Η συγκρουση των παραλογισμων

Κλασσικό

Τις τελευταίες εβδομάδες, όσο πλησιάζει η μέρα για το δημοφήφισμα στην Τουρκία, παρακολουθούμε και την κρίση στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Ακούμε διάφορα για την εξέλιξη της Τουρκίας: ότι απομακρύνεται από την Ευρώπη, ότι μετατρέπεται σε προσωποκεντρική δικτατορία κ.λπ. Ο ίδιος ο Ερντογάν βάζει και θέμα νέου δημοψηφίσματος: αυτήν τη φορά για τη συνέχιση ή διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε., οι οποίες μοιάζουν σήμερα έτσι κι αλλιώς ανούσιες.

Η τουρκική πολιτική ελίτ φαίνεται να καταφεύγει όλο και περισσότερο σε έναν ακραίο εθνικισμό (ενισχυμένο με μια γερή δόση Ισλάμ), που αντιλαμβάνεται τη Δύση και την Ευρώπη ως περίπου εχθρικούς χώρους. Ακόμα, το παραλήρημα του Ερντογάν, ο οποίος δεν διστάζει να παρομοιάσει τους σημερινούς Ευρωπαίους ηγέτες με τους Ναζί και τους Σταυροφόρους, δίνει μια εικόνα τεράστιας απόστασης από αυτό που πολλοί ονομάζουν «ευρωπαϊκές αξίες» ή «ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό».

Σύγκρουση πολιτισμών;

Δεν μας εκπλήσσει επομένως, όταν πολλοί βιάζονται να  διαγνώσουν μια «σύγκρουση πολιτισμών». Μπορεί ο Σάμιουελ Χάντιγκτον να πέθανε, αλλά οι ιδέες που προώθησε παραμένουν (δυστυχώς) πολύ ζωντανές. Πριν μερικές ημέρες έτυχε να παρακολουθήσω ένα δελτίο ειδήσεων ελληνικού ιδιωτικού σταθμού, το οποίο παρουσίαζε τα γεγονότα βασιζόμενο σ’ ένα τέτοιο απλοϊκό σχήμα – και δεν έλειπαν φυσικά από το ρεπορτάζ και οι απαραίτητες εικόνες από.. μαντιλοφορούσες γυναίκες.

Τέτοιες αναλύσεις μπορεί να ανταποκρίνονται στο ισλαμοφοβικό κλίμα των καιρών και να γίνονται έτσι εύκολα αποδεκτές. Αγνοούν όμως ότι τα προηγούμενα, κοσμικά – υποτίθεται – καθεστώτα της Τουρκίας δεν ήταν ούτε λιγότερο αυταρχικά ούτε λιγότερο εθνικιστικά και δεν δίσταζαν ακόμα, αν κρινόταν απαραίτητο, να  εργαλειοποιήσουν και αυτά τη θρησκεία. Παραβλέπουν επίσης ότι αυτή η τάση προς τον αυταρχισμό και τη φτηνή εθνικιστική δημαγωγία είναι κάτι που παρατηρείται σε πολλές άλλες κοντινές χώρες, χριστιανικές και ευρωπαϊκές: από την Ουγγαρία του Ορμπάν στη Ρωσία του Πούτιν, και από την Πολωνία του Κατσίνσκι στην πΓΔΜ του Γκρουέφσκι. Είναι μάλλον πιο χρήσιμο να δούμε τα γεγονότα στην Τουρκία σαν μέρος μιας παγκόσμιας πολιτικής και ιδεολογικής παρακμής, η οποία επιτρέπει σε πολιτικούς να αναδειχθούν με μια τέτοια δημαγωγία χαμηλού επιπέδου.

Αυτή η τάση δεν περιορίζεται μόνο στην Τουρκία ή την Ανατολική Ευρώπη ή στις ΗΠΑ του Τραμπ. Ακόμα και στη Δυτική Ευρώπη, βλέπουμε να αναδύονται πολιτικές δυνάμεις όπως η Λεπέν, ο Βίλντερς, η AfD ή το UKIP. Ο δεξιότροπος (όχι κλασικά ακροδεξιός) λαϊκισμός μοιάζει αυτήν τη στιγμή να είναι σχεδόν η μόνη πολιτική ιδεολογία, η οποία έχει πραγματική δυναμική.

Η δημαγωγία των «μετριοπαθών»

Σ’ αυτό το σημείο, θα μπορούσε κάποιος να υπενθυμίσει ότι τα «δεξιά-λαϊκιστικά» κόμματα απέχουν πολύ από το να κατακτήσουν την εξουσία σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Μια δυναμική ιδεολογία όμως δεν επηρεάζει μόνο τα κόμματα τα οποία κατ’ εξοχήν την εκφράζουν, αλλά γενικά την κοινωνία και άρα και τους υπόλοιπους πολιτικούς χώρους. Έτσι δεν ήταν εξάλλου σε άλλες εποχές και με τον σοσιαλισμό;

Πολλοί ανακουφίστηκαν που τελικά το κόμμα του Βίλντερς δεν κέρδισε τις εκλογές στην Ολλανδία, αλλά η Κεντροδεξιά του Μαρκ Ρούτε. Για να το πετύχει αυτό όμως ο τελευταίος, επένδυσε και στην εικόνα σύγκρουσης με τον Ερντογάν, η οποία δημιουργήθηκε με τις απαγορεύσεις συγκεντρώσεων στην Ολλανδία υπέρ του «Ναι» στο τουρκικό δημοψήφισμα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο Ρούτε προσπάθησε να υιοθετήσει στοιχεία από τον ξενοφοβικό/ισλαμοφοβικό λόγο του Βίλντερς.

Από πολιτική άποψη, τέτοιες κινήσεις (προηγήθηκαν και ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) τελικά μάλλον ενισχύουν την εκστρατεία του Ερντογάν. Όταν ο μέσος Τούρκος νιώθει τους Δυτικούς να παρεμβαίνουν σε ένα θέμα καθαρά εσωτερικό, είναι πιο πιθανόν να πειστεί να κάνει από αντίδραση το ακριβώς αντίθετο από αυτό που θέλουν οι ξένοι – ακριβώς δηλαδή όπως θα πράξει και ο μέσος Έλληνας (το είδαμε και στο δημοψήφισμα του 2015). Επίσης, για έναν δυνητικό υποστηρικτή του Ερντογάν, επιβεβαιώνει ότι οι ευρωπαϊκές κατηγορίες εναντίον του είναι υποκριτικές, αφού οι Ευρωπαίοι εμποδίζουν και αυτοί την ελευθερία του λόγου. Σημασία δεν έχει αν αυτή η εικόνα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά ότι αυτή είναι η εντύπωση που δημιουργείται.

Αν πραγματικά κάποιος θέλει να υπερασπιστεί τη δημοκρατία και να εμποδίσει τη μετατροπή της Τουρκίας σε δικτατορία (όπως υποτίθεται ότι είναι ο στόχος πολλών Ευρωπαίων επικριτών του Ερντογάν), είναι επομένως μια ανούσια κίνηση. Ο παραλογισμός στον λόγο του Ερντογάν συναντά τον παραλογισμό της ευρωπαϊκής αντίδρασης εναντίον του. Ο δεύτερος είναι μεν λιγότερο χοντροκομμένος, δεν σταματάει πάντως να είναι παράλογος.

Πολιτισμικές συγκρούσεις και πολιτικές συγκλίσεις

Η πραγματική ουσία τέτοιων κινήσεων, που δείχνουν «σκληρή στάση» απέναντι στον Ερντογάν (τον ισλαμιστή ηγέτη μιας μουσουλμανικής χώρας, από την οποία τυχαίνει να προέρχονται και πολλοί μετανάστες στην Ευρώπη), είναι ότι ενισχύουν τους κυβερνώντες στις ευρωπαϊκές χώρες, ακριβώς λόγω της διάχυτης ισλαμοφοβίας. Όπως είδαμε στην Ολλανδία, τους βοηθά να κερδίσουν εκλογικές αναμετρήσεις σε καιρούς ιδιαίτερα δύσκολους για τα συστημικά κόμματα. Στην ουσία, ο Ερντογάν και ο (όποιος) Ρούτε βοηθούν ο ένας τον άλλο στις προεκλογικές τους εκστρατείες.

Αυτή η επιφανειακή εικόνα σύγκρουσης και απομάκρυνσης μπορεί να κρύβει επομένως μια πραγματικότητα σύγκλισης. Τόσο στη Δυτική Ευρώπη όσο και στην Τουρκία ακούμε για πολιτισμικά στοιχεία, που οφείλει κάποιος να υπερασπιστεί, είτε αυτά είναι οι «ευρωπαϊκές αξίες» είτε μια τουρκική-μουσουλμανική ταυτότητα.

Ο κάθε Ρούτε ή Βίλντερς μπορεί να αισθάνεται άνετα, παίζοντας με τις ιδέες πολιτισμικής σύγκρουσης. Βρίσκεται σε σχετική απόσταση ασφαλείας από το «μέτωπο», τις διαχωριστικές γραμμές των πολιτισμικών χώρων κατά τον Χάντιγκτον. Όχι ότι δεν υπάρχουν πολιτικές συνέπειες μέσα στην ίδια την Ολλανδία (λίγοι μάλλον πρόσεξαν, ότι ανάμεσα στους νικητές των ολλανδικών εκλογών ήταν και το πρωτοεμφανιζόμενο «μεταναστευτικό» και κατηγορούμενο ως φιλο-ερντογανικό κόμμα DENK, το οποίο αναφέρθηκε και σε άλλο άρθρο), αλλά αυτές μπορούν να θεωρηθούν σχετικά μικρές και ελεγχόμενες, σε σχέση με το πολιτικό κέρδος.

Όσοι όμως σε χώρες όπως η Ελλάδα ή η Κύπρος ελπίζουν να επενδύσουν σε τέτοια πολιτικά παιχνίδια του Ρούτε και του Ερντογάν, για να εκμεταλλευτούν π.χ. το αντι-τουρκικό κλίμα στην Ευρώπη και να κερδίσουν πόντους στα ελληνο-τουρκικά, καλά θα ήταν να το ξανασκεφτούν. Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά στο «μέτωπο» των (υποτιθέμενων) πολιτισμικών συγκρούσεων. Θα αισθανθεί πιο έντονα και τις συνέπειες, αν τελικά αυτός ο τρόπος σκέψης επικρατήσει.

 

 

Υποταγη ή προσαρμογη

Κλασσικό

Αφορμή για να γραφτεί αυτό το άρθρο ήταν το βιβλίο του Μισέλ Ουελμπέκ «Υποταγή». Ο τίτλος μάλλον δεν είναι τυχαίος: σε «υποταγή» μπορεί να μεταφραστεί και η λέξη «Ισλάμ», κάτι που χρησιμοποιείται φυσικά και για ισλαμοφοβική προπαγάνδα.

Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται στη Γαλλία του 2022, χρονιά προεδρικών εκλογών. Οι δύο σημαντικότερες πολιτικές παρατάξεις είναι πλέον η γαλλική Ακροδεξιά και οι ισλαμιστές, ενώ τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα έχουν μπει στο περιθώριο. Στους δρόμους επικρατεί μια κατάσταση σχεδόν εμφυλιοπολεμική, ανάμεσα στους ακραίους των δύο πλευρών. Ο υποψήφιος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας κερδίζει τελικά τις εκλογές και η Γαλλία αποκτά έτσι έναν (μετριοπαθή) ισλαμιστή πρόεδρο.

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος, ένα βιβλίο με τέτοιο θέμα δεν είναι προορισμένο να αντιμετωπιστεί απλά ως λογοτεχνικό έργο. Ο συγγραφέας γνωρίζει προφανώς τι είδους συζητήσεις θα προκαλούσε, σε μια ατμόσφαιρα όπως τη σημερινή. Και είτε το θέλουμε είτε όχι, τέτοιες συζητήσεις μας αφορούν και μας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ταυτότητα μέσα στην πολιτική παρακμή

Ένα από τα πρώτα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση διαβάζοντας το βιβλίο, είναι οι αναφορές στο ταυτοτικό κίνημα, για την ύπαρξη του οποίου δεν είχα ιδέα. Πρόκειται για ένα δίκτυο οργανώσεων σε διάφορες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το οποίο θα μπορούσε κάποιος να κατατάξει στην Ακροδεξιά ή τη λεγόμενη «λαϊκιστική Δεξιά». Τουλάχιστον επίσημα όμως, αυτές οι οργανώσεις απορρίπτουν τον εθνικισμό και τον ρατσισμό. Ζητούν μόνο να γίνεται σε όλο τον κόσμο σεβαστή η κυριαρχία της κάθε εθνότητας και πολιτισμού στην ιστορική του περιοχή. Σε αντίθεση δηλαδή με την επιθετική ευρωπαϊκή αποικιοκρατική νοοτροπία, η στάση τους είναι αμυντική: για τους ταυτοτικούς, η Ευρώπη είναι το θύμα της επίθεσης, είναι αυτή που κινδυνεύει από την ισλαμοποίηση και την αμερικανοποίηση.

Εικόνα από διαδήλωση του Ταυτοτικού Κινήματος Αυστρίας. http://www.breitbart.com/london/2016/08/13/german-intelligence-confirms-observation-identitarian-movement/

Εικόνα από διαδήλωση του Ταυτοτικού Κινήματος Αυστρίας.
Πηγή εικόνας

Στην ουσία, δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά των ταυτοτικών με ξενοφοβικά-ισλαμοφοβικά κινήματα όπως η PEGIDA, και εξάλλου φαίνεται ότι συνδέονται με τέτοια. Έχει όμως ενδιαφέρον η επιλογή του ονόματος «ταυτοτικοί». Μπορούμε να το δούμε ως μέρος μιας παγκόσμιας τάσης επικέντρωσης στην πολιτισμική ταυτότητα, ως αντίδραση στην ομογενοποίηση που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση.

Επιστρέφοντας στο κύριο θέμα του βιβλίου: γνωρίζουμε ότι σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης υπάρχει πλέον ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που είναι Μουσουλμάνοι – όχι κατ’ ανάγκη θρήσκοι, αλλά τουλάχιστον προέρχονται από μια μουσουλμανική παράδοση. Το ποσοστό λογικά θα αυξηθεί στο μέλλον, τόσο μέσω νέας μετανάστευσης όσο και λόγω σχετικά ψηλότερης γεννητικότητας (έστω κι αν η διαφορά αυτή είναι μικρότερη απ’ ό,τι πολλοί φαντάζονται). Οι φόβοι των ταυτοτικών γι’ αυτό σίγουρα δεν είναι εντελώς αβάσιμοι. Το σίγουρο είναι ότι αυτές οι χώρες δεν θα μπορούν πλέον να θεωρούνται μονοθρησκευτικές, όπως λίγο-πολύ ήταν μέχρι τώρα.

