Οι Ντερβισηδες της Θεσσαλιας

Κλασσικό

Ταξιδεύοντας σ’ ένα μικρό επαρχιακό δρόμο ανάμεσα στα Φάρσαλα και στο Βελεστίνο, στα όρια περίπου του θεσσαλικού κάμπου με τα βουνά της Ρούμελης, περνάει κάποιος από το χωριό Ασπρόγεια. Παλιότερα ονομαζόταν Ιρενί: μια ελληνική παραφθορά του τουρκικού Örenli. Η λέξη ören σημαίνει ερείπιο και μάλλον αναφερόταν στα ερείπια ενός βυζαντινού μοναστηριού. Aν και όχι ακριβώς για τον ίδιο λόγο, το όνομα συνεχίζει και σήμερα να ταιριάζει στην περιοχή.

Ο δρόμος από την Ασπρόγεια προς το Βελεστίνο.

Φεύγοντας από την Ασπρόγεια-Ιρενί με κατεύθυνση το Βελεστίνο, αφήνοντας πίσω τον κάμπο και ανηφορίζοντας προς ένα λοφώδες τοπίο, ο ταξιδιώτης βλέπει μια πινακίδα με την επιγραφή «Μονή Τεκέ Φαρσάλων». Αν ακολουθήσει την πινακίδα, θα αντικρίσει τα ερείπια ενός πραγματικού τεκέ Μπεκτασήδων ντερβίσηδων, o οποίος λειτουργούσε κανονικά μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες. Βρίσκεται μάλλον στην ίδια τοποθεσία όπου ήταν κάποτε και το βυζαντινό μοναστήρι: κάτι που ίσως δεν είναι τυχαίο.

O τεκές χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο τμήματα. Αριστερά από την κύρια είσοδο, βρίσκεται το κοιμητήριο των ντερβίσηδων (φαίνεται στο κέντρο της φωτογραφίας πάνω, με τα κυπαρίσσια), με τους δύο σχετικά καλοδιατηρημένους τουρμπέδες (μαυσωλεία). Δεξιά βρίσκεται το κοινόβιο του τεκέ: τα κτίρια στα οποία ζούσαν και δρούσαν οι ντερβίσηδες και από τα οποία μόνο ερείπια σώζονται σήμερα.

Με βάση την «επίσημη» ιστορία του, ο τεκές ιδρύθηκε από τον Ντουρμπαλή Σουλτάν Μπαμπά, του οποίου φέρει και το όνομα. Ο Ντουρμπαλή καταγόταν από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας και του δόθηκε η άδεια να ιδρύσει τεκέ το 1492, λόγω των πολεμικών υπηρεσιών που είχε προσφέρει στους Οθωμανούς. Κατά μια άλλη άποψη, πρόκειται για μυθικό πρόσωπο και ο τεκές ιδρύθηκε πολύ αργότερα. Όπως όμως ισχύει γενικά για χώρους λατρείας, η ακρίβεια των ιστορικών στοιχείων δεν είναι το πιο σημαντικό. Ειδικά όταν μιλάμε για μια από τις πιο μυστικιστικές και αιρετικές εκδοχές του Ισλάμ: κάτι από τη μυστικιστική ατμόσφαιρα μοιάζει να έχει απομείνει εκεί μέχρι σήμερα, πολλά χρόνια αφού τον εγκατέλειψαν οι ντερβίσηδες.

Οι δύο τουρμπέδες. Κρεμασμένη στο δέντρο είναι η εικόνα του Ντουρμπαλή Σουλτάν (με κείμενο στα αλβανικά και ελληνικά) και πιο ψηλά του Χατζή Μπεκτάς, από τον οποίο παίρνουν το όνομά τους οι Μπεκτασήδες.

Τάφοι ντερβίσηδων κοντά στους τουρμπέδες.

Εικόνα από το εσωτερικό του δυτικού τουρμπέ: τάφοι μπαμπάδων (ηγούμενων) με διάφορα σύμβολα του μπεκτασίδικου/σιιτικού Ισλάμ στους τοίχους (εικόνες του Αλή, των Δώδεκα Ιμάμηδων και του Χατζή Μπεκτάς).

Απέναντι από το κοιμητήριο βρίσκεται η είσοδος στον χώρο του κοινοβίου, όπου βρίσκονται τα υπόλοιπα κτίρια του τεκέ.

Το ηγουμενείο, ο χώρος όπου προετοιμάζονταν οι μέλλοντες ηγούμενοι του τεκέ: εδώ περνούσαν την καθαρτήρια περίοδο, που τους καθιστούσε ικανούς για να αναλάβουν το αξίωμά τους.

Τα μαγειρεία του τεκέ.

Τα ερείπεια του μεϊντανιού, όπου γίνονταν οι τελετές των ντερβίσηδων.

Τί εννοούμε όμως όταν μιλάμε για τεκέδες, ντερβίσηδες και Μπεκτασήδες και τί γυρεύουν στον συγκεκριμένο τόπο; Για να βρούμε κάποιες απαντήσεις, είναι χρήσιμο να ασχοληθούμε και λίγο πιο γενικά με τα θρησκευτικά τάγματα του Ισλάμ.

Τα ισλαμικά τάγματα

Τα ισλαμικά θρησκευτικά τάγματα στη Μικρά Ασία και στα Βαλκάνια είναι μια περίεργη όπως και εντυπωσιακή ιστορία. Στοιχεία από προϊσλαμικές λαϊκές παραδόσεις, είτε από τη μεσογειακή χριστιανική/εβραϊκή, είτε την κεντροασιατική αρχαία τουρκική (σαμανιστική), συναντούσαν τον μυστικιστικό σουφισμό και ιδέες από την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και εκφράζονταν π.χ. με εκστατικούς χορούς. Η κατά γράμμα ερμηνεία του Κορανίου και η νομική του εφαρμογή (ο «εξωτερικός δρόμος») δεν ενδιέφερε πολύ τα μέλη αυτών των ταγμάτων, τουλάχιστον όχι τόσο όσο η προσέγγιση του Θεού μέσω της πνευματικής άσκησης (η «εσωτερική οδός» του Ισλάμ).

Πολλά τέτοια τάγματα μεταφέρθηκαν με την οθωμανική κατάκτηση στα Βαλκάνια. Συνήθως αναφέρονταν σ’ ένα ιδιαίτερα σεβαστό ιστορικό πρόσωπο, κάτι ανάλογο με έναν άγιο. Οι Μεβλεβήδες, ίσως το πιο γνωστό τάγμα παγκοσμίως λόγω του χορού των περιστρεφόμενων ντερβίσηδων, παίρνουν π.χ. το όνομα τους από τον Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί. Αντίστοιχα, οι Μπεκτασήδες παίρνουν το όνομά τους από τον Χατζή Μπεκτάς Βελή. Οι τεκέδες, οι χώροι διαμονής και δραστηριότητας των ντερβίσηδων που στελέχωναν αυτά τα τάγματα, λειτουργούσαν, εκτός από τόποι θρησκευτικών τελετών και προσκυνήματος, ταυτόχρονα και ως ξενώνες και κέντρα επισιτισμού.

Το Ικόνιο δείχνει στους τουρίστες την ιστορική του σύνδεση με το τάγμα των Μεβλεβήδων και με τέτοια αγάλματα περιστρεφόμενων ντερβίσηδων.

Άγαλμα περιστρεφόμενου Μεβλεβή ντερβίση στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας, ιστορική έδρα του τάγματος. Η λέξη «ντερβίσης» είναι περσικής προέλευσης και σημαίνει κατ’ ακρίβεια «φτωχός» –  περίπου συνώνυμη της (αραβικής προέλευσης) λέξης «φακίρης».

Εικόνα από το εσωτερικό του τεκέ των Μεβλεβί - στο οίκημα αριστερά βρίσκεται ο τάφος του Μεβλανά Τλελαλεντίν Ρουμί, ιδρυτή του τάγματος. Ο τεκές λειτουργεί σήμερα επίσημα ως μουσείο, στην πράξη όμως είναι και τόπος προσκυνήματος.

Εικόνα από τον  τεκέ των Μεβλεβήδων στο Ικόνιο: στο οίκημα αριστερά βρίσκεται ο τάφος του Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί. Ο τεκές λειτουργεί σήμερα επίσημα ως μουσείο, στην πράξη όμως είναι και τόπος προσκυνήματος. Παρά τις ετερόδοξες τάσεις του, το τάγμα απέκτησε σημαντικές προσβάσεις στην οθωμανική γραφειοκρατία.

Η σχέση των ταγμάτων με την οθωμανική εξουσία είναι και αυτή περίπλοκη. Στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής Ιστορίας, πολλοί ντερβίσηδες λάμβαναν μέρος στον «ιερό πόλεμο» για την εξάπλωση του Ισλάμ, και γίνονταν ακόμα και συμβολικές μορφές αυτού του αγώνα (π.χ. ο σεΐχης Σαρή Σαλτούκ). Αναλάμβαναν επίσης και ιεραποστολική δράση για τη διάδοση της θρησκείας. Όσο οι Οθωμανοί ήταν μια μικρή δύναμη στην περιφέρεια του μουσουλμανικού χώρου, η οποία με τις κατακτήσεις της φρόντιζε γι’ αυτήν την εξάπλωση, οι ντερβίσηδες της ήταν χρήσιμοι, κι ας μην είχαν μεγάλη σχέση με το «σωστό» σουνιτικό Ισλάμ.

Όταν όμως το οθωμανικό κράτος άρχισε να μετατρέπεται σε πραγματική Αυτοκρατορία με συγκεντρωτική εξουσία, όσο ξεχώριζε ως η μεγαλύτερη μουσουλμανική δύναμη παγκοσμίως, τόσο περισσότερο βάρος έδινε στο άκαμπτο «ορθόδοξο» σουνιτικό Ισλάμ και στην τήρηση του ιερού Νόμου: σημαντικό, αν μη τι άλλο, για την εικόνα που όφειλε να δείχνει στον ισλαμικό κόσμο. Ήταν άρα επόμενο ότι θα δοκιμάζονταν οι σχέσεις του με τους ακόμα αιρετικούς και δύσπιστους προς την κεντρική εξουσία ντερβίσηδες της οθωμανικής επαρχίας. Μέσα από τις τάξεις τους θα γεννιούνταν δυνάμεις που θα αμφισβητούσαν τους Οθωμανούς. Πολύ νωρίς, στα πρώτα ακόμα βήματα της Αυτοκρατορίας, είχε ήδη φανεί πόσο μεγάλη απειλή μπορούσαν να γίνουν, π.χ. με την εξέγερση του Σεΐχη Μπεντρεντίν.

Δεν πρέπει φυσικά να θεωρήσουμε ότι όλα τα θρησκευτικά τάγματα μετατράπηκαν ξαφνικά από στήριγμα σε απειλή για τους Οθωμανούς. Αυτό που θα περιέγραφε καλύτερα την κατάσταση, είναι ίσως ένας διαχωρισμός των ταγμάτων σε δύο κατηγορίες: στα σχετικά πιο «ορθόδοξα» και φιλικά προς την οθωμανική εξουσία, όπως οι Νακσιμπεντήδες ή οι Χαλβετήδες, και στα ακραία ετερόδοξα με αντιεξουσιαστικές τάσεις, τα οποία οι Οθωμανοί θεώρησαν ως επικίνδυνα και καταπίεζαν σκληρά, π.χ. οι Χουρουφήδες ή οι Χαμζαβήδες. Υπήρχαν φυσικά και ενδιάμεσες περιπτώσεις, όπου η ετεροδοξία ηταν μεν εμφανής, αλλά όσο η οθωμανική εξουσία δεν τα έκρινε ως ευθέως απειλητικά, τα ανεχόταν – σε κάποιο βαθμό μάλιστα διαπλεκόταν μαζί τους.

Οι Μπεκτασήδες, η περίπτωση που μας ενδιαφέρει περισσότερο, είναι μια απ’ αυτές. Από τη μια, η απόκλιση από τη σουνιτική «ορθοδοξία» μοιάζει ξεκάθαρη: η δική τους ερμηνεία του Ισλάμ ήταν εσωτερική και μυστικιστική, ενσωματώνοντας στοιχεία από τη χριστιανική, την τουρκική σαμανιστική και άλλες παραδόσεις. Η συμπάθεια προς τις άλλες θρησκείες και η αδιαφορία για τους τύπους, επομένως και για πολλούς κανόνες και απαγορεύσεις (π.χ. αυτή του αλκοόλ: οι Μπεκτασήδες χρησιμοποιούσαν κρασί ακόμα και στις τελετές τους), ήταν χαρακτηριστικά που μάλλον έκαναν τη δική τους εκδοχή του Ισλάμ πιο ελκυστική για τους (πρώην ή ακόμα) χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων. Τους βοήθησαν να αποκτήσουν ρίζες στη νότια Βαλκανική, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Αλβανία, η Μακεδονία, η νότια Βουλγαρία, η κεντρική Ελλάδα και η Κρήτη.

Ο εξωτερικός τοίχος του δυτικού τουρμπέ στον τεκέ της Ασπρόγειας είναι ένα δείγμα του μπεκτασίδικου συγκρητισμού: σύμβολα χριστιανικά (σταυροί, εικόνες της Παναγίας και του Αγίου Γεωργίου) συνδυάζονται με σύμβολα του σιιτικού Ισλάμ (εικόνες του Αλή και των Δώδεκα Ιμάμηδων) και οθωμανική επιγραφή πάνω από την είσοδο.

Η διακόσμηση της πύλης του νεκροταφείου είναι επίσης χαρακτηριστική. Από αριστερά προς τα δεξιά: ο Αλή, οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ (με ελληνικές επιγραφές), ο Χατζή Μπεκτάς Βελή και (πιθανότατα) ο Σεΐτ Μπαμπάς.

Το επίσημο οθωμανικό (σουνιτικό) ιερατείο δεν μπορούσε παρά να βλέπει τους Μπεκτασήδες με πολλή καχυποψία. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα, αυτοί κατάφεραν να διατηρήσουν την επιρροή τους στην Αυτοκρατορία. Ιδιαίτερα το σώμα των γενίτσαρων ήταν στενά δεμένο μαζί τους και στην ουσία λειτουργούσε και σαν προστάτης του τάγματος. Πιθανόν αυτή η σύνδεση να μην είναι άσχετη με τη χριστιανική καταγωγή των γενίτσαρων, η οποία έκανε το μπεκτασίδικο Ισλάμ πιο κοντινό σε αυτούς.

Τάγματα και τεκέδες στη Θεσσαλία

Ας δούμε τώρα με περισσότερη λεπτομέρεια την περιοχή που βρίσκεται ο τεκές και άρα μας ενδιαφέρει περισσότερο: τη Θεσσαλία. Οι πρώτοι ντερβίσηδες έφτασαν πιθανόν ήδη στις αρχές του 14ου αιώνα. Η μαζική εγκατάστασή τους συνδέεται όμως με την οθωμανική κατάκτηση, στα τέλη του 14ου με αρχές του 15ου αιώνα. Η Θεσσαλία θεωρούνταν τότε από τους Οθωμανούς ως ακριτική περιοχή. Οι ντερβίσηδες ήταν χρήσιμοι απ’ αυτήν την άποψη, αφού λειτουργούσαν και ως φύλακες-ακρίτες, διαμεσολαβώντας ταυτόχρονα ανάμεσα στην οθωμανική διοίκηση και τον ντόπιο χριστιανικό πληθυσμό. Επίσης, έπαιξαν ρόλο στον εποικισμό (βοηθώντας την εγκατάσταση των νεοαφιχθέντων πληθυσμών από τη Μικρά Ασία), αλλά ίσως και στον μερικό εξισλαμισμό της περιοχής – έστω με το δικό τους πολύ ιδιαίτερο τρόπο.

Στα μέσα του 17ου αιώνα, καταγράφονται ήδη πάνω από 30 τεκέδες στο θεσσαλικό χώρο, οι οποίοι ανήκουν κυρίως στους Μπεκτασήδες και τους Μεβλεβήδες. Από εκείνο το σημείο και μετά, η τάση είναι να επικρατούν οι Μπεκτασήδες, ειδικά στην ύπαιθρο. Στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα, το τάγμα ενισχύθηκε και λόγω της κυριαρχίας του Αλή Πασά, του οποίου η συμπάθεια προς τους Μπεκτασήδες είναι γνωστή. Μόνο μετά το 1826 και τη διάλυση του σώματος των Γενίτσαρων θα μειωθεί  κάπως η επιρροή του τάγματος.

Οι τεκέδες είχαν ως αποστολή τους, μεταξύ άλλων, την παροχή βοήθειας σε άπορους και ασθενείς, καθώς και διαμονής σε ταξιδιώτες. Οι παροχές τους αφορούσαν πολλές φορές και το μη μουσουλμανικό πληθυσμό. Για να καλύπτουν τα έξοδα, δέχονταν προσφορές από ιδιώτες, είτε σε χρήμα είτε σε εδάφη (το τελευταίο γινόταν συχνά από τους χωρικούς και λόγω της προστασίας από τη φορολογία που εξασφάλιζαν, αφού με το να περάσει η γη στην ιδιοκτησία του τεκέ αναγνωριζόταν ως βακουφική). Από τη μεριά τους, οι τεκέδες μπορούσαν οι ίδιοι να δανείζουν λεφτά σε ιδιώτες και κοινότητες π.χ. για αποπληρωμή χρεών, να αγοράζουν εργαστήρια και καταστήματα και να οργανώνουν συσσίτια για φτωχούς.

Ένας από τους τεκέδες ήταν κι αυτός του Ντουρμπαλή Σουλτάν. Η τοποθεσία του ήταν στρατηγικά επιλεγμένη, σε σημείο-πέρασμα από τον θεσσαλικό κάμπο στη Ρούμελη. Η περιοχή των Φαρσάλων είχε γενικά μεγάλο μουσουλμανικό πληθυσμό, κατά ένα σημαντικό ποσοστό απόγονους εποίκων από τη Μικρά Ασία: πιθανόν η ετερόδοξη λαϊκή τους παράδοση τους έφερε πιο κοντά στην μπεκτασίδικη εκδοχή του Ισλάμ (μια εναπομείνουσα μικρή κοινότητα κατοικούσε στην περιοχή μέχρι και την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, το 1923). Τον 18ο αιώνα ο τεκές εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο του Μπεκτασισμού για όλη την Αυτοκρατορία, πράγμα που τον βοήθησε να αποκτήσει και οικονομική ευμάρεια. Είχε στην κατοχή του τα τσιφλίκια του Ιρενί και του Αρντουάν (Ελευθεροχωρίου), δηλαδή μια συνολική έκταση 32.000 στρεμμάτων.

Η τοποθεσία του τεκέ πάνω στους λόφους του προσφέρει θέα στον κάμπο  (ένα μεγάλο μέρος του οποίου ανήκε στον τεκέ) και έλεγχο του περάσματος.

Όταν το 1881 η Θεσσαλία προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος, δόθηκε η δυνατότητα στους Μουσουλμάνους να παραμείνουν, θεωρητικά με εγγυημένα τα πολιτιστικά και θρησκευτικά τους δικαιώματα. Παρ’ όλα αυτά, στα επόμενα χρόνια οι περισσότεροι προτίμησαν να μεταναστεύσουν. Από τους περίπου 40.000 Μουσουλμάνους, στην απογραφή του 1907 είχαν απομείνει μόνο 2.795. Με την ανταλλαγή πληθυσμών το 1924, έφυγαν και οι περισσότεροι απ’ αυτούς. Η συνέπεια ήταν να πέσουν αναγκαστικά οι περισσότεροι τεκέδες σε αχρηστία.

Ένας αλβανικός τεκές στα Φάρσαλα

Αν και οι πρώτοι μπαμπάδες του τεκέ Ντουρμπαλή Σουλτάν κατάγονταν από διάφορες μεριές της Αυτοκρατορίας, είναι αξιοσημείωτο ότι από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά τόσο οι ηγούμενοι όσο και οι απλοί ντερβίσηδες είναι κυρίως αλβανόφωνοι. Πιθανόν αυτό να έχει σχέση με μια γενικότερη τάση «αλβανοποίησης» του τάγματος των Μπεκτασήδων, τουλάχιστον στα νότια Βαλκάνια.

Στο δυτικό τουρμπέ του τεκέ υπάρχει και αυτή η λίστα με όλους τους μπαμπάδες που υπηρέτησαν ως ηγούμενοι, μαζί με την καταγωγή τους.

Η αλβανοποίηση έμελλε τελικά να αποδειχτεί χρήσιμη για τον τεκέ: τον βοήθησε να γλυτώσει το προσωπικό του από την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών (από την οποία γενικά εξαιρέθηκαν πολλοί Αλβανοί Μουσουλμάνοι) και επομένως να γλυτώσει και ο ίδιος (προσωρινά) τη μοίρα της εγκατάλειψης. Επίσης, τον βοήθησαν και οι εξωτερικές εξελίξεις: με τη γενική απαγόρευση των θρησκευτικών ταγμάτων στην Τουρκία από τον Ατατούρκ, οι Μπεκτασήδες μετέφεραν την έδρα τους στα Τίρανα. Ο τεκές μπορούσε έτσι να αναγνωρίσει ως πνευματικό ηγέτη τον Αρχιμπαμπά της Αλβανίας, αποφεύγοντας τη σύνδεση με την Τουρκία. Ντόπιοι πιστοί του Μπεκτασισμού μπορεί να μην υπήρχαν πλέον, οι σχέσεις όμως με τους Χριστιανούς αγρότες (στους οποίους ο τεκές προσέφερε και εργασία, τουλάχιστον όσο διατηρούσε  την ευμάρειά του) ήταν καλές, όπως και αυτές με τους τοπικούς εκπρόσωπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο τεκές συνέχισε να λειτουργεί χωρίς πολλά προβλήματα μέχρι και τον Εμφύλιο.

Τότε ήταν όμως που η «αλβανική σύνδεση» μετατράπηκε ξαφνικά σε μειονέκτημα, αφού η Ελλάδα βρέθηκε πλέον επίσημα σε εμπόλεμο καθεστώς με την κομμουνιστική Αλβανία. Ακριβώς για να αποφύγουν τη σύνδεση με το καθεστώς του Χότζα σε μια άκρως αντικομμουνιστική Ελλάδα, οι μικρές κοινότητες Μπεκτασήδων στη Θεσσαλία και τη Θεσσαλονίκη αποφάσισαν να αναγνωρίσουν τον Αρχιμπαμπά του Καΐρου ως πνευματικό τους ηγέτη. Αυτός με τη σειρά του όρισε τον (τελευταίο, όπως έμελλε να αποδειχθεί) ηγούμενο του τεκέ, Σεΐτ Μπαμπά, ως τον εκπρόσωπο της μπεκτασίδικης κοινότητας στην Ελλάδα.

Η κίνηση αυτή τελικά δεν πέτυχε το στόχο της, δηλαδή να εμποδίσει το ελληνικό κράτος από το να θεωρήσει τον τεκέ ως αλβανική και επομένως ως εχθρική περιουσία. Ως τέτοια τέθηκε το 1960 υπό κατάσχεση, μαζί με τα χωράφια και τα αιγοπρόβατα που του είχαν απομείνει (ήδη μερικά χρόνια πριν, ένα μεγάλο μέρος της ακίνητης περιουσίας του τεκέ είχε απαλλοτριωθεί και μοιραστεί στους αγρότες της περιοχής).  Αυτό αναπόφευκτα οδήγησε και στην παρακμή του τεκέ, αφού οι πόροι που παρείχε το ελληνικό κράτος ήταν αρκετοί μεν για να ζει ο Σεΐτ Μπαμπάς (άλλοι ντερβίσηδες δεν υπήρχαν πλέον), όχι όμως για τη συντήρηση του χώρου. Μετά τον θάνατο του Μπαμπά το 1972, κανείς δεν τον αντικατέστησε και τα κτίρια του τεκέ έμειναν εκεί να ερημώνουν.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1977, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το εμπόλεμο καθεστώς με την Αλβανία ντε φάκτο δεν ισχύει πια, επομένως ούτε και το καθεστώς κατάσχεσης. Από τότε, το ζήτημα της ιδιοκτησίας του τεκέ παραμένει, όπως φαίνεται, άλυτο. Τα ίδια τα κτίρια του τεκέ κηρύχθηκαν το 1981 ως ιστορικά μνημεία, χωρίς όμως να γίνουν έργα για  τη συντήρησή τους. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο χώρος έπεσε θύμα κλοπών, σύλησης των τάφων (κάποιοι μάλλον έλπιζαν να βρουν αντικείμενα αξίας, λόγω της φήμης του πλούτου των ντερβίσηδων), ακόμα και – με βάση κάποιες αναφορές – εθνικιστικών επιθέσεων.

Στη δεκαετία του ’90, η Ιστορία του τεκέ θα γνώριζε μια ακόμα εντυπωσιακή εξέλιξη. Ανάμεσα στους πολλούς Αλβανούς μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα, ήταν και κάποιοι πιστοί των Μπεκτασήδων. Μερικοί απ’ αυτούς (αρκετοί εκ των οποίων προέρχονταν όπως φαίνεται από το χωριό Λέσκοβικ της νότιας Αλβανίας, το οποίο για κάποιους λόγους συνδέεται ιστορικά με τον τεκέ) ανακάλυψαν πάλι τον χώρο του τεκέ. Από τότε, Αλβανοί μπεκτασίδικης θρησκευτικής κατεύθυνσης προσέρχονται εκεί τακτικά απ’ όλη την Ελλάδα για τις θρησκευτικές τους γιορτές. Θεώρησαν μάλιστα καθήκον τους να κάνουν κάποιες επισκευές των κτιρίων και των τάφων – χωρίς άδεια από τις τοπικές αρχές.

Η κεντρική είσοδος του τεκέ με τις επιγραφές στα αλβανικά δείχνει ότι η «αλβανικότητα» του χώρου διατηρείται και σήμερα.

Το μέλλον του τεκέ είναι αβέβαιο, ιδιαίτερα όσο δεν ξεκαθαρίζεται το καθεστώς ιδιοκτησίας του. Είναι πάντως ενθαρρυντικό, ότι τόσο οι τοπικές αρχές όσο και κάποιοι πιστοί δείχνουν τα τελευταία χρόνια ένα ενδιαφέρον, έστω και αν δεν έχουν βρει ακόμα μια ισορροπία στις σχέσεις τους. Μια από τις σκέψεις που γίνονται στο Δήμο Φαρσάλων είναι να αναστηλωθεί ο τεκές και να στεγάσει ένα διεθνές κέντρο μελέτης των βαλκανικών λαών και θρησκειών των τελευταίων πέντε αιώνων. Αν μια τέτοια χρήση μπορεί να συνδυαστεί και με τη λειτουργία ως  ζωντανός θρησκευτικός-πολιτιστικός χώρος (την οποία προφανώς ακόμα διατηρεί, όπως είδαμε και με τα μάτια μας), θα ήταν κάτι που θα ταίριαζε στην Ιστορία του. Ο Μπεκτασισμός έτσι κι αλλιώς είναι μια παράδοση που πάντα πετύχαινε να αφομοιώνει και να συνδυάζει πολλά διαφορετικά θρησκευτικά και πολιτισμικά στοιχεία της Βαλκανικής.

Ο τεκές του Ντουρμπαλή Σουλτάν είναι από τα λίγα στοιχεία που απέμειναν για να μαρτυρούν ένα παρελθόν όχι μόνο θρησκευτικής ποικιλίας, αλλά και αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις θρησκείες της περιοχής – ένα παρελθόν που σήμερα μοιάζει πολύ μακρινό. Τώρα που αναγκαστικά λόγω της μετανάστευσης τίθεται ξανά το θέμα της πολυπολιτισμικότητας, έχει ίσως ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με αυτά τα κάπως ξεχασμένα κομμάτια της Ιστορίας μας.


Πηγές:

 

Πειρατες και κουρσαροι στο Αιγαιο

Κλασσικό

Πολλοί σήμερα, είτε στην Ελλάδα είτε (ακόμα περισσότερο) στο εξωτερικό, συνδέουν το Αιγαίο με εικόνες από παραλίες και διακοπές. Δύσκολα φαντάζονται πως μέχρι πριν δύο αιώνες ήταν μια θάλασσα γεμάτη κινδύνους – και όχι μόνο φυσικούς. Τόσο οι ταξιδιώτες όσο και οι ίδιοι οι κάτοικοι των ακτών του, ζούσαν μόνιμα υπό την απειλή των πειρατικών επιθέσεων.

Οι κλοπές και οι λεηλασίες δεν ήταν το μόνο πράγμα που είχαν να φοβούνται από τέτοιες επιθέσεις. Για τους πειρατές, οι ίδιοι οι άνθρωποι ήταν συχνά η πιο σημαντική και κερδοφόρα λεία. Μπορούσαν να αξιοποιηθούν με πολλούς τρόπους: προς πώληση στα σκλαβοπάζαρα των μεσογειακών λιμανιών, ως κωπηλάτες για τα πειρατικά καράβια, αλλά και για είσπραξη λύτρων, στην περίπτωση που οι αιχμάλωτοι προέρχονταν από πλούσια οικογένεια.

Το Αιγαίο ήταν μια θάλασσα που την λυμαίνονταν οι πειρατές ήδη από την Αρχαιότητα. Οι πρώτοι που κατάφεραν να πατάξουν την πειρατεία ήταν οι Ρωμαίοι. Η Ανατολική Μεσόγειος, η οποία έμεινε υπό τον έλεγχο της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, θα παρέμενε για αρκετούς αιώνες μια σχετικά ασφαλής θάλασσα, σε αντίθεση με τη Δυτική. Αργότερα όμως, όταν οι Βυζαντινοί αποδυναμώθηκαν και έπρεπε να μοιραστούν τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου με δυνάμεις όπως οι Άραβες, οι Λατίνοι, ή οι Τούρκοι, η πειρατεία θα επανεμφανιζόταν δυναμικά και εκεί – και θα επιβίωνε μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Πειρατεία και γεωγραφία

Η γεωγραφία του Αιγαίου, με τον πλούτο σε περάσματα, μικρά νησιά και μικρούς και απρόσιτους όρμους με σπηλιές, κατάλληλους ως καταφύγιο, ευνοούσε έτσι κι αλλιώς την πειρατεία. Δεν είναι παράξενο που αυτή η «τέχνη» αναπτύχθηκε στο Αιγαίο ήδη από την Αρχαιότητα.

Η περιοχή Σαρακίνικο στην Μήλο είναι μια από τις πολλές στο Αιγαίο με παρόμοιο όνομα, μάρτυρας της παλιότερης χρήσης ως κρυψώνα πειρατών. http://www.iefimerida.gr/news/190047/amerikanida-dimosiografos-me-skista-matia-xetrelameni-me-ti-hora-mas-oi-5-theikes

Η περιοχή Σαρακίνικο στην Μήλο είναι μια από τις πολλές στο Αιγαίο με παρόμοιο όνομα, μάρτυρας της παλιότερης χρήσης ως κρυψώνα πειρατών.
Πηγή εικόνας

Όπως η γεωγραφία ευνόησε την ανάπτυξη της πειρατείας, με τη σειρά της η τελευταία θα επιδρούσε πάνω στην ανθρωπογεωγραφία του Αιγαίου. Ο κίνδυνος από τους πειρατές είναι ίσως και ο κύριος λόγος που πολλοί οικισμοί, συχνά και οι ίδιες οι Χώρες των νησιών, δεν είναι παραθαλάσσιοι, αλλά βρίσκονται στην ενδοχώρα: σε τοποθεσίες με φυσική οχύρωση, με δυνατότητες εποπτείας των θαλασσινών περασμάτων, σχετικά δύσκολα προσβάσιμες από τους πειρατές και, όσο αυτό ήταν δυνατόν, «κρυμμένες» απ’ αυτούς.

Οι επιδρομές στο τέλος του Μεσαίωνα είχαν αναγκάσει τον πληθυσμό της Καλύμνου να εγκαταλείψει τους παράλιους οικισμούς, είτε μεταναστεύοντας, είτε με την απομάκρυνση στα βουνά. Το Μεγάλο Κάστρο της Χώρας (διακρίνεται πάνω δεξιά), το οποίο είχε κτιστεί από τους Βυζαντινούς, επισκευάστηκε από τους Ιωαννίτες και έγινε από τον 16ο αιώνα η πρωτεύουσα και το οικιστικό κέντρο του νησιού (με γύρω στους 1000 κατοίκους), εκμεταλλευόμενο την σπάνια ιδανική του θέση, πάνω σε βράχο στην μέση της κεντρικής κοιλάδας του νησιού. Η τοποθεσία αυτή το έκανε εξαιρετικά δυσπρόσιτο και σχεδόν αόρατο από την ανοικτή θάλασσα, συνδυάζοντας ταυτόχρονα την εποπτεία των λιμανιών του νησιού. Αμφιθεατρικά στους πρόποδες του κάστρου αναπτύχθηκε στους επόμενους αιώνες και η Χώρα της Καλύμνου, η οποία φαίνεται στην εικόνα.

Ίος Χώρα

Η Χώρα της Ίου (αριστερά) βρίσκεται κι αυτή σε υψόμετρο και σε κάποια απόσταση από το λιμάνι, κάτι που προφανώς έχει σχέση και με την προστασία από πειρατές. Το 1558 είχε δεχτεί την επίθεση τουρκικών πειρατικών, που λεηλάτησαν το νησί και πούλησαν τους κατοίκους σε σκλαβοπάζαρα: η Ίος θα παρέμενε ερημωμένη για περίπου μια εικοσαετία, πριν εποικιστεί ξανά.

Το να πούμε όμως ότι η σχέση του πληθυσμού του Αιγαίου με τους πειρατές ήταν γενικά αρνητική, θα ήταν υπεραπλούστευση. Πολλές ακτές του Αιγαίου έπαιξαν για κάποια περίοδο το ρόλο τους ως λημέρια των πειρατών. Οι τελευταίοι βασίζονταν στη βοήθεια των χωρικών από πολλές απόψεις, π.χ. για την παροχή πληροφοριών, προμηθειών ή καταφυγίου. Άρχοντες, επίσκοποι, ακόμα και μοναχοί στα νησιά, μπορεί να συνδέονταν έμμεσα με πειρατικές δραστηριότητες. Και φυσικά, δεν έλειπε και η άμεση συμμετοχή πολλών από τους ίδιους τους νησιώτες στις επιδρομές σε πλοία, στο Αιγαίο και αλλού.

Επομένως, η πειρατεία δεν ήταν απλά μια μάστιγα, αλλά και σημαντικό κομμάτι της οικονομίας του Αιγαίου. Σε κάποιες περιοχές λειτούργησε εντελώς αντίστροφα από ό,τι αλλού, βοηθώντας  στην ανάπτυξη παραθαλάσσιων οικισμών, ως τόπων εμπορίου της πειρατικής λείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα νησιού που κατά την Τουρκοκρατία ανέπτυξε μια σχέση αλληλεξάρτησης με την πειρατεία ήταν η Μήλος: πρόσφερε στους πειρατές ασφάλεια, προμήθειες και διασκέδαση (εκεί ξεχειμώνιαζαν οι πειρατές πριν ξανοιχτούν στη θάλασσα την άνοιξη), καθώς και αγορά για τη λεία τους, ενώ το νησί γνώρισε μια οικονομική άνθηση χάρη σε αυτό το εμπόριο. Και άλλα νησιά, όπως η Ίος, η Κίμωλος, και η Αστυπάλαια έγιναν την ίδια περίοδο βάσεις των πειρατών, σε συμβίωση με τους κάτοικους, ενώ άλλα όπως π.χ. οι Φούρνοι αξιοποιούνταν ως ενέδρες.

Ίος Όρμοι

Η παρουσία πολλών μικρών όρμων στην Ίο ίσως να έπαιξε ρόλο στο να γίνει το νησί καταφύγιο πειρατών στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Πάντως, στα οθωμανικά χρόνια τα μεγάλα κέντρα προέλευσης της πειρατείας βρίσκονταν εκτός Αιγαίου: στα κράτη της Μπαρμπαριάς (Αλγέρι, Τύνιδα, Τρίπολη), στη Μάλτα, στο Λιβόρνο. Μια πιο κοντινή περιοχή, που επίσης αναδείχτηκε σε πειρατομάνα, ήταν η Μάνη. Η γεωγραφία της, τα άγονα εδάφη με τη μικρή γεωργική παραγωγή, η σχετική απομόνωση, έσπρωχναν τους κατοίκους της προς αυτόν τον τρόπο εξασφάλισης της επιβίωσής τους. Η σημασία της πειρατείας για τη μανιάτικη οικονομία έγινε τόσο μεγάλη, που ακόμα και οι ίδιοι οι μπέηδες (δηλαδή οι Χριστιανοί ηγεμόνες, που διοικούσαν την ημιαυτόνομη Μάνη με την έγκριση των Οθωμανών) κατηγορούνταν συχνά ότι είχαν ανάμιξη σ’ αυτήν.

Το Οίτυλο στη Μάνη είναι σήμερα ένα μικρό χωριό, παλιά όμως κάποιο το έλεγαν και

Το Οίτυλο στη Μάνη είναι σήμερα ένα μικρό χωριό, παλιά όμως το έλεγαν και «Μεγάλο Αλγέρι»: το όνομα αυτό παρέπεμπε στη λειτουργία αγοράς για την λεία της μανιάτικης πειρατείας, συμπεριλαμβανομένου και σκλαβοπάζαρου.
Πηγή εικόνας

Πειρατεία και κρατική εξουσία

Η σχέση της πειρατείας με την κρατική εξουσία είναι πολύ παλιά. Ήδη από την αρχαιότητα ο Ηρόδοτος περιγράφει π.χ. την πειρατική δράση του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη, ενώ υπάρχουν αναφορές και για πειρατικές ενέργειες για λογαριασμό της Αθήνας.

Στη νεώτερη εποχή, η σχέση με τις κρατικές αρχές εκφράζεται πλέον και με τη διάκριση ανάμεσα σε «πειρατές» και «κουρσάρους». Οι απλοί πειρατές ήταν αυτοί που δρούσαν μόνο για δικό τους λογαριασμό, έχοντας αποκλειστικά το δικό τους κέρδος ως στόχο: ήταν, ας πούμε, ελεύθεροι επαγγελματίες. Αντίθετα, κουρσάροι λέγονταν όσοι λειτουργούσαν υπό την κάλυψη και για λογαριασμό μιας κρατικής δύναμης, επιτιθέμενοι μόνο στα εχθρικά σ’ αυτήν πλοία. Συχνά αυτό γινόταν και με περίπου επίσημο τρόπο, με σύναψη συμβολαίων κ.λπ: ήταν δηλαδή νόμιμοι, τουλάχιστον από την οπτική γωνία του κράτους που τους κάλυπτε.

Εκτός από τη σημασία του κούρσους σε καιρό πολέμου, υπήρχαν στη Μεσόγειο και κρατικά μορφώματα, για τα οποία η πειρατεία ήταν η βάση της οικονομίας τους, όπως οι ηγεμονίες της Μπαρμπαριάς ή η Μάλτα. Τέτοια παραδείγματα δείχνουν ότι και τα όρια ανάμεσα στην πειρατεία και το κούρσος δεν ήταν σαφή: οι Μπερμπερίνοι ήταν π.χ. κουρσάροι, από την άποψη ότι δρούσαν για λογαριασμό των τοπικών ηγεμόνων της Μπαρμπαριάς. Αν όμως λάβουμε υπόψη ότι αυτές οι ηγεμονίες τέθηκαν αργότερα υπό οθωμανική κυριαρχία, πρέπει να τους δούμε ως πειρατές, τουλάχιστον όσο η δράση τους δεν εγκρινόταν από την Υψηλή Πύλη.

Τα κράτη της Μπαρπαριάς στη Βόρεια Αφρικής. https://www.flickr.com/photos/walkingsf/7094705733

Τα κράτη της Μπαρμπαριάς στη Βόρεια Αφρική.
Πηγή εικόνας

Όσο το Αιγαίο ήταν χώρος ανταγωνισμού ανάμεσα σε πολλές δυνάμεις (Λατίνους, Βυζαντινούς, Τούρκους, Μπερμπερίνους), ήταν κατά συνέπεια και χώρος ανταγωνισμού ανάμεσα στους κουρσάρους που τις υπηρετούσαν. Ταυτόχρονα, δρούσαν και πολλοί ανεξάρτητοι πειρατές, όλων των πιθανών εθνο-θρησκευτικών προελεύσεων. Αυτή ήταν γενικά μια χρυσή περίοδος για την πειρατεία, και ιδιαίτερα επικίνδυνη για τους κατοίκους ή ταξιδιώτες του Αιγαίου.

O Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (το άγαλμα βρίσκεται στην περιοχή Μπεσίκτας στην Κωνσταντινούπολη) είναι ένα κλασικό παράδειγμα για κάποιον που έφτασε να γίνει από τοπικός πειρατής σε οθωμανό ήρωα. Γεννήθηκε στη Λέσβο ως Χριστιανός αλλά προσχώρησε στο Ισλάμ. Αφού έγινε γνωστός πειρατής, μετέφερα την έδρα του στην Τύνιδα, όπου έγινε ο τρόμος των πλοίων της Μεσογείου. Από το 1518 προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Οθωμανό Σουλτάνο, φτάνοντας μέχρι και τον τίτλο του

O Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (άγαλμα στην Κωνσταντινούπολη) είναι κλασικό παράδειγμα για κάποιον που εξελίχθηκε από τοπικό πειρατή σε Οθωμανό ήρωα. Γεννήθηκε στη Λέσβο ως Χριστιανός αλλά προσχώρησε στο Ισλάμ. Αφού έγινε γνωστός πειρατής, μετέφερε την έδρα του στην Τύνιδα. Από το 1518 προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Οθωμανό Σουλτάνο, φτάνοντας μέχρι και τον τίτλο του καπουντάν πασά.
Πηγή εικόνας

Όταν αργότερα το Αιγαίο μετατράπηκε, τυπικά τουλάχιστον, σε οθωμανική λίμνη, ήταν επόμενο ότι οι Οθωμανοί θα προσπαθούσαν να περιορίσουν την πειρατεία, ιδιαίτερα αφού μέσω των διάφορων συμφωνιών που είχαν κάνει με ευρωπαϊκές δυνάμεις όφειλαν να ενδιαφέρονται και για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των τελευταίων. Δεν ήταν όμως εύκολη υπόθεση: το Αιγαίο ήταν ευνοϊκό για τους πειρατές, όχι μόνο επειδή πρόσφερε εύκολα καταφύγια, αλλά και γιατί από εκεί περνούσαν αναγκαστικά όλα τα πλοία που αναλάμβαναν το εμπόριο της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης και άλλων σημαντικών οθωμανικών κέντρων με την υπόλοιπη Μεσόγειο.

Ποτέ οι Οθωμανοί δεν θα κατάφερναν να ελέγξουν εντελώς την πειρατεία. Στην ουσία, μοιράζονταν με τους πειρατές την εξουσία πάνω στους τοπικούς πληθυσμούς, ιδιαίτερα στα νησιά που λειτουργούσαν ως πειρατικές βάσεις. Χαρακτηριστικό επεισόδιο για το κύρος που μπορεί να απολάμβαναν οι πειρατές, αλλά και για το θράσος τους απέναντι στους Οθωμανούς, ήταν η ανακήρυξη του διάσημου πειρατή Ι. Καψή σε «βασιλιά» της Μήλου το 1677: η «βασιλεία» του διήρκεσε τρία χρόνια, πριν συλληφθεί και κρεμαστεί.

Πειρατεία και θρησκεία

Η σχέση πειρατείας – κρατικής εξουσίας μας φέρνει σχεδόν αυτόματα και σε έναν άλλο σημαντικό παράγοντα. Από τη στιγμή που η κρατική εξουσία ήταν στενά συνδεδεμένη με τη θρησκεία, είναι αναμενόμενο ότι θα υπήρχε και μια σχέση της πειρατείας μαζί της.

Οι Σαρακηνοί ήταν από τους πρώτους που φρόντισαν να νομιμοποιήσουν την πειρατική δράση με θρησκευτικές (ισλαμικές) αναφορές. Στην ουσία, μετέφεραν στη θάλασσα μια τακτική που εφαρμοζόταν ήδη στη στεριά, αφού από πολύ νωρίς η αραβική μουσουλμανική κοινότητα χρησιμοποίησε ληστρικές επιδρομές για να εξασφαλίσει τους πόρους για την επιβίωσή της, ντύνοντας τις με τον μανδύα του ιερού πολέμου. Όταν Άραβες πειρατές κατάφεραν να καταλάβουν την Κρήτη, ίδρυσαν εκεί εμιράτο και την χρησιμοποίησαν σαν ορμητήριο για επιδρομές στο Αιγαίο.

Εικόνα από μάχη ανάμεσα στους Σαρακηνούς της Κρήτης και τους Βυζαντινούς. Το Εμιράτο της Κρήτης έζησε από το 824/27 μέχρι το 961. Οι Σαρακηνοί ήταν αυτοί που ίδρυσαν την πόλη του Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο), κάνοντας την πρωτεύουσα του νησιού και ασφαλές ορμητήριο για την πειρατεία στο Αιγαίο. https://commons.wikimedia.org/wiki/Chapters_of_the_Madrid_Skylitzes

Εικόνα από μάχη ανάμεσα στους Κρητικούς Σαρακηνούς και τους Βυζαντινούς. Το Εμιράτο της Κρήτης έζησε από το 824/27 μέχρι το 961. Οι Σαρακηνοί ήταν αυτοί που ίδρυσαν την πόλη του Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο), κάνοντας την πρωτεύουσα του νησιού και ασφαλές πειρατικό ορμητήριο.
Πηγή εικόνας

Το παράδειγμα τους θα ακολουθούσαν μετά από κάποιους αιώνες και τα τουρκικά εμιράτα των μικρασιατικών παραλίων. Και αυτά επικαλέστηκαν θρησκευτικούς λόγους για να δικαιολογήσουν τις πειρατικές τους δραστηριότητες: η λεηλασία της ιδιοκτησίας των «απίστων» και η αιχμαλωσία τους ήταν τιμωρία για τη μη αποδοχή του Ισλάμ. Ήταν μια «τζιχάντ της θάλασσας«: ακόμα και η μοιρασιά των λαφύρων γινόταν με βάση το Κοράνι.

Το Ισλάμ όμως δεν είναι η μόνη θρησκεία που είχε το προνόμιο να συνδεθεί με την πειρατεία. Το χριστιανικό-καθολικό τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών χρησιμοποίησε ως βάση για πειρατικές επιδρομές αρχικά την Κύπρο και στη συνέχεια τη Ρόδο, την οποία μετέτρεψαν και σε έδρα του κράτους τους. Και σ’ αυτήν την περίπτωση πρόκειται στην ουσία για μεταφορά μιας τακτικής της στεριάς στη θάλασσα, αφού οι Ιωαννίτες είχαν προηγουμένως συμμετάσχει στις Σταυροφορίες. Τώρα, οι Ιωαννίτες χτυπούσαν και λήστευαν τους μουσουλμανικούς στόχους στη θάλασσα, με μια σκληρότητα που εμπνεόταν και από το θρησκευτικό τους ζήλο. Όταν υπήρχαν «αναδουλειές», λόγω της απουσίας μουσουλμανικών πλοίων, οι καθολικοί Ιωαννίτες θυμούνταν το Σχίσμα και δεν δίσταζαν να χτυπήσουν και ελληνορθόδοξους στόχους.

Οι Ιωαννίτες είχαν υπό τον έλεγχό τους κατά τον ύστερο Μεσαίωνα σχεδόν όλα τα Δωδεκάνησα. Η εικόνα είναι από το Κάστρο της Χρυσοχεριάς στην Κάλυμνο, το οποίο οι Ιωαννίτες (φαίνεται το έμβλημά τους με τον σταυρό) έκτισαν τον 15ο αιώνα.

Στα οθωμανικά χρόνια, αυτή η σύγκρουση Μουσουλμάνων και Χριστιανών πειρατών/κουρσάρων θα αποκτούσε άλλες γεωγραφικές αναφορές, εκτός Αιγαίου, χωρίς να αλλάξει όμως πολλά στην ουσία της. Οι Ιωαννίτες μετέφεραν την έδρα τους στη Μάλτα και συνέχισαν να έρχονται μέχρι το Αιγαίο και να χτυπούν στόχους που θεωρούσαν μουσουλμανικούς, δηλαδή κυρίως καράβια με οθωμανική σημαία (κάποια από τα οποία ήταν φυσικά και ελληνικά). Οι Μαλτέζοι πειρατές ήταν ο τρόμος των Μουσουλμάνων και των Εβραίων, οι οποίοι έπρεπε να πληρώνουν μεγάλα ποσά σε λύτρα για να απελευθερώνουν τους ομόθρησκους αιχμάλωτους και να τους γλυτώνουν από τη δουλεία σε Χριστιανούς – κάτι που κάποιοι το θεωρούσαν και ως ισλαμικό θρησκευτικό καθήκον (αντίστοιχα, υπήρχαν και στη Δύση χριστιανικές οργανώσεις που έβλεπαν ως αποστολή τους τη συλλογή λύτρων για την απελευθέρωση Χριστιανών αιχμαλώτων, θυμάτων της μουσουλμανικής πειρατείας: παράδειγμα είναι το τάγμα των ιπποτών Mercedarian στην Καταλονία). Είναι ενδιαφέρον πάντως, ότι τόσο οι Μουσουλμάνοι όσο και οι εβραϊκές οργανώσεις προτιμούσαν να χρησιμοποιούν Χριστιανούς ως μεσάζοντες για την εξαγορά Μουσουλμάνων και Εβραίων σκλάβων αντίστοιχα. Η επιλογή Χριστιανών γι’ αυτήν τη δουλειά είχε πολύ πρακτικούς λόγους: οποιοσδήποτε Μουσουλμάνος ή Εβραίος έφτανε στη Μάλτα για να διαπραγματευτεί, θα ρίσκαρε το να γίνει ο ίδιος σκλάβος.

Αντίστοιχα, κέντρο της μουσουλμανικής πειρατείας έγιναν τα κράτη της Μπαρμπαριάς: το Αλγέρι, η Τύνιδα και η Τρίπολη. Σε οθωμανικά έγγραφα οι Μπερμπερίνοι κουρσάροι/πειρατές αναφέρονται ως «ιεροί πολεμιστές» – τουλάχιστον εφόσον η δράση τους συμπίπτει με τα οθωμανικά συμφέροντα. Γιατί ακόμα και αυτή η σχέση δεν ήταν πάντα εύκολη, αφού δεν ήταν εντελώς ελεγχόμενοι από την οθωμανική διοίκηση.

Οι Μουσουλμάνοι και οι Καθολικοί πειρατές δεν ήταν όμως οι μόνοι που χρησιμοποιούσαν θρησκευτικές αναφορές για να «ευλογήσουν» τη δράση τους. Από την πλευρά των Ελληνορθόδοξων, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εκκλησία «Παναγία Κλεφτρίνα» στη νήσο Γραμβούσα, πειρατικό ορμητήριο στις αρχές του 19ου αιώνα, για το οποίο θα γίνει λόγος και πιο κάτω.

Η Παναγιά Κλεφτρίνα στη Γραμβούσα. http://www.kretakultur.dk/english/sights/chania%20eng/imeri%20eng/imeri%20eng.htm

Η Παναγιά Κλεφτρίνα στη Γραμβούσα.
Πηγή εικόνας

Γενικά, δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι οι Χριστιανοί ή Μουσουλμάνοι κουρσάροι/πειρατές, που ισχυρίζονταν ότι δρούσαν στο όνομα της θρησκείας τους, ήταν πάντα τόσο επιλεκτικοί στους στόχους τους. Τόσο οι Μπερμπερίνοι όσο και οι Μαλτέζοι και οι Λιβορνέζοι μπορούσαν να επιτεθούν και σε ομόθρησκούς τους. Αυτό πάντως που συνήθως δεν έκαναν στους τελευταίους, ήταν να τους σκλαβώσουν.

Πειρατεία και επανάσταση

Η αναφορά στην ελληνορθόδοξη πειρατεία μας φέρνει και σε μια άλλη διάσταση της πειρατείας στο Αιγαίο: αυτήν της αντίστασης στο κατεστημένο της εποχής, δηλαδή την οθωμανική εξουσία. Η συμπάθεια που είχαν διάφοροι νησιώτες προς τους πειρατές, παρά όσα υπέφεραν κατά καιρούς απ’ αυτούς, είναι επομένως κάτι παρόμοιο μ’ αυτήν πολλών χωρικών προς τους κλέφτες: έτσι εκφραζόταν η απόρριψη προς μια εξουσία που την θεωρούσαν άδικη απέναντί τους, και ήταν επιπλέον (στην περίπτωση της οθωμανικής) αλλόθρησκη.

Ίσως ο πρώτος κουρσάρος/πειρατής που θα περνούσε στην Ιστορία ως επαναστάτης ήταν ο Λάμπρος Κατσώνης. Γεννημένος στη Λιβαδειά το 1752, κατατάχθηκε ήδη σε ηλικία 18 ετών στο ρωσικό ναυτικό. Επέστρεψε στο Αιγαίο για να αναλάβει δράση ως κουρσάρος για λογαριασμό των Ρώσων, οι οποίοι τότε βρίσκονταν σε πόλεμο με τους Οθωμανούς. Παρακινούσε ταυτόχρονα τους κατοίκους του Αιγαίου να επαναστατήσουν εναντίον των Τούρκων – χωρίς πολλή επιτυχία.

Όταν η Ρωσία τελικά έκλεισε ειρήνη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Κατσώνης αρνήθηκε να σταματήσει τη δράση του. Έχασε έτσι τη ρωσική στήριξη και μετατράπηκε από κουρσάρο σε απλό πειρατή: με ορμητήριο το Πόρτο Κάγιο στην ημιαυτόνομη Μάνη συνέχισε για μερικά χρόνια να επιτίθεται σε οθωμανικά, αλγερίνικα και γαλλικά καράβια. Φρόντιζε όμως να δίνει και μια πολιτική διάσταση στη δράση του: αποκαλούσε τον εαυτό του «απελευθερωτή της Ελλάδας» και συνέταξε το δικό του Μανιφέστο.

Η σημαία του Λάμπρου Κατσώνη, όταν πλέον δρούσε αυτόνομα από το Πόρτο Κάγιο της Μάνης. http://www.mixanitouxronou.gr/lampros-katsonis-o-thrilikos-thalassomachos-pou-egine-piratis-kalouse-tous-ellines-na-min-plironoun-forous-ke-perase-ta-plia-tou-pano-apo-ti-steria-gia-na-xefigi-ap-tous-tourkous-sti-tzia/

Η σημαία του Λάμπρου Κατσώνη, «Πρίγκηπα της Μάνης και Ελευθερωτή της Ελλάδας», όταν πλέον δρούσε αυτόνομα.
Πηγή εικόνας

Στα χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση, το Αιγαίο γνώρισε μια έξαρση της πειρατείας, η οποία δεν ήταν άσχετη με την αύξηση της ανεργίας, λόγω της κρίσης στο ναυτιλιακό κλάδο από το 1815. Όπως αντίστοιχα με τους κλέφτες στη στεριά, η εμπειρία των πειρατών στα όπλα και στις ναυτικές μάχες θα αποδεικνυόταν χρήσιμη στην Επανάσταση και δεν είναι τυχαίο που πολλοί επαναστάτες είχαν πίσω τους (και) πειρατική καριέρα: από τους Μαυρομιχαλαίους και τους Μαντούβαλους ως και τον ίδιο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Μπορεί η εξέλιξη των πειρατών σε επαναστάτες να ήταν κάτι σχετικά φυσιολογικό για την εποχή. Δεν σημαίνει όμως ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει και στην ανάποδη κατεύθυνση. Ένα κλασικό παράδειγμα (ανάμεσα σε πολλά) είναι η κοινότητα της Γραμβούσας, μιας μικρής νησίδας λίγο έξω από τον Κίσσαμο της Κρήτης. Το 1826 μια μερίδα επαναστατημένων Κρητών κατέφυγε εκεί για να ξεφύγουν από τους Οθωμανούς. Ανίκανοι να επιβιώσουν με άλλο τρόπο, κατέφυγαν στην πειρατεία και απέκτησαν ιδιαίτερα κακή φήμη.

Γενικά, οι σκληρές οικονομικές συνθήκες αυτής της εμπόλεμης περιόδου οδήγησαν ακόμα περισσότερους προς τη ληστεία και την πειρατεία. Χωρίς να έχουν την πολυτέλεια να χτυπούν μόνο οθωμανικά καράβια, οι πειρατές έβαζαν στο στόχαστρο τους και ελληνικά πλοία, αλλά και πλοία διάφορων ευρωπαϊκών δυνάμεων (συχνά με την ανοχή των τοπικών επαναστατικών αρχών, που συμμετείχαν στα κέρδη από τέτοιες δραστηριότητες), αυτών δηλαδή από τις οποίες το νεοσύστατο ελληνικό κρατίδιο ήταν πλήρως εξαρτημένο. Η ελληνική κυβέρνηση θα βρισκόταν άρα σύντομα αναγκασμένη να δράσει.

Το τέλος

Το φαινόμενο της πειρατείας στο Αιγαίο έχει, όπως φάνηκε πιο πάνω, κοινά με αυτό της ληστείας στην ηπειρωτική Ελλάδα. Αν όμως η δεύτερη αφορούσε κυρίως τους τοπικούς πληθυσμούς και ενοχλούσε ελάχιστα τις ευρωπαϊκές δυνάμεις (τουλάχιστον μέχρι τη γνωστή σφαγή στο Δήλεσι το 1870), δεν συνέβαινε το ίδιο και με την πρώτη, που εμπόδιζε το διεθνές εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα. Αυτός ήταν μάλλον και ο λόγος που τελικά η πειρατεία εξαλείφθηκε πιο γρήγορα και αποτελεσματικά.

Με το που ήρθε στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Καποδίστριας έδειξε ότι ήταν αποφασισμένος να αντιμετωπίσει πραγματικά αυτό το πρόβλημα, σε αντίθεση με τις προηγούμενες επαναστατικές διοικήσεις. Για να πετύχει τον σκοπό του, ανέθεσε τη δουλειά σε κάποιον που ήταν ο ίδιος πρώην πειρατής και ήξερε από πρώτο χέρι τις μεθόδους και τη νοοτροπία τους: τον Ανδρέα Μιαούλη.

Ο Ανδρέας Μιαούλης (1769-1835) γεννήθηκε στην Ύδρα και δραστηριοποιήθηκε ήδη νέος ως πειρατής στην Αίγυπτο, προτού επιστέψει στην πατρίδα του για να γίνει έμπορος. Στην Ελληνική Επανάσταση ήταν ο αρχηγός του υδραίικου στόλου, με πολλές επιτυχίες εναντίον των Τούρκων. Το 1827 ο Καποδίστριας του ανέθεσε την εκκαθάριση του Αιγαίου από τους πειρατές, αποστολή στην οποία επίσης πέτυχε - αν και στη συνέχεια προσχώρησε στην αντικαποδιστριακή παράταξη. http://www.mixanitouxronou.gr/andreas-miaoulis-o-thrilikos-thalassomachos-tou-21-diaspouse-tous-vretanikous-apoklismous-nikise-epanillimmena-tous-tourkous-exalipse-tous-pirates-omos-to-telos-tis-zois-tou-simadeftike-apo-mia/

Ο Ανδρέας Μιαούλης (1769-1835) γεννήθηκε στην Ύδρα και δραστηριοποιήθηκε ήδη νέος ως πειρατής στην Αίγυπτο, προτού επιστέψει στην πατρίδα του για να γίνει έμπορος. Στην Ελληνική Επανάσταση ήταν ο αρχηγός του υδραίικου στόλου, με πολλές επιτυχίες εναντίον των Τούρκων. Το 1827 ο Καποδίστριας του ανέθεσε την εκκαθάριση του Αιγαίου από τους πειρατές.
Πηγή εικόνας

Ο Μιαούλης κατάφερε να εξουδετερώσει τους πειρατές των Βόρειων Σποράδων, ενώ ευρωπαϊκοί στόλοι εξόντωσαν ταυτόχρονα αυτούς της Γραμβούσας. Ο Καποδίστριας μπορεί έτσι να πέτυχε τον στόχο του, αλλά όχι χωρίς συνέπειες: η εξόντωση της πειρατείας προφανώς δεν ήταν σύμφωνη με τα συμφέροντα πολλών σημαντικών οικογενειών, και λέγεται ότι αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που οδήγησαν στη δολοφονία του.

Στα επόμενα χρόνια δεν έλειψαν και οι φάσεις που αναζωπυρώθηκε η πειρατεία, αφού δεν είχαν εξαφανιστεί τα κοινωνικά αίτια που την δημιούργησαν. Σιγά σιγά όμως, το Αιγαίο θα γινόταν μια ειρηνική και ασφαλής θάλασσα και τέτοια θα παραμείνει μέχρι τις μέρες μας. Δύσκολα φαντάζεται κάποιος σήμερα το φόβο που γεννούσε μόλις πριν δύο αιώνες.

Πριν πάντως βιαστούμε να θεωρήσουμε ότι ένα φαινόμενο όπως η πειρατεία μπορεί να αντιμετωπιστεί απλά με ανάλογη βία, ας σκεφτούμε πως λειτουργούσε και ως τρόπος μιας αναγκαίας ίσως αναδιανομής του εισοδήματος. Η Μπαρμπαριά, η Μάλτα ή η Μάνη και τα Σφακιά, ήταν περιοχές που χωρίς την πειρατεία θα ήταν φτωχές και με δυσκολία θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την επιβίωση του πληθυσμού τους. Και σίγουρα δεν είναι τυχαίο που η πειρατεία στο Αιγαίο αναπτύχθηκε ιδιαίτερα σε εποχές ανεργίας, όταν για το ναυτικό πληθυσμό δεν υπήρχαν πολλές άλλες εναλλακτικές. Είναι κάτι που βλέπουμε και σήμερα π.χ. στη Σομαλία. Όταν τίθεται θέμα επιβίωσης, προσαρμόζονται ανάλογα και τα όρια της ηθικής. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη.


Πηγές

Οι Εβραιοι των Βαλκανιων

Κλασσικό

Σ’ αυτό το μπλογκ υπάρχει ήδη ένα άρθρο για τους Εβραίους του αραβικού κόσμου. Σιγά-σιγά εξαφανίστηκαν μέσω της μετανάστευσης (θα μπορούσαμε να πούμε και φυγής) είτε προς τις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη είτε προς το Ισραήλ.

Το θέμα αυτού του άρθρου είναι η επίσης πλούσια ιστορία των εβραϊκών κοινοτήτων στα Βαλκάνια και τη Δυτική Μικρά Ασία. Η μοίρα τους ήταν ακόμα πιο τραγική, αφού ένα μεγάλο μέρος τους εξοντώθηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι περισσότεροι απ’ όσους επέζησαν μετανάστευσαν και αυτοί στη Δύση ή στο Ισραήλ. Ό,τι απέμεινε απ’ αυτές τις κοινότητες δεν έχει καμιά σχέση με το ένδοξο παρελθόν. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι η Θεσσαλονίκη ήταν κάποτε η ίσως πιο εβραϊκή πόλη στον κόσμο και ότι τα Βαλκάνια ήταν ο χώρος συνάντησης των πιο σημαντικών πολιτισμικών εβραϊκών ομάδων.

Σεφαρδίτες, Ασκεναζίμ, Ρωμανιώτες

Ο Εβραϊσμός της Μέσης Ανατολής ήταν συνδεδεμένος με την αραβοφωνία κι αυτός της Κεντρικής Ευρώπης με τη γερμανοφωνία. Στα Βαλκάνια η κατάσταση ήταν κάπως πιο περίπλοκη. Αν όμως έπρεπε να συνδέσουμε τον βαλκανικό Εβραϊσμό με μια γλωσσική οικογένεια, αυτή θα ήταν η λατινική – παραδόξως, γιατί σίγουρα δεν είναι κυρίαρχη στην περιοχή.

Η γλώσσα πολλών Εβραίων της περιοχής (τα λεγόμενα «ισπανο-εβραϊκά» ή Λαντίνο) είναι μια ισπανική διάλεκτος, η οποία εμπλουτίστηκε στην πορεία του χρόνου όχι μόνο με εβραϊκές, αλλά και τουρκικές λέξεις ή λέξεις από άλλες  τοπικές γλώσσες. Η ρίζα της γλωσσικής κοινότητας βρίσκεται πίσω στον 15ο και 16ο αιώνα, στην εποχή της Ρεκονκίστα στην Ισπανία. Εκείνη την περίοδο ήταν που πολλοί εκδιωχθέντες Εβραίοι από την Ιβηρική Χερσόνησο κατέφυγαν στην πιο φιλόξενη γι’ αυτούς Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτοί είναι οι γνωστοί Σεφαρδίτες ή Σεφαραδίτες – από το «Σεφαράδ» = Ισπανία.

Τη μετανάστευση των Σεφαρδιτών την είχε ευνοήσει η ίδια η οθωμανική ελίτ, την οποία την ενδιέφεραν οι ικανότητές τους στους τομείς του εμπορίου και των νέων τεχνολογιών (μεταξύ άλλων, αυτοί ήταν που πρώτοι εισήγαγαν την τυπογραφία στην Αυτοκρατορία). Ιδιαίτερα μεγάλες κοινότητες έφτιαξαν, εκτός από την Κωνσταντινούπολη φυσικά, σε πόλεις όπως το Σαράγεβο, τη Σμύρνη, την Αδριανούπολη – και φυσικά στη Θεσσαλονίκη, όπου έφτασαν να αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, χαρίζοντας έτσι στην πόλη και ονόματα όπως «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων». Χάρη σ’ αυτούς η Θεσσαλονίκη έγινε ένα από τα πιο σημαντικά παγκόσμια κέντρα των εβραϊκών θρησκευτικών και νομικών σπουδών, του εβραϊκού τύπου, αλλά και του εβραϊκού μυστικισμού (της Καμπαλά).

Τοπογραφικό σχέδιο των εβραϊκών συνοικιών της Θεσσαλονίκης πριν το 1917, υπό Αλμπέρτο Ναρ, 1500-1917, Θεσσαλονίκη, Μουσείο Ισραηλιτικής Κοινότητας. http://www.imma.edu.gr/macher/hm/hm_image.php?el/img_C3113a.html

Τοπογραφικό σχέδιο των εβραϊκών συνοικιών της Θεσσαλονίκης πριν το 1917, υπό Αλμπέρτο Ναρ, 1500-1917, Θεσσαλονίκη, Μουσείο Ισραηλιτικής Κοινότητας.
Πηγή εικόνας

Οι γερμανόφωνοι Ασκεναζίμ (η γλώσσα τους ονομάζεται Γίντις) είναι η πιο γνωστή γλωσσική ομάδα του ευρωπαϊκού Εβραϊσμού. Διαφέρουν από τους Σεφαρδίτες όχι μόνο στη γλώσσα αλλά και σε διάφορα θρησκευτικά έθιμα και πρακτικές. Στα Βαλκάνια άρχισαν να εμφανίζονται σε μεγάλους αριθμούς κατά τον 18ο και 19ο αιώνα (αν και ένας μικρός αριθμός υπήρχε ήδη από τον 15ο αιώνα, π.χ. στη Θεσσαλονίκη) – κυρίως στις περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχο της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, όπως π.χ. η Κροατία, η Βοϊβοντίνα και η Τρανσυλβανία*¹, αλλά και στις ημιαυτόνομες παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας, στη σημερινή Ρουμανία. Τα κίνητρα τους ήταν ανάλογα με αυτά των Σεφαρδιτών των προηγούμενων αιώνων, αφού τόσο οι Αψβούργοι όσο και οι Οθωμανοί θεωρούνταν πιο ανεκτικοί στους Εβραίους απ’ ό,τι άλλα κράτη. Ταυτόχρονα αναζητούσαν στην περιοχή και οικονομικές ευκαιρίες. Μικρότερες ομάδες Ασκεναζίμ κατευθύνθηκαν και πιο νότια, όπως π.χ. κατά  τη Βαυαροκρατία στην Αθήνα.

Πέρα απ’ αυτές τις νέες αφίξεις, υπήρχαν όμως και οι εβραϊκές κοινότητες που ζούσαν στα Βαλκάνια από πολύ παλιότερα και είχαν τα δικά τους ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Τέτοιοι ήταν οι ελληνόφωνοι Ρωμανιώτες, με παρουσία στην περιοχή ήδη στη βυζαντινή περίοδο και με ρίζες που έφταναν μέχρι και την Αρχαιότητα. Η γλώσσα τους, τα γεβανικά, είναι ελληνική διάλεκτος με εβραϊκά και αραμαϊκά στοιχεία. Αν και οι Ρωμανιώτες ήταν παλαιότεροι στην περιοχή μας, οι νεοαφιχθέντες Σεφαρδίτες ήταν πιο πολυάριθμοι και τελικά οι πρώτοι αφομοιώθηκαν από τους δεύτερους, μετά από αιώνες συνύπαρξης στις οθωμανικές πόλεις. Μόνο σε λίγες πόλεις, όπως π.χ. στα Γιάννενα και τη Χαλκίδα, μπόρεσαν κατ’ εξαίρεση οι Ρωμανιώτες να επιβιώσουν ως ξεχωριστή ή και κύρια εβραϊκή κοινότητα.

Η ρωμανιώτικη συναγωγή Ετς Χαΐμ στην οδό Μελιδώνη στο Θησείο κτίστηκε το 1904. Είναι γνωστή και ως "Γιαννώτικη" - κάτι που προφανώς δεν είναι άσχετο με τη μεγάλη ρωμανιώτικη κοινότητα στα Γιάννενα.

Η ρωμανιώτικη συναγωγή Ετς Χαΐμ, στην οδό Μελιδώνη στο Θησείο, κτίστηκε το 1904. Είναι γνωστή και ως «Γιαννιώτικη» – κάτι που προφανώς δεν είναι άσχετο με τη μεγάλη ρωμανιώτικη κοινότητα στα Γιάννενα.

Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα έθνη-κράτη

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όλες αυτές οι γλωσσικές ομάδες συναποτελούσαν το εβραϊκό μιλέτι, με αναγνωρισμένα δικαιώματα και κάποιο βαθμό αυτοδιοίκησης ως μια από τις συστατικές κοινότητες του κράτους. Ο αρχιραββίνος (ή χαχάμπασης)  είχε την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη, δίπλα στον Ορθόδοξο και τον Αρμένιο Πατριάρχη.

Με την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας όμως, βρέθηκαν απ’ αυτό το πολυεθνικό περιβάλλον ξαφνικά μοιρασμένοι σε διάφορα έθνη-κράτη. Τα τελευταία οικοδομήθηκαν στη βάση εθνικών ταυτοτήτων, οι οποίες σχετιζόντουσαν σε μεγάλο βαθμό με τις θρησκευτικές, ακολουθώντας κατά κάποιον τρόπο την παράδοση των οθωμανικών μιλετιών. Κοινότητες όπως οι εβραϊκές, που δεν ταίριαζαν σ’ αυτές τις εθνικές ταυτότητες, όχι μόνο θρησκευτικά αλλά συχνά ούτε καν γλωσσικά (ως ισπανόφωνοι ή γερμανόφωνοι), προφανώς δύσκολα μπορούσαν να αναγνωριστούν ως μέρος των νέων βαλκανικών εθνών.

Ήδη από πολύ νωρίς, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής και Σερβικής Επανάστασης, οι Εβραίοι είχαν γίνει στόχος επιθέσεων. Στα νέα κράτη αντιμετώπισαν πολλών ειδών διακρίσεις που δυσκόλευαν τη ζωή τους, π.χ. στην αγορά γης ή στα επαγγέλματα που μπορούσαν να ασκήσουν. Πιο δύσκολη ήταν η κατάσταση στη Ρουμανία, όπου επί πολλές δεκαετίες ήταν πολύ δύσκολο για τους ιθαγενείς Εβραίους ακόμα και να αποκτήσουν την υπηκοότητα. Αυτή η αρνητική στάση απέναντι στους Εβραίους δεν χαρακτήριζε μόνο τις ρουμανικές ελίτ, αλλά και τα λαϊκά στρώματα: π.χ. η μεγάλη αγροτική εξέγερση του 1907 είχε έναν έντονα αντισημιτικό χαρακτήρα (οι Εβραίοι στην επαρχία ήταν συχνά διαχειριστές στην υπηρεσία των μεγαλαιογαιοκτημόνων ή έμποροι με τη δυνατότητα να δανείζουν χρήματα στους αγρότες – όπως ήταν αναμενόμενο, αυτές οι ιδιότητες δεν τους έκαναν και ιδιαίτερα δημοφιλείς).

Οι Εβραίοι είχαν πάντως ακόμα ένα χαρακτηριστικό που τους διαφοροποιούσε από άλλες κοινότητες: η συντριπτική τους πλειοψηφία ζούσε στα αστικά κέντρα, και μάλιστα σε όλες τις βαλκανικές χώρες (στη Ρουμανία περίπου το 40% του συνολικού αστικού πληθυσμού ήταν Εβραίοι). Παραδοσιακά από τα οθωμανικά χρόνια ένα μεγάλο τους μέρος ασχολούνταν με το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Στη Θεσσαλονίκη όμως, εκπροσωπούνταν σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας ή κοινωνικές τάξεις, από εργάτες και υπάλληλοι μέχρι τραπεζίτες και βιομήχανοι.

Το επάγγελμα του χαμάλη στη Θεσσαλονίκη ήταν ένα απ' αυτά που συχνά ασκούσαν Εβραίοι. http://www.imma.edu.gr/macher/hm/hm_main.php?el/D5.7.html

Το επάγγελμα του χαμάλη στη Θεσσαλονίκη ήταν ένα απ’ αυτά που συχνά ασκούσαν Εβραίοι.
Πηγή εικόνας

Η αντίδραση σε μια νέα πραγματικότητα

Με τον ερχομό της σύγχρονης εποχής στα Βαλκάνια, οι Εβραίοι βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα της διατήρησης των παραδοσιακών τους ταυτοτήτων ή στην αφομοίωση στα νέα έθνη-κράτη στα οποία βρέθηκαν. Ο τρόπος που τελικά συμπεριφέρθηκαν διέφερε από τόπο σε τόπο και από τάξη σε τάξη. Πολλοί από τους (κυρίως Ασκενάζι) Εβραίους του Ζάγκρεμπ εγκατέλειψαν π.χ. τη γερμανική ή την ουγγρική γλώσσα για χάρη της σερβοκροατικής και ζούσαν σε ανάμικτες γειτονιές με Χριστιανούς Κροάτες. Αντίθετα, οι Σεφαρδίτες στο Σαράγεβο συνέχισαν να ζουν στη δική τους συνοικία και να μιλούν Λαντίνο στην καθημερινότητά τους.

Ακόμα και η πολιτικοποίηση των Εβραίων ακολούθησε διαφορετικές κατευθύνσεις, ανάλογα και με τις ταξικές διαφοροποιήσεις. Ο Σιωνισμός άρχισε να αποκτά οπαδούς ανάμεσα και στους Εβραίους των Βαλκανίων, ιδιαίτερα στα μεσαία και μικρομεσαία στρώματα. Ήταν μια μάλλον αναμενόμενη αντίδραση σ’ ένα περιβάλλον, το οποίο έμοιαζε να καθορίζεται όλο και περισσότερο από εθνικές ιδεολογίες – από τις οποίες ιδιαίτερα αυτά τα στρώματα δεν ένιωθαν να καλύπτονται. Αντίθετα, στις ανώτερες τάξεις φαίνεται ότι υπήρχε μια πιο σημαντική τάση αφομοίωσης και ταύτισης με τα νέα έθνη-κράτη. Παράλληλα όμως, άρχισαν να εξαπλώνονται και διεθνιστικές σοσιαλιστικές ιδέες, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, όπου υπήρχε μια μεγάλη εβραϊκή εργατική τάξη. Εκεί ιδρύθηκε το πρώτο μαζικό σοσιαλιστικό κίνημα στην οθωμανική επικράτεια, η Εργατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης, γνωστή ως Φεντερασιόν («Ομοσπονδία» στα Λαντίνο) – αν και διεθνιστική, η μεγάλη πλειοψηφία των μελών της ήταν Εβραίοι.

Ο Αβραάμ Μπεναρόγια ήταν ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της Φεντερασιόν (Πηγή: www.rizospastis.gr)

Ο Αβραάμ Μπεναρόγια (1887-1979), Σεφαρδίτης Εβραίος από το Βιδίνιο της Βουλγαρίας, ήταν ανάμεσα στους ιδρυτές της Φεντερασιόν. Μετά την προσάρτηση της Μακεδονίας στην Ελλάδα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάδυση του ελληνικού εργατικού και αριστερού κινήματος (Πηγή εικόνας: http://www.rizospastis.gr).

Τελικά, την μεγαλύτερη εξάπλωση την πέτυχε ο Σιωνισμός, τον οποίο βοήθησαν και οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Μπορεί μεν σταδιακά οι Εβραίοι να βελτίωσαν το κοινωνικό και πολιτικό-νομικό τους στάτους. Πέτυχαν να αναγνωριστούν ως ισότιμοι πολίτες των νέων βαλκανικών εθνών-κρατών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ασκούσαν επαγγέλματα με κύρος (χαρακτηριστικά, στη Γιουγκοσλαβία το 16% των φοιτητών ιατρικής και νομικών ήταν Εβραίοι, ενώ στο συνολικό πληθυσμό το ποσοστό τους ήταν μόλις 0,4%). Από μια άλλη άποψη όμως, η κατάσταση έγινε πιο προβληματική στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Στα παραδοσιακά αντι-εβραϊκά αισθήματα ήρθε να προστεθεί και ο δυτικού τύπου ρατσιστικός αντισημιτισμός, με την επιρροή που ασκούσε η ναζιστική Γερμανία – κάτι που φυσιολογικά οδήγησε και στην άνοδο του Σιωνισμού ως αντίδραση. Οι πιέσεις εναντίον των Εβραίων αυξήθηκαν, οδηγώντας ακόμα και σε βίαια πογκρόμ: ιδιαίτερα στη Ρουμανία, όπου δρούσε η φασιστική και ακραία αντισημιτική Σιδηρά Φρουρά, αλλά και σε άλλες βαλκανικές χώρες, όπως π.χ. στη Θεσσαλονίκη το 1931, όταν κάηκε η συνοικία Κάμπελ.

Παρά τις δυσκολίες, μέχρι και τη δεκαετία του ’30 οι εβραϊκές κοινότητες ήταν ακόμα ζωντανές και πολυάριθμες και έμοιαζαν αναπόσπαστο κομμάτι των βαλκανικών κοινωνιών. Στην Ελλάδα ζούσαν 75.000 Εβραίοι (κυρίως Σεφαρδίτες, με λίγους Ρωμανιώτες και Ασκεναζίμ), εκ των οποίων οι 50.000 στη Θεσσαλονίκη. Στην Γιουγκοσλαβία αριθμούσαν περίπου 70.000, από τους οποίους 40% ήταν Σεφαρδίτες (κυρίως στον πρώην οθωμανικό Νότο) και 60% Ασκεναζίμ (κυρίως στον πρώην αυστροουγγρικό Βορρά). Στην Αλβανία υπήρχαν μόνο λίγες εκατοντάδες (πολλοί απ αυτούς στην Αυλώνα). Στη Βουλγαρία έφταναν τις 48.000 και στην Τουρκία τις 80.000 (πάλι κυρίως Σεφαρδίτες). Η με διαφορά μεγαλύτερη κοινότητα όμως ήταν στη Ρουμανία, με 800.000 Εβραίους (οι περισσότεροι Ασκεναζίμ), δηλαδή σχεδόν 5% του πληθυσμού. Αυτό τους επέτρεψε να ιδρύσουν ακόμα και το δικό τους Εβραϊκό Κόμμα, με 5 βουλευτές – αλλά ήταν ίσως ένας από τους λόγους που ο αντισημιτισμός ήταν ιδιαίτερα δυνατός σ αυτήν τη χώρα. Μόλις μια δεκαετία αργότερα, λίγοι απ’ όλους αυτούς θα είχαν απομείνει.

Το Ολοκαύτωμα στα Βαλκάνια

Όποια και αν ήταν τα προβλήματα που αντιμετώπισαν κατά καιρούς οι Βαλκάνιοι Εβραίοι, τίποτα δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτό που συνέβηκε όταν τα Βαλκάνια τέθηκαν ολοκληρωτικά κάτω από γερμανική κατοχή ή επιρροή, από το 1941 μέχρι και το ’44. Τα τρία αυτά χρόνια ήταν αρκετά, ώστε σχεδόν να εξαφανίσουν μια ιστορία αιώνων εβραϊκής παρουσίας.

Διακρίσεις εναντίον των Εβραίων εφαρμόστηκαν ξανά παντού, για ένα διάστημα ακόμα και στην αμέτοχη στον πόλεμο Τουρκία (ο Φόρος Κεφαλαίου που εφαρμόστηκε το 1942 ήταν σημαντικά ψηλότερος για τους μη-Μουσουλμάνους). Όσον αφορά όμως το Ολοκαύτωμα, πιο δραστικές ήταν οι συνέπειες στις χώρες που είχαν ηττηθεί από τις δυνάμεις του Άξονα και βρέθηκαν υπό την απ’ ευθείας κατοχή τους (Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία), παρά σε αυτές που οι κυβερνήσεις τους τάχθηκαν από την αρχή με τον Άξονα και μπόρεσαν να κρατήσουν ένα βαθμό ανεξαρτησίας (Βουλγαρία, Ρουμανία).

Στη Ρουμανία περισσότεροι από τους μισούς (57%) κατάφεραν να επιβιώσουν. Το πέτυχαν χάρη στην καλή οργάνωση της κοινότητας, αλλά και τη σχετικά χαλαρή στάση της ρουμανικής κυβέρνησης – τη στρατιωτική συνεργασία της οποίας ο Χίτλερ είχε  ανάγκη στον πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ, άρα είχε λόγο να μην την πιέζει υπερβολικά. Ακόμα πιο τυχεροί στάθηκαν και οι ελάχιστοι Εβραίοι της Αλβανίας, οι οποίοι γενικά διασώθηκαν, λόγω και του ότι η χώρα ήταν κατά το μεγαλύτερο διάστημα του πολέμου κάτω από τη σαφώς πιο ήπια απέναντι στους Εβραίους ιταλική κατοχή. Σχετικά τυχεροί ήταν και οι Εβραίοι εντός των προπολεμικών συνόρων της Βουλγαρίας – όχι όμως κι αυτοί στη βουλγαρική ζώνη κατοχής στη Μακεδονία και τη Θράκη, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων βρήκε τραγικό τέλος στα στρατόπεδα συγκέντρωσης*². Στην Ελλάδα μόλις το 13% των Εβραίων επέζησε, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Παρόμοια ήταν η τύχη τους και στην Γιουγκοσλαβία, με εξαίρεση κάποιες περιοχές που ήταν υπό ιταλική κατοχή. Τελικά, ακόμα κι εκεί που οι περισσότεροι ή σχεδόν όλοι κατάφεραν να σωθούν, η εμπειρία του πολέμου τους οδήγησε πολύ σύντομα στη μετανάστευση, είτε προς το Ισραήλ είτε σε χώρες της Δύσης.

Η ακόμα ενεργή συναγωγή της Σόφιας

Η συναγωγή της Σόφιας που κτίστηκε το 1909 συγκεντρώνει παρά τη μεγάλη χωρητικότητά της ελάχιστους πιστούς, αφού από την άλλοτε μεγάλη εβραϊκή κοινότητα έχουν απομείνει μόνο περίπου 2000 άτομα.

Το αποτέλεσμα: οι εβραϊκές κοινότητες που παραμένουν μέχρι σήμερα στα Βαλκάνια έχουν συρρικνωθεί τόσο πολύ, που είναι πλέον της τάξης των λίγων χιλιάδων σε κάθε χώρα. Αυτό συμβαίνει ακόμα και στην άλλοτε ακμαία ρουμανική κοινότητα. Μόνο στην Τουρκία η κοινότητα είναι ελαφρώς μεγαλύτερη, με περίπου 18000 άτομα, σχεδόν όλοι στην Κωνσταντινούπολη.

Ακόμα πάντως κι αν το σημερινό μέγεθος των εβραϊκών βαλκανικών κοινοτήτων τις κάνει να μοιάζουν αμελητέες, δεν μπορούμε να ξεχνάμε τη μεγάλη συνεισφορά των Εβραίων – Ασκεναζίμ, Σεφαρδιτών και Ρωμανιωτών – στον σύγχρονο πολιτισμό των βαλκανικών λαών. Τα ίχνη τους είναι ακόμα ορατά και θα είναι για πολύ καιρό ακόμα.


*¹ Αυτές οι περιοχές ήταν συγκεκριμένα υπό ουγγρική διοίκηση και οι Εβραίοι είχαν υιοθετήσει ή χρησιμοποιούσαν σε κάποιο βαθμό τα ουγγρικά, κάτι που εν μέρει συνεχίστηκε ακόμα και όταν βρέθηκαν υπό τη διοίκηση των νέων βαλκανικών εθνών-κρατών.

*² Είναι εντυπωσιακό το πόσο ριζικά διαφορετικές ήταν οι συμπεριφορές του βουλγαρικού κράτους σ’ αυτό το θέμα (διάσωση όλων των Εβραίων στην «παλιά Βουλγαρία», παράδοση όλων των Εβραίων στον Χίτλερ στη βουλγαρική ζώνη κατοχής στην Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία). Σε αντίθεση με ότι κάποιοι μπορεί να ισχυρίζονται, φαίνεται ότι ο βασιλιάς Μπόρις Γ’ και ο πρωθυπουργός ήταν αδιάφοροι για την τύχη των Εβραίων και πρόθυμοι να κάνουν το χατίρι στον Χίτλερ (εξάλλου δεν είχαν κανένα πρόβλημα να εφαρμόσουν αντι-εβραϊκούς νόμους νωρίτερα). Στην περίπτωση όμως των πιο «κοντινών» Εβραίων της παλιάς Βουλγαρίας αναγκάστηκαν τελικά να λάβουν υπόψη την έντονη αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενός μέρους της κοινής γνώμης, αλλά ακόμα και σημαντικών κυβερνητικών στελεχών και να αναβάλουν την παράδοση. Το θέμα αυτό συζητιέται ακόμα και σήμερα, όχι μόνο στη Βουλγαρία: πριν από κάποια χρόνια επρόκειτο να ανεγερθεί στο Μουσείο Ολοκαυτώματος στην Ιερουσαλήμ άγαλμα προς τιμήν του Μπόρις Γ’ για την υποτιθέμενη συνεισφορά του στη διάσωση των Εβραίων της Βουλγαρίας. Τελικά, αυτή η κίνηση ακυρώθηκε μετά από τη μεγάλη αντίδραση, ακριβώς λόγω της έγκρισης του Μπόρις στην παράδοση των Εβραίων από τις ζώνες κατοχής.


Πηγές

Οριενταλισμος και Ελληνισμος

Κλασσικό

Αν έπρεπε να δώσουμε μια γεωπολιτική ονομασία στους τελευταίους 2 αιώνες της ανθρώπινης Ιστορίας, η απάντηση θα ήταν μάλλον εύκολη: η εποχή της δυτικής κυριαρχίας. Ο πολιτισμός της Δυτικής Ευρώπης είχε φυσικά μπει σε μια φάση ταχείας ανάπτυξης ήδη μερικούς αιώνες πριν. Είναι από τον 19ο αιώνα και μετά όμως που απλώνει την κυριαρχία του σε όλες τις άκρες της Γης.  Είναι μια κυριαρχία που αφορά όλα τα πεδία: οικονομικό, ιδεολογικό, πολιτιστικό και – αναπόφευκτα – και πολιτικό. Ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμπαθεί ή όχι τη Δύση, είναι εντελώς αδύνατον να την αγνοήσει.

Δύση και «Ανατολή»

Αρχικά, ο λεγόμενος «δυτικός κόσμος» (δηλαδή η Δυτική Ευρώπη και οι απόγονοι Δυτικοευρωπαίων αποίκων π.χ. στην Αμερική ή την Αυστραλία) δεν έβλεπαν όλους τους υπόλοιπους «κόσμους» με τον ίδιο τρόπο. Ενώ οι ιθαγενείς πληθυσμοί της Αμερικής, της Αυστραλίας και της υποσαχάριας Αφρικής θεωρούνταν εξ’ αρχής ως κατώτεροι και απολίτιστοι, την Ασία (και μαζί μ’ αυτήν τη Βόρεια Αφρική και την νοτιο-ανατολική Ευρώπη) την αντιμετώπιζαν οι Δυτικοί με μάλλον μεγαλύτερο σεβασμό. Ήξεραν ότι σ’ αυτήν τη γεωγραφική περιοχή είχαν δράσει και δρούσαν εξελιγμένοι πολιτισμοί, στους οποίους η Δύση χρωστούσε πολλά.

Παρ’ όλα αυτά, όσο η διαφορά στους ρυθμούς ανάπτυξης (όχι μόνο οικονομικής) της Δύσης και του υπόλοιπου κόσμου μεγάλωνε, τόσο τροποποιούνταν και αυτές οι αντιλήψεις. Είναι καθαρό πως, τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα και μετά, οι δυτικές ελίτ έβλεπαν τους εαυτούς ως τους δυνητικούς κυρίαρχους και αυτής της περιοχής που ονόμαζαν «Ανατολή». Εκεί ακριβώς είναι που αποκτά για μας ενδιαφέρον ο όρος οριενταλισμός, όπως τον καθιέρωσε ο Έντουαρντ Σαΐντ.

Ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003). http://www.nytimes.com/2006/07/16/books/review/16rothstein.html?_r=0

Ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) ήταν γνωστός Παλαιστίνιος ακαδημαϊκός με έδρα τις ΗΠΑ. Αν και καθηγητής λογοτεχνίας, έγινε περισσότερο γνωστός ανά τον κόσμο με το βιβλίο «Οριενταλισμός», ο απόηχος του οποίου είναι ακόμα και σήμερα ζωντανός.
Πηγή εικόνας

Θα μπορούσαμε ίσως σε συντομία να πούμε ότι ο οριενταλισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Δύση πλάθει η ίδια στο μυαλό της μια «Ανατολή» σαν τον Άλλο, το αντίθετό της – υπονοώντας (ή ακόμα και δηλώνοντας καθαρά) την κατωτερότητα αυτού του Άλλου. Στην ουσία η Δύση θέτει έτσι τη βάση και για την κυριαρχία πάνω σ’ αυτόν, σε όλα τα πεδία: όχι μόνο το ιδεολογικό ή το πολιτισμικό, αλλά τελικά αναπόφευκτα και το πολιτικό. Η αφετηρία των οριενταλιστών – είτε επρόκειτο για επιστήμονες ή λογοτέχνες με γνήσιο ενδιαφέρον για την περιοχή, είτε για πολιτικούς-στρατιωτικούς ηγέτες με καθαρά πολιτικά κίνητρα – ήταν πάντα η θεμελιώδης διαφορετικότητα της «Ανατολής» από τη Δύση. Παραγνώριζαν έτσι τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις αυτού του τεράστιου χώρου*¹, αλλά και όσα στοιχεία δεν ταίριαζαν σε μια εικόνα εξωτικότητας.

H κριτική του οριενταλισμού από τον Σαΐντ έγινε βάση και για ανάλογες προσεγγίσεις που αφορούσαν άλλες περιοχές του κόσμου και την αντιμετώπισή τους από τη Δύση: μεταξύ αυτών και για τα Βαλκάνια, π.χ. από τη Βουλγάρα ιστορικό Μαρία Τοντόροβα. Η γενική συζήτηση για τον οριενταλισμό ή τον ανάλογο «βαλκανισμό» είναι φυσικά ένα ατέλειωτο θέμα, και σκοπός αυτού του άρθρου σίγουρα δεν είναι να καλύψει όλες τις πτυχές του.

Ο οριενταλισμός των Δυτικών μπορεί όμως να μην είναι τελικά κάτι τόσο ιδιαίτερο: είναι αναμενόμενο ότι μια ιμπεριαλιστική δύναμη θα προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό της για την κατωτερότητα αυτών πάνω στους οποίους θέλει να κυριαρχήσει ή θα «στολίσει» τη σύγκρουση με τους αντίπαλούς της με διάφορα νοήματα του τύπου «πολιτισμός εναντίον βαρβαρότητας». Αυτό που κυρίως μ’ ενδιαφέρει είναι αντίθετα η οριενταλιστική επιρροή πάνω στους ίδιους τους «Ανατολίτες» – κάτι που μπορούμε να ονομάσουμε αυτο-οριενταλισμό. Βλέπουμε δηλαδή τους ίδιους τους κατοίκους της Ανατολής να παίρνουν την εικόνα που είχε παράξει η Δύση γι’ αυτήν και να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους βασιζόμενοι σ’ αυτήν.

Ρωμιοσύνη, εκδυτικισμός και οριενταλισμός

Τέτοιες συζητήσεις μας αφορούν και εμάς στον σημερινό ελληνόφωνο χώρο. Η θέση του Ελληνισμού στην Ανατολή από μια δυτική-οριενταλιστική άποψη ήταν από την αρχή ιδιαίτερη. Την ιδιαιτερότητα της την χάριζε η σημασία που έδιναν οι δυτικές αστικές τάξεις στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, ο ρόλος που αυτός έπαιξε σαν πρότυπο για τον δυτικό Διαφωτισμό. Δεν δίσταζαν μάλιστα να τον ανακηρύξουν (μάλλον αυθαίρετα, κατά την άποψή μου), σε κοιτίδα του δικού τους, δυτικού πολιτισμού. Το ότι ο λαός που μιλούσε μια γλώσσα παρόμοια μ’ αυτήν των αρχαίων Ελλήνων και ζούσε στον ίδιο χώρο που δρούσαν κι αυτοί, ήταν επιπλέον στην πλειοψηφία του χριστιανικός, βοηθούσε μάλλον τους (από μια χριστιανική παράδοση προερχόμενους) Δυτικούς ακόμα περισσότερο να αισθάνονται μια σύνδεση μαζί του.

Όσο η Δύση δυνάμωνε, τόσο και οι ίδιοι οι Ρωμιοί άρχισαν να επηρεάζονται από τις δυτικές αντιλήψεις στον τρόπο που έβλεπαν τον εαυτό τους. Τα ανερχόμενα ορθόδοξα (όχι κατ’ ανάγκη εκ γενετής ελληνόφωνα) αστικά στρώματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που έρχονταν σε επαφή με τα δυτικά διανοητικά ρεύματα, ταυτίζονταν στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα όλο και περισσότερο με την αρχαιοελληνική παράδοση. Η αρχαιολατρία έγινε βασικό στοιχείο της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας – είναι αμφίβολο αν αυτό θα είχε γίνει στον ίδιο βαθμό, αν δεν υπήρχε ο δυτικός ενθουσιασμός για την αρχαία Ελλάδα.

Όταν μέσα στον 19ο αιώνα η δυτική επιρροή έγινε ακόμα πιο έντονη και καθοριστική, η σχέση αυτών των νεοελληνικών αστικών στρωμάτων – των οποίων ένα μεγάλο τμήμα ζούσε στην ακόμα οθωμανική επικράτεια –   με τη «Δύση» πήρε κι άλλες διαστάσεις. Από τη μια, έβλεπαν ότι είχαν μια ιδιαίτερη αποστολή: να μεταλαμπαδεύσουν τα φώτα του πολιτισμού στην «Ανατολή». Υιοθετώντας έτσι το οριενταλιστικό σχήμα της αντίθεσης ανάμεσα στην προηγμένη Δύση και την καθυστερημένη Ανατολή (της οποίας όμως αυτοί αποτελούσαν, θέλοντας και μη, μέρος), θεωρούσαν ότι ο ρόλος του Ελληνισμού μέσα σ’ αυτήν την τελευταία ήταν ο εκπολιτισμός της. Δεν παραγνώριζαν ότι η κοινωνική καθυστέρηση είχε πλήξει και τον ίδιο τον ελληνικό λαό. Παρ’ όλα αυτά, ήταν πεπεισμένοι για την πολιτισμική υπεροχή του σε σύγκριση με τους υπόλοιπους λαούς της Ανατολής – με τους μουσουλμανικούς έτσι κι αλλιώς, αλλά συνήθως και με τους υπόλοιπους χριστιανικούς.*²

Το μέγαρο του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολεως λίγο πριν την κατεδάφισή του. Ιδρύθηκε το 1861 και στόχευε στην καλλιέργεια μιας ελληνορθόδοξης πολιτισμικής ταυτότητας, που θα έμενε όμως στα πολιτικά πλαίσια του οθωμανικού κράτους. http://www.ime.gr/projects/tanzimat/gr/main/356.html

Το μέγαρο του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολεως, λίγο πριν την κατεδάφισή του. Ιδρύθηκε το 1861, με σκοπό μεταξύ άλλων να προωθήσει την ελληνική εκπαίδευση στην Αυτοκρατορία, και μαζί της και τον «εκπολιτισμό» της Ανατολής.
Πηγή εικόνας

Από την άλλη όμως, αυτές οι ραγδαίες αλλαγές και η δύναμη του δυτικού πολιτισμού γεννούσαν και πολλές ανησυχίες ότι θα μπορούσε να χαθεί η ιδιαίτερη ελληνική εθνική ταυτότητα (η ειρωνεία της υπόθεσης ήταν ότι, όπως είδαμε, αυτή είχε έτσι κι αλλιώς εξελιχθεί χάρη και στη δυτική επιρροή). Τα ίδια τα αστικά στρώματα που εκδυτικίζονταν εξωτερικά όλο και περισσότερο, ανησυχούσαν  για τον μιμητισμό και τον άκρατο εκδυτικισμό. Κατά κάποιον τρόπο, ο Ελληνισμός έγινε έτσι ταυτόχρονα και αντικείμενο αλλά και υποκείμενο στα πλαίσια της σχέσης Δύσης-Ανατολής: ενώ κρατούσε μια (όχι ιδιαίτερα αποτελεσματική) αμυντική στάση απέναντι στους κίνδυνους του εκδυτικισμού, εφάρμοζε ο ίδιος οριενταλιστικές λογικές απέναντι στους άλλους λαούς της Ανατολής.

Αυτο-οριενταλισμός νεοελληνικού τύπου 

Από τότε, πιστεύω ότι η φύση της σχέσης του ελληνόφωνου χώρου με τον οριενταλισμό και τη «Δύση» δεν έχει αλλάξει ριζικά. Η μόνη σημαντική αλλαγή ίσως ήταν ότι, ξεκινώντας με τη Μικρασιατική Καταστροφή, ήρθε αναγκαστικά και το τέλος των μεγαλεπήβολων σχεδίων για το ρόλο του Ελληνισμού στην Ανατολή, τα οποία αναφέρθηκαν πριν. Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, η ελληνική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο εκτός Ελλάδας και Κύπρου θα συρρικνωνόταν, όπως ξέρουμε, ακόμα περισσότερο. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι έτσι ξεκίνησε και μια σταδιακή απομάκρυνση του Ελληνισμού από την «Ανατολή», της οποίας μέχρι τότε θεωρούσε ότι αποτελούσε φυσικό μέρος. Αυτή η πορεία ενισχύθηκε και από τις γεωπολιτικές συγκυρίες (ένταξη στο δυτικό στρατόπεδο του Ψυχρού Πολέμου και αργότερα και στην ΕΟΚ – σε αντίθεση με τις άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου), οι οποίες έδωσαν ένα επιπλέον «προβάδισμα» στην Ελλάδα στον τομέα του εκδυτικισμού. Οι γειτονικές χώρες και λαοί «απομακρύνθηκαν», έγιναν περίπου αδιάφοροι για τον Ελληνισμό, ο οποίος θα συνέκρινε πλέον τον εαυτό του μόνο με τη Δύση.

Πιστεύω πάντως ότι αυτό το βασικό σχήμα ακόμα ισχύει: συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τη Δύση και βρίσκουμε τους εαυτούς μας άλλοτε άξιους και άλλοτε (πιο συχνά) ελλιπείς σε σχέση μ’ αυτήν. Είναι ένας ιδιότυπος αυτο-οριενταλισμός, από έναν λαό που θεωρεί τον εαυτό του μάλλον δυτικό, τουλάχιστον σε σύγκριση με τους υπόλοιπους (π.χ. τους Ασιάτες, τους Αφρικανούς, ακόμα πολλές φορές και τους άλλους Βαλκάνιους ή τους Τούρκους) – όχι όμως αρκετά, όταν συγκρίνεται με τους «πραγματικά» δυτικούς λαούς (π.χ. Γερμανούς, Γάλλους, Αμερικάνους).

Ιδιαίτερα φανερό έγινε αυτό με το ξέσπασμα της κρίσης, όταν κατέρρευσε ο μύθος της σύγκλισης με τη Δυτική Ευρώπη. Υπάρχει μια γενική τάση στην Ελλάδα, που ξεκινά από συστημικά μέσα αλλά φτάνει μέχρι τον μέσο πολίτη, να αναζητούνται τα αίτια της κρίσης στις ελλείψεις της χώρας σε σχέση με τις προηγμένες δυτικές. Έτσι υιοθετούνται τα παραδοσιακά οριενταλιστικά στερεότυπα των Δυτικών για την «Ανατολή», ως ισχύοντα και για την Ελλάδα. Παράλληλα όμως, η φυσική θέση του Ελληνισμού θεωρείται, τουλάχιστον από τις ελληνικές ελίτ, ότι παραμένει στη Δύση: οι ελλείψεις σε σχέση μ’ αυτήν ερμηνεύονται ως αποτυχία, όχι ως κάτι φυσιολογικό και αναμενόμενο (όπως είναι, με βάση αυτό το αφήγημα, για τις χώρες της «γνήσιας» Ανατολής).

Ακόμα και όσοι αντιδρούν στον εκδυτικισμό, υιοθετούν κατά μια έννοια αυτό το οριενταλιστικό σχήμα, έστω από την ανάποδη οπτική. Συχνά ισχυρίζονται ότι δρουν στο όνομα μιας παράδοσης που αξίζει υπεράσπισης: έτσι όμως αποδέχονται το δίπολο ανάμεσα σε μια «σύγχρονη» Δύση και μια «παραδοσιακή» ελληνικότητα (ανάλογη με την «Ανατολή» του οριενταλισμού). Το μέτρο σύγκρισης παραμένει πάντα η Δύση.*³

Εκεί τελικά η Ελλάδα και η Κύπρος δεν διαφέρουν τόσο από άλλες βαλκανικές χώρες ή την Τουρκία. Όλες αυτές οι κοινωνίες κάνουν στην ουσία το ίδιο: χωρίς να είναι εντελώς σίγουρες αν ανήκουν στη Δύση ή όχι, συγκρίνουν τον εαυτό τους αποκλειστικά μ’ αυτήν. Υπάρχουν φυσικά διαφορετικές προσεγγίσεις στο πώς να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις που διαπιστώνονται μέσα απ’ αυτήν τη σύγκριση, και ως το σε ποιον βαθμό η δυτική επιρροή είναι θετική η αρνητική – η βασική αρχή πάντως είναι η ίδια.

Σε μια εποχή όμως που η παρακμή της Δύσης θα γίνεται όλο και πιο φανερή, θα έρθει ίσως αναγκαστικά και η στιγμή να σταματήσουμε να αυτοκαθοριζόμαστε τόσο πολύ μέσα από τη σύγκριση μ’ αυτήν. Αυτό θα ήταν και ένα βήμα εκλογίκευσης, προς μια ανάπτυξη που θα κατευθύνεται από τις γνήσιες ντόπιες ανάγκες, και όχι με το άγχος του πως να καλύψει ένα κενό. Και στο δρόμο προς τα εκεί, δεν αποκλείεται μέσα στα στοιχεία που θα μας αποδειχτούν τελικά άχρηστα, να είναι και ο διαχωρισμός «Δύση εναντίον Ανατολής».


————


*¹ Θεωρώ πως δεν είναι τυχαίο ότι στα συνηθισμένα σχήματα διαχωρισμού Δύσης-Ανατολής, η Ανατολή είναι σαφώς μεγαλύτερη – όχι μόνο από άποψη έκτασης και πληθυσμού, αλλά και πολιτισμικής/θρησκευτικής/εθνολογικής ποικιλίας. Τόσο που τελικά χρειάζεται να την διαχωρίσουμε περαιτέρω σε Εγγύς, Μέση και Άπω Ανατολή – ενώ κανείς δεν μιλάει για Μέση και Άπω Δύση. Αυτό είναι μια καλή ένδειξη του πόσο δυτικοκεντρικό είναι τελικά αυτό το σχήμα.

*² Ο τρόπος π.χ. που γίνονταν αντιληπτοί οι Βούλγαροι από τις ελληνικές ελίτ τον 19ο αιώνα (όχι αναγκαστικά ως εχθροί, αλλά εν πάσει περιπτώσει ως ένας καθαρά αγροτικός λαός κατώτερης πολιτιστικής στάθμης και με ανάγκη ελληνικής κηδεμονίας), δεν διέφερε και τόσο με την αντιμετώπιση των Ευρωπαίων προς τους λαούς που διοικούσαν στις αποικίες τους. Προς το τέλος του αιώνα, όταν τα εθνικά πάθη άρχισαν να φουντώνουν, δεν είναι τυχαίο ότι η «εκπολιτιστική» αποστολή συνδέθηκε στενά και με τις προσπάθειες γλωσσικού εξελληνισμού του μη ελληνόφωνου ορθόδοξου πληθυσμού (π.χ. τουρκόφωνοι της Μικράς Ασίας, σλαβόφωνοι της Μακεδονίας).

*³ Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι πολλοί απ’ όσους αντιδρούν στον εκδυτικισμό το κάνουν στο όνομα του εθνικισμού, δηλαδή μιας ιδεολογίας δυτικής προέλευσης. Ένα ακόμα σχετικό παράδειγμα είναι η φράση του μακαρίτη Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου περί της θέσης της Ελλάδας «ανάμεσα στην πολιτισμένη Δύση και τη βάρβαρη Ανατολή»: μια προσωπικότητα που (υποτίθεται ότι) συνδέεται με την υπεράσπιση της ορθόδοξης ταυτότητας ενάντια στον εκδυτικισμό, υιοθετεί άκριτα ένα κλασικό δυτικό οριενταλιστικό σχήμα. Σ’ αυτό μπορούμε ίσως να δούμε ένα είδος συνέχειας με τους Έλληνες αστούς του 19ου αιώνα, που πάλευαν για τον «εκπολιτισμό» (=εξελληνισμό) της Ανατολής, αντιδρώντας ταυτόχρονα ενάντια στον υπερβολικό εκδυτικισμό των Ελλήνων.


Σχετική βιβλιογραφία:

  • Edward W. Said (1977): Οριενταλισμός.
  • Edward W. Said (1985): Orientalism Reconsidered. In: Cultural Critique.
  • Μαρία Τοντόροβα (1996): Τα Βαλκάνια, από την ανακάλυψη στην «κατασκευή» τους. Εθνικό κίνημα και Βαλκάνια.
  • Χάρης Εξερτζόγλου (2015): Εκ Δυσμών το Φως; Εξελληνισμός και Οριενταλισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέσα 19ου – αρχές 20ού αιώνα.

Αγροτικο ζητημα στα Βαλκανια: απο τα τσιφλικια στην κολλεκτιβοποιηση

Κλασσικό

Σε μια εποχή που η οικονομία κυριαρχείται από τον τομέα των υπηρεσιών, τα αγροτικά ζητήματα μπορεί να μην ακούγονται σαν πρώτης προτεραιότητας.  Παρ’ όλα αυτά στις βαλκανικές χώρες η γεωργία απασχολεί ακόμα ένα συγκριτικά σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού: 7% στη Βουλγαρία, 11% στην Κροατία, 13% στην Ελλάδα, 22% στη Σερβία, 28% στη Ρουμανία, 44% στην Αλβανία – σε σύγκριση με ποσοστά που κυμαίνονται ανάμεσα στο 2-4% σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, ή η Ιταλία. Σε όχι τόσο μακρινές εποχές, η πλειοψηφία του βαλκανικού πληθυσμού ήταν ακόμα αγροτικός, και το θέμα της ιδιοκτησίας στην αγροτική γη ήταν από τα πιο καυτά. Αξίζει να κάνουμε μια αναδρομή στην Ιστορία αυτού του θέματος.

Φεουδαρχία (;) οθωμανικού τύπου: από τα τιμάρια στα τσιφλίκια

Όταν μιλάμε για τα Βαλκάνια σαν ενιαίο χώρο, είναι λογικό να ξεκινήσουμε από το πιο κοντινό κοινό τους παρελθόν: κι αυτό είναι η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το κατά πόσον το οθωμανικό σύστημα γαιοκτησίας μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος φεουδαρχίας, ανάλογο με αυτό της Δυτικής Ευρώπης, είναι κάτι για το οποίο υπάρχουν πολλές απόψεις.

Στην εποχή της ακμής της Αυτοκρατορίας, το μεγαλύτερο τμήμα της αγροτικής γης ήταν κατά βάση κρατική (μιρί). Χωριζόταν σε τιμάρια (και σε χάσια ή ζιαμέτια), τα οποία διαχειρίζονταν στελέχη του οθωμανικού στρατού, οι σπαχήδες. Θεωρητικά, σ’ αυτό το σύστημα οι αγρότες ήταν λιγότερο ευάλωτοι απέναντι σε αυθαιρεσίες, σε σύγκριση με τη φεουδαρχία δυτικού τύπου. Κύριος σκοπός των σπαχήδων ήταν η συλλογή των φόρων, και μπορούσαν θεωρητικά να μεταφερθούν οποιαδήποτε στιγμή αλλού. Οι αγρότες από την άλλη είχαν κληρονομικά δικαιώματα κατοχής στη γη τους. Μπορούσαν επίσης να προσφύγουν σε δικαστήρια ανεξάρτητα από τους σπαχήδες και ακόμα να χρησιμοποιήσουν την απειλή της φυγής, σε περίπτωση που το φορολογικό βάρος γινόταν δυσβάσταχτο.

Από τα τέλη του 16ου αιώνα όμως και μετά, αυτό το σύστημα άρχισε να αποδυναμώνεται. Τυπικά, η γη μπορεί να έμενε σε κρατικά χέρια. Δημιουργήθηκε όμως μια «επαρχιακή αριστοκρατία», η οποία κατάφερε να αποκτήσει δικαιώματα σε όλο και μεγαλύτερες γεωργικές εκτάσεις. Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν τα γνωστά μας μεγάλα τσιφλίκια. Ένα παράδειγμα μεγαλοτσιφλικά, που χρησιμοποίησε αυτήν την συλλογή γαιών για να αυξήσει την πολιτική του δύναμη (και αντίστροφα), ήταν και ο Αλή Πασάς.

Για τους αγρότες, το να πέσει το χωριό τους σε χέρια τσιφλικάδων ήταν υποβιβασμός. Έχαναν τα δικαιώματα πάνω στη γη (ή τουλάχιστον μέρος τους) και στην ουσία και την ελευθερία τους. Ήταν πλέον αδύναμοι ενάντια στην αυθαιρεσία των μεγαλογαιοκτημόνων, οι οποίοι συχνά στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν μεγαλύτερα κέρδη γίνονταν όλο και πιο καταπιεστικοί.

Τα μεγάλα τσιφλίκια πάντως δεν εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία στον ίδιο βαθμό. Σε πολλές περιοχές των Βαλκανίων, αυτά που δημιουργήθηκαν ήταν λίγα, ή τουλάχιστον δεν σταθεροποιήθηκαν. Επεκτάθηκαν αντίθετα κυρίως σε περιοχές με μεγάλη πεδιάδα, όπως στον θεσσαλικό κάμπο ή σε πολλά τμήματα της Μακεδονίας, όπου υπήρχαν μεγάλα περιθώρια κέρδους. Ακόμα πιο κυρίαρχη όμως ήταν η μεγαλοϊδιοκτησία στις τεράστιες πεδιάδες των παραδουνάβιων ηγεμονιών, στη Μολδοβλαχία. Εκεί μάλιστα, λόγω του καθεστώτος αυτονομίας, οι μεγαλογαιοκτήμονες ήταν συχνά ντόπιοι Χριστιανοί, οι λεγόμενοι βογιάροι. Η σχέση τους με τους απλούς αγρότες ήταν πολύ παρόμοια με τη δουλοπαροικία.

Η επίπεδη και εύφορη γη της Βλαχίας (εδώ νότια του Βουκουρεστίου), μαζί με την εγγύτητα στις ευρωπαϊκές αγορές, ευνόησε την ανάπτυξη της μεγάλης ιδιοκτησίας, κληροδοτώντας στη Ρουμανία και ένα σοβαρό αγροτικό πρόβλημα.

Η επίπεδη και εύφορη γη της Βλαχίας (εδώ νότια του Βουκουρεστίου) και της Μολδαβίας, μαζί με την εγγύτητα στις ευρωπαϊκές αγορές, ευνόησε την ανάπτυξη της μεγάλης ιδιοκτησίας – κληροδοτώντας στη Ρουμανία και ένα ιδιαίτερα οξύ αγροτικό πρόβλημα (βλ. και πιο κάτω).

Συμπερασματικά: όταν τον 19ο αιώνα έγινε σταδιακά και στην οθωμανική επικράτεια (ή στα νεοσύστατα βαλκανικά κρατίδια που τη διαδέχτηκαν) η μετάβαση από την κρατική στην ατομική ιδιοκτησία, δεν υπήρχε μια ενιαία εικόνα όσον αφορά την αγροτική γη. Αλλού επικρατούσε η μικροϊδιοκτησία φτωχών αγροτών με σκοπό την αυτοσυντήρηση, και αλλού τα μεγάλα τσιφλίκια με εξαγωγικό προσανατολισμό και με ακτήμονες αγρότες να εργάζονται σ’ αυτά – με διάφορες ενδιάμεσες ή ανάμικτες καταστάσεις.

Αγροτικές εξεγέρσεις και αναδιανομή της γης

Στις περιοχές με μεγάλα τσιφλίκια, η κατάσταση των αγροτών δεν άλλαξε αναγκαστικά προς το καλύτερο με την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό. Συχνά, η κύρια αλλαγή ήταν ότι οι Μουσουλμάνοι τσιφλικάδες αντικαταστάθηκαν από νέους Χριστιανούς (στην αυστρο-ουγγρική Βοσνία δεν έγινε καν αυτό – Χριστιανοί αγρότες, Σέρβοι ή Κροάτες, συνέχιζαν να δουλεύουν στη γη Μουσουλμάνων γαιοκτημόνων). Παρά τον δημόσιο λόγο περί ελευθερίας, οι ηγεσίες των νεοσύστατων βαλκανικών κρατιδίων μάλλον δεν είχαν πολλή διάθεση να συγκρουστούν με μια τόσο ισχυρή τάξη μεγαλογαιοκτημόνων. Σε διάφορα μέρη των Βαλκανίων δημιουργήθηκε έτσι μια εκρηκτική κατάσταση στον αγροτικό κόσμο.

Γνωστή σε μας είναι φυσικά η εξέγερση του Κιλελέρ. Η πιο σημαντική ίσως έγινε όμως στη Ρουμανία τρία χρόνια νωρίτερα, το 1907. Οι βογιάροι είχαν καταφέρει να εμποδίσουν ή να αποδυναμώσουν κάθε προσπάθεια σοβαρής αναδιανομής της γης τις προηγούμενες δεκαετίες – ήταν μάλλον προβλέψιμο ότι το πράγμα κάποια στιγμή θα έφτανε ως την εξέγερση. Ξέσπασε αρχικά στη ρουμανική Μολδαβία, για να επεκταθεί γρήγορα και στη Βλαχία. Μπόρεσε να καταπνιγεί μόνο μετά από μεγάλη χρήση βίας, αφήνοντας πίσω της γύρω στους 11000 νεκρούς.

Η αφύπνιση του αγροτικού κόσμου και η καλύτερη οργάνωσή του (εδώ μπορούν να αναφερθούν και τα αγροτικά κόμματα, που απέκτησαν μεγάλη πολιτική δύναμη π.χ. στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Κροατία), οδήγησαν τελικά σε μια σημαντική αναδιανομή της γης κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Στην Γιουγκοσλαβία, το ένα τέταρτο των αγροτών απέκτησε γη μετά τον Α’ Παγκόσμιο. Στη Ρουμανία πάνω από το 21% (κατά άλλες πηγές το ένα τρίτο) της συνολικής καλλιεργήσιμης γης συμπεριλήφθηκε στην αναδιανομή. Στη Βουλγαρία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 6%, αλλά εκεί επικρατούσε έτσι κι αλλιώς από πριν η μικροϊδιοκτησία. Στην Ελλάδα έφτασε το εντυπωσιακό 38%: εδώ έπαιξε φυσικά ρόλο και η ανταλλαγή πληθυσμών και η τουρκική ιδιοκτησία που δόθηκε σε πρόσφυγες.

Το γενικό αποτέλεσμα ήταν άρα να ενισχυθεί η μικροϊδιοκτησία σε βάρος της μεγάλης, ακόμα και στις περιοχές που προηγουμένως κυριαρχούσε η τελευταία (εξαίρεση ήταν π.χ. η Αλβανία, όπου η αναδιανομή ήταν μικρής έκτασης και τα μεγάλα τσιφλίκια στις παράκτιες πεδιάδες επηρεάστηκαν ελάχιστα). Δεν ήταν απαραίτητα μια εξέλιξη τόσο ευχάριστη όσο ακούγεται: μαζί με τη δημογραφική αύξηση, που οδήγησε σε ακόμα μεγαλύτερη κατάτμηση της γης, η μέση έκταση των αγροτεμαχίων μειώθηκε τόσο που υπήρχε πρόβλημα παραγωγικότητας. Οι παγκόσμιες πολιτικές εξελίξεις όμως θα ανέτρεπαν πάλι τα πράγματα.

Η κολλεκτιβοποίηση έρχεται στα Βαλκάνια

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, οι βαλκανικές χώρες (με εξαίρεση την Ελλάδα και την Τουρκία) βρέθηκαν να κυβερνούνται από μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα. Λίγα μόλις χρόνια πριν είχε πραγματοποιηθεί η μεγάλη (και βίαια) κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής γης στη σοσιαλιστική «μητέρα-πατρίδα», τη Σοβιετική Ένωση. Οι Βαλκάνιοι κομμουνιστές φυσικά προσδοκούσαν να εφαρμόσουν κι αυτοί ανάλογα μέτρα.

Παραδόξως, ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία το 1949 ήταν από τους πρώτους που το επιχείρησαν – αυτός ακριβώς δηλαδή που μόλις είχε συγκρουστεί με τη ΕΣΣΔ και αποχωρήσει από το φιλοσοβιετικό στρατόπεδο. Μπορεί να έπαιξε ρόλο και η αγωνία των Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών σ’ αυτές τις συνθήκες να αποδείξουν την πίστη τους στην ιδεολογία τους. Οι ενέργειες που έγιναν πάντως αντιμετώπισαν τη σθεναρή αντίσταση των αγροτών, Σέρβων, Κροατών ή Μουσουλμάνων.

Το 1953 η πολιτική της αναγκαστικής κολλεκτιβοποίησης τελικά εγκαταλείφθηκε: η ατομική ιδιοκτησία στη γεωργική γη έγινε αποδεκτή, και δόθηκε το δικαίωμα στους αγρότες να εγκαταλείψουν τους συνεταιρισμούς που είχαν ήδη δημιουργηθεί, ή και να τους διαλύσουν εντελώς. Το ΚΚΓ αναγνώρισε εσωτερικά την προηγούμενη πολιτική ως λάθος, αποδίδοντας την στον βολικό εχθρό: την ιδεολογική επιρροή του σταλινισμού. Εδώ μπορεί να έπαιξε ρόλο μια άλλη ιδιαιτερότητα του γιουγκοσλαβικού κομμουνισμού: το καθεστώς του Τίτο είχε σημαντική σύνδεση με τον αγροτικό πληθυσμό, λόγω της Αντίστασης στους Γερμανούς, και δεν ήθελε να τη χάσει με τέτοια αντιδημοφιλή μέτρα.

Στη Ρουμανία υπήρξαν επίσης αντιδράσεις, με πιο βίαιη όμως καταστολή, που κόστισε τη ζωή σε πολλούς χωρικούς. Οι κομμουνιστές, χωρίς να διαθέτουν την κοινωνική βάση που είχαν στη Γιουγκοσλαβία (το ΚΚΡ είχε ελάχιστα μέλη το 1944), ήταν αρχικά αρκετά διστακτικοί. Απέφυγαν να αγγίξουν την μικρή και μεσαία ιδιοκτησία, και προτίμησαν να κρατικοποιήσουν τη γη που είχε απομείνει στα χέρια των μεγαλογαιοκτημόνων, της βασιλικής οικογένειας ή της Ουνιτικής Εκκλησίας. Από το 1949 όμως, ξεκίνησαν κανονικά προγράμματα κολλεκτιβοποίησης, αν και όχι πάντα με την ένταση που επιθυμούσαν οι Σοβιετικοί «προστάτες».

Γενικά, οι φάσεις βίαιης επιβολής εναλλάσσονταν με περιόδους υπαναχώρησης και συμβιβαστικών κινήσεων. Επίσης, η ένταση με την οποία έγιναν οι προσπάθειες διέφερε από περιοχή σε περιοχή: σε συνοριακές περιοχές με εθνική ανάμιξη ή/και γεωστρατηγική σημασία δόθηκε προτεραιότητα – κάτι που δείχνει και το ότι η κολλεκτιβοποίηση ήταν στα μάτια των ηγεσιών και ένας τρόπος να εξασφαλίσουν τον έλεγχο ενός τόπου.

Ποσοστό της κολλεκτιβοποιημένης γης στη Ρουμανία το 1958. Πηγή: Iordachi & Bauerkamper (2014).

Ποσοστό της κολλεκτιβοποιημένης γης στη Ρουμανία το 1958. Είναι εμφανής η προτεραιότητα που δόθηκε π.χ. στο Μπανάτο ή στη Δοβρουτσά.
Πηγή: Iordachi & Bauerkamper (2014).

Το 1962 κηρύχθηκε τελικά η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος. Η Ρουμανία διατήρησε πάντως μέχρι και τη δεκαετία του ’80 ένα ποσοστό 13% της γεωργικής γης σε ιδιωτική κτήση (επρόκειτο είτε για οικογενειακούς κήπους, είτε για γη σε ορεινές περιοχές): το δεύτερο μεγαλύτερο στο ανατολικό μπλοκ, μετά την Πολωνία. Για τους αγρότες φαίνεται ότι ήταν αρκετά σημαντικό: η προσπάθεια του Τσαουσέσκου να το κρατικοποιήσει κι αυτό, για να αντιμετωπίσει τη βαθιά οικονομική κρίση εκείνων των χρόνων, εξόργισε πολλούς και ήταν τελικά από τους παράγοντες που οδήγησαν στη βίαιη ανατροπή του.

Η Βουλγαρία, η χώρα που είχε πάντα τη φήμη της πιο πιστής στη Μόσχα («16η σοβιετική δημοκρατία»), φρόντισε να την επιβεβαιώσει και σ’ αυτόν τον τομέα, καταφέρνοντας να κινηθεί στα σοβιετικά χνάρια σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (σε σύγκριση με άλλες ανατολικές χώρες). Το πρόγραμμα κολλεκτιβοποίησης ξεκίνησε το 1948, και μέχρι τα τέλη της επόμενης δεκαετίας είχε κιόλας ολοκληρωθεί. Αν και η ισχυρή αντίσταση που συνάντησε η κομμουνιστική ηγεσία από την αγροτιά, ειδικά στη βορειοδυτική Βουλγαρία, την ανάγκασε προσωρινά να χαμηλώσει κάπως τους ρυθμούς, από το 1956 ξεκίνησε η δεύτερη φάση εντατικής (και βίαιης) κολλεκτιβοποίησης, που κάλυψε ακόμα και τις ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές της χώρας.

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου στην Αλβανία, την οικονομικά πιο υπανάπτυκτη χώρα της Ευρώπης,  ένα ακόμα μεγάλο μέρος της γης ανήκε σε τσιφλικάδες. Η πρώτη κίνηση της κομμουνιστικής ηγεσίας ήταν άρα να μοιράσει τη γη σε ακτήμονες ή φτωχούς αγρότες, ενισχύοντας έτσι αρχικά την μικροϊδιοκτησία. Στα επόμενα χρόνια όμως, ακολούθησε κι αυτή την πολιτική της κολλεκτιβοποίησης. Η διαδικασία προχώρησε με μάλλον αργούς ρυθμούς, διαρκώντας δεκαετίες, αλλά τελικά με επιτυχία: στο τέλος της δεκαετίας του ’60 περίπου όλη η αγροτική γη ανήκε στο κράτος ή σε συνεταιρισμούς. Η αλλαγή ήταν ακόμα πιο δραστική από άλλες χώρες.

Ο Ενβέρ Χότζα, ο μοναδικός σύμμαχος της μαοϊκής Κίνας στα Βαλκάνια, επέμενε να διακηρύττει την αλβανική ιδιαιτερότητα και στον αγροτικό τομέα, διαχωρίζοντας τις δικές του προσπάθειες απ’ αυτές των «σοβιετικών δορυφόρων». Κατά πόσον αυτές οι διαφορές ήταν τόσο σημαντικές, είναι φυσικά συζητήσιμο. Πάντως, εκτός από την κολλεκτιβοποίηση έγιναν και σημαντικές προσπάθειες. εντατικοποίησης της γεωργίας, επεκτείνοντας κυρίως την αρδευόμενη έκταση. Ιδιαίτερη σημασία είχαν στην Αλβανία και τα κρατικά αγροκτήματα (αντιστοιχούσαν το 1990 σε περίπου 24% της αρώσιμης γης), που λειτουργούσαν περίπου «βιομηχανικά», με γεωργικούς εργάτες να δουλεύουν σ’ αυτά με σταθερούς μισθούς.

Μιλώντας γενικά για τα Βαλκάνια, φαίνεται ότι η ιδέα της κολλεκτιβοποίησης δεν ήταν μόνο ένα θέμα κομμουνιστικής ιδεολογικής καθαρότητας ή ένα πρακτικό ζήτημα αύξησης της γεωργικής παραγωγικότητας – είχε και άλλες διαστάσεις. Ήταν μια πραγματικά ριζική αλλαγή, σε κοινωνίες που ήταν ακόμα αγροτικές – και έπαιξε το ρόλο της στη γρήγορη μετατροπή τους σε αστικές. Σχετιζόταν φυσικά και με μια προσπάθεια να ελέγξουν οι κομμουνιστικές ηγεσίες τον αγροτικό κόσμο: αυτός ακόμα αποτελούσε στις αρχές της κομμουνιστικής διακυβέρνησης την πλειοψηφία του πληθυσμού στις υπανάπτυκτες βαλκανικές χώρες.

Η αντίσταση των απλών αγροτών στην κολλεκτιβοποίηση ήταν μεγάλη, και σίγουρα δεν προερχόταν μόνο από την πιο εύπορη μερίδα τους (οι κομμουνιστές προσπάθησαν να επενδύσουν στις ταξικές διαφορές μεταξύ αγροτών, με μικρή επιτυχία όμως – πολλοί φτωχοί αγρότες αισθάνονταν τους πιο εύπορους συντοπίτες τους, παρά τους όποιους ανταγωνισμούς, πιο κοντά σ’ αυτούς παρά τους κομμουνιστές των πόλεων). Αυτή η σύνδεση του αγρότη με τη γη του,  ήταν ένας παράγοντας που οι κομμουνιστικές ηγεσίες μάλλον υποτίμησαν. Ίσως δεν θα ήταν υπερβολή να συγκρίνουμε την πρόσληψη της κολλεκτιβοποίησης από την αγροτιά με την ανάλογη της τσιφλικοποίησης σε προηγούμενους αιώνες. Οι αντιδράσεις έφταναν στο σημείο π.χ. στη Γιουγκοσλαβία, να καίνε οι αγρότες το σιτάρι τους, να σκοτώνουν τα ζώα τους και να καταστρέφουν τα εργαλεία τους, πριν να γίνουν (υποχρεωτικά) μέρος ενός συνεταιρισμού.

Επιστροφή στη βαλκανική μικροϊδιοκτησία

Παρά τις τοπικές διαφορές (που είχαν να κάνουν και με τη διαφορετική σχέση με την ΕΣΣΔ), το τέλος του Ψυχρού Πολέμου βρήκε τις βαλκανικές σοσιαλιστικές χώρες σε στάδιο προχωρημένης κολλεκτιβοποιημένης/κρατικοποιημένης γεωργίας – με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία. Με το νέο καπιταλιστικό μοντέλο όμως, ήταν αναπόφευκτο να έρθει το τέλος και αυτού του μοντέλου.

Όπως αποδείχτηκε, η διαδικασία της ακύρωσης της κολλεκτιβοποίησης δεν ήταν κατ’ ανάγκη λιγότερο δύσκολη από τη δημιουργία της. Η γενική αρχή ήταν η επιστροφή γης στους αρχικούς ιδιοκτήτες της και τους απογόνους τους (νέα αναδιανομή της κολλεκτιβοποιημένης ή κρατικής γης σε μεγάλη έκταση υπήρχε απ’ ό,τι ξέρω μόνο στην Αλβανία). Μετά από τόσα χρόνια όμως, αυτό δεν ήταν καθόλου απλό και οι περιπτώσεις καταπάτησης γης έγιναν συνηθισμένο φαινόμενο.

Όπως και να ‘χει, η μικροϊδιοκτησία έχει επιστρέψει για τα καλά στα Βαλκάνια. Οι βαλκανικές χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) έχουν σήμερα από τους χαμηλότερους μέσους όρους έκτασης αγροτεμαχίων στην Ευρώπη – κάτι από πολλούς που θεωρείται ότι έχει και σαν αποτέλεσμα τη χαμηλή παραγωγικότητα της γεωργίας.

Όπως είδαμε, οι βαλκανικές χώρες γνώρισαν σε σχετικά μικρά χρονικά διαστήματα πολλές αλλαγές του κυρίαρχου μοντέλου γαιοκτησίας. Οι ιστορικές εμπειρίες απ’ αυτές μπορούν να φανούν χρήσιμες για τα ανάλογα μοντέλα του μέλλοντος. Μπορεί οι βαλκανικοί λαοί να είναι σήμερα κι αυτοί σε μεγάλο βαθμό αστικοποιημένοι, αυτό δεν αλλάζει όμως το γεγονός ότι βασίζονται στη γεωργία για τη διατροφή τους. Ακόμα και σήμερα, το αγροτικό ζήτημα δεν είναι κάτι που μπορεί να αγνοηθεί.


Πηγές

  • Klaus Kreiser, Christoph K. Neumann (2005): Kleine Geschichte der Türkei.
  • Çağlar Keyder, ‎Faruk Tabak (eds.) (1991): Landholding and Commercial Agriculture in the Middle East.
  • Gábor Ágoston & Bruce Masters (2009): Encyclopedia of the Ottoman Empire.
  • Θάνος Βερέμης (2016): Βαλκάνια: Ιστορία και κοινωνία – ένα πολύχρωμο υπόδειγμα εθνικισμού.
  • Κυριάκος Μελέτης/ Παναγιώτης Ξανθόπουλος (2006): Οι συνεταιριστικές μορφές συνεργασίας και οι συνθήκες ανάδυσής τους – Μέρος Β’Μηνιαία Επιθεώρηση.
  • Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη (2010): Η Προεπαναστική Ελλάδα (1821 – Η γέννηση ενός έθνους-κράτους, Τόμος Α’).
  • Constantin Iordachi & Arnd Bauerkämper (2014): The Collectivization of Agriculture in Communist Eastern Europe – Comparison and Entanglements.
  • Elisabeth Lichtenberger (1976): Albanien – der isolierte Staat.
  • Wim van Meurs (1999): Land Reform in Romania – A Never-Ending Story. In: South-East Europe Review.

Οθωμανοι πασαδες: μεταρρυθμιστες και αποστατες

Κλασσικό

Στα τέλη του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου, ήταν ήδη φανερό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν σε παρακμή. Οι εθνικές ιδεολογίες έκαναν τότε σιγά-σιγά την είσοδό τους στην περιοχή μας: δύσκολα μπορούσε κάποιος τότε να προβλέψει ότι αυτές θα ξανάφτιαχναν τον χάρτη της περιοχής μας από την αρχή, με την ίδρυση μιας σειράς από νέα έθνη-κράτη. Ότι η Αυτοκρατορία στην παλιά της μορφή δύσκολα θα επιβίωνε, μπορεί να ήταν ήδη αρκετά εμφανές, αλλά όχι και το τι θα την αντικαθιστούσε.

Εκείνα τα χρόνια εμφανίστηκαν σε διάφορα κομμάτια της οθωμανικής επικράτειας επαρχιακοί διοικητές, οι οποίοι λειτουργούσαν σχεδόν ανεξάρτητα από την Υψηλή Πύλη. Τα «κράτη» που έστησαν ήταν ίσως από πολλές απόψεις πιο λειτουργικά από την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αλή Πασάς ο Τεπελενλής

Η ιστορία του Αλή Πασά είναι πολύ γνωστή στον ελληνικό χώρο. Γεννήθηκε στο Τεπελένι της Βόρειας Ηπείρου και, ακολουθώντας και μια οικογενειακή παράδοση, ως νέος επιδόθηκε σε ληστρική δραστηριότητα. Αυτό το χρησιμοποίησε για να αποδείξει τις πολεμικές του ικανότητες και να βρει τη θέση του στην υπηρεσία του κράτους (για την σχέση αυτή ανάμεσα στη ληστεία και τα οθωμανικά αξιώματα, υπάρχει άλλο άρθρο στο μπλογκ). Το 1788 κατορθώνει να γίνει πασάς (περιφερειακός διοικητής) στα Ιωάννινα. Στις καλύτερές του στιγμές, θα φτάσει να ελέγχει μια τεράστια περιοχή, από την Κεντρική Αλβανία μέχρι τη Θεσσαλία και την Ανατολική Στερεά (πλην Αττικής). Οι τάσεις αυτονόμησής του όμως θα οδηγήσουν σε σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη, και τελικά στην καθαίρεση και εκτέλεσή του το 1822.

Το άγαλμα του Αλή Πασά στο Τεπελένι. https://en.wikipedia.org/wiki/Ali_Pasha_of_Ioannina#/media/File:Ali_Pashas_in_Tepelena.jpg

Το άγαλμα του Αλή Πασά στο Τεπελένι.
Πηγή εικόνας

Πέρα από τον μύθο που περιτριγυρίζει την ιστορία του Αλή Πασά, υπάρχει όμως και το ερώτημα του τι σήμαινε πραγματικά η διακυβέρνησή του για τον τόπο. Έχουμε από τη μια την εικόνα ενός αιμοσταγή τυράννου, από την άλλη όμως και ενός αποτελεσματικού κυβερνήτη που φρόντισε για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των υπηκόων του. Μπορεί τελικά το ένα να μην αποκλείει το άλλο. Στα χρόνια του δημιουργήθηκε στον ελληνο-αλβανικό χώρο κάτι που θύμιζε τουλάχιστον σύγχρονο συνεκτικό κράτος. Ο ρόλος που έπαιξαν ως θεμέλιο για την ίδρυση του νεοελληνικού σύγχρονου έθνους-κράτους, έχει ήδη επισημανθεί.

Η ληστεία καταπολεμήθηκε και τα ταξίδια και το εμπόριο έγιναν σχετικά ασφαλή. Η γεωργία ενισχύθηκε με  υδραυλικά έργα και αποξηράνσεις ελών. Το οδικό δίκτυο βελτιώθηκε και σε κάποια τμήματα του έγινε μάλιστα ικανό και για συγκοινωνία με άμαξες. Στην επικράτεια του Αλή κυριαρχούσε σχετική ανεξιθρησκεία (κάτι που κατά μια άποψη συνδέεται και με τις ισχυρές επιρροές που αυτός είχε από τον μπεκτασισμό): στα χρόνια του κτίστηκαν και πολλές εκκλησίες και μοναστήρια. Η ελληνική παιδεία στα Γιάννενα μπόρεσε να αναπτυχθεί, όπως και η τοπική βιοτεχνία. Ο Αλή Πασάς  ακολουθούσε ακόμα και μια δική του εξωτερική πολιτική, δείχνοντας μάλλον μια προτίμηση προς την Αγγλία.

Το αν ο Αλής έβλεπε τον εαυτό του απλά σαν τοπικό ηγέτη μιας (έστω μεγάλης) οθωμανικής επαρχίας ή αν στόχευε σε μια ελληνο-αλβανική ανεξαρτησία, ή ακόμα, εντελώς αντίθετα, στον σουλτανικό θρόνο, είναι ένα θέμα για το οποίο διαφωνούν οι ιστορικοί. Δεν πρέπει να παραλείψουμε όμως και κάτι ακόμα σημαντικό. Ο Αλή Πασάς, εκτός από πολιτικός ηγέτης, είχε γίνει και μεγαλοτσιφλικάς. Η οικονομική του δύναμη βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα που εισέπραττε από την καταπίεση των κολίγων στα τσιφλίκια του.

Οσμάν Πασβάνογλου, ο βεζύρης του Βιδινίου

Ο Οσμάν Πασβάνογλου γεννήθηκε στο Βιδίνιο, ένα λιμάνι του Δούναβη στη σημερινή βορειοδυτική Βουλγαρία. Ο πατέρας του ήταν γενίτσαρος: η σχέση του Οσμάν με τους γενίτσαρους της περιοχής θα αποδεικνυόταν καθοριστική για την πολιτική του πορεία. Συμμαχώντας μαζί τους ξεκίνησε εξέγερση εναντίον του Σουλτάνου Σελίμ Γ’, ο οποίος προωθούσε μεταρρυθμίσεις που θα περιόριζαν τη δύναμή τους. Ταυτόχρονα, κέρδισε και συμπάθειες από τους ντόπιους χωρικούς, που δεν ήθελαν να πληρώσουν τους αυξημένους φόρους, οι οποίοι ήταν επίσης μέρος της νέας σουλτανικής πολιτικής. Ο Σουλτάνος τελικά αναγκάστηκε το 1798 να αναγνωρίσει τη δύναμη του Πασβάνογλου, ανακηρύσσοντας τον σε Βεζίρη του Βιδινίου.

Ο Οσμάν ενδιαφερόταν για τις εξελίξεις στην Ευρώπη, και προσπάθησε να αναπτύξει απ’ ευθείας σχέσεις με δυνάμεις όπως η Γαλλία και η Ρωσία, παρακάμπτοντας την Υψηλή Πύλη. Η συμμαχία με τους γενίτσαρους πιθανόν να τον έκανε δημοφιλή ανάμεσα στους Μουσουλμάνους. Ταυτόχρονα όμως, ο Πασβάνογλου είχε μια ιδιαίτερη σχέση και με τους Χριστιανούς. Πολλοί απ’ αυτούς κατείχαν σημαντικό ρόλο στο διπλωματικό του σώμα, στον διοικητικό μηχανισμό και στον στρατό του. Εξάλλου, είναι γνωστός και για τη σχέση που είχε με το Ρήγα Βελεστινλή. Λέγεται ότι ο λόγος που ο τελευταίος εκτελέστηκε στο Βελιγράδι αντί να σταλεί στην Κωνσταντινούπολη, ήταν γιατί ο Σουλτάνος ήθελε να αποφύγει το ταξίδι μέσα από την επικράτεια του Πασβάνογλου, ο οποίος θα φρόντιζε για την απελευθέρωση του φίλου του. Ο Ρήγας του αφιέρωσε και τους ακόλουθους στίχους από το Θούριο:

Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλεις να νικάς.
Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.

Στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής, ο Πασβάνολγου φρόντισε για τη βελτίωση της ασφάλειας και των υποδομών. Ανέπτυξε το οδικό δίκτυο, έκτισε χάνια και διοικητικά κτίρια.  Οι φόροι σταθεροποιήθηκαν σε λογικά επίπεδα, ενώ υπήρχε αρκετή θρησκευτική ελευθερία. Παράλληλα μ’ αυτό όμως, το όνομα του συνδέθηκε και με την ανάπτυξη του συστήματος των τσιφλικιών, της οθωμανικής εκδοχής της φεουδαρχίας.

Το τζαμί Οσμάν Πασβάνογλου με την Βιβλιοθήκη στα αριστερά. http://www.panoramio.com/photo_explorer#view=photo&position=32062&with_photo_id=56543337&order=date_desc&user=6063809

Το τζαμί Οσμάν Πασβάνογλου με την ομώνυμη βιβλιοθήκη στα αριστερά, στο Βιδίνιο.
Πηγή εικόνας

Μεχμέτ Αλή Πασάς: από την Καβάλα στην Αίγυπτο

Στην νεοελληνική Ιστορία μας είναι γνωστά τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ και ο ρόλος που έπαιξαν στην καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Το ότι αυτά πέτυχαν εκεί που ο οθωμανικός στρατός είχε αποτύχει, έχει να κάνει και με το ότι ήταν πιο προσαρμοσμένα στα σύγχρονα δεδομένα. Κι αυτό πάλι, έχει σχέση με το αιγυπτιακό καθεστώς της εποχής.

Ο Ιμπραήμ ήταν ο γιος του Μεχμέτ Αλή, του τότε κυβερνήτη της Αιγύπτου. Ο Μεχμέτ Αλή (ή Μωχάμετ Αλή) γεννήθηκε στην Καβάλα το 1769, πιθανότατα σε αλβανική οικογένεια. Το πιο κρίσιμο γεγονός για την μετέπειτα πορεία του ήταν η εισβολή του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798. Ο Μεχμέτ Αλή στάλθηκε εκεί ως αρχηγός μιας αλβανικής στρατιωτικής ομάδας, για να αντιμετωπίσει τα γαλλικά στρατεύματα, και μέσα από διάφορες συμμαχίες κατάφερε το 1805 να διοριστεί αντιβασιλέας της (ακόμα οθωμανικής) Αιγύπτου.

Ο Μεχμέτ Αλή Πασάς. https://www.britannica.com/place/Egypt/Muhammad-Ali-and-his-successors-1805-82

Ο Μεχμέτ Αλή Πασάς.
Πηγή εικόνας

Έδειξε από νωρίς την πρόθεσή του να μετατρέψει την Αίγυπτο σε κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία – δηλαδή τη δική του. Το πρώτο βήμα ήταν η νικηφόρα σύγκρουση με την ντόπια αριστοκρατία (τους Μαμελούκους) και τον «κλήρο» (τους ουλεμάδες): ήταν η προϋπόθεση για να γίνει πραγματικός «μονάρχης» της Αιγύπτου. Αυτή η δύναμη έγινε όμως και η αδυναμία του, αφού οι προσπάθειες εκσυχρονισμού που έκανε ήταν στην ουσία προσωπικές, χωρίς να υπάρχει μια σημαντική στήριξη ούτε καν από τους ίδιους τους κρατικούς αξιωματούχους.

Ο Μεχμέτ Αλή προώθησε σημαντικές διοικητικές μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα σχολείων και εξειδικευμένων σχολών (π.χ. ιατρικής), στις οποίες δίδασκαν και Ευρωπαίοι. Επένδυσε στον εξαγωγικό τομέα της γεωργίας και ιδιαίτερα στην καλλιέργεια του βαμβακιού, που του έφερνε μεγάλα έσοδα – αφού είχε εξασφαλίσει το κρατικό μονοπώλιο στο εμπόριο τέτοιων προϊόντων. Έγιναν ακόμα και κάποιες προσπάθειες εκβιομηχάνισης, ίσως οι πρώτες σημαντικές στην περιοχή μας, κυρίως σε κλάδους όπως η υφαντουργία. Η βιομηχανία έφτασε στο σημείο να απασχολεί περίπου το 4% του πληθυσμού: για την εποχή, μάλλον καθόλου μικρό ποσοστό.

Η αυξανόμενη δύναμή του όμως τον έφερε και αυτόν σε σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη. Λίγα χρόνια μόνο αφού βοήθησε στην καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης, βρέθηκε ο ίδιος να στέλνει στρατό στη Συρία εναντίον του Σουλτάνου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κινδύνεψε ίσως όσο ποτέ άλλοτε από ένα τέτοιο εσωτερικό κίνημα: τα στρατεύματα του Μεχμέτ Αλή έφτασαν μέχρι το Ικόνιο, βαθιά μέσα στην Μικρά Ασία. Εξεγέρσεις όπως αυτές του Γκιαούρ Ιμάμη στην Κύπρο το 1833 μπορεί και να σχετίζονται ακριβώς με αυτήν την άνοδο του Μεχμέτ Αλή, και τις ελπίδες που άρχισαν να γεννιούνται για κάτι καλύτερο που μπορούσε να αντικαταστήσει την οθωμανική δυναστεία.

Στο τέλος, ήταν η παρέμβαση των Δυτικών Δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας, που έσωσε τον Σουλτάνο. Ο Μεχμέτ Αλή αναγκάστηκε μετά το 1841 να περιοριστεί πάλι στην Αίγυπτο, όπου θα πέθαινε λίγα χρόνια μετά. Υποχρεώθηκε επίσης να καταργήσει τα γεωργικά μονοπώλια (στα έσοδα των οποίων στηριζόταν και η χρηματοδότηση των μεταρρυθμίσεων του), όπως και τα όποια προστατευτικά μέτρα ενάντια στα φτηνά δυτικά εισαγόμενα προϊόντα – με καταστροφικές συνέπειες για την ανάπτυξη της ντόπιας βιομηχανίας.

Για το πόσο πετυχημένη ήταν τελικά η διακυβέρνησή του όσον αφορά τον εκσυχρονισμό της Αιγύπτου, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Την εποχή του πάντως μπήκαν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός ξεχωριστού αιγυπτιακού κράτους. Οι απόγονοι του θα κυβερνούσαν την Αίγυπτο μέχρι και την ανατροπή της μοναρχίας από τον Νάσερ, το 1952.


Όπως είδαμε, αυτοί οι τοπικοί Οθωμανοί κυβερνήτες στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα, λειτουργούσαν περίπου σαν ηγέτες ανεξάρτητων κρατών, με τους δικούς τους στρατούς και τη δική τους εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Αν και τυπικά ήταν κάτω από τις εντολές του Σουλτάνου και δρούσαν στο όνομά του, δεν δίσταζαν να συγκρουστούν με την Υψηλή Πύλη, όταν το έκριναν αναγκαίο – ακόμα και με στρατιωτικά μέσα.

Στην περιοχή που έλεγχαν, την οποία προσπαθούσαν συνεχώς να επεκτείνουν, προσπάθησαν να στήσουν δομές που τουλάχιστον θυμίζουν κάπως λειτουργικό κράτος. Η επιτυχία τους ήταν περιορισμένη, ειδικά αυτή των ιδιαίτερα φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων του Μεχμέτ Αλή – αλλά πάντως, ίσως μεγαλύτερη απ’ αυτήν των αντίστοιχων σουλτανικών πρωτοβουλιών την ίδια εποχή. Στο τοπικό επίπεδο, φαίνεται ότι οι δυνατότητες για σημαντικές αλλαγές ήταν μεγαλύτερες.

Το να τους δούμε ως πραγματικά εκσυγχρονιστές ηγέτες μπορεί να είναι υπερβολικό: και οι τρεις είχαν μάλλον περιορισμένη μόρφωση και είναι πολύ αμφίβολο αν αντιλαμβάνονταν την σημασία των κοινωνικών αλλαγών στην Δύση εκείνη την εποχή, ή απλά εντυπωσιάζονταν από τα τεχνολογικά της επιτεύγματα. Από μια άποψη, ήταν τυπικοί Οθωμανοί τοπικοί άρχοντες που κυβερνούσαν απολυταρχικά, ενδιαφερόμενοι κυρίως ν’ αυξήσουν την προσωπική τους δύναμη και να συλλέξουν πλούτο.

Αν και Μουσουλμάνοι ηγέτες πάντως, είναι ένα κοινό τους ότι επέτρεψαν σημαντική θρησκευτική ελευθερία και δεν δίστασαν να συνεργαστούν με Χριστιανούς. Στα «κράτη» του Αλή Πάσα ή του Πασβάνογλου οι ντόπιοι Χριστιανοί έπαιζαν σημαντικό ρόλο σε πολλά επίπεδα, από το οικονομικό, το διοικητικό μέχρι και το στρατιωτικό. Ο Μεχμέτ Αλή δεν δίστασε, παρά τις αντιδράσεις, να δώσει σημαντικά πόστα σε πολλούς ειδικούς από την ανεπτυγμένη χριστιανική Δύση για να πραγματοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις του, ανταμείβοντάς τους πλουσιοπάροχα.

Κάτω από άλλες συνθήκες, θα ήταν ίσως δυνατό αυτές οι ημιαυτόνομες προσωποκεντρικές ηγεμονίες να εξελιχθούν σε πραγματικά κράτη, που θα αντικαθιστούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία; Θα ήταν αυτά πολυπολιτισμικά κράτη, διαφορετικά από τα έθνη-κράτη των Βαλκανίων όπως τα ξέρουμε σήμερα; Οι υποθέσεις στην Ιστορία είναι σίγουρα δύσκολο πράγμα. Παρ’ όλα αυτά, ας έχουμε υπόψη ότι η τελική κατάληξη του «Ανατολικού Ζητήματος» δεν ήταν αυτονόητη, κι ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν εντελώς διαφορετικά.


Πηγές:

Απο τη Βλαχια στην Τρανσυλβανια

Κλασσικό

Το άρθρο αυτό γράφτηκε με αφορμή ένα πρόσφατο ταξίδι στη Ρουμανία, μια πολύ ιδιαίτερη χώρα από πολλές απόψεις: ιστορικές, γλωσσικές, πολιτισμικές. Συνδυάζει, κόντρα στα κλασικά διχοτομικά σχήματα, τη λατινοφωνία με την Ορθoδοξία, και κουβαλά τα ίχνη ενός παρελθόντος ως η περιοχή συνάντησης τριών αυτοκρατοριών: της Ρωσικής, της Οθωμανικής και αυτής των Αψβούργων.

Οι ιστορικές περιοχές της "Μεγάλης Ρουμανίας" (τα σημερινά σύνορα απεικονίζονται με τη μπλε γραμμή): Μολδαβία (μαζί με τη Μπουκοβίνα και τη Βεσσαραβία), Βλαχία (μαζί με την Οντενία και τη Δοβρουτσά - η κίτρινη κεντρική περιοχή ονομάζεται από τους Ρουμάνους Μοντενία) και η Τρανσυλβανία μαζί με το Μπανάτο, οι περιοχές που ανήκαν στην Αυστροουγγαρία. https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/2/29/RomaniaHistRegions.jpg

Οι ιστορικές περιοχές της «Μεγάλης Ρουμανίας» (τα σημερινά σύνορα απεικονίζονται με τη μπλε γραμμή). Η κοκκινωπή περιοχή αντιστοιχεί περίπου στην ιστορική Μολδαβία (μαζί με τη Μπουκοβίνα και τη Βεσσαραβία). Με κίτρινα-πράσινα χρώματα φαίνεται η Βλαχία, μαζί με την ιδιαίτερη περίπτωση της Δοβρουτσάς. Με γαλάζια χρώματα απεικονίζονται οι περιοχές που ανήκαν στην Αυστροουγγαρία, δηλαδή κυρίως η Τρανσυλβανία, μαζί με το Μπανάτο.
Πηγή εικόνας

Οι δύο «παραδουνάβιες ηγεμονίες», η Μολδαβία και η Βλαχία, ανήκαν μεν στους Οθωμανούς, αλλά ήταν ημιαυτόνομες και άρα μια ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν είχαν Μουσουλμάνους κυβερνήτες, αλλά Χριστιανούς Ορθόδοξους, αρχικά ντόπιους. Στη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι Οθωμανοί προτίμησαν να αναθέτουν αυτήν τη δουλειά σε Έλληνες Φαναριώτες, όπως τους Υψηλάντηδες και τους Μαυροκορδάτους. Εκείνη περίπου την εποχή ήταν που άρχισαν να αναπτύσσονται το ελληνικό εμπόριο και οι ελληνικές παροικίες στη Μολδοβλαχία.

Ο Δούναβης συλλέγει τα νερά από μια τεράστια περιοχή της κεντρικής Ευρώπης για να το οδηγήσει εδώ προς τη Μαύρη Θάλασσα, σχηματίζοντας και το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Ο Δούναβης χώριζε την κυρίως ειπείν οθωμανική επικράτεια (δεξιά) από τις ημιαυτόνομες παραδουνάβιες ηγεμονίες (αριστερά). Σήμερα σχηματίζει το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Το 1859 έγινε το πρώτο μεγάλο βήμα για τη δημιουργία ενός σύγχρονου έθνους-κράτους: η Μολδαβία και η Βλαχία ενώθηκαν, και η νέα αυτόνομη περιοχή βαφτίστηκε Ρομανία (το όνομα μεταφέρθηκε μετά σε άλλες γλώσσες ως «Ρουμανία»). Το όνομα που επιλέχθηκε ήταν μια καθαρή αναφορά στη λατινικότητα της γλώσσας, την οποία μιλούσαν οι κάτοικοι και των δύο περιοχών: σ’ αυτήν τη βάση θα κτιζόταν το νέο έθνος-κράτος (θα γινόταν επίσημα ανεξάρτητο 18 χρόνια μετά).

Από τον Κάρολο στον Τσαουσέσκου

Παρά τη λατινοφωνία της Ρουμανίας όμως, η γερμανική διείσδυση δεν σταματούσε στην αυστροουγγρική Τρανσυλβανία. Τα νεοσύστατα βαλκανικά κρατίδια πρόσφεραν εκείνη την εποχή αρκετές ευκαιρίες απασχόλησης για άνεργους Γερμανούς πρίγκιπες. Αν η Ελλάδα εισήγε τη δική της δυναστεία από τον οίκο των Γλύξμπουργκ, οι Ρουμάνοι προτίμησαν να προμηθευτούν γνήσιους Χοεντζόλερν, δηλαδή από τον οίκο από τον οποίο προέρχονταν και οι ίδιοι οι Πρώσοι μονάρχες, οι αργότερα Γερμανοί αυτοκράτορες.

Ο πρώτος Γερμανός μονάρχης της Ρουμανίας (μετά από ένα σύντομο πείραμα μ’ έναν ντόπιο ηγέτη, τον Αλέξανδρο Κούζα) ήταν ο Κάρολος Α’, ο οποίος κυβέρνησε τη χώρα 48 ολόκληρα χρόνια. Αν και η διακυβέρνησή του συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό, δεν τόλμησε να θίξει τα συμφέροντα των μεγάλων γαιοκτημόνων και άρα να λύσει το πιο καυτό πρόβλημα της χώρας, το αγροτικό.

Το άγαλμα του Καρόλου Α', μπροστά από τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, που κτίστηκε επί βασιλείας του και ακόμα φέρει το όνομά του.

Το άγαλμα του Καρόλου Α’ στο Βουκουρέστι, μπροστά από τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, η οποία κτίστηκε επί βασιλείας του και ακόμα φέρει το όνομά του.

Παρά τη γερμανική προέλευση της δυναστείας πάντως, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ρουμανία έμεινε πιστή στη λατινικότητα και τη γαλλοφιλία της, πολεμώντας με τη μεριά της Αντάντ (κάτι που παρεμπιπτόντως είχε ως συνέπεια τη «διαγραφή» του τότε βασιλιά Φερδινάνδου από τον οίκο των Χοεντζόλερν, ως τιμωρία) . Βρέθηκε έτσι στο τέλος του πολέμου στην πλευρά των νικητών και κατάφερε να αυξήσει την έκτασή της εντυπωσιακά. Προσάρτησε την τεράστια αυστροουγγρική Τρανσυλβανία, τη Βεσσαραβία από τη Ρωσία, καθώς και ολόκληρη τη Δοβρουτσά, εις βάρος της ηττημένης Βουλγαρίας. Η Μεγάλη Ρουμανία είχε γίνει πραγματικότητα.

Στον Β’ Παγκόσμιο η ρουμανική ηγεσία (βασιλική δικτατορία πλέον) δεν επανέλαβε τη σοφή της επιλογή. Αντίθετα, συντάχθηκε με τις δυνάμεις του Άξονα. Το αποτέλεσμα: με το τέλος του πολέμου δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να παρακολουθεί τα σοβιετικά στρατεύματα να προελαύνουν στη χώρα. Επίσης, έχασε πάλι τη Βεσσαραβία (προσαρτήθηκε στη Σοβιετική Ένωση, η οποία τη μοίρασε ανάμεσα στην Ουκρανία και τη νέα Σοβιετική Δημοκρατία της Μολδαβίας) και ένα τμήμα της Δοβρουτσάς, το οποίο επιστράφηκε στη Βουλγαρία.

Η Ρουμανία έγινε μεν έτσι μέρος του «ανατολικού μπλοκ», δεν άργησε όμως να δείξει πάλι την ιδιαιτερότητά της. Ο Νικολάε Τσαουσέσκου, ηγέτης της χώρας από το 1965, προσπάθησε να ακολουθήσει μια πολιτική πιο ανεξάρτητη από τη Σοβιετική Ένωση, με μια γερή δόση ρουμανικού εθνικισμού. Το 1968 καταδίκασε, ως μόνος ηγέτης από το ανατολικό μπλοκ, καθαρά τη σοβιετική επέμβαση στη Τσεχοσλοβακία. Αυτό τον βοήθησε να κερδίσει πολλές συμπάθειες από τις δυτικές ελίτ, αλλά και από διάφορους ευρωκομμουνιστές.

Το καθεστώς του ήταν όμως αναμφίβολα αυταρχικό, με μια έντονη προσωπολατρία και ιδιαίτερα ανεπτυγμένο δίκτυο παρακολούθησης του πληθυσμού. Μεταξύ άλλων, ο Τσαουσέσκου είχε απαγορεύσει την έκτρωση και την.. αντισύλληψη (με σκοπό την αύξηση του πληθυσμού): ακόμα μια πρωτοτυπία του ρουμάνικου σοσιαλισμού.

Για να κτίσει το επιβλητικό Παλάτι του Λαού (δεξιά, δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο) και το "Τσεντρούλ Τσιβίκ" (ξεκινάει στα αριστερά ), μια σειρά από νέα κτίρια με μαρμάρινες προσόψεις, προορισμένα για τα υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος, ο Τσαουσέσκου γκρέμισε ένα μεγάλο μέρος της παλιάς πόλης, ξεσπιτώνοντας περίπου 40.000 κάτοικους (η έκταση με τα γκρεμισμένα κτίρια είχε ονομαστεί τότε ειρωνικά "Τσαουσίμα"). Θεωρείται δείγμα της καταστροφικής μεγαλομανίας του δικτάτορα.

Για να κτίσει το επιβλητικό Παλάτι του Λαού (δεξιά, δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο) και το «Τσεντρούλ Τσιβίκ» (αριστερά, μια περιοχή με κτίρια με μαρμάρινες προσόψεις, προορισμένα κυρίως για τα υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος), ο Τσαουσέσκου γκρέμισε ένα μεγάλο μέρος της παλιάς πόλης, ξεσπιτώνοντας περίπου 40.000 κάτοικους (η έκταση με τα γκρεμισμένα κτίρια είχε ονομαστεί τότε ειρωνικά «Τσαουσίμα»). Θεωρείται τυπικό δείγμα της καταστροφικής μεγαλομανίας του δικτάτορα.

Τίποτα απ’ αυτά δεν μπόρεσε πάντως να τον σώσει από την οικονομική κατάρρευση. Τη δεκαετία του ’80, η επιβολή σκληρής λιτότητας, με σκοπό να αποπληρώσει το τεράστιο δημόσιο χρέος και να αποφύγει τη χρεωκοπία (αν αυτό μας θυμίζει κάτι), είχε σαν αποτέλεσμα τη ραγδαία φτωχοποίηση πολλών Ρουμάνων. Στο τέλος, η οργή του κόσμου ξέσπασε: ο Τσαουσέσκου ήταν ο μόνος από τους κομμουνιστές ηγέτες στο ανατολικό μπλοκ, που δεν κατάφερε να σώσει ούτε καν τη ζωή του. Εκτελέστηκε μαζί με τη γυναίκα του, λίγες μέρες μόνο αφού ξέσπασε η εξέγερση εναντίον του, το Δεκέμβρη του ’89.

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: μετάβαση στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, ένταξη στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Η χώρα ανήκει σήμερα σταθερά στη γερμανική-αμερικάνικη σφαίρα επιρροής, όπως και οι περισσότερες βαλκανικές. Το μέλλον της μοιάζει να είναι η επιβίωση ως μια ακόμα ασήμαντη εξαρτημένη χώρα της περιφέρειας – ποτέ δεν ξέρει κανείς όμως, γιατί τα Βαλκάνια είναι πάντα ικανά για εκπλήξεις.

Ένα λατινόφωνο έθνος-κράτος στην Ανατολή

Η (υποτιθέμενη) ενδιάμεση θέση ανάμεσα σε μια «Δύση» και μια «Ανατολή» είναι ένα χαρακτηριστικό που έχει διαμορφώσει την εθνική ψυχή πολλών λαών της περιοχής μας – γι’ αυτό εξάλλου και ο Δημήτρης Κιτσίκης χρησιμοποιεί τον όρο «ενδιάμεση περιοχή». Όπως όμως αλλάζουν  μέσα στο χρόνο οι ορισμοί του τι είναι Δύση και Ανατολή, έτσι αλλάζει και το τι σημαίνει να είσαι σε μια ενδιάμεση κατάσταση.

Στη Ρουμανία, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτή η ενδιάμεση κατάσταση εκφράζεται και με τη χρήση ενός συμβόλου της Δύσης και ενός της Ανατολής, ως τα δύο βασικά του εθνικού χαρακτήρα. Η Ρουμανία είναι από τη μια το προκεχωρημένο φυλάκιο της λατινοφωνίας, της γλώσσας της Δύσης, στην Ανατολική Ευρώπη, περιτριγυρισμένο από Σλάβους και Μαγυάρους. Από την άλλη, η ανατολική Ορθοδοξία είναι κεντρικό στοιχείο της ρουμανικής εθνικής ταυτότητας, και μάλιστα ξεχωρίζει τους Ρουμάνους από τους (καθολικούς) «αιώνιους εχθρούς» Ούγγρους.

Το Pasajul Macca-Vilacrosse στο ιστορικό κέντρο του Βουκουρεστίου είναι ένα από τα πολλά σημεία στην πόλη που είναι εμφανείς οι γαλλικές επιρροές.

Το Pasajul Macca-Vilacrosse στο ιστορικό κέντρο του Βουκουρεστίου είναι ένα από τα πολλά σημεία στην πόλη, όπου είναι εμφανείς οι γαλλικές επιρροές. Μάλλον λόγω λατινοφωνίας, οι Ρουμάνοι είχαν γενικά μια κλίση προς τη γαλλική κουλτούρα.

Η Μονή Σταυροπόλεως στο κέντρο του Βουκουρεστίου, κτισμένη επί ηγεμονίας Νικόλαου Μαυροκορδάτου, συμβολίζει την ανατολικο-ορθόδοξη/ελληνική επιρροή. Οι ορθόδοξες εκκλησίες έχουν και στη σύγχρονη Ρουμανία αρκετή επισκεψιμότητα, και οι Ρουμάνοι θεωρούνται μάλλον πιο θρήσκος λαός από τους γειτονικούς τους.

Η γυναικεία Μονή Σταυροπόλεως στο κέντρο του Βουκουρεστίου, κτισμένη επί ηγεμονίας Νικόλαου Μαυροκορδάτου, συμβολίζει την ανατολική-βυζαντινή-ελληνική επιρροή. Οι εκκλησίες έχουν και σήμερα αρκετή επισκεψιμότητα: οι Ρουμάνοι θεωρούνται μάλλον πιο θρήσκος λαός από τους γειτονικούς τους.

Η Αρμένικη Εκκλησία στην παλιά αρμένικη συνοικία του Βουκουρεστίου είναι ένα δείγμα του πολυπολιτισμικού οθωμανικού παρελθόντος.

Η Αρμένικη Εκκλησία στην παλιά αρμένικη συνοικία του Βουκουρεστίου: η ύπαρξη τέτοιας συνοικίας είναι δείγμα του οθωμανικού παρελθόντος μιας πόλης.

Οι δύο Ρουμανίες: Μολδοβλαχία και Τρανσυλβανία

Υπάρχει όμως και μια άλλη ρουμάνικη αντίθεση «Ανατολής-Δύσης»: αυτή ανάμεσα στην «οθωμανική» Μολδοβλαχία και την «αυστροουγγρική» Τρανσυλβανία. Οι δύο διαφορετικές κρατικές παραδόσεις έχουν αφήσει τα ίχνη τους στις δύο περιοχές, με την πρώτη να είναι υποτίθεται πιο «ανατολική» και βαλκανική, και τη δεύτερη πιο «δυτική» και κεντροευρωπαϊκή. Ταξιδεύοντας άρα με το τρένο μέσα από τα Καρπάθια (το όριο των δύο περιοχών), διασχίζει κάποιος ακόμα ένα από τα πολλά υποτιθέμενα σύνορα Ανατολής-Δύσης.

Σε σχέση με τα υπόλοιπα Βαλκάνια, τα οποία χαρακτηρίζονται από το έντονο ανάγλυφο και τα ψηλά βουνά, η Βλαχία, η γη ανάμεσα στο Δούναβη και τα Καρπάθια, έχει την ιδιαιτερότητα να είναι επίπεδη και εύφορη. Αυτή η μεγάλη της γεωργική αξία όμως, της κληροδότησε και το αγροτικό πρόβλημα που αναφέραμε πριν, αφού σε τέτοιες περιοχές ευνοείται η μεγάλη ιδιοκτησία και άρα και οι φεουδαρχικές δομές. Η δουλοπαροικία καταργήθηκε μεν το 1864, αλλά  το μεγαλύτερο μέρος της γης παρέμεινε στους πλούσιους μεγαλογαιοκτήμονες. Αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη αγροτική εξέγερση του 1907, που ξεκίνησε στη Μολδαβία, εξαπλώθηκε στη Βλαχία, και τελικά πνίγηκε στο αίμα – τρία χρόνια πριν ζήσει η Ελλάδα τη δική της, στο Κιλελέρ. Μετά το Β’ Παγκόσμιο, η μοίρα της αγροτικής γης ήταν φυσικά η κολλεκτιβοποίηση, όπως στις άλλες ανατολικές χώρες.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της επίπεδης Μεγάλης Βλαχίας: κυριαρχούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της επίπεδης Βλαχίας: κυριαρχούν καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Ξεκινώντας λοιπόν με το τρένο από Βουκουρέστι προς τα βόρεια, κυριαρχεί αυτή η εικόνα των επίπεδων αγροτικών εκτάσεων. Μετά από περίπου μια ώρα, το τοπίο αλλάζει εντελώς: η πεδιάδα δίνει τη θέση της σε πυκνά δάση, ορμητικά ποτάμια και βραχώδεις απότομες πλαγιές. Η οροσειρά των Καρπαθίων υψώνεται σε κάποια σημεία πάνω από τα 2500 μ.

Η δυσπρόσιτη οροσειρά των Καρπαθίων ήταν αυτή που ενέπνευσε και το μύθο του Κόμη Δράκουλα.

Η δύσβατη οροσειρά των Καρπαθίων, με τα παρθένα δάση και τους μεγάλους πληθυσμούς σε αρκούδες και λύκους, ήταν πηγή έμπνευσης και για τον μύθο του Κόμη Δράκουλα.

Το τρένο διασχίζει τα Καρπάθια, περνώντας από τη μικρή τουριστική πόλη Σινάια. Η τουριστική αξία της τελευταίας είναι αποτέλεσμα όχι μόνο της πρόσβασης στα βουνά, αλλά και λόγω αξιοθέατων όπως το Κάστρο Πέλες ή το Μοναστήρι του Σινά.

Το Κάστρο Πέλες στη Σινάια ήταν η εξοχική κατοικία του Καρόλου Α'.

Το Κάστρο Πέλες στη Σινάια ήταν η εξοχική κατοικία του Καρόλου Α’.

Μετά από σχεδόν τρεις ώρες, το τρένο κατηφορίζει προς την επόμενη μεγάλη πεδιάδα, αυτήν της Τρανσυλβανίας, εκεί που οι τουρκικές και σλαβικές επιρροές δίνουν σταδιακά τη θέση τους στις γερμανικές (αυστριακές) και ουγγρικές. Η Τρανσυλβανία ήταν για πολλά χρόνια το μήλο της έριδος ανάμεσα στους Ρουμάνους και τους Ούγγρους. Άλλαξε πολλές φορές χέρια, μέχρι να περάσει οριστικά (;) στη Ρουμανία με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου. Οι ακόμα μεγάλες ουγγρικές κοινότητες πάντως φροντίζουν ώστε να διατηρεί η περιοχή τον πολυεθνικό της χαρακτήρα.

Το Μπρασόβ είναι η πρώτη μεγάλη πόλη που συναντάς με το που μπαίνεις στην Τρανσυλβανία. Eδώ η γερμανική επιρροή είναι καθαρή – αν μη τι άλλο, από τα συχνά γερμανικά ονόματα δρόμων. Από τη γερμανική κοινότητα της πόλης πάντως, άλλοτε περίπου ισάριθμη της ρουμάνικης και με τεράστια σημασία για την ιστορική ανάπτυξη της πόλης, δεν έχουν μείνει πολλοί. Η ουγγρική κοινότητα όμως παραμένει και δίνει και αυτή το χρώμα της στην πόλη (π.χ. με τα μικρά ουγγρικά φαγάδικα).

Τέτοια στενά στο Μπρασόβ έχουν συχνά γερμανικά όνοματα.

Η γωνία Strada Poarta Schei – Strada Hans Berkner στην παλιά πόλη του Μπρασόβ είναι μια από τις πολλές που συναντούνται ρουμάνικα με γερμανικά ονόματα – θα μπορούσε κάποιος να πει ότι συμβολίζει και τη συνάντηση του ρουμανικού με το γερμανικό στοιχείο στην πόλη.

Η λουθηρανική Μαύρη Εκκλησία, το σύμβολο της πόλης, είναι ένα ακόμα κατάλοιπο της γερμανικής Ιστορίας της πόλης.

Η λουθηρανική Μαύρη Εκκλησία, το ίσως πιο γνωστό αξιοθέατο της πόλης, είναι ένα ακόμα κατάλοιπο γερμανικής Ιστορίας.


Οι βαλκανικές χώρες γενικά δεν φημίζονται για την ευκολία να τις κατανοήσεις – και η Ρουμανία δεν είναι εξαίρεση. Είναι οι Ρουμάνοι τελικά τεχνητό ή φυσικό έθνος, και πού ανήκουν πραγματικά; Όπως και άλλοι βαλκανικοί λαοί (των Ελλήνων μη εξαιρουμένων), οι Ρουμάνοι είναι συνηθισμένοι μέσα στην Ιστορία τους να πατούν σε πολλές βάρκες ταυτόχρονα. Το κατά πόσον θα καταφέρουν να σώσουν την ιδιαιτερότητά τους μέσα στις νέες παγκόσμιες συνθήκες, είναι κάτι που θα φανεί στο μέλλον.