολάχ.

Ο Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης. Πηγή: www.alkalimaonline.com

Ο Ελίας Ατάλαχ, ο μαρωνίτικης καταγωγής ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης (Τζαμούλ), που πολέμησε την ισραηλινή κατοχή, ήταν μέλος του Κ.Κ.Λ.
Πηγή: http://www.alkalimaonline.com

Αυτή η η παρακμή της λιβανέζικης (και συριακής) Αριστεράς συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Σε εποχές που γενικά στον κόσμο (πολύ περισσότερο στον μεταπολεμικό Λίβανο) η εθνο-θρησκευτική ταυτότητα μοιάζει να έχει περισσότερο πολιτικό βάρος από την κοινωνική τάξη, ο χώρος που μένει για ριζοσπαστικές κοσμικές δυνάμεις είναι έτσι κι αλλιώς ελάχιστος. Επίσης, τα σημερινά λιβανέζικα αριστερά κόμματα, όπως και τα συριακά, είναι και διχασμένα στο θέμα της σχέσης με το καθεστώς Άσαντ – που αυτήν τη στιγμή είναι λόγω του συριακού εμφυλίου το πιο προβεβλημένο. Κάποιες δυνάμεις όπως το παραδοσιακό Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα υπερασπίζονται τον Άσαντ στα πλαίσια του αντι-ιμπεριαλισμού, ενώ άλλες όπως η Δημοκρατική Αριστερά το βλέπουν ως ένα καταπιεστικό δικτατορικό καθεστώς και τοποθετούνται υπέρ των αντι-καθεστωτικών ανταρτών. Η ανάκαμψη τόσο της λιβανέζικης όσο και της συριακής Αριστεράς σίγουρα δεν θα είναι εύκολη υπόθεση.

Σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του '60, '70 και '80, αν και περιθωριοποιήθηκε στη συνέχεια. Πηγή: english.al-akhbar.com

Σημαία του Κ.Κ.Λ., από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. 
Πηγή εικόνας

Αραβικό Εθνικό Κίνημα και παλαιστινιακή Αριστερά

Η παλαιστινιακή Αριστερά είναι ιδιαίτερη περίπτωση: οι ρίζες της δεν είναι τόσο στα παλιά κομμουνιστικά κόμματα του μεσοπολέμου, αλλά στον παναραβικό εθνικισμό. Κατά κάποιον τρόπο η πορεία εδώ ήταν δηλαδή αντίστροφη: ενώ στη Συρία και το Λίβανο οι Μαρξιστές προσέγγισαν με την πάροδο των χρόνων τον αραβικό εθνικισμό, οι Παλαιστίνιοι αριστεροί ξεκίνησαν ως παναραβιστές για να ανακαλύψουν στη συνέχεια το μαρξισμό (όχι ότι δεν υπάρχει και το διάδοχο κόμμα του παλιού κλασικού κομμουνιστικού, το Κόμμα του Λαού της Παλαιστίνης, αλλά αυτό έχει σχετικά μικρότερη επιρροή). Για να δούμε αυτήν την πορεία πρέπει όμως να επιστρέψουμε μερικές δεκαετίες πίσω.

Το Αραβικό Εθνικό Κίνημα ιδρύθηκε το 1948 από φοιτητές στη Βηρυτό, προερχόμενους από διάφορες αραβικές χώρες. Έδινε από την αρχή μεγάλη έμφαση στο θέμα της Παλαιστίνης – εξάλλου, πολλά από τα σημαντικότερά του μέλη ήταν Παλαιστίνιοι.  Αρχικά ήταν κοντά στον Νάσερ και μάλιστα είχε σχετικά «δεξιά» χαρακτηριστικά:  έδινε στην ενδο-αραβική πάλη των τάξεων πολύ μικρότερη προτεραιότητα απ’ ότι στους αραβικούς εθνικούς στόχους. Το ότι όμως δεν έγινε μέρος της εξουσίας όπως οι Νασερικοί και το Μπάαθ, ήταν ίσως κάτι που το βοήθησε να ακολουθήσει πιο ριζοσπαστικά μονοπάτια στην έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστική δεκαετία του ’60.

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 έγινε ο ιδρυτής και ηγέτης του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.  http://pflp.ps/english/2014/01/26/six-years-on-remembering-the-struggle-and-leadership-of-al-hakim-dr-george-habash/

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 ίδρυσε το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας 

Μετά την καταστροφική ήττα του ’67, κάποια τμήματα του Κινήματος έγιναν πιο δεκτικά και σε μαρξιστικές επιρροές.  Έτσι γεννήθηκαν (με μια σειρά από διασπάσεις) το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, το Παλαιστινιακό Μέτωπο Λαϊκού Αγώνα, το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης κ. ά. Ιδιαίτερα γνωστό έγινε το πρώτο, περισσότερο για τις θεαματικές τακτικές που ακολούθησε, όπως η αεροπειρατεία.

