Οι αλλοι Κουρδοι 2: Γιαζιντιτες

Κλασσικό

Μέσα από τον πόλεμο στη Συρία και το Ιράκ, πολλοί έμαθαν ίσως για πρώτη φορά την ύπαρξη μιας μικρής θρησκευτικής κοινότητας, με το όνομα «Γιαζίντι» ή «Γεζίντι» – ή πιο ελληνοποιημένα, Γιαζιντίτες. Ως συνέπεια του πολέμου, κάποιοι απ’ αυτούς βρέθηκαν πρόσφατα και ως πρόσφυγες στην Ελλάδα.

Αυτό που μάλλον έκανε την διεθνή κοινότητα να ενδιαφερθεί γι’ αυτήν την μικρή και μυστηριώδη θρησκευτική κοινότητα, ήταν η επίθεση του Ισλαμικού Κράτους στο Σιντζάρ το 2014, και οι μαζικές σφαγές και σκλαβοποιήσεις Γιαζιντιτών που τη συνόδευσαν.  Αφού οι Γιαζιντίτες είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία κουρδόφωνοι, το άρθρο μπορεί να θεωρηθεί και συνέχεια αυτού για τους Ζαζά και Αλεβίτες Κούρδους: περιγράφει μια ακόμα κουρδική ταυτότητα, που αποκλίνει από την τυπική σουνιτική Κουρμαντζί.

Γιαζιντίτες: μια ανθρωπογεωγραφία

Για τον αριθμό των Γιαζιντιτών δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία, και οι υπολογισμοί διαφέρουν πολύ. Ο μέσος όρος πάντως κυμαίνεται γύρω στις 500.000-600.000, σε όλο τον κόσμο. Αυτό θα σήμαινε ότι περίπου 2-3% όλων των Κούρδων είναι Γιαζιντίτες. Στο παρελθόν το ποσοστό τους ήταν πιθανότατα μεγαλύτερο, αλλά μειώθηκε λόγω της πίεσης που είχαν σε διάφορες φάσεις της Ιστορίας να αλλαξοπιστήσουν, είτε προς το Ισλάμ είτε προς τον Χριστιανισμό.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων. Οι γιαζιντίτικοι θύλακες απεικονίζονται με καφέ χρώματα: ο πιο μεγάλος είναι το Σιντζάρ στο συριο-ιρακινά σύνορα.

Επίκεντρο της παρουσίας τους είναι το βόρειο Ιράκ. Εκεί, βόρεια της Μοσούλης, βρίσκεται εξάλλου και η κοιλάδα Λαλίς: ο ιερός τόπος, όπου οι Γιαζιντίτες συρρέουν για να προσκυνήσουν τον τάφο του Σεΐχη Αντί, της ίσως πιο σημαντικής ιστορικής τους προσωπικότητας (έζησε τον 12ο αιώνα μ.Χ.). Η μεγαλύτερη περιοχή με γιαζιντίτικη πλειοψηφία πάντως είναι πιο δυτικά, κοντά στα σύνορα με τη Συρία: το Όρος Σιντζάρ. Έγινε δυστυχώς παγκόσμια γνωστή με την πρόσφατη, ιδιαίτερα άγρια, επίθεση των τζιχαντιστών.

Γιαζιντίτες στον τάφο του Σεΐχη Αντί, στην κοιλάδα Λαλίς. http://www.alamy.com/stock-photo-yazidi-kurds-at-the-tomb-of-sheikh-adi-in-lalish-in-the-foothills-53715227.html

Γιαζιντίτες έξω από τον τάφο του Σεΐχη Αντί.
Πηγή εικόνας

Επίσης, γιαζιντίτικες κοινότητες ζουν σκορπισμένες σε τμήματα της Συρίας και της νοτιονατολικής Τουρκίας, αλλά και βορειότερα, μέχρι τον Καύκασο. Με την μετανάστευση απ’ αυτές τις χώρες στις τελευταίες δεκαετίες, ένας σημαντικός αριθμός βρέθηκε και στη δυτική Ευρώπη. Στη Γερμανία υπολογίζεται σήμερα ότι ζουν περίπου 60.000 Γιαζιντίτες: αυτό θα αντιστοιχούσε περίπου στο ένα δέκατο του παγκόσμιου πληθυσμού τους.

Η Φελεκνάς Ουτζά (γενν. το 1976 στη Γερμανία) ήταν ευρωβουλευτίνα με το γερμανικό κόμμα DIE LINKE (και τον πρόγονό του PDS) από το 1999 ως το 2009. Το 2015 εκλέχθηκε στην τουρκική Βουλή με το αριστερό φιλο-κουρδικό HDP. http://alchetron.com/Feleknas-Uca-870930-W

Η Φελεκνάς Ουτζά (γενν. το 1976 στη Γερμανία) ήταν ευρωβουλευτίνα με το γερμανικό κόμμα DIE LINKE μέχρι το 2009. Το 2015 εκλέχθηκε στην τουρκική Βουλή με το αριστερό φιλο-κουρδικό HDP.
Πηγή εικόνας

Λατρεία του Αγγέλου ή του Διαβόλου;

Πολλοί θεωρούν τον Γιαζιντισμό ως ακόμα μια μορφή συγκρητισμού: σ’ αυτόν συνυπάρχουν επιρροές από τον μουσουλμανικό σουφισμό μέχρι και στοιχεία από τον ζωροαστρισμό και άλλες αρχαίες ιρανικές θρησκείες. Το σίγουρο είναι ότι δέχεται τη βασική αρχή του μονοθεϊσμού. Ο Θεός πάντως κατά τη γιαζιντίτικη θεολογία, αφού δημιούργησε τον Κόσμο, τον εμπιστεύτηκε στη φροντίδα μιας επτάδας αγγέλων. Το πιο σημαντικό μέλος αυτής της επτάδας είναι ο άγγελος-παγόνι Μελέκ Ταούς.

Στη λατρεία του Μελέκ Ταούς βασίζεται όμως και μια ιδιαίτερα κακή φήμη για τον Γιαζιντισμό. Από κάποιους Μουσουλμάνους και Χριστιανούς θεωρείται εκπεσών άγγελος, άρα διάβολος. Οι Γιαζιντίτες κατηγορούνται άρα ότι είναι λάτρεις του Διαβόλου. Η φήμη αυτή παίζει το ρόλο της και στον ιδιαίτερα σκληρό τρόπο με τον οποίο τους αντιμετωπίζουν οι τζιχαντιστές. Εννοείται ότι οι Γιαζιντίτες απορρίπτουν τέτοιες κατηγορίες, θεωρώντας τις ιδιαίτερα προσβλητικές.

Απεικόνιση του Μελέκ Ταούς. http://www.cais-soas.com/CAIS/Religions/iranian/yazidis.htm

Απεικόνιση του Μελέκ Ταούς.
Πηγή εικόνας

Μια απόλυτα κλειστή κοινότητα;

Προσωπικά, η πρώτη φορά που άκουσα για την ύπαρξη των Γιαζιντιτών, ήταν όταν ζούσα στη Γερμανία, με αφορμή έναν «φόνο τιμής», λόγω ερωτικής σχέσης μιας Γιαζιντίτισσας με μη Γιαζιντίτη. Οι Γιαζιντίτες παρουσιάστηκαν τότε από τον γερμανικό τύπο ως μια κοινότητα ιδιαίτερα αυστηρή ως προς το θέμα της ενδογαμίας – ο γάμος με άτομα εκτός της κοινότητας ήταν το μεγαλύτερο ταμπού, και μπορούσε να οδηγήσει και στο φόνο.

Αν και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις υπερβολές που συνοδεύουν τέτοια στερεότυπα, το σίγουρο είναι ότι η ενδογαμία είναι κεντρικό χαρακτηριστικό των Γιαζιντιτών, και είναι μάλλον αδύνατο για κάποιον να παραμείνει μέλος της κοινότητας αν παντρευτεί εκτός της. Ακόμα κι αν ο επίδοξος μη Γιαζιντίτης γαμπρός (ή νύφη) ήταν πρόθυμος να προσχωρήσει στον Γιαζιντισμό για να γίνει ο γάμος, αυτό δεν θα ήταν δυνατό: Γιαζιντίτης δεν γίνεσαι, γεννιέσαι. Προσηλυτισμός δεν προβλέπεται, σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό ή το Ισλάμ. Η υποχρεωτική ενδογαμία επεκτείνεται ακόμα και στις εσωτερικές γιαζιντιτικές κάστες: οι ομάδες που αναλαμβάνουν ηγετικό θρησκευτικό ρόλο (σεϊχηδες, πιρκαουάλ) οφείλουν να παντρεύονται εντός της κάστας τους και όχι με μέλη του απλού λαού (τους μουρίντ). 

Η ενδογαμία είναι μέρος μιας μάλλον γενικότερης πρακτικής να αποφεύγονται οι επαφές εκτός της κοινότητας, ώστε να διατηρείται η συνοχή της. Αυτό λέγεται ότι έχει παίξει το ρόλο του και στην αρνητική στάση των Γιαζιντιτών απέναντι σε σύγχρονους θεσμούς, οι οποίοι τους έφερναν αναγκαστικά σε επαφή με άλλους, π.χ. τη στρατιωτική θητεία ή την κρατική παιδεία.