Υπό άλλες συνθήκες, αυτό μπορεί να μην ήταν κάτι τόσο σημαντικό. Σήμερα όμως, η πολιτική ζωή βρίσκεται σε μια κατάσταση γενικής παρακμής. Οι διαφορές ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα, τόσο στην πολιτική που ασκούν όσο και στις κοινωνικές τάξεις που εκπροσωπούν, μοιάζουν ελάχιστες, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχουν και άλλες ριζοσπαστικές ιδεολογίες που να προσφέρουν ένα πειστικό εναλλακτικό όραμα. Η αίσθηση που έχουν οι λαοί είναι ότι η πολιτική είναι έτσι κι αλλιώς προκαθορισμένη από τα πάνω, και ότι η αντιπαράθεση Δεξιάς-Αριστεράς είναι ανούσιο απομεινάρι άλλων εποχών.

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι επόμενο τα θέματα πολιτισμικής ταυτότητας να κερδίζουν σημασία, ακόμα και να γίνονται το κύριο μέσο πολιτικοποίησης. Στο βιβλίο του Ουελμπέκ οι ισλαμιστές μαζί με τους πιστούς καθολικούς παρουσιάζονται ως οι μόνοι που έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν, που έχουν ένα όραμα για τη Γαλλία του μέλλοντος – σε αντίθεση με τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένης και της Αριστεράς), για τις οποίες ο πρωταγωνιστής του βιβλίου και ο κόσμος γενικά αδιαφορεί. Αυτή ακριβώς η πολιτική παρακμή είναι κατά την άποψή μου το κύριο θέμα: αυτή είναι που δίνει την ευκαιρία ανάδειξης σε πολιτικές δυνάμεις που βασίζονται στη θρησκευτική παράδοση, είτε αυτή είναι η ισλαμική είτε η καθολική.

Ισλαμιστική Ευρώπη: μια εικόνα από το μέλλον;

Το ερώτημα σχετικά με την «Υποταγή» είναι, αν πέρα από τη λογοτεχνική της αξία, μπορούμε να το πάρουμε σοβαρά και ως προφητικό έργο. Ο Ουελμπέκ έχει εισπράξει αρκετά ειρωνικά σχόλια, είναι όμως τελικά η εξέλιξη αυτή στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης τόσο απίθανη;

Το εξώφυλλο της Charlie Hebdo σχετικά με το βιβλίο:

Το εξώφυλλο της Charlie Hebdo: «Οι προβλέψεις του Μάγου Ουελμπέκ».
Πηγή εικόνας

Σίγουρα υπάρχουν πολλά στοιχεία που είναι εμφανώς υπερβολικά, και δεν πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη. Η εκδίωξη των Εβραίων, η έξοδος των γυναικών από την αγορά εργασίας, η μείωση του υποχρεωτικού χρόνου σχολικής εκπαίδευσης, η εισαγωγή της πολυγαμίας είναι τέτοια παραδείγματα. Τέτοιες αλλαγές δεν γίνονται δεκτές ούτε καν σε (κοσμικές) χώρες με σχεδόν 100% μουσουλμανικό πληθυσμό, όταν αυτές αποκτούν ισλαμιστικές κυβερνήσεις, όπως η Τουρκία ή η Τυνησία.

Κατά τ’ άλλα όμως, το ενδεχόμενο να εμφανιστούν πολιτικές δυνάμεις στην βάση μιας μουσουλμανικής ταυτότητας, είτε αυτές αυτοπροσδιορίζονται ως ισλαμικές είτε όχι, δεν είναι καθόλου απίθανο. Και δεν μιλάμε φυσικά μόνο για περιθωριακές σαλαφιστικές ή άλλες εξτρεμιστικές ομάδες.

Αν και κάτι τέτοιο βρίσκεται σήμερα ακόμα σε πρωτόγονο στάδιο, δεν είναι ανύπαρκτο. Δεν αναφέρομαι μόνο στα διάφορα μικρά κόμματα, που αυτοπαρουσιάζονται καθαρά ως μουσουλμανικά (όχι κατ’ ανάγκη ως ισλαμιστικά), όπως π.χ. η UDMF, η Ένωση Γάλλων Μουσουλμάνων Δημοκρατών – η οποία παρεμπιπτόντως ιδρύθηκε πέρσι, την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ουελμπέκ.

Υπάρχουν και άλλες οργανώσεις, με μεγαλύτερο ίσως ενδιαφέρον. Στη Γαλλία, υπάρχει π.χ. το Κόμμα των Ιθαγενών της Δημοκρατίας (PIR). Ο ακτιβισμός και η αντι-αποικιακή, αντι-ιμπεριαλιστική και αντι-καπιταλιστική ρητορική του θυμίζουν μάλλον Άκρα Αριστερά (με την οποία φαίνεται να υπάρχει μια περίεργη σχέση ανταγωνισμού και δυνητικής συνεργασίας), απορρίπτει όμως τον κλασικό διαχωρισμό Δεξιάς-Αριστεράς ως «πολιτική των λευκών». Στη Γερμανία πολύ πρόσφατα ιδρύθηκε η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών (ADD). Αντίθετα από το PIR, οι θέσεις τις σε οικονομικά/κοινωνικά ζητήματα κλίνουν μάλλον προς έναν συντηρητικό νεοφιλελευθερισμό. Από πολλούς θεωρείται μια προσπάθεια του Ερντογάν να χρησιμοποιήσει την εκεί τουρκική ή μουσουλμανική κοινότητα για να αποκτήσει πολιτική επιρροή στη Γερμανία. Ανάλογες εικασίες υπήρξαν και για το κόμμα DENK στην Ολλανδία, το οποίο ιδρύθηκε από δύο βουλευτές τουρκικής καταγωγής που αποχώρησαν από το Εργατικό Κόμμα, και στο οποίο πολλοί δίνουν πιθανότητες να μπει στην επόμενη ολλανδική Βουλή.

Παρά την διαφορετική εικόνα και χαρακτήρα αυτών των παραδειγμάτων, το κοινό τους είναι πως ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα των μεταναστευτικής καταγωγής κατοίκων, διαχωρίζοντας τους από τους υπόλοιπους. Αν και αποφεύγουν μια ξεκάθαρη σύνδεση με το Ισλάμ, διαβάζοντας τα κείμενα τους καταλαβαίνει κάποιος ότι έχουν υπόψη πως η πλειοψηφία αυτών που θέλουν να εκφράσουν είναι Μουσουλμάνοι.

Η Χουρία Μπουτέλντζα, μια από τις ηγετικές προσωπικότητες του Κινήματος Ιθαγενών της Δημοκρατίας. http://mondoweiss.net/2015/01/charlie-wretched-desecration/

Η Χουρία Μπουτέλντζα, Γαλλίδα αλγερινής καταγωγής, εκπρόσωπος του Κόμματος Ιθαγενών της Δημοκρατίας, δίπλα σε μια παλαιστινιακή σημαία (ο αντισιωνισμός είναι μια βασική ιδεολογική αναφορά του κινήματος).
Πηγή εικόνας

Η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών. https://remziaru.com/aktivitaet/

Η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών.
Πηγή εικόνας

Μπορεί σήμερα τέτοιες δυνάμεις να μοιάζουν ασήμαντες, όσο όμως θα συνεχίζεται η πολιτική παρακμή, τόσο θα αναζητεί ο κόσμος εναλλακτικούς τρόπους να εκφράσει τα συμφέροντά του. Το βασικό ερώτημα δηλαδή δεν είναι αν θα δυναμώσουν οι ισλαμιστές, αλλά αν θα ενισχυθεί η πολιτική στη βάση πολιτισμικής ταυτότητας, σε βάρος της πολιτικής σε ταξική-ιδεολογική βάση.

Φαίνεται ότι (και) στην Ευρώπη η κυρίαρχη τάση είναι ακριβώς αυτή. Τα ξενοφοβικά/ισλαμοφοβικά κόμματα ή οργανώσεις μοιάζουν να έχουν δυναμική μεγαλύτερη όχι μόνο από τις καθιερωμένες πολιτικές δυνάμεις, αλλά και από τη «ριζοσπαστική» Αριστερά. Τέτοιες οργανώσεις τονίζουν (εδώ ταιριάζει και το παράδειγμα των ταυτοτικών) την υπεράσπιση μιας ντόπιας ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας – το αν την ορίζουν ως χριστιανική ή ως κοσμική/άθρησκη είναι δευτερεύον θέμα. Ακόμα όμως και στο άλλο άκρο, σε κόμματα όπως π.χ. οι Πράσινοι στη Γερμανία, που υπερασπίζονται την πολυπολιτισμικότητα, παρατηρούμε συχνά να κάνουν τελικά πολιτική στη βάση ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, παρά των ταξικών-ιδεολογικών διαφορών (αν θυμάμαι καλά, ήταν η Ρενάτε Κούναστ που είχε πει ότι οι Πράσινοι είναι το κόμμα των LOHAS).

Με άλλα λόγια: όσο εξαπλώνονται ισλαμοφοβικές δυνάμεις ή γενικά δυνάμεις που προάγουν την πολιτικοποίηση στη βάση πολιτισμικών διαχωρισμών, τόσο προετοιμάζεται το έδαφος και για την εξάπλωση «μουσουλμανικών» κινημάτων. Στην ουσία πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η διαφορά στο μέλλον όμως θα είναι ότι θα μεγαλώσει η δεξαμενή, από την οποία τα «μουσουλμανικά» κινήματα θα μπορούν να αντλούν υποστήριξη. Οι φόβοι περί εισαγωγής της σαρία κ.λπ. μπορεί να είναι αστείοι, αλλά το ότι τέτοια κινήματα θα παίξουν ρόλο στα πολιτικά πράγματα, δεν είναι τρελό σενάριο (με ποιες συμμαχίες, είναι φυσικά ένα άλλο ερώτημα, μάλλον αδύνατο να απαντηθεί σήμερα).


Πώς μας αφορούν τώρα εμάς όλα αυτά, σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος; Και αυτές έχουν γίνει χώρες υποδοχής της μετανάστευσης και φυσιολογικά ένα μεγάλο της μέρος είναι μουσουλμανική. Τέτοια θέματα όπως αυτά που τίθονται στη Δυτική Ευρώπη θα αργήσουν μεν να μας απασχολήσουν σοβαρά: θα περάσει ακόμα τουλάχιστον μια γενιά, μέχρι να έχουμε μεγάλου μεγέθους μεταναστευτικής καταγωγής κοινότητες, γεννημένες και μεγαλωμένες εδώ. Κάποια στιγμή θα γίνει κι αυτό: άσχετα αν το θέλουν οι Έλληνες ή οι ίδιοι οι μετανάστες, ο ρόλος που προβλέπεται για τη χώρα από τους «μεγάλους» της Ευρώπης είναι να απορροφήσει ένα σημαντικό μέρος της νέας μετανάστευσης.

Η διαφορά είναι ότι εμείς προερχόμαστε από μια ιστορική παράδοση διαφορετική απ’ αυτήν της Δυτικής Ευρώπης: για μας, η πολυθρησκευτικότητα ή η πολυεθνικότητα δεν είναι κάτι πραγματικό νέο, αλλά κάτι που ήταν κανόνας μέχρι ένα πολύ πρόσφατο παρελθόν. Μπορεί να το ξεχάσαμε πολύ γρήγορα, να όμως που η εξέλιξη της Ιστορίας μας αναγκάζει να το ξαναθυμηθούμε. Θα ήταν καλό να αντλήσουμε και από τις δικές μας εμπειρίες του παρελθόντος, αλλά και από τις πρόσφατες της Δυτικής Ευρώπης, ώστε να αποφύγουμε τα λάθη που έγιναν εκεί – και που μπορούν να οδηγήσουν σε καταστάσεις όπως αυτές που περιγράφει ο Ουελμπέκ.


Πηγές/χρήσιμοι σύνδεσμοι:

Πρασινο Κινημα του Ιραν: 6 χρονια μετα

Κλασσικό

Το Ιράν δεν ήταν μια από τις χώρες που προσέξαμε πολύ κατά το πρόσφατο παγκόσμιο κύμα εξεγέρσεων, το οποίο ξεκίνησε με την Αραβική Άνοιξη το 2011. Την κορύφωση της δικής της εξέγερσης η ιρανική νεολαία την είχε ήδη ζήσει δύο χρόνια νωρίτερα, το 2009.

Ιράν: Θεοκρατία και Δημοκρατία

Για να κατανοήσουμε τα γεγονότα του 2009, όπως κι αυτά που ακολούθησαν, πρέπει να έχουμε υπόψη το ιδιαίτερο πολιτικό σύστημα του Ιράν, αποτέλεσμα της επίσης πολύ ιδιαίτερης Ισλαμικής Επανάστασης του 1979.

Το ιρανικό καθεστώς παρουσιάζεται συχνά ως δικτατορικό, κάτι ανάλογο με τη Χούντα στα δικά μας. Χωρίς να είναι εντελώς λάθος, αυτή η οπτική γωνία μας εμποδίζει ίσως να καταλάβουμε την πραγματική κατάσταση. Η Ισλαμική Επανάσταση ήταν ένα κίνημα με δημοκρατικά αιτήματα και με γνήσια λαϊκή στήριξη, απέναντι στο απολυταρχικό, ξενοκίνητο (και κοσμικό) καθεστώς του Σάχη. Το νέο καθεστώς, που δημιούργησε ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, δεν έβλεπε τον εαυτό του μόνο ως ισλαμικό-θεοκρατικό, αλλά και ως δημοκρατικό.

Η σημερινή Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν δεν είναι φυσικά μια τυπική δημοκρατία, με βάση το δυτικο-ευρωπαϊκό μοντέλο. Για οπαδούς κοσμικών ιδεολογιών δεν υπάρχει χώρος. Οι υποψήφιοι στις εκλογές πρέπει να εγκριθούν από το Συμβούλιο Φυλάκων του Συντάγματος – αυτό πάλι ελέγχεται από τον θρησκευτικό Ανώτατο Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Είναι δηλαδή ουσιαστικά αδύνατο για κάποιον να συμμετάσχει στην πολιτική, χωρίς την έγκριση της θρησκευτικής ηγεσίας και κυρίως του Χαμενεΐ.

Ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, διάδοχος του Χομεϊνί, είναι εδώ και 27 χρόνια Ανώτατος Ηγέτης και άρα και το πιο ισχυρό πρόσωπο στο Ιράν. http://www.washingtontimes.com/news/2016/jan/19/khamenei-irans-supreme-leader-warns-against-us-dec/

Ο Αλί Χαμενεΐ, διάδοχος του Χομεϊνί, είναι εδώ και 27 χρόνια Ανώτατος Ηγέτης και άρα και το πιο ισχυρό πρόσωπο στο Ιράν. Πηγή εικόνας

Παρ’ όλα αυτά, δημοκρατικές εκλογικές αναμετρήσεις υπάρχουν, και δεν είναι απλά τυπικές με προκαθορισμένο αποτέλεσμα, όπως είναι σε πολλές γειτονικές χώρες. Οι εκλογές στο Ιράν εκφράζουν τα συγκρουόμενα συμφέροντα και απόψεις στους κόλπους τόσο της ισλαμιστικής ελίτ, όσο και γενικά της ιρανικής κοινωνίας. Ο ιρανικός λαός βλέπει ότι υπάρχουν κάποιες δυνατότητες αλλαγής μέσα από τις εκλογές: η συμμετοχή π.χ. στις τελευταίες προεδρικές ήταν σαφώς μεγαλύτερη απ’ αυτήν στις τελευταίες ελληνικές βουλευτικές (73% έναντι 57%). Αν έπρεπε άρα να κάνουμε μια παρομοίωση με τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, αυτή μάλλον δεν θα έπρεπε να είναι με τη Χούντα, αλλά ίσως με την περίοδο του 1949-1967, όπου οι δημοκρατικές διαδικασίες ήταν, παρ’ όλους τους περιορισμούς, υπαρκτές και συγκέντρωναν το ενδιαφέρον του κόσμου.

Οι προεδρικές του 1997 έκαναν μεγάλη αίσθηση, βγάζοντας ως νικητή τον μεταρρυθμιστή Μοχάμαντ Χαταμί. Αυτός εξέφραζε μάλλον τις φιλελεύθερες διαθέσεις μιας ανερχόμενης μεσαίας τάξης. Βασικό στοιχείο της πολιτικής του ήταν επίσης και η αποκατάσταση των σχέσεων με τη Δύση. Αυτή η πολιτική τελικά απέτυχε όχι μόνο εξ’ αιτίας των εσωτερικών αντιδράσεων, αλλά και λόγω της έλλειψης ανταπόκρισης από την πλευρά των Αμερικάνων. Παρά την καλή διάθεση που επέδειξε το Ιράν (π.χ. δίνοντας ανεπίσημα σημαντική βοήθεια στις ΗΠΑ στον πόλεμο του Αφγανιστάν το 2001), ο Μπους ο νεώτερος βιάστηκε να το εντάξει στον περίφημο «άξονα του κακού«, μαζί με το Ιράκ και τη Βόρεια Κορέα.

Ο Μοχάμεντ Χαταμί ήταν επί 8 χρόνια Πρόεδρος του Ιράν, και παραμένει και σήμερα σημαντική προσωπικότητα για το μεταρρυθμιστικό στρατόπεδο.

Ο Μοχάμαντ Χαταμί ήταν Πρόεδρος του Ιράν από το 1997 ως το 2005. Πηγή εικόνας

Τις εκλογές του 2005 κέρδισε ο δημοφιλής δήμαρχος της Τεχεράνης, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, από το αντίπαλο στρατόπεδο των σκληροπυρηνικών, εκμεταλλευόμενος την απογοήτευση του κόσμου από την αναποτελεσματικότητα της κυβέρνησης Χαταμί. Σε αντίθεση μ’ αυτόν, ο λαϊκιστής Αχμαντινετζάντ εξέφραζε κυρίως τη δυσαρέσκεια των φτωχών λαϊκών στρωμάτων από τις οικονομικές ανισότητες και τη διαφθορά. Η διακυβέρνησή του χαρακτηρίστηκε από έναν έντονα αντιαμερικάνικο και αντιισραηλινό δημαγωγικό λόγο, ο οποίος κινήθηκε γύρω από την αντιπαράθεση για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ήταν πρόεδρος του Ιράν από το 2005 ως το 2013. http://www.theguardian.com/world/2010/jun/08/ahmadinejad-un-iran-sanctions-nuclear-talks

Ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ήταν πρόεδρος του Ιράν από το 2005 ως το 2013. Πηγή εικόνας

Οι εκλογές του 2009 και τα γεγονότα που ακολούθησαν

Εν τω μεταξύ όμως, τα διεθνή δεδομένα άλλαξαν πάλι το 2008, όταν ο Μπους αντικαταστήθηκε από τον Ομπάμα, ο οποίος έδειχνε να έχει περισσότερη διάθεση συμφιλίωσης. Από την άλλη, στο εσωτερικό του Ιράν η προεδρία του Αχμαντινετζάντ κρινόταν από πολλούς ως αποτυχημένη. Οι  εκλογές του 2009 έρχονταν, με το στρατόπεδο των μεταρρυθμιστών να επενδύει πολλές ελπίδες σ’ αυτές.

Οι μεταρρυθμιστές κατέβηκαν τελικά με δύο υποψήφιους: τον Μεχντί Καρουμπί και τον Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί. Ο δεύτερος ήταν αυτός που ενσάρκωσε περισσότερο τις ελπίδες του κόσμου για μια πολιτική αλλαγή. Το αποτέλεσμα όμως, ήταν μια οδυνηρή έκπληξη: 62% για τον Αχμαντινετζάντ και μόλις 34% για τον Μουσαβί.

Πώς εξηγείται αυτό; Για  τους ψηφοφόρους του Μουσαβί, υπήρξε καθαρή παραποίηση μέσω νοθείας. Για τους φιλικούς προς τον Αχμαντινετζάντ, το αποτέλεσμα ήταν γνήσιο και απόδειξη ότι ο τελευταίος διατηρούσε τη στήριξη των λαϊκών στρωμάτων. Είναι πιθανόν φυσικά η αλήθεια να είναι κάπου στη μέση: αν και ο Αχμαντινετζάντ θα ερχόταν πρώτος έτσι κι αλλιώς, το σύστημα που τον στήριζε φρόντισε να «φουσκώσει» κάπως το ποσοστό του.

Όπως και να έχει, για τους εξαγριωμένους ψηφοφόρους του Μουσαβί τα πράγματα ήταν καθαρά: ο Αχμαντινετζάντ ήταν απατεώνας και ο Μουσαβί ο πραγματικός νικητής των εκλογών. Γρήγορα βγήκαν στους δρόμους φωνάζοντας «Πού είναι η ψήφος μου;«. Ο Μουσαβί αρνήθηκε να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα και τέθηκε στην ηγεσία ενός κινήματος «αποκατάστασης της Δημοκρατίας» μαζί με τη γυναίκα του Ζαχρά Ραχναβάρντ (πρώην καθηγήτρια πανεπιστημίου και επίσης γνωστό δημόσιο πρόσωπο), και τον άλλο υποψήφιο Καρουμπί. Το κίνημα κέρδισε και τη στήριξη του πρώην προέδρου Χαταμί: αυτός έδωσε στον Μουσαβί την πράσινη κορδέλα, που έγινε το χρώμα-σύμβολο της εξέγερσης.

Ο Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί μαζί με τη γυναίκα του Ζαχρά Ραχναβάρντ (πρώην καθηγήτρια του Πανεπιστήμιου Αλ Ζαχρά της Τεχεράνης) ηγετικές φυσιογνωμίες του Πράσινου Κινήματος. http://www.welt.de/politik/article3837638/Im-Iran-praegt-eine-Frau-den-Wahlkampf.html

Ο Μουσαβί μαζί με τη γυναίκα του, δυο ηγετικές φυσιογνωμίες του Πράσινου Κινήματος. Πηγή εικόνας

Παρά την έγκριση του αποτελέσματος από τον Ανώτατο Ηγέτη Χαμενεΐ, οι διαμαρτυρίες όχι μόνο δεν κόπασαν, αλλά γιγαντώθηκαν. Το αποτέλεσμα ήταν τελικά να απονομιμοποιηθεί και ο ίδιος ο Χαμενεΐ στα μάτια των διαδηλωτών, οι οποίοι συνέχισαν να κατακλύζουν τους δρόμους της Τεχεράνης σε κάθε ευκαιρία για πολλούς μήνες, παρά τη σκληρή καταστολή (με πάνω από 100 νεκρούς, και πολλά περισσότερα θύματα βασανιστηρίων). Ο Μουσαβί, η Ραχναβάρντ και ο Καρουμπί τέθηκαν το 2011 σε κατ’ οίκον περιορισμό, αφού κάλεσαν τον κόσμο σε διαδηλώσεις συμπαράστασης στην Αραβική Άνοιξη – κι αυτό ισχύει μέχρι σήμερα.

Η 26χρονη φοιτήτρια Νεντά Αγά Σολτάν σκοτώθηκε από πυροβολισμό στις διαδηλώσεις και έγινε σύντομα σύμβολο του κινήματος. http://www.frontpagemag.com/fpm/63062/green-revolution-isnt-over-ryan-mauro

Η 26χρονη φοιτήτρια Νεντά Αγά Σολτάν σκοτώθηκε από πυροβολισμό στις διαδηλώσεις και έγινε σύμβολο του κινήματος. Πηγή εικόνας

Τελικά, μπορεί το καθεστώς με τη σκληρή καταστολή να πέτυχε το τέλος των διαδηλώσεων, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πέθανε το κίνημα. Τα γεγονότα έπαιξαν το ρόλο τους στην εκλογή του μετριοπαθούς Ρουχανί στις προεδρικές εκλογές του 2013 (οι αποκαλούμενοι «μετριοπαθείς» έχουν μια κεντρώα θέση ανάμεσα στους μεταρρυθμιστές και τους σκληροπυρηνικούς), με τον οποίο ξεκίνησε και η σημερινή αποκλιμάκωση στις σχέσεις με τη Δύση.

Τι ήταν στην ουσία το Πράσινο Κίνημα;

Ως εξωτερικοί παρατηρητές, που βασιζόμαστε αναγκαστικά και οι ίδιοι κυρίως σε απόψεις άλλων εξωτερικών παρατηρητών, είναι φυσικό να έχουμε μια τάση να προτιμήσουμε τις εύκολες λύσεις. Μια τέτοια λύση είναι να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα στη βάση απλών διχοτομικών σχημάτων (κοσμικοί φιλοδυτικοί φιλελεύθεροι εναντίον αντιδυτικών αντι-ιμπεριαλιστών Ισλαμιστών, μορφωμένες μεσαίες τάξεις εναντίον συντηρητικών θρήσκων φτωχών) – και ανάλογα με την ιδεολογική μας ταυτότητα να επιλέξουμε και πλευρά.

Χωρίς αυτές οι ερμηνείες να είναι εντελώς λάθος, έχει ενδιαφέρον να προχωρήσουμε και λίγο παραπέρα: πιο κοντά σε μια άποψη που ίσως πλησιάζει σ’ αυτήν του μέσου Ιρανού που συμμετείχε στο κίνημα. Για να φτάσουμε εκεί, είναι χρήσιμο να ξεκινήσουμε από κάποιες απλές διαπιστώσεις:

Λόγω και του πολιτικού συστήματος, όλοι οι ενεργοί πολιτικοί στο Ιράν είναι κατά βάση ισλαμιστές. Οι λεγόμενοι «μεταρρυθμιστές» είναι στην ουσία παλιοί συνοδοιπόροι του Χομεϊνί, που απλά ερμηνεύουν τις αρχές της Ισλαμικής Επανάστασης μ’ έναν πιο φιλελεύθερο τρόπο. O ίδιος ο Μουσαβί ήταν πρωθυπουργός του Χομεϊνί στο διάστημα 1981-1988, ενώ ο Καρουμπί ήταν Πρόεδρος της Βουλής μέχρι και το 2004. Ο στόχος τους δεν είναι να ανατρέψουν το ισλαμιστικό καθεστώς, αλλά να το διασώσουν, φιλελευθεροποιώντας και εκδημοκρατίζοντάς το. Αν διαβάσουμε το «Καταστατικό του Πράσινου Κινήματος» (γραμμένο από τον Μουσαβί το 2010), βλέπουμε μεν να κυριαρχεί ένας τόνος ενάντια στον αυταρχισμό και υπέρ της ελευθερίας λόγου και σκέψης και γενικά μιας ανοικτής κοινωνίας. Όλο το κείμενο, όμως, μιλάει τη γλώσσα της Ισλαμικής Επανάστασης, εξυμνεί τον Χομεϊνί και τις ισλαμικές αξίες. Ακόμα και όταν ζητάει κάτι που μπορεί να ερμηνευθεί ως κοσμικό στοιχείο (την ανεξαρτησία των θρησκευτικών οργανώσεων από την κυβέρνηση), το κάνει στο όνομα της «προστασίας της υψηλής ηθικής θέσης της θρησκείας».

Ο Μοχσέν Μιρνταμαντί, είναι επίσης μια γνωστή προσωπικότητα του Κινήματος και τώρα εκτίει ποινή φυλάκισης λόγω της συμμετοχής του σ' αυτό. Το 1979 ήταν ανάμεσα στους φοιτητές που οργάνωσαν τη γνωστή κατάληψη της Πρεσβείας των ΗΠΑ, με τις ευλογίες του Χομεϊνί.

Ο Μοχσέν Μιρνταμαντί, είναι επίσης μια γνωστή προσωπικότητα του Κινήματος και τώρα εκτίει ποινή φυλάκισης λόγω της συμμετοχής του σ’ αυτό. Το 1979 ήταν ανάμεσα στους φοιτητές που οργάνωσαν τη γνωστή κατάληψη της Πρεσβείας των ΗΠΑ, με τις ευλογίες του Χομεϊνί.

– Για να το κατανοήσουμε αυτό, είναι καλά να έχουμε στον νου τι ήταν η Ισλαμική Επανάσταση: το γέννημα μιας αλληλεπίδρασης αντι-ιμπεριαλιστικών, σοσιαλιστικών, δημοκρατικών και ισλαμιστικών ιδεών. Δεν έλειπαν και οι προσπάθειες ερμηνείας του Ισλάμ σ’ ένα πιο αριστερό πλαίσιο (κορυφαίος ιδεολόγος του «αριστερού ισλαμισμού» ήταν ο Αλί Σαριάτι, για τον οποίο ίσως γίνει λόγος σε άλλο άρθρο). Στο νέο καθεστώς του Χομεϊνί βρήκαν θέση και αρκετά πρόσωπα που ήταν επηρεασμένα απ’ αυτές τις ιδέες: πολλοί (μεταξύ αυτών ο ίδιος ο Μουσαβί και η γυναίκα του) έμελλε να παίξουν κεντρικό ρόλο στο Πράσινο Κίνημα. Από την έμφαση σε θέματα οικονομικής αναδιανομής και αντι-ιμπεριαλισμού που έδιναν τότε, πέρασαν τώρα στην έμφαση σε θέματα ελευθερίας και δικαιωμάτων: κάτι ανάλογο δηλαδή και με την πορεία που έκανε και ένα μεγάλο τμήμα της παγκόσμιας Αριστεράς.