Η Λεϊλά Χαλέντ (γενν. 1944) ήταν η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που συμμετείχε σε αεροπειρατεία το 1969. Η φωτογραφία της με το καλάσνικοφ και την κεφίγιε έγινε διεθνές είδωλο. Μετά από αυτήν τη δημοσιότητα, έκανε χειρουργικές επεμβάσεις στη μύτη και το πηγούνι, ώστε το πρόσωπό της να μην είναι αναγνωρίσιμο και να μπορεί να συμμετάσχει ξανά σε αεροπερατεία. http://www.arabamerica.com/palestinian-activist-leila-khaled-asks-south-africas-help/

Η Λεϊλά Χαλέντ, μέλος του Λ.Μ.Α.Π., έγινε το 1969 η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που συμμετείχε σε αεροπειρατεία. Η φωτογραφία της με το καλάσνικοφ και την κεφίγιε έγινε διεθνές είδωλο. Μετά από αυτήν τη δημοσιότητα, έκανε χειρουργικές επεμβάσεις στη μύτη και το πηγούνι, ώστε το πρόσωπό της να μην είναι αναγνωρίσιμο και να μπορεί να συμμετάσχει ξανά σε ανάλογη ενέργεια.
Πηγή εικόνας

Η προτεραιότητα του εθνικού θέματος και του ένοπλου αγώνα έκαναν την παλαιστινιακή Αριστερά έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη περίπτωση. Εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσε να δοθεί πολύ βάρος στα θέματα εσωτερικής ταξικής πάλης. Κι αυτό ισχύει ακόμα και σήμερα. Όσον αφορά την ειρηνευτική διαδικασία, τα διάφορα αριστερά κόμματα κράτησαν διαφορετική στάση: το Λ.Μ.Α.Π. και το Δ.Μ.Α.Π. απέρριψαν (μαζί με τη Χαμάς) κατηγορηματικά τις συμφωνίες του Όσλο, ενώ τα υπόλοιπα όχι μόνο τις στήριξαν, αλλά κάποια μέλη τους συμμετείχαν ενεργά και σ’ αυτές και στις επόμενες διαπραγματεύσεις.

Τα αριστερά κόμματα (συμπεριλαμβανομένου του Λ.Μ.Α.Π.) συνεχίζουν πάντως να συμμετέχουν στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης μαζί με τις «συστημικές» πολιτικές δυνάμεις. Αυτό τα κάνει όμως και οικονομικά εξαρτημένα απ’ αυτήν. Επίσης, το ότι στελέχη απ’ αυτά τα κόμματα αναλαμβάνουν κατά καιρούς και κυβερνητικά πόστα, ενώ ταυτόχρονα επιμένουν να ισχυρίζονται ότι είναι αντιπολίτευση, μάλλον δεν βοηθά την αξιοπιστία τους.

Η παλαιστινιακή Αριστερά ξεκίνησε με πολλές φιλοδοξίες στη δεκαετία του ’70, αλλά σήμερα βρίσκεται και αυτή σε παρακμή. Αν και το Λ.Μ.Α.Π. διατήρησε σημαντική επιρροή σε ορισμένες περιοχές της Παλαιστίνης (π.χ. στη Βηθλεέμ), στις εκλογές του 2006 συγκέντρωσε μόλις 4,6% και τα υπόλοιπα μαρξιστικά κόμματα μετά βίας 3-4% των ψήφων. Επίσης, η πολυδιάσπαση της παλαιστινιακής Αριστεράς (τυπικό σύμπτωμα και της παγκόσμιας), σίγουρα δεν τη βοηθά να πετύχει το μεγάλο της στόχο: να γίνει η τρίτη δύναμη για να ξεπεράσει η παλαιστινιακή κοινωνία τον καταστροφικό διπολισμό Χαμάς-Φατάχ.

Το σοσιαλιστικό πείραμα της Υεμένης

Η Νότια Υεμένη ήταν βρετανική αποικία μέχρι και το 1967. Η κύρια δύναμη του αντι-αποικιακού αγώνα ήταν το (ακόμα) φιλονασερικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Στη συνέχεια όμως αυτό κινήθηκε προς μια μαρξιστική κατεύθυνση και συγκρούστηκε με τους «καθαρούς» νασερικούς. Κατάφερε μάλιστα να επικρατήσει σ’ αυτή τη σύγκρουση και το 1969 η πιο σκληροπυρηνική μαρξιστική πτέρυγα μετονόμασε το Μέτωπο σε Σοσιαλιστικό Κόμμα της Υεμένης.  Έτσι η Υεμένη, μια από τις πιο υπανάπτυκτες αραβικές χώρες, έγινε το πρώτο και μέχρι στιγμής μοναδικό αραβικό κράτος που ένα (τουλάχιστον κατ’ όνομα) μαρξιστικό κόμμα κατάφερε να αναλάβει την εξουσία.

Η Νότια Υεμένη έγινε μια μονοκομματική Λαϊκή Δημοκρατία στα πρότυπα των άλλων κομμουνιστικών καθεστώτων. Η ηγεσία προχώρησε σε εθνικοποιήσεις,  κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και συνδέθηκε στενά με τη Σοβιετική Ένωση. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι, ακόμα και εκεί, το Ισλάμ καθορίστηκε στο Σύνταγμα ως επίσημη θρησκεία του κράτους. Αυτό είναι ίσως δείγμα και μιας γενικότερης τάσης των Αράβων Μαρξιστών να αποφεύγουν όσο γίνεται τη σύγκρουση με τη θρησκεία. Κάτι που είναι ίσως λογικό σε κοινωνίες που αυτή παίζει τόσο κεντρικό ρόλο.

Τα δύο κράτη της Υεμένης από το 1967 ως το 1990.  http://springtimeofnations.blogspot.gr/2011/12/ten-separatist-movements-to-watch-in.html

Τα δύο κράτη της Υεμένης από το 1967 ως το 1990.
Πηγή εικόνας

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με την επερχόμενη κατάρρευση της ΕΣΣΔ, το καθεστώς όπως ήταν αναμενόμενο αποδυναμώθηκε. Το 1990 πραγματοποιήθηκε η ένωση με τη Βόρεια Υεμένη (που δεν έμεινε πάντως χωρίς τριβές). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Υεμένης, η άλλοτε μοναδική μαρξιστική «κυβερνώσα Αριστερά» στον αραβικό κόσμο, είναι σήμερα απλά ένα μικρό αντιπολιτευόμενο κόμμα.