Πάντως, θα ήταν μάλλον λάθος να θεωρήσουμε ότι δεν υπήρχαν καθόλου σχέσεις με μη Γιαζιντίτες γείτονες. Κάτι τέτοιο θα ήταν έτσι κι αλλιώς πρακτικά αδύνατο, και οι κοινότητες μπορεί να έδειχναν τελικά μεγαλύτερη ανεκτικότητα η μια στην άλλη, απ’ ό,τι θα περίμενε κάποιος από την πολιτική των ηγεσιών τους. Στο θέμα π.χ. της περιτομής (την οποία εφαρμόζουν και οι Γιαζιντίτες) φαίνεται ότι υπάρχει η συνήθεια αυτή να τελείται από μη Γιαζιντίτες γνωστούς, κάτι που δημιουργεί παραδοσιακά διαρκείς δεσμούς ανάμεσα σε οικογένειες και χρήσιμες διασυνδέσεις εκτός της κοινότητας.

Η σχέση με το κουρδικό εθνικό κίνημα

Όπως είπαμε, οι Γιαζιντίτες μιλούν στη συντριπτική τους πλειοψηφία κουρδικά (με εξαίρεση δύο αραβόφωνες μικρές πόλεις στο Ιράκ), και συγκεκριμένα Κουρμαντζί. Οι Κούρδοι εθνικιστές τους βλέπουν φυσικά ως μέρος του έθνους τους, με μερικούς απ’ αυτούς να θεωρούν μάλιστα τον Γιαζιντισμό ως την πιο «γνήσια» κουρδική θρησκεία. Τόσο το ΡΚΚ όσο και η αυτόνομη κουρδική διοίκηση στο Βόρειο Ιράκ προσπαθούν να τους εντάξουν στις δομές τους – και τους μπλέκουν έτσι και στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς.

Γιαζιντίτες που υπηρετούν στην Πεσμεργκά, το στρατό της αυτόνομης κουρδικής διοίκησης στο Βόρειο Ιράκ. Πηγή: Wolfgang Taucher, Mathias Vogl, Peter Webinger (eds.) (2015).

Γιαζιντίτες που υπηρετούν στην Πεσμεργκά, το στρατό της αυτόνομης κουρδικής διοίκησης στο Βόρειο Ιράκ.
Πηγή: Wolfgang Taucher, Mathias Vogl, Peter Webinger (eds.) (2015).

Γιαζίντι μαχήτρια μαζί με την οικογένειά της, με την εικόνα του Οτζαλάν να φαίνεται πίσω. Το ΡΚΚ και οι συγγενικές του ομάδες έπαιξαν σημαντικό ρόλο ιδιαίτερα στη στρατιωτική οργάνωση των Γιαζίντι γυναικών - κάτι που έχει μια βαρύτητα, όταν αυτές κινδυνεύουν να καταλήξουν ως παλλακίδες μαχητών του Ισλαμικού Κράτους, όπως ήδη έγινε με πολλές. https://www.theguardian.com/artanddesign/2015/sep/11/women-taking-on-isis-iraq-yazidi-female-fighters

Γιαζίντι 16χρονη μαχήτρια με την οικογένειά της, (η εικόνα του Οτζαλάν πάνω δεξιά). Το ΡΚΚ και οι συγγενικές του ομάδες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη στρατιωτική οργάνωση των Γιαζιντιτίσσων, σε μια εποχή που αυτές κινδυνεύουν να καταλήξουν ως ερωτικές σκλάβες των τζιχαντιστών.
Πηγή εικόνας

Είναι πιθανόν η κουρδική εθνική ιδέα να ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στους Γιαζιντίτες, τώρα που η απειλή που νιώθουν από τον σουνιτικό ισλαμισμό όλο και δυναμώνει. Είναι λογικό πολλοί απ’ αυτούς να στρέφονται στη μόνη δύναμη που τους δέχεται ως μέλη του έθνους και είναι έτοιμη να τους υπερασπιστεί – κάτι που φάνηκε και κατά τις τελευταίες επιθέσεις των τζιχαντιστών στο Σιντζάρ.

Η ανταγωνιστική (;) ιδέα μιας ιδιαίτερης εθνικής γιαζιντικής ταυτότητας παραμένει όμως κι αυτή ισχυρή, σε μια κοινότητα έτσι κι αλλιώς παραδοσιακά κλειστή. Εξάλλου, οι γιαζιντίτικες στρατιωτικές ομάδες μπορεί να συνεργάζονται ή και να εντάσσονται στις ευρύτερες κουρδικές δυνάμεις, αλλά μπορεί και να έρθουν σε αντιπαράθεση μαζί τους: όπως έδειξαν π.χ. οι πρόσφατες μικροσυγκρούσεις ανάμεσα σε γιαζιντίτικα σώματα και Μουσουλμάνους Κούρδους Πεσμεργκά, μετά την απελευθέρωση του Σιντζάρ. Δεν λείπουν και φωνές περί μιας ειδικής αυτονομίας στις γιαζιντιτικές περιοχές.


Οι Γιαζιντίτες είναι ένα ακόμα παράδειγμα της εντυπωσιακής θρησκευτικής ποικιλίας στην Εγγύς Ανατολή. Και αυτή η ποικιλία είναι μάλλον πιο μεγάλη ανάμεσα στους Κούρδους, παρά σε οποιονδήποτε άλλο λαό της περιοχής. Ίσως γι’ αυτήν την κουρδική ιδιαιτερότητα να παίζει ρόλο και το ότι ζουν κυρίως σε απόμακρες περιοχές, όπου οι διαδικασίες ομογενοποίησης δεν ήταν τόσο αισθητές.

Δυστυχώς όμως, οι προοπτικές επιβίωσης των Γιαζιντιτών μάλλον δεν είναι και οι καλύτερες. Η γενική αποσταθεροποίηση της περιοχής, αλλά ιδιαίτερα η άνοδος του ακραίου σουνιτικού ισλαμισμού, απειλεί την ίδια την ύπαρξη της κοινότητας. Θεωρούμενοι ως πολυθεϊστές, ειδωλολάτρες ή ακόμα και λάτρεις του Διαβόλου, στα μάτια των φανατικών ισλαμιστών δεν δικαιούνται  καν την προστασία που έχουν οι «θρησκείες του βιβλίου» (Χριστιανισμός, Εβραϊσμός). Ο φόβος γενοκτονίας σίγουρα δεν είναι αβάσιμος. Τα γεγονότα του 2014 ήταν μεν η χειρότερη έκρηξη βίας που έζησαν οι Γιαζιντίτες τα τελευταία χρόνια, αλλά όχι και η πρώτη: επιθέσεις με θύματα Γιαζιντίτες υπήρξαν πολλές από τον πόλεμο του Ιράκ (2003) και μετά.

Για πολλούς Γιαζιντίτες, η φυγή προς την Ευρώπη μοιάζει να είναι η μόνη εγγύηση ασφάλειας. Από την άλλη όμως, το περιβάλλον μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας μάλλον δεν ευνοεί τη διατήρηση του κλειστού χαρακτήρα της κοινότητας, που ήταν τόσο σημαντικός για την επιβίωση της ιστορικά. Όπως και με τόσες άλλες εθνο-θρησκευτικές κοινότητες, η παγκοσμιοποίηση βάζει τους Γιαζιντίτες μπροστά σε δύσκολα διλήμματα. Το μέλλον θα δείξει αν θα καταφέρουν να δώσουν τις σωστές απαντήσεις.


Πηγές:

Advertisements

Οι αλλοι Κουρδοι: Ζαζα, Αλεβιτες και Ντερσιμ

Κλασσικό

Tο κουρδικό ζήτημα είναι σήμερα αναμφίβολα ένα από τα πιο καυτά της περιοχής. Σε χώρες όπως η Τουρκία, το Ιράκ, η Συρία, οι εξελίξεις στο κουρδικό μοιάζουν να είναι το κλειδί για την ίδια την επιβίωσή τους ως κράτη. Είναι ένα θέμα που πλέον κανένας δεν μπορεί να αποφύγει.

Πέρα από την ιδεολογική διάσταση του κουρδικού ζητήματος, για να το καταλάβουμε πρέπει να ασχοληθούμε και με τις γλωσσικές και θρησκευτικές διαφορές στο εσωτερικό του «κουρδικού έθνους».

Κουρδιστάν: ένα θρησκευτικό και γλωσσικό μωσαϊκό

Έχουμε μάθει να ταυτίζουμε τα έθνη με μια συγκεκριμένη γλώσσα ή/και θρησκεία. Ακόμα και εκεί που δεν υπήρχε μια τέτοια ομοιομορφία, τα σύγχρονα έθνη-κράτη ανέλαβαν να τη δημιουργήσουν, με όχι ευκαταφρόνητη επιτυχία. Τι γίνεται όμως με τους Κούρδους, ένα έθνος που βρίσκεται ακόμα στις αρχές της εθνογένεσής του, χωρίς ένα κράτος για να αναλάβει αυτήν τη διαδικασία ομογενοποίησης; Οι Κούρδοι δεν έχουν ούτε ενιαία θρησκεία, ούτε ακριβώς ενιαία γλώσσα. Το να αποφασίσεις ποιος είναι Κούρδος και ποιος όχι, δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Ας ξεκινήσουμε με τη θρησκεία: η πλειοψηφία των Κούρδων, δηλαδή του κουρδόφωνου πληθυσμού που ζει μοιρασμένος σε τέσσερις κύριες χώρες (Τουρκία, Συρία, Ιράκ, Ιράν), είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι, σε ποσοστό περίπου 60%: οι περισσότεροι ακολουθούν τη σαφιιτική σχολή (ενώ η πλειοψηφία των Τούρκων τη χαναφιτική – οι θεολογικές διαφορές ανάμεσα στις σουνιτικές σχολές μπορεί να είναι μικρές, αλλά για τον κουρδικό εθνικισμό είναι σίγουρα ένα χρήσιμο διαφοροποιητικό στοιχείο). Το υπόλοιπο 40% είναι είτε Αλεβίτες (κυρίως στην Τουρκία) είτε δωδεκατιστές Σιίτες (στο Ιράν και στο Ιράκ). Υπάρχουν τέλος και οπαδοί ακόμα πιο ιδιαίτερων θρησκειών, όπως οι Γιαζιντίτες (Γιαζίντι), για τους οποίους θα γίνει λόγος σε ξεχωριστό άρθρο.

Με μια τέτοια θρησκευτική ανομοιογένεια, θα περίμενε ίσως κάποιος πως, όταν μιλάμε για Κούρδους, πρόκειται για μια ομάδα που ξεχωρίζει από άλλες τουλάχιστον γλωσσικά. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Όλες οι κουρδικές διάλεκτοι ανήκουν μεν στο ιρανικό παρακλάδι των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών – ξεχωρίζουν έτσι καθαρά από τα αραβικά και τα τουρκικά. Τα όρια με άλλες ιρανικές γλώσσες είναι όμως για κάποιες απ’ αυτές πολύ λιγότερο σαφή.

Χάρτης των κουρδικών διαλέκτων. Τα Κουρμαντζί και Μπαχντανί (ανοικτό και σκούρο πράσινο αντίστοιχα) είναι ουσιαστικά το ίδιο, ενώ οι δύο παραλλαγές των Ζαζακί (Κιρμαντζκί και Ντιμλί) παρουσιάζονται με πιο κόκκινα χρώματα. Τα Σορανί (κίτρινο) έχουν επίσημο στάτους στο ημιανεξάρτητο ιρακινό Κουρδιστάν. http://www.kurdica.com/News-sid-Sprachen-in-Kurdistan-767.html

Χάρτης των κουρδικών διαλέκτων. Τα Κουρμαντζί και Μπαχντανί (ανοικτό και σκούρο πράσινο αντίστοιχα) είναι ουσιαστικά το ίδιο, ενώ οι δύο παραλλαγές των Ζαζακί (Κιρμαντζκί και Ντιμλί) παρουσιάζονται με πιο κόκκινα χρώματα. Τα Σορανί (κίτρινο) έχουν επίσημο στάτους στο ημιανεξάρτητο ιρακινό Κουρδιστάν.
Πηγή εικόνας

Η πιο σημαντική διάλεκτος από αριθμητική άποψη είναι τα Κουρμαντζί, που μιλιούνται από τα 2/3 όλων των Κούρδων. Τα Ζαζακί μιλιούνται κυρίως σε περιοχές της κεντρο-ανατολικής Τουρκίας, από περίπου 2 εκατομμύρια ανθρώπους. Διαφέρουν τόσο πολύ από τα Κουρμαντζί, ώστε κάποιοι να τα θεωρούν ξεχωριστή γλώσσα, περισσότερο συγγενική με άλλες, μη κουρδικές ιρανικές γλώσσες.

Ζαζαϊκός εθνικισμός εναντίον κουρδικού

Η γλωσσική ιδιαιτερότητα των Ζαζά, σε συνδυασμό με κάποια ιδιαίτερα πολιτισμικά στοιχεία, οδήγησαν στην άποψη ότι πρόκειται για μια ξεχωριστή κοινότητα. Μέχρι όμως και τα τέλη της δεκαετίας του ’80, συνήθως δεν έφτανε κάποιος στο σημείο να τους δει ως διακριτό έθνος, αντί απλά μέρος του κουρδικού ή τουρκικού.

Ήταν κυρίως κάποιοι Ζαζά διανοούμενοι της Διασποράς, που είχαν πρώτοι αυτήν την ιδέα. Με τη μετανάστευση σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, ένας σημαντικός κουρδόφωνος πληθυσμός βρέθηκε ξαφνικά σ’ ένα περιβάλλον πολύ πιο φιλελεύθερο απ’ αυτό της Τουρκίας, όσον αφορά τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό. Αυτό βοήθησε από τη μια την εξάπλωση μιας κουρδικής εθνικής ταυτότητας. Από την άλλη, οδήγησε σε προβληματισμούς εκείνους που δεν ταίριαζαν απόλυτα στο «πρότυπο» του τυπικού Κουρμαντζί-Κούρδου (π.χ. ποια γλώσσα ήθελαν τα παιδιά τους στη Διασπορά να διδαχτούν ως μητρική;).

Σημαντική προσωπικότητα για τη ζαζαϊκή εθνική ιδέα ήταν ο Εμπουμπεκίρ Παμουκτσού, ο οποίος εξέδωσε στη Σουηδία την πρώτη εφημερίδα στα Ζαζακί, την Piya. http://www.zazaki-institut.de/peseroki/cime/Cime3.pdf

O Εμπουμπεκίρ Παμουκτσού εκπροσωπεί για πολλούς τον ζαζαϊκό εθνικισμό. Εξέδωσε στη Σουηδία την πρώτη εφημερίδα στα Ζαζακί.
Πηγή εικόνας

Στο ίδιο το «Ζαζαϊστάν» πάντως, οι περισσότεροι κάτοικοι ακόμα μάλλον αυτοχαρακτηρίζονται ως Κούρδοι – η ιδέα μιας ξεχωριστής ζαζαϊκής εθνικής ταυτότητας δεν φαίνεται να απέκτησε βαθιές ρίζες.  Οι Κούρδοι εθνικιστές απορρίπτουν τέτοιες ιδέες κατηγορηματικά, θεωρώντας τις υποκινούμενες από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, στη λογική του «διαίρει και βασίλευε». Από την άλλη, όσοι Ζαζά θεωρούν τους εαυτούς τους ξεχωριστό έθνος, αντιλέγουν ότι οι Κούρδοι εθνικιστές κάνουν σ’ αυτούς το ίδιο πράγμα για το οποίο κατηγορούν το τουρκικό κράτος: τους αρνούνται το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού.

Ο ζαζαϊκός εθνικισμός δεν έχει όμως ως μόνη δυσκολία τον ανταγωνισμό από τον κουρδικό και τουρκικό. Πρέπει να αντιμετωπίσει και τον θρησκευτικό διαχωρισμό: περίπου οι μισοί ομιλούντες τα Ζαζακί είναι Αλεβίτες, κυρίως αυτοί στη σημερινή τουρκική επαρχία Τούντζελι και τμήματα γειτονικών επαρχιών (την ιστορική περιοχή του Ντερσίμ) – αυτοί όμως που κατοικούν πιο νότια ή ανατολικά, είναι κυρίως Σουνίτες. Αυτή η κρίσιμη διαφορά απέτρεψε πολλές φορές στο παρελθόν μια κοινή δράση.

Ντερσίμ και Ζαζά: μια ιστορία επαναστάσεων

Σχεδόν ένα τρίτο των Κούρδων της Τουρκίας υπολογίζεται ότι είναι Αλεβίτες. Ένα μεγάλο μέρος τους προέρχεται από το Ντερσίμ, την πιο καθαρά αλεβίτικη περιοχή της Τουρκίας. Το Ντερσίμ διαφέρει επομένως από τον τουρκικό-κουρδικό περίγυρό του και γλωσσικά (Ζαζά) και θρησκευτικά (Αλεβιτισμός). Όντας ταυτόχρονα και μια ορεινή απομονωμένη περιοχή, ήταν φυσικό να έχει μια τάση αυτονόμησης. Και το νέο εθνικιστικό τουρκικό κράτος, που πάσχιζε να δημιουργήσει ένα αντίστοιχο τουρκικό ομοιογενές έθνος, δεν μπορούσε να ανεχτεί τέτοιες παρεκκλίσεις.

Κατά τον Α’ Παγκόσμιο, οι Κούρδοι (ή Ζαζά) Αλεβίτες ξεχώρισαν για τη βοήθεια που έδωσαν σε πολλούς Αρμένιους για να ξεφύγουν από τη Γενοκτονία, καθώς και τη μάλλον χλιαρή συμμετοχή τους στις πολεμικές συγκρούσεις. Κάποιες φυλές του Ντερσίμ μάλιστα ξεκίνησαν εξέγερση το 1916, φοβούμενες ίσως ότι θα είχαν τη τύχη των Αρμενίων. Ακόμα μια εξέγερση σημειώθηκε το 1920-21, εναντίον της προσωρινής επαναστατικής (κεμαλικής) κυβέρνησης στην Άγκυρα. Αν και ζητούσε την κουρδική ανεξαρτησία, δεν υπήρχε ουσιαστική στήριξη από Σουνίτες Κούρδους – αυτοί ένιωθαν προφανώς πιο κοντά στο κεμαλικό κίνημα, που εκείνη την περίοδο ακόμα μιλούσε τη γλώσσα της «μουσουλμανικής ενότητας».

Είναι ενδιαφέρον ότι και η επόμενη κουρδική εξέγερση, το 1925, έγινε από Ζαζά – αλλά με εντελώς αντίστροφο χαρακτήρα. Τώρα ήταν η σειρά σουνιτικών φυλών να επαναστατήσουν, υπό την ηγεσία του Σεΐχη Σαΐντ. Απ’ ό,τι φαίνεται, το κύριο κίνητρο της πάλι δεν ήταν κουρδικό-εθνικό (αν και υποκινήθηκε από κάποιες μάλλον περιθωριακές κουρδικές εθνικιστικές ομάδες). Ο Ατατούρκ είχε ήδη κάνει σαφές, με μια σειρά από αλλαγές (κατάργηση του Χαλιφάτου, κλείσιμο των θρησκευτικών σχολών κ.ά.), ότι ήθελε να κάνει τη νέα Τουρκία κοσμικό κράτος, κάτι που στους συντηρητικούς Σουνίτες Κούρδους σίγουρα δεν άρεσε. Στην ουσία, έτσι έσπαζε ο μόνος σύνδεσμος που είχαν με ένα τουρκικό κράτος: αυτός της θρησκείας.

Ο Σεΐχης Σαΐντ ζητούσε μεταξύ άλλων και την επιστροφή στον θρησκευτικό νόμο. Δεν ήταν περίεργο που οι Κούρδοι/Ζαζά Αλεβίτες όχι μόνο δεν βοήθησαν τους Σουνίτες ομόγλωσσούς τους, αλλά αντίθετα κάποιοι ενίσχυσαν το κεμαλικό κράτος στην καταστολή της εξέγερσης. Ο κοσμικός κεμαλισμός φαινόταν τώρα γι’ αυτούς λιγότερο απειλητικός από τον σουνιτικό συντηρητισμό.

Η πολιτική ομογενοποίησης και συγκεντρωτισμού που ακολούθησε ο Κεμάλ δεν μπορούσε όμως παρά να φέρει πάλι αντιδράσεις, σε μια παραδοσιακά μάλλον δύσπιστη προς την κεντρική εξουσία περιοχή. Στην εξέγερση του 1937-38 συμμετείχαν και Ζαζά και Κουρμαντζί Αλεβίτες, αλλά το επίκεντρο της ήταν το Ντερσίμ.  Ήταν μια κουρδική εθνική επανάσταση; Θα ήταν μάλλον υπερβολικό να την δούμε έτσι. Δεν βρήκε καμία σημαντική στήριξη εκτός από αλεβιτικές κοινότητες, και ο ίδιος ο ηγέτης της εξέγερσης Σεΐντ Ριζά είπε λίγο πριν την εκτέλεσή του: «Είμαστε οι απόγονοι της Κέρμπαλα» (μια καθαρή αναφορά στην Ιστορία του Σιιτισμού, του οποίου ο Αλεβιτισμός ήταν αρχικά παρακλάδι).

Ο Σεΐντ Ριζά (1863-1937), Αλεβίτης Ζαζά ηγέτης που έλαβε μέρος στην εξέγερση του Ντερσίμ. http://alchetron.com/Seyid-Riza-1210687-W

Ο Σεΐντ Ριζά (1863-1937), Αλεβίτης Ζαζά ηγέτης που έλαβε μέρος στην εξέγερση του Ντερσίμ. Λέγεται ότι κατάλαβε ότι πρόκειται να εκτελεστεί, μόλις όταν αντίκρισε την αγχόνη (αφού η δίκη έγινε στα τούρκικα, μια γλώσσα που ο ίδιος δεν μιλούσε).
Πηγή εικόνας

Η καταστολή της εξέγερσης από το κεμαλικό καθεστώς πήρε διαστάσεις  εθνοκάθαρσης: υπολογίζεται ότι πάνω από 10000 κάτοικοι του Ντερσίμ έπεσαν θύματα, μεταξύ αυτών πολλά γυναικόπαιδα. Πάρα πολλοί εκτοπίστηκαν στη Δυτική Τουρκία. Ήταν φανερό ότι οι κεμαλικοί ήθελαν να ξεμπερδεύουν οριστικά με μια τόσο «προβληματική» περιοχή.

Έχοντας υπόψη αυτήν την ιστορία, προκαλεί ίσως εντύπωση ότι πολλοί Ντερσιμήδες ψήφιζαν παρ’ όλα αυτά στις επόμενες δεκαετίες το CHP, το κατ’ εξοχήν κεμαλικό κόμμα. Για να το εξηγήσουμε αυτό, δεν φτάνει μόνο ο φόβος από την καταστολή που έζησαν, ούτε η εκστρατεία εκτουρκισμού, που είχε όντως μεγαλύτερη επιτυχία απ’ ό,τι σε άλλες κουρδικές περιοχές. Ας έχουμε πάντα υπόψη, ότι ο κοσμικός αριστερίζων κεμαλισμός παρέμενε για Αλεβίτες καλύτερη εναλλακτική σε σχέση με τον σουνιτικό συντηρητισμό.

Εξάλλου, ακόμα και οι Ντερσιμήδες με πιο ριζοσπαστικές τάσεις (κι αυτοί δεν ήταν λίγοι), έκλιναν από τη δεκαετία του ’60 περισσότερο προς τον αριστερό ριζοσπαστισμό παρά προς τον κουρδικό εθνικισμό. Το Ντερσίμ ήταν μέχρι και τη δεκαετία του ’80 το τελευταίο προπύργιο του μαοϊκού αντάρτικου της TİKKO/TKP-ML, οργάνωσης με (τουλάχιστον αρχικά) υπερεθνικό χαρακτήρα.  Το ΡΚΚ συνάντησε δυσκολίες στο να εξαπλωθεί εκεί, περισσότερες παρά σε άλλες κουρδικές περιοχές.

Ζαζά-αλεβίτικες ταυτότητες στην εποχή του εθνικισμού

Η περίπτωση του Ντερσίμ (Τούντζελι) είναι μέχρι και σήμερα χαρακτηριστική για το πόσο μπερδεμένα είναι στην Τουρκία ακόμα τα πράγματα όσον αφορά το θέμα της εθνικής ταυτότητας. Για τους Ντερσιμήδες ανταγωνίζονται ταυτόχρονα πολλές εθνικές ιδεολογίες: και η τουρκική, και η κουρδική, και η ζαζαϊκή και η αλεβίτικη. Διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί σε διαφορετικές στιγμές να ένιωσαν έλξη προς μια ή περισσότερες απ’ αυτές τις ταυτότητες – καταλήγοντας ίσως και στην ιδέα μιας ξεχωριστής «ντερσιμικής ιδιαιτερότητας», που συνδυάζει όλα αυτά τα στοιχεία. Παράδειγμα μιας ανάδυσης αυτής της ιδιαίτερης ταυτότητας του Ντερσίμ, ως συνδυασμού της Ζαζά και της αλεβιτικής παράδοσης, θεωρείται η μουσική των αδελφών Καχραμάν, Μετίν και Κεμάλ – και ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι ζουν στη Διασπορά (έχοντας παρελθόν φυλακίσεων και βασανιστηρίων στην Τουρκία, λόγω αριστερού ακτιβισμού).

Η σχέση του κουρδικού εθνικού κινήματος με τον αλεβιτισμό είναι περίπλοκη. Οι Κούρδοι Αλεβίτες μπορεί να αισθάνονται και σήμερα πιο κοντά στους Τούρκους ομόδοξούς τους, παρά στους Κούρδους Σουνίτες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν πολλοί συμμεριστεί την κουρδική εθνική ιδέα. Τείνουν όμως να μην συγκαταλέγουν στους εχθρούς τους τους Τούρκους Αλεβίτες, ενώ κάποιοι θεωρούν τους τελευταίους ως τουρκοποιημένους Κούρδους.

Αν πάντως δούμε το παρελθόν, η αλεβίτικη ταυτότητα ήταν μάλλον ισχυρότερη για τους περισσότερους Κούρδους ή Ζαζά Αλεβίτες, παρά η κουρδική ή Ζαζά. Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί η «Αλεβιτική Αναγέννηση» (από τη δεκαετία του ’80) εκλαμβάνεται ως απειλή από Κούρδους εθνικιστές – κάποιοι τη θεωρούν μάλιστα κι αυτήν ως υποκινούμενη από το τουρκικό κράτος. Μπορεί όντως να έφερε μια πρόσκαιρη αποστασιοποίηση Κούρδων Αλεβιτών από το ΡΚΚ.

Στη δεκαετία του ’90 όμως, περιοχές όπως το αλεβιτικό Ντερσίμ πλήγηκαν ιδιαίτερα σκληρά από τη δράση του τουρκικού στρατού. Επίσης, η αυξανόμενη σύνδεση του τουρκικού κράτους με το σουνιτικό ισλαμισμό ήδη από τότε, έγινε αντιληπτή από πολλούς Αλεβίτες ως εχθρότητα προς αυτούς (βλέπε π.χ. τα γεγονότα του Γκαζί). Οι Κούρδοι-Ζαζά Αλεβίτες σίγουρα δεν ένιωθαν πολύ άνετα με τη διακυβέρνηση του Ερντογάν – ακόμα λιγότερο τώρα, με τη στροφή του τελευταίου στον σκληρό τουρκικό εθνικισμό. Όπως και να έχει, στις τελευταίες εκλογές το φιλοκουρδικό κόμμα HDP (που πολλοί συνδέουν με το ΡΚΚ) θριάμβευσε και στο Τούντζελι -Ντερσίμ.

Ο εκλογικός χάρτης της Τουρκίας το 2011 και το 2015. Το 2011 η επαρχία Τούντζελι (Ντερσίμ) ξεχωρίζει ακόμα ως η μόνη κεμαλική νησίδα στα ανατολικά, ενώ το 2015 (Νοέμβρης) περνάει στα χέρια των φιλοκουρδικών αριστερών δυνάμεων, όπως και οι υπόλοιπες κουρδόφωνες επαρχίες. Βασισμένο στους χάρτες του en.wikipedia.org.

Ο εκλογικός χάρτης της Τουρκίας το 2011 και το 2015. Το 2011 η επαρχία Τούντζελι ξεχωρίζει ακόμα ως η μόνη κεμαλική νησίδα στα ανατολικά, ενώ το 2015 (Νοέμβρης) περνάει στα χέρια του HDP, όπως και οι υπόλοιπες κουρδόφωνες επαρχίες.
Βασισμένο στους χάρτες του en.wikipedia.org.

Είναι σίγουρα δύσκολο να βγει ένα συμπέρασμα για την εθνική ταυτότητα τέτοιων κοινοτήτων, που διεκδικούνται από πολλούς εθνικισμούς, αλλά δεν ταιριάζουν απόλυτα σε κανέναν απ’ αυτούς. Τώρα, που οι φυλετικές παραδόσεις αποδυναμώθηκαν, και οι πληθυσμοί μετακινούνται, εντός κι εκτός Τουρκίας, τα όρια γίνονται ίσως ακόμα πιο ρευστά.

Το σίγουρο είναι, ότι μ’ ένα κράτος που θα ορίζει τον εαυτό του ως αυστηρά σουνιτικό και τουρκικό, ομάδες όπως οι Ζαζά Αλεβίτες δεν έχουν πολλά να μοιραστούν. Κι αυτό είναι κάτι που οι κυβερνώντες στην Τουρκία θα πρέπει να το έχουν υπόψη.


Πηγές:

Κουρδικο ζητημα και ιδεολογικες αναζητησεις

Κλασσικό

Στο χώρο της Μεσογείου ζήσαμε από το 2010 μέχρι το 2013 μια σειρά από εξεγέρσεις, που αρχικά έδωσαν πολλές ελπίδες. Στις αρχές του 2016, η απογοήτευση από την εξέλιξή τους δύσκολα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Στην Αίγυπτο υπάρχει μια στρατιωτική δικτατορία χειρότερη ίσως από την προηγούμενη, ενώ η Συρία έχει βυθιστεί σ’ έναν καταστροφικό και ανούσιο εμφύλιο πόλεμο. Στην Τουρκία το αυταρχικό καθεστώς του Ερντογάν μοιάζει να κρατά γερά στα χέρια του το μέλλον της χώρας. Στην Ελλάδα η επικράτηση του Μνημονίου μοιάζει να είναι οριστική, και η απουσία εναλλακτικού πολιτικού οράματος μεγαλύτερη από ποτέ. Ακόμα και στην Ισπανία δεν φαίνεται να υπάρχουν προοπτικές μιας πραγματικής αλλαγής, μέσω κατάληψης της εξουσίας από τους Ποδέμος.

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα ήττας, υπάρχει όμως ίσως και μια εξαίρεση: το κουρδικό κίνημα. Η τοπική αυτονομία στη Ροζάβα μοιάζει να είναι η μόνη ελπιδοφόρα κατάσταση που γεννήθηκε από τον πόλεμο της Συρίας, ενώ και στο τουρκικό τμήμα του Κουρδιστάν η λαϊκή αντίσταση δεν φαίνεται να κάμπτεται εύκολα. Ήρθε ίσως η ώρα να ασχοληθούμε περισσότερο και με το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών των κινημάτων.

Από τον κουρδικό εθνικισμό στη δημοκρατική αυτονομία

Ο χώρος που παραδοσιακά κατοικούν οι Κούρδοι είναι η συνοριακή περιοχή Τουρκίας-Συρίας-Ιράκ-Ιράν-Αρμενίας. Σε μια μεγάλη ενιαία έκταση αποτελούν την καθαρή πλειοψηφία, με ένα σύνολο πληθυσμού πάνω από 20 εκατομμύρια. Είναι έτσι μοναδική περίπτωση λαού στην περιοχή μας που δεν έχει το δικό του έθνος-κράτος, αν και υπάρχουν καθαρά οι προϋποθέσεις γι’ αυτό.

Η ενιαία περιοχή όπου οι Κούρδοι αποτελούν την πλειοψηφία - το Κουρδιστάν, όπως το αποκαλούν οι ίδιοι. http://www.bbc.com/news/world-middle-east-29702440

Η ενιαία περιοχή με κουρδική πλειοψηφία στον πληθυσμό: το Κουρδιστάν.
Πηγή εικόνας

Οι ίδιοι οι Κούρδοι βλέπουν το Κουρδιστάν ως χωρισμένο σε 4 μέρη, ανάλογα με το κράτος στο οποίο ανήκουν: το Βορρά (Τουρκία), τη Δύση (Συρία), το Νότο (Ιράκ) και την Ανατολή (Ιράν). Το Νότιο (ιρακινό) Κουρδιστάν είναι το μόνο που, τουλάχιστον ως την έναρξη του πολέμου στη Συρία, φαινόταν να έχει πετύχει την αυτονομία του. Κυριαρχείται από τις οικογένειες Μπαρζανί και Ταλαμπανί, που είναι μάλλον κάτι σαν κουρδική Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά αντίστοιχα. Το άρθρο αυτό δεν ασχολείται μαζί τους, αλλά επικεντρώνεται στην πιο αριστερή εκδοχή του κουρδικού κινήματος, που είναι ιδιαίτερα δυνατή στην Τουρκία και τη Συρία.

Το σημαντικότερο μέρος του Κουρδιστάν, τόσο σε πληθυσμό όσο και σε έκταση, είναι το τουρκικό. Η ιδιαίτερη Ιστορία του ήταν καθοριστική για την εξέλιξη της κουρδικής εθνικής ιδέας. Οι Κούρδοι θεωρήθηκαν μεν ως Μουσουλμάνοι μέρος του τούρκικου έθνους, και συμμετείχαν στον «Πόλεμο της Ανεξαρτησίας» υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ. Στα ακόλουθα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας όμως, αυτή η ένταξη στο τουρκικό έθνος σήμαινε τη σκληρή καταπίεση κάθε ιδέας ιδιαίτερης κουρδικής ταυτότητας. Η κατάσταση έφτασε στο σημείο οι Κούρδοι να αναφέρονται ως «ορεινοί Τούρκοι» και ακόμα και η ομιλία στα κουρδικά να γίνει παράνομη. Παράλληλα, το Κουρδιστάν αγνοήθηκε από τους πολιτικούς και παρέμεινε ένα από τα πιο φτωχά και υπανάπτυκτα τμήματα της χώρας.

Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν η περίοδος που στην Τουρκία άνθισαν τα αριστερά και ριζοσπαστικά κινήματα – αρχικά ήταν ειρηνικά, αλλά στη συνέχεια τμήματά τους έγιναν όλο και πιο βίαια, αντιδρώντας και στη σκληρή κρατική και παρακρατική βία. Εκείνη την εποχή δημιουργήθηκε και το PKK, το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν. Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι οι ρίζες του δεν ήταν στις (παράνομες) κουρδικές εθνικές οργανώσεις, κάποιες από τις οποίες συνδέονταν με το κόμμα του Μπαρζανί στο Ιράκ. Αντίθετα, τα πρώτα στελέχη του προέρχονται από την (επίσης παράνομη) τουρκική επαναστατική Αριστερά – κάτι που μάλλον παίζει το ρόλο του και σήμερα.

Ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν ή "Άπο", με τη σημαία του ΡΚΚ. http://www.thetimes.co.uk/tto/news/world/europe/article3716538.ece

Ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν ή «Άπο» (=Θείος), ηγέτης του ΡΚΚ, στο πρόσωπο του οποίου υπάρχει μια σχεδόν θρησκευτική προσήλωση. Όπως και τα περισσότερα στελέχη του ΡΚΚ, έχει φτωχή αγροτική καταγωγή και ξεκίνησε την πολιτική του δραστηριότητα στους κόλπους της τουρκικής επαναστατικής Αριστεράς.
Πηγή εικόνας

Μπορούμε να δούμε το PKK σαν ένα από τα τριτοκοσμικά κινήματα που προσπάθησαν να συνδυάσουν τον μαρξισμό-λενινισμό με την ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης, βασιζόμενα (παρά τη μαρξιστική «ορθοδοξία») σ’ έναν κυρίως αγροτικό πληθυσμό. Εχθρός ήταν το τουρκικό κράτος/παρακράτος, αλλά και η «ντόπια φεουδαρχία», οι πλούσιοι Κούρδοι γαιοκτήμονες που συνεργάζονταν με τις κρατικές αρχές. Η ίδρυση ενός ανεξάρτητου κουρδικού έθνους-κράτους θεωρήθηκε ως ο μόνος δρόμος για την κοινωνική και εθνική απελευθέρωση. Αυτή η συγκέντρωση στο εθνικό ζήτημα έφερε όμως φυσικά μια αποξένωση του PKK από την υπόλοιπη τουρκική Αριστερά.

Με το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’80, το πολιτικό περιβάλλον της Τουρκίας έγινε ακόμα πιο ασφυκτικό. Με την απουσία οποιασδήποτε δημοκρατικής και ειρηνικής δυνατότητας, η ένοπλη πάλη έμοιαζε πλέον μονόδρομος και ξεκίνησε το 1984. Το ΡΚΚ κατάφερε να κερδίσει υποστήριξη – ή τουλάχιστον συμπάθεια – από τμήματα του κουρδικού πληθυσμού κυρίως στην ύπαιθρο. Η σύγκρουση εντάθηκε και έγινε ιδιαίτερα σκληρή στη δεκαετία του ’90, όταν χιλιάδες κουρδικά χωριά καταστράφηκαν από τον τουρκικό στρατό και εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδοι αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, εντός ή εκτός Τουρκίας. Ήταν μια περίοδος που ενίσχυσε την αντίληψη πολλών Κούρδων, ότι το τουρκικό κράτος είναι κάτι εχθρικό – μια αντίληψη που προφανώς επιβιώνει και σήμερα.

Το διεθνές περιβάλλον, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, δεν ήταν πάντως ευνοϊκό για το PKK, που αναγκάστηκε σταδιακά να εγκαταλείψει τον στόχο της ανεξαρτησίας και να περιοριστεί στο αίτημα τοπικής αυτονομίας. Το 1999 τελικά η Τουρκία πέτυχε (με τον γνωστό σε μας τρόπο) τη σύλληψη του Οτζαλάν.

Φυλακισμένος πλέον στο νησί Ιμραλί και με τον ένοπλο αγώνα να μοιάζει χαμένος, ο Οτζαλάν άρχισε να ψάχνει νέες ιδεολογικές βάσεις για το κίνημα. Αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης ήταν και οι ιδέες της «δημοκρατικής αυτονομίας» και του «δημοκρατικού συνομοσπονδισμού«.

Από τη Βόρεια Αμερική στο Κουρδιστάν

Το μοντέλο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έργα του Μάρεϋ Μπούκτσιν, με τον οποίο ο Οτζαλάν είχε εξάλλου αλληλογραφία. Ο Μπούκτσιν ήταν Αμερικάνος διανοούμενος με σοσιαλιστικές και αναρχικές επιρροές. Είναι ο κύριος θεωρητικός της «κοινωνικής οικολογίας» και του “ελευθεριακού δημοτισμού”.

Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν (1921-2006). https://libcom.org/library/between-30s-60s-murray-bookchin

Ο Μάρεϋ Μπούκτσιν (1921-2006).
Πηγή εικόνας

Ο στόχος του ελευθεριακού δημοτισμού είναι να ανακτήσουν οι δήμοι και κοινότητες – δηλαδή ο λαός – τον έλεγχο της κοινωνίας από το έθνος-κράτος, μέσω δημοτικών συνελεύσεων που θα λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά. Ανάλογες κινήσεις αποκέντρωσης και λαϊκού ελέγχου πρέπει να γίνουν και στο πεδίο της οικονομίας (π.χ. αγροκτήματα, εργοστάσια).

Ο Μπούκτσιν αναγνωρίζει ότι διάφορα θέματα (π.χ. πολλά οικολογικά προβλήματα, ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων) δεν μπορούν να ρυθμιστούν αποτελεσματικά στο δημοτικό επίπεδο. Γι’ αυτόν το λόγο, οι δήμοι/κοινότητες πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους σε συνομοσπονδίες. Οι δημοτικές συνελεύσεις αποστέλλουν έτσι εκπροσώπους (ανά πάσα στιγμή μετακλητούς) σε ένα συνομοσπονδιακό συμβούλιο, του οποίου οι αρμοδιότητες είναι όμως μόνο συντονιστικές και διοικητικές – η πραγματική εξουσία πηγάζει από τις δημοτικές συνελεύσεις. Ο στόχος είναι, αυτά τα συνομοσπονδιακά συμβούλια να μπορέσουν σταδιακά να γίνουν μια εναλλακτική απέναντι στα έθνη-κράτη.

Δεν είναι περίεργο που μια τέτοια ιδεολογία φάνηκε ενδιαφέρουσα στην ηγεσία ενός εθνικού κινήματος, το οποίο μόλις είχε χάσει μια μάχη ενάντια στο πανίσχυρο τουρκικό έθνος-κράτος. Υιοθετώντας ιδέες από τον ελευθεριακό δημοτισμό, η πάλη μετατίθεται σ’ ένα άλλο πεδίο. Σκοπός δεν θα ήταν πλέον η άσκηση κρατικής εξουσίας, αλλά η δημιουργία εναλλακτικών μορφών εξουσίας/αυτο-οργάνωσης.

Ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός είναι έτσι πλέον ο επίσημος στόχος του ΡΚΚ και των συνδεόμενων μ’ αυτό οργανώσεων. Περιγράφεται ως “μη-κρατική πολιτική διοίκηση ή δημοκρατία χωρίς κράτος” και είναι «ευέλικτος, πολυπολιτισμικός, αντιμονοπωλιακός και με συναινετικό προσανατολισμό». Οι βασικές του αρχές (με βάση τα κείμενα του Οτζαλάν) μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

  • Αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων, στο επίπεδο των κοινοτήτων. Αυτές συνδέονται σε συνομοσπονδίες, που έχουν συντονιστικές αρμοδιότητες.
  • Οικολογία και εναλλακτική οικονομία, που θα αυξάνει τους πόρους της κοινωνίας αντί να τους εκμεταλλεύεται.
  • Φεμινισμός (ο σεξισμός αντιμετωπίζεται και αυτός ως κάτι συνδεδεμένο με το έθνος-κράτος).
  • Απόρριψη του συγκεντρωτισμού και της ομογενοποίησης που απαιτεί το καπιταλιστικό έθνος-κράτος (προφανώς εδώ παίζει ρόλο και η ειδική εμπειρία της Τουρκίας, όπου αυτή η ομογενοποίηση ήταν ιδιαίτερα βίαιη).
  • Ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτικών, πολιτισμικών ή θρησκευτικών ομάδων.

Ο Οτζαλάν απορρίπτει πλέον κάθε ιδέα για κουρδικό έθνος-κράτος. Αντίθετα, στόχος είναι να εφαρμοστούν στα ήδη υπαρκτά κράτη (Τουρκία, Συρία, Ιράκ, Ιράν) ομοσπονδιακές δομές ανοικτές για τους Κούρδους – και ταυτόχρονα να σχηματιστεί και μια συνομοσπονδία των κουρδικών περιοχών που να ξεπερνά τα κρατικά όρια. Ένα δημοκρατικό πρόγραμμα για τους Κούρδους μπορεί έτσι να γίνει η αρχή για τον εκδημοκρατισμό όλης της Μέσης Ανατολής.

Έχοντας στο νου ότι το PKK παραμένει (και) στρατιωτικό κίνημα, ενδιαφέρον έχουν και οι απόψεις του Οτζαλάν για το θέμα της αυτοάμυνας. Παρά την αντίθεση προς το έθνος-κράτος, δεν αποκλείει την ειρηνική συνύπαρξη των θεσμών της δημοκρατικής αυτονομίας μ’ αυτό – έτσι δεν είναι πλέον στόχος η στρατιωτική ανατροπή του τουρκικού κράτους. Το να ξεπεραστεί το κράτος είναι έτσι κι αλλιώς μια μακροπρόθεσμη διαδικασία, κατά την οποία ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός πρέπει ακόμα να αποδείξει την ικανότητά του να λύνει τα κοινωνικά προβλήματα. Παρ’ όλα αυτά, η αυτοάμυνα είναι αναγκαία, όταν το κράτος επεμβαίνει σε κεντρικά θέματα αυτοδιοίκησης και αυτο-οργάνωσης. Ο ρόλος των τοπικών ενόπλων δυνάμεων είναι να προστατεύουν “την ελεύθερη βούληση της κοινωνίας από εσωτερικές και εξωτερικές επεμβάσεις”. Αυτή η αρχή βρίσκει την εφαρμογή της σήμερα στη Συρία και την Τουρκία.

Από τη θεωρία στην πράξη: Ροζάβα

Ο πόλεμος της Συρίας έφερε πολύ πόνο και καταστροφή. Ταυτόχρονα όμως έδωσε, χάρη στο κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε, και την ευκαιρία για έναν πειραματισμό με την εφαρμογή αυτών των ιδεολογικών αρχών. Το PYD (Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης), συγγενική οργάνωση του PKK στη Συρία, κατάφερε να κερδίσει το στρατιωτικό έλεγχο τμημάτων της Βόρειας Συρίας, με κουρδική πλειοψηφία. Η περιοχή αυτή ονομάζεται από τους Κούρδους Ροζάβα, δηλαδή Δύση.

Τα τρία καντόνια της Ροζάβα: Αφρίν, Κομπάνε και Τζαζίρα. Ο χάρτης περιγράφει την κατάσταση πριν από ενάμιση χρόνο. Εν τω μεταξύ, το PYD έχει επεκτείνει την περιοχή του, ενώνοντας τα δυο ανατολικά καντόνια και ελέγχοντας το μεγαλύτερο τμήμα των τουρκο-συριακών συνόρων - κάτι ανησυχεί ιδιαίτερα την Τουρκία. http://www.tangledwilderness.org/wp-content/uploads/2015/03/rojavamap-colored.png

Τα τρία καντόνια της Ροζάβα: Αφρίν, Κομπάνε και Τζαζίρα. Ο χάρτης δείχνει την κατάσταση πριν από ενάμιση χρόνο. Εν τω μεταξύ, οι κουρδικές δυνάμεις έχουν επεκταθεί, ενώνοντας τα δυο ανατολικά καντόνια και ελέγχοντας σχεδόν όλο το μήκος των τουρκο-συριακών συνόρων.
Πηγή εικόνας

Η Ροζάβα και ιδιαίτερα το κεντρικό της καντόνι, το Κομπάνε (Αΐν-αλ-Αράμπ στα αραβικά), έγιναν πρόσφατα παγκόσμια γνωστά λόγω της ηρωικής αντίστασης στους τζιχαντιστές. Η εικόνα που κράτησαν πολλοί στο μυαλό είναι αυτή των γυναικών-μαχητριών. Ο φεμινισμός είναι όπως και να ‘χει ένα από τα βασικά στοιχεία της νέας ιδεολογίας του κουρδικού κινήματος. Λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό (περισσότερο όμως στο αριστερό) είναι ότι εκεί γίνεται μια γενική προσπάθεια εφαρμογής των αρχών του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού, ίσως για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση.

Ας δούμε λίγο τις βασικές αρχές αυτού του συστήματος, όπως τουλάχιστον τις παρουσιάζουν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του συριακού κουρδικού κινήματος και οι συμπαθούντες:

  • Η διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων βασίζεται σε «κοινότητες«, που αποτελούνται από μερικές οικογένειες η κάθε μια και λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά. Η κοινότητα έπειτα στέλλει αντιπρόσωπους, που μεταφέρουν αυτές τις αποφάσεις, στο συμβούλιο της γειτονιάς, αυτό στο συμβούλιο της περιφέρειας κ.ο.κ. μέχρι το ανώτερο επίπεδο της καντονιακής διοίκησης. Η εξουσία δηλαδή κινείται από τα κάτω προς τα πάνω κι όχι ανάποδα – τουλάχιστον θεωρητικά. Τα τοπικά συμβούλια συναποφασίζουν με εκπρόσωπους από κόμματα, εργατικά συμβούλια, θρησκευτικές οργανώσεις κ.ά., ενώ έχουν αρμοδιότητες σε τομείς όπως η δημόσια τάξη, η δικαιοσύνη, η κατανομή του ψωμιού και της βενζίνης.
  • Ένα ιδιαίτερα σημαντικό θέμα είναι αυτό των δια-εθνοτικών σχέσεων. Η πλειοψηφία του πληθυσμού μπορεί να είναι κουρδική στις περιοχές που ελέγχει το PYD, υπάρχουν όμως και πολλές άλλες εθνο-θρησκευτικές ομάδες. Θεωρητικά ο εθνικισμός απορρίπτεται, στα ανώτερα επίπεδα εφαρμόζεται ποσόστωση, ενώ στο κατώτερο τοπικό επίπεδο υπάρχουν και ξεχωριστά συμβούλια της κάθε θρησκευτικής ή εθνοτικής ομάδας. Αυτό δεν σημαίνει ότι λείπουν και κατηγορίες περί πίεσης εναντίον Τουρκομάνων και Αράβων – πρέπει πάντως να είμαστε προσεκτικοί μ’ αυτές, ως το κατά πόσο συνδέονται με την τουρκική προπαγάνδα.
  • Επίσης φαίνεται ότι στη Ροζάβα γίνονται και ενδιαφέροντα πειράματα στο πεδίο της οικονομίας. Βασική αρχή είναι η κοινωνική οικονομία, δηλαδή με προσανατολισμό την ικανοποίηση των αναγκών της κοινότητας. Κεντρικό στοιχείο είναι η ίδρυση συνεταιρισμών σε όλους τους τομείς (εμπόριο, κατασκευές, γεωργία), που μπορεί να συνδέονται με τις κοινότητες. Υπάρχουν και ιδιωτικές εταιρείες που  συνεργάζονται με τις καντονιακές διοικήσεις (π.χ. στον τομέα της διύλισης πετρελαίου).  Δεν απορρίπτεται η ατομική ιδιοκτησία, αλλά δίνεται βάρος στην κοινή ιδιοκτησία σε τομείς όπως τα γεωργικά μηχανήματα ή στην παραγωγή ρεύματος και πόσιμου νερού. Ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας πρέπει να παραμένει σε δημόσια (κατά προτίμηση κοινοτική) διαχείριση, για να διασφαλίζεται η οικονομική και οικολογική ισορροπία.

Βόρειο Κουρδιστάν, τρεις δεκαετίες μετά

Μπορεί λόγω των τωρινών συνθηκών η Ροζάβα να έγινε κεντρικό σημείο αναφοράς για το κουρδικό κίνημα, το τούρκικο τμήμα του Κουρδιστάν παραμένει όμως λόγω μεγέθους το πιο σημαντικό. Τι έχει αλλάξει από το 1984 που ξεκίνησε ο ένοπλος αγώνας του ΡΚΚ μέχρι σήμερα;

Ήδη από το 1990, το κουρδικό κίνημα στην Τουρκία δοκιμάζει (παράλληλα με την ένοπλη πάλη) και τα κοινοβουλευτικά μέσα. Φιλο-κουρδικά κόμματα διαδέχονται το ένα το άλλο, με διαφορετικά (αν και συχνά παραπλήσια) ονόματα. Αντέχουν κατά κανόνα μόνο λίγα χρόνια μέχρι να απαγορευτούν, συνήθως κατηγορούμενα ότι έχουν διασυνδέσεις με το ΡΚΚ – κάτι όμως που δεν τα εμποδίζει να έχουν μια συνέχεια και να εκλέγουν «ανεξάρτητους» βουλευτές σε κάποιες περιφέρειες.

Το τελευταίο κόμμα σ’ αυτήν τη σειρά, τo HDP (Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών), έγινε η πρώτη αριστερή δύναμη που κατάφερε το 2015 να ξεπεράσει το (άκρως αντιδημοκρατικό) όριο εισδοχής του 10% και να μπει απ’ ευθείας στην τουρκική βουλή, χωρίς να χρησιμοποιήσει πλάγιους δρόμους. Πρόκειται για έναν συνασπισμό του κουρδικού κινήματος με δυνάμεις της τουρκικής Αριστεράς, με έμφαση τόσο στη λύση του κουρδικού, όσο και σε θέματα οικολογίας, ισότητας των φύλων, κριτικής στην καπιταλιστική οικονομία. Γίνεται έτσι μια προσπάθεια να ξεπεράσει το κίνημα τα εθνικά κουρδικά όρια.

Τα ποσοστά του HDP στις εκλογές του Ιουνίου 2015. http://www.konda.com.tr/en/raporlar/KONDAJune7ElectionandElectorateAnalysis.pdf

Τα ποσοστά του HDP στις εκλογές του Ιουνίου 2015.
Πηγή εικόνας

Παρ’ όλα αυτά, κύρια δύναμη του κόμματος παραμένει η νοτιοανατολική Τουρκία, όπου το HDP ελέγχει και πολλούς δήμους. Εκεί έγιναν προσπάθειες να δημιουργηθούν «συνελεύσεις των γειτονιών», ενώ οργανώνονται και εναλλακτικές υπηρεσίες προς τους πολίτες, π.χ. μέριμνα ώστε οι δημοτικές υπηρεσίες να παρέχονται σε όλες τις γλώσσες των κατοίκων της περιοχής.

Ήδη από το 2005 λειτουργεί στην περιοχή και ένα σώμα συνδεόμενο με το ΡΚΚ, το οποίο μπορεί να ειδωθεί και ως η έκφραση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμου: το KCK (Σύνδεσμος Κοινοτήτων του Κουρδιστάν). Είναι ένα δίκτυο από λαϊκά συμβούλια σε επίπεδο χωριών, πόλεων και περιοχών, που φιλοδοξεί να γίνει μια εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης. Με τα λόγια ενός μέλους τέτοιου συμβουλίου στο Ντιγιάρμπακιρ: «ο στόχος μας είναι να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα στις ζωές μας, στις γειτονιές μας, και να τα λύνουμε μόνοι μας, χωρίς να είμαστε εξαρτημένοι από το κράτος ή να το έχουμε ανάγκη“. Αυτό συμπεριλαμβάνει προσπάθειες δημιουργίας ενός τοπικού νομικού συστήματος, εναλλακτικών συστημάτων εκπαίδευσης, τοπικών οικονομικών συνεταιρισμών. Σ’ αυτά τα πλαίσια, μερικές πόλεις στα νοτιοανατολικά κήρυξαν ήδη «τοπική αυτονομία».

Παρά τη σκληρή καταστολή από το τουρκικό κράτος που είδαμε τους τελευταίους μήνες (νόμος απαγόρευσης κυκλοφορίας, καθεστώς πολιορκίας σε πόλεις όπως η Τζίζρε με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές), αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι με το οποίο θα ξεμπερδέψει εύκολα. Η ιδέα της δημοκρατικής αυτονομίας φαίνεται να βρίσκει στήριξη από μεγάλο μέρος του πληθυσμού των κουρδικών πόλεων και χωριών, που είναι έτοιμο να την υπερασπιστεί και με τα όπλα αν χρειαστεί.


Τι συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε εμείς απ’ όλα αυτά; Είναι φυσικό να αντιμετωπίζεται με κάποια δυσπιστία η μετάβαση του PKK από έναν συνδυασμό κουρδικού εθνικισμού και μαρξισμού σταλινικού/μαοϊκού τύπου στη «δημοκρατική αυτονομία». Η απόρριψη του εθνο-κρατισμού είναι ειλικρινής, ή απλά μια προσωρινή τακτική κίνηση; Θα είναι όντως στην πράξη η συμμετοχή των Αράβων και των Τούρκων/Τουρκομάνων ισότιμη; Λειτουργούν μήπως τελικά οι συνομοσπονδιακές δομές με τέτοιον τρόπο που να αφήνουν τον ουσιαστικό έλεγχο σε έναν περιορισμένο κύκλο προσώπων γύρω από τον Οτζαλάν; Και πώς ταιριάζει ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικού εκδημοκρατισμού με μια τόσο φανερή προσωπολατρία;

Είναι καλό γενικά να είμαστε λίγο επιφυλακτικοί, από τη στιγμή που δεν μπορούμε να έχουμε και άμεση εμπειρία από την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στη Ροζάβα ή στη  νοτιοανατολική Τουρκία. Οι αναφορές ξένων ακτιβιστών αντικατοπτρίζουν την εικόνα που οι ντόπιοι εκπρόσωποι του κουρδικού κινήματος θέλουν να τους δείξουν ή και οι ίδιοι θέλουν να δουν.

Όπως και να ‘χει, το κουρδικό εθνικό κίνημα είναι ένα από τα πρώτα που τουλάχιστον επιφανειακά απορρίπτει τον εθνο-κρατισμό και μοιάζει να είναι πιο κοντά σε έναν πολιτισμικό εθνικισμό (βλέπε σχετικό άρθρο). Πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι οι προσπάθειες εφαρμογής του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού μοιάζουν περισσότερο με πραγματική αντι-συστημική εναλλακτική, απ’ ό,τι άλλο έχουν προσφέρει αριστερά κινήματα στην περιοχή μας τα τελευταία χρόνια (στην Ελλάδα και στην Κύπρο έχουμε πρόσφατη πείρα από πειράματα “κυβερνώσας Αριστεράς”). Αν απ’ αυτήν την κατάσταση δημιουργηθεί πραγματικά κάτι που θα αφορά όχι μόνο τους Κούρδους, αλλά όλους τους λαούς της περιοχής, είναι σίγουρα κάτι στο οποίο αξίζει να δώσουμε κι εμείς ιδιαίτερη προσοχή.


Πηγές

Η αλεβιτικη πολιτιστικη παραδοση

Κλασσικό

Ίσως για καμιά άλλη θρησκευτική ομάδα της περιοχής μας δεν παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο η μουσική, ο χορός και η ποίηση όσο για τους Αλεβίτες. Για πολλά χρόνια, αυτές οι παραδόσεις ήταν σχεδόν κρυφές και γνωστές μόνο στο εσωτερικό αυτών των κοινοτήτων: η συνέπεια της μακραίωνης καταπίεσης από την οθωμανική εξουσία, για την οποία οι Αλεβίτες (κιζιλμπάσηδες) ήταν οι Άλλοι, οι δυνητικοί υποστηρικτές ξένων δυνάμεων, οι μη πραγματικοί Μουσουλμάνοι.

Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, στην κοσμική (;) Τουρκία, η αλεβίτικη νεολαία, που ζει συχνά πλέον στις τουρκικές μεγαλουπόλεις και στη Διασπορά, άρχισε να ανακαλύπτει και να εκτιμά ξανά τον πλούτο αυτής της πολιτιστικής παράδοσης. Οι αλεβίτικες τελετές μπορούν πλέον να γίνουν και (σχετικά) δημόσια – αν και μπορεί να μην έχουν πάντα τόσο θρησκευτικό όσο πολιτιστικό χαρακτήρα. Αυτές οι παραδόσεις και η αναβίωσή τους έχουν επηρεάσει και τη σύγχρονη τούρκικη τέχνη. Είναι αυτό που ονομάστηκε «Αλεβιτική Αναγέννηση«. Σε συνέχεια του άρθρου για τους Αλεβίτες, παρουσιάζονται εδώ μερικά τέτοια στοιχεία.

Δεν είναι τυχαίο που και μία από τις ιστορικές προσωπικότητες που τιμούν ιδιαίτερα οι Αλεβίτες ως μέρος της παράδοσης τους, ο Πιρ Σουλτάν Αμπντάλ (έζησε τον 15ο με 16ο μ. Χ. αιώνα), παρουσιάζεται με μουσικό όργανο υψωμένο στα χέρια του. Η κίνηση αυτή ίσως εκφράζει και τον ανατρεπτικό χαρακτήρα της ποίησής του.

Οι ασίκηδες ήταν οι λαϊκοί ποιητές που κράτησαν ζωντανό ένα σημαντικό μέρος της αλεβίτικης καλλιτεχνικής παράδοσης. Ένα μελοποιημένο ποίημα του Πιρ Σουλτάν Αμπντάλ, από το γνωστό τούρκικο συγκρότημα Baba Zula, είναι και το Aşıkların Sözü Kalır (Τα λόγια των ασίκηδων μένουν). Με μια δική μου προσπάθεια να το μεταφράσω (η οποία πάντως δεν έγινε απ’ ευθείας από τα τούρκικα, αλλά από τη γερμανική μετάφραση ενός Τούρκου φίλου: εννοείται άρα πως σίγουρα στο δρόμο έχει χαθεί αρκετό από το νόημα).

http://www.izlesene.com/video/baba-zula-asiklarin-sozu-kalir/5704981

Ε εσείς, που για την απληστία σας απαρνιέστε την αγάπη,

που φτιάχνετε έναν κόσμο με ψέματα,

που έχετε τρελαθεί με τη δύναμη και με τη φήμη,

που μπροστά στο χρήμα φιλάτε το χώμα.

Ο δίκαιος και ο άδικος μια μέρα θα αναγνωριστούν,

μπορεί σε 50 ή σε 300 χρόνια.

Μόνο τα λόγια των ασίκηδων μένουν.

Συνέχισε όπως και πριν, Χιζίρ Πασά

και ο δικός σου τροχός της μοίρας θα σπάσει

και ο δικός σου αγαπητός άρχοντας μια μέρα θα ανατραπεί.

Ε εσείς, που έχετε βγάλει ρίζες στις θέσεις εξουσίας

που νομίζετε ότι είστε καλύτεροι από τους όμοιούς σας

που με πολλά λόγια σπέρνετε πολλές άδειες ιδέες

που το ‘χετε για περηφάνια, να καταπιέζετε τους φτωχούς.

Ο δίκαιος και ο άδικος μια μέρα θα αναγνωριστούν,

μπορεί σε 50 ή σε 300 χρόνια.

Μόνο τα λόγια των ασίκηδων μένουν.

Κεντρικό στοιχείο των θρησκευτικών τελετών των Αλεβιτών (οι οποίες να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με τους Σουνίτες δεν γίνονται στα αραβικά αλλά στα τούρκικα) είναι η απαγγελία στίχων με συνοδεία μουσικής (συνήθως σάζι) και ο χορός σεμάχ, στον οποίo συμμετέχουν άντρες και γυναίκες. Εκεί μπορεί κάποιος να νιώσει σε κάποιον βαθμό την μυστικιστική παράδοση, από την οποία προέρχονται αυτά τα έθιμα. Το σεμάχ βασίζεται στην ιδέα της ενότητας με τον Θεό, χορεύεται από άντρες και γυναίκες μαζί, συχνά με κάποιου είδους περιστροφή (δεν είναι  φυσικά άσχετο με τους «περιστρεφόμενους ντερβίσηδες»).

Από τους Κούρδους Αλεβίτες αυτές οι τελετές μπορεί να γίνουν και στα κούρδικα. Σημαντικό για το χαρακτήρα του Αλεβιτισμού είναι να γίνονται σε μια γλώσσα που είναι κατανοητή στο λαό:

Γνωστή περίπτωση καλλιτεχνών με κούρδικες-αλεβίτικες ρίζες είναι τα αδέλφια Μετίν και Κεμάλ Καχραμάν, που είχαν έδρα τους τη Γερμανία (αφού φύγανε από την Τουρκία για πολιτικούς λόγους). Έχουν καταγωγή από τη περιοχή Ντερσίμ, που κατοικείται κυρίως από Αλεβίτες που μιλάνε Ζαζά (μια κουρδική γλώσσα ή διάλεκτος, οι απόψεις διαφέρουν ανάλογα και με τις πολιτικές πεποιθήσεις). Αυτή η περιοχή, μετά από μια εξέγερση στη δεκαετία του ’30 που καταπνίγηκε με πολύ σκληρό τρόπο, μετονομάστηκε απ’ το τούρκικο κράτος σε Τούντζελι. Στο άλμπουμ από το οποίο προέρχεται το επόμενο τραγούδι, τα αδέλφια Καχραμάν κατέγραψαν μουσικές παραδόσεις του τόπου τους (η σκηνή είναι από την ταινία Bahoz, που αναφέρεται στο κουρδικό αυτονομιστικό κίνημα):

Γενικά, η αλεβίτικη παράδοση φαίνεται να έχει επηρεάσει βαθιά τη σύγχρονη τουρκική καλλιτεχνική σκηνή. Πολλοί γνωστοί συνθέτες και τραγουδιστές, όπως ο Ζουλφού Λιβανελί, ο Αχμέτ Καγιά, η Σελντά Μπαγτζάν, έχουν εμπνευστεί απ’ αυτήν ή έχουν ερμηνεύσει αλεβίτικα τραγούδια.