Πειρατες και κουρσαροι στο Αιγαιο

Κλασσικό

Πολλοί σήμερα, είτε στην Ελλάδα είτε (ακόμα περισσότερο) στο εξωτερικό, συνδέουν το Αιγαίο με εικόνες από παραλίες και διακοπές. Δύσκολα φαντάζονται πως μέχρι πριν δύο αιώνες ήταν μια θάλασσα γεμάτη κινδύνους – και όχι μόνο φυσικούς. Τόσο οι ταξιδιώτες όσο και οι ίδιοι οι κάτοικοι των ακτών του, ζούσαν μόνιμα υπό την απειλή των πειρατικών επιθέσεων.

Οι κλοπές και οι λεηλασίες δεν ήταν το μόνο πράγμα που είχαν να φοβούνται από τέτοιες επιθέσεις. Για τους πειρατές, οι ίδιοι οι άνθρωποι ήταν συχνά η πιο σημαντική και κερδοφόρα λεία. Μπορούσαν να αξιοποιηθούν με πολλούς τρόπους: προς πώληση στα σκλαβοπάζαρα των μεσογειακών λιμανιών, ως κωπηλάτες για τα πειρατικά καράβια, αλλά και για είσπραξη λύτρων, στην περίπτωση που οι αιχμάλωτοι προέρχονταν από πλούσια οικογένεια.

Το Αιγαίο ήταν μια θάλασσα που την λυμαίνονταν οι πειρατές ήδη από την Αρχαιότητα. Οι πρώτοι που κατάφεραν να πατάξουν την πειρατεία ήταν οι Ρωμαίοι. Η Ανατολική Μεσόγειος, η οποία έμεινε υπό τον έλεγχο της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, θα παρέμενε για αρκετούς αιώνες μια σχετικά ασφαλής θάλασσα, σε αντίθεση με τη Δυτική. Αργότερα όμως, όταν οι Βυζαντινοί αποδυναμώθηκαν και έπρεπε να μοιραστούν τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου με δυνάμεις όπως οι Άραβες, οι Λατίνοι, ή οι Τούρκοι, η πειρατεία θα επανεμφανιζόταν δυναμικά και εκεί – και θα επιβίωνε μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Πειρατεία και γεωγραφία

Η γεωγραφία του Αιγαίου, με τον πλούτο σε περάσματα, μικρά νησιά και μικρούς και απρόσιτους όρμους με σπηλιές, κατάλληλους ως καταφύγιο, ευνοούσε έτσι κι αλλιώς την πειρατεία. Δεν είναι παράξενο που αυτή η «τέχνη» αναπτύχθηκε στο Αιγαίο ήδη από την Αρχαιότητα.

Η περιοχή Σαρακίνικο στην Μήλο είναι μια από τις πολλές στο Αιγαίο με παρόμοιο όνομα, μάρτυρας της παλιότερης χρήσης ως κρυψώνα πειρατών. http://www.iefimerida.gr/news/190047/amerikanida-dimosiografos-me-skista-matia-xetrelameni-me-ti-hora-mas-oi-5-theikes

Η περιοχή Σαρακίνικο στην Μήλο είναι μια από τις πολλές στο Αιγαίο με παρόμοιο όνομα, μάρτυρας της παλιότερης χρήσης ως κρυψώνα πειρατών.
Πηγή εικόνας

Όπως η γεωγραφία ευνόησε την ανάπτυξη της πειρατείας, με τη σειρά της η τελευταία θα επιδρούσε πάνω στην ανθρωπογεωγραφία του Αιγαίου. Ο κίνδυνος από τους πειρατές είναι ίσως και ο κύριος λόγος που πολλοί οικισμοί, συχνά και οι ίδιες οι Χώρες των νησιών, δεν είναι παραθαλάσσιοι, αλλά βρίσκονται στην ενδοχώρα: σε τοποθεσίες με φυσική οχύρωση, με δυνατότητες εποπτείας των θαλασσινών περασμάτων, σχετικά δύσκολα προσβάσιμες από τους πειρατές και, όσο αυτό ήταν δυνατόν, «κρυμμένες» απ’ αυτούς.

Οι επιδρομές στο τέλος του Μεσαίωνα είχαν αναγκάσει τον πληθυσμό της Καλύμνου να εγκαταλείψει τους παράλιους οικισμούς, είτε μεταναστεύοντας, είτε με την απομάκρυνση στα βουνά. Το Μεγάλο Κάστρο της Χώρας (διακρίνεται πάνω δεξιά), το οποίο είχε κτιστεί από τους Βυζαντινούς, επισκευάστηκε από τους Ιωαννίτες και έγινε από τον 16ο αιώνα η πρωτεύουσα και το οικιστικό κέντρο του νησιού (με γύρω στους 1000 κατοίκους), εκμεταλλευόμενο την σπάνια ιδανική του θέση, πάνω σε βράχο στην μέση της κεντρικής κοιλάδας του νησιού. Η τοποθεσία αυτή το έκανε εξαιρετικά δυσπρόσιτο και σχεδόν αόρατο από την ανοικτή θάλασσα, συνδυάζοντας ταυτόχρονα την εποπτεία των λιμανιών του νησιού. Αμφιθεατρικά στους πρόποδες του κάστρου αναπτύχθηκε στους επόμενους αιώνες και η Χώρα της Καλύμνου, η οποία φαίνεται στην εικόνα.

Ίος Χώρα

Η Χώρα της Ίου (αριστερά) βρίσκεται κι αυτή σε υψόμετρο και σε κάποια απόσταση από το λιμάνι, κάτι που προφανώς έχει σχέση και με την προστασία από πειρατές. Το 1558 είχε δεχτεί την επίθεση τουρκικών πειρατικών, που λεηλάτησαν το νησί και πούλησαν τους κατοίκους σε σκλαβοπάζαρα: η Ίος θα παρέμενε ερημωμένη για περίπου μια εικοσαετία, πριν εποικιστεί ξανά.

Το να πούμε όμως ότι η σχέση του πληθυσμού του Αιγαίου με τους πειρατές ήταν γενικά αρνητική, θα ήταν υπεραπλούστευση. Πολλές ακτές του Αιγαίου έπαιξαν για κάποια περίοδο το ρόλο τους ως λημέρια των πειρατών. Οι τελευταίοι βασίζονταν στη βοήθεια των χωρικών από πολλές απόψεις, π.χ. για την παροχή πληροφοριών, προμηθειών ή καταφυγίου. Άρχοντες, επίσκοποι, ακόμα και μοναχοί στα νησιά, μπορεί να συνδέονταν έμμεσα με πειρατικές δραστηριότητες. Και φυσικά, δεν έλειπε και η άμεση συμμετοχή πολλών από τους ίδιους τους νησιώτες στις επιδρομές σε πλοία, στο Αιγαίο και αλλού.

Επομένως, η πειρατεία δεν ήταν απλά μια μάστιγα, αλλά και σημαντικό κομμάτι της οικονομίας του Αιγαίου. Σε κάποιες περιοχές λειτούργησε εντελώς αντίστροφα από ό,τι αλλού, βοηθώντας  στην ανάπτυξη παραθαλάσσιων οικισμών, ως τόπων εμπορίου της πειρατικής λείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα νησιού που κατά την Τουρκοκρατία ανέπτυξε μια σχέση αλληλεξάρτησης με την πειρατεία ήταν η Μήλος: πρόσφερε στους πειρατές ασφάλεια, προμήθειες και διασκέδαση (εκεί ξεχειμώνιαζαν οι πειρατές πριν ξανοιχτούν στη θάλασσα την άνοιξη), καθώς και αγορά για τη λεία τους, ενώ το νησί γνώρισε μια οικονομική άνθηση χάρη σε αυτό το εμπόριο. Και άλλα νησιά, όπως η Ίος, η Κίμωλος, και η Αστυπάλαια έγιναν την ίδια περίοδο βάσεις των πειρατών, σε συμβίωση με τους κάτοικους, ενώ άλλα όπως π.χ. οι Φούρνοι αξιοποιούνταν ως ενέδρες.