Η αραβική Νέα Αριστερά και γενικά συμπεράσματα

Με το τέλος του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η μαρξιστική Αριστερά στις αραβικές χώρες γνώρισε παρακμή, όπως εξάλλου και σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Τα κλασσικά μαρξιστικά κόμματα, πού ήταν κάποτε μια δευτερεύουσα αλλά υπολογίσιμη δύναμη, έγιναν λίγο πολύ περιθωριακά. Η παραδοσιακή τους τάση για διάσπαση δεν τα βοήθησε φυσικά να ανακάμψουν.

Παρ’ όλα αυτά και στις αραβικές χώρες γεννήθηκε κάτι σαν «Νέα Αριστερά», λιγότερο ιδεολογικά «καθαρή» και περισσότερο κινηματική. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι διαδηλώσεις στήριξης της παλαιστινιακής Ιντιφάντα ή εναντίον στον πόλεμο του Ιράκ, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Τα καθεστώτα μάλλον δεν υπολόγιζαν ότι επιτρέποντας τέτοιες διαδηλώσεις (για τις δικές τους πολιτικές σκοπιμότητες), θα έδιναν και την ευκαιρία οργάνωσης σε νέους, που κάποτε θα στρέφονταν εναντίον τους.

Αυτά τα κινήματα συνδέθηκαν με συνδικάτα και άλλες ομάδες εργατών ή φοιτητών και έτειναν προς μια γενική αμφισβήτηση του καθεστώτος. Ήταν αυτά τα κινήματα (εκεί όπου ήταν ιδιαίτερα δυναμικά, π.χ. στην Τυνησία και την Αίγυπτο) που οδήγησαν και στο ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης.

Η «αριστεροσύνη» τους φυσικά είναι αμφισβητήσιμη:  ένα μέρος τους έχει μάλλον φιλελεύθερη παρά σοσιαλιστική κατεύθυνση. Η γενική τους νοοτροπία είναι εξάλλου να στοχεύουν σε ευρείες αντικυβερνητικές συμμαχίες, ακόμα π.χ. και με ανοιχτόμυαλους ισλαμιστές. Παρ’ όλα αυτά, θέματα όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, οι οικονομικές ανισότητες, τα εργατικά αιτήματα, η ανεργία των νέων, έπαιξαν κεντρικό ρόλο σ’ αυτά. Μια απεργία σε εργοστάσιο υφασμάτων το 2008 έγινε κεντρικό σημείο αναφοράς για το αιγυπτιακό κίνημα, ενώ η τυνησιακή εξέγερση ξεκίνησε από μια μεμονωμένη διαμαρτυρία για τις οικονομικές συνθήκες. Στην Ιορδανία δημιουργήθηκε το 2007 ένα φοιτητικό κίνημα με κεντρικό στόχο όχι μόνο περισσότερη ελευθερία σε πανεπιστήμια, αλλά και την μείωση των διδάκτρων, έτσι ώστε η πανεπιστημιακή μόρφωση να γίνει προσβάσιμη και στα πιο φτωχά στρώματα.

Εξάλλου, σ’ αυτά τα κινήματα συμμετέχουν και δυνάμεις με καθαρά μαρξιστικές αναφορές. Παράδειγμα είναι οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο, που μέσω της δυναμικής κινητοποίησης έγιναν και κάπως πιο γνωστοί στο ευρύ κοινό.

Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο συνδέονται με την παγκόσμια Διεθνιστική Σοσιαλιστική Τάση (στην Ελλάδα και την Κύπρο αυτή εκπροσωπείται από το Σ.Ε.Κ. και την Εργατική Δημοκρατία αντίστοιχα). Διαφοροποιούνται από πιο

Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο συνδέονται με την παγκόσμια Διεθνιστική Σοσιαλιστική Τάση (στην Ελλάδα και την Κύπρο αυτή εκπροσωπείται από το Σ.Ε.Κ. και την Εργατική Δημοκρατία αντίστοιχα). Διαφοροποιούνται από πιο «παραδοσιακά» τμήματα της αιγυπτιακής Αριστεράς στο ότι συμμετέχουν σε ευρείες αντι-καθεστωτικές συμμαχίες, από τις οποίες δεν αποκλείονται και ισλαμιστές. Eπίσης, αν και έλαβαν μέρος στις διαδηλώσεις ενάντια στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, που οδήγησαν στο πραξικόπημα του 2013, αντιτάχθηκαν από νωρίς και στο νέο στρατιωτικό καθεστώς.
Πηγή εικόνας

Οι αραβικές εξεγέρσεις μπορεί να μην κατέληξαν σ’ αυτό που πολλοί έλπιζαν. Παρ’ όλα αυτά έδωσαν σε κάποια τμήματα της νεολαίας – που, ας μην ξεχνάμε, στις αραβικές χώρες είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού – πίστη στις δυνάμεις τους και ίσως τα έκαναν ανοικτά σε ιδεολογικές αναζητήσεις.

Η Μέση Ανατολή είναι μια περιοχή με πολύ έντονα οικονομικά, οικολογικά και κοινωνικά προβλήματα – όχι κατ’ ανάγκη πολύ διαφορετικά απ’ αυτά της Κύπρου ή της Ελλάδας. Μια νέα προοδευτική ιδεολογία, εμπνευσμένη (και) από μαρξιστικά στοιχεία θα είχε ίσως τη δυνατότητα να προσφέρει πραγματικές απαντήσεις σ’ αυτά τα προβλήματα. Εκεί ακριβώς δηλαδή όπου οι άλλες ιδεολογίες του αραβικού χώρου μοιάζουν να έχουν ελλείψεις.