– Όσον αφορά στις μάζες που στήριξαν το κίνημα, μπορούμε ίσως να τις δούμε σαν μια συμμαχία:

  • μεταρρυθμιστών ισλαμιστών (όπως αυτοί που αναφέρθηκαν, και για πρακτικούς λόγους ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να αναλάβουν την ηγεσία του),
  • αντικαθεστωτικών (κοσμικών, σοσιαλιστών, κλπ)
  • και, ίσως κυριότερα, πολλών μέχρι τότε σχετικά απολίτικων νέων, ιδίως φοιτητών, που ζητούσαν απλά μια βελτίωση των συνθηκών ζωής και των προοπτικών τους.

– Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται ήταν ένα κίνημα περιορισμένο στις μεγάλες πόλεις, μακριά από τον αγροτικό πληθυσμό, αλλά ίσως και τα φτωχότερα στρώματα των πόλεων, που συχνά συνέχιζαν να υποστηρίζουν τον Αχμαντινετζάντ. Δύσκολα μπορούμε να πούμε δηλαδή ότι εξέφραζε την πλειοψηφία των Ιρανών. Μια κριτική που έγινε στην ηγεσία του Πράσινου Κινήματος είναι πως δεν έχει κάτι συγκεκριμένο να πει στο πεδίο της οικονομίας (στο καταστατικό του υπάρχουν αναφορές περί δίκαιης κατανομής των οικονομικών πόρων, αλλά χωρίς σαφείς προτάσεις). Πάντως, όπως φάνηκε με την αποτυχία των σκληροπυρηνικών στις εκλογές του 2013, ούτε οι τελευταίοι μπορούν να έχουν σίγουρη τη στήριξη των κατώτερων στρωμάτων, αν δεν έχουν κάτι χειροπιαστό στην οικονομία να τους προσφέρουν.

Η σύγχρονη ιρανική κοινωνία και το μέλλον

Μέσα σ’ όλα αυτά, πρέπει φυσικά να δούμε και ποια είναι η ιρανική κοινωνία σήμερα. Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού (περίπου τα 2/3) είναι κάτω των 25 ετών. Το μορφωτικό επίπεδο αυξάνεται, και περίπου τα 2/3 των φοιτητών στα πανεπιστήμια είναι γυναίκες. Είναι μια κοινωνία που, παρά τον αποκλεισμό, έχει και αρκετά ανοίγματα, ώστε να επηρεάζεται από τις παγκόσμιες τάσεις. Είναι, τέλος, μια κοινωνία που έχει περάσει από βαθιά τραυματικές εμπειρίες στη δεκαετία του ’80 με τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, και πάνω απ’ όλα διψάει για ζωή.

Η υπεριδεολογικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών που βασιζόταν σε διχοτομικά σχήματα (κοσμικοί εναντίον ισλαμιστών, φιλοδυτικοί εναντίον αντι-ιμπεριαλιστών, σοσιαλιστές εναντίον καπιταλιστών), έχει λιγότερη απήχηση σε μια νεολαία που τη νοιάζει περισσότερο πώς θα αντιμετωπίσει πρακτικά τα προβλήματα που έχει μπροστά της: την υψηλή ανεργία, την έλλειψη ελευθερίας, τη διαφθορά.

Εδώ ταιριάζει και η περιγραφή της σύγχρονης ιρανικής κοινωνίας στο βιβλίο του Χαμίντ Νταμπασί: «μια κοινωνία με δύο μεγάλες εμπειρίες κοσμικού και ισλαμιστικού αυταρχισμού, που όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε μια μετα-ισλαμιστική, μετα-ιδεολογική πλουραλιστική κοινωνία«. Το σύνθημα π.χ. που ακούστηκε στις διαδηλώσεις «Ούτε για τη Γάζα ούτε για το Λίβανο – η ψυχή μου θυσιάζεται για το Ιράν» (αναφορά στην ενίσχυση της Χαμάς και της Χεζμπολάχ από το ιρανικό καθεστώς) δεν πρέπει να ιδωθεί κατ’ ανάγκη ως θέληση αλλαγής γεωπολιτικού στρατοπέδου, όπως θα ήθελαν πολλοί να το δουν στη Δύση. Ίσως είναι απλά ένας πραγματισμός, που βάζει τα εσωτερικά πρακτικά προβλήματα του Ιράν πιο πάνω από ιδεολογικοποιημένες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις. Με ανάλογο τρόπο, και το σύνθημα «Με τσαντόρ ή χωρίς τσαντόρ, θάνατος στον Δικτάτορα» δείχνει ίσως μια υπέρβαση του κλασικού διλήμματος «κοσμικό κράτος – ισλαμισμός».

Αυτήν την πραγματιστική αντιμετώπιση μπορούμε και να τη διαβάσουμε μέσα από τις πολιτικές εξελίξεις. Το Πράσινο Κίνημα δεν εξελίχθηκε σε κάποια βίαιη εξέγερση εναντίον του καθεστώτος: τα γεγονότα της Συρίας ή της Λιβύης είναι το αρνητικό παράδειγμα, που η ιρανική νεολαία δεν φαίνεται να θέλει ν’ ακολουθήσει. Τα εκατομμύρια Ιρανοί που βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν, δεν επέλεξαν όλοι τη συνολική απόρριψη του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα, το 2013 πολλοί ψήφισαν έναν υποψήφιο (η συμμετοχή στις εκλογές δεν ήταν πολύ χαμηλότερη από άλλες εκλογικές αναμετρήσεις), ο οποίος μπορούσε να εφαρμόσει έστω κάποιες από τις απαιτήσεις τους, αλλά να είναι ταυτόχρονα και πιο αποδεκτός από το καθεστώς. Και σήμερα πολλοί είναι περισσότερο απασχολημένοι με το να υπερασπίζονται τον Πρόεδρο που ψήφισαν από τις επιθέσεις των σκληροπυρηνικών, παρά να σχεδιάζουν την ανατροπή του καθεστώτος.

Αν όλα αυτά ισχύουν, και σε συνδυασμό με τη χαλάρωση του αποκλεισμού και την καλυτέρευση των σχέσεων με τη Δύση, η ιρανική κοινωνία μπορεί να πετύχει μια σταδιακή και ειρηνική μετάβαση σ’ ένα πιο ελεύθερο σύστημα. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η πολιτική ασάφεια και ο πραγματισμός των κοινωνικών κινημάτων, μπορεί από δύναμη να γίνει και η αδυναμία τους. Αν δεν μπορούν να δώσουν π.χ. απάντηση στο θέμα των οικονομικών αδικιών και ανισοτήτων, θ’ αφήσουν χώρο για δημαγωγικές συντηρητικές ή αντιδραστικές δυνάμεις να προσεταιρίζονται τα πιο αδύνατα οικονομικά στρώματα, κάτι που μάλλον έγινε και το 2005-9. Και που δεν είναι ίσως τόσο διαφορετικό από το τι γίνεται στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια σήμερα.


Πηγές

Τζιχαντισμος στον 21ο αιωνα

Κλασσικό

Το τζιχαντιστικό κίνημα ως ένα ιδιαίτερα βίαιο παρακλάδι του ισλαμισμού, είναι ένα θέμα που απασχόλησε αρκετές φορές αυτό το μπλογκ. Λογικό, αφού είτε μας αρέσει είτε όχι, παίζει πλέον κρίσιμο ρόλο σ’ ένα σημαντικό τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου.

‘Ενα άρθρο περιγράφει τις ρίζες και την εξέλιξη του ισλαμισμού, κατ’ επέκταση και του σαλαφισμού και του τζιχαντισμού, ως σύγχρονη ιδεολογία του αραβικού χώρου. Ένα άλλο επικεντρώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους (= ISIS = Νταές) και τη σύνδεση του με την αμερικάνικη πολιτική. Υπάρχει και ένα άρθρο που με αφορμή τις επιθέσεις εναντίον του Charlie Hebdo αναφέρεται στις θεωρίες περί «πολέμου των πολιτισμών», με τις οποίες κάποιοι προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο του τζιχαντισμού. Οι νέες εξελίξεις μας αναγκάζουν ίσως όλους να αντιμετωπίσουμε το θέμα και από μια πιο γενική άποψη.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσα τους, τη Ράκκα της Συρίας.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσά τους, τη Ράκκα της Συρίας.

Η έννοια της τζιχάντ ως ιερού πολέμου/αγώνα υπάρχει φυσικά όσο υπάρχει και το Ισλάμ. Δεν συνδέεται πάντα με τη βία: μπορεί να γίνει και με ειρηνικά μέσα, ενώ εννοείται και ως προσωπικός εσωτερικός αγώνας για να γίνει κάποιος καλός Μουσουλμάνος. Από πολιτική άποψη όμως, η έννοια του ένοπλου ιερού πολέμου είναι όντως σημαντική. Από την εμφάνιση του Ισλάμ συχνά ο κάθε Μουσουλμάνος ηγέτης προσπαθεί να νομιμοποιήσει θρησκευτικά τους πολέμους που διεξάγει επικαλούμενος την τζιχάντ – ακόμα και αν οι αντίπαλοι είναι άλλοι Μουσουλμάνοι. Ακόμα και στη σύγχρονη εποχή ένας κοσμικός Άραβας ηγέτης όπως ο Σαντάμ Χουσέιν μπορεί να επικαλείται την τζιχάντ για να στηρίξει έναν πόλεμο εναντίον μιας συμμαχίας χωρών, στην οποία μετέχουν και πολλές μουσουλμανικές.

Κάποιοι βιάζονται να δουν μια συνέχεια ανάμεσα σ’ αυτήν την παράδοση και τη σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία. Αυτή η χρήση της τζιχάντ ήταν όμως στην ουσία απλά η δικαιολόγηση «φυσιολογικών» πολέμων, στρατού εναντίον στρατού. Μπορεί φυσικά να περιείχαν λεηλασίες, βιασμούς, σφαγές αμάχων, όπως όλοι οι πόλεμοι, δεν ήταν όμως ένα ιδιαίτερο φαινόμενο βίας χαρακτηριστικό για τις μουσουλμανικές κοινότητες. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια ένδειξη ενός βαθμού βιαιότητας μεγαλύτερου από το «συνηθισμένο». Η μόνη ιδιαιτερότητα ήταν ότι υπήρχε ένας έτοιμος όρος για να δώσει στη βία θρησκευτικό περιεχόμενο – κάτι που φυσικά έκαναν και άλλες θρησκείες, δημιουργώντας νέους όρους (π.χ. Σταυροφορία).

Αντίθετα, η σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία, ιδιαίτερα στις ακραίες μορφές της Αλ Κάιντα ή του Ισλαμικού Κράτους (που διαφέρει π.χ. απ’ αυτή της Χεζμπολάχ με τους πολύ πιο πολιτικά και προσεκτικά επιλεγμένους στόχους), παίρνει συχνά τη μορφή μεμονωμένων επιθέσεων απέναντι σε άμαχους. Έχει στόχο έναν ψηλό αριθμό θυμάτων και τη δημιουργία εντυπώσεων, χωρίς να υπάρχει κάποιο άμεσο στρατιωτικό κέρδος. Αυτό δεν θυμίζει και πολύ τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς πολέμους στη Μέση Ανατολή, ούτε φυσικά τη δράση των Ασασίνων (όπως επίσης μάλλον άστοχα ισχυρίστηκαν κάποιοι), αλλά μοιάζει περισσότερο π.χ. στις επιθέσεις που γίνονται σε αμερικανικά σχολεία, ή αυτήν του Μπρέιβικ στη Νορβηγία. Στις τζιχαντιστικές υπάρχει βέβαια από πίσω μια μεγαλύτερη παγκόσμια δικτύωση, κατά τ’ άλλα όμως δεν διαφέρουν και τόσο. Πρέπει άρα να τις αντιμετωπίσουμε όχι ως συνέχεια μιας ιδιαίτερης παράδοσης, αλλά ως ένα φαινόμενο του σύγχρονου πολιτισμού, με ρίζες σε σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα.

Οι αραβικές και ευρωπαϊκές ρίζες

Αυτό που ονομάστηκε «τζιχαντιστικό» κίνημα γεννήθηκε  κυρίως στην Αίγυπτο στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Σημαντικό είναι να έχουμε υπόψη το πολιτικό πλαίσιο της εποχής (απόηχος της συντριπτικής ήττας των κοσμικών αραβικών καθεστώτων το ’67, φιλοαμερικάνικη και νεοφιλελεύθερη στροφή του νέου καθεστώτος Σαντάτ στην Αίγυπτο), αλλά και το κοινωνικό υπόβαθρο των πρώτων τζιχαντιστικών τάσεων. Το τυπικό προφίλ των ατόμων που κινήθηκαν προς τα εκεί ήταν: νέοι άντρες από χαμηλότερα μεσαία στρώματα, με κάποια τεχνική εκπαίδευση, συχνά άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι.

Αυτό μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε καλύτερα και τη σχέση με σύγχρονα προβλήματα, όπως την ψηλή ανεργία των νέων. Αυτή έχει γίνει συστημική όχι μόνο σε πολλές αραβικές κοινωνίες, αλλά και σε ευρωπαϊκές. Αυτό είναι μάλλον ένα καινούριο κοινωνικό φαινόμενο, που δεν υπήρχε μ’ αυτόν τον τρόπο σε παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες – όπως ήταν ακόμα πριν μερικές δεκαετίες  οι αραβικές (αλλά και η ελληνική). Παλιότερα, οι νέοι είχαν ένα καθορισμένο μέλλον: θα καλλιεργούσαν τα χωράφια των προγόνων τους, θα παντρευόντουσαν και θα έκαναν κι αυτοί παιδιά για να καλλιεργούν τα χωράφια μετά απ’ αυτούς.

Άσχετα αν οι υλικές συνθήκες για τη ζωή του μέσου ανθρώπου βελτιώθηκαν σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή η σιγουριά στις σύγχρονες αστικοποιημένες κοινωνίες (και σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν και οι περισσότερες αραβικές) έχει χαθεί. Σ’ αυτό έχει συμβάλλει φυσικά και η παγκόσμια άνοδος του νεοφιλελευθερισμού, που δεν άφησε ανέγγιχτες τις αραβικές κοινωνίες, ακυρώνοντας πολλά από τα κοινωνικά επιτεύγματα των εθνικιστικών-σοσιαλιστικών καθεστώτων.

Ο κίνδυνος της προσωπικής αποτυχίας ποτέ δεν ήταν ίσως τόσο έντονα αισθητός για τόσο πολλούς νέους. Ταυτόχρονα η πολιτική κατάσταση μοιάζει να μένει στάσιμη, λόγω διαφθοράς και απουσίας προοδευτικών ιδεολογικών εναλλακτικών. Αυτό είναι ένα περιβάλλον το οποίο ευνοεί την εξάπλωση συμπεριφορών ή ιδεολογιών εχθρικών προς τους κοινωνικούς κανόνες, ακόμα και αν δεν έχουν να προτείνουν κάτι καλύτερο. Και φυσικά αυτό δεν αφορά μόνο τα άμεσα θύματα αυτής της κατάστασης – ακόμα και νέοι με καλές υλικές προοπτικές θα επηρεαστούν ιδεολογικά από τη γενική κοινωνική ατμόσφαιρα.