Ίος Όρμοι

Η παρουσία πολλών μικρών όρμων στην Ίο ίσως να έπαιξε ρόλο στο να γίνει το νησί καταφύγιο πειρατών στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Πάντως, στα οθωμανικά χρόνια τα μεγάλα κέντρα προέλευσης της πειρατείας βρίσκονταν εκτός Αιγαίου: στα κράτη της Μπαρμπαριάς (Αλγέρι, Τύνιδα, Τρίπολη), στη Μάλτα, στο Λιβόρνο. Μια πιο κοντινή περιοχή, που επίσης αναδείχτηκε σε πειρατομάνα, ήταν η Μάνη. Η γεωγραφία της, τα άγονα εδάφη με τη μικρή γεωργική παραγωγή, η σχετική απομόνωση, έσπρωχναν τους κατοίκους της προς αυτόν τον τρόπο εξασφάλισης της επιβίωσής τους. Η σημασία της πειρατείας για τη μανιάτικη οικονομία έγινε τόσο μεγάλη, που ακόμα και οι ίδιοι οι μπέηδες (δηλαδή οι Χριστιανοί ηγεμόνες, που διοικούσαν την ημιαυτόνομη Μάνη με την έγκριση των Οθωμανών) κατηγορούνταν συχνά ότι είχαν ανάμιξη σ’ αυτήν.

Το Οίτυλο στη Μάνη είναι σήμερα ένα μικρό χωριό, παλιά όμως κάποιο το έλεγαν και

Το Οίτυλο στη Μάνη είναι σήμερα ένα μικρό χωριό, παλιά όμως το έλεγαν και «Μεγάλο Αλγέρι»: το όνομα αυτό παρέπεμπε στη λειτουργία αγοράς για την λεία της μανιάτικης πειρατείας, συμπεριλαμβανομένου και σκλαβοπάζαρου.
Πηγή εικόνας

Πειρατεία και κρατική εξουσία

Η σχέση της πειρατείας με την κρατική εξουσία είναι πολύ παλιά. Ήδη από την αρχαιότητα ο Ηρόδοτος περιγράφει π.χ. την πειρατική δράση του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη, ενώ υπάρχουν αναφορές και για πειρατικές ενέργειες για λογαριασμό της Αθήνας.

Στη νεώτερη εποχή, η σχέση με τις κρατικές αρχές εκφράζεται πλέον και με τη διάκριση ανάμεσα σε «πειρατές» και «κουρσάρους». Οι απλοί πειρατές ήταν αυτοί που δρούσαν μόνο για δικό τους λογαριασμό, έχοντας αποκλειστικά το δικό τους κέρδος ως στόχο: ήταν, ας πούμε, ελεύθεροι επαγγελματίες. Αντίθετα, κουρσάροι λέγονταν όσοι λειτουργούσαν υπό την κάλυψη και για λογαριασμό μιας κρατικής δύναμης, επιτιθέμενοι μόνο στα εχθρικά σ’ αυτήν πλοία. Συχνά αυτό γινόταν και με περίπου επίσημο τρόπο, με σύναψη συμβολαίων κ.λπ: ήταν δηλαδή νόμιμοι, τουλάχιστον από την οπτική γωνία του κράτους που τους κάλυπτε.

Εκτός από τη σημασία του κούρσους σε καιρό πολέμου, υπήρχαν στη Μεσόγειο και κρατικά μορφώματα, για τα οποία η πειρατεία ήταν η βάση της οικονομίας τους, όπως οι ηγεμονίες της Μπαρμπαριάς ή η Μάλτα. Τέτοια παραδείγματα δείχνουν ότι και τα όρια ανάμεσα στην πειρατεία και το κούρσος δεν ήταν σαφή: οι Μπερμπερίνοι ήταν π.χ. κουρσάροι, από την άποψη ότι δρούσαν για λογαριασμό των τοπικών ηγεμόνων της Μπαρμπαριάς. Αν όμως λάβουμε υπόψη ότι αυτές οι ηγεμονίες τέθηκαν αργότερα υπό οθωμανική κυριαρχία, πρέπει να τους δούμε ως πειρατές, τουλάχιστον όσο η δράση τους δεν εγκρινόταν από την Υψηλή Πύλη.

Τα κράτη της Μπαρπαριάς στη Βόρεια Αφρικής. https://www.flickr.com/photos/walkingsf/7094705733

Τα κράτη της Μπαρμπαριάς στη Βόρεια Αφρική.
Πηγή εικόνας

Όσο το Αιγαίο ήταν χώρος ανταγωνισμού ανάμεσα σε πολλές δυνάμεις (Λατίνους, Βυζαντινούς, Τούρκους, Μπερμπερίνους), ήταν κατά συνέπεια και χώρος ανταγωνισμού ανάμεσα στους κουρσάρους που τις υπηρετούσαν. Ταυτόχρονα, δρούσαν και πολλοί ανεξάρτητοι πειρατές, όλων των πιθανών εθνο-θρησκευτικών προελεύσεων. Αυτή ήταν γενικά μια χρυσή περίοδος για την πειρατεία, και ιδιαίτερα επικίνδυνη για τους κατοίκους ή ταξιδιώτες του Αιγαίου.

O Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (το άγαλμα βρίσκεται στην περιοχή Μπεσίκτας στην Κωνσταντινούπολη) είναι ένα κλασικό παράδειγμα για κάποιον που έφτασε να γίνει από τοπικός πειρατής σε οθωμανό ήρωα. Γεννήθηκε στη Λέσβο ως Χριστιανός αλλά προσχώρησε στο Ισλάμ. Αφού έγινε γνωστός πειρατής, μετέφερα την έδρα του στην Τύνιδα, όπου έγινε ο τρόμος των πλοίων της Μεσογείου. Από το 1518 προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Οθωμανό Σουλτάνο, φτάνοντας μέχρι και τον τίτλο του

O Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (άγαλμα στην Κωνσταντινούπολη) είναι κλασικό παράδειγμα για κάποιον που εξελίχθηκε από τοπικό πειρατή σε Οθωμανό ήρωα. Γεννήθηκε στη Λέσβο ως Χριστιανός αλλά προσχώρησε στο Ισλάμ. Αφού έγινε γνωστός πειρατής, μετέφερε την έδρα του στην Τύνιδα. Από το 1518 προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Οθωμανό Σουλτάνο, φτάνοντας μέχρι και τον τίτλο του καπουντάν πασά.
Πηγή εικόνας

Όταν αργότερα το Αιγαίο μετατράπηκε, τυπικά τουλάχιστον, σε οθωμανική λίμνη, ήταν επόμενο ότι οι Οθωμανοί θα προσπαθούσαν να περιορίσουν την πειρατεία, ιδιαίτερα αφού μέσω των διάφορων συμφωνιών που είχαν κάνει με ευρωπαϊκές δυνάμεις όφειλαν να ενδιαφέρονται και για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των τελευταίων. Δεν ήταν όμως εύκολη υπόθεση: το Αιγαίο ήταν ευνοϊκό για τους πειρατές, όχι μόνο επειδή πρόσφερε εύκολα καταφύγια, αλλά και γιατί από εκεί περνούσαν αναγκαστικά όλα τα πλοία που αναλάμβαναν το εμπόριο της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης και άλλων σημαντικών οθωμανικών κέντρων με την υπόλοιπη Μεσόγειο.