Βιβλιογραφία

  • Paul Salem (1994): Bitter Legacy – Ideology and politics in the Arab world.
  • Μαξίμ Ροντινσόν (1980): Οι Άραβες.
  • http://countrystudies.us/iraq/
  • Tareq Y. Ismael/ Jacqueline S. Ismael (1998): The Communist Movement in Syria and Lebanon.
  • Donald F. Busky (2002): Communism in History and Theory – Asia, Africa, and the Americas.
  •  Juan Cole (2014): The New Arabs – How the Millennial Generation is Changing the Middle East.
  • Jamil Hila (2010): The Palestinian Left and the Multi-Layered Challenges Ahead. In: Institute for Palestine Studies.
  • Katja Hermann, Jamil Hilal (2014) (eds.): Mapping of the Arab Left.

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 3: Τοπικοί Εθνικισμοί

Κλασσικό

Εκτός από τις ιδεολογίες που ζητούσαν την ενοποίηση, βασισμένη είτε στη γλώσσα (παναραβισμός), είτε στη θρησκεία (ισλαμισμός), είτε στην κοινωνική τάξη (μαρξισμός), στον αραβικό χώρο υπήρξαν και αυτές που αποδέχτηκαν λίγο πολύ τα σύνορα που χάραξαν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήρθαν σε σύγκρουση με αυτές.

Τέτοιες ιδεολογίες ήταν π.χ. ο τυνησιακός, ο αιγυπτιακός και ο λιβανέζικος εθνικισμός. Σε κάποιες απ’ αυτές τις περιπτώσεις, τα αποικιοκρατικά σύνορα δεν ήταν εντελώς τεχνητά, αφού βασίζονταν σε γεωγραφικές και ιστορικές πραγματικότητες (π.χ. Μαρόκο, Αίγυπτος). Σε άλλες περιπτώσεις, ο εθνικισμός βασίστηκε μεν στη κοινή γεωγραφία, αλλά όχι στη βάση των αποικιοκρατικών συνόρων, τα οποία ήθελε επίσης να υπερβεί, π.χ. ο συριακός εθνικισμός. Επίσης, οι τοπικοί εθνικισμοί δεν ήταν πάντα εντελώς ανταγωνιστικοί με τον αραβικό, αφού μπορεί να θεωρούσαν το έθνος τους ως μια υποδιαίρεση του ευρύτερου αραβικού έθνους.

Αιγυπτιακός εθνικισμός

Η Αίγυπτος είναι με διαφορά το μεγαλύτερο σε πληθυσμό αραβικό κράτος. Επίσης έχει μια ιδιαίτερη ιστορία ως αποτέλεσμα μιας επίσης εντελώς ιδιαίτερης γεωγραφίας. Δεν είναι άρα περίεργο που υπάρχει μια δυνατή αιγυπτιακή τοπική ταυτότητα. Η Αίγυπτος μάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί «τεχνητό» αποικιογενές κράτος όπως άλλα στην περιοχή.

Η Αίγυπτος είναι κυριολεκτικά η χώρα του Νείλου, του ποταμού έκανε περιοχή που κανονικά θα έπρεπε να ήταν έρημος σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες του πλανήτη.

Η Αίγυπτος είναι κυριολεκτικά η χώρα του Νείλου, του ποταμού που μετέτρεψε μια περιοχή που κανονικά θα έπρεπε να ήταν έρημος σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες του πλανήτη. Πηγή εικόνας

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στη τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ' αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στην τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Το ότι άρα η πρώτη σύγχρονη ιδεολογία που επικράτησε στην Αίγυπτο δεν ήταν ο ισλαμισμός ή ο παναραβισμός, αλλά ο αιγυπτιακός εθνικισμός, δεν είναι περίεργο – ούτε φυσικά το ότι σ’ αυτόν καταφεύγει και το τωρινό αιγυπτιακό καθεστώς για να καλύψει κάπως το ιδεολογικό του κενό.

Όπως άλλοι εθνικισμοί στον «τρίτο κόσμο», έτσι και ο αιγυπτιακός γεννήθηκε μέσα από την πάλη ενάντια στην αποικιοκρατία. Τουλάχιστον σ’ αυτό το στάδιο, ο αιγυπτιακός εθνικισμός φαίνεται ότι ήταν πιο ελκυστικός στις μάζες από τον παναραβικό. Σημαντικός εκπρόσωπός του θεωρείται ο Σαάντ Ζαγκλούλ, που ήταν και ο πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός της Αιγύπτου ως (τυπικά) ανεξάρτητου κράτους.

Ο Σάαντ Ζαγκλούλ (1857-1927) ήταν αγροτικής καταγωγής, κάτι που στήριξε την εικόνα "παιδιού του λαού" και τον βοήθησε να κερδίσει τις μάζες για τους πολιτικούς του στόχους. http://www.aljazeera.com/focus/arabunity/2008/02/200852518509467595.html

Ο Σαάντ Ζαγκλούλ (1857-1927) ήταν αγροτικής καταγωγής, κάτι που στήριξε την εικόνα «παιδιού του λαού» και τον βοήθησε να κερδίσει τις μάζες.
Πηγή εικόνας

Τα στοιχεία του αιγυπτιακού εθνικισμού ήταν (και μάλλον ακόμα είναι), εκτός φυσικά από την ιδέα της αιγυπτιακής ιδιαιτερότητας, η ενότητα και ισοτιμία Μουσουλμάνων και Χριστιανών, η εκτίμηση στην αιγυπτιακή διάλεκτο και στο αρχαίο αιγυπτιακό παρελθόν. Επίσης συνδέθηκε και με τη φιλελεύθερη και εκσυγχρονιστική κατεύθυνση του Ζαγκλούλ και του κόμματός του, Αλ Γουάφντ. Το τελευταίο ακόμα παίζει ρόλο στην πολιτική ζωή της Αιγύπτου.