Στην Ελλάδα αυτό μπορεί να παίρνει τη μορφή π.χ. του χουλιγκανισμού, του χρυσαυγιτισμού, αλλά και μιας στείρας επαναστατικότητας με μηδενιστικές τάσεις. Σε κοινωνίες όπως η γαλλική και άλλες δυτικοευρωπαϊκές, όπου ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας που νιώθει έντονα τον κίνδυνο της κοινωνικής αποτυχίας τυχαίνει να είναι μουσουλμανικής καταγωγής (η αποτυχία ένταξης των νέων με μεταναστευτική καταγωγή είναι χρόνιο πρόβλημα αυτών των κοινωνιών), δεν είναι παράξενο που μια ιδεολογία βίας με ισλαμικές αναφορές ασκεί έλξη.

Η παρουσίαση του τζιχαντισμού από τα καθεστωτικά μέσα ως το απόλυτο κακό μάλλον ευνοεί την εξάπλωσή του, αφού οι αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες (Μουσουλμάνοι ή μη) ενστικτωδώς θα αντιδράσουν σε ότι τους πουν οι ελίτ. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα σημαντικό ποσοστό (υπολογίζεται στο 25%) των στρατολογηθέντων μαχητών του Ισλαμικού Κράτους από δυτικοευρωπαϊκές χώρες είναι πρόσφατα προσηλυτισμένοι στο Ισλάμ. Κι αυτοί φαίνεται να είναι νέοι που βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον κίνδυνο αποτυχίας.

Σύγχρονη τζιχάντ εναντίον μουσουλμάνων

Η ιδιαιτερότητα των πρώτων «τζιχαντιστικών» πυρήνων σε σχέση με άλλα ισλαμιστικά κινήματα, ήταν μάλλον η κατηγορηματική απόρριψη του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ζούσαν ως μη γνήσιου ισλαμικού, και ο κεντρικός ρόλος που απέδιδαν στην ένοπλη τζιχάντ ως μέσου που θα έλυνε το πρόβλημα. Σημαντικό ιδεολογικό ρόλο έπαιξαν τα γραπτά του Αιγύπτιου Σαΐντ Κουτμπ, με βάση τα οποία περίπου όλες οι σύγχρονες κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των αραβικών, βρίσκονται στην κατάσταση τζαχιλίγια (άγνοιας), δηλαδή είναι στην ουσία μη μουσουλμανικές. Και ενάντια σ’ αυτήν την τζαχιλίγια ήταν ανάγκη να διεξαχθεί τζιχάντ. Αν και είναι αμφίβολο αν ο Κουτμπ θα ενέκρινε τις πράξεις των σημερινών τζιχαντιστών, αυτό μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε, γιατί η ισλαμιστική τρομοκρατία έχει κατά κύριο λόγο άλλους Μουσουλμάνους ως θύματα (κάτι που είναι καθαρό σε οποιονδήποτε δεν δίνει σημασία μόνο στις δυσανάλογα προβεβλημένες επιθέσεις σε δυτικές χώρες).

Ο Σαΐντ Κουτμπ () θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Υπήρξε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ως μέρος της καταστολής από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθηκε το1954 και εκτελέστηκε το 1966. Πηγή: www.economist.com/node/16588026

Ο Σαΐντ Κουτμπ θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Ως μέρος της καταστολής των ισλαμιστών από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθη το 1954 και εκτελέστηκε το 1966.
Πηγή εικόνας

Για να καταλάβουμε όμως την έλξη που ασκούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, πρέπει να έχουμε υπόψη και έναν άλλο πολύ σημαντικό παράγοντα: τη νέα σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών. Ειδικά στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, αυτός ήταν ίσως ο κρισιμότερος παράγοντας. Παρά την εισροή ξένων μαχητών, η πλειοψηφία τους φαίνεται ότι είναι ντόπιοι, Σύριοι ή Ιρακινοί Σουνίτες.

Χαρακτηριστικό του Ισλαμικού Κράτους από την αρχή της δράσης του, μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ήταν ότι έβαζε στο στόχαστρο κυρίως τους Σιίτες. Σε εποχές που οι Σουνίτες τόσο του Ιράκ όσο και της Συρίας νιώθουν αποξενωμένοι από τα κράτη τους, τα οποία θεωρούν ελεγχόμενα από Σιίτες και αδιάφορα για την ασφάλειά τους, το Ισλαμικό Κράτος μπορεί να φαίνεται ως η μόνη δύναμη που τους υπερασπίζεται. Οι Σιίτες είναι γι’ αυτούς ο πιο ορατός και άμεσος εχθρός. Οι τζιχαντιστές εκμεταλλεύονται (και ενισχύουν οι ίδιοι) την άνοδο αυτού του σεχταρισμού και επενδύουν στη σουνιτική ταυτότητα. Αυτός ο «σουνιτικός εθνικισμός» μπορεί τελικά να έχει περισσότερο βάρος από τα καθαρά θρησκευτικά θέματα – εξάλλου στο πλευρό του Νταές πολεμούν και πρώην μπααθικοί, δηλ. κοσμικοί Άραβες εθνικιστές, με σουνιτική καταγωγή.

Αποικιοκρατία και τζιχαντισμός

Το θέμα της αποικιοκρατίας είναι ένα που επανέρχεται συχνά στο δημόσιο διάλογο περί τζιχαντισμού. Πολλοί αρνούνται ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στα δύο, παραπέμποντας στην απουσία ανάλογων πρακτικών από κατοίκους άλλων, μη-μουσουλμανικών, πρώην αποικιών.

Έχουν ίσως δίκαιο από την άποψη ότι το ένα δεν οδηγεί απαραίτητα στο άλλο. Δεν μπορούμε όμως να μη βλέπουμε το ρόλο που παίζει το αποικιοκρατικό παρελθόν ως εχθρικό σύμβολο για τους τζιχαντιστές – όπως και το ότι αυτοί δυνάμωσαν ακριβώς την εποχή που άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές ιδεολογίες (παναραβισμός, σοσιαλισμός) φαίνονταν να αποτυγχάνουν.

Μένοντας στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, πολλοί απ’ έξω δεν πρόσεξαν ίσως τη σημασία που αυτό δίνει στην κατάργηση των συνόρων που προέρχονται από τη συμφωνία Σάικς-Πικό. Μ’ αυτήν τη συμφωνία ανάμεσα σε Άγγλους και Γάλλους είχαν οριοθετηθεί οι σφαίρες επιρροής τους στη Μέση Ανατολή. Σ’ αυτήν βασίζονται και τα σημερινά σύνορα, ειδικά αυτό ανάμεσα στη Συρία και το Ιράκ, που δεν έχει καμία άλλη φυσικο-γεωγραφική, ανθρωπογεωγραφική ή ιστορική βάση. Και οι δύο πλευρές αυτού του συνόρου κατοικούνται παρεμπιπτόντως κυρίως από Σουνίτες Άραβες.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Αφού το Ισλαμικό Κράτος έθεσε τόσο το Δυτικό Ιράκ όσο και την Ανατολική Συρία υπό τον έλεγχό του, αυτό το σύνορο σήμερα πρακτικά δεν υπάρχει πλέον. Κάτι που το ΙΚ δεν παραλείπει να διαφημίζει, ως απόδειξη της περιφρόνησης προς το αποικιοκρατικό παρελθόν και της κληρονομιάς που αυτό άφησε. Και το ότι αυτό το πέτυχαν τελικά οι τζιχαντιστές, ενώ είχαν αποτύχει όλες οι άλλες ενωτικές δυνάμεις που στόχευαν στην κατάργησή του (παναραβιστές, σοσιαλιστές, Σύριοι εθνικιστές), έχει φυσικά μια βαρύτητα.

Τέλος, όσον αφορά και το σύγχρονο ιμπεριαλισμό, πολύ σημαντικός ήταν ο ρόλος που έπαιξαν στρατιωτικές επεμβάσεις, π.χ. της Ρωσίας στο Αφγανιστάν και στη Τσετσενία, των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αυτές ενίσχυσαν τη στρατολόγηση νέων τζιχαντιστών, την παγκόσμια δικτύωσή τους, αλλά και την απόκτηση πολεμικής πείρας, που αποδεικνύεται πολύτιμη σήμερα στη Συρία και αλλού.


Το πρόβλημα του τζιχαντισμού είναι δυστυχώς κάτι με το οποίο θα ζούμε μάλλον για τουλάχιστον μερικές δεκαετίες ακόμα. Ακόμα και αν όλοι οι παράγοντες που αναφέραμε ως αιτίες εξαφανίζονταν (και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι θα γίνει κάτι τέτοιο), θα χρειαζόταν πολύς καιρός για να χάσει αυτό το κίνημα τη δυναμική που απέκτησε.

Το λάθος είναι να το δούμε ως «σύγκρουση δυτικού και ισλαμικού πολιτισμού» – και, ακόμα χειρότερα, να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ως σύμμαχους ή και μέρος του δυτικού. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι οργανώσεις όπως το Νταές δεν εχθρεύονται (μόνο) το δυτικό πολιτισμό – εχθρεύονται και το μεσανατολικό πολιτισμό, τον οποίο χαρακτηρίζει επί αιώνες η ανοχή και η σχετικά ειρηνική συνύπαρξη πολλών διαφορετικών θρησκειών. Σ’ αυτά τα πλαίσια, έχει μεγάλη σημασία το πως θα χειριστούμε το θέμα της συμβίωσης διαφορετικών εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων – που, μέσω του προσφυγικού κύματος, θα επανέλθει αναπόφευκτα και στις χώρες μας.

Σχετικά άρθρα/βιβλία/ντοκυμαντέρ:

Δικτατορια στο Νειλο

Κλασσικό

Το βίντεο αυτό παρουσιάζει τη συνέντευξη του Σαμίχ Ναγκίμπ στην εβδομαδιαία εκπομπή του Ταρίκ Αλί «The World Today». Ο Σαμίχ Ναγκίμπ είναι μέλος των Επαναστατών Σοσιαλιστών, μιας οργάνωσης της αιγυπτιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς που έγινε γνωστή και λόγω της δυναμικής της συμμετοχής στην εξέγερση του 2011 και μετά (αναφέρθηκε σύντομα και σ’ αυτό το άρθρο). Βρίσκονταν τα τελευταία χρόνια πάντα με συνέπεια απέναντι στο εκάστοτε καθεστώς, είτε του Μουμπάρακ, είτε στο SCAF, είτε του Μόρσι και τώρα του Σίσι. Νομίζω ότι η συνέντευξη προσφέρει μια διαφορετική άποψη για τα γεγονότα της Αιγύπτου απ’ αυτές που συνηθίζουν να βγαίνουν προς τα έξω.

Σημαντικό σημείο είναι η ιδέα ότι η Επανάσταση προδόθηκε διπλά: μία από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, και μία από την «παραδοσιακή Αριστερά».

Όσον αφορά τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, ενδιαφέρουσα είναι η άποψη ότι ο λόγος της αποτυχίας τους δεν ήταν η «ακρότητά» τους, αλλά ακριβώς η έλλειψη ριζοσπαστισμού και η βαθιά συστημικότητά τους. Προσπαθώντας να συμβιβαστούν με το (σε μεγάλο βαθμό στρατιωτικό) σύστημα και να κυβερνήσουν περίπου στις γραμμές που κυβέρνησαν οι προκάτοχοί τους, αποξενώθηκαν από τα επαναστατικά κινήματα, χάρη στα οποία είχαν καταφέρει να βρεθούν στην εξουσία. Όταν τελικά τα στοιχεία του προηγούμενου καθεστώτος αποφάσισαν να τους ανατρέψουν, δεν μπορούσαν να ελπίζουν στα κινήματα για να τους υπερασπιστούν.

Από την άλλη, η παραδοσιακή («παλιά» είναι το επίθετο που χρησιμοποιεί ο Ναγκίμπ) κοσμική Αριστερά και οι Νασερικοί δεν δίστασαν να υποστηρίξουν ένα τόσο αιμοσταγές και συντηρητικό καθεστώς όπως αυτό του Σίσι, με μόνη δικαιολογία ότι αυτό τους απάλλαξε από τους Ισλαμιστές. Αυτό βασίζεται κατά το Ναγκίμπ σε μια αντίληψη ότι ο ισλαμισμός οποιασδήποτε απόχρωσης είναι κάτι σαν το φασισμό, άρα ακόμα και μια σκληρή «κοσμική» και καπιταλιστική δικτατορία είναι προτιμότερη. Μ’ αυτήν τη λογική, και συμμαχώντας ουσιαστικά με μια τέτοια δικτατορία, αφήνουν φυσικά ελεύθερο πεδίο στους ισλαμιστές να παρουσιάζονται ως η μόνη αξιόπιστη εναλλακτική δύναμη.

Κατά το Ναγκίμπ, αυτή η στάση της παραδοσιακής Αριστεράς έχει ιστορία πίσω της: ήδη επί Νάσερ αυτή προτίμησε να ανεχτεί ένα περίπου στρατιωτικό καθεστώς. Αν όμως τότε υπήρχε το ελαφρυντικό ότι το καθεστώς Νάσερ ήταν αντι-ιμπεριαλιστικό, φιλολαϊκό και προώθησε πολλές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ποια δικαιολογία μπορεί να ισχύει για τη στήριξη στο Σίσι; Για ένα καθεστώς δηλαδή, που όχι μόνο είναι αυταρχικό και καταπιεστικό, αλλά ταυτόχρονα φιλο-ιμπεριαλιστικό και φιλο-ισραηλινό και με νεοφιλελεύθερο οικονομικό προσανατολισμό; Και που βασίζεται κυρίως στη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας;

Όσον αφορά το μέλλον, ο Ναγκίμπ προβλέπει ότι και το καινούριο καθεστώς θα είναι ασταθές – τόσο για εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς λόγους. Στους εξωτερικούς, σίγουρα λόγος ανησυχίας είναι η ενδεχόμενη αποδυνάμωση της Σαουδικής Αραβίας, του κυριότερου σύμμαχου του Σίσι. Αυτή η αποδυνάμωση φαίνεται π.χ. και τώρα στην περίπτωση της σαουδικής  Υεμένης, αλλά μπορεί να συνεχιστεί με μια πιθανή αμερικανο-ιρανική προσέγγιση. Θα είναι τότε δύσκολο να υποστηριχθεί μια οικονομία τόσο προβληματική όσο της Αιγύπτου, κάτι που θα οδηγήσει πάλι σε κοινωνική αναταραχή. Επικίνδυνη όμως για το καθεστώς είναι και η επαναστατική εμπειρία που άφησε πίσω σε εκατοντάδες χιλιάδες Αιγύπτιους νέους η εξέγερση του 2011: όσο κι αν καταπιεστεί, αυτή δεν μπορεί έτσι απλά να εξαφανιστεί.

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 2: Ισλαμισμος

Κλασσικό

Ο ισλαμισμός είναι μάλλον η πρώτη ιδεολογία που έρχεται στο μυαλό κάποιου όταν ακούει τη φράση «αραβικός κόσμος». Για τους περισσότερους έχει συνδεθεί με ιδιαίτερα αρνητικές εικόνες, όπως οι πρόσφατοι αποκεφαλισμοί από το Ισλαμικό Κράτος. Όπως όμως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, δεν ήταν πάντα αυτή η σημαντικότερη ιδεολογία στον αραβικό χώρο – ούτε είναι κατ’ ανάγκη σήμερα. Είναι παρ’ όλα αυτά σημαντικό να δούμε τι είναι ο ισλαμισμός και οι εσωτερικές του διαφοροποιήσεις.

Οι ρίζες: Σαλαφίγια και πανισλαμισμός

Όταν μιλάμε για τις ρίζες του ισλαμισμού, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι στον αραβόφωνο χώρο η εξουσία είχε επί 13 αιώνες και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα έτσι κι αλλιώς αναφορά στο Ισλάμ και τη Σαρία (τον ιερό νόμο). Το ερώτημα που έμπαινε δηλαδή στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν ήταν τόσο αν πρέπει η Σαρία να είναι ο νόμος του κράτους, όπως τίθεται από τους σημερινούς ισλαμιστές ως αντίδραση στην εκκοσμίκευση.

Το κύριο πρόβλημα που μάλλον απασχολούσε τους Άραβες διανοούμενους της εποχής ήταν η ολοένα και πιο εμφανής υπανάπτυξη σε σχέση με τη Δύση. Η πολιτική της επίπτωση ήταν ότι πολλές αραβικές χώρες βρέθηκαν για πρώτη φορά υπό έντονη δυτική μη-μουσουλμανική εξάρτηση, που έμελλε σύντομα να εξελιχθεί σε ανοικτή αποικιοκρατία, ιδιαίτερα στη Βόρεια Αφρική. Το οθωμανικό πλαίσιο φαινόταν να είναι όχι μόνο ανίκανο να υπερασπιστεί τη «χώρα του Ισλάμ» από τους εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και εσωτερικά εντελώς αναποτελεσματικό. Ήταν φανερό ότι υπήρχε η ανάγκη μιας ανανέωσης.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, γεννήθηκε κυρίως ανάμεσα στους διανοούμενους της Αιγύπτου το σαλαφιστικό κίνημα. Σήμερα μπορεί η λέξη «σαλαφισμός» να μας φέρνει στο νου το πιο ακραίο και δογματικό Ισλάμ, τότε όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Οι διανοούμενοι που εκπροσωπούσαν αυτό το κίνημα (π.χ. ο Μουχάμαντ Αμπντούχήθελαν μάλλον ένα Ισλάμ ικανό να ανταγωνιστεί τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, με έμφαση στην αρχή της λογικής και στον εκσυγχρονισμό της παιδείας. Η εξιδανίκευση της εποχής του Μωάμεθ και η ανάγκη επιστροφής σ’ αυτό το ιδανικό (από το οποίο οι σύγχρονες μουσουλμανικές κοινωνίες είχαν κατά την άποψή τους απομακρυνθεί), είναι πάντως κάτι κοινό με τα ισλαμιστικά κινήματα που θα ακολουθούσαν – εκεί βρίσκονται και οι ρίζες αυτού που ονομάζουμε σήμερα φονταμενταλισμό.

Παράλληλα και σε σύνδεση μ’ αυτό αναπτύχθηκαν πανισλαμιστικές ιδέες, δηλαδή της ένωσης όλων των Μουσουλμάνων σ’ ένα κράτος, προκειμένου να μπορούν να αντισταθούν με επιτυχία στο δυτικό επεκτατισμό. Αυτός ο πανισλαμισμός  ήταν περισσότερο μια εστίαση στην κοινή ισλαμική ταυτότητα. Πολλοί από τους κύριους εκφραστές του είχαν μάλλον  εκσυγχρονιστικό προφίλ. Πιο σωστό θα ήταν ίσως να τον θεωρήσουμε ως ένα είδος μουσουλμανικού «εθνικισμού» – ο οποίος πάντως επίσης υιοθετήθηκε από τους ισλαμιστές του επόμενου αιώνα.

Ο Τζαμάλ αλ-Ντιν αλ-Αφγκάνι (1838-1897) ήταν παρά το όνομά του μάλλον περσικής σιιτικής καταγωγής (την οποία πιθανόν να ήθελε να κρύψει, δρώντας στη σουνιτική Οθωμανική Αυτοκρατορία). Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Μουσουλμάνους φιλόσοφους του 19ου αιώνα: τόνιζε τη σημασία της θρησκείας στην κοινωνία, καθώς και την ανάγκη ισλαμικής ενότητας και καταπολέμησης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Από πολλούς Μουσουλμάνους ηγέτες θεωρήθηκε πάντως αιρετικός και αναγκάστηκε κατά διαστήματα να διαφύγει στην Ευρώπη. Πηγή: www.britannica.com

Ο Τζαμάλ αλ-Ντιν αλ-Αφγκάνι (1838-1897) ήταν παρά το όνομά του μάλλον περσικής σιιτικής καταγωγής (την οποία πιθανόν να ήθελε για ευνόητους λόγους να κρύψει). Τόνιζε τη σημασία της θρησκείας στην κοινωνία, καθώς και την ανάγκη ισλαμικής ενότητας και αντίστασης στη δυτική κυριαρχία – λαμβάνοντας όμως υπόψη και τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις της Δύσης. Από πολλούς Μουσουλμάνους θεωρήθηκε πάντως αιρετικός και αναγκάστηκε κατά διαστήματα να διαφύγει στην Ευρώπη.
Πηγή εικόνας

Η δεξιά στροφή στον αραβικό κόσμο

Στη συνέχεια, όπως είδαμε και στο προηγούμενο άρθρο, οι πανισλαμικές ιδέες μπήκαν στο περιθώριο. Οι Τούρκοι και οι Πέρσες πήραν τους δικούς τους ξεχωριστούς δρόμους και στους Άραβες επικράτησε η αραβική εθνική ιδέα, που ένωνε Μουσουλμάνους και Χριστιανούς. Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 αυτή η ιδέα πήρε σοσιαλιστικά και κοσμικά χαρακτηριστικά.

Αυτή η κατάσταση άλλαξε όμως πάλι μετά την τραυματική συντριβή των Αράβων από το Ισραήλ το 1967. Η παναραβική ιδέα έμοιαζε πλέον αποτυχημένη. Αυτό οδήγησε από τη μια μεριά σε αριστερή ριζοσπαστικοποίηση (όπως θα δούμε σε ένα από τα επόμενα άρθρα), από την άλλη όμως και σε μια πιο συντηρητική στροφή, πίσω πάλι στις παλιές ισλαμικές αξίες. Πιο καθαρά εκφράστηκε αυτή η στροφή στην Αίγυπτο, όπου ο διάδοχος του Νάσερ, ο Σαντάτ, εγκατέλειψε τα σοσιαλιστικά στοιχεία για χάρη του οικονομικού φιλελευθερισμού, προσέγγισε τις ΗΠΑ εις βάρος της ΕΣΣΔ – και ταυτόχρονα προώθησε το ρόλο του Ισλάμ στην κοινωνία, κάνοντας και τη Σαρία μέρος του Συντάγματος.

Σ’ αυτήν τη «δεξιά στροφή» έπαιξε όμως ρόλο και μια άλλη σημαντική γεωπολιτική αλλαγή: ο πλουτισμός των συντηρητικών μοναρχιών του Κόλπου μέσω του πετρελαίου. Αυτός αύξησε και το πολιτικό τους βάρος μέσα στον αραβικό κόσμο. Κεντρικό ρόλο έπαιξε (και παίζει) η Σαουδική Αραβία, μια απόλυτη μοναρχία που στηρίζεται στη συμμαχία με τον ουαχαμπιτισμό. Ο τελευταίος είναι μια μορφή ακραίου πουριτανικού Ισλάμ, που γεννήθηκε τον 18ο αιώνα. Η σαουδική μοναρχία επιδίωξε να αυξήσει την επιρροή της σε άλλες αραβικές χώρες: σ’ αυτό ανήκε φυσικά και η χρηματοδότηση ομάδων με ιδεολογία κοντινή στη δική της.

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα ως δημοκρατικός ισλαμισμός;

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα («Ιχουάν» στα αραβικά) είχε ήδη ιδρυθεί το 1928 από τον Αιγύπτιο δάσκαλο Χασάν αλ Μπάνα. Εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Αμπντούχ και του αλ-Αφγκάνι, θέλοντας να τις εφαρμόσει στην πολιτική πράξη. Η ρητορική περί κοινωνικής αλληλεγγύης και ο αγώνας ενάντια στην αποικιοκρατία τη βοήθησαν να προσελκύσει οπαδούς. Απέρριπτε και το δυτικό καπιταλισμό και τον κομμουνισμό λόγω της κοσμικής τους φύσης: πρότεινε έναν τρίτο δρόμο, που θα ερχόταν με την εγκατάσταση μιας «ισλαμικής τάξης». Εναντιώθηκε στο διαχωρισμό κράτους-θρησκείας, που είχε ήδη αρχίσει να φτάνει και στον αραβικό κόσμο. Ταυτόχρονα όμως δεχόταν την αρχή της λαϊκής δημοκρατικής συμμετοχής στη διακυβέρνηση, ερμηνεύοντας την μάλιστα ως αρχαία ισλαμική αρχή – έπρεπε φυσικά να μένει στα πλαίσια του ιερού νόμου. Ουσιαστικά γεννιέται έτσι ο ισλαμισμός ως σύγχρονη ιδεολογία.

Η Αδελφότητα υποστήριξε την επανάσταση του Νάσερ, γρήγορα όμως συγκρούστηκε μαζί του λόγω της κοσμικότητας του καθεστώτος. Αυτός αποφάσισε να καταστείλει την οργάνωση με σκληρό τρόπο. Πολλά μέλη της συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν. Αυτή η καταπίεση οδήγησε και σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση, όπως θα δούμε πιο κάτω. Μετά τον Νάσερ πάντως, η καταστολή εναντίον της Αδελφότητας χαλάρωσε αρκετά. Πολλά μέλη της προσπάθησαν να ασκήσουν επιρροή συμμετέχοντας στο υπάρχον πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Αυτή η μισο-νομιμότητα εξηγεί ίσως και τους αρχικούς δισταγμούς της ηγεσίας της να συμμετάσχει στην πρόσφατη εξέγερση που οδήγησε στην ανατροπή του Μουμπάρακ.

Το σύμβολο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.  Πηγή:  www.investigativeproject.org

Το σύμβολο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.
Πηγή εικόνας

Παραρτήματα της Μ. Α. ή συγγενικές οργανώσεις ιδρύθηκαν σε πολλές αραβικές χώρες. Προσπάθησαν να καταλάβουν την εξουσία με διαφορετικούς τρόπους: μέσω (αποτυχημένης) επανάστασης στη Συρία το 1979-82, μέσω εκλογών και στη συνέχεια με ένοπλο κίνημα στην Αλγερία. Η Χαμάς το πέτυχε (μερικώς) το 2006 μέσω εκλογών, ενώ με την Αραβική Άνοιξη ακολούθησε πρώτα η Εννάχντα στην Τυνησία και μετά η ίδια η Αδελφότητα στην Αίγυπτο.

Πώς όμως έφτασαν τέτοια κινήματα να έχουν τόση αποδοχή και να διεκδικούν την εξουσία; Εκτός από τους λόγους που αναφέρθηκαν πριν, ένα ρόλο πρέπει να έπαιξαν και η άνοδος του οικονομικού φιλελευθερισμού μαζί με την απόσυρση του κράτους από διάφορες κοινωνικές υπηρεσίες. Οργανώσεις όπως η Αδελφότητα (αν και ακόμα παράνομη) ήταν εκεί για να αναπληρώσουν το κενό – έκαναν φιλανθρωπικές δράσεις, διαχειρίζονταν νοσοκομεία, σχολεία, νηπιαγωγεία που συχνά λειτουργούσαν καλύτερα από τα αντίστοιχα κρατικά. Σιγά σιγά άρχιζαν να αποκτούν ρίζες στον κόσμο.

Σήμερα κάποιοι βλέπουν σ’ αυτές τις οργανώσεις τη δύναμη ενός δημοκρατικού, ίσως ακόμα και φιλοκαπιταλιστικού ισλαμισμού, στα πρότυπα του ερντογανικού κινήματος (το οποίο τα θεωρεί συγγενικά του) – κάτι σαν το ανάλογο της Χριστιανοδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μένει ακόμα να δούμε την εξέλιξή τους – η συμμετοχή τους στη διακυβέρνηση, εκεί όπου αυτή τους επιτρέπεται, τα αναγκάζει σίγουρα να είναι πιο μετριοπαθή. Πάντως δεν έχουν καταφέρει να πείσουν τους εχθρούς τους ότι δεν είναι επικίνδυνα, όπως είδαμε από την πολύ μεγάλη αντίδραση εναντίον τους στην Αίγυπτο, που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησής τους μετά από μόλις έναν χρόνο.

Ο Ρασίντ Γκανούσι, ιδρυτής και πνευματικός ηγέτης του κόμματος Εννάχντα. Το κόμμα ήταν ο πυρήνας της πρώτης δημοκρατικά κυβέρνησης της Τυνησίας μετά την εξέγερση του '11. Τα τρία χρόνια διακυβέρνησης δεν θεωρήθηκαν πετυχημένα - οι εκλογές του '14 το έβαλαν σε ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πηγή εικόνας: http://www.aljazeera.com/indepth/opinion/2012/04/20124795440442662.html

Ο Ρασίντ Γκανούσι, ιδρυτής και πνευματικός ηγέτης του κόμματος Εννάχντα. Το κόμμα ήταν ο πυρήνας της πρώτης δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης της Τυνησίας μετά την εξέγερση του ’11. Τα τρία χρόνια διακυβέρνησης δεν θεωρήθηκαν πετυχημένα – οι εκλογές του ’14 το έβαλαν σε ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Πηγή εικόνας 

Τα δείγματα που έχουν δώσει αυτές οι οργανώσεις μέχρι τώρα δείχνουν πάντως ότι διαφέρουν τουλάχιστον σ’ έναν τομέα από αυτές που θα περιγραφούν στη συνέχεια: αν και σουνιτικές, δεν διστάζουν να προσεγγίσουν ή ακόμα και να συνεργαστούν (στην περίπτωση της Χαμάς) με το σιιτικό Ιράν. Αυτό πρέπει ίσως να το δούμε όντως ως ένα στοιχείο μετριοπάθειας.

Σαλαφιστές και Τζιχαντιστές

Όπως ήδη είπαμε, η  γενική αποτυχία των εθνικιστικών καθεστώτων τόσο εξωτερικά (πάλη ενάντια στο Ισραήλ, αραβική ενοποίηση, απεξάρτηση από τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις) όσο και εσωτερικά (αποδυνάμωση κοινωνικού κράτους, διαφθορά, οικονομική στασιμότητα, ανεργία) έκανε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ αυτά. Αυτό το κενό το εκμεταλλεύτηκαν όχι μόνο οργανώσεις όπως η Αδελφότητα ή η Χαμάς, αλλά και άλλες πιο ακραίες.

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα ανανεώθηκε το σαλαφιστικό κίνημα (από τη λέξη σαλάφ: αναφέρεται στους πρώτους Μουσουλμάνους της εποχής του Προφήτη), αλλά με αρκετά διαφορετικό χαρακτήρα από τον πρόγονό του του 19ου αιώνα. Οι οργανώσεις αυτές πρεσβεύουν ένα ακραία πουριτανικό και δογματικό Ισλάμ – εξάλλου συχνά η χρηματοδότησή τους προέρχεται από την ουαχαμπιτική Σαουδική Αραβία. Παίρνουν τα ιερά κείμενα κατά λέξη και απορρίπτουν κάθε προσπάθεια λογικής ερμηνείας τους. Σε αντίθεση με την Αδελφότητα δίνουν περισσότερο βάρος στην προσωπική ηθική παρά σε ένα γενικό πολιτικό πρόγραμμα και απορρίπτουν την ιδέα της δημοκρατίας. Έβλεπαν μάλιστα την πολιτική συμμετοχή της Αδελφότητας ως παρέκκλιση από τον σωστό ισλαμικό δρόμο. Μόλις μετά την εξέγερση του ’11 αποφάσισαν τελικά κάποια τμήματα του αιγυπτιακού σαλαφισμού να συμμετάσχουν στον πολιτικό στίβο, πετυχαίνοντας μάλιστα με 28% τη δεύτερη θέση στις εκλογές – μια σίγουρα περίεργη απόφαση, με βάση τη μέχρι τώρα πορεία τους. 

Εκδήλωση Σαλαφιστών στην Αίγυπτο. Πηγή: www.nytimes.com/2011/12/11/world/middleeast/salafis-in-egypt-have-more-than-just-religious-appeal.html?pagewanted=all&_r=0

Εκδήλωση Σαλαφιστών στην Αίγυπτο.
Πηγή εικόνας

Στη μεγάλη του πλειοψηφία πάντως το σαλαφιστικό κίνημα είναι ειρηνικό. Παράλληλα και σε σύνδεση με αυτό όμως αναπτύχθηκε και μια ιδιαίτερη τάση, που έμελλε να γίνει παγκόσμια γνωστή, μέσω οργανώσεων όπως η Αλ Κάιντα ή το Ισλαμικό Κράτος. Πρώτα όμως ας επιστρέψουμε μερικά χρόνια πίσω.

Σημείο αναφοράς για το ισλαμιστικό κίνημα είναι ο Αιγύπτιος Σαγίντ Κουτμπ, γεννημένος το 1906. Στα πρώτα του χρόνια ήταν μάλλον απλά ένας φιλελεύθερος διανοούμενος, στη συνέχεια όμως στράφηκε στην αναζήτηση του ιδανικού Ισλάμ, όπως είχε υπάρξει την εποχή του Μωάμεθ και των πρώτων διαδόχων του. Σ’ αυτό έπαιξε ρόλο και η διετής του παραμονή στις ΗΠΑ και αυτό που εισέπραξε ως δυτικό πολιτισμό: υλισμό, ανηθικότητα και ρατσισμό.

Τα γραπτά του είχαν ένα έντονα ριζοσπαστικό και επαναστατικό ύφος σε μια περίεργη ανάμειξη με θρησκευτικό φονταμενταλισμό – κάποιοι το ονόμασαν «αναρχο-ισλαμισμό». Αρνείται να αναγνωρίσει οποιαδήποτε ανθρώπινη εξουσία ή νόμο άλλoν από τον ιερό νόμο του Θεού. Τα αραβικά καθεστώτα (όπως και τη σύγχρονη αραβική κοινωνία γενικά) δεν τα δέχεται ως γνήσια μουσουλμανικά και άρα τα θεωρεί εχθρούς. Ενώ ξεκαθαρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει εξαναγκασμός στο Ισλάμ, επιβάλλεται να επικρατήσει παντού ο ιερός νόμος – που θα δώσει την ελευθερία σε κάθε άνθρωπο να αποφασίσει μόνος του αν θα ακολουθήσει το δρόμο του Θεού ή όχι. Αυτό είναι δυνατόν μόνο αν καταστραφούν μέσω της τζιχάντ όλοι οι θεσμοί που τον εμποδίζουν.

Ο Σαΐντ Κουτμπ () θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Υπήρξε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ως μέρος της καταστολής από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθηκε το1954 και εκτελέστηκε το 1966. Πηγή: www.economist.com/node/16588026

Ο Σαγίντ Κουτμπ θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Υπήρξε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ως μέρος της καταστολής από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθηκε το1954 και εκτελέστηκε το 1966.
Πηγή εικόνας

Ο,τι και αν εννοούσε ο Κουτμπ όταν διατύπωνε αυτές τις θεωρίες, βοήθησαν στο να εμπνεύσουν τη βίαιη δράση του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Η πρώτη έκφραση του τελευταίου ήταν πάλι στην Αίγυπτο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ιδρύθηκαν πολλές μικρές ισλαμιστικές οργανώσεις. Τα μέλη τους ήταν κυρίως νέοι από τα κατώτερα μεσαία στρώματα, όχι σπάνια με κάποιου είδους σπουδές, αλλά συνήθως άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι. Απογοητευμένοι από τη γενική κατάσταση, που κατά την άποψή τους δεν είχε καμία σχέση με τις διδαχές του Προφήτη, στράφηκαν στην αναζήτηση του «πραγματικού Ισλάμ».

Η ιδιαιτερότητά τους, τουλάχιστον ενός μέρους τους, ήταν ότι έβλεπαν ως κεντρικό μουσουλμανικό καθήκον την τζιχάντ: εξ’ου και ο όρος τζιχαντισμός. Στην ισλαμική παράδοση η έννοια τζιχάντ αναφέρεται σε διάφορες μορφές πάλης,  από τις οποίες η ένοπλη είναι μόνο μία. Αυτοί όμως επικεντρώνονται ακριβώς εκεί (χαρακτηριστική για το βάρος που δίνεται στη βίαιη τζιχάντ είναι π.χ. η ένδειξη ότι οι δράστες της 11ης Σεπτεμβρίου κατανάλωσαν αλκοόλ την προηγούμενη νύχτα – αυτή η μικρή αμαρτία θεωρούνταν ασήμαντη σε σχέση με την επικείμενη πράξη τους, που θα τους εξασφάλιζε τη θέση στον παράδεισο). Επίσης σημαντική διαφορά από οργανώσεις όπως η Αδελφότητα είναι ο ελιτισμός που τους χαρακτηρίζει: δεν έχουν καμιά εκτίμηση σε δημοκρατικές διαδικασίες, αφού έτσι κι αλλιώς το έργο τους είναι υπόθεση λίγων εκλεκτών.

Το αιγυπτιακό κράτος το έβλεπαν ως μη-μουσουλμανικό και άρα ως νόμιμο στόχο. Έγιναν διάφορες βομβιστικές επιθέσεις και απαγωγές, ενώ η μεγάλη τους επιτυχία ήταν η δολοφονία του Προέδρου Σαντάτ. Η ίδια απόρριψη ίσχυε για τους «επίσημους» ιερωμένους, των οποίων οι αποφάσεις ή απόψεις θεωρούνται από τους τζιχαντιστές έτσι κι αλλιώς άκυρες.

Το κομβικό σημείο όμως για την εξάπλωση του τζιχαντισμού ήταν ο πόλεμος του Αφγανιστάν ενάντια στη σοβιετική εισβολή, ο οποίος στηρίχθηκε από τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία. Αν και οι ντόπιοι μαχητές είχαν πιθανόν τοπικά κίνητρα, πολλοί νέοι από αραβικές (και άλλες) χώρες ήρθαν να τους ενισχύσουν. Επιστρέφοντας από το Αφγανιστάν, έφερναν ήδη την εμπειρία της «τζιχάντ» μαζί τους. Αυτή η εμπειρία μπορούσε τώρα να εφαρμοστεί όπου ανά τον κόσμο κρινόταν αναγκαίο: στη Βοσνία, την Τσετσενία – και τώρα στη Συρία ή τη Λιβυή. Ένα τζιχαντιστικό δίκτυο εξαπλώθηκε στον κόσμο, με οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα ή τώρα το Ισλαμικό Κράτος. Ως εχθροί ορίζονται π.χ. η Δύση, τα (ημι-)κοσμικά αραβικά καθεστώτα – και τελευταία, όλο και πιο πολύ οι Σιίτες.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσα τους, τη Ράκκα της Συρίας. Πηγή

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην πρωτεύουσά τους, τη Ράκκα της Συρίας.
Πηγή εικόνας

Σιιτικός Ισλαμισμός: μια ιδιαίτερη περίπτωση

Τα κινήματα και τα πρόσωπα που αναφέρθηκαν μέχρι στιγμής ανήκουν όλα στην παράδοση του σουνιτικού Ισλάμ, το οποίο ακολουθεί και η μεγάλη πλειοψηφία των Μουσουλμάνων ανά τον κόσμο. Ισλαμιστικές οργανώσεις δημιουργήθηκαν όμως και στο σιιτικό χώρο, ιδιαίτερα μετά την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν. Σήμερα έχουν σημαντικό πολιτικό ρόλο σε αραβικές χώρες που οι Σιίτες αποτελούν την πλειοψηφία ή ισχυρή μειοψηφία. Οι Χούτι της Υεμένης έχουν τμήματα της επικράτειας υπό τον έλεγχό τους, στο Ιράκ ο πρωθυπουργός προέρχεται από το σιιτικό ισλαμιστικό κόμμα Νταγουά, ενώ στο Λίβανο η γνωστή Χεζμπολάχ παίζει κεντρικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Το πιο σημαντικό κοινό στοιχείο που έχουν αυτές οι οργανώσεις είναι η σύνδεσή τους με το Ιράν – τουλάχιστον έτσι τις βλέπουν οι σουνιτικές ελίτ.

Το ποσοστό των Σιιτών ανα χώρα (σ' αυτό συμπεριλαμβάνονται και οι Αλεβίτες και Αλαουίτες, που είναι ειδικές περιπτώσεις).

Το ποσοστό των Σιιτών ανα χώρα (σ’ αυτό συμπεριλαμβάνονται και οι Αλεβίτες και Αλαουίτες). Πηγή εικόνας

Ο σιιτικός ισλαμισμός έχει όμως ακόμα μια σημαντική ιδιαιτερότητα: έφερε στους κόλπους του ισλαμισμού το όπλο των επιθέσεων αυτοκτονίας, που πολλοί βλέπουν πλέον ως κάτι τυπικό της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η πρώτη που τόλμησε να χρησιμοποιήσει αυτό το όπλο ήταν η Χεζμπολάχ το 1982, στα πλαίσια της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή. Αυτό ίσως δεν είναι ασύνδετο με μια τάση αναζήτησης του μαρτυρικού θανάτου, που είναι πιο ισχυρή στην παράδοση του σιιτικού παρά του σουνιτικού Ισλάμ.

Σήμερα πάντως ο σιιτικός ισλαμισμός φαίνεται να είναι περισσότερο μια έκφραση σιιτικού «εθνικισμού», η υπεράσπιση των συμφερόντων της σιιτικής κοινότητας. Ταυτόχρονα μοιάζει να είναι η πιο μαχητική δύναμη ενάντια στο σουνιτικό τζιχαντισμό. Οι αναφερθείσες οργανώσεις πολεμούν ενάντια στην Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος σε όλα τα μέτωπα: στο Ιράκ, στη Συρία, στην Υεμένη. Αν μάλιστα το Ισλαμικό Κράτος επιτεθεί στο Λίβανο, θα δούμε πολύ πιθανόν τη Χεζμπολάχ στο ρόλο του στρατιωτικού υπερασπιστή της κοσμικότητας και του θρησκευτικού πλουραλισμού. Κάτι που σίγουρα θα μπερδέψει τους ανά τον κόσμο ισλαμοφοβικούς.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Συμπεράσματα

Πολύς κόσμος συνηθίζει να βλέπει τον ισλαμισμό σαν μια επιμονή στην παράδοση, την απόρριψη του σύγχρονου κόσμου και του εκδυτικισμού. Μ’ αυτό το άρθρο προσπάθησα να δείξω ότι δεν είναι τόσο απλό: ο ισλαμισμός είναι ένα σύγχρονο ρεύμα, το οποίο δημιουργήθηκε σε μια διαλεκτική σχέση με τη Δύση, δεχόμενο επιρροές και απορρίπτοντας άλλες – και πάντα εξαρτημένο από τις παγκόσμιες εξελίξεις. Δεν είναι απίθανο να έχει και εκσυγχρονιστικά στοιχεία, όπως π.χ. η απόρριψη των μυστικιστικών πρακτικών και προλήψεων που χαρακτηρίζουν το λαϊκό Ισλάμ. Επίσης, ο παγκόσμιος ισλαμισμός σίγουρα δεν είναι κάτι ενιαίο, όπως φάνηκε καθαρά και στο πρόσφατο αιγυπτιακό πραξικόπημα: ένα μεγάλο κομμάτι των Σαλαφιστών μαζί με τη ουαχαμπιτική Σαουδική Αραβία υποστήριξαν τον αιγυπτιακό στρατό ενάντια στη Μουσουλμανική Αδελφότητα.

Πάντως ο ισλαμισμός φαίνεται να παραμένει μια συντηρητική ως οπισθοδρομική ιδεολογία, παρά τις όποιες εκσυγχρονιστικές ή και σοσιαλιστικές τάσεις του. Η σημαντικότερη προσπάθεια ενός «αριστερού ισλαμισμού» δεν προέρχεται από τον αραβικό χώρο, αλλά από το Ιράν (Αλί Σαριάτι, Μουτζαχεντίν του Λαού) και ακόμα και εκεί έχει χάσει μάλλον κάθε δυναμική. Ένα μέρος του σημερινού ισλαμισμού στις αραβικές χώρες μπορεί ίσως να είναι τύπου Ερντογάν – δηλαδή κάτι σαν μια κεντροδεξιά δύναμη.