Ποτέ οι Οθωμανοί δεν θα κατάφερναν να ελέγξουν εντελώς την πειρατεία. Στην ουσία, μοιράζονταν με τους πειρατές την εξουσία πάνω στους τοπικούς πληθυσμούς, ιδιαίτερα στα νησιά που λειτουργούσαν ως πειρατικές βάσεις. Χαρακτηριστικό επεισόδιο για το κύρος που μπορεί να απολάμβαναν οι πειρατές, αλλά και για το θράσος τους απέναντι στους Οθωμανούς, ήταν η ανακήρυξη του διάσημου πειρατή Ι. Καψή σε «βασιλιά» της Μήλου το 1677: η «βασιλεία» του διήρκεσε τρία χρόνια, πριν συλληφθεί και κρεμαστεί.

Πειρατεία και θρησκεία

Η σχέση πειρατείας – κρατικής εξουσίας μας φέρνει σχεδόν αυτόματα και σε έναν άλλο σημαντικό παράγοντα. Από τη στιγμή που η κρατική εξουσία ήταν στενά συνδεδεμένη με τη θρησκεία, είναι αναμενόμενο ότι θα υπήρχε και μια σχέση της πειρατείας μαζί της.

Οι Σαρακηνοί ήταν από τους πρώτους που φρόντισαν να νομιμοποιήσουν την πειρατική δράση με θρησκευτικές (ισλαμικές) αναφορές. Στην ουσία, μετέφεραν στη θάλασσα μια τακτική που εφαρμοζόταν ήδη στη στεριά, αφού από πολύ νωρίς η αραβική μουσουλμανική κοινότητα χρησιμοποίησε ληστρικές επιδρομές για να εξασφαλίσει τους πόρους για την επιβίωσή της, ντύνοντας τις με τον μανδύα του ιερού πολέμου. Όταν Άραβες πειρατές κατάφεραν να καταλάβουν την Κρήτη, ίδρυσαν εκεί εμιράτο και την χρησιμοποίησαν σαν ορμητήριο για επιδρομές στο Αιγαίο.

Εικόνα από μάχη ανάμεσα στους Σαρακηνούς της Κρήτης και τους Βυζαντινούς. Το Εμιράτο της Κρήτης έζησε από το 824/27 μέχρι το 961. Οι Σαρακηνοί ήταν αυτοί που ίδρυσαν την πόλη του Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο), κάνοντας την πρωτεύουσα του νησιού και ασφαλές ορμητήριο για την πειρατεία στο Αιγαίο. https://commons.wikimedia.org/wiki/Chapters_of_the_Madrid_Skylitzes

Εικόνα από μάχη ανάμεσα στους Κρητικούς Σαρακηνούς και τους Βυζαντινούς. Το Εμιράτο της Κρήτης έζησε από το 824/27 μέχρι το 961. Οι Σαρακηνοί ήταν αυτοί που ίδρυσαν την πόλη του Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο), κάνοντας την πρωτεύουσα του νησιού και ασφαλές πειρατικό ορμητήριο.
Πηγή εικόνας

Το παράδειγμα τους θα ακολουθούσαν μετά από κάποιους αιώνες και τα τουρκικά εμιράτα των μικρασιατικών παραλίων. Και αυτά επικαλέστηκαν θρησκευτικούς λόγους για να δικαιολογήσουν τις πειρατικές τους δραστηριότητες: η λεηλασία της ιδιοκτησίας των «απίστων» και η αιχμαλωσία τους ήταν τιμωρία για τη μη αποδοχή του Ισλάμ. Ήταν μια «τζιχάντ της θάλασσας«: ακόμα και η μοιρασιά των λαφύρων γινόταν με βάση το Κοράνι.

Το Ισλάμ όμως δεν είναι η μόνη θρησκεία που είχε το προνόμιο να συνδεθεί με την πειρατεία. Το χριστιανικό-καθολικό τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών χρησιμοποίησε ως βάση για πειρατικές επιδρομές αρχικά την Κύπρο και στη συνέχεια τη Ρόδο, την οποία μετέτρεψαν και σε έδρα του κράτους τους. Και σ’ αυτήν την περίπτωση πρόκειται στην ουσία για μεταφορά μιας τακτικής της στεριάς στη θάλασσα, αφού οι Ιωαννίτες είχαν προηγουμένως συμμετάσχει στις Σταυροφορίες. Τώρα, οι Ιωαννίτες χτυπούσαν και λήστευαν τους μουσουλμανικούς στόχους στη θάλασσα, με μια σκληρότητα που εμπνεόταν και από το θρησκευτικό τους ζήλο. Όταν υπήρχαν «αναδουλειές», λόγω της απουσίας μουσουλμανικών πλοίων, οι καθολικοί Ιωαννίτες θυμούνταν το Σχίσμα και δεν δίσταζαν να χτυπήσουν και ελληνορθόδοξους στόχους.

Οι Ιωαννίτες είχαν υπό τον έλεγχό τους κατά τον ύστερο Μεσαίωνα σχεδόν όλα τα Δωδεκάνησα. Η εικόνα είναι από το Κάστρο της Χρυσοχεριάς στην Κάλυμνο, το οποίο οι Ιωαννίτες (φαίνεται το έμβλημά τους με τον σταυρό) έκτισαν τον 15ο αιώνα.

Στα οθωμανικά χρόνια, αυτή η σύγκρουση Μουσουλμάνων και Χριστιανών πειρατών/κουρσάρων θα αποκτούσε άλλες γεωγραφικές αναφορές, εκτός Αιγαίου, χωρίς να αλλάξει όμως πολλά στην ουσία της. Οι Ιωαννίτες μετέφεραν την έδρα τους στη Μάλτα και συνέχισαν να έρχονται μέχρι το Αιγαίο και να χτυπούν στόχους που θεωρούσαν μουσουλμανικούς, δηλαδή κυρίως καράβια με οθωμανική σημαία (κάποια από τα οποία ήταν φυσικά και ελληνικά). Οι Μαλτέζοι πειρατές ήταν ο τρόμος των Μουσουλμάνων και των Εβραίων, οι οποίοι έπρεπε να πληρώνουν μεγάλα ποσά σε λύτρα για να απελευθερώνουν τους ομόθρησκους αιχμάλωτους και να τους γλυτώνουν από τη δουλεία σε Χριστιανούς – κάτι που κάποιοι το θεωρούσαν και ως ισλαμικό θρησκευτικό καθήκον (αντίστοιχα, υπήρχαν και στη Δύση χριστιανικές οργανώσεις που έβλεπαν ως αποστολή τους τη συλλογή λύτρων για την απελευθέρωση Χριστιανών αιχμαλώτων, θυμάτων της μουσουλμανικής πειρατείας: παράδειγμα είναι το τάγμα των ιπποτών Mercedarian στην Καταλονία). Είναι ενδιαφέρον πάντως, ότι τόσο οι Μουσουλμάνοι όσο και οι εβραϊκές οργανώσεις προτιμούσαν να χρησιμοποιούν Χριστιανούς ως μεσάζοντες για την εξαγορά Μουσουλμάνων και Εβραίων σκλάβων αντίστοιχα. Η επιλογή Χριστιανών γι’ αυτήν τη δουλειά είχε πολύ πρακτικούς λόγους: οποιοσδήποτε Μουσουλμάνος ή Εβραίος έφτανε στη Μάλτα για να διαπραγματευτεί, θα ρίσκαρε το να γίνει ο ίδιος σκλάβος.

Αντίστοιχα, κέντρο της μουσουλμανικής πειρατείας έγιναν τα κράτη της Μπαρμπαριάς: το Αλγέρι, η Τύνιδα και η Τρίπολη. Σε οθωμανικά έγγραφα οι Μπερμπερίνοι κουρσάροι/πειρατές αναφέρονται ως «ιεροί πολεμιστές» – τουλάχιστον εφόσον η δράση τους συμπίπτει με τα οθωμανικά συμφέροντα. Γιατί ακόμα και αυτή η σχέση δεν ήταν πάντα εύκολη, αφού δεν ήταν εντελώς ελεγχόμενοι από την οθωμανική διοίκηση.

Οι Μουσουλμάνοι και οι Καθολικοί πειρατές δεν ήταν όμως οι μόνοι που χρησιμοποιούσαν θρησκευτικές αναφορές για να «ευλογήσουν» τη δράση τους. Από την πλευρά των Ελληνορθόδοξων, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εκκλησία «Παναγία Κλεφτρίνα» στη νήσο Γραμβούσα, πειρατικό ορμητήριο στις αρχές του 19ου αιώνα, για το οποίο θα γίνει λόγος και πιο κάτω.

Η Παναγιά Κλεφτρίνα στη Γραμβούσα. http://www.kretakultur.dk/english/sights/chania%20eng/imeri%20eng/imeri%20eng.htm

Η Παναγιά Κλεφτρίνα στη Γραμβούσα.
Πηγή εικόνας

Γενικά, δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι οι Χριστιανοί ή Μουσουλμάνοι κουρσάροι/πειρατές, που ισχυρίζονταν ότι δρούσαν στο όνομα της θρησκείας τους, ήταν πάντα τόσο επιλεκτικοί στους στόχους τους. Τόσο οι Μπερμπερίνοι όσο και οι Μαλτέζοι και οι Λιβορνέζοι μπορούσαν να επιτεθούν και σε ομόθρησκούς τους. Αυτό πάντως που συνήθως δεν έκαναν στους τελευταίους, ήταν να τους σκλαβώσουν.

Πειρατεία και επανάσταση

Η αναφορά στην ελληνορθόδοξη πειρατεία μας φέρνει και σε μια άλλη διάσταση της πειρατείας στο Αιγαίο: αυτήν της αντίστασης στο κατεστημένο της εποχής, δηλαδή την οθωμανική εξουσία. Η συμπάθεια που είχαν διάφοροι νησιώτες προς τους πειρατές, παρά όσα υπέφεραν κατά καιρούς απ’ αυτούς, είναι επομένως κάτι παρόμοιο μ’ αυτήν πολλών χωρικών προς τους κλέφτες: έτσι εκφραζόταν η απόρριψη προς μια εξουσία που την θεωρούσαν άδικη απέναντί τους, και ήταν επιπλέον (στην περίπτωση της οθωμανικής) αλλόθρησκη.

Ίσως ο πρώτος κουρσάρος/πειρατής που θα περνούσε στην Ιστορία ως επαναστάτης ήταν ο Λάμπρος Κατσώνης. Γεννημένος στη Λιβαδειά το 1752, κατατάχθηκε ήδη σε ηλικία 18 ετών στο ρωσικό ναυτικό. Επέστρεψε στο Αιγαίο για να αναλάβει δράση ως κουρσάρος για λογαριασμό των Ρώσων, οι οποίοι τότε βρίσκονταν σε πόλεμο με τους Οθωμανούς. Παρακινούσε ταυτόχρονα τους κατοίκους του Αιγαίου να επαναστατήσουν εναντίον των Τούρκων – χωρίς πολλή επιτυχία.

Όταν η Ρωσία τελικά έκλεισε ειρήνη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Κατσώνης αρνήθηκε να σταματήσει τη δράση του. Έχασε έτσι τη ρωσική στήριξη και μετατράπηκε από κουρσάρο σε απλό πειρατή: με ορμητήριο το Πόρτο Κάγιο στην ημιαυτόνομη Μάνη συνέχισε για μερικά χρόνια να επιτίθεται σε οθωμανικά, αλγερίνικα και γαλλικά καράβια. Φρόντιζε όμως να δίνει και μια πολιτική διάσταση στη δράση του: αποκαλούσε τον εαυτό του «απελευθερωτή της Ελλάδας» και συνέταξε το δικό του Μανιφέστο.

Η σημαία του Λάμπρου Κατσώνη, όταν πλέον δρούσε αυτόνομα από το Πόρτο Κάγιο της Μάνης. http://www.mixanitouxronou.gr/lampros-katsonis-o-thrilikos-thalassomachos-pou-egine-piratis-kalouse-tous-ellines-na-min-plironoun-forous-ke-perase-ta-plia-tou-pano-apo-ti-steria-gia-na-xefigi-ap-tous-tourkous-sti-tzia/

Η σημαία του Λάμπρου Κατσώνη, «Πρίγκηπα της Μάνης και Ελευθερωτή της Ελλάδας», όταν πλέον δρούσε αυτόνομα.
Πηγή εικόνας

Στα χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση, το Αιγαίο γνώρισε μια έξαρση της πειρατείας, η οποία δεν ήταν άσχετη με την αύξηση της ανεργίας, λόγω της κρίσης στο ναυτιλιακό κλάδο από το 1815. Όπως αντίστοιχα με τους κλέφτες στη στεριά, η εμπειρία των πειρατών στα όπλα και στις ναυτικές μάχες θα αποδεικνυόταν χρήσιμη στην Επανάσταση και δεν είναι τυχαίο που πολλοί επαναστάτες είχαν πίσω τους (και) πειρατική καριέρα: από τους Μαυρομιχαλαίους και τους Μαντούβαλους ως και τον ίδιο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Μπορεί η εξέλιξη των πειρατών σε επαναστάτες να ήταν κάτι σχετικά φυσιολογικό για την εποχή. Δεν σημαίνει όμως ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει και στην ανάποδη κατεύθυνση. Ένα κλασικό παράδειγμα (ανάμεσα σε πολλά) είναι η κοινότητα της Γραμβούσας, μιας μικρής νησίδας λίγο έξω από τον Κίσσαμο της Κρήτης. Το 1826 μια μερίδα επαναστατημένων Κρητών κατέφυγε εκεί για να ξεφύγουν από τους Οθωμανούς. Ανίκανοι να επιβιώσουν με άλλο τρόπο, κατέφυγαν στην πειρατεία και απέκτησαν ιδιαίτερα κακή φήμη.

Γενικά, οι σκληρές οικονομικές συνθήκες αυτής της εμπόλεμης περιόδου οδήγησαν ακόμα περισσότερους προς τη ληστεία και την πειρατεία. Χωρίς να έχουν την πολυτέλεια να χτυπούν μόνο οθωμανικά καράβια, οι πειρατές έβαζαν στο στόχαστρο τους και ελληνικά πλοία, αλλά και πλοία διάφορων ευρωπαϊκών δυνάμεων (συχνά με την ανοχή των τοπικών επαναστατικών αρχών, που συμμετείχαν στα κέρδη από τέτοιες δραστηριότητες), αυτών δηλαδή από τις οποίες το νεοσύστατο ελληνικό κρατίδιο ήταν πλήρως εξαρτημένο. Η ελληνική κυβέρνηση θα βρισκόταν άρα σύντομα αναγκασμένη να δράσει.

Το τέλος

Το φαινόμενο της πειρατείας στο Αιγαίο έχει, όπως φάνηκε πιο πάνω, κοινά με αυτό της ληστείας στην ηπειρωτική Ελλάδα. Αν όμως η δεύτερη αφορούσε κυρίως τους τοπικούς πληθυσμούς και ενοχλούσε ελάχιστα τις ευρωπαϊκές δυνάμεις (τουλάχιστον μέχρι τη γνωστή σφαγή στο Δήλεσι το 1870), δεν συνέβαινε το ίδιο και με την πρώτη, που εμπόδιζε το διεθνές εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα. Αυτός ήταν μάλλον και ο λόγος που τελικά η πειρατεία εξαλείφθηκε πιο γρήγορα και αποτελεσματικά.

Με το που ήρθε στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Καποδίστριας έδειξε ότι ήταν αποφασισμένος να αντιμετωπίσει πραγματικά αυτό το πρόβλημα, σε αντίθεση με τις προηγούμενες επαναστατικές διοικήσεις. Για να πετύχει τον σκοπό του, ανέθεσε τη δουλειά σε κάποιον που ήταν ο ίδιος πρώην πειρατής και ήξερε από πρώτο χέρι τις μεθόδους και τη νοοτροπία τους: τον Ανδρέα Μιαούλη.

Ο Ανδρέας Μιαούλης (1769-1835) γεννήθηκε στην Ύδρα και δραστηριοποιήθηκε ήδη νέος ως πειρατής στην Αίγυπτο, προτού επιστέψει στην πατρίδα του για να γίνει έμπορος. Στην Ελληνική Επανάσταση ήταν ο αρχηγός του υδραίικου στόλου, με πολλές επιτυχίες εναντίον των Τούρκων. Το 1827 ο Καποδίστριας του ανέθεσε την εκκαθάριση του Αιγαίου από τους πειρατές, αποστολή στην οποία επίσης πέτυχε - αν και στη συνέχεια προσχώρησε στην αντικαποδιστριακή παράταξη. http://www.mixanitouxronou.gr/andreas-miaoulis-o-thrilikos-thalassomachos-tou-21-diaspouse-tous-vretanikous-apoklismous-nikise-epanillimmena-tous-tourkous-exalipse-tous-pirates-omos-to-telos-tis-zois-tou-simadeftike-apo-mia/

Ο Ανδρέας Μιαούλης (1769-1835) γεννήθηκε στην Ύδρα και δραστηριοποιήθηκε ήδη νέος ως πειρατής στην Αίγυπτο, προτού επιστέψει στην πατρίδα του για να γίνει έμπορος. Στην Ελληνική Επανάσταση ήταν ο αρχηγός του υδραίικου στόλου, με πολλές επιτυχίες εναντίον των Τούρκων. Το 1827 ο Καποδίστριας του ανέθεσε την εκκαθάριση του Αιγαίου από τους πειρατές.
Πηγή εικόνας

Ο Μιαούλης κατάφερε να εξουδετερώσει τους πειρατές των Βόρειων Σποράδων, ενώ ευρωπαϊκοί στόλοι εξόντωσαν ταυτόχρονα αυτούς της Γραμβούσας. Ο Καποδίστριας μπορεί έτσι να πέτυχε τον στόχο του, αλλά όχι χωρίς συνέπειες: η εξόντωση της πειρατείας προφανώς δεν ήταν σύμφωνη με τα συμφέροντα πολλών σημαντικών οικογενειών, και λέγεται ότι αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που οδήγησαν στη δολοφονία του.

Στα επόμενα χρόνια δεν έλειψαν και οι φάσεις που αναζωπυρώθηκε η πειρατεία, αφού δεν είχαν εξαφανιστεί τα κοινωνικά αίτια που την δημιούργησαν. Σιγά σιγά όμως, το Αιγαίο θα γινόταν μια ειρηνική και ασφαλής θάλασσα και τέτοια θα παραμείνει μέχρι τις μέρες μας. Δύσκολα φαντάζεται κάποιος σήμερα το φόβο που γεννούσε μόλις πριν δύο αιώνες.

Πριν πάντως βιαστούμε να θεωρήσουμε ότι ένα φαινόμενο όπως η πειρατεία μπορεί να αντιμετωπιστεί απλά με ανάλογη βία, ας σκεφτούμε πως λειτουργούσε και ως τρόπος μιας αναγκαίας ίσως αναδιανομής του εισοδήματος. Η Μπαρμπαριά, η Μάλτα ή η Μάνη και τα Σφακιά, ήταν περιοχές που χωρίς την πειρατεία θα ήταν φτωχές και με δυσκολία θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την επιβίωση του πληθυσμού τους. Και σίγουρα δεν είναι τυχαίο που η πειρατεία στο Αιγαίο αναπτύχθηκε ιδιαίτερα σε εποχές ανεργίας, όταν για το ναυτικό πληθυσμό δεν υπήρχαν πολλές άλλες εναλλακτικές. Είναι κάτι που βλέπουμε και σήμερα π.χ. στη Σομαλία. Όταν τίθεται θέμα επιβίωσης, προσαρμόζονται ανάλογα και τα όρια της ηθικής. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη.


Πηγές

Ισλάμ στα Ελληνικά

Κλασσικό

Λίγα έθνη στον κόσμο συνδέθηκαν τόσο πολύ με μια θρησκευτική ταυτότητα όσο οι σύγχρονοι Έλληνες. Γι’ αυτό υπάρχουν φυσικά ιστορικοί λόγοι, που έχουν να κάνουν με το βυζαντινό και κυρίως το οθωμανικό παρελθόν.

Κι όμως, το ότι οι Έλληνες θεωρούνται σήμερα ορθόδοξο έθνος δεν είναι απαραίτητα κάτι αυτονόητο. Αν υπήρχαν άλλες ιστορικές συνθήκες δεν αποκλείεται να ήταν ένα έθνος κατά πλειοψηφία καθολικό ή μουσουλμανικό, όπως είναι π.χ. οι συγγενικοί Αλβανοί. Μ’ ένα θέμα τόσο ευαίσθητο και δύσκολο όπως η ελληνική εθνική ταυτότητα, τα πράγματα ποτέ δεν είναι απλά. Το σίγουρο πάντως είναι ότι υπήρξαν (και υπάρχουν) ελληνόφωνοι Καθολικοί, Εβραίοι, αλλά και Μουσουλμάνοι. Οι τελευταίοι είναι το θέμα αυτού του άρθρου.

Λινοπάμπακοι: Κρυπτοχριστιανοί ή ιδιαίτεροι Μουσουλμάνοι;

Και μόνο το όνομα αυτής της κυπριακής κοινότητας λέει αρκετά: Λινοπάμπακοι, δηλαδή και λινό και βαμβάκι. Προφανώς τους αποδόθηκε και με μια δόση ειρωνείας, απέναντι στην προσπάθειά τους να ισορροπήσουν ανάμεσα στο Χριστιανισμό και το Ισλάμ, κρατώντας τα πρακτικά πλεονεκτήματα και από τις δυο θρησκείες.

Για την καταγωγή τους υπάρχουν διαφορετικές θεωρίες. Πολλοί Ελληνοκύπριοι τους θεωρούν επιφανειακά εξισλαμισμένους (κρυπτοχριστιανούς) πρώην Ορθόδοξους. Η άλλη άποψη είναι ότι ήταν κυρίως εξισλαμισμένοι Καθολικοί, είτε Λατίνοι είτε Μαρωνίτες. Αυτή η εκδοχή (που φαίνεται να δέχονται και πολλοί από τους ίδιους τους σημερινούς απόγονούς τους) μοιάζει και πιο λογική, αφού ήταν οι Καθολικοί που είχαν γνωρίσει διώξεις από το οθωμανικό καθεστώς και είχαν πολύ μεγαλύτερη πίεση για να αλλαξοπιστήσουν. Όπως και να έχει, ένα είναι σίγουρο: ήταν κατά κανόνα ελληνόφωνοι, μέχρι και πολύ πρόσφατα (ακόμα και σήμερα κάποιοι από τους απογόνους τους διατηρούν την ελληνική κυπριακή διάλεκτό τους, όπως οι σημερινοί κάτοικοι της Γιαλούσας, που κατάγονται κυρίως από την περιοχή της Τηλλυρίας).

Οι Λινοπάμπακοι κατοικούσαν σε διάφορες περιοχές της Κύπρου. Τόποι που συνδέθηκαν ιδιαίτερα με την ιστορία και τον πολιτισμό των Λινοπάμπακων είναι π.χ. η περιοχή της Τηλλυρίας ή το χωριό Λουρουτζίνα στην επαρχία Λάρνακας.

Χάρτης της Λουρουτζίνας, χωριού που συνδέθηκε ιδιαίτερα με την παράδοση των Λινοπάμπακων. Πριν το '74 έφτασε να έχει μέχρι 3000 κατοίκους, η απομόνωση (μόνο μια στενή λωρίδα γης το συνδέει με τα υπόλοιπα κατεχόμενα) και η στρατιωτικοποίηση μετά την εισβολή έφεραν και την παρακμή του: μόνο 400-500 κάτοικοι έχουν απομείνει σήμερα. https://tfrnorthcyprus.wordpress.com/2013/10/17/north-cyprus-akincilarlurucina-looking-back-in-time/

Χάρτης της Λουρουτζίνας. Πριν το ’74 έφτασε να έχει μέχρι 3000 κατοίκους, αλλά η απομόνωση (μόνο μια στενή λωρίδα γης το συνδέει με τα υπόλοιπα κατεχόμενα) και η στρατιωτικοποίηση μετά την εισβολή έφεραν και την παρακμή του: μόνο 400-500 κάτοικοι έχουν απομείνει σήμερα.
Πηγή εικόνας

Οι Λινοπάμπακοι την εποχή της Τουρκοκρατίας και στις αρχές της Αγγλοκρατίας ήταν εξωτερικά αναγνωρίσιμοι ως Μουσουλμάνοι (π.χ. μέσω της ενδυμασίας τους), τηρούσαν όμως και πολλές χριστιανικές παραδόσεις (όπως πιθανόν τη βάφτιση), ενώ συχνά είχαν διπλά ονόματα, μουσουλμανικό και χριστιανικό, κατά προτίμηση κάποια κοινά και στις δύο θρησκείες π.χ. Γιουσούφ – Ιωσήφ. Για τους γάμους τους αναφέρεται ότι γινόταν ένας μουσουλμανικός, δημόσια και ανοικτός σε όλους, που τον ακολουθούσε ένας κρυφός χριστιανικός. Επίσης υπάρχουν αναφορές ότι κατανάλωναν και χοιρινό κρέας.

Όλα αυτά ερμηνεύονται συνήθως ως κρυπτοχριστιανισμός. Είναι αλήθεια ότι πολλοί επέστρεψαν στο Χριστιανισμό με την Αγγλοκρατία (αναφέρονται ως παραδείγματα οι κάτοικοι του Λιοπετρίου και του Μοναγρίου). Δεν το έπραξαν όμως όλοι: κάποιοι προτίμησαν αντίθετα να ενταχθούν πιο αποφασιστικά στη μουσουλμανική κοινότητα. Αυτό δείχνει ότι το φαινόμενο των Λινοπαμπάκων είναι μάλλον λιγότερο απλό απ’ ότι κάποιοι θα ήθελαν να είναι.

Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των Λινοπάμπακων στην  αρχή της Αγγλοκρατίας διαφέρουν πολύ, από 1200 μέχρι 20000 άτομα (στην τελευταία περίπτωση θα αποτελούσαν περίπου 40% των τότε Τουρκοκυπρίων). Από τότε όμως, υπό την πίεση της ένταξης σε μια από τις δύο θρησκευτικές ομάδες, άρχισαν να μειώνονται ραγδαία. Στις αρχές του 20ού αιώνα φαίνεται ότι πολύ λίγοι πλέον αυτοπροσδιορίζονταν ως Λινοπάμπακοι – σημάδι ίσως κι αυτό μιας νέας εποχής λιγότερο ανεκτικής σε «ενδιάμεσες» ή πολλαπλές ταυτότητες. 

Βαλαάδες: Οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Μακεδονίας

Όπως ξέρουμε, η σημερινή ελληνική Μακεδονία ήταν κάποτε ένα πραγματικό μείγμα θρησκειών και εθνοτήτων, ίσως όσο καμία άλλη περιοχή της Βαλκανικής. Επίσης δεν είναι άγνωστο ότι ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων, σχεδόν οι μισοί, ήταν Μουσουλμάνοι, τουρκόφωνοι ή άλλοι. Κάποιοι απ’ αυτούς θα σημάδευαν με τον τρόπο τους το παρόν και το μέλλον του νέου τουρκικού έθνους-κράτους: από τον Κεμάλ Ατατούρκ ως το Ναζίμ Χικμέτ και πολλούς άλλους.

Λιγότερο γνωστό είναι ότι ανάμεσα σ’ αυτούς τους Μακεδόνες Μουσουλμάνους υπήρχε και μια μικρή κοινότητα ελληνόφωνων. Αυτοί κατοικούσαν κυρίως στην περιοχή του Βόιου στο σημερινό νομό Κοζάνης, καθώς και σε τμήματα των νομών Καστοριάς και Γρεβενών. Τους ονόμαζαν «Βαλαάδες» ή «Βαλαχάδες», λόγω της φράσης «Βαλλαχί» (μα το Θεό). Ήταν μάλλον απόγονοι Ελλήνων της περιοχής που προσχώρησαν στο Ισλάμ για οικονομικούς ή άλλους λόγους. Φαίνεται ότι τουλάχιστον κάποιοι απ’ αυτούς ήταν υπό την επιρροή του ετερόδοξου Ισλάμ των Μπεκτασήδων (τέτοιες αναφορές υπάρχουν π.χ. για τους κατοίκους του χωριού Βίνιανη, σήμερα Λευκάδι, ενώ στην περιοχή υπήρχαν και αρκετοί τεκέδες Μπεκτασήδων), χωρίς να λείπουν οι εντάσεις μεταξύ αυτών και των ορθόδοξων Σουνιτών.

Παρά το ότι οι Βαλαάδες παρέμειναν μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα σχεδόν αποκλειστικά ελληνόφωνοι (με βάση τις πληροφορίες, μόνο όσοι είχαν υπηρετήσει στον οθωμανικό στρατό ήξεραν καλά τούρκικα, ενώ στις γυναίκες η γνώση των τουρκικών ήταν σχεδόν ανύπαρκτη), στα σχολεία τους που άρχισαν να ιδρύονται τότε διδάσκονταν μόνο στα τούρκικα. Το ελληνικό κράτος, στο διάστημα που οι Βαλαάδες ήταν υπό τη διοίκησή του (1912-24), δεν φαίνεται να ενδιαφέρθηκε πολύ για τη διδασκαλία τους στα ελληνικά. Είναι κι αυτό ίσως ένα δείγμα της συνηθισμένης άποψης περί ελληνικού έθνους: προφανώς δεν θεωρούνταν δυνατό να αποκτήσουν Μουσουλμάνοι ελληνική εθνική συνείδηση, ακόμα κι αν μιλούσαν ελληνικά.

Στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων πολλά από τα χωριά και τα τζαμιά των Βαλαχάδων λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν από τους Χριστιανούς, κατά μια άποψη ως αντίποινα για ανάλογες επιθέσεις σε χριστιανικά χωριά (όπως ήταν φυσικό, οι Βαλαάδες χωρικοί είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Οθωμανών). Μετά την ένταξή τους στο ελληνικό κράτος το 1912-3 άρχισαν να ανοικοδομούνται. Τελικά όμως οι Βαλλαχάδες γνώρισαν την ίδια τύχη με τους τουρκόφωνους ή σλαβόφωνους ομόθρησκούς τους: συμπεριλήφθηκαν στην ελληνο-τουρκική ανταλλαγή πληθυσμών το 1923-24 και βρέθηκαν στην Τουρκία. Αν και δεν έλειψαν και οι απόψεις περί εξαίρεσης τους από την ανταλλαγή (κυρίως φαίνεται από αντιβενιζελικούς παράγοντες, τους οποίους οι Βαλαάδες έτειναν να υποστηρίζουν εναντίων των βενιζελικών) και παρά του ότι αρκετοί απ’ αυτούς φαίνεται ότι ήταν έτοιμοι ακόμα και να εκχριστιανιστούν για να παραμείνουν, τίποτα δεν μπορούσε τελικά να τους σώσει.

Απόγονοι των Βαλαάδων από την Τουρκία επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους, τη Νεάπολη Κοζάνης. http://siatistatvradio.webnode.gr/products/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%82-%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%BD%CE%B5%CE%AC%CF%80/

Απόγονοι των Βαλαάδων από την Τουρκία επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους, τη Νεάπολη Κοζάνης.
Πηγή εικόνας

Ισλάμ στα ποντιακά: Οφλήδες και Τονιαλήδες

Στην περιοχή του Ανατολικού Πόντου, γύρω από την Τραπεζούντα, οι ελληνικές διάλεκτοι μιλιόνταν αδιάκοπα εδώ και σχεδόν τρεις χιλιετίες. Οι ελληνόφωνοι Πόντιοι ήταν κυρίως Χριστιανοί, και άρα βρέθηκαν όπως ξέρουμε και αυτοί με την ανταλλαγή πληθυσμών στην Ελλάδα. Πολλοί θα πίστευαν ότι εξαφανίστηκε έτσι και αυτή η πανάρχαια όσο και απομακρυσμένη εστία ελληνοφωνίας.

Κι όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι. Ένα τμήμα των Ποντίων είχαν προσχωρήσει στο Ισλάμ, κυρίως από το 15ο ως το 18ο αιώνα. Μπόρεσαν άρα να παραμείνουν στην πατρίδα τους, αφού κριτήριο για την ανταλλαγή ήταν η θρησκεία και όχι η γλώσσα. Σε κάποιες περιοχές οι ελληνικές διάλεκτοι επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας.

Οι περιοχές που ακόμα μιλιούνται μέχρι τις μέρες μας τα ρωμέικα. http://www.romeyka.org/the-romeyka-project/rediscovering-romeyka

Οι περιοχές που ακόμα μιλιούνται και σήμερα τα ρωμέικα.
Πηγή εικόνας

Πιο σημαντική απ’ αυτήν την άποψη είναι η κοιλάδα του Όφι, που δίνει και το όνομά της στους ελληνόφωνους Οφλήδες. Τη γλώσσα τους οι ίδιοι την αποκαλούν «ρωμέικα», και φαίνεται ότι έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τα αρχαία ελληνικά – από γλωσσολόγους θεωρείται μάλιστα η πιο κοντινή σ’ αυτά απ’ όλες τις ζωντανές ελληνικές διαλέκτους. Δυστυχώς, φαίνεται πως μόνο περίπου 5000 άτομα έχουν μείνει στην περιοχή για να τη μιλούν, πράγμα που την έχει κατατάξει στις γλώσσες που κινδυνεύουν από εξαφάνιση.

Τουρκοκρητικοί ή Κρητικοί Μουσουλμάνοι;

Το 1896, 2 χρόνια μόνο πριν την ανακήρυξη της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας, οι Μουσουλμάνοι αποτελούσαν ακόμα το 26% του πληθυσμού της Κρήτης (δηλαδή 80,000 άτομα) – κάποιες αναφορές μιλάνε για ακόμα πιο ψηλά ποσοστά παλιότερα. Ήταν απόγονοι εξισλαμισμένων ντόπιων Χριστιανών, Οθωμανών υπαλλήλων και εμπόρων, αλλά και Αφρικανών σκλάβων και εργατών.  Στην μεγάλη τους πλειοψηφία είχαν σαν μητρική γλώσσα τα ελληνικά – παρ’ όλα αυτά έμειναν γνωστοί με το όνομα «Τουρκοκρητικοί».

Οι Μουσουλμάνοι κατοικούσαν κυρίως στις πόλεις. Στο Ηράκλειο και στο Ρέθυμνο αποτελούσαν μέχρι και την περίοδο της κρητικής αυτονομίας την πλειοψηφία του πληθυσμού. Η συγκέντρωση στις πόλεις ενισχύθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα, λόγω και των επιθέσεων που αντιμετώπιζαν από τους Χριστιανούς στην επαρχία. Τα ελληνοποιημένα ισλαμικά ονόματά τους ήταν χαρακτηριστικά, π.χ. Μουσταφά Μπέης Δεληαχμετάκης (δήμαρχος Ηρακλείου), Νεσίμ Φαρφουράκης (υπουργός Παιδείας της Κρητικής Πολιτείας). Μόνο στα τελευταία χρόνια της παρουσίας τους στην Κρήτη άρχισαν να μαθαίνουν μαζικά και τα τούρκικα. Κάτι που προφανώς ήταν και ένας τρόπος να τονίσουν τη διαφορετική τους ταυτότητα, σε εποχές που ο εθνικισμός φούντωνε. Πάντως στην καθημερινότητα παρέμεναν ελληνόφωνοι.

Τα τελευταία χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας και με την άνοδο του εθνικισμού, υπήρχαν συνεχώς συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο θρησκευτικές κοινότητες. Στην περίοδο της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας (1898-1913), οι Μουσουλμάνοι είχαν θεωρητικά εγγυημένα δικαιώματα και εκπροσώπηση. Παρ’ όλα αυτά, ο στόχος της ένωσης του νησιού με την Ελλάδα, όπως ήταν φυσικό δεν τους έβρισκε σύμφωνους και δημιουργούσε πάλι εντάσεις με τους Χριστιανούς συμπατριώτες τους. Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα, οι Μουσουλμάνοι άρχισαν να μεταναστεύουν μαζικά. Ήδη το 1900 το ποσοστό τους είχε μειωθεί στο 11%, ενώ το 1911 είχαν απομείνει μόνο περίπου 28.000 άτομα. Ήδη πριν τον τελευταίο ελληνοτουρκικό πόλεμο η μουσουλμανική κοινότητα είχε δηλαδή μειωθεί τόσο πολύ που δεν θύμιζε σε τίποτα το παρελθόν της. Η ανταλλαγή πληθυσμών το 1924 εξαφάνισε και τα τελευταία υπολείμματα.

Τί απέγιναν όμως αυτοί οι Μουσουλμάνοι Κρητικοί; Πολλοί από τους πρώτους που έφυγαν μετανάστευσαν σε άλλα κοντινά νησιά που ήταν ακόμα υπό οθωμανική διοίκηση, όπως η Ρόδος και η Κως – οι απόγονοί τους αποτελούν μέχρι και σήμερα ένα μέρος των ακόμα ζωντανών μουσουλμανικών κοινοτήτων  σ’ αυτά τα νησιά. Οι περισσότεροι βρέθηκαν στη σημερινή Τουρκία, πολλοί απ’ αυτούς στη Σμύρνη, όπου αντικατέστησαν το χριστιανικό πληθυσμό. Η παρουσία τους εκεί πρέπει να έπαιξε ρόλο και στον ιδιαίτερα κοσμικό προσανατολισμό της πόλης (προπύργιο των κεμαλικών), αφού το κρητικό Ισλάμ μάλλον δεν ήταν ποτέ και ιδιαίτερα αυστηρό ή ορθόδοξο. Κάτι που σχετίζεται ίσως και με την έντονη επιρροή των Μπεκτασήδων (και) στην Κρήτη.

Γενικά φαίνεται ότι αυτοί που βρέθηκαν στην Τουρκία απέκτησαν γρήγορα τουρκική εθνική συνείδηση. Παρ’ όλα αυτά πολλοί διατηρούν ακόμα την κρητική τους παράδοση και ταυτότητα, ενώ κάποιοι γέροι μιλούν ακόμα και την παλιά τους κρητική γλώσσα. Ένα μέρος όμως των Κρητικών Μουσουλμάνων βρέθηκε ακόμα πιο μακριά. Και η περίπτωση τους έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Χαμιντιγιέ: μια κρητική νησίδα στη Συρία

Κάπου στα σύνορα Συρίας και Λιβάνου υπάρχει μια περιοχή που διαφέρει γλωσσικά από τον αραβικό περίγυρό της. Οι κάτοικοί της μιλάνε (τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό) ακόμα και σήμερα μια ελληνική κρητική διάλεκτο. Περίπου 3000 ζουν στο έδαφος της Συρίας, στην περιοχή Χαμιντιγιέ, και περίπου 7000 από την άλλη πλευρά των συνόρων, τη λιβανέζικη.

Η καταγωγή τους είναι φυσικά από Μουσουλμάνους της Κρήτης. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, πολλά μέλη της κοινότητας είχαν αρχίσει ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα να εγκαταλείπουν το νησί. Ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ Β’ φρόντισε να βρει για μερικούς απ’ αυτούς ένα νέο σπίτι στην τότε οθωμανική επαρχία της Συρίας: εις ανάμνησιν του, η περιοχή ονομάστηκε Χαμιντιγιέ.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περιοχή μοιράστηκε ανάμεσα στα δύο νεοσύστατα κράτη, το Λίβανο και τη Συρία. Στο Λίβανο κατοικούν σήμερα κυρίως στην περιοχή του λιμανιού της Τρίπολης, την Ελ Μίνα. Το 1996 ίδρυσαν μάλιστα το «Φιλανθρωπικό Κοινωνικό Λιβανέζικο Κρητικό Σύλλογο», με σκοπό μεταξύ άλλων να προωθήσουν και μια επανασύνδεση με την Ελλάδα. Οι μεγαλύτεροι μιλούν ακόμα αρκετά καλά ελληνικά (κρητικά). Το ξέσπασμα του λιβανέζικου εμφυλίου δεν τους άφησε όμως ούτε αυτούς ανεπηρέαστους. Αναγκάστηκαν να σκορπιστούν κι έτσι χάθηκε κάπως η συνοχή τους, όπως χάνεται σιγά σιγά και η γνώση της γλώσσας.

Αντίθετα στη Χαμιντιγιέ της Συρίας, οι Κρητικοί ζουν ακόμα ως περίπου κλειστή κοινότητα, και διατηρούν τη γλώσσα τους σε εντυπωσιακά καλό βαθμό, παρά του ότι κάποιοι είναι ήδη πέμπτης γενιάς. Η γνώση της γλώσσας είναι πάντως μόνο προφορική, κάτι που οφείλεται και στην απουσία ελληνικού σχολείου. Στην καθημερινότητά τους ζουν μάλλον ως δίγλωσσοι, αλλάζοντας από τα κρητικά στα αραβικά και ανάποδα.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι Κρητικοί του Λιβάνου και της Συρίας (κυρίως οι δεύτεροι) διατηρούν τόσο πολύ την ιδιαίτερη ταυτότητά τους και ότι δεν έχουν χάσει τη σύνδεση με τον τόπο καταγωγής τους. Βλέπουν συχνά ελληνική τηλεόραση μέσω δορυφόρου και πολλοί επιδιώκουν να ζήσουν στην Ελλάδα. Φαίνεται ότι αυτή η σύνδεση παραμένει ζωντανή χωρίς τη συμβολή του ελληνικού κράτους, που τους αντιμετωπίζει αδιάφορα αν όχι και αρνητικά. Λόγω μουσουλμανικής θρησκείας δεν έχουν το στάτους του ομογενούς, δυσκολεύονται να βγάλουν βίζα για την Ελλάδα, ενώ δεν υπάρχει ιδιαίτερη πρόνοια από ελληνικής πλευράς για να τους βοηθήσει στη διατήρηση της γλώσσας και του πολιτισμού τους.


Αυτές οι κοινότητες είναι ορισμένα παραδείγματα ελληνόφωνων Μουσουλμάνων, χωρίς φυσικά να είναι και οι μόνες. Υπάρχουν και άλλες γνωστές κοινότητες που εξαφανίστηκαν στον 20ό αιώνα, όπως οι Τουρκογιαννιώτες, ενώ σίγουρα υπήρξαν και παλαιότερες που χάθηκαν τα ίχνη τους και δεν ξέρουμε πολλά γι’ αυτές. Ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα αναφέρει π.χ. ότι στην Πελοπόννησο η πλειοψηφία των Μουσουλμάνων ήταν ελληνόφωνοι.

Όπως είδαμε, κάποιοι απόγονοι αυτών των κοινοτήτων διατηρούν την ελληνική γλώσσα και μια ιδιαίτερη ταυτότητα μέχρι και σήμερα, αν και ελάχιστοι θα θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες. Η μόνη κοινότητα που φαίνεται να ανέπτυξε ένα είδος ελληνικής εθνικής συνείδησης διατηρώντας και το μουσουλμανικό θρήσκευμα είναι αυτή της Χαμιντιγιέ – ίσως γιατί ήταν ακριβώς αυτή που βρέθηκε εκτός του ελληνοτουρκικού πλαισίου, σ’ ένα χώρο (Συρία) που οι εθνικές ιδεολογίες δεν συνδέονταν κατ’ ανάγκη με τη θρησκεία.

Χωρίς αμφιβολία, αυτοί οι ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι έχουν υποστεί πολλή πίεση από τις τουρκικές/τουρκοκυπριακές αρχές, προκειμένου να ξεχάσουν τη γλώσσα τους και να γίνουν “σωστοί” Τούρκοι. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ελληνόφωνων Τουρκοκυπρίων, που έπρεπε να πληρώνουν πρόστιμο όταν μιλούσαν ελληνικά κυπριακά – κάτι που οι γηραιότεροι δεν μπορούσαν να αποφύγουν, μια και δεν ήξεραν άλλη γλώσσα. Επίσης και οι Βαλλαχάδες ή Τουρκοκρητικοί διηγούνται για την εχθρότητα που αντιμετώπισαν από τον ντόπιο πληθυσμό της Τουρκίας μετά την ανταλλαγή, επειδή μιλούσαν τη γλώσσα των γκιαούρηδων. Δεν είναι παράξενο αν σε αντιστάθμισμα κάποιοι απ’ αυτούς έγιναν πολύ εθνικιστές, για να αποδείξουν μ’ αυτόν τον τρόπο ότι είναι γνήσιοι Τούρκοι και να γίνουν αποδεκτοί (εξ’ άλλου κάτι ανάλογο έγινε και με τουρκόφωνους Χριστιανούς στην Ελλάδα).

Αυτή είναι όμως μόνο η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι ότι και οι ελληνικές (ή ελληνοκυπριακές) αρχές και κοινωνία δεν τους πρόσφεραν άλλη εναλλακτική, αντιμετωπίζοντας τους κι αυτές ως Τούρκους λόγω θρησκεύματος. Κάποιοι θα πουν ίσως ότι αυτό ήταν απλά ρεαλισμός: στον ελληνοτουρκικό χώρο η εθνότητα ταυτιζόταν έτσι κι αλλιώς με τη θρησκεία, και το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε παρά να αποδεχτεί αυτήν την πραγματικότητα. Η περίπτωση όμως των Κρητικών της Χαμιντιγιέ στη Συρία δείχνει ότι τα πράγματα ίσως δεν είναι τόσο απλά. Εξάλλου άλλοι λαοί στην περιοχή μας, όπως οι Αλβανοί (εν μέρει και οι Άραβες), έχουν κτίσει μια εθνική συνείδηση σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τη θρησκεία.

Έχουμε φτάσει τώρα στις αρχές του 21ου αιώνα. Η σύνδεση της ελληνικής γλώσσας με την Ορθοδοξία και το Βυζάντιο, που σίγουρα τη βοήθησε επί χιλιετίες να επιβιώσει και να εξαπλωθεί, δεν ασκεί πλέον και καμιά ιδιαίτερη έλξη. Οι περισσότεροι ορθόδοξοι λαοί έχουν ήδη τις δικές τους εθνικές εκκλησίες. Η ελληνική γλώσσα έχει λιγότερο βάρος στην περιοχή απ’ ότι παλιά. Είναι ίσως πλέον η στιγμή να αναρωτηθεί κάποιος: υπάρχει ακόμα η πολυτέλεια για τον Ελληνισμό να αδιαφορεί για ελληνόφωνες κοινότητες λόγω της θρησκευτικής “ιδιαιτερότητάς” τους;


Βιβλιογραφία/ Άρθρα