Το σύμβολο του Αλ Γουάφντ: το μισοφέγγαρο και ο σταυρός συμβολίζουν την ενότητα Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Πηγή: http://revolutionegypt.blogs.wm.edu/2014/12/12/success-and-failure-revolutions-of-1919-and-2011/

Το σύμβολο του Αλ Γουάφντ: το μισοφέγγαρο και ο σταυρός συμβολίζουν την ενότητα Χριστιανών και Μουσουλμάνων.
Πηγή εικόνας

Η απομάκρυνση από την ιδέα του παναραβισμού μετά τον Νάσερ (στην οποία έπαιξε ρόλο και η συντριβή του ’67, κατά την οποία η Αίγυπτος έχασε τη χερσόνησο του Σινά) βοήθησε και στην επιστροφή του αιγυπτιακού εθνικισμού. Αυτό μάλλον υποστηρίχτηκε και από τις ελίτ, γιατί βοηθούσε όχι μόνο στην εκτόνωση της αυξανόμενης έντασης μεταξύ Κοπτών και Μουσουλμάνων, αλλά και τη σταθερότητα του κράτους – και μαζί του, και του πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου. Κατά κάποιον τρόπο εξελίχθηκε δηλαδή και σε συντηρητική ιδεολογία. Η Πλατεία Ταχρίρ έδειξε όμως τουλάχιστον στιγμιαία και το επαναστατικό της δυναμικό.

Ταχρίρ 2

Διαδηλωτές στην πλατεία Ταχρίρ ποζάρουν με την αιγυπτιακή σημαία πάνω σε αστυνομικό όχημα που κατέλαβαν.

Λιβανέζικος εθνικισμός

Ο λιβανέζικος εθνικισμός έχει τουλάχιστον ένα σημαντικό κοινό με τον αιγυπτιακό. Και στις δύο χώρες υπάρχουν κάτι σαν «εθνικές» εκκλησίες (Κόπτες στην Αίγυπτο, Μαρωνίτες στο Λίβανο) που τα μέλη τους, αν και αραβόφωνα, συχνά απορρίπτουν την αραβικότητά τους και διεκδικούν αντίθετα μια καταγωγή από τους «αυτόχθονους» πληθυσμούς (αρχαίους Αιγύπτιους και Φοίνικες αντίστοιχα).

Αν και οι δύο κοινότητες αποτελούν σημαντικό κοινωνικό στήριγμα των αντίστοιχων εθνικών ιδεολογιών, οι Μαρωνίτες στην περίπτωση του Λιβάνου είναι μάλλον κάτι παραπάνω: ο λιβανέζικος εθνικισμός γεννήθηκε εξ’ αρχής ως αντίδραση στον αραβικό (και το συριακό) εθνικισμό, προτείνοντας μια εναλλακτική εθνική ταυτότητα, που ταίριαζε κυρίως στους Μαρωνίτες.

Η Παναγία των Χαρίτων, η εκκλησία των Μαρωνιτών στην παλιά Λευκωσία, με τη σημαία του Λιβάνου.

Η Παναγία των Χαρίτων, η εκκλησία των Μαρωνιτών στην παλιά Λευκωσία, με τη σημαία του Λιβάνου να δείχνει τη σύνδεση ανάμεσα στη θρησκευτική κοινότητα και τη χώρα.

Η μαρωνίτικη κοινότητα ήταν πάντα συνδεδεμένη με την περιοχή του Όρους Λιβάνου, έχοντας την αίσθηση μιας απειλούμενης χριστιανικής-καθολικής νησίδας περικυκλωμένης από Μουσουλμάνους. Αυτή η θέση οδήγησε σε μια τάση απόρριψης της ένωσης με γειτονικές περιοχές και αντίθετα σ’ έναν προσανατολισμό προς τη Δύση (αν και όπως αναφέρθηκε σε άλλα άρθρα αυτό δεν ήταν απόλυτο: υπήρξαν και πολλοί Μαρωνίτες που υποστήριξαν τον παναραβισμό). Η ιδέα ενός ξεχωριστού λιβανέζικου έθνους, με φοινικική αντί αραβική καταγωγή, αποτέλεσε ιδεολογικό στήριγμα αυτής της απόρριψης.

Γεωφυσικός χάρτης του Λιβάνου.

Γεωφυσικός χάρτης του Λιβάνου: ο δυσπρόσιτος ορεινός όγκος ήταν η περιοχή που παραδοσιακά κατέφευγαν οι Μαρωνίτες. Πηγή εικόνας

Το φαράγγι Καντίσα με τις βουνοκορφές του Λιβάνου από πάνω, όπως φαίνονται από το Μπσαρέ. Στις άκρες του γκρεμού έχουν κτιστεί εκκλησίες και μοναστήρια.

Το φαράγγι Καντίσα με τις βουνοκορφές του όρους Λιβάνου, όπως φαίνονται από το Μπσαρέ. Αυτή η περιοχή είναι η καρδιά του μαρωνίτικου πολιτισμού και του λιβανέζικου εθνικισμού: μάλλον δεν είναι τυχαίο που ο κέδρος ως ορεινό δέντρο έχει γίνει και σύμβολό του.

Ο λιβανέζικος εθνικισμός αποτέλεσε την κύρια ιδεολογία της μαρωνίτικης ελίτ που κυβέρνησε το Λίβανο επί δεκαετίες, ιδιαίτερα της σκληρής μαρωνίτικης Δεξιάς, π.χ. της Φάλαγγας. Στον πόλεμο του ’58 όπως και στον κυρίως ειπείν εμφύλιο πόλεμο έπαιξε σημαντικό ρόλο ως ο ιδεολογικός αντίπαλος απέναντι στον παναραβισμό, το συριακό εθνικισμό και το σοσιαλισμό.

Άγαλμα του ιδρυτή της Φάλαγγας, Πιέρ Τζεμαγέλ, με φρουρά από Φαλαγγίτες. Δίπλα το σήμα της οργάνωσης.  Πηγή: www.aminegemayel.org

Άγαλμα του Πιέρ Τζεμαγέλ, ιδρυτή της Φάλαγγας, που συνδέθηκε με το λιβανέζικό εθνικισμό: όπως δείχνει και ο λιβανέζικος κέδρος (δεξιά) ως σύμβολό της.
Πηγή εικόνας

Σήμερα πάντως οι Μαρωνίτες έχουν χάσει ένα μέρος του κεντρικού τους ρόλου στο Λίβανο – επομένως και στη διαμόρφωση του λιβανέζικου εθνικισμού. Η «Επανάσταση των Κέδρων» το 2005, μάλλον η πιο πρόσφατη σημαντική έκφραση λιβανέζικου εθνικισμού (κύριο αίτημα ήταν ο τερματισμός της συριακής επιρροής και ο σεβασμός της λιβανέζικης ανεξαρτησίας) ήταν έργο μιας συμμαχίας Σουνιτών, Χριστιανών και Δρούζων, της οποίας δεν ηγούνταν κατ’ ανάγκην Μαρωνίτες.

Συριακός εθνικισμός

Ο συριακός εθνικισμός είναι πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Κατ’ αρχήν, δεν πρέπει να τον μπερδεύουμε με το σημερινό συριακό κράτος, που αποτελεί μόνο ένα μέρος αυτού που οι Σύριοι εθνικιστές αντιλαμβάνονται ως Μεγάλη Συρία. Αυτή συμπεριλαμβάνει και την Παλαιστίνη, την Ιορδανία και φυσικά το Λίβανο. Κάποιοι βλέπουν επιπρόσθετα σαν μέρος της και το Ιράκ, τη χερσόνησο του Σινά, τμήματα της Νότιας Τουρκίας – και την Κύπρο. Ο συριακός εθνικισμός στοχεύει άρα στην υπέρβαση και όχι στη διατήρηση των αποικιοκρατικών συνόρων: μ’ αυτήν την έννοια είναι ίσως πιο κοντά στον παναραβισμό παρά στο λιβανέζικο εθνικισμό.

Τα όρια της Μεγάλης Συρίας σύμφωνα με το Σ.Σ.Ε.Κ., το σύμβολο του οποίου απεικονίζεται πάνω αριστερά: η ομοιότητα με τη ναζιστική σβάστικα είναι εμφανής. Πηγή: http://www.geocurrents.info/geopolitics/greater-syria-and-the-challenge-to-syrian-nationalism

Τα όρια της Μεγάλης Συρίας σύμφωνα με το Σ.K.Ε.Κ., το σύμβολο του οποίου απεικονίζεται πάνω αριστερά.
Πηγή εικόνας

Οι ρίζες του συριακού εθνικισμού βρίσκονται ήδη στους διανοούμενους του 19ου αιώνα (με διαφορετικές απόψεις όσον αφορά την αραβικότητα της Συρίας). Κεντρική προσωπικότητα της ιδεολογίας αυτής έμελλε να γίνει όμως τον επόμενο αιώνα ο Λιβανέζος Αντούν Σααντέχ. Η ελληνορθόδοξη καταγωγή του μάλλον δεν είναι τυχαία: η περιοχή συγκέντρωσης της ελληνορθόδοξης αραβικής κοινότητας συμπίπτει λίγο πολύ με τη Μεγάλη Συρία, και δεν ήταν λίγα τα μέλη της που έδειξαν ενδιαφέρον γι’ αυτήν την ιδεολογία. Εξάλλου, παρά την αντίθεση στον παναραβισμό, και οι δύο ιδεολογίες συμφωνούσαν στο θέμα της κοσμικότητας και στην ανάγκη διαχωρισμού κράτους και θρησκείας, κάτι που στη Μέση Ανατολή γενικά συμφέρει τις χριστιανικές κοινότητες.

Το 1932 ο Σααντέχ ίδρυσε το Συριακό Κοινωνικό Εθνικιστικό Κόμμα, έχοντας ίσως εμπνευστεί και από τα φασιστικά κινήματα της εποχής (όπως και να ‘χει, η πειθαρχία, η ιεραρχία, η αλληλεγγύη και η πίστη στη στρατιωτική δύναμη ήταν βασικά στοιχεία του).  Παρά τα όποια φασιστικά πρότυπα, θα μπορούσε όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι η ιδεολογία του ήταν ίσως η πιο ανθρωπιστική, αφού αναγνώριζε ως ισότιμο μέρος του βασισμένου στη Γεωγραφία «συριακού έθνους» όλες τις θρησκευτικές (Χριστιανούς ή Μουσουλμάνους) ή εθνικές ομάδες (Άραβες, Κούρδους, Αρμένιους κ.α.). Με μια εξαίρεση: τους Εβραίους. Αυτό ήταν μάλλον συνέπεια του σιωνιστικού κινδύνου: ας μην ξεχνάμε ότι  οι Σιωνιστές έποικοι διεκδικούσαν ένα σημαντικό μέρος της Μεγάλης Συρίας, την Παλαιστίνη.

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904 στο Λίβανο. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της "Μεγάλης Συρίας" σε σχέση με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Εκτελέστηκε το 1949 μετά από αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στο Λίβανο. Πηγή: http://www.aljazeera.com/focus/arabunity/2008/02/2008525183842614205.html

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της «Μεγάλης Συρίας» σε σχέση με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Εκτελέστηκε το 1949 μετά από αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στο Λίβανο.
Πηγή εικόνας

Το κόμμα απέκτησε σύντομα σημαντική δύναμη κυρίως στο Λίβανο, όπου οργάνωσε και τη δική του ένοπλη ομάδα. Έλαβε μέρος στον μίνι-εμφύλιο του ’58 στο πλευρό του Προέδρου Σαμούν και της Φάλαγγας, ενάντια δηλαδή στην Αριστερά και τους Παναραβιστές.

Τις επόμενες δεκαετίες πάντως το κόμμα άλλαξε τον προσανατολισμό του και κινήθηκε προς τα αριστερά. Στον «επίσημο» εμφύλιο του Λιβάνου (1975-90) συμμάχησε αυτήν τη φορά με την Αριστερά, τους Παναραβιστές και τους Παλαιστίνιους ενάντια στη χριστιανική Δεξιά και στη συνέχεια έλαβε μέρος και στην αντι-ισραηλινή αντίσταση. Είχε στενές σχέσεις με το συριακό καθεστώς του Άσαντ – παρ’ όλο που στην ίδια τη Συρία το κόμμα ήταν απαγορευμένο! Ήταν επίσης μια από τις οργανώσεις που χρησιμοποίησαν ως όπλο τις επιθέσεις αυτοκτονίας (αυτές δεν είναι αποκλειστικό «προνόμιο» των ισλαμιστικών ομάδων, όπως πολλοί νομίζουν), βοηθώντας την στο να χτίσει το μύθο της.

Η Λιβανέζα Σανάα Μεχάιντλι ήταν το 1985 ίσως η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που πραγματοποίησε επίθεση αυτοκτονίας, σε ηλικία μόλις 16 ετών, ως μέρος της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή της πατρίδας της. Μαζί της παρέσυρε στο θάνατο δύο ισραηλινούς στρατιώτες. Ήταν μέλος του Σ.Σ.Ε.Κ. Πηγή: http://www.aljazeera.com/programmes/general/2010/04/2010413115916795784.html

Η Λιβανέζα Σανάα Μεχάιντλι ήταν το 1985 ίσως η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που πραγματοποίησε επίθεση αυτοκτονίας, σε ηλικία μόλις 16 ετών, ως μέρος της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή της πατρίδας της. Μαζί της παρέσυρε στο θάνατο δύο ισραηλινούς στρατιώτες. Ήταν μέλος του Σ.Κ.Ε.Κ.
Πηγή εικόνας  

Το κόμμα συμμετέχει σήμερα στο Λίβανο στη συμμαχία της «8ης Μαρτίου» (υπέρ δηλαδή του καθεστώτος Άσαντ και μαζί με τη Χεζμπολάχ). Μετά από πολλές δεκαετίες, είναι τώρα ξανά νόμιμο και στη Συρία. Είναι πάντως αμφίβολο κατά πόσον η ιδεολογία του είναι ελκυστική για τους σημερινούς νέους στην περιοχή – τουλάχιστον στα διεθνή μέσα ακούγεται πολύ λιγότερο από άλλες ιδεολογίες.

Παλαιστινιακός εθνικισμός

Πρόκειται επίσης για ιδιαίτερη περίπτωση, αν και με διαφορετικό τρόπο. Σε αντίθεση με άλλους τοπικούς εθνικισμούς, ο παλαιστινιακός δεν έχει ένα κράτος προς υπεράσπιση: η ίδρυση αυτού του κράτους είναι το ζητούμενο. Η αντι-ισραηλινή αντίσταση ήταν και είναι ο πυρήνας της ιδεολογίας.

Οι ρίζες του παλαιστινιακού εθνικισμού βρίσκονται στην εποχή του Μεσοπολέμου, στις πρώτες διαμάχες ανάμεσα στους ντόπιους αραβικούς πληθυσμούς της Παλαιστίνης και τους Σιωνιστές έποικους. Ο σιωνιστικός κίνδυνος, η προοπτική ίδρυσης δηλαδή ενός κράτους με ξένο πληθυσμό στην ίδια τους τη γη, ανησύχησε όπως ήταν φυσικό τους Παλαιστίνιους. Αυτός ο κίνδυνος δεν άργησε να γίνει πραγματικότητα το 1948, οδηγώντας τους μισούς περίπου Παλαιστίνιους στην προσφυγιά. Δεν είναι περίεργο που οι Άραβες αναφέρονται σ’ αυτά τα γεγονότα ως «Νάκμπα«, δηλαδή καταστροφή (κάτι ανάλογο με τη Μικρασιατική Καταστροφή στην Ελλάδα).

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πάντως η σύγκρουση δεν ήταν απλά ανάμεσα σε Σιωνιστές και Παλαιστίνιους, αλλά ανάμεσα στο σιωνισμό και τον αραβικό εθνικισμό γενικά. Οι Παλαιστίνιοι εναπόθεταν τις ελπίδες τους στην αραβική ενότητα και τους Άραβες ηγέτες: ιδιαίτερα τον Νάσερ της Αιγύπτου, ο οποίος μιλούσε συνεχώς για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.

Τελικά, η απογοήτευση από τους ενδοαραβικούς ανταγωνισμούς και την ανικανότητα των αραβικών χωρών να βοηθήσουν ουσιαστικά τον παλαιστινιακό σκοπό, άρχισαν να οδηγούν και σε άλλες σκέψεις. Ιδιαίτερα μετά την ήττα του ’67, οι Παλαιστίνιοι κινήθηκαν αποφασιστικά προς την ιδέα ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Μαζί του ήρθε και η επανεκτίμηση μιας ιδιαίτερης παλαιστινιακής ταυτότητας, η οποία εκφράστηκε και με σύμβολα όπως π.χ. η κεφίγιε, το γνωστό παλαιστινιακό μαντήλι. Ο παλαιστινιακός εθνικισμός αντικατέστησε έτσι σταδιακά τον παναραβικό – χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά ότι οι Παλαιστίνιοι παραιτήθηκαν από την ιδέα ενός ευρύτερου αραβικού έθνους, το οποίο οφείλει να τους συμπαραστέκεται στον αγώνα τους.

Ο Γιασέρ Αραφάτ (), ο ίδιος ως πρόσωπο σύμβολο του παλαιστινιακού εθνικισμού, φορούσε τη κεφίγιε με τρόπο που σχημάτιζε περίπου το τριγωνικό σχήμα της Παλαιστίνης. http://www.brisbanetimes.com.au/ftimages/2009/01/16/1231608943745.html

Ο Γιασέρ Αραφάτ συνήθιζε να φοράει τη κεφίγιε με τρόπο που σχημάτιζε την τριγωνική μορφή του χάρτη της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας 

Ο βασικά κοσμικός χαρακτήρας του παλαιστινιακού εθνικισμού, όπως τον εκφράζει η Φατάχ και γενικά η ΟΑΠ, μαζί με το κοινό όραμα ίδρυσης ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και της απαλλαγής από την ισραηλινή κατοχή, είναι στοιχείο που ενώνει Χριστιανούς και Μουσουλμάνους Παλαιστίνιους. Τις τελευταίες δεκαετίες πάντως ο κύριος εσωτερικός αντίπαλος του κοσμικού παλαιστινιακού εθνικισμού δεν είναι ο παναραβισμός, αλλά ο ισλαμισμός, όπως τον εκφράζουν οργανώσεις σαν τη Χαμάς. Ακόμα κι αυτές πάντως δεν αρνούνται τη ρητορική και τα σύμβολα του παλαιστινιακού εθνικισμού: σημάδι για την απήχηση και το ενωτικό δυναμικό της ιδεολογίας.

Διαδήλωση υπέρ της παλαιστινιακής ενότητας και της προσέγγισης μεταξύ Χαμάς και Φατάχ. http://www.theguardian.com/world/2011/apr/28/egypt-revolution-players-palestinian-pieces

Διαδήλωση υπέρ της παλαιστινιακής ενότητας και της προσέγγισης μεταξύ Χαμάς και Φατάχ.
Πηγή εικόνας 

Συμπεράσματα

Οι στόχοι των τοπικών εθνικισμών (μ’ εξαίρεση ίσως το συριακό) μπορεί να φαίνονται λιγότερο μεγαλεπήβολοι, σε σύγκριση μ’ αυτούς του παναραβισμού ή του μαρξισμού. Δεν είναι ίσως παράξενο που οι τελευταίοι ακούγονταν περισσότερο σε μια εποχή που γενικά ο κόσμος ενθουσιαζόταν με τις μεγάλες ιδεολογίες, ενώ οι πρώτοι είχαν μπει στο περιθώριο. Την εποχή μας πάντως φαίνονται να έχουν επανέλθει δυναμικά, και να είναι ως κοσμικές ιδεολογίες οι κύριοι ιδεολογικοί αντίπαλοι του ισλαμισμού.

Πρέπει επίσης να παραδεχτούμε πως τα αποικιοκρατικά ενδοαραβικά σύνορα άντεξαν τελικά πολύ περισσότερο απ’ ότι προέβλεπαν πολλοί. Σίγουρα δεν μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο για την αποτυχία των ενωτικών ιδεολογιών μόνο στις δυτικές παρεμβάσεις ή το Ισραήλ – κάποιες από τις αιτίες είναι προφανώς ενδογενείς. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι μόνοι που κατάφεραν να καταργήσουν (προσωρινά ή όχι) τουλάχιστον τα πιο τεχνητά και αφύσικα σύνορα, αυτά μεταξύ Ιράκ και Συρίας, είναι οι πλέον φανατικοί ισλαμιστές (Ισλαμικό Κράτος). Ούτε οι μαρξιστές, ούτε οι σύριοι εθνικιστές, ούτε οι παναραβιστές είχαν πλησιάσει αυτό το στόχο, κι ας είχαν καταλάβει την εξουσία σ’ αυτές τις χώρες. Στο τέλος λύγισαν μπροστά στη δύναμη (και) των τοπικών ανταγωνισμών.

Οι τοπικοί εθνικισμοί είναι πολύ πιθανόν να διατηρήσουν τη δύναμή τους για αρκετό καιρό ακόμα. Έχουν το πλεονέκτημα ότι βασίζονται σε σταθερά ισχυρές τοπικές ταυτότητες, και προβάλλουν στόχους που μοιάζουν σχετικά εύκολα πραγματοποιήσιμοι. Το ερώτημα είναι, κατά πόσον θα αποτελέσουν εμπόδιο για μια ενδοαραβική συνεννόηση, ή θα γίνουν μέρος μιας γόνιμης σύνθεσης, που θα λαμβάνει υπόψη της και τα κοινά αραβικά συμφέροντα.

Βιβλιογραφία: