Στα νησια των πριγκηπων

Κλασσικό

Λίγο μετά την έξοδο του Βοσπόρου προς την Προποντίδα, υψώνεται προς τα νοτιοανατολικά μια σειρά από μικρά νησιά. Είναι τα πρώτα που αντικρίζουν τα πλοία που μόλις έχουν διασχίσει τον Βόσπορο, ερχόμενα από τη Μαύρη Θάλασσα. Με άλλα λόγια, τους έτυχε να είναι τα πιο κοντινά νησιά σε μια πρωτεύουσα δύο μεγάλων αυτοκρατοριών, την Κωνσταντινούπολη.

Με αυτήν τη μοίρα συνδέεται και το όνομά τους: Πριγκηπόνησα. Η εγγύτητά τους στην έδρα της Αυτοκρατορίας, σε συνδυασμό με τη φυσική τους απομόνωση, τα έκανε ιδανικούς τόπους όχι μόνο αναψυχής, αλλά και εξορίας για επικίνδυνους ευγενείς. Έκπτωτοι αυτοκράτορες και αυτοκράτειρες, στρατηγοί και πατριάρχες που έπεσαν σε δυσμένεια και πολλοί άλλοι πέρασαν χρόνια απομονωμένοι σε αυτά τα νησιά. Εκεί, ο εκάστοτε Βυζαντινός Αυτοκράτορας μπορούσε σχετικά άνετα να ελέγχει τις κινήσεις τους. Για παρέα είχαν τους μοναχούς: χάρη στα πολλά μοναστήρια (μερικά από τα οποία λειτουργούν και σήμερα) τα νησιά ονομάζονταν παλιότερα Παπαδονήσια.

Τα νησιά κράτησαν κάτι από τον αριστοκρατικό τους χαρακτήρα μέχρι και τις μέρες μας. Ιδιαίτερα από τον 19ο αιώνα και μετά, αφού τα νησιά απέκτησαν τακτική συγκοινωνιακή σύνδεση με τη στεριά, έγιναν και αγαπημένος τόπος αναψυχής για εύπορους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, Ρωμιούς, Μουσουλμάνους, Αρμένηδες ή Εβραίους, οι οποίοι έκτισαν εκεί τα εξοχικά τους. Μέχρι τότε πάντως, τα νησιά παρέμεναν σχεδόν αποκλειστικά ελληνόφωνα, παρά την τουρκοποίηση της απέναντι μικρασιατικής στεριάς.

Η κοντινή τοποθεσία (περίπου μια ώρα με το καράβι) τα κάνει ιδανική επιλογή για όποιον θέλει να αποδράσει για λίγο από την πολύβουη μεγαλούπολη. Και είναι πραγματικά μια μεγάλη αλλαγή: σε αυτά τα καταπράσινα νησιά με τα ξύλινα σπίτια δεν ακούς ούτε καν θόρυβο μηχανής. Η κυκλοφορία Ι.Χ. αυτοκινήτων δεν επιτρέπεται σε κανένα απ’ αυτά. Στα πιο μεγάλα νησιά κυκλοφορούν άμαξες για τους επισκέπτες που δεν θέλουν να κουραστούν πολύ – κατά τ’ άλλα, τα μόνα μεταφορικά μέσα είναι τα ποδήλατα. Οι κάτοικοι της Πόλης έχουν χορτάσει κίνηση, θόρυβο και κυκλοφοριακό χάος και το τελευταίο που χρειάζονται είναι να το μεταφέρουν σ’ αυτούς τους λίγους χώρους διαφυγής που τους απομένουν.

Συνολικά τα Πριγκηπόνησα είναι εννιά (χωρίς να μετρήσει κάποιος  τις βραχονησίδες Βόρδωνες – στις οποίες όμως παλιότερα λειτουργούσε και μοναστήρι). Μόνο όμως τέσσερα είναι προσβάσιμα με δημόσια συγκοινωνία σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Κατά σειρά απόστασης από την Κωνσταντινούπολη είναι η Πρώτη, η Αντιγόνη, η Χάλκη και η Πρίγκηπος. Η Αντιρόβυθος (ή Τερέβινθος) κατοικείται και αυτή, λειτουργεί όμως πρακτικά σαν «φρουρούμενη κοινότητα», αφού ακόμα και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν υπάρχει συγκοινωνιακή σύνδεση, οι επισκέπτες έχουν πρόσβαση μόνο σε συγκεκριμένα τμήματα του νησιού. Τα υπόλοιπα τέσσερα πολύ μικρότερα νησιά (Πίτα, Νέανδρος, Οξειά, Πλάτη) είναι ακατοίκητα ή ιδιωτικά.

Το καράβι ξεκινάει για τα νησιά – Ανταλάρ στα τούρκικα – από το Εμίνονου ή το Καμπατάς στην ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης. Πριν όμως ξανοιχτεί στη Θάλασσα του Μαρμαρά (Προποντίδα), κάνει ακόμα μια στάση στην ασιατική πλευρά, στη Χαλκηδόνα (Καντίκιοϋ). Αφού γεμίσει με Κωνσταντινουπολίτες εκδρομείς και από τις δύο «ηπείρους», πλέει πλέον προς τα νησιά.  Οι ψηλές πολυκατοικίες κατά μήκος της ασιατικής ακτής δεν αφήνουν πάντως τους επιβάτες ποτέ να ξεχάσουν το πόσο κοντά βρίσκεται αυτή η μεγαλούπολη των 15 εκατομμυρίων κατοίκων.

Κωνσταντινουπολίτισσες καθ’ οδόν για τα Πριγκηπόνησα κοιτάζουν προς την ασιατική ακτή της Πόλης, ενώ το καράβι ετοιμάζεται να δέσει στην αποβάθρα της Πρώτης.

Μετά από περίπου μισή ώρα ταξιδιού από τη Χαλκηδόνα, το καράβι φτάνει στο πρώτο νησί, το οποίο ονομάζεται στα ελληνικά (χωρίς πολλή φαντασία, είναι η αλήθεια) Πρώτη. Σε σχέση με τα άλλα νησιά, είναι πιο άγονο και λιγότερο πράσινο. Οι Τούρκοι το λένε Κιναλίαντα, από το κοκκινωπό χρώμα των πετρωμάτων: παλαιότερα λειτουργούσαν εκεί μεταλλεία σιδήρου και χαλκού. Το νησί στα τελευταία οθωμανικά χρόνια φιλοξενούσε μια μεγάλη κοινότητα Αρμενίων, οι οποίοι πρώτοι επανεποίκισαν τη Χώρα μεταξύ 1828-30, μετά από πολλές δεκαετίες εγκατάλειψης. Εκεί βρίσκεται εξάλλου και η μοναδική αρμένικη εκκλησία των Πριγκηπονήσων. Ακόμα και σήμερα, παραμένει μια από τις πιο αρμένικες γωνιές της Τουρκίας.

Η παραλία στη Χώρα της Πρώτης.

Η επόμενη στάση είναι η Αντιγόνη. Το νησί ήταν καθαρά ελληνικό μέχρι και το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 3000 κατοίκους είχε, με βάση τις οθωμανικές στατιστικές: όλοι Ρωμιοί και κατά κύριο λόγο ψαράδες. Μέχρι και σήμερα, όταν το καράβι προσεγγίζει το νησί, δεν ξεχωρίζει κάποιο τζαμί, αλλά η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, παρά το ότι η ελληνική κοινότητα είναι φυσικά σήμερα πολύ πιο μικρή. Ακόμα και το τουρκικό όνομα, Μπουργκαζαντά, προέρχεται από το ελληνικό «Πύργος», ενώ το σημαντικότερο ύψωμα του νησιού ονομάζεται Hristos Tepesi, δηλαδή Λόφος του Χριστού. Στο νησί έζησε για πολλά χρόνια και ο Τούρκος ποιητής και συγγραφέας διηγημάτων Σαΐτ Φαΐκ Αμπασιγιανίκ, το σπίτι του οποίου λειτουργεί και σήμερα ως το ομώνυμο μουσείο.

Εικόνα από το καράβι που ετοιμάζεται να δέσει στην αποβάθρα της Αντιγόνης (ο Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος φαίνεται πίσω δεξιά από το μεγάλο ξύλινο κτίριο).

Η νησίδα Πίτα, με τα ελάχιστα κτίσματά της, βρίσκεται στριμωγμένη ανάμεσα στην Αντιγόνη και τη Χάλκη.

Λίγο μετά την Αντιγόνη και αφού το καράβι προσπεράσει την πολύ μικρότερη Πίτα, ακολουθεί η Χάλκη, ή Χεϊμπελίαντα. Το ελληνικό όνομα προέρχεται μάλλον από τα κοιτάσματα χαλκού, χάρη στα οποία λειτουργούσαν στην Αρχαιότητα και ορυχεία, ενώ το τουρκικό από το σχήμα του νησιού, που μοιάζει με δισάκι (heybeli). Τα παλιά ξύλινα σπίτια, αυτά που έχουν σήμερα σχεδόν εξαφανιστεί από την εικόνα της Πόλης, στη Χάλκη επιμένουν ακόμα να στέκουν, έστω με τα σημάδια του χρόνου πάνω τους.

Παλιά σπίτια στη Χώρα της Χάλκης.

Παλιό ξύλινο αρχοντικό.

Η ορθόδοξη εκκλησία στην κεντρική πλατεία του νησιού, η οποία σήμερα εξυπηρετεί τους λίγους εναπομείναντες Ρωμιούς, δεν μπορούσε παρά να φέρει το όνομα του Άγιου Νικόλαου του θαλασσινού, αφού αυτή ήταν παραδοσιακά η πιο συχνή ασχολία των κατοίκων.

Οι Ρωμιοί ψαράδες της Χάλκης και των άλλων Πριγκηπονήσων αντικαταστάθηκαν πλέον από Τούρκους. Σίγουρα όμως δεν έχει και η αλιεία την ίδια σημασία που είχε άλλοτε για την οικονομία του νησιού.

Όπως το καράβι προσεγγίζει την αποβάθρα της Χάλκης, βλέπει κάποιος στα δεξιά τη μονή της Αγίας Τριάδας, τριγυρισμένη από πευκοδάσος στην κορυφή του Λόφου της Ελπίδας. Εκεί φιλοξενούνταν και η γνωστή Θεολογική Σχολή της Χάλκης, μια από τις πιο σημαντικές σχολές της Ορθοδοξίας και ένα ακόμα από τα θέματα που επιβαρύνουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αφού από το 1971 το τουρκικό κράτος δεν επιτρέπει πλέον τη λειτουργία της. Γενικά η Χάλκη έχει μια παράδοση ως νησί της παιδείας. Εκτός από τη Θεολογική Σχολή, εκεί ήταν και η έδρα της Ελληνικής Εμπορικής Σχολής από το 1831 ως το 1916. Εκεί βρισκόταν και η οθωμανική Αυτοκρατορική Ναυτική Σχολή, η οποία μετεξελίχθηκε στη σημερινή Σχολή Πολεμικού Ναυτικού.

Η Μονή της Αγίας Τριάδας, όπου στεγαζόταν η Θεολογική Σχολή, βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νησιού. Στους πρόποδες του λόφου απλώνεται ο παλιός Αντριομαχαλάς, τόπος εγκατάστασης μεταναστών από την Άνδρο, που έφτασαν στο νησί κατά τον 19ο αιώνα.

Οι απόφοιτοι της Σχολής Πολεμικού Ναυτικού στη Χάλκη ετοιμάζονται μάλλον για την ορκωμοσία τους – με την πάντα απαραίτητη εικόνα του Ατατούρκ να τους επιβλέπει.

Το τελευταίο νησί στη σειρά είναι και το πιο σημαντικό, κάτι που φαίνεται ήδη από το όνομά της: Πρίγκηπος. Οι Τούρκοι το λένε Μπουγιούκαντα, δηλαδή Μεγαλονήσι. Είναι όντως με διαφορά το μεγαλύτερο από τα Πριγκηπονήσια, με έκταση 5,5 τ. χλμ. και μόνιμο πληθυσμό περίπου 7000 άτομα, εκ των οποίων και περίπου 100 Ρωμιοί, οι οποίοι άλλοτε ήταν και εδώ πλειοψηφία (5000 στα τελευταία οθωμανικά χρόνια, μαζί με 800 Τούρκους και 1200 άλλων εθνοτήτων). Στο νησί εδρεύει σήμερα η Μητρόπολη Πριγκηπονήσων, καθώς και το μοναδικό ελληνικό δημοτικό σχολείο που λειτουργεί ακόμα στα νησιά, έστω και με 3 μόνο μαθητές (το 2017).

Η βόρεια ακτή της Πριγκήπου, με τα παλιά και νέα ξύλινα αρχοντικά της, σε ένα εκ των οποίων έζησε για λίγα χρόνια και ο Λέων Τρότσκι. Στο κέντρο περίπου της κορυφογραμμής και περιτριγυρισμένο από πευκοδάσος διακρίνεται το επίσης ξύλινο Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου.

Ήδη από παλιά το νησί είχε έναν ταιριαστό στο όνομά του αριστοκρατικό χαρακτήρα, τον οποίο διατηρεί σε μεγάλο βαθμό μέχρι τις μέρες μας. Οι ξύλινες επαύλεις συναγωνίζονται η μια την άλλη σε μεγαλοπρέπεια, ιδιαίτερα κατά μήκος της βόρειας ακτής. Σε άλλα μέρη του νησιού , π.χ. προς τις πλαγιές του Λόφου του Χριστού (Isa Tepesi) βλέπει κάποιος και πιο ταπεινά παλιά σπίτια – ξύλινα πάντως κι αυτά κατά κανόνα.

Όπως και στα άλλα νησιά, στους δρόμους της Πριγκήπου κινούνται μόνο άμαξες, ποδήλατα και πεζοί.

Έπαυλη στη βόρεια ακτή της Πριγκήπου.

Το παλιό μοναστήρι της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, ή απλώς του Χριστού όπως συνήθως το αποκαλούν, έδωσε το όνομα και στο λόφο που υψώνεται αμέσως νότια της Χώρας: Isa Tepesi (Λόφος του Ιησού).

Είσοδος παλιού ξύλινου σπιτιού στον λόφο, κατηφορίζοντας προς τη Χώρα.

Η βυζαντινή αριστοκρατία ανακάλυψε την αξία του νησιού ήδη από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Ο γιος και διάδοχος του Ιουστινιανού Ιουστίνος Β’ έκτισε εκεί ένα παλάτι – χάρη σε αυτόν μάλλον έμεινε και το όνομα «Πρίγκηπος». Στους επόμενους αιώνες πάντως, οι βυζαντινοί αυτοκράτορες θα εκτιμούσαν το νησί περισσότερο ως τόπο εξορίας των επικίνδυνων αντιπάλων τους: εκεί εξόρισε η Αυτοκράτειρα Ειρήνη τον γιο της Κωνσταντίνο ΣΤ’, αφού τον εκθρόνισε και τον τύφλωσε, εκεί θα εξοριζόταν κι αυτή με τη σειρά της από τον επόμενο Αυτοκράτορα Νικηφόρο Α’. Στους επόμενους αιώνες θα περνούσαν κάποια χρόνια εκεί μεταξύ άλλων η Αυτοκράτειρα Ζωή, ο Επίσκοπος Αρμενίας Ναρσής και ο Ιωάννης Κομνηνός. Τελευταίος στη σειρά των διάσημων εξόριστων δεν ήταν άλλος από τον Λέων Τρότσκι, o οποίος πέρασε στο νησί το μεγαλύτερο διάστημα της τετραετούς παραμονής του στην Τουρκία. Το κεμαλικό καθεστώς ήταν ένα από τα λίγα που φάνηκαν πρόθυμα να δεχτούν στο έδαφος τους τον επικίνδυνο επαναστάτη, μετά την εκδίωξή του από τον Στάλιν το 1929.

Βαθιά μέσα στο πευκοδάσος στον Λόφο του Χριστού, βρίσκεται ακόμα ένα κτίριο που υποφέρει λόγω των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Πρόκειται για το εντυπωσιακό Εθνικό Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου, το μεγαλύτερο ξύλινο κτίριο της Ευρώπης (δεύτερο σε όλο τον κόσμο). Η λειτουργία του απαγορεύτηκε από το τουρκικό κράτος το 1964, με δικαιολογία την ασφάλεια σε περίπτωση πυρκαγιάς. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μπλέχτηκε σε μια πολυετή διαμάχη με τις τουρκικές αρχές, μέχρι να πετύχει την αναγνώριση της ιδιοκτησίας του στο Ορφανοτροφείο πριν λίγα χρόνια. Έχοντας αφεθεί στη μοίρα του εδώ και πολλές δεκαετίες, σήμερα ρημάζει και έχει ήδη αρχίσει να καταρρέει σε ορισμένα σημεία. Μπορούμε ίσως να ελπίζουμε ότι οι προσπάθειες των τελευταίων χρόνων και η επίσημη αναγνώρισή του ως ένα από τα 7 πλέον κινδυνεύοντα μνημεία στην Ευρώπη θα του δώσει κάποιες πιθανότητες επιβίωσης – γιατί η Φύση δύσκολα συγχωρεί μια τόσο μακριά απραξία.

Η πρόσβαση στο πρώην Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου είναι σήμερα απαγορευμένη, αφού η ξύλινη οικοδομή κινδυνεύει πλέον από κατάρρευση.

Η Ιστορία αυτών των νησιών έχει πλούτο δυσανάλογο προς το μικρό τους μέγεθος. Ξεκινώντας σαν πηγή μεταλλευμάτων στην Αρχαιότητα, έγιναν τοποθεσία μοναχισμού αλλά και εξορίας ευγενών στα βυζαντινά χρόνια. Κατοικούμενα κυρίως από Ρωμιούς ψαράδες και μικροκαλλιεργητές στους επόμενους αιώνες, εξελίχθηκαν στην τελευταία περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε κορυφαία επιλογή παραθερισμού για τα ανώτερα στρώματα πολλών εθνοτήτων. Παραμένουν και σήμερα τόπος αναψυχής και μονοήμερων εκδρομών για σύγχρονους Κωνσταντινουπολίτες, κουρασμένους από την πίεση της μεγαλούπολης.

Ως ένα από τα λίγα σημεία της Κωνσταντινούπολης όπου τα ίχνη του παρελθόντος διατηρούνται σε τέτοιο βαθμό, μπορεί κάποιος να τα δει και ως πολύτιμα αρχεία μιας ξεχασμένης πολυπολιτισμικής πραγματικότητας, απέναντι στη μονότονη σημερινή εθνο-κρατική ομοιομορφία. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι ως τέτοια θα καταφέρουν να διατηρηθούν και στα επόμενα χρόνια, παρά τις δυσκολίες που οφείλονται και στις προβληματικές ελληνο-τουρκικές σχέσεις.


Πηγές:

 

Γκετζεκοντου: H αλλη οψη της τουρκικης πολης

Κλασσικό

Η Τουρκία περιγράφεται συχνά ως χώρα των μεγάλων αντιθέσεων. Μια τέτοια αντίθεση στις τουρκικές μεγαλουπόλεις είναι κι αυτή ανάμεσα στα συγκροτήματα σύγχρονων πανύψηλων πολυκατοικιών και στις φτωχογειτονιές με προχειροφτιαγμένα χαμηλά σπίτια. Οι τελευταίες είναι γνωστές και ως «γκετζέκοντου» (gecekondu) – και όσο κι αν δίνουν τα τελευταία χρόνια τη θέση τους στα πρώτα, ακόμα αποτελούν μέρος του αστικού τοπίου στη σύγχρονη Τουρκία. Πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον να δούμε τις φάσεις μέσα από τις οποίες πέρασε η ζωή αυτών των αυθαίρετα κτισμένων συνοικιών, από τη δημιουργία τους μέχρι τη σημερινή τους μετάλλαξη.

  1. Γέννηση

Η λέξη gecekondu είναι σύνθετη: gece σημαίνει νύχτα και το kondu προέρχεται από το ρήμα konmak, που σημαίνει κάθομαι/προσγειώνομαι. Το όνομα αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο: πολλά από τα σπίτια αυτά χτίστηκαν σχεδόν κυριολεκτικά μέσα σε μια νύχτα. Οι «ιδιοκτήτες» προσπαθούσαν να τα κτίσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται, για να αποφύγουν την επέμβαση των αρχών εναντίον τους. Πώς όμως βρέθηκαν εκεί αυτοί οι άνθρωποι και από που προέρχονταν;

Γκετζέκοντου όπως φαίνεται βόρεια από το κάστρο της Άγκυρας (φωτογραφία: Απρίλης 2013).

Γκετζέκοντου, όπως φαίνεται βόρεια από το κάστρο της Άγκυρας (φωτογραφία: Απρίλης 2013).

Κατά κανόνα ήταν εσωτερικοί μετανάστες από τα χωριά στα βάθη της Μικράς Ασίας, οι οποίοι αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη στη μεγαλούπολη. Η Τουρκία γνώρισε από τη δεκαετία του ’50 και μετά διαδοχικά κύματα τέτοιας εσωτερικής μετανάστευσης. Ήταν από τη μια η συνέπεια της μηχανοποίησης της γεωργίας, που απελευθέρωσε εργατικά χέρια από τα χωράφια, και από την άλλη της εκβιομηχάνισης της Τουρκίας, που δημιούργησε την ανάγκη γι’ αυτά τα εργατικά χέρια στα αστικά κέντρα.

Οι μετανάστες αυτοί έφταναν στις πόλεις με ελάχιστους οικονομικούς πόρους και μόνο με τα βασικά τους υπάρχοντα. Το να ενοικιάσουν διαμερίσματα ή δωμάτια δεν ήταν καθόλου εύκολο – εξάλλου, δεν υπήρχε και η ανάλογη υποδομή. Η μόνη εναλλακτική ήταν να χτίσουν μόνοι τα σπίτια τους, χωρίς άδεια. Επέλεγαν συνήθως ελεύθερη κρατική γη (η οποία στην Τουρκία υπήρχε σε αφθονία, λόγω οθωμανικής παράδοσης) γύρω από την πόλη, κοντά στις βιομηχανίες όπου σκόπευαν να αναζητήσουν δουλειά.  Συχνά δεν επρόκειτο αρχικά για κανονικά σπίτια: ήταν απλά τέσσερις τοίχοι και μια στέγη, με οποιοδήποτε υλικό μπορούσε να βρεθεί πρόχειρα. Στη συνέχεια, οι «ιδιοκτήτες» μπορούσαν να βελτιώσουν την κατασκευή τους και να προσθέσουν και άλλα δωμάτια. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν ολόκληρες συνοικίες στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, της Άγκυρας και της Σμύρνης, αλλά και σε μικρότερες πόλεις.

Προφανώς οι συνθήκες ζωής σ’ αυτές τις παραγκουπόλεις δεν ήταν εύκολες: δεν υπήρχε ρεύμα, ύδρευση, αποχέτευση, συχνά ούτε συγκοινωνιακή σύνδεση με την πόλη. Παρ’ όλα αυτά, ας έχουμε υπόψη, ότι οι κάτοικοί τους ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες συνθήκες, έχοντας έρθει από χωριά με ανάλογη έλλειψη υποδομών. Τουλάχιστον σε τέτοια καταλύματα είχαν τη δυνατότητα να έχουν μια μικρή αυλή, την οποία μπορούσαν να καλλιεργούν και να παράγουν οι ίδιοι ένα μέρος της τροφής τους, ενώ λόγω της εγγύτητας στα εργοστάσια μπορούσαν συχνά να περπατούν στη δουλειά τους, μειώνοντας το κόστος ζωής.

Επίσης, ζώντας σε τέτοιους οικισμούς, συχνά μαζί με άλλους μετανάστες από την ίδια περιοχή, μπορούσαν να συνεχίσουν σε κάποιο βαθμό την παλιά τους ζωή, να αλληλοβοηθηθούν και ν’ αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τους κινδύνους, π.χ. μια ενδεχόμενη απόπειρα κατεδάφισης από τις αρχές. Πολλές εργασίες που αφορούσαν την κοινότητα, π.χ. το σκάψιμο των καναλιών που χρειαζόταν για τη σύνδεση με το αποχετευτικό, γίνονταν από κοινού. Μετέφεραν έτσι την κοινωνική αλληλεγγύη, όπως την ήξεραν από τα χωριά τους, και μέσα στην πόλη. Αυτή η αλληλεγγύη αντικαθιστούσε την ελάχιστη ή ανύπαρκτη κρατική πρόνοια.

2. Εξέλιξη και διαφοροποίηση

Τα γκετζέκοντου εξελίχθηκαν σύντομα από κάτι περιθωριακό σε μια εικόνα χαρακτηριστική για μεγάλα τμήματα των μεγαλουπόλεων. Η νεοφιλελεύθερη στροφή μετά το πραξικόπημα του ’80 είχε οδηγήσει σ’ ένα νέο κύμα μετανάστευσης προς τις πόλεις: από τη μια λόγω των αναγκών της (προσανατολισμένης προς τις εξαγωγές πλέον) τουρκικής βιομηχανίας για φτηνό, ευέλικτο και απροστάτευτο εργατικό δυναμικό, από την άλλη λόγω του δραστικού περιορισμού των αγροτικών επιδοτήσεων.  Ιδιαίτερα όμως στη δεκαετία του ’90, αυξήθηκε πολύ και η μετανάστευση από τις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας, απ’ όπου ένας κυρίως κουρδικός πληθυσμός προσπαθούσε να ξεφύγει από την αγριότητα του πολέμου ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και το ΡΚΚ. Το ποσοστό του πληθυσμού της Τουρκίας που ζούσε σε γκετζέκοντου, από 4,7% το 1955, έφτασε το 35% το 1995.

Έγινε έτσι ένα τόσο μαζικό φαινόμενο, που οι Τούρκοι πολιτικοί δεν μπορούσαν να το αγνοήσουν. Η παροχή τίτλων κτήσης στους κατοίκους αυτών των συνοικιών, άρα και η νομιμοποίησή τους, έγινε σε διάφορες φάσεις κυρίως για προεκλογικούς λόγους. Ήταν και ένας τρόπος για να εκτονωθεί κάπως η λαϊκή δυσαρέσκεια κατά τη μετάβαση στο νεοφιλελευθερισμό, που επιδείνωσε την οικονομική κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων. Κατά μια έννοια, μπορούμε να πούμε ότι το κράτος ανέχτηκε τη δημιουργία των γκετζέκοντου, επειδή το απάλλασσε από την υποχρέωση να δημιουργήσει το ίδιο τις υποδομές για την εγκατάσταση αυτού του πληθυσμού. Κάπως έτσι έφτασε π.χ. η Κωνσταντινούπολη να γίνει μια από τις μεγαλουπόλεις με τα ψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στον κόσμο.

Χάρτης που απεικονίζει τις

Χάρτης που απεικονίζει τις «ανεπίσημα» κτισμένες περιοχές (πορτοκαλί), μέσα και γύρω από την Κωνσταντινούπολη. Πηγή: Ünlü-Yücesoy, E. et al (2009)

Όταν ο πληθυσμός ενός γκεντζέκοντου είχε ήδη αυξηθεί σημαντικά, οι κάτοικοι μπορούσαν να αιτηθούν να αναγνωριστεί ως διοικητική ενότητα της πόλης. Αυτό διευκόλυνε τους κατοίκους στο να έχουν δικαίωμα στις δημοτικές υπηρεσίες και να συνδεθούν π.χ. με τα δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτρισμού ή αποχέτευσης. Έτσι ένα γκετζέκοντου αποκτούσε σιγά-σιγά σχεδόν μια εικόνα αστικής κανονικότητας.

Αυτή η πιο «αστική» εικόνα φάνηκε και με άλλον τρόπο. Σταδιακά, σε πολλά από τα σπίτια προστέθηκαν και όροφοι, μετατρέποντας τα σε μικρές πολυκατοικίες. Κάποιοι από τους παλιούς κάτοικους μπόρεσαν έτσι να νοικιάσουν διαμερίσματα σε πιο φτωχούς νεοεισερχόμενους και να βελτιώσουν την οικονομική τους θέση. Άρχισε να διαφαίνεται άρα και μια οικονομική διαφοροποίηση εντός του πληθυσμού του γκετζέκοντου: κάτι που αναπόφευκτα επηρέασε αρνητικά και την μέχρι τότε δυνατή κοινωνική αλληλεγγύη.

3. Πολιτικοποίηση

Η Τουρκία ήταν ήδη από τη δεκαετία του ’60 μια έντονα πολιτικοποιημένη χώρα, τουλάχιστον στα αστικά κέντρα. Και αυτή η πολιτικοποίηση δεν μπορούσε να μην επηρεάσει και τους νέους μετανάστες στις πόλεις, που αντιμετώπιζαν και πιο έντονα προβλήματα. Εκείνη την εποχή είχαν αναπτυχθεί ιδιαίτερα, σε αντιστοιχία και με τις παγκόσμιες τάσεις, τα κινήματα της επαναστατικής Αριστεράς. Αυτά έβλεπαν τους εαυτούς τους και ως εκπρόσωπους των φτωχών και αποκλεισμένων κατοίκων των γκετζέκοντου. Μέλη τους είχαν σταθερή παρουσία στα γκετζέκοντου: καλλιεργούσαν προσωπικές σχέσεις με τους κατοίκους, τους βοηθούσαν στις διάφορες καθημερινές ανάγκες και τους παρείχαν υπηρεσίες τις οποίες δεν μπορούσαν να περιμένουν από το κράτος. Κατά τα «επαναστατικά» χρόνια της δεκαετίας του ’70, αριστερές οργανώσεις είχαν καταφέρει να μετατρέψουν κάποιες απ’ αυτές τις συνοικίες σε προπύργια τους, όπου τα μέλη τους έβρισκαν και καταφύγιο από την αστυνομική δίωξη.

Μετά το πραξικόπημα του ’80, η δράση των αριστερών κινημάτων αντιμετωπίστηκε με σκληρή κρατική καταστολή. Τώρα ήταν η σειρά των ισλαμιστικών οργανώσεων να αναπτύξουν ανάλογη δράση στις φτωχογειτονιές. Επωφελούμενες και από την απουσία κρατικής πρόνοιας, την οποία υποκαθιστούσαν (π.χ. στον τομέα της υγείας ή της παιδείας), μπόρεσαν να βρουν έτσι σχετικά εύκολα μια εκλογική πελατεία. Πάνω σ’ αυτήν την παράδοση κτίζει και το σημερινό κυβερνών κόμμα του Ερντογάν. Κάποιοι βλέπουν ακόμα και την άνοδο του τελευταίου ως έναν τρόπο με τον οποίο εκφράζεται η είσοδος των αστικών φτωχών στρωμάτων στην πολιτική – εξάλλου, από αυτά τα στρώματα προέρχεται και ο ίδιος.

Αυτή η εικόνα των φτωχογειτονιών ως βάση για τους ισλαμιστές είναι όμως κάπως παραπλανητική. Στην πολιτική ταυτότητα της κάθε συνοικίας παίζουν ρόλο και παράγοντες όπως ο εθνο-θρησκευτικός. Ήδη από τη δεκαετία του ’70 υπήρχε μια πόλωση: οι συνοικίες που γίνονταν προνομιακό πεδίο δράσης για την επαναστατική Αριστερά είχαν συχνά ισχυρή αλεβίτικη παρουσία, ενώ σε σουνιτικές αποκτούσαν επιρροή οι δεξιές οργανώσεις. Η άνοδος της ισλαμιστικής επιρροής στην συνέχεια έγινε προφανώς πιο αισθητή σε σουνιτικές συνοικίες, ενώ κάποιες κυρίως αλεβιτικές διατήρησαν τη σχέση τους με την Άκρα Αριστερά.

Τα φέρετρα νεκρών από την τρομοκρατική επίθεση στο Σουρούτς το περασμένο καλοκαίρι μεταφέρονται στο τζέμεβι του Γκαζί, με τη συνοδεία ένοπλων ακροαριστερών. http://www.ibtimes.co.uk/turkey-more-riots-rage-marxist-gazi-stronghold-after-death-female-activist-gunay-ozaslan-1512637

Ένοπλοι, μέλη ακροαριστερών οργανώσεων, συνοδεύουν τα φέρετρα νεκρών συντρόφων τους στο τζέμεβι (αλεβίτικος θρησκευτικός-πολιτισμικός χώρος) του Γκαζί, μια φτωχογειτονιά με ιδιαίτερη ιστορία στα βορειοδυτικά προάστια της Πόλης.
Πηγή εικόνας

Στις επόμενες δεκαετίες, όταν σε πολλά γκετζέκοντου ο πληθυσμός ήταν πλέον κυρίως κουρδικός, κουβαλώντας μαζί του τα βιώματα του άγριου πολέμου στα νοτιοανατολικά της χώρας, έγινε και για τους Κούρδους εθνικιστές πηγή από την οποία μπορούσαν να αντλήσουν στήριξη. Όλα αυτά βοήθησαν τελικά στο να συνδέσουν πολλοί τις φτωχογειτονιές με τον επικίνδυνο πολιτικό εξτρεμισμό, οποιασδήποτε μορφής – και να ενισχύσει την εικόνα τους ως «απειλής».

4. Μετάλλαξη – Αστική ανάπλαση

Παρά το ότι κατά περιόδους οι τουρκικές ελίτ και το τουρκικό κράτος έμοιαζαν αναγκασμένοι να αποδεχτούν την πραγματικότητα των γκετζέκοντου, αυτό δεν σήμαινε ότι δεν τα έβλεπαν και ως κάτι ενοχλητικό, που χαλούσε την εικόνα των πόλεων. Στις δύο τελευταίες δεκαετίες αποφάσισαν τελικά να κάνουν μια συστηματική προσπάθεια για να τα εξαφανίσουν, ή τουλάχιστον να εμποδίσουν τη δημιουργία καινούριων. Χαρακτηριστικά, ο Ερντογάν τα έχει παρομοιάσει με όγκο στο σώμα των πόλεων, ενώ ο δήμαρχος Άγκυρας έχει υποσχεθεί ότι θα καθαρίσει την πόλη του απ’ αυτά.

Αυτή η προσπάθεια μπορεί να παρουσιάζεται και ως ένα είδος «φιλανθρωπίας», με στόχο να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των φτωχότερων στρωμάτων. Στην πράξη όμως, το πράγμα λειτουργεί περισσότερο με όρους αγοράς και φαίνεται ότι οι προοπτικές κερδοφορίας είναι αυτές που είναι πιο καθοριστικές. Για να το εξηγήσουμε καλύτερα: τα τελευταία χρόνια, με την μεγάλη οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η Τουρκία, αυξήθηκε πολύ έντονα η οικοδομική δραστηριότητα: αυτοκινητόδρομοι, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα, οικιστικές ζώνες κ.λπ. Διάφορες περιοχές που καταλαμβάνονται από γκετζέκοντου θεωρούνται λόγω ευνοϊκής θέσης ως μεγάλης αξίας με δυνατότητες ανάπτυξης, – κάποιοι μάλλον δύσκολα μπορούν να δεχτούν ότι τέτοιες περιοχές βρίσκονται στα χέρια των φτωχών.

Τα διάφορα προγράμματα αστικής ανάπλασης, που προωθούνται από το κράτος και τον ιδιωτικό τομέα, γίνονται με το σκεπτικό του προσδοκώμενου κέρδους, αδιαφορώντας για τις ανάγκες των ίδιων των κατοίκων. Συχνά συμπεριλαμβάνουν την εκκένωση και την καταστροφή πολλών σπιτιών και την μεταφορά του πληθυσμού εκτός περιοχής.

Εικόνα από την περιοχή Αγιαζμά στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. https://workshopsariyer.wordpress.com/2011/04/26/april-17-sunday-visit-seminar-%E2%80%93-review-2/

Εικόνα από την περιοχή Αγιαζμά, στα δυτικά περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Τα γκετζέκοντου της περιοχής δημιουργήθηκαν σχετικά πρόσφατα (στη δεκαετία του ’90) από κυρίως κουρδικό πληθυσμό, σε γη όμως που απέκτησε μεγάλη αξία, ιδιαίτερα μετά την κατασκευή του Ολυμπιακού Σταδίου. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοί του εκτοπίστηκαν, για να κάνουν χώρο σε νέα μεγαλεπήβολα έργα.
Πηγή εικόνας

Αυτή η διαδικασία αντικατάστασης των γκετζέκοντου, αγγίζει τους κατοίκους τους με διαφορετικούς τρόπους. Η αποζημίωση γίνεται είτε χρηματικά είτε με αντάλλαγμα ένα διαμέρισμα σε μια από τις καινούριες πολυκατοικίες που κτίζονται – ανάλογα φυσικά με την έκταση του γεωτεμαχίου και το καθεστώς νομιμοποίησης. Πιο ευάλωτοι είναι φυσικά αυτοί που δεν έχουν ακόμα εξασφαλίσει τίτλους κτήσης για τις κατοικίες τους, ή που ζουν στο νοίκι – δηλαδή, συχνά οι οικονομικά πιο αδύνατοι. Αντίθετα, κάποιοι που έχουν τίτλους μπορεί να εξασφαλίσουν και καλά λεφτά πουλώντας τα γεωτεμάχιά τους. Ακόμα όμως και γι’ αυτούς, η κατάσταση δεν είναι ιδανική.

Πολλοί από το κατοίκους των γκετζέκοντου που βρίσκονται σε διαδικασία «ανάπλασης» καταλήγουν στα συγκροτήματα πανύψηλων και άχρωμων πολυκατοικιών στα περίχωρα των μεγαλουπόλεων, αυτών που οικοδομεί η Διοίκηση Οικιστικής Ανάπτυξης (TOKİ). Αυτό μπορεί να παρουσιάζεται ως παροχή προς τους φτωχούς (χωρίς να σημαίνει ότι είναι δωρεάν – απλά δίνονται ευνοϊκοί όροι για την αγορά τους σε οικογένειες χαμηλού εισοδήματος).

Συγκρότημα πολυκατοικιών που έχει κτιστεί από τον TOKİ στην περιοχή Καγιάμπασι (πρώην Αϊ-Γιώργης). http://www.tarlabasiistanbul.com/glossary/

Συγκρότημα πολυκατοικιών που έχει κτιστεί από τον TOKİ στην περιοχή Καγιάμπασι (πρώην Αϊ-Γιώργης), 30 χλμ. από το κέντρο της Κωνσταντινούπολης.
Πηγή εικόνας

Τέτοια συγκροτήματα βρίσκονται όμως συχνά πιο μακριά από το κέντρο της πόλης ή από τις βιομηχανικές ζώνες, δυσκολεύοντας τους κατοίκους τους στην αναζήτηση δουλειάς. Επίσης τα διαμερίσματα έχουν ένα κόστος συντήρησης/θέρμανσης κ.λπ. συχνά μεγαλύτερο από πριν, χωρίς να δίνουν στους κατοίκους τους τη δυνατότητα να καλλιεργούν ένα μέρος της τροφής τους, όπως γινόταν στις αυλές των γκετζέκοντου.

Ακόμα, δυσκολεύουν τους κάτοικους στο να συνεχίσουν μια κοινωνική ζωή, η οποία τους ήταν τόσο σημαντική στις παλιές τους γειτονιές. Πολλές συνήθειες, τις οποίες οι μετανάστες είχαν μεταφέρει από τις περιοχές προέλευσής τους, αναγκάστηκαν τώρα να εγκαταλειφθούν, επειδή στα νέα συγκροτήματα πολυκατοικιών ήταν είτε απαγορευμένες είτε χωρικά αδύνατες: π.χ. το να κάθονται έξω από τα σπίτια και να πίνουν τσάι με τους γείτονες, να οργανώνουν χορούς, γάμους ή κηδείες σε ανοικτούς χώρους κ.λπ. Τέλος, στις καινούριες συνοικίες δεν λείπουν και οι εθνοτικές/πολιτικές εντάσεις (π.χ. ανάμεσα σε Κούρδους και Τούρκους εθνικιστές), αφού σ’ αυτές μαζεύονται σε μικρό χώρο οικογένειες με πολύ διαφορετική προέλευση και πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Δεν είναι άρα περίεργο που η διαδικασία αυτή γεννά και αντίσταση. Στην Κωνσταντινούπολη υπάρχει π.χ. ήδη ένα συντονιστικό όργανο πρωτοβουλιών κατοίκων, με στόχο να ακουστεί ο λόγος τους για την ανάπτυξη των συνοικιών τους – ένας λόγος που τώρα αγνοείται συστηματικά. Προς το παρόν πάντως, τέτοια κινήματα είχαν μόνο τοπικές μικρές επιτυχίες.


Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, το αποτέλεσμα είναι ότι το αστικό τοπίο αλλάζει δραστικά και τα γκετζέκοντου αντικαθίστανται από σύγχρονα μεγάλα κτίρια. Τα αισθήματα είναι διχασμένα: μπορεί να δίνεται η αίσθηση ότι οι τουρκικές πόλεις γίνονται πιο σύγχρονες και οργανωμένες, από την άλλη όμως οι κάτοικοι των γκετζέκοντου χάνουν έτσι και ότι είχαν καταφέρει να διατηρήσουν από τη ζωή τους στα χωριά: την ελευθερία τους και την κοινωνική αλληλεγγύη. Δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν την καινούρια τους ζωή σε διαμερίσματα σαν «φυλακή».

Μπορεί οι τουρκικές μεγαλουπόλεις να αποκτούν μια πιο «ευπρεπή» εικόνα, αποβάλλοντας κάπως τα «τριτοκοσμικά» στοιχεία που την συνέθεταν μέχρι πρόσφατα. Το κατά πόσον όμως αυτό αποτελεί βελτίωση στις συνθήκες ζωής των ίδιων των κατοίκων, είναι όπως είδαμε λιγότερο αυτονόητο. Το σίγουρο είναι πως με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο δεν εξαφανίζονται, αλλά τελικά αναπαράγονται οι ταξικές αντιθέσεις (και σε συνάρτηση μ’ αυτές και οι εθνοτικές-πολιτισμικές), ο αποκλεισμός και o κοινωνικός διαχωρισμός στις πόλεις – έστω και σε ένα πιο εκσυγχρονισμένο πλαίσιο.

Πηγές

Αθηνα-Κυπρος μεσω ξηρας

Κλασσικό

Σήμερα είναι περίπου αυτονόητο, ότι το ταξίδι από Αθήνα για Κύπρο γίνεται αεροπορικά (μέσω Λάρνακας ή Πάφου). Παλιότερα υπήρχε και ακτοπλοϊκή σύνδεση Πειραιάς-Λεμεσός, η οποία όμως έχει καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Αυτό που μάλλον σπάνια σκεφτόμαστε είναι ότι μπορεί να υπάρξει και δρόμος μέσω ξηράς: τουλάχιστον μέχρι το κοντινό στην Κύπρο τουρκικό λιμάνι Τασουτζού, απ’ όπου μετά πρέπει να πάρει κάποιος το πλοίο για να περάσει απέναντι στην Κερύνεια.

Μια πιθανή διαδρομή είναι αυτή με τρένο μέχρι Ξάνθη/Κομοτηνή (12-13 ώρες), μετά με λεωφορείο μέχρι Κωνσταντινούπολη (6-7 ώρες) – πιο γρήγορο (αν και λίγο πιο ακριβό: 70 Ευρώ αντί 50) είναι φυσικά να κάνεις όλη τη διαδρομή Αθήνα-Κωνσταντινούπολη με λεωφορείο, αλλά κατά την άποψή μου λιγότερο ενδιαφέρον. Από Κωνσταντινούπολη η πιο γρήγορη διαδρομή είναι με λεωφορείο ή τρένο μέχρι Άγκυρα (4-5 ώρες), από εκεί με τρένο (ταχεία) στο Ικόνιο (σχεδόν 2 ώρες) και στη συνέχεια με λεωφορείο για Σελεύκεια (3 ώρες). Από εκεί μπορεί κάποιος να πάει εύκολα (με αστική συγκοινωνία ή ταξί) στο κοντινό λιμάνι Τασουτζού, απ’ όπου αναχωρεί το πλοίο για Κερύνεια.

Πηγή χάρτη/δορυφορικής εικόνας: here.com

Πηγή χάρτη/δορυφορικής εικόνας: here.com

Πρώτοι σταθμοί αυτού του ταξιδιού, που έγινε την άνοιξη του ’13, ήταν δύο πόλεις της Θράκης, η Ξάνθη και η Κομοτηνή. Η παρουσία της μουσουλμανικής μειονότητας τις κάνει κατά κάποιον τρόπο μεταβατικές σ’ ένα ταξίδι προς την Τουρκία. Όσο ιδιαίτερο και να είναι το να βλέπεις ένα υπόλειμμα συνύπαρξης Χριστιανών και Μουσουλμάνων στον ελληνοτουρκικό χώρο, είναι κάπως λυπηρό το ότι έχει έναν τέτοιο μουσειακό χαρακτήρα. Ειδικά αν σκεφτείς ότι αυτή η συνύπαρξη ήταν επί αιώνες ο κανόνας και σε όλες τις υπόλοιπες πόλεις του ταξιδιού.

Η παλιά πόλη της Ξάνθης.

Η παλιά πόλη της Ξάνθης.

Παλιά καπναποθήκη στο κέντρο της Ξάνθης, σύμβολο για ένα από τα παραδοσιακά πιο σημαντικά προϊόντα της περιοχής.

Παλιά καπναποθήκη στο κέντρο της Ξάνθης, σύμβολο για ένα από τα πιο σημαντικά προϊόντα της περιοχής.

Εικόνα από τουρκομαχαλά της Κομοτηνής.

Εικόνα από τουρκομαχαλά της Κομοτηνής.

Το κέντρο της Κομοτηνής, απ' όπου αναχωρούσε το λεωφορείο για Κωνσταντινούπολη.

Το κέντρο της Κομοτηνής, απ’ όπου αναχωρεί το λεωφορείο για Κωνσταντινούπολη.

Από την Κομοτηνή το λεωφορείο για Τουρκία φεύγει κατά τις 2, με άφιξη στην Κωνσταντινούπολη κατά τις 9 το βράδυ. Ο μεγάλος σταθμός των υπεραστικών και διεθνών λεωφορείων (Μπουγιούκ Οτογκάρ) βρίσκεται στο προάστιο Μπαϊράμπασα και συνδέεται με ηλεκτρικό με το κέντρο της πόλης. Αν κάποιος όμως σκοπεύει να συνεχίσει το ταξίδι του προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, μπορεί να διασχίσει το Βόσπορο και να διανυκτερεύσει στην ασιατική πλευρά, π.χ. στη Χαλκηδόνα. Η τελευταία είναι προάστιο μάλλον της μεσαίας τάξης, πολύ ζωντανό και με ιδιαίτερο χαρακτήρα. Παλιότερα κατοικούσαν εκεί και πολλοί από τους Ρωμιούς της Πόλης, όπως φαίνεται και από τις διάφορες ελληνορθόδοξες εκκλησίες – ενώ το ελληνικό δημοτικό που ακόμα λειτουργεί δείχνει ότι μέχρι και σήμερα έχουν απομείνει κάποιοι.

Το ελληνικό δημοτικό στη Χαλκηδόνα.

Το ελληνικό δημοτικό στη Χαλκηδόνα.

Θέα προς τη Θάλασσα του Μαρμαρά (στο βάθος η ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης), από την ταράτσα χόστελ στη Χαλκηδόνα. Αμέσως πάνω στη Θάλασσα φάινεται ο σιδηροδρομικός σταθμός Χαϊνταρπασά, η πύλη για την Ασία: από εδώ αναχωρούν τα τρένα που διασχίζουν τη Μικρά Ασία και κανονικά φτάνουν μέχρι τη Δαμασκό και την Τεχεράνη.

Θέα προς την Προποντίδα (στο βάθος η ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης), από την ταράτσα χόστελ στη Χαλκηδόνα. Αμέσως πάνω στη θάλασσα φαίνεται ο σιδηροδρομικός σταθμός Χαϊνταρπασά, η πύλη για την Ασία: από εδώ αναχωρούν κανονικά (προς το παρόν ο σταθμός είναι κλειστός) τα τρένα που διασχίζουν τη Μικρά Ασία και φτάνουν μέχρι τη Δαμασκό και την Τεχεράνη.

Από την Κωνσταντινούπολη μπορεί κάποιος να πάρει μετά το λεωφορείο προς Άγκυρα (5 ώρες – το ταξίδι γίνεται πλέον και σε 4 ώρες με την νέα γραμμή ταχείας που συνδέει τις δύο πόλεις, το 2013 ήταν ακόμα υπό κατασκευή). Η νέα πρωτεύουσα της Τουρκίας στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας μπορεί να μην έχει τη γοητεία της Κωνσταντινούπολης – κάτι τέτοιο θα ήταν άλλωστε πολύ δύσκολο. Είναι γενικά μια σύγχρονη πόλη με καινούριες πολυκατοικίες, πλατιούς δρόμους και μεγάλα πάρκα. Έχει την εικόνα πόλης που κτίστηκε ακριβώς για να γίνει πρωτεύουσα, χωρίς να έχει ιδιαίτερη ιστορία πίσω της: πριν τον Ατατούρκ, η Άγκυρα ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη.

Η σύγχρονη πόλη της 'Αγκυρας απλώνεται κάτω από το κάστρο.

Η σύγχρονη πόλη της ‘Αγκυρας απλώνεται κάτω από το κάστρο.

Όταν αρχίζεις να ανηφορίζεις προς το κάστρο, αλλάζουν κάπως τα πράγματα. Η συνοικία Χαμάμονου στους πρόποδες του λόφου έχει αναπαλαιωθεί και έχει τοπικό χρώμα. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι όμως η (μάλλον φτωχική) συνοικία που βρίσκεται μέσα στο ίδιο το κάστρο: είναι κάπως σαν να γυρίζεις μερικές δεκαετίες πίσω σε σχέση με τη σύγχρονη Άγκυρα, ακόμα και στην ενδυμασία των κατοίκων.

Η αναπαλαιωμένη συνοικία Χαμάμονου.

Η αναπαλαιωμένη συνοικία Χαμάμονου, στους πρόποδες του λόφου.

Η παλιά συνοικία μέσα στο κάστρο της Άγκυρας, σε έντονη αντίθεση με τη σύγχρονη πόλη.

Η παλιά συνοικία μέσα στο κάστρο της Άγκυρας, σε έντονη αντίθεση με τη σύγχρονη πόλη.

Επόμενος σταθμός μετά την οθωμανική Κωνσταντινούπολη και την κεμαλική Άγκυρα είναι το σελτζουκικό Ικόνιο – καλύπτοντας έτσι μ’ ένα ταξίδι όλες τις πρωτεύουσες των σημαντικότερων τούρκικων κρατών στην ιστορία της Μικράς Ασίας. Από Άγκυρα το πιο άνετο μέσο είναι πλέον το τρένο: η ταχεία που συνδέει τις δύο πόλεις καλύπτει την απόσταση 260 χλμ σε λιγότερο από 2 ώρες, διασχίζοντας τo ημίξηρο υψίπεδο της Κεντρικής Ανατολίας.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Άγκυρας, απ' όπου αναχωρεί το τρένο για Ικόνιο.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Άγκυρας. Έγινε δυστυχώς παγκόσμια γνωστός με την πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση σε διαδήλωση αριστερών και κουρδικών οργανώσεων, με πάνω από 100 νεκρούς.

Η στέπα της Ανατολίας, όπως φαίνεται από το τρένο Άκγυρα-Ικόνιο.

Αν και τα υψίπεδα της κεντρικής Ανατολίας έχουν ημίξηρο κλίμα και η φυσική βλάστηση σε κάποια τμήματα τους είναι μόνο αλατούχα στέπα, σε μεγάλο τους μέρος σήμερα καλύπτονται από καλλιέργειες, όπως φαίνεται από το τρένο Άγκυρα-Ικόνιο.

Εκτός από πρωτεύουσα των Σελτζούκων, το Ικόνιο ήταν και η ιστορική έδρα του θρησκευτικού τάγματος των Μεβλεβήδων – γνωστότερου στον κόσμο μέσω των περιστρεφόμενων ντερβίσηδων. Το σύγχρονο Ικόνιο όμως είναι ένας τυπικός «τίγρης της Ανατολίας», όπως αποκαλούνται οι πόλεις της Κεντρικής Μικράς Ασίας που με τις επιχειρήσεις και βιομηχανίες τους έδωσαν ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας τις τελευταίες δεκαετίες. Θεωρείται επίσης, όχι τυχαία, και πρωτεύουσα του μουσουλμανικού συντηρητισμού και προπύργιο του κόμματος του Ερντογάν. Για τη σημασία όμως του «ισλαμικού κεφαλαίου» και τη σύνδεσή του με το πολιτικό φαινόμενο Ερντογάν υπάρχει άλλο άρθρο.

Εκτός από την Ελληνοορθοδοξία, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ, τη Σερβία, την Αλβανία, ο δικέφαλος αετός είναι και σύμβολο του Δήμου Ικονίου.

Εκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ, τη Σερβία, την Αλβανία, ο δικέφαλος αετός χρησιμοποιείται ως σύμβολο και από το Δήμο Ικονίου.

Εικόνα από το εσωτερικό του τεκέ των Μεβλεβί - στο οίκημα αριστερά βρίσκεται ο τάφος του Μεβλανά Τλελαλεντίν Ρουμί, ιδρυτή του τάγματος. Ο τεκές λειτουργεί σήμερα επίσημα ως μουσείο, στην πράξη όμως είναι και τόπος προσκυνήματος.

Εικόνα από τον τεκέ των Μεβλεβήδων – στο οίκημα δεξιά βρίσκεται ο τάφος του Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί, ιδρυτή του τάγματος. Ο χώρος λειτουργεί σήμερα επίσημα ως μουσείο, στην πράξη όμως είναι και τόπος προσκυνήματος.

Το Ικόνιο δείχνει στους τουρίστες την ιστορική του σύνδεση με το τάγμα των Μεβλεβήδων και με τέτοια αγάλματα περιστρεφόμενων ντερβίσηδων.

Το Ικόνιο δείχνει και μέσω τέτοιων αγαλμάτων περιστρεφόμενων ντερβίσηδων στους τουρίστες την ιστορική του σύνδεση με το τάγμα των Μεβλεβήδων.

Να και μια εικόνα ίσως όχι τυπική στο μυαλό πολλών για το συντηρητικό Ικόνιο - η διαδήλωση της Πρωτομαγιάς, με τη συμμετοχή αριστερών και κεμαλικών οργανώσεων.

Να και μια εικόνα ίσως όχι τυπική στο μυαλό πολλών για το συντηρητικό Ικόνιο: η διαδήλωση της Πρωτομαγιάς, με τη συμμετοχή αριστερών και κεμαλικών οργανώσεων.

Για να φτάσει κάποιος από την κεντρική Μικρά Ασία στην ακτή της Μεσογείου πρέπει να διασχίσει την οροσειρά του Ταύρου, στην περιοχή της Καραμανιάς. Το όνομα αυτό (απ’ όπου βγαίνει και το «Καραμανλής») προέρχεται από την τουρκική δυναστεία των Καραμανιδών, που διοικούσε την περιοχή και αντιστάθηκε με επιτυχία για πολλά χρόνια στους Οθωμανούς πριν υποταχθεί σ’ αυτούς.

Η μικρή πόλη Καραμάν σώζει μέχρι τις μέρες μας το όνομα της δυναστείας των Καραμανιδών.

Η μικρή πόλη Καραμάν σώζει μέχρι τις μέρες μας το όνομα της δυναστείας των Καραμανιδών.

Κατηφορίζοντας από την οροσειρά του Ταύρου (πάνω αριστερά) οι ελιές και τα ανοιχτόχρωμα κτίρια σηματοδοτούν την επιστροφή στο οικείο μεσογειακό τοπίο.

Κατηφορίζοντας από την οροσειρά του Ταύρου (πάνω αριστερά), οι ελιές και τα ανοιχτόχρωμα κτίρια σηματοδοτούν την επιστροφή στο οικείο μεσογειακό τοπίο.

Το ταξίδι με το λεωφορείο διαρκεί 3 ώρες από το Ικόνιο μέχρι τη Σελεύκεια. Η Σελεύκεια (Σιλιφκέ στα τούρκικα) είναι μια μικρή μεσογειακή πόλη της Τουρκίας, που πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή της μακεδονικής δυναστείας των Σελευκιδών. Σε απόσταση μόλις λίγων χιλιομέτρων βρίσκεται και το λιμάνι Τασουτζού.

Στη Σελεύκεια ήδη νιώθεις πιο κοντά στην Κύπρο - η πόλη έχει έντονα μεσογειακή αίσθηση. Στα αριστερά το ξενοδοχείο "Αγία Θέκλα".

Στη Σελεύκεια ήδη νιώθεις πιο κοντά στην Κύπρο – η πόλη έχει μεσογειακή αίσθηση. Στα αριστερά το ξενοδοχείο «Αγία Θέκλα».

Από το Τασουτζού αναχωρεί θεωρητικά τα μεσάνυχτα το πλοίο για την Κερύνεια. Πρακτικά φαίνεται να καθυστερεί αρκετά, λόγω μάλλον του ότι πρέπει να μπούνε τα φορτηγά για τον εφοδιασμό των κατεχομένων. Αυτός είναι προφανώς και ο κύριος σκοπός του συγκεκριμένου πλοίου και λιγότερο η μεταφορά επιβατών (για την οποία εξάλλου υπάρχει και άλλο, πιο γρήγορο καράβι, με πιο ασταθή δρομολόγια όμως). Ήδη λίγο πριν την ανατολή του ήλιου φαίνονται στον ορίζοντα οι βουνοκορφές του Πενταδάκτυλου και της Καρπασίας. Το πλοίο όμως φτάνει στο νέο λιμάνι της Κερύνειας μόλις κατά τις 8-9 π.μ.

Εικόνα από το πλοίο λίγο πριν φτάσει στην Κερύνεια: ο ήλιος ανατέλλει πίσω από τις κορυφές της Καρπασίας.

Εικόνα από το πλοίο λίγο πριν φτάσει στην Κερύνεια: ο ήλιος ανατέλλει πίσω από τις κορυφές της Καρπασίας.

Ταξιδι στη Δυτικη Μικρα Ασια

Κλασσικό

Τα δυτικά μικρασιατικά παράλια έχουν μια ιδιαίτερη γεωγραφία και Ιστορία. Μια από φυσικο-γεωγραφική άποψη προικισμένη περιοχή, με εύφορα εδάφη, πλατιές κοιλάδες και ευνοϊκό κλίμα με άφθονη βροχή (πάντα συγκρίνοντας με τα μικρασιατικά δεδομένα), κίνησε φυσιολογικά το ενδιαφέρον πολλών λαών της περιοχής. Από την αρχαιότητα ήταν ο χώρος που ο ελληνικός πολιτισμός ερχόταν σε επαφή με τους γηγενείς μικρασιατικούς, αλλά και άλλους πιο ανατολικούς, όπως τον περσικό. Ίσως δεν είναι τυχαίο, που σ’ αυτόν το χώρο γεννήθηκε και η αρχαία ελληνική φιλοσοφία.

Αυτό το χαρακτηριστικό της πολιτισμικής συνάντησης το διατήρησε η περιοχή μέχρι πολύ πρόσφατα. Την τελευταία χιλιετία ήταν ίσως ο κατ’ εξοχήν χώρος που συνυπήρχαν όχι μόνο η ορθόδοξη Χριστιανοσύνη με το Ισλάμ, αλλά συναντούσε και η ελληνοφωνία την τουρκοφωνία (αντίθετα, πιο βαθιά στη Κεντρική Μικρά Ασία, οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί ήταν συνήθως τουρκόφωνοι, ενώ στο νησιωτικό χώρο οι Μουσουλμάνοι έτειναν προς την ελληνοφωνία). Ίσως γι’ αυτόν το λόγο ήταν και ο χώρος που παίχτηκε το 1919-22 η τελευταία πράξη ενός αιώνα ελληνοτουρκικών συγκρούσεων, με τραγική για τον Ελληνισμό κατάληξη, τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η περιοχή σήμερα ανήκει εξ’ ολοκλήρου στην Τουρκία (εκτός φυσικά αν θεωρήσουμε τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ως προέκτασή της). Αν και είναι πλέον πολύ πιο «καθαρή» από εθνοθρησκευτική άποψη (τουλάχιστον επιφανειακά), το πολυπολιτισμικό παρελθόν της είναι ακόμα αισθητό όταν ταξιδεύει κάποιος εκεί. Αν μη τι άλλο, τα αρχαιοελληνικά ή ρωμαϊκά ερείπια δεν σε αφήνουν να ξεχάσεις τη σημασία που έδιναν στην περιοχή οι διάφοροι πολιτισμοί όλων των εποχών.

Η διαδρομή του ταξιδιού: Κωνσταντινούπολη-Μουδανιά-Προύσα-Σμύρνη-Αϊδίνιο-Αττάλεια.

Η διαδρομή του ταξιδιού: Κωνσταντινούπολη-Μουδανιά-Προύσα-Σμύρνη-Αϊδίνιο-Αττάλεια.

Αφετηρία του ταξιδιού ήταν η Κωνσταντινούπολη, συγκεκριμένα το Καμπατάς, απ’ όπου υπάρχει ακτοπλοϊκή σύνδεση με την Προύσα. Το ταχύπλοο, ξεκινώντας απ’ το Βόσπορο, διασχίζει την Προποντίδα (ή Θάλασσα του Μαρμαρά) και σε λιγότερο από δυο ώρες φτάνει στην απέναντι ακτή, εκεί όπου κάποτε εκτεινόταν το βασίλειο της Βιθυνίας.

Από την προβλήτα του Καμπατάς κοιτάζοντας προς τα βόρεια φαίνονται τα ανάκτορα του Ντολμαμπαχτσέ στο Μπεσίκτας, στην ευρωπαϊκή πλευρά (αριστερά), καθώς και η γέφυρα του Βοσπόρου πιο πίσω, που ενώνει Ευρώπη και Ασία.
Από την προβλήτα του Καμπατάς κοιτάζοντας προς τα βόρεια φαίνονται τα ανάκτορα του Ντολμαμπαχτσέ στο Μπεσίκτας, στην ευρωπαϊκή πλευρά (αριστερά), καθώς και η γέφυρα του Βοσπόρου πιο πίσω, που ενώνει Ευρώπη και Ασία.
Κοιτάζοντας από το ίδιο σημείο, αλλά προς τα νότια, βλέπουμε το Βόσπορο να καταλήγει στην ανοικτή θάλασσα της Προποντίδας, που διασχίζει το ταχύπλοο με προορισμό τα Μουδανιά. Από τα δεξιά έρχονται τα νερά του Κεράτιου, με τα ανάκτορα του Τοπκαπί και την Αγιά Σοφιά να διακρίνονται από πίσω.

Κοιτάζοντας από το ίδιο σημείο, αλλά προς τα νότια, βλέπουμε το Βόσπορο να καταλήγει στη θάλασσα της Προποντίδας, την οποία διασχίζει το ταχύπλοο με προορισμό τα Μουδανιά. Από τα δεξιά έρχονται τα νερά του Κεράτιου, με τα ανάκτορα του Τοπκαπί και την Αγιά Σοφιά να διακρίνονται από πίσω.

Η ίδια η Προύσα δεν είναι παραθαλάσσια πόλη: το καράβι φτάνει στο λιμάνι των Μουδανιών. Στα οθωμανικά χρόνια ήταν μια κατά πλειοψηφία ελληνική πόλη, με κάτοικους που ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο, τη βιοτεχνία, την μεταξουργία και την υφαντουργία. Στην Ιστορία έμεινε όμως τελικά ως ο τόπος υπογραφής της ανακωχής που τερμάτισε τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, το 1922. Για τους Τούρκους αυτό φαίνεται να έχει μεγάλη ιστορική σημασία: το κτήριο που υπογράφηκε η ανακωχή λειτουργεί σήμερα ως μουσείο.

Η μικρή παραλιακή πόλη των Μουδανιών, στη νότια ακτή της Προποντίδας, έμεινε γνωστή και ως η πόλη που υπεγράφη η ανακωχή ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία το 1922. Το κτίριο όπου έγινε αυτό λειτουργεί σήμερα ως μουσείο.

Η μικρή παραλιακή πόλη των Μουδανιών, πίσω από το λιμάνι.

Από τα Μουδανιά υπάρχει μετά λεωφορείο (συγκεκριμένα, η γραμμή 1/Μ) που σε μεταφέρει στο Εμέκ, τερματικό σταθμό του ηλεκτρικού της Προύσας, του Μπούρσα-ράι. Όπως και στις άλλες μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, το κεντρικό ΜΜΜ σταθερής τροχιάς παίρνει το όνομά του από την πόλη προσθέτοντας την κατάληξη -ράι. Για να πάει κάποιος στο κέντρο της πόλης, μπορεί να κατεβεί στους σταθμούς Σεχρεκιουστιού ή Ντεμιρτάσπασα.

Η Προύσα απλώνεται από τους πρόποδες του Ολύμπου (Ουλουντάγ) προς τα κάτω. Στη φωτογραφία διακρίνεται και το Ουλούς Τζαμί με τους 20 του τρούλους, που χτίστηκε ακόμα τον 14ο αιώνα ακολουθώντας τη σελτζούκικη τεχνοτροπία.

Η Προύσα απλώνεται από τους πρόποδες του Ολύμπου (Ουλουντάγ) προς την πεδιάδα. Αριστερά διακρίνεται το Ουλού Τζαμί με τους 20 του τρούλους, που χτίστηκε το 14ο αιώνα ακολουθώντας ακόμα τη σελτζουκική τεχνοτροπία.

Η Προύσα είναι ιδιαίτερη πόλη από πολλές απόψεις: ήταν κατ’ αρχήν η πρώτη πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους, όταν αυτό ήταν ακόμα μια μικρή αλλά ανερχόμενη τουρκική ηγεμονία στη βορειοδυτική Μικρά Ασία. Για όποιον ενδιαφέρεται για αρχιτεκτονική είναι λοιπόν ο ιδανικός τόπος για να παρατηρήσει την εξέλιξη της οθωμανικής αρχιτεκτονικής, από την αρχή μέχρι το τέλος. Φημίζεται εδώ και αιώνες για τα μεταξωτά της – αν και στην Ελλάδα έγινε μέσω των ρεμπέτικων γνωστή και για.. άλλου είδους προϊόντα. Στη σύγχρονη Τουρκία είναι ο κατ’ εξοχήν προορισμός για χειμερινά σπορ (στον Όλυμπο), αλλά και για ιαματικά λουτρά (στο προάστιο Τσεκιργκέ). Είναι επίσης η πατρίδα του ισκεντέρ κεμπάπ, που εκεί φυσικά ονομάζεται μπούρσα κεμπάπ, καθώς και του θεάτρου σκιών με τον Καραγκιόζη και το Χατζηαβάτη – τουλάχιστον σύμφωνα με την τούρκικη εκδοχή.

Οι τάφοι του Οσμάν (δεξιά) και του Ορχάν Γαζή (αριστερά). Ο Οσμάν ήταν ο ιδρυτής της οθωμανικής δυναστείας και ο Ορχάν ο γιος και διάδοχός του.

Οι τάφοι του Οσμάν (δεξιά) και του Ορχάν Γκαζή (αριστερά). Ο Οσμάν ήταν ο ιδρυτής της οθωμανικής δυναστείας και ο Ορχάν ο γιος και διάδοχός του.

Το Ιπέκ Χάνι, δηλαδή Χάνι του Μεταξιού, είναι ένα από τα πολλά οθωμανικά χάνια που συναντά κανείς στο κέντρο της πόλης.

Το Ιπέκ Χάνι, δηλαδή Χάνι του Μεταξιού, είναι ένα από τα πολλά οθωμανικά χάνια που συναντά κανείς στο κέντρο της πόλης.

Το Μουσείο του Καραγκιόζη στο προάστιο Τζεκιργκέ. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης ήταν εργάτες στην κατασκευή του Ουλού Τζαμιού. Επειδή έκαναν συνέχεια αστεία, διασκέδαζαν τους άλλους εργάτες και καθυστερούσαν έτσι την παραγωγή, ο Ορχάν διέταξε την εκτέλεσή τους. Μετανιωμένος μετά για την πράξη του, ανέθεσε στο Σεΐχη ... να φτιάξει φιγούρες με τις οποίες θα αναπαριστούσε τη ζωή τους.

Το Μουσείο του Καραγκιόζη στο προάστιο Τσεκιργκέ. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης ήταν εργάτες στην κατασκευή τζαμιού στην Προύσα. Επειδή έκαναν συνέχεια αστεία διασκεδάζοντας τους άλλους εργάτες και καθυστερώντας έτσι την παραγωγή, ο Σουλτάνος διέταξε την εκτέλεσή τους. Ήταν όμως τόσο αγαπητοί, που η μνήμη τους επέζησε με τη μορφή του θεάτρου σκιών.

Ως πρώην πρωτεύουσα των Οθωμανών, η πόλη δεν μπορούσε παρά να είναι σε όλη τη διάρκεια της Αυτοκρατορίας μια κατά μεγάλη πλειοψηφία τουρκική και μουσουλμανική πόλη. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι έλειπαν οι σημαντικού μεγέθους κοινότητες Εβραίων και Αρμενίων, αλλά και μια ρωμέικη κοινότητα, διασπασμένη σε ελληνόφωνες και τουρκόφωνες συνοικίες. Πολλοί απ’ αυτούς τους Ρωμιούς εργάζονταν ως έμποροι στο μεγάλο μπεζεστένι της πόλης. Άλλοι ασχολούνταν φυσικά με τη μεταξουργία και την υφαντουργία, δραστηριότητες για τις οποίες πάντα φημιζόταν η Προύσα.

Η Προύσα είναι και σήμερα μια σημαντική πόλη της Τουρκίας, με περίπου ένα εκατομμύριο κάτοικους. Διαθέτει ακόμα μεγάλες κλειστές αγορές, όπου μπορείς να βρεις κάθε είδους προϊόντα. Φαίνεται να έχει επίγνωση της τουριστικής της αξίας: δίπλα σε κάθε αξιοθέατο υπάρχουν πινακίδες στα τουρκικά και αγγλικά, ενώ σε πολλά σημεία του κέντρου υπάρχουν χάρτες με σημειωμένα τα σημαντικότερα αξιοθέατα. Επίσης, φαίνεται ότι γίνεται μια προσπάθεια να κρατήσει τουλάχιστον το κέντρο της πόλης το χαρακτήρα του με την τοπική αρχιτεκτονική.

Εικόνα από το κέντρο της πόλης, απ' όπου περνά και το "νοσταλγικό" τραμ.

Εικόνα από το κέντρο της πόλης, απ’ όπου περνά και το «νοσταλγικό» τραμ.

Ο σταθμός υπεραστικών λεωφορείων βρίσκεται αρκετά μακριά από το κέντρο της πόλης (όπως συνηθίζεται πλέον στην Τουρκία), και είναι προσβάσιμος με το αστικό λεωφορείο 38. Συνεχίζοντας με προορισμό τη Σμύρνη, μπορεί κάποιος να επιλέξει μια από τις πολλές εταιρείες που κάνουν αυτήν τη διαδρομή. Οι τουρκικές εταιρείες υπεραστικών λεωφορείων είναι το παράδειγμα, που μάλλον κάνει κάθε οπαδό του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού να νιώθει επιβεβαιωμένος. Ο ανταγωνισμός φαίνεται ότι έχει οδηγήσει σ’ ένα σύστημα που λειτουργεί (τουλάχιστον επιφανειακά) πολύ καλά: τα λεωφορεία φεύγουν και φτάνουν στην ώρα τους, τα καθίσματα είναι άνετα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι.. λεωφορειοσυνοδοί προσφέρουν στους επιβάτες δωρεάν καφέ, χυμό, νερό κ.λπ., ενώ συχνά στους σταθμούς άφιξης υπάρχει δωρεάν υπηρεσία με μίνι-βαν, που μεταφέρει τους επιβάτες από το σταθμό λεωφορείων στους διάφορους προορισμούς τους εντός της πόλης.

Κατευθυνόμενο προς τα δυτικά και μετά προς τα νότια, το λεωφορείο διασχίζει ένα αρκετά οικείο μεσογειακό τοπίο, εκεί όπου κάποτε κυριαρχούσαν αρχαίοι μικρασιατικοί λαοί όπως οι Μυσοί και οι Λυδοί. Βουνά με πευκοδάση, μακία (ψηλούς θαμνώνες) και λίγα δάση φυλλοβόλων εναλλάσονται με ελαιώνες και αμπελώνες. Μετά από περίπου πέντε ώρες, οι ταξιδιώτες φτάνουν στην Ιωνία και στην πιο γνωστή της πόλη, τη Σμύρνη φυσικά.

Εικόνα από το τοπίο στη διαδρομή Προύσα-Σμύρνη.

Εικόνα από το τοπίο στη διαδρομή Προύσα-Σμύρνη.

Η Σμύρνη είναι μια σύγχρονη μεγαλούπολη, του μεγέθους περίπου της Αθήνας. Παραμένει και σήμερα η άτυπη πρωτεύουσα της ανατολικής ακτής του Αιγαίου. Αν κάποιος πάντως έρχεται από την Κωνσταντινούπολη και περιμένει να δει ανάλογα σημάδια του πολυπολιτισμικού  (ή ελληνικού) παρελθόντος, μάλλον θα απογοητευτεί. Με την πυρκαγιά της Σμύρνης το ’22 καταστράφηκε και το μεγαλύτερο μέρος των χριστιανικών συνοικιών της πόλης, του λεγόμενου Κάτω Μαχαλά. Τη θέση τους καταλαμβάνουν σήμερα σύγχρονες πολυκατοικίες και μεγάλα πάρκα. Μόνο νότια του σιδηροδρομικού σταθμού Κασαμπά (νυν Μπασμανέ), ανηφορίζοντας προς το βουνό, θυμίζουν οι γειτονιές το παρελθόν, αν και σήμερα είναι μάλλον υποβαθμισμένες. Πριν την Καταστροφή αυτές ήταν κυρίως οι συνοικίες των Τούρκων και των Εβραίων, αλλά κάποιες ήταν και ελληνικές.

Το μεγάλο Πολιτιστικό Πάρκο καταλαμβάνει σήμερα το χώρο όπου πριν βρίσκονταν αρκετές από τις λαϊκές ελληνικές συνοικίες.

Το μεγάλο Πολιτιστικό Πάρκο καταλαμβάνει σήμερα το χώρο όπου πριν βρίσκονταν αρκετές από τις λαϊκές ελληνικές συνοικίες, στον Κάτω Μαχαλά.

Το κτίριο στα δεξιά λειτουργεί εδώ κι ένα χρόνο σαν χόστελ. Με βάση τα λεγόμενα των διαχειριστών, ήταν παλιότερα ελληνικό σπίτι και η γειτονιά γενικά ελληνική.

Το κτίριο στα δεξιά λειτουργεί εδώ κι ένα χρόνο σαν χόστελ, νότια του Μπασμανέ στον Άνω Μαχαλά. Με βάση τα λεγόμενα των διαχειριστών, ήταν παλιότερα ελληνικό σπίτι και η γειτονιά γενικά ελληνική.

Το εσωτερικό της παλιάς ελληνικής εκκλησίας του Άγιου Βούκολου (πολιούχου της Σμύρνης). Είναι σχεδόν η μόνη, που σώζεται ως και σήμερα, λειτουργώντας κυρίως ως πολιτιστικό κέντρο. Για πολλές δεκαετίες το κτίριο ήταν εγκατελειμμένο και ερειπωμένο, μέχρι που ο τελευταίος δήμαρχος της Σμύρνης αποφάσισε την αποκατάστασή του. Το 2014 επετράπηκε μάλιστα στον Πατριάρχη να τελέσει λειτουργία στο χώρο.

Το εσωτερικό της παλιάς ελληνικής εκκλησίας του Άγιου Βουκόλου (πολιούχου της Σμύρνης). Είναι σχεδόν η μόνη που σώζεται ως και σήμερα, λειτουργώντας κυρίως ως πολιτιστικό κέντρο. Για πολλές δεκαετίες το κτίριο ήταν εγκαταλελειμμένο και ερειπωμένο, μέχρι που ο τελευταίος δήμαρχος της Σμύρνης αποφάσισε την αποκατάστασή του. Το 2014 επιτράπηκε μάλιστα στον Πατριάρχη να τελέσει λειτουργία στο χώρο.

Να όμως που η Ιστορία παίζει περίεργα παιχνίδια. Μετά την Καταστροφή, στη Σμύρνη εγκαταστάθηκαν, στη θέση των Ελλήνων και Αρμενίων, Μουσουλμάνοι από την Κρήτη και τη Μακεδονία, από τους οποίους πολλοί ήταν ελληνόφωνοι και συχνά υπό την επιρροή του αιρετικού Ισλάμ των Μπεκτασήδων. Η Σμύρνη θεωρείται και σήμερα από τις πιο θρησκευτικά φιλελεύθερες πόλεις της Τουρκίας, με πολύ ισχυρή παράδοση κοσμικότητας. Παραμένει προπύργιο των κεμαλικών, που αντιστέκεται στην άνοδο του πολιτικού Ισλάμ. Κάπως έτσι έφτασε ο Ερντογάν πριν μερικά χρόνια να την αποκαλέσει ξανά, όπως στην προ του 1922 εποχή, «γκιαούρισσα Σμύρνη» (δηλαδή άπιστη) – προκαλώντας την οργή των Σμυρνιών.

Η κεντρική Πλατεία Διοικητηρίου ή αλλιώς Κονάκι, σημαντική τόσο για την τουρκική όσο και την ελληνική νεώτερη Ιστορία: για τους μεν συμβολίζει την απελευθέρωση από τους Χριστιανούς, στους δε θυμίζει το λιντάρισμα του Μητροπολίτη Χρυσόστομου από το μουσουλμανικό όχλο, που σημάδεψε και το τέλος της χριστιανικής παρουσίας στη Σμύρνη.. Στο κέντρο προς τα δεξιά ο Πύργος του Ρολογιού, στο βάθος πίσω το Όρος Πάγος με το κάστρο, ενώ αριστερά το Δημαρχείο Σμύρνης με την απεικόνιση του προσώπου και της υπογραφής του Ατατούρκ δίνει ίσως και την πολιτική ταυτότητα της πόλης.

Η κεντρική Πλατεία Διοικητηρίου ή αλλιώς Κονάκι, είναι σημαντική τόσο για την τουρκική όσο και την ελληνική νεώτερη Ιστορία: για τους μεν συμβολίζει την απελευθέρωση από τους Έλληνες, στους δε θυμίζει το λιντσάρισμα του Μητροπολίτη Χρυσόστομου από τον τουρκικό όχλο, που σημάδεψε και το τέλος της χριστιανικής παρουσίας στη Σμύρνη. Στα δεξιά ο Πύργος του Ρολογιού, στο βάθος πίσω το Όρος Πάγος με το κάστρο, ενώ αριστερά το Δημαρχείο Σμύρνης με την απεικόνιση του προσώπου και της υπογραφής του Ατατούρκ δίνει και την πολιτική ταυτότητα της πόλης.

Η ελληνική ψαροταβέρνα "Καλημέρα" στο κέντρο της Σμύρνης - δίπλα απ' το Ζορμπά, η εικόνα του Ατατούρκ, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις.

Η ψαροταβέρνα «Καλημέρα» στο κέντρο της Σμύρνης – δίπλα απ’ τον Ζορμπά η εικόνα του Ατατούρκ, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις.

Η σημερινή Σμύρνη παραμένει πάντως μια ωραία πόλη, με το Κονάκι στο κέντρο της, και νοτιοανατολικά του το εμπορικό κέντρο με τις σκεπαστές αγορές και τα μικρά μαγαζάκια να εκτείνεται προς το Όρος Πάγος. Από το Κονάκι προς τα βόρεια μέχρι την Πούντα (Αλσαντζάκ) μπορεί κάποιος να περπατήσει στη γνωστή προκυμαία της Σμύρνης, που φαίνεται να παραμένει και σήμερα όπως και παλιότερα κεντρική για τη ζωή της πόλης.

Η προκυμαία της Σμύρνης. Δεξιά οι ψηλές πολυκατοικές δείχνουν τη θέση της Πούντας (Αλσαντζάκ), ενώ πίσω τους στο βάθος απλώνονται προάστια όπως ο Μπουρνόβας. Στην απέναντι ακτή φαίνεται στα αριστερά το Κορδελιό (Καρσίγιακα), με το οποίο υπάρχει τακτική σύνδεση με βαπόρια.

Η προκυμαία της Σμύρνης. Στο άκρο δεξιά οι ψηλές πολυκατοικίες δείχνουν τη θέση της Πούντας (Αλσαντζάκ), ενώ πίσω τους στο βάθος απλώνονται προάστια όπως το Μπαϊρακλί και ο Μπουρνόβας. Στην απέναντι ακτή φαίνεται στα αριστερά το Κορδελιό (Καρσίγιακα), με το οποίο υπάρχει τακτική σύνδεση με βαπόρια.

Από το σταθμό Μπασμανέ μπορεί κάποιος να πάρει το τρένο με κατεύθυνση το Ντενιζλί. Αυτό διασχίζει την εύφορη κοιλάδα του Μαιάνδρου, του ποταμού που λόγω των πολλών στροφών του έδωσε και το όνομα στο γεωγραφικό φαινόμενο του μαιανδρισμού. Ενέπνευσε επίσης την αρχαιοελληνική διακόσμηση, χάρισε το όνομά του σ’ έναν πρωθυπουργό της Τουρκίας που καταγόταν απ’ την περιοχή (Μεντερές – αφού ο Ατατούρκ είχε υποχρεώσει όλους τους Τούρκους να πάρουν επίθετα), και τέλος.. έγινε και σύμβολο ελληνικής νεοναζιστικής οργάνωσης.

Εικόνα απ' το παράθυρο του τρένου που διασχίζει την κοιλάδα του Μαιάνδρου. Η περιοχή παράγει ελιές, σιτηρά, βαμβάκι κ.ά., αλλά το προϊόν για το οποίο κυρίως φημίζεται είναι τα σύκα.

Εικόνα απ’ το παράθυρο του τρένου που διασχίζει την κοιλάδα του Μαιάνδρου. Η περιοχή παράγει ελιές, σιτηρά, βαμβάκι κ.ά., αλλά το προϊόν για το οποίο κυρίως φημίζεται είναι τα σύκα.

Το  τρένο φτάνει μετά από δύο ώρες στην κεντρική πόλη της κοιλάδας, το Αϊδίνιο. Είναι μια επαρχιακή πόλη, με περίπου 200.000 κατοίκους, λίγες κεντρικές λεωφόρους με φοινικόδεντρα και καταστήματα, και αρκετά αγάλματα πολεμιστών. Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-22 το Αϊδίνιο, πόλη με μικτό πληθυσμό τότε, έγινε θέατρο σκληρών συγκρούσεων, ανάμεσα στον ελληνικό στρατό από τη μια και Τούρκων ατάκτων από την άλλη, των γνωστών ζεϊμπέκηδων (στη συνέχεια αυτοί εντάχθηκαν στον κανονικό κεμαλικό στρατό), για την παρουσία των οποίων έτσι κι αλλιώς πάντα φημιζόταν η περιοχή. Οι συγκρούσεις οδήγησαν στη σφαγή μεγάλου μέρους του άμαχου πληθυσμού και από τις δυο πλευρές, αλλά και στην καταστροφή του μεγαλύτερου τμήματος της πόλης, τόσο των ελληνικών όσο και των τουρκικών γειτονιών. Αυτός είναι μάλλον κι ένας λόγος που δεν βλέπεις σήμερα στην πόλη παλιά κτήρια ή κάτι που να θυμίζει ιστορικό κέντρο, παρά τη μακραίωνη Ιστορία της πόλης.

Στους δρόμους του Αϊδίνιου βλέπεις διάφορα τέτοια αγάλματα πολεμιστών του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτοί ανήκαν κατά κανόνα σε άτακτα σώματα ανταρτών, τους ζεϊμπέκηδες (που έδωσαν το όνομά τους και στο γνωστό χορό), που δρούσαν στην περιοχή του Αιγαίου ήδη από το 17ο αιώνα, και με το ξέσπασμα του πολέμου ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν στο προελαύνοντα ελληνικό στρατό. Ο αρχηγός μιας ομάδας ζεϊμπέκηδων ονομαζόταν εφέ, και ο πιο γνωστός που έδρασε κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν ο Γιορούκ Αλί Εφέ, τοπικός ήρωας της περιοχής.

Στους δρόμους του Αϊδίνιου βλέπεις τέτοια αγάλματα πολεμιστών του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτοί ανήκαν κατά κανόνα σε άτακτα σώματα ανταρτών-κλεφτών, τους ζεϊμπέκηδες (έδωσαν το όνομά τους και στο γνωστό χορό), που δρούσαν στην περιοχή του Αιγαίου ήδη από το 17ο αιώνα. Με το ξέσπασμα του πολέμου ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν στον προελαύνοντα ελληνικό στρατό. Ο αρχηγός μιας ομάδας ζεϊμπέκηδων ονομαζόταν εφέ, και ο πιο γνωστός που έδρασε κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν ο Γιορούκ Αλί Εφέ, τοπικός ήρωας της περιοχής.

Η διαδρομή από το Αϊδίνιο μέσα από τους ορεινούς όγκους της Καρίας μέχρι την ήμερη παράκτια πεδιάδα της Παμφυλίας, εκεί όπου κυριαρχεί εδώ και αιώνες η πόλη της Αττάλειας, διαρκεί περίπου 6 ώρες. Από τον σταθμό υπεραστικών λεωφορείων της Αττάλειας μπορεί κάποιος να πάρει το τραμ (ακολουθώντας το ίδιο σύστημα που αναφέρθηκε στην περίπτωση της Προύσας, ονομάζεται Αντ-ράι) για το κέντρο της πόλης, κατεβαίνοντας στη στάση Μουράτπασα ή Ισμέτπασα.

Αν η Σμύρνη είναι η άτυπη πρωτεύουσα της περιοχής του Αιγαίου, η Αττάλεια παίζει αυτόν το ρόλο για τη νότια μεσογειακή ακτή της Τουρκίας. Με τα 2 εκατομμύρια πληθυσμό είναι και αυτή στο μεγαλύτερό της τμήμα μια σύγχρονη πόλη με πλατιές λεωφόρους και ψηλές πολυκατοικίες, και ταυτόχρονα με τις μεγάλες σε μήκος παραλίες ένας πολύ σημαντικός τόπος θερινού τουρισμού από το εξωτερικό. Μια σημαντική σε μέγεθος ρώσικη κοινότητα έχει μάλιστα εγκατασταθεί εκεί μόνιμα.

Εκτός από το Αντ-ράι, τη σύγχρονη γραμμή τραμ που συνδέει το κέντρο της πόλης με τα προάστια, στην Αττάλεια λειτουργεί όπως σε άλλες τουρκικές πόλεις και "νοσταλγικό τραμ", με μικρή διαδρομή μέσα και γύρω απ' το κέντρο.

Εκτός από το Αντ-ράι, τη σύγχρονη γραμμή τραμ που συνδέει το κέντρο της πόλης με τα προάστια, στην Αττάλεια λειτουργεί όπως σε άλλες τουρκικές πόλεις και το «νοσταλγικό τραμ» που φαίνεται στην εικόνα, με μικρή διαδρομή μέσα και γύρω απ’ το κέντρο.

Από το παραθαλάσσιο πάρκο Καρααλίογλου, κοντά στην παλιά πόλη, φαίνεται στο βάθος κάτω από τα χιονισμένα βουνά η μακριά παραλία Κονυααλτί, ένας από τους κύριους λόγους που η Αττάλεια έχει γίνει τουριστικός προορισμός.

Από το παραθαλάσσιο πάρκο Καρααλίογλου, κοντά στην παλιά πόλη, φαίνεται στο βάθος, κάτω από τα χιονισμένα βουνά του Λυκιακού Ταύρου, η μακριά παραλία Κονυααλτί, ένας από τους κύριους λόγους που η Αττάλεια έχει γίνει τουριστικός προορισμός.

Παλιά ελληνορθόξη εκκλησία της Αττάλειας, η οποία χρησιμοποιείται πλέον προφανώς από τους πολλούς Ρώσους κάτοικους της πόλης.

Παλιά ελληνορθόδοξη εκκλησία της Αττάλειας, η οποία χρησιμοποιείται πλέον προφανώς από τους πολλούς Ρώσους κατοίκους της πόλης.

Το παλιό ιστορικό κέντρο, το Καλεϊτσί, διατηρεί παρ’ όλα αυτά την παλιά του αρχιτεκτονική και εικόνα, έστω και με ένα φανερό τουριστικό προσανατολισμό. Ακριβώς κάτω από το Καλεϊτσί βρίσκεται το παλιό λιμάνι, αυτό στο οποίο η πόλη χρωστάει τη σημασία της ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η ίδια η πόλη όμως είναι ακόμα αρχαιότερη, αφού ιδρύθηκε από το βασιλιά της Περγάμου Άτταλο Β’ κατά την ελληνιστική περίοδο.

Τυπικό σοκάκι στο Καλεϊτσί, με αναπαλαιωμένα κτίρια.

Τυπικό σοκάκι στο Καλεϊτσί, με αναπαλαιωμένα κτήρια.

Το παλιό λιμάνι της Αττάλειας με το Καλεϊτσί από πάνω.

Το παλιό λιμάνι της Αττάλειας, με το Καλεϊτσί από πάνω.

Ο Κεσίκ (σπασμένος) μιναρές στο Καλεϊτσί. Στο χώρο αυτό υπήρχε αρχικά ρωμαϊκός ναός, ο οποίος γκρεμίστηκε και στα θεμέλια του χτίστηκε χριστιανική εκκλησία. Μετά από πολλές αλλαγές από εκκλησία σε τζαμί και αντίστροφα, ανάλογα με τον εκάστοτε κατακτητή, λειτουργεί σήμερα απλά ως αρχαιολογικό μνημείο.

Ο Κεσίκ (σπασμένος) μιναρές στο Καλεϊτσί. Στο χώρο αυτό υπήρχε αρχικά ρωμαϊκός ναός, ο οποίος γκρεμίστηκε και στα θεμέλιά του χτίστηκε χριστιανική εκκλησία. Μετά από πολλές αλλαγές από εκκλησία σε τζαμί και αντίστροφα, ανάλογα με τον εκάστοτε κατακτητή, είναι σήμερα απλά ένα αρχαιολογικό μνημείο.


Η Δυτική Ανατολία είναι σήμερα ένα από τα πιο ανεπτυγμένα, εύπορα και σταθεροποιημένα τμήματα της Τουρκίας. Είναι επίσης μάλλον η πιο τουριστικά αξιοποιημένη περιοχή της χώρας, και λόγω παραλιών, αλλά και λόγω της αρχαίας της Ιστορίας και των φυσικών ομορφιών. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος ότι πρόσφατα αυτή ήταν η περιοχή της πιο άγριας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, που καθόρισε τη σύγχρονη εθνική ταυτότητα και των δύο λαών.

Τα ίχνη της συνύπαρξης πολλών πολιτισμών, από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι τόσο έντονα, που η σημερινή εθνική «καθαρότητα» μοιάζει κάπως αταίριαστη. Όπως και να’ χει, η Δυτική Μικρά Ασία παραμένει και σήμερα ένα σημείο αναφοράς, που όχι μόνο χωρίζει αλλά και συνδέει τους δύο λαούς του Αιγαίου.


 

Πολλά από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο, ιδιαίτερα όσον αφορά την πληθυσμιακή σύνθεση των πόλεων κατά τα οθωμανικά χρόνια αλλά και τη φυσική γεωγραφία, προέρχονται από το βιβλίο της Σίας Αναγνωστοπούλου (2013): Μικρά Ασία, 19ος αιώνας – 1919. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες: από το μιλλέτ των Ρωμιών στο ελληνικό έθνος.

Γκαζι: η ιστορια μιας συνοικιας της Κωνσταντινουπολης

Κλασσικό

Η Κωνσταντινούπολη είναι μια πραγματική μεγαλούπολη, με τα 14 εκατομμύρια πληθυσμό και τις αμέτρητες συνοικίες της, που απλώνονται στην ευρωπαϊκή και στην ασιατική πλευρά. Μια απ’ αυτές είναι και το Γκαζί. Η διαδρομή με το λεωφορείο 399C από το Εμίνονου (με κατεύθυνση Εσέντεπε) διαρκεί περίπου μια ώρα.

Γκαζί δρόμος

Τί ιδιαίτερο έχει όμως αυτή η εργατική συνοικία με τις πυκνές πολυκατοικίες, στα όρια της οικιστικής ζώνης στην ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης; Κι αυτή μάλλον, όπως και τόσες άλλες, κτίστηκε τον περασμένο αιώνα με τη μετανάστευση από το εσωτερικό της Ανατολίας, από χωρικούς που έψαχναν μια καλύτερη τύχη στη μεγαλούπολη. Έχει όμως μια εθνο-θρησκευτική σύνθεση που την κάνει διαφορετική από πολλές άλλες: κατοικείται σε μεγάλο ποσοστό από Αλεβίτες (σχετικό άρθρο), αλλά και από Κούρδους.

Το τζέμεβι του Γκαζί, με την απεικόνιση του Χατζή Μπεκτάς, μορφής με μεγάλο συμβολικό χαρακτήρα για τους Αλεβίτες.

Το τζέμεβι (θρησκευτικός/πολιτιστικός χώρος για Αλεβίτες) του Γκαζί, με την εικόνα του Χατζή Μπεκτάς, προσώπου με μεγάλη σημασία για τον αλεβιτισμό.

Μάλλον όχι άσχετα μ’ αυτό, έχει και μια ιδιαίτερη πολιτική ταυτότητα. Αφίσες του Ερντογάν ή του AKP θα συναντήσεις μάλλον σπάνια στους δρόμους του Γκαζί – αντίθετα θα δεις πολύ περισσότερα αρχικά και συνθήματα αριστερών οργανώσεων. Η συνοικία γίνεται κατά καιρούς τόπος συγκρούσεων μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών. Κάποιοι την έχουν συγκρίνει γι’ αυτό το λόγο και με τα Εξάρχεια.

Οι τοίχοι των πολυκατοικιών στο Γκαζί είναι γεμάτοι με συνθήματα από αριστερές οργανώσεις.

Οι τοίχοι των πολυκατοικιών στο Γκαζί είναι γεμάτοι με συνθήματα από αριστερές οργανώσεις – νόμιμες (όπως το ΤΚΡ, το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα) ή παράνομες (όπως το DHKC, ένοπλη πτέρυγα του επίσης μαρξιστικού DHKP-C, του οποίου η συνοικία θεωρείται προπύργιο).

Τα φέρετρα νεκρών από την τρομοκρατική επίθεση στο Σουρούτς το περασμένο καλοκαίρι μεταφέρονται στο τζέμεβι του Γκαζί, με τη συνοδεία ένοπλων ακροαριστερών. http://www.ibtimes.co.uk/turkey-more-riots-rage-marxist-gazi-stronghold-after-death-female-activist-gunay-ozaslan-1512637

Τα φέρετρα νεκρών από την τρομοκρατική επίθεση στο Σουρούτς το περασμένο καλοκαίρι μεταφέρονται στο τζέμεβι του Γκαζί, με τη συνοδεία ένοπλων ακροαριστερών με καλυμμένο πρόσωπο.
Πηγή εικόνας

Η παράδοση αυτή πάει πολλά χρόνια πίσω, τουλάχιστον από τότε που στην ίδια συνοικία ξέσπασε η ουσιαστικά πρώτη λαϊκή εξέγερση μετά το πραξικόπημα του 1980 (εκτός των κουρδικών περιοχών στα νοτιανατολικά, εννοείται). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Το σκηνικό για μια εξέγερση στήνεται

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η Τουρκία μετρούσε ήδη μιάμιση δεκαετία από το πραξικόπημα του ’80, που είχε θέσει την πολιτική ζωή της χώρας κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο του στρατού και του βαθέος κράτους. Αν και η επαναφορά σε μια μορφή κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είχε ήδη γίνει πολύ νωρίς, από το 1983, αυτή ήταν τόσο ελεγχόμενη από το στρατό και τους παρακρατικούς, και το καινούριο Σύνταγμα του 1982 (που ακόμα ισχύει σήμερα) τόσο ανελεύθερο, που η Τουρκία έμοιαζε περισσότερο με δικτατορικό παρα δημοκρατικό καθεστώς.

Δύο πρόσωπα που σημάδεψαν τη δεκαετία του '80 στην Τουρκία: ο στρατηγός Κενάν Εβρέν, ηγέτης της στρατιωτικής χούντας του '80, μαζί με τον Τουργκούτ Οζάλ, πρώτο πολιτικό πρωθυπουργό μετά την "αποκατάσταση" της δημοκρατίας.

Δύο πρόσωπα που σημάδεψαν τη δεκαετία του ’80 στην Τουρκία: ο στρατηγός Κενάν Εβρέν, ηγέτης της στρατιωτικής χούντας και στη συνέχεια Πρόεδρος της χώρας, μαζί με τον Τουργκούτ Οζάλ, πρώτο πολιτικό πρωθυπουργό μετά την «αποκατάσταση» της δημοκρατίας. Πηγή εικόνας

Στη δεκαετία του ’80 υπήρχε, έστω κάτω από αυτό το αυταρχικό καθεστώς, μια σχετική σταθερότητα. Αυτή άρχισε να καταρρέει τη δεκαετία του ’90, με την οικονομία να χειροτερεύει και τον πληθωρισμό να καλπάζει, τη διαφθορά να κυριαρχεί παντού, και το νοτιο-ανατολικό τμήμα της χώρας να βρίσκεται σε εμφυλιοπολεμική κατάσταση. Ας μην ξεχνάμε ότι ήταν η ίδια περίοδος της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις (Ίμια, S-300 κ.λπ.), που παρ’ ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο.

Στην αλεβίτικη κοινότητα ειδικότερα, οι σφαγές της δεκαετίας του ’70 (π.χ. στο Καχραμανμαράς), αλλά φυσικά και οι πιο πρόσφατες (στη Σεβάστεια το 1993) δεν είχαν ξεχαστεί. Εξάλλου με την αυξανόμενη «σουνιτοποίηση» του κράτους από το πραξικόπημα και μετά, όπως και με την πρόσφατη άνοδο του σουνιτικού πολιτικού Ισλάμ (οι ισλαμιστές είχαν μόλις κερδίσει το Δήμο Κωνσταντινουπόλεως – με δήμαρχο το νεαρό και ανερχόμενο τότε Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν), οι Αλεβίτες ένιωθαν αδικημένοι και απειλούμενοι. Επίσης στο Γκαζί έμεναν και πολλοί Κούρδοι, με φρέσκες αναμνήσεις από την ιδιαίτερα βίαιη τακτική του τουρκικού στρατού στην περιοχή τους, ενώ οι μυστήριες εξαφανίσεις αριστερών ακτιβιστών δεν ήταν εκείνη την εποχή σπάνιο φαινόμενο – πρόσφατα μάλιστα ένας είχε πεθάνει ενώ ήταν υπό κράτηση.

Στα κάγκελα σχολείου στο Γκαζί είναι αναρτημένες αφίσες με αίτημα την ενημέρωση σχετικά με την τύχη των εικονιζομένων προσώπων.

Στα κάγκελα σχολείου στο Γκαζί είναι μέχρι σήμερα αναρτημένες αφίσες προσώπων με τη λέξη Nerede (Πού;).

Μια λαϊκή δυσαρέσκεια φαίνεται ότι είχε ήδη αρχίσει να εξαπλώνεται και να δημιουργεί ρωγμές σ’ αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον. Σε ένα τέτοιο κλίμα, ένα συμβάν έμελλε να φέρει πίσω κακές αναμνήσεις στο μυαλό κάποιων.

Το ξέσπασμα

Στις 12 Μαρτίου 1995 άγνωστοι ένοπλοι μέσα από ένα ταξί πυροβόλησαν τους θαμώνες καφετεριών στo Γκαζί. Πολλοί τραυματίστηκαν και ένας ντεντές (κάτι σαν ιερέας για τους Αλεβίτες) πέθανε. Η αστυνομία άργησε να επέμβει και οι δράστες μπόρεσαν να διαφύγουν με το ταξί – αυτό βρέθηκε στη συνέχεια με τον δολοφονημένο οδηγό μέσα. Μέχρι σήμερα η υπόθεση δεν έχει διαλευκανθεί.

Σ’ αυτήν την εύφλεκτη κατάσταση, το παραπάνω περιστατικό έγινε η σπίθα που έφερε την έκρηξη. Κάτοικοι της περιοχής ήταν πεπεισμένοι ότι οι φόνοι ήταν έργο ακροδεξιών ή ισλαμιστών σε συνεργασία με την αστυνομία. Ήδη μέχρι τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας, κι αφού έγινε γνωστό ότι οι δράστες διέφυγαν, οργισμένοι νέοι είχαν βγει στους δρόμους, φωνάζοντας συνθήματα όπως «Θάνατος στο φασισμό! Θέλουμε δικαιοσύνη!» ή «Η αστυνομία έξω απ’ το Γκαζί». Ακολούθησαν βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία, καταστροφές σε καταστήματα, φωτιές σε αυτοκίνητα.

Εικόνα από τους δρόμους του Γκαζί (Μάρτης '95). http://archive.feedblitz.com/204028/~4908852

Εικόνα από τους δρόμους του Γκαζί (Μάρτης ’95).
Πηγή εικόνας

Τις πρώτες πρωινές ώρες η αστυνομία άνοιξε πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Σαν αντίδραση ξέσπασε εξέγερση και σε άλλη συνοικία της Πόλης, με μερικά ακόμα θύματα. Στο Γκαζί εν τω μεταξύ οι διαδηλωτές είχαν χτίσει οδοφράγματα, ενώ επενέβηκε και ο στρατός. Χρειάστηκαν τρεις μέρες μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη: συνολικός απολογισμός, τουλάχιστον 17 νεκροί διαδηλωτές (κατά άλλες πηγές 23), περίπου 250 τραυματίες, αλλά και κάποιοι αγνοούμενοι. Μόνο δύο αστυνομικοί καταδικάστηκαν, με αρκετά ήπιες ποινές, παρά το ότι οι κατηγορίες αφορούσαν πολλαπλές δολοφονίες.

Επίλογος

Από τότε, κάθε χρόνο οργανώνονται από αριστερές και αλεβίτικες ομάδες επετειακές εκδηλώσεις εις μνήμη των νεκρών του 1995. Το Γκαζί γίνεται από καιρό σε καιρό θέατρο συγκρούσεων με την αστυνομία – ειδικά επί διακυβέρνησης Ερντογάν. Με την πρόσφατη εξέγερση του πάρκου Γκεζί το ’13 δεν άργησαν οι ταραχές να επεκταθούν και στο Γκαζί. Αλλά και το τελευταίο καλοκαίρι έγιναν επεισόδια, όταν σε μια επιδρομή αντιτρομοκρατικής μονάδας (μετά την τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών στο Σουρούτς) σκοτώθηκε ένα μέλος του DHKP-C.

Εικόνα από την εκδήλωση μνήμης για την 20ή επέτειο της σφαγής του Γκαζί. Η εκδήλωση διοργανώθηκε από αριστερές και αλεβίτικες οργανώσεις. Το πανό γράφει "Από το Γκαζί στον Μπερκίν" (αναφορά στον Μπερκίν, θύμα της αστυνομικής βίας στην πρόσφατη εξέγερση του 2013). http://bianet.org/english/human-rights/162992-gazi-incident-victims-commemorated-in-20th-anniversary

Εκδήλωση μνήμης για την 20ή επέτειο της σφαγής του Γκαζί. Το πανό γράφει «Από το Γκαζί στον Μπερκίν» (αναφορά στον Ελβάν Μπερκίν, θύμα της αστυνομικής βίας στην πρόσφατη εξέγερση του 2013).
Πηγή εικόνας

Απ’ ότι φαίνεται, ακόμα και μετά τη δεξιά στροφή της Τουρκίας από τη δεκαετία του ’80, εστίες μιας αριστερής ριζοσπαστικότητας παρέμειναν ζωντανές μέσα στη χώρα – το Γκαζί δεν είναι φυσικά μόνο του.

Παρά τον πρόσφατο εκλογικό θρίαμβο του Ερντογάν, η Τουρκία φαίνεται ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια ξυπνά κάπως από τον πολιτικό της λήθαργο, και την ενασχόληση με σχετικά ανούσια θέματα όπως η μουσουλμανική μαντήλα. Η χώρα, όπως και όλος ο κόσμος, μπαίνει ξανά σε μια περίοδο πολιτικής ρευστότητας, όπου πολλά μπορούν να αλλάξουν. Ποιός π.χ. θα το φανταζότανε παλιότερα ότι κεμαλικοί θα ψήφιζαν ένα φιλοκουρδικό κόμμα, με πιθανές διασυνδέσεις με το ΡΚΚ, για να φράξουν το δρόμο στον κοινό εχθρό Ερντογάν, όπως φαίνεται ότι έγινε στις εκλογές του τελευταίου Ιουνίου; Σ’ αυτό το περιβάλλον ανοίγονται ευκαιρίες για νέες κοινωνικές συμμαχίες, στις οποίες τέτοιες εστίες όπως το Γκαζί μπορεί να παίξουν ρόλο.


Βιβλιογραφία/πηγές

Γυρος των ανατολικων Βαλκανιων

Κλασσικό

Τα τελευταία χρόνια γίνονται συχνά αναφορές στα Δυτικά Βαλκάνια. Μ’ αυτό εννοούν συνήθως την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία: την περιοχή που δοκιμάστηκε σκληρά από πολέμους με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και ακόμα μέχρι σήμερα μένει στο μεγαλύτερο μέρος της εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αν όμως υπάρχουν Δυτικά Βαλκάνια, λογικά υπάρχουν και Ανατολικά. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το όνομα για να περιγράψουμε το γεωγραφικό χώρο που ξεκινά από την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη (μοιρασμένη ανάμεσα στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βουλγαρία) στο Νότο και φτάνει μέχρι τα Καρπάθια Όρη και τις εκβολές του Δούναβη στο Βορρά.

Αυτός ο γεωγραφικός χώρος σίγουρα δεν είναι ομοιογενής. Στην περιοχή συναντάμε από πανύψηλα και αρχαία βουνά (την οροσειρά της Ροδόπης, το γεωλογικό «πυρήνα» των Βαλκανίων) μέχρι πλατιές πεδιάδες με λίμνες και βάλτους (π.χ. τη Δοβρουτσά). Από μεσογειακή σκληρόφυλλη βλάστηση μέχρι δάση φυλλοβόλων ή κωνοφόρων – αλλά ακόμα και στέπα (στην Βουλγαρία και τη Ρουμανία). Από την πρώην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Κωνσταντινούπολη) μέχρι τα πρώην περιφερειακά της κρατίδια (τις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας). Από χώρες πλήρως ενταγμένες στους ευρωπαϊκούς θεσμούς (Ελλάδα) και άλλες που είναι μεν ενταγμένες στην Ε.Ε. αλλά όχι στην Ευρωζώνη και τη Συνθήκη Σένγκεν (Βουλγαρία, Ρουμανία) μέχρι χώρες που ακόμα και η μελλοντική τους ένταξη είναι πολύ αμφίβολη (Τουρκία). Ακόμα και η εθνοτική-γλωσσική ποικιλία είναι για μια περιοχή τέτοιου μεγέθους τεράστια, αφού εκπροσωπούνται τουλάχιστον πέντε ομάδες γλωσσών: η λατινική (ρουμάνικα, μολδαβικά), η σλάβικη (βουλγάρικα, πομάκικα), η τουρκική (τουρκικά), η ουραλική (ούγγρικα) και φυσικά τα μοναχικά ελληνικά.

Το άρθρο αυτό περιγράφει ένα ταξίδι (έγινε το Σεπτέμβρη του 2013, αλλά κάποιες φωτογραφίες είναι από επόμενα ταξίδια, σε τμήματα της ίδιας διαδρομής) σ’ αυτόν περίπου το γεωγραφικό χώρο. Συγκεκριμένα: Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Σόφια – Βουκουρέστι – Κωνστάντζα (+Μαμάια) – Βάρνα – Κωνσταντινούπολη – Αλεξανδρούπολη – Σαμοθράκη – Αθήνα.

Βασισμένο στο here.com

Βασισμένο στο here.com

Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που λειτουργεί για την Ελλάδα και σαν πύλη για τις γειτονικές της βαλκανικές χώρες. Τώρα πλέον λειτουργεί πάλι και το τρένο για Βουλγαρία, που ξεκινάει καθημερινά στις 06:55 (το 2013 υπήρχε μόνο το λεωφορείο, το οποίο αναχωρεί από το ΚΤΕΛ Μακεδονία). Και το τρένο και το λεωφορείο διασχίζουν την κοιλάδα του Στρυμόνα – του ποταμού που συνδέει την ελληνική με τη βουλγαρική Μακεδονία – για να φτάσουν στη Σόφια μετά από 7 ή 5 ώρες αντίστοιχα.

Βουλγαρία Πιρίν

Εξοχή στη βουλγαρική Μακεδονία, που ονομάζεται και «Μακεδονία του Πιρίν», από την ομώνυμη οροσειρά που φαίνεται στο βάθος.

Η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, η Σόφια, είναι και ο πρώτος σταθμός του ταξιδιού. Η Βουλγαρία μπορεί να είναι η χώρα που είναι περισσότερο από κάθε άλλη ταυτισμένη με τα Βαλκάνια (αφού κι η ομώνυμη οροσειρά βρίσκεται στο έδαφος της) και ίσως η μοναδική, όπου ο όρος «βαλκανικός» μπορεί να έχει και θετική χροιά – σύμφωνα με την γνωστή Βουλγάρα ιστορικό Μαρία Τοντόροβα. Το κέντρο της Σόφιας θυμίζει όμως μάλλον περισσότερο κεντρο-ευρωπαϊκή πόλη. Σαν υπενθύμιση του οθωμανικού παρελθόντος υπάρχει πάντως ένα ακόμα ενεργό τζαμί – σε αντίθεση με μια άλλη γνωστή μας βαλκανική πρωτεύουσα, δεν μετατράπηκε σε μουσείο λαϊκής τέχνης, ούτε του αφαιρέθηκαν οι μιναρέδες.

Σοφια Τζαμι Σοφια Συναγωγη

Η Σόφια περηφανεύεται για τη γειτνίαση των ναών όλων των κύριων θρησκειών της περιοχής (από πάνω προς τα κάτω: Ισλάμ, Εβραϊσμός, Ορθοδοξία) στο κέντρο της.

Η Σόφια περηφανεύεται για τη γειτνίαση στο κέντρο της ναών όλων των κύριων θρησκειών της περιοχής (από πάνω προς τα κάτω: Ισλάμ, Εβραϊσμός, Ορθοδοξία – υπάρχει επίσης και καθολική εκκλησία). Η εβραϊκή κοινότητα της Βουλγαρίας γενικά επιβίωσε από το Ολοκαύτωμα, αφού η Βουλγαρία αρνήθηκε να παραδώσει τους Εβραίους της στον Χίτλερ, αν και σύμμαχος του. Η μουσουλμανική κοινότητα αποτελεί ακόμα και σήμερα περίπου 10% του πληθυσμού της χώρας (στη Σόφια ειδικά το ποσοστό είναι πολύ μικρότερο), παρά τις διώξεις και την καταπίεση των δυο προηγούμενων αιώνων.

Κατά τ’ άλλα, η σύγχρονη Σόφια, έξω από το κέντρο της, χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακά καταπράσινα πάρκα από τη μια και μελαγχολικές «σοσιαλιστικές» πολυκατοικίες-κουτιά από την άλλη. Ο καπιταλισμός έχει πάντως διεισδύσει πλέον παντού, με υποκαταστήματα ξένων εταιρειών να κυριαρχούν την εικόνα της πόλης. Κάποια παλιά σοσιαλιστικά μνημεία, διάσπαρτα στην πόλη, επιβιώνουν απλά για να θυμίζουν ένα διαφορετικό παρελθόν.

Σοσιαλιστικό μνημείο σ' ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα της Σόφιας, τον Κήπο του Μπόρις (βασιλιάς της Βουλγαρίας στα χρόνια του μεσοπολέμου).

Σοσιαλιστικό μνημείο σ’ ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα της Σόφιας, τον Κήπο του Μπόρις (βασιλιάς της Βουλγαρίας στα χρόνια του μεσοπολέμου).

Επόμενος σταθμός μετά τη Βουλγαρία ήταν η Βλαχία, η περιοχή της Ρουμανίας ανάμεσα στα Καρπάθια και το Δούναβη, γνωστή σε μας και από την ομώνυμη ηγεμονία των οθωμανικών χρόνων, η οποία διοικούνταν από Φαναριώτες πρίγκιπες – κι απ’ όπου ξεκίνησε στην ουσία και η Ελληνική Επανάσταση. Από τη Σόφια για το Βουκουρέστι λειτουργεί νυκτερινό λεωφορείο, το οποίο είναι πιο οικονομικό από το τρένο. Αναχωρεί κατά τις 00.30 από τον Κεντρικό Σταθμό της Σόφιας και φτάνει κατά τις 7.00 το πρωί στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, στον σταθμό Φιλαρέτ. Το τρένο αναχωρεί επίσης από τον Κεντρικό Σταθμό της Σόφιας στις 8.00 το πρωί και φτάνει στον Βόρειο Σιδ. Σταθμό του Βουκουρεστίου (Gara de Nord) στις 17.30.

Από τη Σόφια προς το Βουκουρέστι πρέπει πρώτα κάποιος να διασχίσει την οροσειρά του Αίμου, μέσα από την κοιλάδα του ποταμού Ισκάρ, που φαίνεται στη φωτογραφία. Από τον Αίμο (αλλιώς Μπαλκάν, όνομα τουρκικής προέλευσης) πήρε το όνομά της ολόκληρη η βαλκανική χερσόνησος.

Από τη Σόφια προς το Βουκουρέστι πρέπει πρώτα κάποιος να διασχίσει την οροσειρά του Αίμου, μέσα από την κοιλάδα του ποταμού Ισκάρ, που φαίνεται στη φωτογραφία. Από τον Αίμο (αλλιώς Μπαλκάν, όνομα τουρκικής προέλευσης) πήρε το όνομά της ολόκληρη η βαλκανική χερσόνησος.

Ο Δούναβης συλλέγει τα νερά από μια τεράστια περιοχή της κεντρικής Ευρώπης για να το οδηγήσει εδώ προς τη Μαύρη Θάλασσα, σχηματίζοντας και το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Ο Δούναβης συλλέγει τα νερά από μια τεράστια περιοχή της κεντρικής Ευρώπης, για να τα οδηγήσει εδώ προς τη Μαύρη Θάλασσα, σχηματίζοντας και το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της  επίπεδης Μεγάλης Βλαχίας: κυριαρχούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της επίπεδης Μεγάλης Βλαχίας: κυριαρχούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Υπόψη ότι και οι δύο σταθμοί άφιξης είναι κάπως μακριά από το κέντρο της πόλης, για το οποίο θα χρειαστεί κάποιος να πάρει το μετρό. Το μετρό του Βουκουρεστίου έχει τέσσερις γραμμές και είναι το πιο παλιό των Βαλκανίων: υπάρχει ήδη από το 1979, πολύ πριν το μετρό της Αθήνας, της Σόφιας ή της Κωνσταντινούπολης.

Χαρακτηριστική και για το Βουκουρέστι είναι η σοσιαλιστική αρχιτεκτονική και ρυμοτομία – αλλά με κάποιες ιδιαιτερότητες, σε μια έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη χώρα (που συνδυάζει λατινοφωνία και Ορθοδοξία, αψηφώντας όλα τα σχετικά στερεότυπα). Ξεχωριστή περίπτωση απ’ αυτήν την άποψη είναι το Τσεντρούλ Τσιβίκ, ένα σύμπλεγμα κτιρίων με μαρμάρινες προσόψεις, γύρω από τη πλατιά κεντρική λεωφόρο Unirii που καταλήγει στο μεγαλοπρεπές πρώην «Παλάτι του Λαού«. Ολόκληρη αυτή η περιοχή κτίστηκε τη δεκαετία του ’80, στη θέση ενός μεγάλου μέρους του ιστορικού κέντρου που γκρεμίστηκε ολοσχερώς, αναγκάζοντας περίπου 40.000 κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Η τεράστια έκταση με τα γκρεμισμένα κτίρια είχε ονομαστεί τότε ειρωνικά «Τσαουσίμα», ένα λογοπαίγνιο από τις λέξεις «Τσαουσέσκου» και «Χιροσίμα»: είναι ας πούμε και σύμβολο της καταστροφικής μεγαλομανίας του πρώην δικτάτορα.

Στο βάθος του πρώην προεδρικό μέγαρο του δικτάτορα Τσαουσέσκου, νυν στέγη του Ρουμάνικου Κοινοβουλίου. Όταν κτίστηκε ήταν το δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο.

Στο βάθος το πρώην Παλάτι του Λαού που έκτισε ο κομμουνιστής δικτάτορας Νικολάε Τσαουσέσκου, νυν στέγη του Ρουμάνικου Κοινοβουλίου (ονομάζεται πλέον Παλάτι της Βουλής). Θεωρείται το δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο.

Αν και λέγεται ότι είναι η πιο πυκνοκατοικημένη πρωτεύουσα της Ευρώπης, από το κεντρικό Βουκουρέστι δεν λείπουν και οι πιο «παραδοσιακές» γειτονιές, με χαμηλά κτήρια και τοπικό χρώμα (με κάποιες τάσεις να μιμείται το Παρίσι – λόγω λατινοφωνίας οι Ρουμάνοι έχουν μάλλον μια κλίση προς τη γαλλική κουλτούρα). Επίσης, για την αναψυχή των κατοίκων της πόλης υπάρχουν και μεγάλα πάρκα, όπως το Χεραστράου γύρω από την ομώνυμη λίμνη (μια από τις πολλές που σχηματίζει ο μαιανδρικός ποταμός Κολεντίνα), εκεί που είχε και την θερινή κατοικία του ο Αλέξανδρος Ι. Υψηλάντης, ηγεμόνας της Βλαχίας.

Γειτονιά του Βουκουρστίου με χαρακτηριστική αρχιτεκτονική.

Γειτονιά του Βουκουρεστίου με χαρακτηριστική αρχιτεκτονική.

Το ταξίδι με το τρένο που συνδέει το Βουκουρέστι με την Κωνστάντζα, τη σημαντικότερη πόλη της Δοβρουτσάς, διαρκεί περίπου τρεις ώρες. Η Κωνστάντζα ήταν ιστορικά ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Σήμερα γύρω από την πόλη, στη σχετικά μικρή λωρίδα παραλίας που περίσσεψε για τη Ρουμανία, συγκεντρώνονται αρκετές τουριστικές περιοχές: μεταξύ αυτών κι η Μαμάια, που είναι κάτι σαν Αγία Νάπα της Ρουμανίας.

Η λίμνη ... στη Μαμάια, βόρεια της Κωστάντζας. Η ακτή της Δοβρουτσάς είναι γεμάτη από τέτοιες λίμνες (

Η λίμνη Σιουτγκιόλ στη Μαμάια, βόρεια της Κωνστάντζας. Η ακτή της Δοβρουτσάς είναι γεμάτη από λίμνες  που χωρίζονται μόνο με μια στενή λωρίδα γης από τη θάλασσα  – στη συγκεκριμένη περίπτωση πλάτους περίπου 300 μέτρων.

Όταν ήμασταν εκεί, στο κέντρο της Κωνστάντζας γινόντουσαν εργασίες, προφανώς για κάποιο είδος ανάπλασης. Πιο ωραία περιοχή για περίπατο ήταν αυτή στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, ακριβώς κάτω απ’ το κέντρο της πόλης.

Παραλιακός πεζόδρομος στην Κωστάντζα, δίπλα η Μαύρη Θάλασσα.

Παραλιακός πεζόδρομος στην Κωνστάντζα, δίπλα η Μαύρη Θάλασσα. Το νερό της δεν είναι ιδιαίτερα αλμυρό, αφού σε αυτήν εκβάλλουν ποταμοί με τεράστιες λεκάνες απορροής, ανάμεσα τους φυσικά κι ο Δούναβης.

Στο κέντρο υπάρχουν εκτός από ρουμανο-ορθόδοξες εκκλησίες τουλάχιστον ένα τζαμί και μια ελληνο-ορθόδοξη εκκλησία – σημάδια ενός πολυπολιτισμικού παρελθόντος της πόλης. Η Κωστάντζα είχε μεταξύ άλλων μια μεγάλη ελληνική κοινότητα (τα μέλη της προέρχονταν συχνά και από Έλληνες που είχαν φύγει από τις βουλγαρικές πόλεις της Μαύρης Θάλασσας), που επιβίωσε μέχρι και μετά τον Β’ Παγκόσμιο.

Πινακίδα σε παλιά ελληνική εκκλησία της Κωνστάντζας: από τα στοιχεία που έμειναν για να θυμίζουν ότι κάποτε η πόλη είχε μια μεγάλη και δραστήρια ελληνική παροικία.

Πινακίδα σε ελληνική εκκλησία της Κωνστάντζας: από τα λίγα στοιχεία που έμειναν για να θυμίζουν ότι κάποτε η πόλη είχε μια μεγάλη και δραστήρια ελληνική παροικία.

Από τον κεντρικό σταθμό λεωφορείων της Κωνστάντζας  μπορείς να πάρεις το λεωφορείο για τη Βάρνα (η διαδρομή διαρκεί περίπου 3 ώρες), την πιο γνωστή ίσως παραθαλάσσια πόλη της Βουλγαρίας. Στην περιοχή βόρεια της Βάρνας συγκεντρώνονται πολλά από τα πιο γνωστά τουριστικά θέρετρα του βουλγαρικού τμήματος της Μαύρης Θάλασσας, όπως η Αλμπένα ή το Golden Sands. Πιο ενδιαφέρον μέρος αυτής της ευχάριστης μικρής πόλης είναι κατά τη γνώμη μου το παραθαλάσσιο πάρκο, που ξεκινά σχεδόν άμεσα πάνω από την παραλία και εκτείνεται σε μεγάλο μήκος παράλληλα μ’ αυτήν.

Η παραλία και το λιμάνι της Βάρνας, όπως φαίνονται από το παραθαλάσσιο της πάρκο.

Η παραλία και το λιμάνι της Βάρνας, όπως φαίνονται από το πάρκο, ακριβώς πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα.

Στο παραθαλάσσιο πάρκο της Βάρνας βρίσκεται κι αυτή η έκταση, όπου έχει τοποθετηθεί χώμα από

Στο παραθαλάσσιο πάρκο της Βάρνας βρίσκεται κι αυτή η έκταση, όπου έχει τοποθετηθεί χώμα από «ιερούς βουλγάρικους τόπους». Μεταξύ αυτών κι η.. Σόλουν (=Θεσσαλονίκη). Ας μην ξεχνάμε ότι εκατοντάδες χιλιάδες Βούλγαροι είναι απόγονοι προσφύγων από τη σημερινή ελληνική Μακεδονία.

Συνεχίζοντας νότια και περνώντας μέσα από την άλλη γνωστή παραθαλάσσια πόλη της Βουλγαρίας, το Μπουργκάς, καταλήγεις στα τουρκοβουλγαρικά σύνορα, έχοντας διασχίσει τα βουνά της Ανατολικής Θράκης. Αφού τα περάσει, το λεωφορείο κατηφορίζει προς τις (κάποτε ελληνικές και τώρα πλέον τούρκικες) πόλεις της Ανατολικής Θράκης, όπως οι Σαράντα Εκκλησιές κι η Ραιδεστός.

Τα τουρκοβουλγαρικά σύνορα στα βουνά της Ανατολικής Θράκης.

Τα τουρκοβουλγαρικά σύνορα στα βουνά της Ανατολικής Θράκης.

Μετά από περίπου 10-12 ώρες ταξίδι (από τη Βάρνα) το λεωφορείο φτάνει στην πιο ιστορική πόλη των Βαλκανίων, την Κωνσταντινούπολη φυσικά. Ότι κι αν πεις για την Πόλη είναι λίγο, ούτε ένα άρθρο μόνο του δεν θα έφτανε. Αν και σήμερα δεν είναι ούτε καν πρωτεύουσα κράτους, την αυτοκρατορική της λάμψη δεν μπορεί να τη χάσει εντελώς. Εξάλλου είναι με περίπου 15 εκατομμύρια κατοίκους με διαφορά η πιο μεγάλη των Βαλκανίων και η μοναδική σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο που διεκδικεί το στάτους «παγκόσμιας πόλης».

Εικόνα από τη Λεωφόρο Ιστικλάλ στο Πέραν, γύρω στα μεσάνυχτα.

Εικόνα από τη Λεωφόρο Ιστικλάλ, γύρω στα μεσάνυχτα.

Η ραγδαία ανάπτυξη της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια επηρέασε φυσικά και την εικόνα της Κωνσταντινούπολης. Ουρανοξύστες, πλατιοί αυτοκινητόδρομοι, τεράστια εμπορικά κέντρα είναι πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της. Η αλλαγή, που έχει συχνά ως τίμημα την καταστροφή του παλιού και οικείου αστικού τοπίου της Πόλης, έχει προκαλέσει φυσικά και αντιδράσεις. Εξάλλου και η αφορμή για την εξέγερση στο πάρκο Γκεζί ήταν ακριβώς ένα τέτοιο σχέδιο «ανάπλασης» (=καταστροφής;) ενός πράσινου χώρου στο κέντρο της πόλης.

Σύχρονος πολυλειτουργικός χώρος υπό οικοδόμηση στην περιοχή Χάρμπιε, λίγο βόρεια από την πλατεία Ταξίμ.

Ο σύχρονος πολυλειτουργικός χώρος Σαν Σίτυ οικοδομείται στην περιοχή Χάρμπιε, λίγο βόρεια από την πλατεία Ταξίμ. Εντελώς δίπλα στέκονται σε σειρά παλιές πολυκατοικίες.

Το Πάρκο Γκεζί είναι από τους λίγους εναπομείναντες πράσινους χώρους στο κέντρο της Πόλης - τα σχέδια ανάπλασης του υπήρξαν η αφορμή για την πρόσφατη εξέγερση, που το έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο.

Το Πάρκο Γκεζί είναι από τους λίγους εναπομείναντες πράσινους χώρους στο κέντρο της Πόλης – τα σχέδια ανάπλασης του υπήρξαν η αφορμή για την πρόσφατη εξέγερση, που το έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο.

Παρά τις όποιες αλλαγές πάντως, η Πόλη διατηρεί ακόμα πολλή από τη δική της χαρακτηριστική ατμόσφαιρα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι έτσι, για μια πόλη που βρίσκεται σε τέτοιο μοναδικό γεωγραφικό σημείο: εκεί που συναντά η Ευρώπη την Μικρά Ασία κι ενώνονται θαλάσσιες μάζες όπως ο Εύξεινος Πόντος, ο Βόσπορος, ο Κεράτιος κι η Προποντίδα. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο που υπήρξε αυτοκρατορική πρωτεύουσα για σχεδόν δύο χιλιετίες.

Ψαράδες στο σημείο που ενώνονται ο Βόσπορος κι ο Κεράτιος με την Προποντίδα. Τα κρύα νερά που έρχονται μέσω Βοσπόρου από τη Μαύρη Θάλασσα έχουν ως αποτέλεσμα την αφθονία ψαριού.

Ψαράδες στο σημείο που ενώνονται ο Βόσπορος κι ο Κεράτιος με την Προποντίδα. Τα κρύα νερά που έρχονται μέσω Βοσπόρου από τη Μαύρη Θάλασσα έχουν ως αποτέλεσμα την αφθονία ψαριού.

Πάνω στα καραβάκια, που είναι σταθμευμένα στον Κεράτιο, ετοιμάζονται και πωλούνται τα

Από τα καραβάκια, που είναι σταθμευμένα στον Κεράτιο, πωλούνται τα «μπαλίκ εκμέκ» (σάντουιτς με φρεσκοτηγανισμένο ψάρι). Πίσω στο βάθος το Τζαμί Σουλεϊμανιγιέ.

Πάντως ένα βασικό χαρακτηριστικό της Πόλης έχει μάλλον χαθεί εδώ και πολλές δεκαετίες: η πολυπολιτισμικότητά της. Ανάμεσα στα θύματα αυτής της αλλαγής ήταν φυσικά κι η ελληνική κοινότητα, της οποίας μόνο κάποια υπολείμματα έχουν μείνει για να θυμίζουν ένα μεγάλο παρελθόν (μεταξύ αυτών φυσικά κι η πατριαρχική έδρα στο Φανάρι). Και παρά την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, μάλλον λίγοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Ερντογάν προς τους Ρωμιούς της Πόλης να επιστρέψουν.

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή στο Φανάρι. Σήμερα επιβιώνει μάλλον κυρίως χάρη στους αραβόφωνους Ορθόδοξους.

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή στο Φανάρι. Σήμερα επιβιώνει μάλλον κυρίως χάρη στους αραβόφωνους Ορθόδοξους.

Εκδήλωση μνήμης για τα θύματα των Σεπτεμβριανών του '55, στη συνοικία Μόδι της Χαλκηδόνας (στην ασιατική μεριά). 'Ενα σημάδι ίσως για μια αυξανόμενη ευαισθησία της τουρκικής κοινωνίας για τέτοια θέματα.

Εκδήλωση μνήμης για τα θύματα των Σεπτεμβριανών του ’55, στη συνοικία Μόδι της Χαλκηδόνας (στην ασιατική μεριά). ‘Ενα σημάδι ίσως για μια αυξανόμενη ευαισθησία της τουρκικής κοινωνίας για τέτοια θέματα.

Από την Κωνσταντινούπολη υπάρχει λεωφορειακή σύνδεση με την Ελλάδα, με πρώτη στάση την Αλεξανδρούπολη (διάρκεια ταξιδιού: περίπου 6 ώρες). Εκεί φτάσαμε κατά τις 4 το πρωί, λίγες ώρες μόνο πριν αναχωρήσει το καράβι για Σαμοθράκη.

Το Λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, λίγο πριν την ανατολή.

Το Λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, λίγο πριν την ανατολή.

Δεν συνηθίζω σ’ αυτό το μπλογκ να γράφω για ταξιδιωτικούς στόχους εντός των ελληνικών συνόρων, επειδή θεωρώ ότι γι’ αυτούς υπάρχουν ήδη πολλές διαθέσιμες περιγραφές. Αξίζει όμως να κάνω μια εξαίρεση για ένα από τα πιο ιδιαίτερα νησιά του Αιγαίου, τη Σαμοθράκη. Εξάλλου σχετίζεται και με άλλες χώρες του ταξιδιού, αφού σήμερα προσελκύει πολλούς Ρουμάνους και Βούλγαρους τουρίστες. Είναι  καταπράσινο νησί (η βόρεια πλευρά του τουλάχιστον), με πολλά νερά ακόμα και το καλοκαίρι, με μόλις περίπου 3.000 μόνιμους κατοίκους και – παρά τη μικρή του έκταση – τη με 1.611 μέτρα ψηλότερη βουνοκορφή στο Αιγαίο, η οποία ονομάζεται (όχι τυχαία φυσικά) και Φεγγάρι.

Το λιμάνι της Σαμοθράκης, η Καμαριώτισσα. Πίσω το βουνό Σάος 'η Φεγγάρι (1.611 μέτρα).

Το λιμάνι της Σαμοθράκης, η Καμαριώτισσα. Πίσω το βουνό Σάος ή Φεγγάρι (1.611 μέτρα), ένας ορεινός όγκος από γρανίτη και σχιστόλιθο.

Εικόνα από τη βλάστηση της Σαμοθράκης, κοντά στο χωριό Θερμά, στο δρόμο προς τη Γριά Βάθρα.

Εικόνα από τη βλάστηση της Σαμοθράκης, στο δρόμο προς τη Γριά Βάθρα.

Το νησί είναι γνωστό μεταξύ άλλων και για τις βάθρες: τις λίμνες που σχηματίζουν οι καταρράκτες κατά μήκος των ορμητικών ποταμών, φυσική συνέπεια του έντονου ανάγλυφου. Μια άλλη συνέπεια (για πολλούς τουρίστες ίσως λιγότερο ευχάριστη) είναι οι παραλίες με βότσαλα και πέτρες – αμμώδεις παραλίες μπορεί κάποιος να βρει μόνο στο πιο δυσπρόσιτο νότιο τμήμα του νησιού.

Η δεύτερη βάθρα του Φονιά. Το όνομα του ποταμού σίγουρα δεν είναι τυχαίο, εκφράζει και την μεγάλη γεωλογική ενέργεια που χαρακτηρίζει το νησί.

Η δεύτερη βάθρα του Φονιά. Το όνομα του ποταμού δεν είναι τυχαίο, εκφράζει και την μεγάλη γεωλογική ενέργεια που γέννησε το νησί.

Επίσης πολύ χαρακτηριστικά για το νησί είναι και τα περίπου ελεύθερα κατσίκια, που τα συναντά κανείς σχεδόν παντού. Για το ίδιο το νησί πάντως αποτελούν οικολογικό κίνδυνο, αφού είναι ανεξέλεγκτα και καταστρέφουν οποιαδήποτε βλάστηση. Το πρόβλημα γίνεται ίσως πιο έντονο λόγω και του είδους των τουριστών που ελκύει το νησί: πολλοί έχουν μάλλον χίππικο στυλ και είναι συχνά χορτοφάγοι. Συνεπώς δεν καταναλώνουν και κατσικίσιο κρέας, κάτι που θα βοηθούσε και σε κάποιο περιορισμό του αριθμού των κατσικιών (εμείς πάντως κάναμε ότι μπορούσαμε για να συνεισφέρουμε στην αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας του νησιού).

Τα κατσίκια στη Σαμοθράκη τα βλέπεις παντού: ακόμα και στις παραλίες (εδώ στο κοντά στο δρόμο από τα Θερμά προς το Φονιά).

Τα κατσίκια στη Σαμοθράκη τα συναντάς παντού: ακόμα και στις παραλίες (εδώ κοντά στο δρόμο από τα Θερμά προς το Φονιά).

Κατσικάκι στη λαδόκολλα με πατάτες, σε ταβέρνα στα Θερμά.

Κατσικάκι στη λαδόκολλα με πατάτες, σε ταβέρνα στα Θερμά.


Συνολικά αυτό το ταξίδι διήρκησε 14 μέρες. Συμπεριέλαβε περιοχές που μοιάζουν διαφορετικές, αν και ιστορικά ανήκουν σε έναν λίγο πολύ ενιαίο χώρο. Σίγουρα αυτήν την εποχή βρίσκονται σε πολύ διαφορετική φάση ανάπτυξης: από τις δύο μετασοσιαλιστικές χώρες, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, που έχουν αφήσει μεν πίσω τους τη φάση ραγδαίας φτωχοποίησης, αλλά ακόμα παλεύουν με τις συνέπειές της, χωρίς να έχουν βρει ένα δρόμο που εξασφαλίζει σιγουριά για το μέλλον. Μετά στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη Τουρκία, που πολλοί θέλουν να πιστεύουν ότι έκανε το μεγάλο βήμα προς τα μπρος – όπου όμως η ανάπτυξη δημιουργεί νέα προβλήματα και εντάσεις, χωρίς να έχει λύσει πολλά από τα παλιά. Και τέλος πίσω στη μελαγχολική Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, που τη δική της περίοδο ανάπτυξης την έχει αφήσει πίσω της, και προσπαθεί να μαζέψει τα συντρίμμια από την κατάρρευση ενός έτσι κι αλλιώς ασταθούς οικοδομήματος.

Παρ’ όλες τις διαφορές, υπάρχει όμως ένα κοινό στοιχείο, σημάδι της σύγχρονης Ιστορίας: τα ίχνη των (συχνά βίαιων) μετακινήσεων πληθυσμών, που ήταν η βάση για να δημιουργηθούν αυτά τα σύγχρονα έθνη-κράτη. Τέτοια ίχνη ήταν εμφανή σε πολλά σημεία του ταξιδιού, με διαφορετικά θύματα και θύτες κάθε φορά.

Το τι έχουν διδαχτεί οι λαοί των Ανατολικών Βαλκανίων από τις πρόσφατες (επιφανειακά διαφορετικές, αλλά στο βάθος τελικά ίσως παρόμοιες) ιστορικές τους εμπειρίες, είναι κάτι που θα το δείξει το μέλλον. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχουν μάλλον αυξηθεί οι επαφές και το πέρασμα αυτών των συνόρων, για διαφορετικούς λόγους: δουλειά, παραθερισμό, νοσταλγία. Και με τον τρόπο μας συμμετείχαμε και εμείς σ’ αυτό.