Εθνικες και τοπικες ταυτοτητες

Κλασσικό

Την εποχή που ζούσα στο Βερολίνο είχα διαβάσει ένα ρεπορτάζ σχετικά με την τούρκικη νεολαία στη Γερμανία. Σαν μέρος του ρεπορτάζ ο δημοσιογράφος είχε μιλήσει με μια νεαρή Τουρκάλα, που ετοιμαζόταν να αποκτήσει το γερμανικό της διαβατήριο. Χαιρόταν γι’ αυτό για καθαρά πρακτικούς λόγους, για τις ευκολίες που θα της προσέφερε. Ο δημοσιογράφος της έθεσε τότε την κλασική ερώτηση, αν η ίδια αισθάνεται περισσότερο Γερμανίδα ή Τουρκάλα. Αυτή, αφού σκέφτηκε λίγο κι αντιλαμβανόμενη προφανώς την παγίδα της ερώτησης, έδωσε την ίσως πιο έξυπνη απάντηση «Βερολινέζα!».

Μάλλον χωρίς να το αντιληφθεί ούτε η ίδια ούτε ο δημοσιογράφος, μπορεί να έδωσε μαζί και την απάντηση σ’ ένα από το πιο πολυσυζητημένα προβλήματα του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Αυτό που σχετίζεται με τη μετανάστευση και την εθνική ταυτότητα. Όποιος έχει ζήσει στη Γερμανία ή σε άλλη χώρα της Βορειοδυτικής Ευρώπης, ξέρει σίγουρα τη συχνότητα και την ένταση με την οποία συζητιούνται τέτοια θέματα σε χώρες που οι «μετανάστες» είναι ήδη δεύτερης ή τρίτης γενιάς. Χωρίς να έχουν ενταχθεί ακόμα στο «έθνος-οικοδεσπότη» (απ’ αυτήν την άποψη η Ελλάδα είναι αρκετά διαφορετική περίπτωση – προς το παρόν).

Στα μάτια μου, σαν ξένος που ήμουν, αυτά τα παιδιά φαινόντουσαν πολύ γερμανοποιημένα. Ντύνονταν σαν Γερμανοί, είχαν γλώσσα του σώματος διαφορετική από τη δική μας, μιλούσαν γερμανικά με άνεση, αν και όχι με ιδιαίτερα σωστή γραμματική (όπως ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί κατ’ ανάγκη), συμπεριφέρονταν σαν να ήταν στον τόπο τους. Οι Γερμανοί όμως τους έβλεπαν σαν κάτι εντελώς ξένο. Δεν μπορούσαν να τους δουν σαν ομοεθνείς τους, αλλά ούτε κι οι ίδιοι οι νεαροί Τούρκοι έδειχναν να το θέλουν αυτό. Ήταν περήφανοι για τη διαφορετικότητά τους, ασχέτως αν εγώ δεν την ένιωθα και σαν τόσο μεγάλη. Η άρνησή τους να αφομοιωθούν προκαλούσε έντονες αντιδράσεις, ίσως κι επειδή κάποιοι έβλεπαν σ’ αυτό μια απειλή για την ύπαρξη της Γερμανίας ως έθνος-κράτος – και μάλλον δεν είχαν κι άδικο.

Η σύγχρονη εποχή έφερε μαζί της και την ιδέα του έθνους-κράτους. Την ταύτιση δηλαδή της πατρίδας και του έθνους (βασιζόμενου σε μια κοινή γλώσσα και άλλα πολιτιστικά στοιχεία), τα οποία το κράτος υπάρχει για να εξυπηρετεί. Αν στη Δύση όμως, απ’ όπου προέρχεται αυτή η ιδέα, ήταν κάτι που αναπτύχθηκε φυσιολογικά και σταδιακά στη βάση των δεδομένων που υπήρχαν, στην περιοχή μας ήταν κάτι που δεν έμοιαζε να ταιριάζει και πολύ. Τελικά έφτασε και στη δική μας εθνο-θρησκευτικά ανάμικτη πραγματικότητα, για τη δημιουργία των εθνών-κρατών χρειάστηκαν όμως εθνοκαθάρσεις, ανταλλαγές πληθυσμών, πίεση αφομοίωσης κ.λπ.

Ας αφήσουμε στην άκρη το ερώτημα, κατά πόσον ο εθνικισμός έπαιξε παρ’ όλα αυτά και στην περιοχή μας τον προοδευτικό ρόλο που έπαιξε στη Δύση κι αν αυτές οι θυσίες ήταν αναγκαίες. Το θέμα είναι ότι σήμερα το έθνος-κράτος δεν φαίνεται να μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες πραγματικότητες, ούτε στην περιοχή μας αλλά ούτε καν στην περιοχή προέλευσής του. Με την αυξανόμενη μετανάστευση η ταύτιση της εθνικής ταυτότητας με την υπηκοότητα γίνεται όλο και λιγότερο αυτονόητη. Ειδικά τώρα που μιλάμε για παιδιά κι εγγόνια μεταναστών, που δεν έχουν γνωρίσει άλλη χώρα από τη χώρα υποδοχής τους – και παρ’ όλα αυτά δεν μπορούν να ταυτιστούν μαζί της, ούτε με το έθνος που αυτή υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει.

Και πώς να ταυτιστούν, όταν αυτοί θεωρούν ότι έχουν ήδη μια εθνική ταυτότητα (π.χ. την τούρκικη), η οποία είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν (π.χ. τη γερμανική) που εκπροσωπεί το κράτος υποδοχής τους; Οι δύο είναι περίπου αλληλοαποκλειόμενες, αφού είναι κι οι δύο εθνικές – το να υιοθετήσεις τη μια σημαίνει να εγκαταλείψεις την άλλη, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό. Σε εποχές που η εθνική ταυτότητα έχει τέτοια σημασία και συναισθηματικό βάρος, το να την εγκαταλείψεις δεν είναι κι απλό πράγμα. Ειδικά όταν ξέρεις ότι με τη νέα σου εθνική ταυτότητα δύσκολα θα γίνεις δεκτός.

Πολλοί αναγνωρίζουν αυτές τις δυσκολίες, αλλά ελπίζουν ότι η μετανάστευση θα περιοριστεί και οι μικρές μεταναστευτικές κοινότητες θα αφομοιωθούν ή θα επαναπατριστούν. Το γιατί αυτές οι ελπίδες δεν είναι καθόλου ρεαλιστικές, αναλύεται σε άλλο άρθρο.

Επιστρέφοντας στην περίπτωση της νεαρής Τουρκάλας: μάλλον περίπου ενστικτωδώς, απέφυγε να μπει στο δίλημμα επιλογής εθνικής ταυτότητας και αντιπρότεινε την τοπική της ταυτότητα. Πράγματι, το σημερινό Βερολίνο (το δυτικό του μέρος τουλάχιστον) είναι σε μεγάλο βαθμό μια πολυεθνική πόλη. Το να είσαι Βερολινέζος δεν αποκλείει το να έχεις μια άλλη εθνική ταυτότητα από τη γερμανική. Ακόμα κι οι Γερμανοί Βερολινέζοι έχουν σαν μέρος της καθημερινότητάς τους και τη συμβίωση με τις άλλες εθνικές κοινότητες και φυσικά δέχονται κι επιρροές απ’ αυτές. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτή η πολυεθνικότητα έχει γίνει η ίδια μέρος της νέας βερολινέζικης ταυτότητας.

Αν το να υιοθετήσει ένας μετανάστης μια γερμανική ταυτότητα είναι πολύ δύσκολο, η τοπική ταυτότητα έρχεται περίπου αυτόματα, λόγω της σύνδεσης που νιώθει ο καθένας με τον τόπο στον οποίο μεγάλωσε. Ο δρόμος για την ένταξη των μεταναστών δεν βρίσκεται στη γερμανοποίηση τους, αλλά αντίθετα στην απογερμανοποίηση των διάφορων τοπικών ταυτοτήτων. Η γερμανική κοινωνία βρίσκεται άρα στην ανάγκη να ανακαλύψει μια πολυπολιτισμικότητα, η οποία στην περιοχή μας ήταν (όχι και τόσο παλιά) πραγματικότητα.

Πριν τον ερχομό των εθνών-κρατών, οι εθνο-θρησκευτικές ταυτότητες (πρόγονοι των εθνικών) συνυπήρχαν στην περιοχή μας με τις τοπικές, συνήθως χωρίς να ταυτίζονται. Εξ’ άλλου ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτισμού δεν προέρχεται από το έθνος ή τη θρησκεία, αλλά από τον  τόπο και τη φυσική γεωγραφία. Π.χ. οι Πόντιοι (ή οι Κύπριοι ή οι Κρητικοί) μπορεί να χωρίζονταν σε ομάδες με βάση τη εθνο-θρησκευτική τους ταυτότητα (Ελληνοορθόδοξοι, Μουσουλμάνοι, Αρμένιοι), αλλά πολιτισμικά ήταν μάλλον πιο συγγενικοί μεταξύ τους, παρά με έναν ομοεθνή/ομόθρησκό τους από έναν άλλο μακρινό τόπο.

Θα είχαμε αποφύγει μερικές γενοκτονίες, εθνοκαθάρσεις, ξεριζωμούς αν τα σύγχρονα κράτη στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία είχαν συγκροτηθεί στη βάση τοπικών ταυτοτήτων κι όχι εθνο-θρησκευτικών; Ίσως. Αλλά αυτό δεν είναι το κύριο ερώτημα. Σημασία δεν έχει το παρελθόν, αλλά το παρόν και το μέλλον. Και πρέπει σίγουρα να προβληματιστούμε για το μέλλον του έθνους-κράτους, όταν οι ίδιες οι περιοχές από τις οποίες πήραμε την ιδέα μοιάζουν να είναι υποχρεωμένες να τη ξεπεράσουν.

Advertisements

Το μεταναστευτικο προβλημα

Κλασσικό

Το μεταναστευτικό είναι ένα πρόβλημα που μάλλον θα οξυνθεί και θα απασχολήσει τον κόσμο πολύ μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Ιδιαίτερα την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, μέσα από την οποία περνάνε πολλές σημαντικές μεταναστευτικές οδοί.

Κατ’ αρχήν πρέπει να διορθωθεί η λάθος εντύπωση, ότι αυτό το πρόβλημα είναι κάτι που αφορά κυρίως τις ανεπτυγμένες χώρες του Βορρά, μια και αυτές δέχονται τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα. Αντίθετα, όπως φαίνεται κι από τις στατιστικές, οι χώρες που υποδέχονται τους μεγαλύτερους αριθμούς μεταναστών, είναι συχνά μεταβατικές χώρες είτε εκτός Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής (π.χ. Λίβανος, Ιορδανία, Λιβύη) είτε της ευρωπαϊκής περιφέρειας (π.χ. Ισπανία, Ιταλία, Κύπρος).

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο προβληματική, αν σκεφτούμε ότι αυτές οι μεταβατικές χώρες έχουν και πιο περιορισμένες οικονομικές, κοινωνικές αλλά και οικολογικές δυνατότητες ένταξης αυτών των μεταναστών. Πολύ φανερό γίνεται αυτό π.χ. στο Λίβανο, τη χώρα που έχει επιβαρυνθεί περισσότερο από κάθε άλλη με την υποδοχή των προσφύγων του Συριακού Εμφυλίου. Όχι μόνο η χώρα πρέπει ακόμα να παλέψει με τα δικά τις έντονα οικονομικά και οικολογικά προβλήματα, που τα είχε και πριν αυξηθεί μέσω της μετανάστευσης ο πληθυσμός της κατά περίπου 20% μέσα σε 2-3 χρόνια. Αλλά και λόγω των λεπτών ισορροπιών ανάμεσα στις θρησκευτικές ομάδες, στις οποίες βασίζεται το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, μια τέτοια μετανάστευση θα μπορούσε να οδηγήσει μέσω της αλλοίωσης των δημογραφικών δεδομένων σε ακόμα μεγαλύτερη πολιτική αστάθεια, ακόμα και σε νέο εμφύλιο πόλεμο. Για να μην αναφέρουμε και το ότι οι περισσότερες κοινωνίες του ευρωπαϊκού Νότου βρίσκονται σε οικονομική κρίση: ανίκανες πλέον να απορροφήσουν οικονομικά τους μετανάστες, βρίσκονται αντιμέτωπες με όλο και πιο έντονα ρατσιστικά φαινόμενα, όπως βλέπουμε στην Ελλάδα με την απότομη άνοδο της Χρυσής Αυγής.

Πρέπει όμως να σκεφτούμε και το ερώτημα, αν αυτή η μετανάστευση είναι αναπόφευκτη. Κάποιοι προτείνουν ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί αν οι πλούσιες χώρες τις Δύσης βοηθήσουν (οικονομικά, αλλά όχι μόνο) τις χώρες προέλευσης. Έτσι ώστε να βελτιωθούν εκεί οι συνθήκες διαβίωσης και να μην υπάρχει λόγος μετανάστευσης. Μια τέτοια βοήθεια είναι σίγουρα αναγκαία (ποιος θα διαφωνούσε με αυτό), φοβάμαι όμως ότι με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να είναι αρκετή.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Αιγύπτου, που είναι η πολυπληθέστερη χώρα του αραβικού κόσμου. Σήμερα έχει έναν πληθυσμό 87 εκατομμυρίων, που με βάση τις εκτιμήσεις θα φτάσει τουλάχιστον τα 120 εκατομμύρια πριν αρχίσει να σταθεροποιείται – παρά την πολύ μειωμένη γεννητικότητα σε σχέση με το παρελθόν. Αυτή η χώρα βασίζει τη διατροφή της (και την ύπαρξή της) σε μια πολύ λεπτή λωρίδα καλλιεργήσιμης γης, την κοιλάδα του Νείλου. Οι δυνατότητες εντατικοποίησης της γεωργίας είναι και λόγω κλίματος από μικρές ως ανύπαρκτες, ενώ η αύξηση του πληθυσμού φέρνει και παραπάνω μείωση της (έτσι κι αλλιώς περιορισμένης) γεωργικής γης αλλά και μεγαλύτερη κατανάλωση του (επίσης περιορισμένου) νερού. Ήδη σήμερα η χώρα έχει φτάσει για πρώτη φορά στην ιστορία της να εισάγει σιτηρά – τρομακτικό για μια χώρα που έθρεψε με τη γεωργική της παραγωγή αυτοκρατορίες όπως τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή ή την Οθωμανική. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και την αναμενόμενη κλιματική αλλαγή, που θα κάνει το κλίμα της χώρας πιο θερμό και ξηρό, γίνεται φανερό ότι ένα σύστημα, που ήδη σήμερα είναι πολύ δύσκολα οικονομικά βιώσιμο, θα καταρρεύσει με έναν πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό (και λιγότερα έσοδα από τα εξαντλημένα πετρελαϊκά αποθέματα) – με απρόβλεπτες συνέπειες.

Ανάλογα προβλήματα, αν και ίσως λιγότερο έντονα, υπάρχουν στις περισσότερες χώρες της υποτροπικής ζώνης. Όχι μόνο αυτή η ζώνη χαρακτηρίζεται από αδύνατες οικονομίες, ιδιαίτερα ευαίσθητα οικοσυστήματα και είναι συχνά ήδη κορεσμένη σε πληθυσμό, αλλά αναμένεται να πληγεί ιδιαίτερα κι από την κλιματική αλλαγή. Σ’ αυτήν τη ζώνη ανήκουν και οι περιοχές της Νότιας Ευρώπης με μεσογειακό κλίμα – κάτι που σημαίνει ότι οι δυνατότητές τους για υποδοχή μεταναστών είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένες.

Όλα αυτά οδηγούν σε ένα μόνο συμπέρασμα: ότι η μεγάλη μετανάστευση είναι αναπόφευκτη και οι πιο κατάλληλες περιοχές για να την υποδεχτούν είναι οι πλούσιες χώρες της εύκρατης ζώνης (π.χ. Γερμανία, Σουηδία, Καναδάς)  – τόσο από οικονομική όσο και από οικολογική άποψη. Αυτό το έχουν μάλλον αντιληφθεί και μέρη των ελίτ αυτών των χωρών, επιθυμούν όμως να ελέγξουν αυτή τη διαδικασία, έτσι ώστε οι μετανάστες που θα υποδεχτούν να είναι εκλεκτοί (με ψηλό μορφωτικό επίπεδο) και περιορισμένοι σε αριθμό. Αυτό από την άλλη όμως θα έχει αρνητικές συνέπειες τόσο στις χώρες προέλευσης, που μέσω μιας διαδικασίας brain drain θα χάσουν το καλύτερο ανθρώπινο δυναμικό για την ανάπτυξη της χώρας τους, όσο και στις μεταβατικές χώρες (μεταξύ αυτών η Ελλάδα και η Κύπρος), που στα μάτια των βόρειων χωρών θα λειτουργούν κάπως σαν ανθρώπινος σκουπιδοτενεκές: θα είναι δηλαδή υποχρεωμένες να συντηρούν τους μετανάστες που οι βόρειες χώρες κρίνουν ότι δεν μπορούν να αφομοιώσουν. Γι’ αυτό εξάλλου υπάρχουν και ευρωπαϊκοί κανονισμοί όπως το Δουβλίνο ΙΙ. Εννοείται ότι μια τέτοια κατάσταση θα κάνει πιο δύσκολη την ισότιμη ένταξη αυτών των μεταναστών στις κοινωνίες των μεταβατικών χωρών και θα δυναμώσει τις ρατσιστικές τάσεις ή τα φαινόμενα τύπου Μανωλάδας.

Είναι φανερό ότι η κοινωνία των πολιτών δεν πρέπει να αποδεχτεί μια τέτοια κατάσταση, από την οποία μόνο οι ήδη ανεπτυγμένες χώρες μπορούν να ωφεληθούν και να συντηρήσουν το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτές και τις λιγότερο ανεπτυγμένες. Γι’ αυτό είναι απαραίτητα τα δίκτυα που θα υποστηρίξουν τη μετανάστευση στις βόρειες χώρες – ιδίως των κοινωνικών στρωμάτων που αυτές αρνούνται να υποδεχτούν.