Φυσικά ως τέτοια πρέπει να γίνει σεβαστή και να έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει ισότιμα στην πολιτική ζωή. Η καταστολή το μόνο που θα κάνει είναι να δυναμώσει την τζιχαντιστική παράταξη (όπως ήδη έγινε στο παρελθόν), αφού ενισχύει και την άποψη της τελευταίας, ότι η ισλαμική πολιτική δραστηριότητα δεν είναι δυνατή μέσα σε δημοκρατικά πλαίσια. Έχουμε ήδη το κακό παράδειγμα της Αλγερίας, που δυστυχώς φαίνεται να επαναλαμβάνεται σήμερα στην Αίγυπτο.

Υπάρχει όμως ακόμα ένας σοβαρός λόγος, που ο ισλαμισμός δεν μπορεί να γίνει πραγματική δύναμη ενότητας και απεξάρτησης από τη Δύση. Αυτός είναι η θρησκευτική ποικιλία της αραβικής Ανατολής (το Μαγκρέμπ είναι άλλη ιστορία). Είναι σχεδόν απίθανο ένα ισλαμιστικό κόμμα να γίνει αποδεκτό από μεγάλα τμήματα του χριστιανικού πληθυσμού (η περίπτωση της Χεζμπολάχ είναι πολύ ειδική, και εξάλλου αυτή έχει εγκαταλείψει εδώ και καιρό τους θεοκρατικούς της στόχους), αλλά ούτε από τους Δρούζους ή τους Αλαουίτες. Επίσης, αν το κόμμα είναι σουνιτικό, θα αντιμετωπιστεί πιθανότατα εχθρικά από τους Σιίτες – και αντίστροφα. Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων δείχνουν ότι όπου δυναμώνουν ισλαμιστικά κινήματα, οδηγούν σε διχόνοια που εμποδίζει τον εκδημοκρατισμό.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων στην περιοχή του Λεβάντε.

Η θρησκευτική γεωγραφία της περιοχής του Λεβάντε – που δείχνει και τη βασική αδυναμία του Ισλαμισμού ως ενωτική ιδεολογία. Πηγή εικόνας

Είναι τέλος σημαντικό να κατανοήσουμε, ότι η σημερινή δύναμη των ισλαμιστικών κομμάτων είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων συγκυριών (στη διαμόρφωση των οποίων η Δύση κάθε άλλο παρά αμέτοχη ήταν) και όχι κάτι αναπόφευκτο στη Μέση Ανατολή. Το παράδειγμα της Τυνησίας δείχνει ότι οι ισλαμιστές μπορεί να φύγουν δημοκρατικά από την εξουσία τόσο γρήγορα όσο ήρθαν. Τόσο τα αραβικά δικτατορικά καθεστώτα όσο και οι (κρυφοί ή όχι) θαυμαστές τους, δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν αιώνια αυτή τη δικαιολογία για να εμποδίσουν τον εκδημοκρατισμό του αραβικού κόσμου.

Βιβλιογραφία

  • Peter Heine (2004): Terror in Allahs Name – Extremistische Kräfte in Islam.
  • Μαξίμ Ροντινσόν (1980): Οι Άραβες.
  • Andreas Meier (1995): Politische Strömungen im modernen Islam.
  • Sayyid Qutb (1964): Milestones.
  • Ali Bakr (2012): Egypt’s Salafists – A closer look. In: Ahram Online. (σύνδεσμος)
  • Nico Prucha (2012): An Interview with Islamist Scholar Abd al-Mun’im Moneep. In: Perspectives on Terrorism. (σύνδεσμος)

Σχετικά ντοκυμαντέρ/συνεντεύξεις:

Charlie Hebdo και ο πολεμος των πολιτισμων

Κλασσικό

Μετά τα πρόσφατα γεγονότα στο Παρίσι, πρέπει ίσως να παραδεχτούμε ότι οι αντιδράσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ ήταν σχετικά προσεκτικές. Με θλιβερή εξαίρεση το Σαμαρά, ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει το περιστατικό στον προεκλογικό του αγώνα, γενικά φαίνεται να απέφυγαν – τουλάχιστον προς το παρόν – να δώσουν διάσταση «πολιτισμικού πολέμου» («διαφωτισμένοι Ευρωπαίοι» εναντίον «φανατικών Μουσουλμάνων») και να ποντάρουν στα ξενοφοβικά αισθήματα των πληθυσμών τους.

Δυστυχώς, αυτό δε σημαίνει ότι τέτοιες σκέψεις δεν περνούν από το μυαλό των Ευρωπαίων πολιτών. Αυτό φαίνεται κι από το ότι αναφέρεται ως περίεργο που ένας από τους νεκρούς αστυνομικούς ήταν Μουσουλμάνος, περίπου σαν να ήταν λάθος των δολοφόνων. Προφανώς ο κόσμος ξεχνά ή αγνοεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανά τον κόσμο θυμάτων των φανατικών ισλαμιστών είναι οι κι ίδιοι Μουσουλμάνοι, όχι κατ’ ανάγκη λιγότερο θρήσκοι: στη Συρία, τη Λιβυή, το Ιράκ, το Πακιστάν ή το Αφγανιστάν. Για όλα αυτά τα χιλιάδες θύματα η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν ενδιαφέρεται και πολύ. Εξαίρεση είναι μάλλον όταν οι φανατικοί ισλαμιστές δολοφονούν μη-Μουσουλμάνους.

Ας αφήσουμε όμως κατά μέρος τις αντιφάσεις στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, που εξεγείρεται όταν φανατικοί ισλαμιστές διαπράττουν μια τέτοια δολοφονία (με σχετικά λίγα θύματα), αδιαφορεί όμως όταν εκατοντάδες μετανάστες που προσπαθούν ακριβώς να ξεφύγουν από τους ίδιους φανατικούς πνίγονται στα νερά της Μεσογείου – ως αποτέλεσμα της πολιτικής που ακολουθούν οι εκλεγμένοι της ηγέτες στο όνομά της. Το θέμα είναι ότι πολλοί Ευρωπαίοι ερμηνεύουν γεγονότα όπως αυτά του Παρισίου ως μέρος ενός «πολέμου πολιτισμών». Κάτι που δυστυχώς δεν άφησε ανεπηρέαστη και την Ελλάδα – πριν λίγες μέρες είδα σε ελληνική εφημερίδα άρθρο με ακριβώς αυτόν τον τίτλο.

Φαινόμενα όπως η άνοδος λαϊκιστικών κινημάτων με ακροδεξιές τάσεις συνδέονται μ’ αυτό. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι π.χ.  το νεογέννητο κίνημα PEGIDA στη Γερμανία, που ακόμα και στο ίδιο του το όνομα («Πατριώτες Ευρωπαίοι Ενάντια στον Εξισλαμισμό Της Δύσης») δηλώνει την πίστη στην ύπαρξη αυτού του πολέμου των πολιτισμών. Χαρακτηριστικό αυτών των κινημάτων είναι ότι σε αντίθεση με την παραδοσιακή ακροδεξιά δεν είναι εχθρικά σε αξίες όπως η δημοκρατία, η ελευθερία του λόγου, ακόμα κι η αποδοχή των ομοφυλοφίλων. Αντίθετα, παρουσιάζουν τους εαυτούς τους σαν τους υπερασπιστές ακριβώς αυτών των αξιών – απέναντι στους οπισθοδρομικούς μουσουλμάνους μετανάστες. Κι όση αντίδραση σ’ αυτό κι αν υπάρχει, δεν μπορεί κανείς να κλείσει τα μάτια μπροστά στην πέραση που έχουν αυτές οι ιδέες σε πολλούς Ευρωπαίους πολίτες, ακόμα και μορφωμένους.

Η κατά Χάντινγκτον σύγκρουση των πολιτισμών

Πολλοί έχουν ακούσει για τον Σάμιουελ Χάντινγκτον και τις θεωρίες του. Σε αντίθεση με άλλους που προέβλεπαν ότι με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έρχεται και το «τέλος της Ιστορίας», ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας είχε ήδη μιλήσει από το 1993 για την επερχόμενη «σύγκρουση των πολιτισμών». Αυτή θα αντικαθιστούσε τις μέχρι τώρα κυρίαρχες ιδεολογικές συγκρούσεις, που χαρακτήριζαν τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.

Για να στοιχειοθετήσει τη θεωρία του, ο Χάντινγκτον χώρισε τον πλανήτη σε 9 πολιτιστικές περιοχές, αναμένοντας τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσά τους να είναι η κύρια πηγή συγκρούσεων. Σαν κύριο στοιχείο διαχωρισμού φαίνεται να θεωρεί τη θρησκεία. Ας σημειωθεί για τους φιλοδυτικούς Έλληνες θαυμαστές των ιδεών του, ότι την Ελλάδα και την Κύπρο δεν τις κατατάσσει στο «δυτικό κόσμο», αλλά στο «σλαβο-ορθόδοξο».

Οι πολιτισμικές περιοχές του κόσμου, κατά το Σάμιουελ Χάντιγκτον.

Οι πολιτισμικές περιοχές του κόσμου, κατά το Σάμιουελ Χάντινγκτον. Πηγή: library.buffalo.edu

Ήδη τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας ο Χάντινγκτον τον ερμήνευσε ως επιβεβαίωση των θεωριών του. Εκεί συγκρούονταν ο ορθόδοξος με το δυτικό και τον ισλαμικό κόσμο, στην περιοχή που αυτοί συνόρευαν ο ένας στον άλλο. Η θέση που πήραν οι εξωτερικοί παράγοντες (Γερμανία υπέρ των Κροατών, Ελλάδα και Ρωσία υπέρ των Σέρβων, Τουρκία υπέρ των Μουσουλμάνων) έμοιαζε να ενισχύει αυτήν τη θέση. Κι αν ζούσε σήμερα ο Χάντινγκτον, σίγουρα θα έβλεπε και τη σύγκρουση στην Ουκρανία (στην οποία έιχε αναφερθεί στο βιβλίο του πολύ πριν ξεσπάσει) σαν πανηγυρική επιβεβαίωση. Εννοείται φυσικά ότι με ανάλογο τρόπο θα έβλεπε και τα γεγονότα στο Παρίσι.

Φυσικά οι θεωρίες του Χάντινγκτον αντιμετώπισαν – δικαίως – και έντονη κριτική. Εξάλλου είναι καθαρό ότι έχουν ένα δυνατό αντιδραστικό στοιχείο μέσα τους: με τον τρόπο που ο Χάντιγκτον αρνείται τον ιδεολογικό χαρακτήρα των παγκόσμιων συγκρούσεων, είναι λες και γυρίζει τον κόσμο μερικούς αιώνες πριν. Παρ’ όλα αυτά μοιάζουν να είναι κι ένα είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας: όσο περισσότεροι πείθονται να δουν τον κόσμο απ’ αυτήν την οπτική γωνία, τόσο περισσότερο γίνονται κι αυτές οι «πολιτισμικές συγκρούσεις» πραγματικότητα που δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε.

Το πιο πιθανό είναι ότι πολλοί απ’ αυτούς που ερμηνεύουν την πραγματικότητα με βάση την ιδέα των πολιτισμικών συγκρούσεων αγνοούν το θεωρητικό υπόβαθρό της. Ο Χ ‘Ελληνας αρθρογράφος που δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο «Πόλεμος των πολιτισμών» για να περιγράψει μια δολοφονία από μια μικρή ομάδα παρανοϊκών φανατικών στη Γαλλία, μπορεί να μην έχει ακούσει ποτέ το όνομα «Σάμιουελ Χάντινγκτον». ‘Η να μην αντιλαμβάνεται καθόλου τις συνέπειες που έχει αυτός ο τρόπος σκέψης.

Κι όμως, αν είχε κάποιος ασχοληθεί σοβαρά με τις θεωρίες του Χάντινγκτον, θα αντιλαμβανόταν και τον κίνδυνο που περιέχουν ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Γιατί είτε κάποιος βλέπει την Ελλάδα και την Κύπρο ως μέρος του «δυτικού κόσμου» είτε ως του «ορθόδοξου κόσμου», ένα είναι το σίγουρο: ότι ζούμε κοντά στις διαχωριστικές γραμμές αυτών των πολιτισμικών περιοχών. Δηλαδή σε ένα χώρο που η μοίρα του είναι κατά το Χάντινγκτον να εμπλέκεται σε τέτοιες πολιτισμικές συγκρούσεις – με κόστος σε ανθρώπινες ζωές.

Αυτός είναι ο λόγος που ένας κάτοικος της Ελλάδας ή της Κύπρου με στοιχειώδη πατριωτισμό πρέπει να ανατριχιάζει μόνο κι όταν ακούει τέτοιες φράσεις όπως «σύγκρουση των πολιτισμών».  Αλλά όσο αληθινές κι αν μοιάζουν αυτές οι θεωρίες, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι είναι μόνος ένας τρόπος για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, ένας από τους πολλούς που υπάρχουν.

Αν δούμε π.χ. την περίπτωση του Κυπριακού: μπορεί κάποιος να τη δει σαν σύγκρουση του ορθόδοξου και του ισλαμικού κόσμου κατα μήκος της διαχωριστικής τους γραμμής – ή σε μια παραλλαγή που θα άρεσε σε όσους ονειρεύονται την πλήρη ένταξή μας στη Δύση, του δυτικού και του ισλαμικού κόσμου. Σίγουρα οι ανά τον κόσμο (συνειδητά ή όχι) οπαδοί του Χάντινγκτον, που συχνά ούτε ξέρουν ούτε τους ενδιαφέρει να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες για την Κύπρο, το βλέπουν με τέτοιο τρόπο. Αυτό το διαπίστωσα κι εγώ ο ίδιος στο εξωτερικό – και δυστυχώς όχι μόνο εκεί.

Θα μπορούσε όμως κάποιος να αναφέρει ότι παρά τις όποιες (έτσι κι αλλιώς μάλλον μικρές) πολιτισμικές διαφορές Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, αυτοί είναι από πολιτισμική άποψη πολύ πιο κοντά ο ένας στον άλλο απ’ ό,τι π.χ. στους Ρώσους ή στους Πακιστανούς αντίστοιχα, ότι πολλοί απ’ αυτούς που εμπλέκονταν στη σύγκρουση είχαν ελάχιστη αίσθηση ότι ανήκουν σε τέτοιους «κόσμους», ότι η θέση που πήραν εξωτερικοί παράγοντες ελάχιστα ταυτιζόταν με τη θρησκεία. Ή ακόμα ότι ανάλογες συγκρούσεις, όχι μικρότερης έντασης, υπήρξαν και υπάρχουν και μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων/Σλαβομακεδόνων, ή μεταξύ Τούρκων και Κούρδων.

Τελικά είναι εμείς που επιλέγουμε με ποιον τρόπο θα ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα γύρω μας. Αλλά ταυτόχρονα η επιλογή μας έχει συνέπειες και στη διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας.