Οι Ντερβισηδες της Θεσσαλιας

Κλασσικό

Ταξιδεύοντας σ’ ένα μικρό επαρχιακό δρόμο ανάμεσα στα Φάρσαλα και στο Βελεστίνο, στα όρια περίπου του θεσσαλικού κάμπου με τα βουνά της Ρούμελης, περνάει κάποιος από το χωριό Ασπρόγεια. Παλιότερα ονομαζόταν Ιρενί: μια ελληνική παραφθορά του τουρκικού Örenli. Η λέξη ören σημαίνει ερείπιο και μάλλον αναφερόταν στα ερείπια ενός βυζαντινού μοναστηριού. Aν και όχι ακριβώς για τον ίδιο λόγο, το όνομα συνεχίζει και σήμερα να ταιριάζει στην περιοχή.

Ο δρόμος από την Ασπρόγεια προς το Βελεστίνο.

Φεύγοντας από την Ασπρόγεια-Ιρενί με κατεύθυνση το Βελεστίνο, αφήνοντας πίσω τον κάμπο και ανηφορίζοντας προς ένα λοφώδες τοπίο, ο ταξιδιώτης βλέπει μια πινακίδα με την επιγραφή «Μονή Τεκέ Φαρσάλων». Αν ακολουθήσει την πινακίδα, θα αντικρίσει τα ερείπια ενός πραγματικού τεκέ Μπεκτασήδων ντερβίσηδων, o οποίος λειτουργούσε κανονικά μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες. Βρίσκεται μάλλον στην ίδια τοποθεσία όπου ήταν κάποτε και το βυζαντινό μοναστήρι: κάτι που ίσως δεν είναι τυχαίο.

O τεκές χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο τμήματα. Αριστερά από την κύρια είσοδο, βρίσκεται το κοιμητήριο των ντερβίσηδων (φαίνεται στο κέντρο της φωτογραφίας πάνω, με τα κυπαρίσσια), με τους δύο σχετικά καλοδιατηρημένους τουρμπέδες (μαυσωλεία). Δεξιά βρίσκεται το κοινόβιο του τεκέ: τα κτίρια στα οποία ζούσαν και δρούσαν οι ντερβίσηδες και από τα οποία μόνο ερείπια σώζονται σήμερα.

Με βάση την «επίσημη» ιστορία του, ο τεκές ιδρύθηκε από τον Ντουρμπαλή Σουλτάν Μπαμπά, του οποίου φέρει και το όνομα. Ο Ντουρμπαλή καταγόταν από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας και του δόθηκε η άδεια να ιδρύσει τεκέ το 1492, λόγω των πολεμικών υπηρεσιών που είχε προσφέρει στους Οθωμανούς. Κατά μια άλλη άποψη, πρόκειται για μυθικό πρόσωπο και ο τεκές ιδρύθηκε πολύ αργότερα. Όπως όμως ισχύει γενικά για χώρους λατρείας, η ακρίβεια των ιστορικών στοιχείων δεν είναι το πιο σημαντικό. Ειδικά όταν μιλάμε για μια από τις πιο μυστικιστικές και αιρετικές εκδοχές του Ισλάμ: κάτι από τη μυστικιστική ατμόσφαιρα μοιάζει να έχει απομείνει εκεί μέχρι σήμερα, πολλά χρόνια αφού τον εγκατέλειψαν οι ντερβίσηδες.

Οι δύο τουρμπέδες. Κρεμασμένη στο δέντρο είναι η εικόνα του Ντουρμπαλή Σουλτάν (με κείμενο στα αλβανικά και ελληνικά) και πιο ψηλά του Χατζή Μπεκτάς, από τον οποίο παίρνουν το όνομά τους οι Μπεκτασήδες.

Τάφοι ντερβίσηδων κοντά στους τουρμπέδες.

Εικόνα από το εσωτερικό του δυτικού τουρμπέ: τάφοι μπαμπάδων (ηγούμενων) με διάφορα σύμβολα του μπεκτασίδικου/σιιτικού Ισλάμ στους τοίχους (εικόνες του Αλή, των Δώδεκα Ιμάμηδων και του Χατζή Μπεκτάς).

Απέναντι από το κοιμητήριο βρίσκεται η είσοδος στον χώρο του κοινοβίου, όπου βρίσκονται τα υπόλοιπα κτίρια του τεκέ.

Το ηγουμενείο, ο χώρος όπου προετοιμάζονταν οι μέλλοντες ηγούμενοι του τεκέ: εδώ περνούσαν την καθαρτήρια περίοδο, που τους καθιστούσε ικανούς για να αναλάβουν το αξίωμά τους.

Τα μαγειρεία του τεκέ.

Τα ερείπεια του μεϊντανιού, όπου γίνονταν οι τελετές των ντερβίσηδων.

Τί εννοούμε όμως όταν μιλάμε για τεκέδες, ντερβίσηδες και Μπεκτασήδες και τί γυρεύουν στον συγκεκριμένο τόπο; Για να βρούμε κάποιες απαντήσεις, είναι χρήσιμο να ασχοληθούμε και λίγο πιο γενικά με τα θρησκευτικά τάγματα του Ισλάμ.

Τα ισλαμικά τάγματα

Τα ισλαμικά θρησκευτικά τάγματα στη Μικρά Ασία και στα Βαλκάνια είναι μια περίεργη όπως και εντυπωσιακή ιστορία. Στοιχεία από προϊσλαμικές λαϊκές παραδόσεις, είτε από τη μεσογειακή χριστιανική/εβραϊκή, είτε την κεντροασιατική αρχαία τουρκική (σαμανιστική), συναντούσαν τον μυστικιστικό σουφισμό και ιδέες από την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και εκφράζονταν π.χ. με εκστατικούς χορούς. Η κατά γράμμα ερμηνεία του Κορανίου και η νομική του εφαρμογή (ο «εξωτερικός δρόμος») δεν ενδιέφερε πολύ τα μέλη αυτών των ταγμάτων, τουλάχιστον όχι τόσο όσο η προσέγγιση του Θεού μέσω της πνευματικής άσκησης (η «εσωτερική οδός» του Ισλάμ).

Πολλά τέτοια τάγματα μεταφέρθηκαν με την οθωμανική κατάκτηση στα Βαλκάνια. Συνήθως αναφέρονταν σ’ ένα ιδιαίτερα σεβαστό ιστορικό πρόσωπο, κάτι ανάλογο με έναν άγιο. Οι Μεβλεβήδες, ίσως το πιο γνωστό τάγμα παγκοσμίως λόγω του χορού των περιστρεφόμενων ντερβίσηδων, παίρνουν π.χ. το όνομα τους από τον Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί. Αντίστοιχα, οι Μπεκτασήδες παίρνουν το όνομά τους από τον Χατζή Μπεκτάς Βελή. Οι τεκέδες, οι χώροι διαμονής και δραστηριότητας των ντερβίσηδων που στελέχωναν αυτά τα τάγματα, λειτουργούσαν, εκτός από τόποι θρησκευτικών τελετών και προσκυνήματος, ταυτόχρονα και ως ξενώνες και κέντρα επισιτισμού.

Το Ικόνιο δείχνει στους τουρίστες την ιστορική του σύνδεση με το τάγμα των Μεβλεβήδων και με τέτοια αγάλματα περιστρεφόμενων ντερβίσηδων.

Άγαλμα περιστρεφόμενου Μεβλεβή ντερβίση στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας, ιστορική έδρα του τάγματος. Η λέξη «ντερβίσης» είναι περσικής προέλευσης και σημαίνει κατ’ ακρίβεια «φτωχός» –  περίπου συνώνυμη της (αραβικής προέλευσης) λέξης «φακίρης».

Εικόνα από το εσωτερικό του τεκέ των Μεβλεβί - στο οίκημα αριστερά βρίσκεται ο τάφος του Μεβλανά Τλελαλεντίν Ρουμί, ιδρυτή του τάγματος. Ο τεκές λειτουργεί σήμερα επίσημα ως μουσείο, στην πράξη όμως είναι και τόπος προσκυνήματος.

Εικόνα από τον  τεκέ των Μεβλεβήδων στο Ικόνιο: στο οίκημα αριστερά βρίσκεται ο τάφος του Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί. Ο τεκές λειτουργεί σήμερα επίσημα ως μουσείο, στην πράξη όμως είναι και τόπος προσκυνήματος. Παρά τις ετερόδοξες τάσεις του, το τάγμα απέκτησε σημαντικές προσβάσεις στην οθωμανική γραφειοκρατία.

Η σχέση των ταγμάτων με την οθωμανική εξουσία είναι και αυτή περίπλοκη. Στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής Ιστορίας, πολλοί ντερβίσηδες λάμβαναν μέρος στον «ιερό πόλεμο» για την εξάπλωση του Ισλάμ, και γίνονταν ακόμα και συμβολικές μορφές αυτού του αγώνα (π.χ. ο σεΐχης Σαρή Σαλτούκ). Αναλάμβαναν επίσης και ιεραποστολική δράση για τη διάδοση της θρησκείας. Όσο οι Οθωμανοί ήταν μια μικρή δύναμη στην περιφέρεια του μουσουλμανικού χώρου, η οποία με τις κατακτήσεις της φρόντιζε γι’ αυτήν την εξάπλωση, οι ντερβίσηδες της ήταν χρήσιμοι, κι ας μην είχαν μεγάλη σχέση με το «σωστό» σουνιτικό Ισλάμ.

Όταν όμως το οθωμανικό κράτος άρχισε να μετατρέπεται σε πραγματική Αυτοκρατορία με συγκεντρωτική εξουσία, όσο ξεχώριζε ως η μεγαλύτερη μουσουλμανική δύναμη παγκοσμίως, τόσο περισσότερο βάρος έδινε στο άκαμπτο «ορθόδοξο» σουνιτικό Ισλάμ και στην τήρηση του ιερού Νόμου: σημαντικό, αν μη τι άλλο, για την εικόνα που όφειλε να δείχνει στον ισλαμικό κόσμο. Ήταν άρα επόμενο ότι θα δοκιμάζονταν οι σχέσεις του με τους ακόμα αιρετικούς και δύσπιστους προς την κεντρική εξουσία ντερβίσηδες της οθωμανικής επαρχίας. Μέσα από τις τάξεις τους θα γεννιούνταν δυνάμεις που θα αμφισβητούσαν τους Οθωμανούς. Πολύ νωρίς, στα πρώτα ακόμα βήματα της Αυτοκρατορίας, είχε ήδη φανεί πόσο μεγάλη απειλή μπορούσαν να γίνουν, π.χ. με την εξέγερση του Σεΐχη Μπεντρεντίν.

Δεν πρέπει φυσικά να θεωρήσουμε ότι όλα τα θρησκευτικά τάγματα μετατράπηκαν ξαφνικά από στήριγμα σε απειλή για τους Οθωμανούς. Αυτό που θα περιέγραφε καλύτερα την κατάσταση, είναι ίσως ένας διαχωρισμός των ταγμάτων σε δύο κατηγορίες: στα σχετικά πιο «ορθόδοξα» και φιλικά προς την οθωμανική εξουσία, όπως οι Νακσιμπεντήδες ή οι Χαλβετήδες, και στα ακραία ετερόδοξα με αντιεξουσιαστικές τάσεις, τα οποία οι Οθωμανοί θεώρησαν ως επικίνδυνα και καταπίεζαν σκληρά, π.χ. οι Χουρουφήδες ή οι Χαμζαβήδες. Υπήρχαν φυσικά και ενδιάμεσες περιπτώσεις, όπου η ετεροδοξία ηταν μεν εμφανής, αλλά όσο η οθωμανική εξουσία δεν τα έκρινε ως ευθέως απειλητικά, τα ανεχόταν – σε κάποιο βαθμό μάλιστα διαπλεκόταν μαζί τους.

Οι Μπεκτασήδες, η περίπτωση που μας ενδιαφέρει περισσότερο, είναι μια απ’ αυτές. Από τη μια, η απόκλιση από τη σουνιτική «ορθοδοξία» μοιάζει ξεκάθαρη: η δική τους ερμηνεία του Ισλάμ ήταν εσωτερική και μυστικιστική, ενσωματώνοντας στοιχεία από τη χριστιανική, την τουρκική σαμανιστική και άλλες παραδόσεις. Η συμπάθεια προς τις άλλες θρησκείες και η αδιαφορία για τους τύπους, επομένως και για πολλούς κανόνες και απαγορεύσεις (π.χ. αυτή του αλκοόλ: οι Μπεκτασήδες χρησιμοποιούσαν κρασί ακόμα και στις τελετές τους), ήταν χαρακτηριστικά που μάλλον έκαναν τη δική τους εκδοχή του Ισλάμ πιο ελκυστική για τους (πρώην ή ακόμα) χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων. Τους βοήθησαν να αποκτήσουν ρίζες στη νότια Βαλκανική, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Αλβανία, η Μακεδονία, η νότια Βουλγαρία, η κεντρική Ελλάδα και η Κρήτη.

Ο εξωτερικός τοίχος του δυτικού τουρμπέ στον τεκέ της Ασπρόγειας είναι ένα δείγμα του μπεκτασίδικου συγκρητισμού: σύμβολα χριστιανικά (σταυροί, εικόνες της Παναγίας και του Αγίου Γεωργίου) συνδυάζονται με σύμβολα του σιιτικού Ισλάμ (εικόνες του Αλή και των Δώδεκα Ιμάμηδων) και οθωμανική επιγραφή πάνω από την είσοδο.

Η διακόσμηση της πύλης του νεκροταφείου είναι επίσης χαρακτηριστική. Από αριστερά προς τα δεξιά: ο Αλή, οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ (με ελληνικές επιγραφές), ο Χατζή Μπεκτάς Βελή και (πιθανότατα) ο Σεΐτ Μπαμπάς.

Το επίσημο οθωμανικό (σουνιτικό) ιερατείο δεν μπορούσε παρά να βλέπει τους Μπεκτασήδες με πολλή καχυποψία. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα, αυτοί κατάφεραν να διατηρήσουν την επιρροή τους στην Αυτοκρατορία. Ιδιαίτερα το σώμα των γενίτσαρων ήταν στενά δεμένο μαζί τους και στην ουσία λειτουργούσε και σαν προστάτης του τάγματος. Πιθανόν αυτή η σύνδεση να μην είναι άσχετη με τη χριστιανική καταγωγή των γενίτσαρων, η οποία έκανε το μπεκτασίδικο Ισλάμ πιο κοντινό σε αυτούς.

Τάγματα και τεκέδες στη Θεσσαλία

Ας δούμε τώρα με περισσότερη λεπτομέρεια την περιοχή που βρίσκεται ο τεκές και άρα μας ενδιαφέρει περισσότερο: τη Θεσσαλία. Οι πρώτοι ντερβίσηδες έφτασαν πιθανόν ήδη στις αρχές του 14ου αιώνα. Η μαζική εγκατάστασή τους συνδέεται όμως με την οθωμανική κατάκτηση, στα τέλη του 14ου με αρχές του 15ου αιώνα. Η Θεσσαλία θεωρούνταν τότε από τους Οθωμανούς ως ακριτική περιοχή. Οι ντερβίσηδες ήταν χρήσιμοι απ’ αυτήν την άποψη, αφού λειτουργούσαν και ως φύλακες-ακρίτες, διαμεσολαβώντας ταυτόχρονα ανάμεσα στην οθωμανική διοίκηση και τον ντόπιο χριστιανικό πληθυσμό. Επίσης, έπαιξαν ρόλο στον εποικισμό (βοηθώντας την εγκατάσταση των νεοαφιχθέντων πληθυσμών από τη Μικρά Ασία), αλλά ίσως και στον μερικό εξισλαμισμό της περιοχής – έστω με το δικό τους πολύ ιδιαίτερο τρόπο.

Στα μέσα του 17ου αιώνα, καταγράφονται ήδη πάνω από 30 τεκέδες στο θεσσαλικό χώρο, οι οποίοι ανήκουν κυρίως στους Μπεκτασήδες και τους Μεβλεβήδες. Από εκείνο το σημείο και μετά, η τάση είναι να επικρατούν οι Μπεκτασήδες, ειδικά στην ύπαιθρο. Στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα, το τάγμα ενισχύθηκε και λόγω της κυριαρχίας του Αλή Πασά, του οποίου η συμπάθεια προς τους Μπεκτασήδες είναι γνωστή. Μόνο μετά το 1826 και τη διάλυση του σώματος των Γενίτσαρων θα μειωθεί  κάπως η επιρροή του τάγματος.

Οι τεκέδες είχαν ως αποστολή τους, μεταξύ άλλων, την παροχή βοήθειας σε άπορους και ασθενείς, καθώς και διαμονής σε ταξιδιώτες. Οι παροχές τους αφορούσαν πολλές φορές και το μη μουσουλμανικό πληθυσμό. Για να καλύπτουν τα έξοδα, δέχονταν προσφορές από ιδιώτες, είτε σε χρήμα είτε σε εδάφη (το τελευταίο γινόταν συχνά από τους χωρικούς και λόγω της προστασίας από τη φορολογία που εξασφάλιζαν, αφού με το να περάσει η γη στην ιδιοκτησία του τεκέ αναγνωριζόταν ως βακουφική). Από τη μεριά τους, οι τεκέδες μπορούσαν οι ίδιοι να δανείζουν λεφτά σε ιδιώτες και κοινότητες π.χ. για αποπληρωμή χρεών, να αγοράζουν εργαστήρια και καταστήματα και να οργανώνουν συσσίτια για φτωχούς.

Ένας από τους τεκέδες ήταν κι αυτός του Ντουρμπαλή Σουλτάν. Η τοποθεσία του ήταν στρατηγικά επιλεγμένη, σε σημείο-πέρασμα από τον θεσσαλικό κάμπο στη Ρούμελη. Η περιοχή των Φαρσάλων είχε γενικά μεγάλο μουσουλμανικό πληθυσμό, κατά ένα σημαντικό ποσοστό απόγονους εποίκων από τη Μικρά Ασία: πιθανόν η ετερόδοξη λαϊκή τους παράδοση τους έφερε πιο κοντά στην μπεκτασίδικη εκδοχή του Ισλάμ (μια εναπομείνουσα μικρή κοινότητα κατοικούσε στην περιοχή μέχρι και την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, το 1923). Τον 18ο αιώνα ο τεκές εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο του Μπεκτασισμού για όλη την Αυτοκρατορία, πράγμα που τον βοήθησε να αποκτήσει και οικονομική ευμάρεια. Είχε στην κατοχή του τα τσιφλίκια του Ιρενί και του Αρντουάν (Ελευθεροχωρίου), δηλαδή μια συνολική έκταση 32.000 στρεμμάτων.

Η τοποθεσία του τεκέ πάνω στους λόφους του προσφέρει θέα στον κάμπο  (ένα μεγάλο μέρος του οποίου ανήκε στον τεκέ) και έλεγχο του περάσματος.

Όταν το 1881 η Θεσσαλία προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος, δόθηκε η δυνατότητα στους Μουσουλμάνους να παραμείνουν, θεωρητικά με εγγυημένα τα πολιτιστικά και θρησκευτικά τους δικαιώματα. Παρ’ όλα αυτά, στα επόμενα χρόνια οι περισσότεροι προτίμησαν να μεταναστεύσουν. Από τους περίπου 40.000 Μουσουλμάνους, στην απογραφή του 1907 είχαν απομείνει μόνο 2.795. Με την ανταλλαγή πληθυσμών το 1924, έφυγαν και οι περισσότεροι απ’ αυτούς. Η συνέπεια ήταν να πέσουν αναγκαστικά οι περισσότεροι τεκέδες σε αχρηστία.

Ένας αλβανικός τεκές στα Φάρσαλα

Αν και οι πρώτοι μπαμπάδες του τεκέ Ντουρμπαλή Σουλτάν κατάγονταν από διάφορες μεριές της Αυτοκρατορίας, είναι αξιοσημείωτο ότι από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά τόσο οι ηγούμενοι όσο και οι απλοί ντερβίσηδες είναι κυρίως αλβανόφωνοι. Πιθανόν αυτό να έχει σχέση με μια γενικότερη τάση «αλβανοποίησης» του τάγματος των Μπεκτασήδων, τουλάχιστον στα νότια Βαλκάνια.

Στο δυτικό τουρμπέ του τεκέ υπάρχει και αυτή η λίστα με όλους τους μπαμπάδες που υπηρέτησαν ως ηγούμενοι, μαζί με την καταγωγή τους.

Η αλβανοποίηση έμελλε τελικά να αποδειχτεί χρήσιμη για τον τεκέ: τον βοήθησε να γλυτώσει το προσωπικό του από την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών (από την οποία γενικά εξαιρέθηκαν πολλοί Αλβανοί Μουσουλμάνοι) και επομένως να γλυτώσει και ο ίδιος (προσωρινά) τη μοίρα της εγκατάλειψης. Επίσης, τον βοήθησαν και οι εξωτερικές εξελίξεις: με τη γενική απαγόρευση των θρησκευτικών ταγμάτων στην Τουρκία από τον Ατατούρκ, οι Μπεκτασήδες μετέφεραν την έδρα τους στα Τίρανα. Ο τεκές μπορούσε έτσι να αναγνωρίσει ως πνευματικό ηγέτη τον Αρχιμπαμπά της Αλβανίας, αποφεύγοντας τη σύνδεση με την Τουρκία. Ντόπιοι πιστοί του Μπεκτασισμού μπορεί να μην υπήρχαν πλέον, οι σχέσεις όμως με τους Χριστιανούς αγρότες (στους οποίους ο τεκές προσέφερε και εργασία, τουλάχιστον όσο διατηρούσε  την ευμάρειά του) ήταν καλές, όπως και αυτές με τους τοπικούς εκπρόσωπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο τεκές συνέχισε να λειτουργεί χωρίς πολλά προβλήματα μέχρι και τον Εμφύλιο.

Τότε ήταν όμως που η «αλβανική σύνδεση» μετατράπηκε ξαφνικά σε μειονέκτημα, αφού η Ελλάδα βρέθηκε πλέον επίσημα σε εμπόλεμο καθεστώς με την κομμουνιστική Αλβανία. Ακριβώς για να αποφύγουν τη σύνδεση με το καθεστώς του Χότζα σε μια άκρως αντικομμουνιστική Ελλάδα, οι μικρές κοινότητες Μπεκτασήδων στη Θεσσαλία και τη Θεσσαλονίκη αποφάσισαν να αναγνωρίσουν τον Αρχιμπαμπά του Καΐρου ως πνευματικό τους ηγέτη. Αυτός με τη σειρά του όρισε τον (τελευταίο, όπως έμελλε να αποδειχθεί) ηγούμενο του τεκέ, Σεΐτ Μπαμπά, ως τον εκπρόσωπο της μπεκτασίδικης κοινότητας στην Ελλάδα.

Η κίνηση αυτή τελικά δεν πέτυχε το στόχο της, δηλαδή να εμποδίσει το ελληνικό κράτος από το να θεωρήσει τον τεκέ ως αλβανική και επομένως ως εχθρική περιουσία. Ως τέτοια τέθηκε το 1960 υπό κατάσχεση, μαζί με τα χωράφια και τα αιγοπρόβατα που του είχαν απομείνει (ήδη μερικά χρόνια πριν, ένα μεγάλο μέρος της ακίνητης περιουσίας του τεκέ είχε απαλλοτριωθεί και μοιραστεί στους αγρότες της περιοχής).  Αυτό αναπόφευκτα οδήγησε και στην παρακμή του τεκέ, αφού οι πόροι που παρείχε το ελληνικό κράτος ήταν αρκετοί μεν για να ζει ο Σεΐτ Μπαμπάς (άλλοι ντερβίσηδες δεν υπήρχαν πλέον), όχι όμως για τη συντήρηση του χώρου. Μετά τον θάνατο του Μπαμπά το 1972, κανείς δεν τον αντικατέστησε και τα κτίρια του τεκέ έμειναν εκεί να ερημώνουν.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1977, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το εμπόλεμο καθεστώς με την Αλβανία ντε φάκτο δεν ισχύει πια, επομένως ούτε και το καθεστώς κατάσχεσης. Από τότε, το ζήτημα της ιδιοκτησίας του τεκέ παραμένει, όπως φαίνεται, άλυτο. Τα ίδια τα κτίρια του τεκέ κηρύχθηκαν το 1981 ως ιστορικά μνημεία, χωρίς όμως να γίνουν έργα για  τη συντήρησή τους. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο χώρος έπεσε θύμα κλοπών, σύλησης των τάφων (κάποιοι μάλλον έλπιζαν να βρουν αντικείμενα αξίας, λόγω της φήμης του πλούτου των ντερβίσηδων), ακόμα και – με βάση κάποιες αναφορές – εθνικιστικών επιθέσεων.

Στη δεκαετία του ’90, η Ιστορία του τεκέ θα γνώριζε μια ακόμα εντυπωσιακή εξέλιξη. Ανάμεσα στους πολλούς Αλβανούς μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα, ήταν και κάποιοι πιστοί των Μπεκτασήδων. Μερικοί απ’ αυτούς (αρκετοί εκ των οποίων προέρχονταν όπως φαίνεται από το χωριό Λέσκοβικ της νότιας Αλβανίας, το οποίο για κάποιους λόγους συνδέεται ιστορικά με τον τεκέ) ανακάλυψαν πάλι τον χώρο του τεκέ. Από τότε, Αλβανοί μπεκτασίδικης θρησκευτικής κατεύθυνσης προσέρχονται εκεί τακτικά απ’ όλη την Ελλάδα για τις θρησκευτικές τους γιορτές. Θεώρησαν μάλιστα καθήκον τους να κάνουν κάποιες επισκευές των κτιρίων και των τάφων – χωρίς άδεια από τις τοπικές αρχές.

Η κεντρική είσοδος του τεκέ με τις επιγραφές στα αλβανικά δείχνει ότι η «αλβανικότητα» του χώρου διατηρείται και σήμερα.

Το μέλλον του τεκέ είναι αβέβαιο, ιδιαίτερα όσο δεν ξεκαθαρίζεται το καθεστώς ιδιοκτησίας του. Είναι πάντως ενθαρρυντικό, ότι τόσο οι τοπικές αρχές όσο και κάποιοι πιστοί δείχνουν τα τελευταία χρόνια ένα ενδιαφέρον, έστω και αν δεν έχουν βρει ακόμα μια ισορροπία στις σχέσεις τους. Μια από τις σκέψεις που γίνονται στο Δήμο Φαρσάλων είναι να αναστηλωθεί ο τεκές και να στεγάσει ένα διεθνές κέντρο μελέτης των βαλκανικών λαών και θρησκειών των τελευταίων πέντε αιώνων. Αν μια τέτοια χρήση μπορεί να συνδυαστεί και με τη λειτουργία ως  ζωντανός θρησκευτικός-πολιτιστικός χώρος (την οποία προφανώς ακόμα διατηρεί, όπως είδαμε και με τα μάτια μας), θα ήταν κάτι που θα ταίριαζε στην Ιστορία του. Ο Μπεκτασισμός έτσι κι αλλιώς είναι μια παράδοση που πάντα πετύχαινε να αφομοιώνει και να συνδυάζει πολλά διαφορετικά θρησκευτικά και πολιτισμικά στοιχεία της Βαλκανικής.

Ο τεκές του Ντουρμπαλή Σουλτάν είναι από τα λίγα στοιχεία που απέμειναν για να μαρτυρούν ένα παρελθόν όχι μόνο θρησκευτικής ποικιλίας, αλλά και αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις θρησκείες της περιοχής – ένα παρελθόν που σήμερα μοιάζει πολύ μακρινό. Τώρα που αναγκαστικά λόγω της μετανάστευσης τίθεται ξανά το θέμα της πολυπολιτισμικότητας, έχει ίσως ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με αυτά τα κάπως ξεχασμένα κομμάτια της Ιστορίας μας.


Πηγές:

 

Advertisements

Υποταγη ή προσαρμογη

Κλασσικό

Αφορμή για να γραφτεί αυτό το άρθρο ήταν το βιβλίο του Μισέλ Ουελμπέκ «Υποταγή». Ο τίτλος μάλλον δεν είναι τυχαίος: σε «υποταγή» μπορεί να μεταφραστεί και η λέξη «Ισλάμ», κάτι που χρησιμοποιείται φυσικά και για ισλαμοφοβική προπαγάνδα.

Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται στη Γαλλία του 2022, χρονιά προεδρικών εκλογών. Οι δύο σημαντικότερες πολιτικές παρατάξεις είναι πλέον η γαλλική Ακροδεξιά και οι ισλαμιστές, ενώ τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα έχουν μπει στο περιθώριο. Στους δρόμους επικρατεί μια κατάσταση σχεδόν εμφυλιοπολεμική, ανάμεσα στους ακραίους των δύο πλευρών. Ο υποψήφιος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας κερδίζει τελικά τις εκλογές και η Γαλλία αποκτά έτσι έναν (μετριοπαθή) ισλαμιστή πρόεδρο.

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος, ένα βιβλίο με τέτοιο θέμα δεν είναι προορισμένο να αντιμετωπιστεί απλά ως λογοτεχνικό έργο. Ο συγγραφέας γνωρίζει προφανώς τι είδους συζητήσεις θα προκαλούσε, σε μια ατμόσφαιρα όπως τη σημερινή. Και είτε το θέλουμε είτε όχι, τέτοιες συζητήσεις μας αφορούν και μας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ταυτότητα μέσα στην πολιτική παρακμή

Ένα από τα πρώτα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση διαβάζοντας το βιβλίο, είναι οι αναφορές στο ταυτοτικό κίνημα, για την ύπαρξη του οποίου δεν είχα ιδέα. Πρόκειται για ένα δίκτυο οργανώσεων σε διάφορες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το οποίο θα μπορούσε κάποιος να κατατάξει στην Ακροδεξιά ή τη λεγόμενη «λαϊκιστική Δεξιά». Τουλάχιστον επίσημα όμως, αυτές οι οργανώσεις απορρίπτουν τον εθνικισμό και τον ρατσισμό. Ζητούν μόνο να γίνεται σε όλο τον κόσμο σεβαστή η κυριαρχία της κάθε εθνότητας και πολιτισμού στην ιστορική του περιοχή. Σε αντίθεση δηλαδή με την επιθετική ευρωπαϊκή αποικιοκρατική νοοτροπία, η στάση τους είναι αμυντική: για τους ταυτοτικούς, η Ευρώπη είναι το θύμα της επίθεσης, είναι αυτή που κινδυνεύει από την ισλαμοποίηση και την αμερικανοποίηση.

Εικόνα από διαδήλωση του Ταυτοτικού Κινήματος Αυστρίας. http://www.breitbart.com/london/2016/08/13/german-intelligence-confirms-observation-identitarian-movement/

Εικόνα από διαδήλωση του Ταυτοτικού Κινήματος Αυστρίας.
Πηγή εικόνας

Στην ουσία, δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά των ταυτοτικών με ξενοφοβικά-ισλαμοφοβικά κινήματα όπως η PEGIDA, και εξάλλου φαίνεται ότι συνδέονται με τέτοια. Έχει όμως ενδιαφέρον η επιλογή του ονόματος «ταυτοτικοί». Μπορούμε να το δούμε ως μέρος μιας παγκόσμιας τάσης επικέντρωσης στην πολιτισμική ταυτότητα, ως αντίδραση στην ομογενοποίηση που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση.

Επιστρέφοντας στο κύριο θέμα του βιβλίου: γνωρίζουμε ότι σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης υπάρχει πλέον ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που είναι Μουσουλμάνοι – όχι κατ’ ανάγκη θρήσκοι, αλλά τουλάχιστον προέρχονται από μια μουσουλμανική παράδοση. Το ποσοστό λογικά θα αυξηθεί στο μέλλον, τόσο μέσω νέας μετανάστευσης όσο και λόγω σχετικά ψηλότερης γεννητικότητας (έστω κι αν η διαφορά αυτή είναι μικρότερη απ’ ό,τι πολλοί φαντάζονται). Οι φόβοι των ταυτοτικών γι’ αυτό σίγουρα δεν είναι εντελώς αβάσιμοι. Το σίγουρο είναι ότι αυτές οι χώρες δεν θα μπορούν πλέον να θεωρούνται μονοθρησκευτικές, όπως λίγο-πολύ ήταν μέχρι τώρα.

Υπό άλλες συνθήκες, αυτό μπορεί να μην ήταν κάτι τόσο σημαντικό. Σήμερα όμως, η πολιτική ζωή βρίσκεται σε μια κατάσταση γενικής παρακμής. Οι διαφορές ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα, τόσο στην πολιτική που ασκούν όσο και στις κοινωνικές τάξεις που εκπροσωπούν, μοιάζουν ελάχιστες, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχουν και άλλες ριζοσπαστικές ιδεολογίες που να προσφέρουν ένα πειστικό εναλλακτικό όραμα. Η αίσθηση που έχουν οι λαοί είναι ότι η πολιτική είναι έτσι κι αλλιώς προκαθορισμένη από τα πάνω, και ότι η αντιπαράθεση Δεξιάς-Αριστεράς είναι ανούσιο απομεινάρι άλλων εποχών.

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι επόμενο τα θέματα πολιτισμικής ταυτότητας να κερδίζουν σημασία, ακόμα και να γίνονται το κύριο μέσο πολιτικοποίησης. Στο βιβλίο του Ουελμπέκ οι ισλαμιστές μαζί με τους πιστούς καθολικούς παρουσιάζονται ως οι μόνοι που έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν, που έχουν ένα όραμα για τη Γαλλία του μέλλοντος – σε αντίθεση με τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένης και της Αριστεράς), για τις οποίες ο πρωταγωνιστής του βιβλίου και ο κόσμος γενικά αδιαφορεί. Αυτή ακριβώς η πολιτική παρακμή είναι κατά την άποψή μου το κύριο θέμα: αυτή είναι που δίνει την ευκαιρία ανάδειξης σε πολιτικές δυνάμεις που βασίζονται στη θρησκευτική παράδοση, είτε αυτή είναι η ισλαμική είτε η καθολική.

Ισλαμιστική Ευρώπη: μια εικόνα από το μέλλον;

Το ερώτημα σχετικά με την «Υποταγή» είναι, αν πέρα από τη λογοτεχνική της αξία, μπορούμε να το πάρουμε σοβαρά και ως προφητικό έργο. Ο Ουελμπέκ έχει εισπράξει αρκετά ειρωνικά σχόλια, είναι όμως τελικά η εξέλιξη αυτή στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης τόσο απίθανη;

Το εξώφυλλο της Charlie Hebdo σχετικά με το βιβλίο:

Το εξώφυλλο της Charlie Hebdo: «Οι προβλέψεις του Μάγου Ουελμπέκ».
Πηγή εικόνας

Σίγουρα υπάρχουν πολλά στοιχεία που είναι εμφανώς υπερβολικά, και δεν πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη. Η εκδίωξη των Εβραίων, η έξοδος των γυναικών από την αγορά εργασίας, η μείωση του υποχρεωτικού χρόνου σχολικής εκπαίδευσης, η εισαγωγή της πολυγαμίας είναι τέτοια παραδείγματα. Τέτοιες αλλαγές δεν γίνονται δεκτές ούτε καν σε (κοσμικές) χώρες με σχεδόν 100% μουσουλμανικό πληθυσμό, όταν αυτές αποκτούν ισλαμιστικές κυβερνήσεις, όπως η Τουρκία ή η Τυνησία.

Κατά τ’ άλλα όμως, το ενδεχόμενο να εμφανιστούν πολιτικές δυνάμεις στην βάση μιας μουσουλμανικής ταυτότητας, είτε αυτές αυτοπροσδιορίζονται ως ισλαμικές είτε όχι, δεν είναι καθόλου απίθανο. Και δεν μιλάμε φυσικά μόνο για περιθωριακές σαλαφιστικές ή άλλες εξτρεμιστικές ομάδες.

Αν και κάτι τέτοιο βρίσκεται σήμερα ακόμα σε πρωτόγονο στάδιο, δεν είναι ανύπαρκτο. Δεν αναφέρομαι μόνο στα διάφορα μικρά κόμματα, που αυτοπαρουσιάζονται καθαρά ως μουσουλμανικά (όχι κατ’ ανάγκη ως ισλαμιστικά), όπως π.χ. η UDMF, η Ένωση Γάλλων Μουσουλμάνων Δημοκρατών – η οποία παρεμπιπτόντως ιδρύθηκε πέρσι, την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ουελμπέκ.

Υπάρχουν και άλλες οργανώσεις, με μεγαλύτερο ίσως ενδιαφέρον. Στη Γαλλία, υπάρχει π.χ. το Κόμμα των Ιθαγενών της Δημοκρατίας (PIR). Ο ακτιβισμός και η αντι-αποικιακή, αντι-ιμπεριαλιστική και αντι-καπιταλιστική ρητορική του θυμίζουν μάλλον Άκρα Αριστερά (με την οποία φαίνεται να υπάρχει μια περίεργη σχέση ανταγωνισμού και δυνητικής συνεργασίας), απορρίπτει όμως τον κλασικό διαχωρισμό Δεξιάς-Αριστεράς ως «πολιτική των λευκών». Στη Γερμανία πολύ πρόσφατα ιδρύθηκε η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών (ADD). Αντίθετα από το PIR, οι θέσεις τις σε οικονομικά/κοινωνικά ζητήματα κλίνουν μάλλον προς έναν συντηρητικό νεοφιλελευθερισμό. Από πολλούς θεωρείται μια προσπάθεια του Ερντογάν να χρησιμοποιήσει την εκεί τουρκική ή μουσουλμανική κοινότητα για να αποκτήσει πολιτική επιρροή στη Γερμανία. Ανάλογες εικασίες υπήρξαν και για το κόμμα DENK στην Ολλανδία, το οποίο ιδρύθηκε από δύο βουλευτές τουρκικής καταγωγής που αποχώρησαν από το Εργατικό Κόμμα, και στο οποίο πολλοί δίνουν πιθανότητες να μπει στην επόμενη ολλανδική Βουλή.

Παρά την διαφορετική εικόνα και χαρακτήρα αυτών των παραδειγμάτων, το κοινό τους είναι πως ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα των μεταναστευτικής καταγωγής κατοίκων, διαχωρίζοντας τους από τους υπόλοιπους. Αν και αποφεύγουν μια ξεκάθαρη σύνδεση με το Ισλάμ, διαβάζοντας τα κείμενα τους καταλαβαίνει κάποιος ότι έχουν υπόψη πως η πλειοψηφία αυτών που θέλουν να εκφράσουν είναι Μουσουλμάνοι.

Η Χουρία Μπουτέλντζα, μια από τις ηγετικές προσωπικότητες του Κινήματος Ιθαγενών της Δημοκρατίας. http://mondoweiss.net/2015/01/charlie-wretched-desecration/

Η Χουρία Μπουτέλντζα, Γαλλίδα αλγερινής καταγωγής, εκπρόσωπος του Κόμματος Ιθαγενών της Δημοκρατίας, δίπλα σε μια παλαιστινιακή σημαία (ο αντισιωνισμός είναι μια βασική ιδεολογική αναφορά του κινήματος).
Πηγή εικόνας

Η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών. https://remziaru.com/aktivitaet/

Η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών.
Πηγή εικόνας

Μπορεί σήμερα τέτοιες δυνάμεις να μοιάζουν ασήμαντες, όσο όμως θα συνεχίζεται η πολιτική παρακμή, τόσο θα αναζητεί ο κόσμος εναλλακτικούς τρόπους να εκφράσει τα συμφέροντά του. Το βασικό ερώτημα δηλαδή δεν είναι αν θα δυναμώσουν οι ισλαμιστές, αλλά αν θα ενισχυθεί η πολιτική στη βάση πολιτισμικής ταυτότητας, σε βάρος της πολιτικής σε ταξική-ιδεολογική βάση.

Φαίνεται ότι (και) στην Ευρώπη η κυρίαρχη τάση είναι ακριβώς αυτή. Τα ξενοφοβικά/ισλαμοφοβικά κόμματα ή οργανώσεις μοιάζουν να έχουν δυναμική μεγαλύτερη όχι μόνο από τις καθιερωμένες πολιτικές δυνάμεις, αλλά και από τη «ριζοσπαστική» Αριστερά. Τέτοιες οργανώσεις τονίζουν (εδώ ταιριάζει και το παράδειγμα των ταυτοτικών) την υπεράσπιση μιας ντόπιας ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας – το αν την ορίζουν ως χριστιανική ή ως κοσμική/άθρησκη είναι δευτερεύον θέμα. Ακόμα όμως και στο άλλο άκρο, σε κόμματα όπως π.χ. οι Πράσινοι στη Γερμανία, που υπερασπίζονται την πολυπολιτισμικότητα, παρατηρούμε συχνά να κάνουν τελικά πολιτική στη βάση ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, παρά των ταξικών-ιδεολογικών διαφορών (αν θυμάμαι καλά, ήταν η Ρενάτε Κούναστ που είχε πει ότι οι Πράσινοι είναι το κόμμα των LOHAS).

Με άλλα λόγια: όσο εξαπλώνονται ισλαμοφοβικές δυνάμεις ή γενικά δυνάμεις που προάγουν την πολιτικοποίηση στη βάση πολιτισμικών διαχωρισμών, τόσο προετοιμάζεται το έδαφος και για την εξάπλωση «μουσουλμανικών» κινημάτων. Στην ουσία πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η διαφορά στο μέλλον όμως θα είναι ότι θα μεγαλώσει η δεξαμενή, από την οποία τα «μουσουλμανικά» κινήματα θα μπορούν να αντλούν υποστήριξη. Οι φόβοι περί εισαγωγής της σαρία κ.λπ. μπορεί να είναι αστείοι, αλλά το ότι τέτοια κινήματα θα παίξουν ρόλο στα πολιτικά πράγματα, δεν είναι τρελό σενάριο (με ποιες συμμαχίες, είναι φυσικά ένα άλλο ερώτημα, μάλλον αδύνατο να απαντηθεί σήμερα).


Πώς μας αφορούν τώρα εμάς όλα αυτά, σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος; Και αυτές έχουν γίνει χώρες υποδοχής της μετανάστευσης και φυσιολογικά ένα μεγάλο της μέρος είναι μουσουλμανική. Τέτοια θέματα όπως αυτά που τίθονται στη Δυτική Ευρώπη θα αργήσουν μεν να μας απασχολήσουν σοβαρά: θα περάσει ακόμα τουλάχιστον μια γενιά, μέχρι να έχουμε μεγάλου μεγέθους μεταναστευτικής καταγωγής κοινότητες, γεννημένες και μεγαλωμένες εδώ. Κάποια στιγμή θα γίνει κι αυτό: άσχετα αν το θέλουν οι Έλληνες ή οι ίδιοι οι μετανάστες, ο ρόλος που προβλέπεται για τη χώρα από τους «μεγάλους» της Ευρώπης είναι να απορροφήσει ένα σημαντικό μέρος της νέας μετανάστευσης.

Η διαφορά είναι ότι εμείς προερχόμαστε από μια ιστορική παράδοση διαφορετική απ’ αυτήν της Δυτικής Ευρώπης: για μας, η πολυθρησκευτικότητα ή η πολυεθνικότητα δεν είναι κάτι πραγματικό νέο, αλλά κάτι που ήταν κανόνας μέχρι ένα πολύ πρόσφατο παρελθόν. Μπορεί να το ξεχάσαμε πολύ γρήγορα, να όμως που η εξέλιξη της Ιστορίας μας αναγκάζει να το ξαναθυμηθούμε. Θα ήταν καλό να αντλήσουμε και από τις δικές μας εμπειρίες του παρελθόντος, αλλά και από τις πρόσφατες της Δυτικής Ευρώπης, ώστε να αποφύγουμε τα λάθη που έγιναν εκεί – και που μπορούν να οδηγήσουν σε καταστάσεις όπως αυτές που περιγράφει ο Ουελμπέκ.


Πηγές/χρήσιμοι σύνδεσμοι:

Ακροδεξιος εθνικισμος στην Ανατολια

Κλασσικό

Ακροδεξιά εθνικιστικά κινήματα στην Τουρκία δεν είναι άγνωστα στο ελληνικό ή κυπριακό κοινό. Εγώ θυμάμαι ότι άκουσα πρώτη φορά για τους Γκρίζους Λύκους τη δεκαετία του ’90, όταν πήγαινα ακόμα σχολείο. Μεταξύ άλλων, συμμετείχαν και στα επεισόδια στην Πράσινη Γραμμή που κατέληξαν στο θάνατο του Τάσου Ισαάκ, το καλοκαίρι του ’96.

Το ότι στην Τουρκία δεν λείπει ο εθνικιστικός φανατισμός, δεν ήταν φυσικά κάτι νέο για μας. Η ύπαρξη όμως οργανωμένων ομάδων με νεοφασιστικά χαρακτηριστικά, με αποδοχή από σημαντικά τμήματα του τουρκικού πληθυσμού, είναι κάτι που αξίζει να το ψάξουμε περισσότερο. Ποιες είναι οι ρίζες τους και τι τις ξεχωρίζει από άλλες πολιτικές οργανώσεις στην Τουρκία;

Παντουρκισμός: μια τουρκική εκδοχή μεγαλοϊδεατισμού;

Όπως έχει αναφερθεί και σε άλλο άρθρο, ο τουρκικός εθνικισμός γεννήθηκε μάλλον καθυστερημένα και σε διαφορετικές συνθήκες από τους υπόλοιπους εθνικισμούς στην περιοχή. Η τουρκική εθνική ιδέα δεν διαμορφώθηκε σε αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως έγινε με την ελληνική, τη βουλγαρική, τελικά ακόμα και την αλβανική και την αραβική. Οι τουρκικές-μουσουλμανικές ελίτ, ακόμα και τα πιο προοδευτικά τους τμήματα, ήταν, θέλοντας και μη, συνδεδεμένες με το οθωμανικό κράτος: κύριο μέλημά τους δεν ήταν η ανατροπή του, αλλά η επιβίωση μέσω της μεταρρύθμισής του. Ακόμα και ριζοσπαστικές ομάδες όπως οι Νεότουρκοι δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν εύκολα την οθωμανική ιδέα για χάρη μιας τουρκικής εθνικής – αυτό θα σήμαινε εξάλλου την εγκατάλειψη του μεγαλύτερου μέρους της Αυτοκρατορίας, που κατοικούνταν είτε από Χριστιανούς είτε από μη Τούρκους Μουσουλμάνους.

Ο Γιουσούφ Ακτσουρά (1876-1935). https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Ak%C3%A7urao%C4%9Flu_Yusuf.jpg

Ο Γιουσούφ Ακτσουρά (1876-1935). Πηγή εικόνας

Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη σημαντική προσωπικότητα που συνδέθηκε με μια καθαρά τουρκική εθνική ιδέα, δεν προερχόταν από τα οθωμανικά εδάφη. Ο Γιουσούφ Ακτσουρά ήταν Τάταρος της Κριμαίας, γεννημένος ως Ρώσος υπήκοος. Ήδη το 1904 τόλμησε να δημοσιεύσει τα «Τρία σχήματα πολιτικής«. Σ’ αυτό το κείμενο ανέδειξε την ασυμβατότητα των συμφερόντων ανάμεσα στις τρεις κύριες ομάδες στην οθωμανική επικράτεια: τους Τούρκους, τους μη-Τούρκους Μουσουλμάνους και τους μη-Μουσουλμάνους. Αντί για το μάταιο στόχο της διάσωσης της Αυτοκρατορίας, έδειχνε να προτιμάει μια ένωση των τουρκικών λαών.

Το παντουρκικό όραμα μπορεί να ιδωθεί και ως η τουρκική απάντηση στον πανσλαβισμό ή το πανγερμανισμό: όλες είναι θεωρίες με στόχο την ένωση λαών στη βάση της γλωσσικής συγγένειας, αρκετά δημοφιλείς εκείνη την εποχή. Με τον παντουρκισμό, ανοιγόταν και για τους Τούρκους η προοπτική ενός νέου μεγαλείου, που θα αντικαθιστούσε το έτσι κι αλλιώς ξεφτισμένο οθωμανικό – και θα ήταν αυτήν τη φορά καθαρά τουρκικό.

Το Μεγάλο Τουράν, κατά τους παντουρκιστές. https://img01.rl0.ru/4e31220ae9e020d422bb2c87487f2198/c600x415/r26.imgfast.net/users/2613/14/73/49/album/turan_10.jpg

Το «Μεγάλο Τουράν», κατά τους παντουρκιστές.
Πηγή εικόνας

Η εκδοχή του τουρκικού εθνικισμού όμως, που τελικά επικράτησε μέσω του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ήταν μάλλον διαφορετική. Αν και δεν της έλειπαν τα ακραία στοιχεία (βλέπε π.χ. τη θεωρία της «γλώσσας του ήλιου»*¹), ήταν κατά βάση ένας μη επεκτατικός εθνικισμός, που συνέδεε την τουρκική ταυτότητα με το έδαφος της Ανατολίας. Ο Ατατούρκ δεν ονειρευόταν καμία επέκταση στις κεντρο-ασιατικές στέπες. Παρ’ όλα αυτά, ο Ακτσουρά ή και άλλοι πιο ακραίοι οπαδοί του παντουρκισμού, όπως π.χ. ο Νιχάλ Ατσίζ (ο οποίος του πρόσθεσε και μια γερή δόση ρατσισμού, επηρεασμένος από τις φασιστικές ιδεολογίες στην Ευρώπη), δεν ήταν κατ’ ανάγκη αρνητικοί προς τον κεμαλισμό. Εξάλλου, μοιράζονταν μαζί του τη θέληση να δημιουργήσουν μια νέα τουρκική εθνική ταυτότητα, ξεχωριστή πλέον από την ισλαμική.

Γκρίζοι Λύκοι και τριπλά μισοφέγγαρα

Ο άντρας που θα κατάφερνε να δημιουργήσει ένα λαϊκό κίνημα βασιζόμενος στις ιδέες του ακραίου εθνικισμού, θα ερχόταν πάλι από το εξωτερικό. Ο Αλπαρσλάν Τουρκές, ο αποκαλούμενος και «μπασμπούγ» (=ηγέτης) από τους οπαδούς του, ήταν Κύπριος συμπατριώτης μου. Σε ηλικία 16 ετών είχε μετακομίσει με τους γονείς του στην Τουρκία. Το 1969 ίδρυσε*² μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του το MHP, το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης, που παραμένει μέχρι σήμερα ο κύριος εκφραστής του σκληρού δεξιού τουρκικού εθνικισμού.

Σε αντίθεση με τον έντονο, σχεδόν αντιθρησκευτικό, κοσμικισμό διανοητών όπως ο Νιχάλ Ατσίζ*³, ο Τουρκές, χωρίς να απορρίπτει το διαχωρισμό θρησκείας και κράτους, έβλεπε τη σημασία του Ισλάμ για την τουρκική ταυτότητα. Στην ουσία, ο εθνικισμός «αλά Τουρκές» μπορεί να μην απείχε και τόσο πολύ από τον τουρκικό ισλαμισμό: και οι δύο μοιράζονταν την εκτίμηση για το τουρκικό έθνος και το Ισλάμ (αν και διέφεραν στην έμφαση που έδιναν στο καθένα), και φυσικά το μίσος προς τον κομμουνισμό. Εξάλλου, το MHP ήταν και παρέμεινε ένα σχεδόν καθαρά σουνιτικό κόμμα: θυμάμαι όταν ένας Τούρκος γνωστός παρομοίωσε την ιδέα ότι Αλεβίτες θα μπορούσαν να ήταν μέλη των Γκρίζων Λύκων με το σαν να μιλάμε για «μαύρους ως μέλη της Κου-Κλουξ-Κλαν».

Ο Άλπαρσλαν Τουρκές με φόντο τη σημαία του MHP με το τριπλό μισοφέγγαρο κάνει τον χαιρετισμό των Γκρίζων Λύκων. Είχε συμμετάσχει (ως συνταγματάρχης) ενεργά στο πραξικόπημα του '60 εναντίον της κυβέρνησης του Μεντερές, αλλά παραμερίστηκε και δεν έπαιξε σημαντικό πολιτικό ρόλο μέχρι τη δεκαετία του '70. Ο ίδιος συνόψιζε την ιδεολογία του με τα

Ο Άλπαρσλαν Τουρκές (1917-1997), με φόντο τη σημαία του MHP με το τριπλό μισοφέγγαρο (ένα σύμβολο με οθωμανικές-ισλαμικές αναφορές), κάνει τον χαιρετισμό των Γκρίζων Λύκων. Είχε συμμετάσχει ως συνταγματάρχης ενεργά στο πραξικόπημα του ’60 εναντίον της κυβέρνησης του Μεντερές, αλλά παραμερίστηκε και δεν έπαιξε σημαντικό πολιτικό ρόλο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60. 
Πηγή εικόνας

Ο Τουρκές συνόψιζε την ιδεολογία του με τα «9 φώτα» (σε αναλογία  με τα «6 βέλη» του κεμαλισμού): τον εθνικισμό (ο οποίος, όχι τυχαία, ονομάζεται πρώτος),  τον ιδεαλισμό («Ιδεαλιστές» = ülkücüler στα τούρκικα – ονομάζονται εξάλλου επίσημα οι οργανώσεις νεολαίας του κόμματος), την ηθική, την κοινωνική ευθύνη, τον επιστημονικό εκσυγχρονισμό, την υπεράσπιση της ελευθερίας, την υπεράσπιση των αγροτών, τoν λαϊκισμό, την εκβιομηχάνιση. Ο Τουρκές δεν παρέλειπε εξάλλου να καλλιεργεί ένα φιλολαϊκό προφίλ, του υπερασπιστή του γνήσιου λαϊκού Τούρκου ενάντια στη φιλο-δυτική ελίτ και να μιλάει εναντίον του ιμπεριαλισμού και υπέρ της αναδιανομής της αγροτικής γης. Εξάλλου, και τα φασιστικά ή ακροδεξιά κινήματα στην Ευρώπη πάντα είχαν την τάση να οικειοποιούνται στοιχεία της αριστερής ρητορικής.

Αρχικά η κοινοβουλευτική επιτυχία του νέου κόμματος ήταν πολύ περιορισμένη. Στις εκλογές του 1969 πήρε μόλις 3% και μέχρι και την απαγόρευση του με το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’80 δεν κατάφερε να ξεπεράσει το 6.4%. Παρ’ όλα αυτά, έδειξε από νωρίς ότι ο κοινοβουλευτισμός δεν ήταν το μόνο πεδίο δράσης του. Οι οργανώσεις νεολαίας του κόμματος, οι περίφημοι Γκρίζοι Λύκοι, σύντομα άρχισαν να λειτουργούν και ως παραστρατιωτική ομάδα. Το ίδιο το (ανεπίσημο) όνομά τους είναι ενδεικτικό για τις εθνικιστικές παντουρκικές τάσεις του κόμματος: είναι μια αναφορά σε έναν μύθο για έναν λύκο που οδήγησε τους αρχαίους Τούρκους στην ελευθερία στις κεντροασιατικές στέπες.

Μπορούμε να θεωρήσουμε τους «Γκρίζους Λύκους» ως μια τουρκική εκδοχή νεοφασισμού; Υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνηγορούν σ’ αυτό. Η ταύτιση με σύμβολα που παραπέμπουν σ’ ένα μακρινό φυλετικό παρελθόν όπως ο γκρίζος λύκος, ο τυποποιημένος χαιρετισμός (με τα δάκτυλα του χεριού να σχηματίζουν τη μορφή ενός λύκου), ο σωβινιστικός εθνικισμός με επεκτατικές τάσεις, η αφοσίωση στον ηγέτη, η συνομωσιολογία, ο μιλιταρισμός, η προσφυγή στη βία όταν θίγονται τα εθνικά ιερά και όσια: όλα είναι στοιχεία που εύκολα παραπέμπουν στον φασισμό. Ακόμα ίσως πιο σημαντικό κοινό είναι όμως και το βάρος που δίνεται στην πάλη ενάντια στον «εσωτερικό εχθρό». Στις δεκαετίες του ’60 και ’70, αυτός ήταν φυσικά η ανερχόμενη Αριστερά. Ένα μεγάλο μέρος της δράσης των Γκρίζων Λύκων ήταν οι επιθέσεις εναντίων αριστερών – και αλεβίτικων – στόχων.

Εικόνα από πρόσφατη συγκέντρωση οπαδών του MHP, με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό. Στο πανό κάτω αριστερά φαίνεται το σύμβολο του γκρίζου λύκου. http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2014/02/erdogan-mhp-election-gray-wolf-turkey.html

Εικόνα από πρόσφατη συγκέντρωση οπαδών του MHP, με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό. Στο πανό κάτω αριστερά φαίνεται το σύμβολο του γκρίζου λύκου.
Πηγή εικόνας

Ακριβώς ίσως χάρη σ’ αυτόν τον βίαιο αντικομμουνισμό, η επιρροή που απέκτησε το κόμμα ήταν μάλλον μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στα χαμηλά του εκλογικά ποσοστά. Ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όταν στις χώρες του δυτικού στρατοπέδου υπήρχε μεγάλη ανάγκη για φανατικά αντικομμουνιστικές ομάδες, έτοιμες να χρησιμοποιήσουν στην ανάγκη και βία (βλ. την υπόθεση Γκλάντιο). Οι αριστερές τάσεις των δεκαετιών ’60 και ’70 στην Τουρκία και το γενικό κλίμα αντιαμερικανισμού, σίγουρα ανησυχούσαν πολλούς.

Έχοντας αυτά υπόψη, δεν πρέπει ίσως να μας κάνει τόση εντύπωση που το ΜΗΡ απέκτησε σημαντική πρόσβαση στο κράτος και τις ένοπλες δυνάμες, συμμετείχε στις δεξιές κυβερνήσεις «Εθνικού Μετώπου» τη δεκαετία του ’70 και ο Τουρκές έφτασε μάλιστα για ένα διάστημα μέχρι και στη θέση του αναπληρωτή πρωθυπουργού. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησε η παραστρατιωτική δράση των Γκρίζων Λύκων. Αντίθετα, αυτή κορυφώθηκε ιδιαίτερα από το ’78 και μετά, αφήνοντας πολλούς νεκρούς πίσω της και δημιουργώντας ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα, που χρησιμοποιήθηκε και ως δικαιολογία για το πραξικόπημα του ’80.

Το σημερινό MHP: ένας εκσυγχρονισμένος εθνικισμός;

Η νέα στρατιωτική κυβέρνηση απαγόρευσε μαζί με άλλες πολιτικές δυνάμεις και το MHP. Ο ίδιος ο Τουρκές φυλακίστηκε για 5 χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, οι Γκρίζοι Λύκοι φαίνεται ότι διατήρησαν διασυνδέσεις με το τουρκικό κράτος – και, κυρίως, το παρακράτος. Σε διάφορες επιθέσεις ή πολιτικές δολοφονίες της δεκαετίας του ’80 και του ’90 εναντίον αριστερών, αλεβίτικων ή κουρδικών στόχων, γίνεται λόγος για ανάμιξη των Γκρίζων Λύκων.

Το ΜΗΡ επανιδρύθηκε με άλλο όνομα, αλλά μπόρεσε να επιστρέψει και στο αρχικό του με τη σχετική πολιτική φιλελευθεροποίηση των επόμενων χρόνων. Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί διαδέχτηκε τον Τουρκές στην ηγεσία του κόμματος και του έδωσε μια κάπως πιο μετριοπαθή εικόνα, που το έκανε αποδεκτό σε πιο πλατιές μάζες. Στις εκλογές του ’99 ήρθε δεύτερο με ένα εντυπωσιακό 18% και συμμετείχε στην κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Ετζεβίτ. Έκτοτε, και με εξαίρεση το διάστημα 2002-2007, εκπροσωπείται σταθερά στην τουρκική βουλή ξεπερνώντας το όριο του 10%. Είναι στην ουσία η μόνη πολιτική δύναμη στον χώρο της τουρκικής Δεξιάς που επιβίωσε από τον «τυφώνα Ερντογάν», ο οποίος εξαφάνισε τα παραδοσιακά δεξιά κεμαλικά κόμματα.

Ο Ντεβλέτ Μπαχτσλί, ανάμεσα σε μια εικόνα του Ατατούρκ και μια του Τουρκές. https://www.mhp.org.tr/mhp_dil.php?dil=en

Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ανάμεσα σε μια εικόνα του Ατατούρκ και μια του Τουρκές.
Πηγή εικόνας

Σήμερα φυσικά οι συνθήκες δεν είναι οι ίδιες με τη δεκαετία του ’70. Ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει. Κύριος εχθρός του ακροδεξιού εθνικισμού δεν είναι πλέον τόσο η παραδοσιακή τουρκική Αριστερά, όσο το κουρδικό κίνημα. Η αντίθεση στην ειρηνευτική διαδικασία με το ΡΚΚ έγινε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του ΜΗΡ. Η τωρινή εθνικιστική αντικουρδική στροφή του Ερντογάν βοηθά φυσικά στο να φέρει τις δύο σημαντικότερες (πλέον) παρατάξεις της τουρκικής Δεξιάς πιο κοντά τη μια στην άλλη.

Μπορούν τελικά το ΜΗΡ και οι συγγενικές ή συνδεόμενες μαζί του οργανώσεις να θεωρηθούν σήμερα ως ένα νεοφασιστικό κίνημα; Σίγουρα, πολλά τμήματα της τουρκικής Αριστεράς ή του κουρδικού κινήματος το έβλεπαν και το βλέπουν ως τέτοιο: κάτι που εύκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει, αν σκεφτεί τι έχουν τραβήξει τις τελευταίες δεκαετίες. Ήδη αναφέραμε πριν πολλά στοιχεία στη δράση του ΜΗΡ που θυμίζουν φασισμό.

Παρ’ όλα αυτά, είναι ταυτόχρονα και ένα κόμμα που θέλει να έχει επαφή με την εξουσία, και τουλάχιστον η ηγεσία του μοιάζει πάντα έτοιμη να μετριάσει τις θέσεις της γι’ αυτόν τον σκοπό. Ποτέ δεν απέρριψε δημόσια την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Επίσης, παρά την εχθρότητα προς το κουρδικό κίνημα, και παρά του ότι ο αντι-κουρδικός ρατσισμός μπορεί να είναι διαδεδομένος στη βάση του κόμματος, η ηγεσία και οι διανοούμενοι του κόμματος δεν είναι αναγκαστικά εναντίον των «κουρδικής καταγωγής Τούρκων» (εφόσον αυτοί δέχονται την τουρκική τους ταυτότητα βεβαίως). Το φυλετικό κριτήριο δεν είναι δηλαδή πάντα το πιο σημαντικό στοιχείο γι’ αυτού του τύπου τον εθνικισμό.

Ακόμα και ο παντουρκισμός μένει τελικά μάλλον απλά μια από τις πολλές ιδεολογικές αναφορές του κινήματος. Την εποχή του Ψυχρού Πολέμου η παντουρκική προπαγάνδα εντασσόταν φυσικά και σ’ ένα γενικό αντικομμουνιστικό πλαίσιο, αφού οι περισσότεροι «υπόδουλοι Τούρκοι» ζούσαν στη Σοβιετική Ένωση. Μπορεί πολλοί Γκρίζοι Λύκοι να έχουν πάει ακόμα και να πολεμήσουν στο πλευρό των «εθνικών αδελφών» τους (παλιότερα στο Αζερμπαϊτζάν εναντίον των Αρμενίων, σήμερα στο πλευρό των Τουρκμένων της Συρίας), αλλά τουλάχιστον η δική μου εντύπωση είναι ότι η ηγεσία ποτέ δεν έβαλε ιδιαίτερη ενέργεια σε μια παντουρκική κατεύθυνση.

Όπως και να ‘χει, αυτό το κράμα τουρκικού εθνικισμού, σωβινισμού, αντικομμουνισμού/αντικουρδισμού, με κάποιες δόσεις παντουρκισμού και ισλαμισμού, θα συνεχίσει να παίζει ρόλο στην Τουρκία. Και όχι αναγκαστικά μόνο στο ΜΗΡ, αλλά επηρεάζοντας και άλλες δυνάμεις, όπως βλέπουμε τώρα με την εθνικιστική στροφή του Ερντογάν. Αν κάποιος περίμενε ότι με την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ θα εξασθένιζε τουλάχιστον αυτή η μορφή τουρκικού υπερεθνικισμού (σε κάποιες φάσεις, όταν ο Ερντογάν έκανε τα φιλοκουρδικά του ανοίγματα, μπορούσε κάποιος πράγματι να έχει τέτοιες ελπίδες), μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσει την άποψή του. Είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι μια κατάσταση που θα πρέπει να έχουμε υπόψη, μια και κάποια επαφή με την τουρκική κοινωνία είναι για μας λόγω γεωγραφικής θέσης αναπόφευκτη.


——-


*¹ Η «θεωρία της γλώσσας του ήλιου» είναι ένα ψευδοεπιστημονικό κατασκεύασμα, που προωθήθηκε όμως και από κρατικής πλευράς στην Τουρκία της δεκαετίας του ’30. Η θεωρία λέει περίπου ότι όλες οι σήμερα ομιλούμενες γλώσσες στον κόσμο κατάγονται από τα πρωτο-τουρκικά.

*² Για την ακρίβεια, ο Τουρκές απλά μετονόμασε έτσι ένα προϋπάρχον κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό Αγροτικό Εθνικό Κόμμα (CMKP), στο οποίο αυτός και οι σύντροφοί του είχαν διεισδύσει και καταφέρει να φέρουν υπό τον έλεγχό τους ήδη από το 1965.

*³ Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο Νιχάλ Ατσίζ, αν και αρχικά κοντά στο κόμμα, στη συνέχεια αποστασιοποιήθηκε, ακριβώς γιατί, όπως και άλλοι «γνήσιοι» παντουρκιστές, ένιωθε ότι η έμφαση στο Ισλάμ προέδιδε τον τουρκισμό.


Πηγές

  • «Yusuf Akçura’s Üç Tarz-i siyaset» (Three kinds of policy), (trans. Fehmi Ismail, Oriente Moderno).
  • Umut Uzer (2002): Racism in Turkey: The Case of Huseyin Nihal Atsiz. Journal of Muslim Minority Affairs.
  • Jacob M. Landau (1982): The Nationalist Action Party in Turkey. Journal of Contemporary History.
  • Tanıl Bora (2001): Der „Nationale Reflex“: Die fundamentalistische Disposition des Nationalen in der Türkei und der proto-faschistische Nationalismus der MHP. Sociologus.
  • Bülent Aras & Gökhan Bacik (2000): The Rise of Nationalist Action Party and Turkish Politics. Nationalism and Ethnic Politics.
  • Tom Stevenson (2016): The growing strength of Turkey’s ultra-nationalists. Middle East Eye.
  • Σία Αναγνωστοπούλου (2004): Τουρκικός εκσυγχρονισμός – Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού.
  • Δημήτρης Κιτσίκης (1998): Συγκριτική ιστορία Ελλάδος και Τουρκίας στον 20ό αιώνα.
  • Δημήτρης Κιτσίκης (1995): Ιστορία του ελληνο-τουρκικού χώρου (1928-1973).

Τα μυστικα του φρουριου Αλαμουτ

Κλασσικό

Δεν είναι πολύ γνωστό ότι η ρίζα της αγγλικής λέξης assasination (πολιτική δολοφονία) βρίσκεται στη λέξη χασίς. Πιο συγκεκριμένα, το χασίς είναι πιθανόν να έδωσε το όνομα του σε μια μεσαιωνική μουσουλμανική κοινότητα, στους θρυλικούς Ασασίνους. Αυτοί με τη σειρά τους συνδέθηκαν τόσο πολύ με την πολιτική δολοφονία, ώστε να δώσουν σ΄ αυτήν και το όνομά τους σε διάφορες δυτικές γλώσσες.

Πρώτος ηγέτης της κοινότητας ήταν μια σχεδόν μυθολογική μορφή, ο Χασάν-ι-Σαμπάχ. Η έδρα του ήταν το οχυρό Αλαμούτ, στα βουνά  του σημερινού βόρειου Ιράν. Ας δούμε όμως την ιστορία από την αρχή.

Οι Ισμαηλίτες

Οι Ισμαηλίτες είναι και αυτοί ένα από τα πολλά παρακλάδια του σιιτικού Ισλάμ. Σήμερα η κοινότητά τους είναι σχετικά ασήμαντη από πολιτική άποψη, αλλά παλιότερα τα πράγματα ήταν αλλιώς. Για μια περίοδο είχαν φτάσει να έχουν μέχρι και το δικό τους Χαλιφάτο (των Φατιμιδών, με έδρα το Κάιρο) και να ανταγωνίζονται το σουνιτικό χαλιφάτο της Βαγδάτης.

Οι ρίζες της θρησκευτικής κοινότητας πάνε πίσω στον 9ο αιώνα, όταν αυτή διασπάστηκε από τον κύριο (δωδεκατιστικό) κορμό του σιιτικού Ισλάμ. Η κοσμοθεωρία τους αποτελεί συνδυασμό από πολλά στοιχεία: θεολογικά (το Κοράνι, το οποίο πάντως ερμηνεύουν αλληγορικά), επιστημονικά (κυρίως την αστρονομία) και φιλοσοφικά (π.χ. το νεοπλατωνισμό – που είχε ιδιαίτερη επιρροή εκείνη την εποχή στη Μέση Ανατολή).

Σύντομα άρχισε να ελκύει πολλούς οπαδούς, κυρίως μέσα από τις τάξεις των δυσαρεστημένων και των αποκλεισμένων. Έτσι ο ισμαηλιτικός σιιτισμός έγινε ένα από τα κύρια μέσα αμφισβήτησης του σουνιτικού κατεστημένου – με συνέπεια να γνωρίσει και τις ανάλογες διώξεις. Δρούσε συνήθως κρυφά, με τις ισμαηλιτικές κοινότητες να λειτουργούν κάπως σαν μυστικές οργανώσεις. Ο μυστικισμός, η εσωτερικότητα και η πνευματικότητα ήταν κεντρικά χαρακτηριστικά του, που μάλιστα δεν εγκατέλειψε εντελώς ακόμα και όταν ανήλθε στην εξουσία για μια περίοδο στην Αίγυπτο.

Ο Χασαν-ι Σαμπάχ στο φρούριο Αλαμούτ

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα, ένας χαρισματικός νέος ιρανικής καταγωγής προσηλυτίστηκε στον Ισμαηλιτισμό: το όνομα του ήταν Χασάν-ι Σαμπάχ. Σύντομα έγινε ένας από τους κύριους ιεραπόστολους του θρησκευτικού κινήματος. Αναζητώντας ένα μέρος όπου θα μπορούσε να εφαρμόσει τις ιδέες του, ανακάλυψε ένα δυσπρόσιτο κάστρο στην οροσειρά του Αλμπόρζ: το Αλαμούτ. Αφού προσηλύτισε πολλούς χωρικούς της περιοχής στον Ισμαηλιτισμό, το 1090 κατέλαβε το φρούριο και έμεινε εκεί μέχρι το θάνατό του. Ήταν ένας θρησκευτικός-πολιτικός ηγέτης και ταυτόχρονα επιστήμονας και φιλόσοφος: τον περισσότερο χρόνο του τον περνούσε μελετώντας και κάνοντας πειράματα. Η βιβλιοθήκη του Αλαμούτ έμελλε να γίνει γνωστή σε όλη την περιοχή για τον πλούτο της.

Σταδιακά οι Ισμαηλίτες ανέπτυξαν ένα δίκτυο από πολλά τέτοια φρούρια στην περιοχή, ενώ ταυτόχρονα ισμαηλιτικές κοινότητες ζούσαν σκορπισμένες σε διάφορες πόλεις του Ιράν και της Μέσης Ανατολής. Οι Ισμαηλίτες του Ιράν (είχαν ήδη αποσπαστεί από το φατιμιδικό χαλιφάτο της Αιγύπτου και ονόμαζαν τους εαυτούς τους πλέον Νιζάρι) έγιναν δηλαδή ένα κράτος εν κράτει, μια κοινότητα σκορπισμένη χωρίς καθορισμένη ακριβώς επικράτεια,  υπό την ηγεσία του Χασάν-ι Σαμπάχ στο φρούριο Αλαμούτ.

Ότι απομένει σήμερα από το κάστρο του Αλαμούτ.  http://www.persianvoyages.com/alamut-castle/

Ότι απομένει σήμερα από το κάστρο του Αλαμούτ.
Πηγή εικόνας

Η τρομοκρατία ως αυτοάμυνα

Όσο δύσκολη και να ήταν η κατάληψη του Αλαμούτ από έναν εχθρικό στρατό, ένα τέτοιο μικρό και θρησκευτικά αιρετικό «κράτος», περιβαλλόμενο από ισχυρά σουνιτικά βασίλεια, ήταν προφανώς υπό μόνιμη απειλή. Για να εξισορροπήσει κάπως αυτήν την απειλή, ο Χασάν-ι Σαμπάχ χρησιμοποίησε ένα πολύ αποτελεσματικό μέσο: την τρομοκρατία. Εξάλλου αυτή παραμένει μέχρι και σήμερα ένα συνηθισμένο όπλο των αδυνάτων ενάντια στους δυνατούς.

Οι επίλεκτοι που εκπαιδευόντουσαν για τέτοια «τρομοκρατικά χτυπήματα» είχαν τον τίτλο φιντάι. Οι αποστολές τους ήταν οι δολοφονίες σημαντικών προσώπων, που ο Σαμπάχ θεωρούσε ως επικίνδυνα για την ισμαηλιτική κοινότητα – και για τον ίδιο, φυσικά. Το πρώτο θύμα ήταν ο μεγάλος βεζύρης του Σουλτανάτου των Σελτζούκων Νιζάμ-αλ-Μουλκ. Από τότε, πολλοί ακολούθησαν, συνήθως πρόσωπα σε ανάλογα ψηλή κοινωνική και πολιτική θέση σε ένα σουνιτικό κράτος. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Σαμπάχ έσπερνε τον τρόμο στους υπάρχοντες ή επίδοξους εχθρούς του.

Η δολοφονία του Νιζάμ αλ Μουλκ από Ασασίνους. http://geoplaytravel-geoplaytravel.blogspot.gr/

Η δολοφονία του Νιζάμ αλ Μουλκ από φιντάι, ο οποίος τον προσέγγισε μεταμφιεσμένος σε ντερβίση. Οι σημερινοί Ισμαηλίτες αρνούνται τη σχέση του Χασάν-ι Σαμπάχ μ’ αυτό το συμβάν.
Πηγή εικόνας

Οι φόνοι γίνονταν κατά κανόνα δημόσια και συχνά στη διάρκεια της μέρας – αυτήν τη δημοσιότητα φαίνεται μάλιστα να επεδίωκαν και οι ίδιοι οι φιντάι. Η λογική συνέπεια ήταν ότι συνήθως συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν μετά από βασανιστήρια. Η πράξη τους είχε δηλαδή και ένα αυτοκτονικό στοιχείο. Κάτι που κάποιοι στις μέρες μας συνδέουν με τις σημερινές επιθέσεις αυτοκτονίας των ισλαμιστών τρομοκρατών (μάλλον όχι ιδιαίτερα εύστοχα).

Σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά στην Ιστορία που έγιναν πολιτικές δολοφονίες. Η συστηματική χρήση τους όμως από μια μειονοτική κοινότητα για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της, ήταν όντως κάτι ξεχωριστό. Και όπως ήταν φυσικό, έδωσε στους Νιζάρι-Ισμαηλίτες μια ιδιαίτερα κακή φήμη.

Μεταξύ άλλων κυκλοφορούσαν και περίεργες ιστορίες σχετικά με την προετοιμασία των φιντάι. Λεγόταν ότι ο Σαμπάχ είχε φτιάξει έναν κήπο ως απεικόνιση του μουσουλμανικού Παραδείσου, όπως αυτός περιγράφεται στο Κοράνι, με ποτάμια να τρέχουν γάλα και μέλι και ωραίες γυναίκες να χορεύουν. Αφού έδινε στους νέους φιντάι όπιο, τους μετέφερε σ’ αυτόν τον κήπο. Αυτοί είχαν έτσι την ψευδαίσθηση ότι είχαν ονειρευτεί τον Παράδεισο και ήταν έτοιμοι να κάνουν τα πάντα, για να γυρίσουν εκεί όσο πιο γρήγορα γίνεται – κάτι που θα πετύχαιναν μόνο με το θάνατό τους. Αυτό τους έκανε άφοβους μπροστά στην ενδεχόμενη τιμωρία για τη δολοφονία που θα διέπρατταν, η οποία θα τους εξασφάλιζε τη θέση στον παράδεισο. Επίσης λεγόταν ότι οι δολοφόνοι ήταν υπό την επήρεια χασίς κατά την πράξη τους – εξ’ ου και το όνομα «Ασασίνοι», που έγινε συνώνυμο για ολόκληρη την κοινότητα. Αυτά όλα πάντως μάλλον περισσότερη σχέση έχουν με την σουνιτική προπαγάνδα εναντίον τους (την οποία υιοθέτησαν μετά και οι Χριστιανοί) παρά με την πραγματικότητα.

Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν χρειαζόταν να φτάσουν μέχρι τη δολοφονία – αρκούσε μια προειδοποιητική ενέργεια για να εξασφαλίσουν πολιτικά πλεονεκτήματα. Παράδειγμα ήταν η περίπτωση του Σουλτάνου Σαντζάρ, ο οποίος δεν δεχόταν να κλείσει ειρήνη με το Αλαμούτ: οι Ισμαηλίτες λέγεται ότι δωροδόκησαν έναν ευνούχο του, ο οποίος μπήκε στο δωμάτιο του Σουλτάνου την ώρα που κοιμόταν και κάρφωσε ένα στιλέτο στο πάτωμα. Όταν ο Σουλτάνος ξύπνησε, είδε το στιλέτο και σύντομα πήρε ένα μήνυμα από το Χασάν-ι Σαμπάχ: «Αν δεν εκτιμούσα τόσο το Σουλτάνο, τότε εκείνο το στιλέτο, αντί στο σκληρό πάτωμα, θα είχε καρφωθεί στο μαλακό του στήθος». Τρομοκρατημένος ο Σουλτάνος, δεν ξαναενόχλησε τους Ισμαηλίτες μέχρι το τέλος της βασιλείας του.

Ο Χασάν-ι Σαμπάχ είναι μια από τις λίγες προσωπικότητες του ισλαμικού Μεσαίωνα που συνεχίζουν και σήμερα να προκαλούν  το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Ήταν ταυτόχρονα ιεραπόστολος, διανοούμενος, επιστήμονας, πολιτικός - και τρομοκράτης.  http://assassinscreed.wikia.com/wiki/Hassan-i_Sabb%C4%81h

Ο Χασάν-ι Σαμπάχ είναι μια από τις λίγες προσωπικότητες του ισλαμικού Μεσαίωνα που συνεχίζουν και σήμερα να προκαλούν το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Ήταν ταυτόχρονα ιεραπόστολος, διανοούμενος, επιστήμονας, πολιτικός – και τρομοκράτης.
Πηγή εικόνας

Ανάσταση στο Αλαμούτ

Οι δύο πρώτοι διάδοχοι του Χασάν-ι-Σαμπάχ συνέχισαν να υπερασπίζονται την περιοχή τους και να οργανώνουν πολιτικές δολοφονίες όποτε κρινόταν αναγκαίο. Ταυτόχρονα, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Χασάν-ι Σαμπάχ, εφάρμοζαν αυστηρά το θρησκευτικό νόμο, τη Σαρία, τιμωρώντας σκληρά όποιον τολμούσε να τον παραβιάσει.

Αυτή η αυστηρότητα και η επιμονή στην (ας πούμε) νομική-εξωτερική πλευρά του Ισλάμ ερχόταν κατά κάποιον τρόπο σε σύγκρουση με τις παραδοσιακές εσωτερικές και μυστικιστικές τάσεις του Ισμαηλιτισμού και την έμφαση στην πνευματικότητα – πράγματα που τουλάχιστον η διανοητική ελίτ δεν είχε ξεχάσει ποτέ.  Από την στιγμή που οι Νιζάρι-Ισμαηλίτες απέκρουσαν τους εξωτερικούς εχθρούς και φαίνονταν να έχουν εξασφαλίσει την επιβίωσή τους, ήταν φυσικό η συζήτηση να στραφεί σε τέτοια θέματα.

Ίσως άρα δεν πρέπει να μας προκαλούν έκπληξη τα γεγονότα του 1164. Ο τρίτος διάδοχος του Χασάν-ι-Σαμπάχ, ο Χασάν Β’, κάλεσε τον κόσμο σε δημόσια συγκέντρωση. Δηλώνοντας ότι ενεργεί με βάση τις οδηγίες του Κρυφού Ιμάμη (μορφή που στους Ισμαηλίτες είχε το ρόλο ενός σχεδόν θεοποιημένου ηγέτη, ο οποίος όμως δεν αποκαλύπτεται πλέον δημόσια), ανακοίνωσε στους πιστούς τον ερχομό της «Ανάστασης» (κιγιαμά): από εδώ και στο εξής είχαν απαλλαχθεί από την υποχρέωση τήρησης του ιερού νόμου. Για να ξεκαθαρίσει τι σημαίνει αυτό, έφερε φαΐ για να γιορτάσει ο κόσμος παρά το ότι διαρκούσε ακόμα το Ραμαζάνι – πολύ πιθανόν μάλιστα αυτό να συνοδεύτηκε από κατανάλωση κρασιού.

Η προσμονή της Ανάστασης είναι κάτι που υπήρχε από παλιά στην παράδοση των Ισμαηλιτών – τη βάσιζαν μάλιστα σε αναφορές του Κορανίου. Σήμαινε την άνοδο σ’ ένα νέο πνευματικό επίπεδο, κατά το οποίο ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τα δεσμά των εξωτερικών νόμων – την επιστροφή στον Παράδεισο, θα μπορούσε να πει κάποιος. Η κίνηση του Χασάν Β’ ήταν σίγουρα εντυπωσιακή και προκλητική για τις ορθόδοξες ισλαμικές αντιλήψεις. Είχε επίσης και μια μάλλον σουρεαλιστική διάσταση: ο Χασάν Β’ κήρυξε ουσιαστικά το τέλος του μέχρι τότε κόσμου και τον ερχομό ενός καινούριου – παρ’ όλο που πρακτικά ο παλιός συνέχιζε να υπάρχει, έξω από την περιοχή των Ισμαηλιτών, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα!

Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι πιστοί δέχθηκαν με ενθουσιασμό αυτές τις αλλαγές και ο Χασάν Β’ παρέμεινε ένας ηγέτης αγαπητός στο λαό του. Αν και ο ίδιος δολοφονήθηκε μετά από λίγους μήνες, ο γιος και διάδοχός του, Μωάμεθ Β’, συνέχισε την εφαρμογή αυτών των ιδεών – αποκαλύφθηκε μάλιστα ο ίδιος ως ο Κρυφός Ιμάμης. Από τότε, ο κάθε ηγέτης του Αλαμούτ θα θεωρείται από τους Νιζάρι-Ισμαηλίτες και ως ο εν ζωή Ιμάμης.

Ο γέρος του βουνού και οι Ασασίνοι της Συρίας

Η Συρία ήταν (και είναι) μια περιοχή που πάντα ευνοούσε την ανάπτυξη θρησκευτικών αιρέσεων. Δεν είναι άρα τυχαίο που οι Νιζάρι-Ισμαηλίτες βρήκαν εκεί πρόσφορο έδαφος για προσηλυτισμό. Η ισμαηλιτική κοινότητα της Συρίας μεγάλωσε και αποδέχτηκε την ηγεσία του Αλαμούτ. Ακολουθώντας το παράδειγμα των ομόδοξών τους στο Ιράν, οι Σύριοι Ισμαηλίτες αποσύρθηκαν και αυτοί στα βουνά της κεντρικής Συρίας, όπου κατέλαβαν φρούρια παρόμοια με το Αλαμούτ.

Το κάστρο του Μασυάφ στη Συρία, ένα από τα πολλά που κατείχαν οι Ισμαηλίτες της περιοχής. http://en.wikipedia.org/wiki/Masyaf_Castle

Το κάστρο του Μασυάφ στη Συρία, ένα από τα πολλά που κατείχαν οι Ισμαηλίτες της περιοχής.
Πηγή εικόνας

Πιο γνωστός ηγέτης των Ισμαηλιτών της Συρίας ήταν ο Ρασίντ-αλ-Ντιν-Σινάν – μαζί με το Χασάν-ι Σαμπάχ μάλλον οι πιο ξεχωριστές προσωπικότητες στην ιστορία των Νιζάρι-Ισμαηλιτών. Όταν ήταν νέος είχε περάσει κάποια χρόνια στο Αλαμούτ, όπου γνωρίστηκε με το Χασάν Β’ (πριν ακόμα αυτός αναλάβει την εξουσία) και μάλλον επηρεάστηκε από τις ιδέες του, αναλαμβάνοντας να τις διαδώσει και εκτός Ιράν. Στη συνέχεια πήγε στην κεντρική Συρία, όπου έγινε γνωστός ως δάσκαλος και γιατρός. Μετά από κάποια χρόνια (μάλλον το 1162) ανέλαβε τη διοίκηση ενός ισμαηλιτικού φρουρίου. Απέκτησε φήμη ως δίκαιος και σοφός ηγέτης – συχνά του αποδίδονταν μάλιστα μεταφυσικές και τηλεπαθητικές δυνάμεις. Έμεινε γνωστός και ως «ο γέρος του βουνού».

Ως γνήσιος Νιζάρι-Ισμαηλίτης ηγέτης, ο «γέρος του βουνού» έγινε φόβητρο και λόγω των πολιτικών δολοφονιών που οργάνωνε. Η ιδιαιτερότητα στην περίπτωση της Συρίας ήταν ότι αυτές δεν είχαν ως στόχο μόνο Σουνίτες (ή Φατιμίδες) αξιωματούχους, αλλά και χριστιανούς Σταυροφόρους. Η σχέση με τους τελευταίους ήταν ιδιαίτερη – αρχικά ο Σινάν θέλησε να συμμαχήσει μαζί τους, φοβούμενος μάλλον περισσότερο τον περίφημο Σουνίτη ηγέτη Σαλαντίν, τον οποίο προσπάθησε δύο φορές να δολοφονήσει. Μπορεί οι απόπειρες να μην είχαν επιτυχία, αλλά τελικά ο Σαλαντίν έκανε ειρήνη με τον Σινάν. Από τώρα και στο εξής οι Ισμαηλίτες ήταν εχθροί των Σταυροφόρων, λέγεται μάλιστα ότι αυτοί οργάνωσαν τις δολοφονίες σημαντικών Χριστιανών ηγετών της Ανατολής.  Αυτό άρχισε να κάνει την κοινότητα γνωστή και στη Δύση, η οποία υιοθέτησε από τους Σουνίτες τον αρνητικό χαρακτηρισμό «Ασασίνοι» – μαζί με πολλή από την εναντίον τους προπαγάνδα.

Επίλογος για μια νικημένη (;) κοινότητα

Στις αρχές του 13ου αιώνα, το «κράτος» του Αλαμούτ ήταν σε παρακμή. Ο διάδοχος του Μωάμεθ Β’, ο Χασάν Γ’, επανέφερε τη Σαρία, οδηγώντας μάλλον σε ιδεολογική σύγχυση, ενώ ο γιος του, Μωάμεθ Γ’, που κυβέρνησε μετά απ’ αυτόν ήταν μάλλον ψυχικά ασθενής – παρ’ όλα αυτά, ο λόγος του ήταν απαράβατος νόμος, αφού συνέχιζε να θεωρείται ως ο Ιμάμης. Σ’ αυτήν την κατάσταση, δεν είναι παράξενο που το φρούριο Αλαμούτ, που είχε επιβιώσει τόσες εχθρικές επιθέσεις, λύγισε τελικά μπροστά στους Μογγόλους το 1256. Μαζί του καταστράφηκε και η τελευταία μορφή ισμαηλιτικής κρατικής υπόστασης.

Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν έφερε και το τέλος των ισμαηλιτικών ιδεών, οι οποίες βρήκαν υπόγεια το δρόμο τους π.χ. και στο σουνιτικό σουφισμό. Ακόμα και η κοινότητα επιβίωσε κρυφά, και έκανε την επανεμφάνισή της μετά από κάποιο διάστημα στην Ινδία. Σήμερα έχει 15-30 εκατομμύρια οπαδούς ανά τον κόσμο (τους περισσότερους απ’ αυτούς στην ινδική χερσόνησο), ενώ ο ηγέτης της συνεχίζει τη γραμμή των Ιμάμηδων του Αλαμούτ ακόμα και μετά από μια περίπου χιλιετία. Πρόκειται πλέον για μια καθαρά φιλειρηνική κοινότητα, που δεν έχει καμία σχέση με δολοφονίες, πολιτικές ή μη.

Ο σημερινός Ιμάμης των Ισμαηλιτών, Σαχ Καρίμ αλ-Χουσάινι, περισσότερο γνωστός με τον τίτλο Αγά Χαν. Είναι βρετανός υπήκοος με ιρανική καταγωγή - η οποία ανάγεται στον ηγέτη του Αλαμούτ Χασάν Β'. http://edition.cnn.com/2008/US/04/15/aga.khan/

Ο σημερινός Ιμάμης των Ισμαηλιτών, Σαχ Καρίμ αλ-Χουσάινι, περισσότερο γνωστός με τον τίτλο Αγά Χαν. Είναι βρετανός υπήκοος με ιρανική καταγωγή – η οποία ανάγεται στον ηγέτη του Αλαμούτ Χασάν Β’. Πηγή εικόνας

Είναι άρα μάλλον αστείο που μερικοί, βλέποντας τη σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία, προσπάθησαν να τη συνδέσουν με την παράδοση των Ασασίνων – αποδεικνύοντας τάχα πως υπάρχει μια συνέχεια τρομοκρατίας εντός του Ισλάμ. Κατ’ αρχήν, μάλλον κανένας Σουνίτης ισλαμιστής τρομοκράτης, ακόμα και δωδεκατιστής Σιίτης, δεν θα ήθελε να έχει οποιαδήποτε σχέση με μια ομάδα τόσο αιρετική όπως οι Νιζάρι-Ισμαηλίτες, που έφτασε μέχρι τη δημόσια αποκήρυξη του ιερού ισλαμικού νόμου. Επίσης, η ισμαηλίτικη πρακτική των πολύ στοχευμένων πολιτικών δολοφονιών περισσότερο θυμίζει τους Ρώσους Ναρόντνικους, παρά τις σημερινές βομβιστικές επιθέσεις ομάδων όπως η Αλ Κάιντα.

Πιο ενδιαφέρουσα όμως είναι η περίπτωση των Ισμαηλιτών του Αλαμούτ ως ένα δείγμα της ανάμειξης πολλών διανοητικών ρευμάτων της περιοχής, από την ισλαμική σιιτική παράδοση μέχρι την ελληνιστική φιλοσοφία – η τελευταία ήταν, ας μην το ξεχνάμε, ακόμα πολύ ζωντανή τότε. Αυτά τα ρεύματα ενώθηκαν σε ένα θρησκευτικό κίνημα με μυστικιστικό αλλά και επαναστατικό χαρακτήρα, που αμφισβητούσε το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα της εποχής. Αυτοί ήταν με λίγα λόγια οι Νιζάρι-Ισμαηλίτες – ή οι Ασασίνοι, όπως τους αποκαλούσαν οι εχθροί τους.


Βιβλιογραφία:

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 2: Ισλαμισμος

Κλασσικό

Ο ισλαμισμός είναι μάλλον η πρώτη ιδεολογία που έρχεται στο μυαλό κάποιου όταν ακούει τη φράση «αραβικός κόσμος». Για τους περισσότερους έχει συνδεθεί με ιδιαίτερα αρνητικές εικόνες, όπως οι πρόσφατοι αποκεφαλισμοί από το Ισλαμικό Κράτος. Όπως όμως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, δεν ήταν πάντα αυτή η σημαντικότερη ιδεολογία στον αραβικό χώρο – ούτε είναι κατ’ ανάγκη σήμερα. Είναι παρ’ όλα αυτά σημαντικό να δούμε τι είναι ο ισλαμισμός και οι εσωτερικές του διαφοροποιήσεις.

Οι ρίζες: Σαλαφίγια και πανισλαμισμός

Όταν μιλάμε για τις ρίζες του ισλαμισμού, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι στον αραβόφωνο χώρο η εξουσία είχε επί 13 αιώνες και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα έτσι κι αλλιώς αναφορά στο Ισλάμ και τη Σαρία (τον ιερό νόμο). Το ερώτημα που έμπαινε δηλαδή στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν ήταν τόσο αν πρέπει η Σαρία να είναι ο νόμος του κράτους, όπως τίθεται από τους σημερινούς ισλαμιστές ως αντίδραση στην εκκοσμίκευση.

Το κύριο πρόβλημα που μάλλον απασχολούσε τους Άραβες διανοούμενους της εποχής ήταν η ολοένα και πιο εμφανής υπανάπτυξη σε σχέση με τη Δύση. Η πολιτική της επίπτωση ήταν ότι πολλές αραβικές χώρες βρέθηκαν για πρώτη φορά υπό έντονη δυτική μη-μουσουλμανική εξάρτηση, που έμελλε σύντομα να εξελιχθεί σε ανοικτή αποικιοκρατία, ιδιαίτερα στη Βόρεια Αφρική. Το οθωμανικό πλαίσιο φαινόταν να είναι όχι μόνο ανίκανο να υπερασπιστεί τη «χώρα του Ισλάμ» από τους εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και εσωτερικά εντελώς αναποτελεσματικό. Ήταν φανερό ότι υπήρχε η ανάγκη μιας ανανέωσης.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, γεννήθηκε κυρίως ανάμεσα στους διανοούμενους της Αιγύπτου το σαλαφιστικό κίνημα. Σήμερα μπορεί η λέξη «σαλαφισμός» να μας φέρνει στο νου το πιο ακραίο και δογματικό Ισλάμ, τότε όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Οι διανοούμενοι που εκπροσωπούσαν αυτό το κίνημα (π.χ. ο Μουχάμαντ Αμπντούχήθελαν μάλλον ένα Ισλάμ ικανό να ανταγωνιστεί τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, με έμφαση στην αρχή της λογικής και στον εκσυγχρονισμό της παιδείας. Η εξιδανίκευση της εποχής του Μωάμεθ και η ανάγκη επιστροφής σ’ αυτό το ιδανικό (από το οποίο οι σύγχρονες μουσουλμανικές κοινωνίες είχαν κατά την άποψή τους απομακρυνθεί), είναι πάντως κάτι κοινό με τα ισλαμιστικά κινήματα που θα ακολουθούσαν – εκεί βρίσκονται και οι ρίζες αυτού που ονομάζουμε σήμερα φονταμενταλισμό.

Παράλληλα και σε σύνδεση μ’ αυτό αναπτύχθηκαν πανισλαμιστικές ιδέες, δηλαδή της ένωσης όλων των Μουσουλμάνων σ’ ένα κράτος, προκειμένου να μπορούν να αντισταθούν με επιτυχία στο δυτικό επεκτατισμό. Αυτός ο πανισλαμισμός  ήταν περισσότερο μια εστίαση στην κοινή ισλαμική ταυτότητα. Πολλοί από τους κύριους εκφραστές του είχαν μάλλον  εκσυγχρονιστικό προφίλ. Πιο σωστό θα ήταν ίσως να τον θεωρήσουμε ως ένα είδος μουσουλμανικού «εθνικισμού» – ο οποίος πάντως επίσης υιοθετήθηκε από τους ισλαμιστές του επόμενου αιώνα.

Ο Τζαμάλ αλ-Ντιν αλ-Αφγκάνι (1838-1897) ήταν παρά το όνομά του μάλλον περσικής σιιτικής καταγωγής (την οποία πιθανόν να ήθελε να κρύψει, δρώντας στη σουνιτική Οθωμανική Αυτοκρατορία). Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Μουσουλμάνους φιλόσοφους του 19ου αιώνα: τόνιζε τη σημασία της θρησκείας στην κοινωνία, καθώς και την ανάγκη ισλαμικής ενότητας και καταπολέμησης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Από πολλούς Μουσουλμάνους ηγέτες θεωρήθηκε πάντως αιρετικός και αναγκάστηκε κατά διαστήματα να διαφύγει στην Ευρώπη. Πηγή: www.britannica.com

Ο Τζαμάλ αλ-Ντιν αλ-Αφγκάνι (1838-1897) ήταν παρά το όνομά του μάλλον περσικής σιιτικής καταγωγής (την οποία πιθανόν να ήθελε για ευνόητους λόγους να κρύψει). Τόνιζε τη σημασία της θρησκείας στην κοινωνία, καθώς και την ανάγκη ισλαμικής ενότητας και αντίστασης στη δυτική κυριαρχία – λαμβάνοντας όμως υπόψη και τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις της Δύσης. Από πολλούς Μουσουλμάνους θεωρήθηκε πάντως αιρετικός και αναγκάστηκε κατά διαστήματα να διαφύγει στην Ευρώπη.
Πηγή εικόνας

Η δεξιά στροφή στον αραβικό κόσμο

Στη συνέχεια, όπως είδαμε και στο προηγούμενο άρθρο, οι πανισλαμικές ιδέες μπήκαν στο περιθώριο. Οι Τούρκοι και οι Πέρσες πήραν τους δικούς τους ξεχωριστούς δρόμους και στους Άραβες επικράτησε η αραβική εθνική ιδέα, που ένωνε Μουσουλμάνους και Χριστιανούς. Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 αυτή η ιδέα πήρε σοσιαλιστικά και κοσμικά χαρακτηριστικά.

Αυτή η κατάσταση άλλαξε όμως πάλι μετά την τραυματική συντριβή των Αράβων από το Ισραήλ το 1967. Η παναραβική ιδέα έμοιαζε πλέον αποτυχημένη. Αυτό οδήγησε από τη μια μεριά σε αριστερή ριζοσπαστικοποίηση (όπως θα δούμε σε ένα από τα επόμενα άρθρα), από την άλλη όμως και σε μια πιο συντηρητική στροφή, πίσω πάλι στις παλιές ισλαμικές αξίες. Πιο καθαρά εκφράστηκε αυτή η στροφή στην Αίγυπτο, όπου ο διάδοχος του Νάσερ, ο Σαντάτ, εγκατέλειψε τα σοσιαλιστικά στοιχεία για χάρη του οικονομικού φιλελευθερισμού, προσέγγισε τις ΗΠΑ εις βάρος της ΕΣΣΔ – και ταυτόχρονα προώθησε το ρόλο του Ισλάμ στην κοινωνία, κάνοντας και τη Σαρία μέρος του Συντάγματος.

Σ’ αυτήν τη «δεξιά στροφή» έπαιξε όμως ρόλο και μια άλλη σημαντική γεωπολιτική αλλαγή: ο πλουτισμός των συντηρητικών μοναρχιών του Κόλπου μέσω του πετρελαίου. Αυτός αύξησε και το πολιτικό τους βάρος μέσα στον αραβικό κόσμο. Κεντρικό ρόλο έπαιξε (και παίζει) η Σαουδική Αραβία, μια απόλυτη μοναρχία που στηρίζεται στη συμμαχία με τον ουαχαμπιτισμό. Ο τελευταίος είναι μια μορφή ακραίου πουριτανικού Ισλάμ, που γεννήθηκε τον 18ο αιώνα. Η σαουδική μοναρχία επιδίωξε να αυξήσει την επιρροή της σε άλλες αραβικές χώρες: σ’ αυτό ανήκε φυσικά και η χρηματοδότηση ομάδων με ιδεολογία κοντινή στη δική της.

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα ως δημοκρατικός ισλαμισμός;

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα («Ιχουάν» στα αραβικά) είχε ήδη ιδρυθεί το 1928 από τον Αιγύπτιο δάσκαλο Χασάν αλ Μπάνα. Εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Αμπντούχ και του αλ-Αφγκάνι, θέλοντας να τις εφαρμόσει στην πολιτική πράξη. Η ρητορική περί κοινωνικής αλληλεγγύης και ο αγώνας ενάντια στην αποικιοκρατία τη βοήθησαν να προσελκύσει οπαδούς. Απέρριπτε και το δυτικό καπιταλισμό και τον κομμουνισμό λόγω της κοσμικής τους φύσης: πρότεινε έναν τρίτο δρόμο, που θα ερχόταν με την εγκατάσταση μιας «ισλαμικής τάξης». Εναντιώθηκε στο διαχωρισμό κράτους-θρησκείας, που είχε ήδη αρχίσει να φτάνει και στον αραβικό κόσμο. Ταυτόχρονα όμως δεχόταν την αρχή της λαϊκής δημοκρατικής συμμετοχής στη διακυβέρνηση, ερμηνεύοντας την μάλιστα ως αρχαία ισλαμική αρχή – έπρεπε φυσικά να μένει στα πλαίσια του ιερού νόμου. Ουσιαστικά γεννιέται έτσι ο ισλαμισμός ως σύγχρονη ιδεολογία.

Η Αδελφότητα υποστήριξε την επανάσταση του Νάσερ, γρήγορα όμως συγκρούστηκε μαζί του λόγω της κοσμικότητας του καθεστώτος. Αυτός αποφάσισε να καταστείλει την οργάνωση με σκληρό τρόπο. Πολλά μέλη της συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν. Αυτή η καταπίεση οδήγησε και σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση, όπως θα δούμε πιο κάτω. Μετά τον Νάσερ πάντως, η καταστολή εναντίον της Αδελφότητας χαλάρωσε αρκετά. Πολλά μέλη της προσπάθησαν να ασκήσουν επιρροή συμμετέχοντας στο υπάρχον πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Αυτή η μισο-νομιμότητα εξηγεί ίσως και τους αρχικούς δισταγμούς της ηγεσίας της να συμμετάσχει στην πρόσφατη εξέγερση που οδήγησε στην ανατροπή του Μουμπάρακ.

Το σύμβολο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.  Πηγή:  www.investigativeproject.org

Το σύμβολο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.
Πηγή εικόνας

Παραρτήματα της Μ. Α. ή συγγενικές οργανώσεις ιδρύθηκαν σε πολλές αραβικές χώρες. Προσπάθησαν να καταλάβουν την εξουσία με διαφορετικούς τρόπους: μέσω (αποτυχημένης) επανάστασης στη Συρία το 1979-82, μέσω εκλογών και στη συνέχεια με ένοπλο κίνημα στην Αλγερία. Η Χαμάς το πέτυχε (μερικώς) το 2006 μέσω εκλογών, ενώ με την Αραβική Άνοιξη ακολούθησε πρώτα η Εννάχντα στην Τυνησία και μετά η ίδια η Αδελφότητα στην Αίγυπτο.

Πώς όμως έφτασαν τέτοια κινήματα να έχουν τόση αποδοχή και να διεκδικούν την εξουσία; Εκτός από τους λόγους που αναφέρθηκαν πριν, ένα ρόλο πρέπει να έπαιξαν και η άνοδος του οικονομικού φιλελευθερισμού μαζί με την απόσυρση του κράτους από διάφορες κοινωνικές υπηρεσίες. Οργανώσεις όπως η Αδελφότητα (αν και ακόμα παράνομη) ήταν εκεί για να αναπληρώσουν το κενό – έκαναν φιλανθρωπικές δράσεις, διαχειρίζονταν νοσοκομεία, σχολεία, νηπιαγωγεία που συχνά λειτουργούσαν καλύτερα από τα αντίστοιχα κρατικά. Σιγά σιγά άρχιζαν να αποκτούν ρίζες στον κόσμο.

Σήμερα κάποιοι βλέπουν σ’ αυτές τις οργανώσεις τη δύναμη ενός δημοκρατικού, ίσως ακόμα και φιλοκαπιταλιστικού ισλαμισμού, στα πρότυπα του ερντογανικού κινήματος (το οποίο τα θεωρεί συγγενικά του) – κάτι σαν το ανάλογο της Χριστιανοδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μένει ακόμα να δούμε την εξέλιξή τους – η συμμετοχή τους στη διακυβέρνηση, εκεί όπου αυτή τους επιτρέπεται, τα αναγκάζει σίγουρα να είναι πιο μετριοπαθή. Πάντως δεν έχουν καταφέρει να πείσουν τους εχθρούς τους ότι δεν είναι επικίνδυνα, όπως είδαμε από την πολύ μεγάλη αντίδραση εναντίον τους στην Αίγυπτο, που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησής τους μετά από μόλις έναν χρόνο.

Ο Ρασίντ Γκανούσι, ιδρυτής και πνευματικός ηγέτης του κόμματος Εννάχντα. Το κόμμα ήταν ο πυρήνας της πρώτης δημοκρατικά κυβέρνησης της Τυνησίας μετά την εξέγερση του '11. Τα τρία χρόνια διακυβέρνησης δεν θεωρήθηκαν πετυχημένα - οι εκλογές του '14 το έβαλαν σε ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πηγή εικόνας: http://www.aljazeera.com/indepth/opinion/2012/04/20124795440442662.html

Ο Ρασίντ Γκανούσι, ιδρυτής και πνευματικός ηγέτης του κόμματος Εννάχντα. Το κόμμα ήταν ο πυρήνας της πρώτης δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης της Τυνησίας μετά την εξέγερση του ’11. Τα τρία χρόνια διακυβέρνησης δεν θεωρήθηκαν πετυχημένα – οι εκλογές του ’14 το έβαλαν σε ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Πηγή εικόνας 

Τα δείγματα που έχουν δώσει αυτές οι οργανώσεις μέχρι τώρα δείχνουν πάντως ότι διαφέρουν τουλάχιστον σ’ έναν τομέα από αυτές που θα περιγραφούν στη συνέχεια: αν και σουνιτικές, δεν διστάζουν να προσεγγίσουν ή ακόμα και να συνεργαστούν (στην περίπτωση της Χαμάς) με το σιιτικό Ιράν. Αυτό πρέπει ίσως να το δούμε όντως ως ένα στοιχείο μετριοπάθειας.

Σαλαφιστές και Τζιχαντιστές

Όπως ήδη είπαμε, η  γενική αποτυχία των εθνικιστικών καθεστώτων τόσο εξωτερικά (πάλη ενάντια στο Ισραήλ, αραβική ενοποίηση, απεξάρτηση από τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις) όσο και εσωτερικά (αποδυνάμωση κοινωνικού κράτους, διαφθορά, οικονομική στασιμότητα, ανεργία) έκανε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ αυτά. Αυτό το κενό το εκμεταλλεύτηκαν όχι μόνο οργανώσεις όπως η Αδελφότητα ή η Χαμάς, αλλά και άλλες πιο ακραίες.

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα ανανεώθηκε το σαλαφιστικό κίνημα (από τη λέξη σαλάφ: αναφέρεται στους πρώτους Μουσουλμάνους της εποχής του Προφήτη), αλλά με αρκετά διαφορετικό χαρακτήρα από τον πρόγονό του του 19ου αιώνα. Οι οργανώσεις αυτές πρεσβεύουν ένα ακραία πουριτανικό και δογματικό Ισλάμ – εξάλλου συχνά η χρηματοδότησή τους προέρχεται από την ουαχαμπιτική Σαουδική Αραβία. Παίρνουν τα ιερά κείμενα κατά λέξη και απορρίπτουν κάθε προσπάθεια λογικής ερμηνείας τους. Σε αντίθεση με την Αδελφότητα δίνουν περισσότερο βάρος στην προσωπική ηθική παρά σε ένα γενικό πολιτικό πρόγραμμα και απορρίπτουν την ιδέα της δημοκρατίας. Έβλεπαν μάλιστα την πολιτική συμμετοχή της Αδελφότητας ως παρέκκλιση από τον σωστό ισλαμικό δρόμο. Μόλις μετά την εξέγερση του ’11 αποφάσισαν τελικά κάποια τμήματα του αιγυπτιακού σαλαφισμού να συμμετάσχουν στον πολιτικό στίβο, πετυχαίνοντας μάλιστα με 28% τη δεύτερη θέση στις εκλογές – μια σίγουρα περίεργη απόφαση, με βάση τη μέχρι τώρα πορεία τους. 

Εκδήλωση Σαλαφιστών στην Αίγυπτο. Πηγή: www.nytimes.com/2011/12/11/world/middleeast/salafis-in-egypt-have-more-than-just-religious-appeal.html?pagewanted=all&_r=0

Εκδήλωση Σαλαφιστών στην Αίγυπτο.
Πηγή εικόνας

Στη μεγάλη του πλειοψηφία πάντως το σαλαφιστικό κίνημα είναι ειρηνικό. Παράλληλα και σε σύνδεση με αυτό όμως αναπτύχθηκε και μια ιδιαίτερη τάση, που έμελλε να γίνει παγκόσμια γνωστή, μέσω οργανώσεων όπως η Αλ Κάιντα ή το Ισλαμικό Κράτος. Πρώτα όμως ας επιστρέψουμε μερικά χρόνια πίσω.

Σημείο αναφοράς για το ισλαμιστικό κίνημα είναι ο Αιγύπτιος Σαγίντ Κουτμπ, γεννημένος το 1906. Στα πρώτα του χρόνια ήταν μάλλον απλά ένας φιλελεύθερος διανοούμενος, στη συνέχεια όμως στράφηκε στην αναζήτηση του ιδανικού Ισλάμ, όπως είχε υπάρξει την εποχή του Μωάμεθ και των πρώτων διαδόχων του. Σ’ αυτό έπαιξε ρόλο και η διετής του παραμονή στις ΗΠΑ και αυτό που εισέπραξε ως δυτικό πολιτισμό: υλισμό, ανηθικότητα και ρατσισμό.

Τα γραπτά του είχαν ένα έντονα ριζοσπαστικό και επαναστατικό ύφος σε μια περίεργη ανάμειξη με θρησκευτικό φονταμενταλισμό – κάποιοι το ονόμασαν «αναρχο-ισλαμισμό». Αρνείται να αναγνωρίσει οποιαδήποτε ανθρώπινη εξουσία ή νόμο άλλoν από τον ιερό νόμο του Θεού. Τα αραβικά καθεστώτα (όπως και τη σύγχρονη αραβική κοινωνία γενικά) δεν τα δέχεται ως γνήσια μουσουλμανικά και άρα τα θεωρεί εχθρούς. Ενώ ξεκαθαρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει εξαναγκασμός στο Ισλάμ, επιβάλλεται να επικρατήσει παντού ο ιερός νόμος – που θα δώσει την ελευθερία σε κάθε άνθρωπο να αποφασίσει μόνος του αν θα ακολουθήσει το δρόμο του Θεού ή όχι. Αυτό είναι δυνατόν μόνο αν καταστραφούν μέσω της τζιχάντ όλοι οι θεσμοί που τον εμποδίζουν.

Ο Σαΐντ Κουτμπ () θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Υπήρξε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ως μέρος της καταστολής από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθηκε το1954 και εκτελέστηκε το 1966. Πηγή: www.economist.com/node/16588026

Ο Σαγίντ Κουτμπ θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Υπήρξε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ως μέρος της καταστολής από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθηκε το1954 και εκτελέστηκε το 1966.
Πηγή εικόνας

Ο,τι και αν εννοούσε ο Κουτμπ όταν διατύπωνε αυτές τις θεωρίες, βοήθησαν στο να εμπνεύσουν τη βίαιη δράση του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Η πρώτη έκφραση του τελευταίου ήταν πάλι στην Αίγυπτο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ιδρύθηκαν πολλές μικρές ισλαμιστικές οργανώσεις. Τα μέλη τους ήταν κυρίως νέοι από τα κατώτερα μεσαία στρώματα, όχι σπάνια με κάποιου είδους σπουδές, αλλά συνήθως άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι. Απογοητευμένοι από τη γενική κατάσταση, που κατά την άποψή τους δεν είχε καμία σχέση με τις διδαχές του Προφήτη, στράφηκαν στην αναζήτηση του «πραγματικού Ισλάμ».

Η ιδιαιτερότητά τους, τουλάχιστον ενός μέρους τους, ήταν ότι έβλεπαν ως κεντρικό μουσουλμανικό καθήκον την τζιχάντ: εξ’ου και ο όρος τζιχαντισμός. Στην ισλαμική παράδοση η έννοια τζιχάντ αναφέρεται σε διάφορες μορφές πάλης,  από τις οποίες η ένοπλη είναι μόνο μία. Αυτοί όμως επικεντρώνονται ακριβώς εκεί (χαρακτηριστική για το βάρος που δίνεται στη βίαιη τζιχάντ είναι π.χ. η ένδειξη ότι οι δράστες της 11ης Σεπτεμβρίου κατανάλωσαν αλκοόλ την προηγούμενη νύχτα – αυτή η μικρή αμαρτία θεωρούνταν ασήμαντη σε σχέση με την επικείμενη πράξη τους, που θα τους εξασφάλιζε τη θέση στον παράδεισο). Επίσης σημαντική διαφορά από οργανώσεις όπως η Αδελφότητα είναι ο ελιτισμός που τους χαρακτηρίζει: δεν έχουν καμιά εκτίμηση σε δημοκρατικές διαδικασίες, αφού έτσι κι αλλιώς το έργο τους είναι υπόθεση λίγων εκλεκτών.

Το αιγυπτιακό κράτος το έβλεπαν ως μη-μουσουλμανικό και άρα ως νόμιμο στόχο. Έγιναν διάφορες βομβιστικές επιθέσεις και απαγωγές, ενώ η μεγάλη τους επιτυχία ήταν η δολοφονία του Προέδρου Σαντάτ. Η ίδια απόρριψη ίσχυε για τους «επίσημους» ιερωμένους, των οποίων οι αποφάσεις ή απόψεις θεωρούνται από τους τζιχαντιστές έτσι κι αλλιώς άκυρες.

Το κομβικό σημείο όμως για την εξάπλωση του τζιχαντισμού ήταν ο πόλεμος του Αφγανιστάν ενάντια στη σοβιετική εισβολή, ο οποίος στηρίχθηκε από τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία. Αν και οι ντόπιοι μαχητές είχαν πιθανόν τοπικά κίνητρα, πολλοί νέοι από αραβικές (και άλλες) χώρες ήρθαν να τους ενισχύσουν. Επιστρέφοντας από το Αφγανιστάν, έφερναν ήδη την εμπειρία της «τζιχάντ» μαζί τους. Αυτή η εμπειρία μπορούσε τώρα να εφαρμοστεί όπου ανά τον κόσμο κρινόταν αναγκαίο: στη Βοσνία, την Τσετσενία – και τώρα στη Συρία ή τη Λιβυή. Ένα τζιχαντιστικό δίκτυο εξαπλώθηκε στον κόσμο, με οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα ή τώρα το Ισλαμικό Κράτος. Ως εχθροί ορίζονται π.χ. η Δύση, τα (ημι-)κοσμικά αραβικά καθεστώτα – και τελευταία, όλο και πιο πολύ οι Σιίτες.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσα τους, τη Ράκκα της Συρίας. Πηγή

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην πρωτεύουσά τους, τη Ράκκα της Συρίας.
Πηγή εικόνας

Σιιτικός Ισλαμισμός: μια ιδιαίτερη περίπτωση

Τα κινήματα και τα πρόσωπα που αναφέρθηκαν μέχρι στιγμής ανήκουν όλα στην παράδοση του σουνιτικού Ισλάμ, το οποίο ακολουθεί και η μεγάλη πλειοψηφία των Μουσουλμάνων ανά τον κόσμο. Ισλαμιστικές οργανώσεις δημιουργήθηκαν όμως και στο σιιτικό χώρο, ιδιαίτερα μετά την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν. Σήμερα έχουν σημαντικό πολιτικό ρόλο σε αραβικές χώρες που οι Σιίτες αποτελούν την πλειοψηφία ή ισχυρή μειοψηφία. Οι Χούτι της Υεμένης έχουν τμήματα της επικράτειας υπό τον έλεγχό τους, στο Ιράκ ο πρωθυπουργός προέρχεται από το σιιτικό ισλαμιστικό κόμμα Νταγουά, ενώ στο Λίβανο η γνωστή Χεζμπολάχ παίζει κεντρικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Το πιο σημαντικό κοινό στοιχείο που έχουν αυτές οι οργανώσεις είναι η σύνδεσή τους με το Ιράν – τουλάχιστον έτσι τις βλέπουν οι σουνιτικές ελίτ.

Το ποσοστό των Σιιτών ανα χώρα (σ' αυτό συμπεριλαμβάνονται και οι Αλεβίτες και Αλαουίτες, που είναι ειδικές περιπτώσεις).

Το ποσοστό των Σιιτών ανα χώρα (σ’ αυτό συμπεριλαμβάνονται και οι Αλεβίτες και Αλαουίτες). Πηγή εικόνας

Ο σιιτικός ισλαμισμός έχει όμως ακόμα μια σημαντική ιδιαιτερότητα: έφερε στους κόλπους του ισλαμισμού το όπλο των επιθέσεων αυτοκτονίας, που πολλοί βλέπουν πλέον ως κάτι τυπικό της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η πρώτη που τόλμησε να χρησιμοποιήσει αυτό το όπλο ήταν η Χεζμπολάχ το 1982, στα πλαίσια της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή. Αυτό ίσως δεν είναι ασύνδετο με μια τάση αναζήτησης του μαρτυρικού θανάτου, που είναι πιο ισχυρή στην παράδοση του σιιτικού παρά του σουνιτικού Ισλάμ.

Σήμερα πάντως ο σιιτικός ισλαμισμός φαίνεται να είναι περισσότερο μια έκφραση σιιτικού «εθνικισμού», η υπεράσπιση των συμφερόντων της σιιτικής κοινότητας. Ταυτόχρονα μοιάζει να είναι η πιο μαχητική δύναμη ενάντια στο σουνιτικό τζιχαντισμό. Οι αναφερθείσες οργανώσεις πολεμούν ενάντια στην Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος σε όλα τα μέτωπα: στο Ιράκ, στη Συρία, στην Υεμένη. Αν μάλιστα το Ισλαμικό Κράτος επιτεθεί στο Λίβανο, θα δούμε πολύ πιθανόν τη Χεζμπολάχ στο ρόλο του στρατιωτικού υπερασπιστή της κοσμικότητας και του θρησκευτικού πλουραλισμού. Κάτι που σίγουρα θα μπερδέψει τους ανά τον κόσμο ισλαμοφοβικούς.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Συμπεράσματα

Πολύς κόσμος συνηθίζει να βλέπει τον ισλαμισμό σαν μια επιμονή στην παράδοση, την απόρριψη του σύγχρονου κόσμου και του εκδυτικισμού. Μ’ αυτό το άρθρο προσπάθησα να δείξω ότι δεν είναι τόσο απλό: ο ισλαμισμός είναι ένα σύγχρονο ρεύμα, το οποίο δημιουργήθηκε σε μια διαλεκτική σχέση με τη Δύση, δεχόμενο επιρροές και απορρίπτοντας άλλες – και πάντα εξαρτημένο από τις παγκόσμιες εξελίξεις. Δεν είναι απίθανο να έχει και εκσυγχρονιστικά στοιχεία, όπως π.χ. η απόρριψη των μυστικιστικών πρακτικών και προλήψεων που χαρακτηρίζουν το λαϊκό Ισλάμ. Επίσης, ο παγκόσμιος ισλαμισμός σίγουρα δεν είναι κάτι ενιαίο, όπως φάνηκε καθαρά και στο πρόσφατο αιγυπτιακό πραξικόπημα: ένα μεγάλο κομμάτι των Σαλαφιστών μαζί με τη ουαχαμπιτική Σαουδική Αραβία υποστήριξαν τον αιγυπτιακό στρατό ενάντια στη Μουσουλμανική Αδελφότητα.

Πάντως ο ισλαμισμός φαίνεται να παραμένει μια συντηρητική ως οπισθοδρομική ιδεολογία, παρά τις όποιες εκσυγχρονιστικές ή και σοσιαλιστικές τάσεις του. Η σημαντικότερη προσπάθεια ενός «αριστερού ισλαμισμού» δεν προέρχεται από τον αραβικό χώρο, αλλά από το Ιράν (Αλί Σαριάτι, Μουτζαχεντίν του Λαού) και ακόμα και εκεί έχει χάσει μάλλον κάθε δυναμική. Ένα μέρος του σημερινού ισλαμισμού στις αραβικές χώρες μπορεί ίσως να είναι τύπου Ερντογάν – δηλαδή κάτι σαν μια κεντροδεξιά δύναμη.

Φυσικά ως τέτοια πρέπει να γίνει σεβαστή και να έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει ισότιμα στην πολιτική ζωή. Η καταστολή το μόνο που θα κάνει είναι να δυναμώσει την τζιχαντιστική παράταξη (όπως ήδη έγινε στο παρελθόν), αφού ενισχύει και την άποψη της τελευταίας, ότι η ισλαμική πολιτική δραστηριότητα δεν είναι δυνατή μέσα σε δημοκρατικά πλαίσια. Έχουμε ήδη το κακό παράδειγμα της Αλγερίας, που δυστυχώς φαίνεται να επαναλαμβάνεται σήμερα στην Αίγυπτο.

Υπάρχει όμως ακόμα ένας σοβαρός λόγος, που ο ισλαμισμός δεν μπορεί να γίνει πραγματική δύναμη ενότητας και απεξάρτησης από τη Δύση. Αυτός είναι η θρησκευτική ποικιλία της αραβικής Ανατολής (το Μαγκρέμπ είναι άλλη ιστορία). Είναι σχεδόν απίθανο ένα ισλαμιστικό κόμμα να γίνει αποδεκτό από μεγάλα τμήματα του χριστιανικού πληθυσμού (η περίπτωση της Χεζμπολάχ είναι πολύ ειδική, και εξάλλου αυτή έχει εγκαταλείψει εδώ και καιρό τους θεοκρατικούς της στόχους), αλλά ούτε από τους Δρούζους ή τους Αλαουίτες. Επίσης, αν το κόμμα είναι σουνιτικό, θα αντιμετωπιστεί πιθανότατα εχθρικά από τους Σιίτες – και αντίστροφα. Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων δείχνουν ότι όπου δυναμώνουν ισλαμιστικά κινήματα, οδηγούν σε διχόνοια που εμποδίζει τον εκδημοκρατισμό.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων στην περιοχή του Λεβάντε.

Η θρησκευτική γεωγραφία της περιοχής του Λεβάντε – που δείχνει και τη βασική αδυναμία του Ισλαμισμού ως ενωτική ιδεολογία. Πηγή εικόνας

Είναι τέλος σημαντικό να κατανοήσουμε, ότι η σημερινή δύναμη των ισλαμιστικών κομμάτων είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων συγκυριών (στη διαμόρφωση των οποίων η Δύση κάθε άλλο παρά αμέτοχη ήταν) και όχι κάτι αναπόφευκτο στη Μέση Ανατολή. Το παράδειγμα της Τυνησίας δείχνει ότι οι ισλαμιστές μπορεί να φύγουν δημοκρατικά από την εξουσία τόσο γρήγορα όσο ήρθαν. Τόσο τα αραβικά δικτατορικά καθεστώτα όσο και οι (κρυφοί ή όχι) θαυμαστές τους, δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν αιώνια αυτή τη δικαιολογία για να εμποδίσουν τον εκδημοκρατισμό του αραβικού κόσμου.

Βιβλιογραφία

  • Peter Heine (2004): Terror in Allahs Name – Extremistische Kräfte in Islam.
  • Μαξίμ Ροντινσόν (1980): Οι Άραβες.
  • Andreas Meier (1995): Politische Strömungen im modernen Islam.
  • Sayyid Qutb (1964): Milestones.
  • Ali Bakr (2012): Egypt’s Salafists – A closer look. In: Ahram Online. (σύνδεσμος)
  • Nico Prucha (2012): An Interview with Islamist Scholar Abd al-Mun’im Moneep. In: Perspectives on Terrorism. (σύνδεσμος)

Σχετικά ντοκυμαντέρ/συνεντεύξεις:

Ντονμεδες: αναμεσα στο ισλαμ και τον εβραϊσμο

Κλασσικό

Στη σύγχρονη Τουρκία, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να «αποκαλύπτεται» δημόσια η εβραϊκή ταυτότητα γνωστών προσώπων – ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πολιτικούς εχθρούς. Ένα από τα πιο διαδεδομένα βιβλία στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια αφορούσε τις υποτιθέμενες εβραϊκές ρίζες του Ερντογάν και της γυναίκας του – «προφανώς» μέρος μιας εβραϊκής συνωμοσίας για να αποδυναμωθεί η Τουρκία μέσω της διάλυσης του κοσμικού συστήματος. Αντίστοιχα από την άλλη πλευρά, εκδόθηκαν βιβλία που «αποδείκνυαν» την εβραϊκή ταυτότητα μελών της κοσμικής ελίτ, ενώ ήδη από παλιά υπάρχει σε ισλαμιστικούς κύκλους η φήμη, με βάση την οποία ο κρυπτο-Εβραίος Ατατούρκ ως μέρος (μιας ακόμα) εβραϊκής συνομωσίας διέλυσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Χαλιφάτο.

Σίγουρα η αντιεβραϊκή συνωμοσιολογία δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της τουρκικής κοινωνίας. Υπάρχει όμως ίσως και κάποιος ιστορικός λόγος, που η κατηγορία περί κρυπτο-εβραϊκότητας επανέρχεται τόσο συχνά στον τούρκικο δημόσιο λόγο;

Ο Σαμπετάι Σεβί κι οι ακόλουθοί του

Η οθωμανική Σμύρνη τον 17ο αιώνα μετατρεπόταν από μια μικρή κι ασήμαντη, καθαρά τουρκική-μουσουλμανική πόλη, σε ένα αναπτυσσόμενο εμπορικό κέντρο της Αυτοκρατορίας, με πολυθρησκευτικό και πολυεθνικό χαρακτήρα. Στο τέλος του αιώνα οι μη μουσουλμανικές κοινότητες ήδη ήταν το μισό του συνολικού πληθυσμού της πόλης.

Σ’ αυτήν την πόλη γεννήθηκε ο Σαμπετάι Σεβί (1626-1676), ραββίνος στην τοπική εβραϊκή κοινότητα. Διαδεδομένα τότε στην Αυτοκρατορία ήταν διάφορα θρησκευτικά κινήματα με ετερόδοξο χαρακτήρα. Σ’ αυτό το περιβάλλον, ο Σαμπετάι «αποκαλύφθηκε» το 1648 στους Εβραίους οπαδούς του ως ο Μεσσίας. Ταξιδεύοντας συνεχώς στις οθωμανικές κτήσεις, επέκτεινε την επιρροή του σε πολλά σημαντικά εβραϊκά κέντρα της εποχής: Κάιρο, Αλεξάνδρεια, Θεσσαλονίκη, Ιερουσαλήμ.

Ο Σαμπετάι Σεβί. Πηγή: www.thejc.com

Ο Σαμπετάι Σεβί.
Πηγή: http://www.thejc.com

Αυτή η εξέλιξη δεν άρεσε φυσικά στους άλλους Εβραίους ραββίνους, που προσπάθησαν να τον πολεμήσουν με ότι μέσο διέθεταν. Όταν το 1665 ο Σαμπετάι εκδηλώθηκε και δημόσια ως Μεσσίας, αυτό ανησύχησε ακόμα και την οθωμανική διοίκηση. Οι οθωμανικές αρχές τον συνέλαβαν και του δόθηκε η επιλογή, είτε να εκτελεστεί, είτε να πραγματοποιήσει ένα θαύμα (ως απόδειξη του ότι είναι Μεσσίας), είτε να προσχωρήσει στο Ισλάμ. Ο Σαμπετάι επέλεξε το τελευταίο – και στο εξής θα άκουγε στο όνομα Αζίζ Μεχμέτ.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχασε και την επαφή με όλους τους οπαδούς του. Αν και πολλοί απογοητεύτηκαν και τον εγκατέλειψαν, άλλοι τον ακολούθησαν στην προσχώρηση στο Ισλάμ. Κρυφά ακολουθούσαν ένα μάλλον συγκρητιστικό δόγμα, βασισμένο σ’ έναν κατάλογο με 18 εντολές και με επιρροές τόσο από τον εβραϊκό όσο και το μουσουλμανικό μυστικισμό. Οι άνθρωποι αυτοί, πρώην Εβραίοι και νυν Μουσουλμάνοι (τουλάχιστον επιφανειακά), ονομάστηκαν από τον έξω κόσμο Ντονμέδες (δηλαδή αποστάτες), αν κι οι ίδιοι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Μααμινίμ (=πιστοί). Έμελλε να επιβιώσουν ως ομάδα τουλάχιστον για μερικούς αιώνες.

Από το θάνατο του Σεβί μέχρι τους Νεότουρκους

Όταν ο Σαμπετάι Σεβί πέθανε, οι Ντονμέδες δεν αριθμούσαν πάνω από μερικές εκατοντάδες οικογένειες: κυρίως στην Αδριανούπολη, τη Σμύρνη και την Προύσα. Η κοινότητα μεγάλωσε όμως στη συνέχεια χάρη σε νέους εξισλαμισμούς, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη αυτή θα γινόταν σύμβολο για τους Ντονμέδες, σε σημείο που στα τούρκικα η λέξη «Σελανικλί» (Σαλονικιός) να γίνει συνώνυμη του Ντονμέ.

Το Γενί Τζαμί στη Θεσσαλονίκη, κτισμένο το 1902, ήταν χώρος λατρείας κυρίως για τους ντονμέδες, μέχρι και την ανταλλαγή πληθυσμών. Σήμερα χρησιμοποιείται ως Αρχαιολογικό Μουσείο.

Το Γενί Τζαμί στη Θεσσαλονίκη, κτισμένο το 1902, ήταν χώρος λατρείας κυρίως για τους ντονμέδες, μέχρι και την ανταλλαγή πληθυσμών. Σήμερα χρησιμοποιείται ως Αρχαιολογικό Μουσείο.

Τμήμα της διακόσμησης από το Γενί Τζαμί: η ομοιότητα με το αστέρι του Δαβίδ μπορεί να είναι τυχαία, μπορεί και όχι.

Τμήμα της διακόσμησης από το Γενί Τζαμί: η ομοιότητα με το αστέρι του Δαβίδ μπορεί να είναι τυχαία, μπορεί και όχι.

Η μυστικότητα των θρησκευτικών τους πρακτικών (ανάλογη με άλλες ετερόδοξες κοινότητες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως οι Αλεβίτες) σημαίνει ότι δεν ξέρουμε πολλά γι’ αυτές σήμερα. Φαίνεται ότι τηρούσαν τόσο εβραϊκές όσο και μουσουλμανικές παραδόσεις, με συνέπεια να τους βλέπουν κι οι δύο κοινότητες με δυσπιστία: οι Εβραίοι τους θεωρούσαν αποστάτες, ενώ οι Μουσουλμάνοι αμφισβητούσαν την ειλικρίνεια του εξισλαμισμού τους. Σαν γλώσσα στις θρησκευτικές τους λειτουργίες φαίνεται ότι χρησιμοποιούσαν αρχικά τα εβραϊκά, μετά τα εβραιο-ισπανικά (Λαντίνο) και τέλος (στην τελευταία περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) τα τούρκικα.

Σύντομα μετά το θάνατο του Σαμπετάι Σεβί, οι Ντονμέδες διασπάστηκαν σε τρεις υπο-ομάδες. Για αιώνες, παντρευόντουσαν μόνο μεταξύ τους: φαίνεται μάλιστα ότι γάμοι γίνονταν μόνο στους κόλπους της κάθε υπο-ομάδας. Λειτουργούσαν δηλαδή σαν εντελώς κλειστές κοινότητες. Στη Θεσσαλονίκη ζούσαν στη δική τους συνοικία, ανάμεσα στις εβραϊκές και τις μουσουλμανικές, και είχαν δικό τους νεκροταφείο και σχολεία. Πολλοί δραστηριοποιήθηκαν στον τομέα του εμπορίου, έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στην παιδεία και γενικά πολλοί ανέβηκαν κοινωνικά. Στις αρχές του 20ού αιώνα φαίνεται ότι υπήρχαν πάνω από 10.000 ντονμέδες στη Θεσσαλονίκη.

Ενδιαφέρον είναι το ότι αρκετοί Ντονμέδες συμμετείχαν στις επαναστατικές διεργασίες της ύστερης οθωμανικής περιόδου – ίσως όχι περίεργο, για μια κοινότητα της οποίας η ίδια η δημιουργία είχε επαναστατικά χαρακτηριστικά. Παράδειγμα είναι το κίνημα των Νεότουρκων: ο Δρ. Ναζίμ ήταν ένας από τους κύριους ιδεολόγους του κινήματος, ενώ ο Μεχμέτ Τζαβίντ Μπέης έφτασε μέχρι και τη θέση του Υπουργού Οικονομικών στη νεοτουρκική κυβέρνηση – κι οι δυο ήταν απόγονοι γνωστών ντονμέδικων οικογενειών. Φαίνεται ότι πολλοί Ντονμέδες έτειναν προς την υποστήριξη του διαχωρισμού κράτους-θρησκείας και του προοδευτικού τουρκικού εθνικισμού: ακόμα μια αναλογία με άλλες ετερόδοξες κοινότητες όπως οι Αλεβίτες. Αυτό πάντως μάλλον συνέβαλε στην εχθρότητα εναντίον τους από συντηρητικούς Μουσουλμάνους, ενώ από την άλλη οι πιο ρατσιστές εθνικιστές δύσκολα τους δέχονταν, λόγω του «μη τούρκικου αίματός» τους.

Οι Ντονμέδες στη σύγχρονη Τουρκία

Στην ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών το 1924, οι Ντονμέδες θεωρήθηκαν ως Μουσουλμάνοι κι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Θεσσαλονίκη, με πιο συχνούς προορισμούς την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Το κατά πόσο επιβιώνουν μέχρι σήμερα ως κοινότητα, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί, αφού οι ίδιοι προτιμούν να αποφεύγουν τη δημοσιότητα. Γενικά πάντως επιδίωξαν την πλήρη ένταξή τους στο νέο τούρκικο έθνος, μάλιστα άρχισαν να παντρεύονται κι εκτός της κοινότητάς τους, με άλλους Τούρκους μουσουλμάνους. Και, θεωρητικά τουλάχιστον, το νέο κοσμικό πλαίσιο της Τουρκικής Δημοκρατίας του Ατατούρκ έδωσε και στους Ντονμέδες τη δυνατότητα να γίνουν αποδεκτοί ως πλήρες μέλος του τουρκικού έθνους.

Το νεκροταφείο Μπιουλμπιουλντερέ στο Σκούταρι της Κωνσταντινούπολης, όπου θάφτηκαν πολλοί από τους Ντονμέδες που ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη κατά την ανταλλαγή. Σε αντίθεση με άλλα μουσουλμανικά νεκροταφεία, κάποιοι τάφοι έχουν φωτογραφίες των νεκρών. Πηγή: www.uskudaristanbul.com

Το νεκροταφείο Μπιουλμπιουλντερέ στο Σκούταρι της Κωνσταντινούπολης, όπου θάφτηκαν πολλοί από τους Ντονμέδες που ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη κατά την ανταλλαγή. Σε αντίθεση με άλλα μουσουλμανικά νεκροταφεία, κάποιοι τάφοι έχουν φωτογραφίες των νεκρών.
Πηγή: http://www.uskudaristanbul.com

Κι όμως, το 1942 οι διακρίσεις εναντίον τους εμφανίστηκαν με τον πιο επίσημο τρόπο. Εκείνη τη χρονιά επιβλήθηκε ο Φόρος Κεφαλαίου. Θεωρητικά δικαιολογήθηκε με τη δύσκολη οικονομική κατάσταση λόγω Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την επιβολή του όμως, οι πολίτες της Δημοκρατίας χωρίστηκαν – παρά τις διακηρύξεις περί ισότητας – σε τρεις κατηγορίες: τους Μουσουλμάνους, τους μη-Μουσουλμάνους και τους Ντονμέδες. Οι μη-Μουσουλμάνοι πλήρωσαν το τετραπλάσιο ποσοστό ως φόρο σε σχέση με τους Μουσουλμάνους, ενώ οι Ντονμέδες το διπλάσιο.

Η διαφορετική φορολόγηση των Ντονμέδων σε σχέση τόσο με τους Μουσουλμάνους όσο και με τους αλλόθρησκους, λέει πολλά. Δείχνει ότι οι τούρκικες ελίτ δεν τους έριχναν στο ίδιο επίπεδο με τους Χριστιανούς ή τους Εβραίους, αλλά δεν τους εμπιστευόντουσαν κι εντελώς ως ομοεθνείς. Στη συνέχεια αυτός ο φόρος καταργήθηκε. Παρ’ όλα αυτά, είναι ενδιαφέρον όχι μόνο ότι υπήρξε αλλά και το πώς εφαρμόστηκε: πώς ήξεραν οι τούρκικες αρχές ποιος είναι ντονμές, από την στιγμή που αυτοί δεν υπήρχαν καν ως αναγνωρισμένη θρησκευτική κοινότητα;

Αυτή ήταν μάλλον η πρώτη και τελευταία φορά που το τούρκικο κράτος αντιμετώπισε τους Ντονμέδες ως ξεχωριστή ομάδα. Πάντως η δυσπιστία απέναντι τους δεν εξαφανίστηκε ούτε μετά τον πόλεμο – ιδιαίτερα ακροδεξιοί εθνικιστές ή ισλαμιστές επιτίθενται κατά καιρούς στους Ντονμέδες, τους οποίους εντάσσουν μαζί με άλλες ομάδες (Εβραίοι, Μασώνοι κ.λπ.) σε υποτιθέμενες αντιτουρκικές ή αντιμουσουλμανικές συνωμοσίες. Απ’ αυτές δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει κι η κατηγορία ότι ο ίδιος ο Ατατούρκ είχε ντονμεδική καταγωγή – εξάλλου ήταν και Θεσσαλονικιός.

Η ύπαρξη ομάδων όπως οι Ντονμέδες, ή και άλλων όπως οι Λινοπάμπακοι στην Κύπρο ή οι Μπεκτασήδες, δείχνει πόσο σύνθετη ήταν τελικά η θρησκευτική ζωή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επίσης, το ότι έγιναν συστατικό μέρος του νέου τούρκικου έθνους, δείχνει πόσο πολύπλοκο πράγμα είναι η σύγχρονη τούρκικη ταυτότητα. Και πόσο αφελής είναι η συνηθισμένη σε μας αντίληψη «ο Τούρκος είναι Τούρκος» –  ο (σύγχρονος) Τούρκος κάθε άλλο παρά απλά Τούρκος είναι.


Βιβλιογραφία:

  • Jacob M. Landau (2007): The Dönmes – Crypto-Jews under Turkish Rule (σύνδεσμος)
  • Rifat Bali (The Dönmes or Crypto-Jews of Turkey (σύνδεσμος)
  • Marc Baer (2010): The Dönme – Jewish Converts, Muslim Revolutionaries, and Secular Turks.
  • Klaus Kreiser, Christoph K. Neumann (2008): Kleine Geschichte der Türkei.

Ενα Ισλαμ δημοκρατικο – και καπιταλιστικο

Κλασσικό

Είτε μας αρέσει είτε όχι, ο ισλαμισμός είναι ένα ιδεολογικό ρεύμα σημαντικό στην εποχή μας. Αυτό μπορεί να μοιάζει περίεργο, από τη στιγμή που μέχρι πριν 40-50 χρόνια ο ρόλος του ήταν μάλλον περιθωριακός. Αλλά δεν μπορεί κανένας να κλείσει τα μάτια μπροστά στον αυξανόμενο αριθμό κινημάτων, ακόμα και καθεστώτων, με κεντρική αναφορά στο Ισλάμ.

Την πρώτη του δυναμική εμφάνιση στη σύγχρονη εποχή, ο ισλαμισμός την έκανε ουσιαστικά με την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979. Από τότε εμφανίστηκαν ή ενδυναμώθηκαν σε μουσουλμανικές χώρες πολλά κινήματα ισλαμιστικής ιδεολογίας, κάποια απ’ αυτά ανέλαβαν και την εξουσία. Ιδιαίτερη περίπτωση στην περιοχή μας είναι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), που ίδρυσε στην Τουρκία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Αυτό είναι και το κύριο θέμα του άρθρου, μια και το φαινόμενο Ερντογάν έχει σημασία και για άλλες γειτονικές χώρες.

Η παράδοση του τουρκικού ισλαμισμού και ο Ερντογάν

Οι τρεις πιο σημαντικοί άντρες του AKP: Αχμέτ Νταβούτογλου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Αμπντουλάχ Γκιουλ (από αριστερά προς τα δεξιά).

Οι τρεις πιο σημαντικοί άντρες του AKP: Αχμέτ Νταβούτογλου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Αμπντουλάχ Γκιουλ (από αριστερά προς τα δεξιά). Πηγή: http://www.cnnturk.com

Σίγουρα δεν είναι σωστό να παρουσιάζουμε τον Ερντογάν σαν την αρχή στην Ιστορία του τουρκικού ισλαμισμού. Από το θάνατο του Ατατούρκ και μετά, πολλοί ήταν οι Τούρκοι δεξιοί ηγέτες που προσπάθησαν να εκφράσουν ένα συντηρητικό και θρήσκο εκλογικό ακροατήριο: από το Μεντερές στον Ντεμιρέλ και από το Στρατηγό Εβρέν στον Οζάλ. Επίσης, καθαρά ισλαμιστικό κόμμα στην Τουρκία υπήρχε ήδη από τη δεκαετία του ’70, υπό την ηγεσία του Νετσμετίν Έρμπακαν και με συμμετοχή σε κυβερνήσεις – εκεί άλλωστε ανήκε και ο Ερντογάν μέχρι το 2001, οπότε και ίδρυσε δικό του κόμμα.

Το AKP όμως ήταν το κόμμα που φάνηκε να παντρεύει πετυχημένα τις ισλαμικές αναφορές με την πίστη στο δυτικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Και παρά τις όποιες γεωπολιτικές του παρεκκλίσεις και τις αμφιβολίες σχετικά με το θέμα της κοσμικότητας, αυτήν την πίστη φαίνεται να τη διατηρεί μέχρι και σήμερα.

Τίγρεις της Ανατολίας και ισλαμικός καλβινισμός

Για να το κατανοήσουμε αυτό, πρέπει να έχουμε υπόψη τις κοινωνικές ρίζες του κόμματος. Το AKP εκφράζει, μεταξύ άλλων, και μια νέα ανερχόμενη αστική τάξη της Τουρκίας, με ισχυρή βάση σε μεσαίου μεγέθους επαρχιακές πόλεις της κεντρικής Μικράς Ασίας, όπως το Ικόνιο και η Καισαρεία. Αυτές οι περιοχές είναι οι αποκαλούμενες «τίγρεις της Ανατολίας», λόγω της ραγδαίας οικονομικής τους ανάπτυξης – και είναι οι ίδιες πόλεις, όπου το AKP παίρνει τα μεγαλύτερα ποσοστά σε ψήφους, που μπορεί να αγγίζουν το 70 ή 80%. Είναι επίσης γνωστές στην Τουρκία ως προπύργια του σουνιτικού-ισλαμικού συντηρητισμού. Χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σήμερα ανάλογες περιοχές ακόμα και μέσα στην Κωσταντινούπολη.

Τα ποσοστά του AKP στις εκλογές του 2007 ανά περιφέρεια. Η υπεροχή του στην κεντρική Ανατολία είναι εμφανής.

Τα ποσοστά του AKP στις εκλογές του 2007 ανά περιφέρεια. Η υπεροχή του στην κεντρική Ανατολία είναι εμφανής.

Σ’ αυτό το φαινόμενο είναι που βασίστηκε ο όρος του «ισλαμικού καλβινισμού». Αυτός είναι φυσικά μια αναφορά στις θεωρίες του Μαξ Βέμπερ περί της σχέσης προτεσταντικής ηθικής και πνεύματος του καπιταλισμού. Όπως ο Μαξ Βέμπερ έβλεπε τον προτεσταντισμό/καλβινισμό ως την πηγή για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη, έτσι βλέπουν και σήμερα κάποιοι μια σύνδεση ανάμεσα σ’ αυτό το συντηρητικό Ισλάμ και την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Τουρκία. Αυτό εκφράζεται κάποτε και εντελώς ανοικτά: δεν είναι λίγοι οι μουσουλμάνοι διανοούμενοι (εντός κι εκτός Τουρκίας), που ψάχνουν μέσα στην ισλαμική παράδοση για να βρουν τη θρησκευτική νομιμοποίηση της κερδοσκοπίας και της συσσώρευσης κεφαλαίου, ενώ και το επίσημο AKP κάνει συχνά αναφορές στο «επιχειρηματικό πνεύμα».

Με τη MÜSIAD (Σύνδεσμος Ανεξάρτητων Βιομηχάνων κι Επιχειρηματιών) υπάρχει εξάλλου στην Τουρκία και μια επίσημη εκπροσώπηση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ισλαμικό κεφάλαιο». Συστάθηκε σαν σύνδεσμος κυρίως μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (τουλάχιστον αρχικά), που δραστηριοποιούνταν σε τομείς όπως η ένδυση, υφάσματα, τρόφιμα, χημικά, έπιπλα, πολύ συχνά στις περιοχές των «τίγρεων της Ανατολίας». Επρόκειτο για έναν τομέα χωρίς πολλές διασυνδέσεις με το (κεμαλικό-στρατιωτικό) κατεστημένο, το οποίο ήταν αντίθετα πιο συνδεδεμένο με τις μεγάλες βιομηχανίες στις μεγαλουπόλεις της Τουρκίας. Αυτές οι μεσαίες/μικρομεσαίες επιχειρήσεις ανέπτυξαν άρα μια κάπως ανταγωνιστική σχέση με το κοσμικό κράτος. Κάτι που μάλλον ενίσχυσε τάσεις προς μια νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της μίνιμουμ κρατικής παρέμβασης, μαζί με μια ισλαμική-συντηρητική κατεύθυνση σε κοινωνικά θέματα.  Αυτό εξάλλου εκφράστηκε και στο πρόγραμμα του AKP. Η αντίθεση κεμαλικών-ισλαμιστών φαίνεται δηλαδή ότι έχει και μια σημαντική οικονομική διάσταση.

Ισλαμοδημοκρατία και Χριστιανοδημοκρατία

Εκτός όμως από την υιοθεσία του δυτικού οικονομικού συστήματος, το AKP αποδέχεται και το δυτικό πολιτικό σύστημα με τα κύρια χαρακτηριστικά του: κοινοβουλευτισμό, προεδρική εκλογή κ.λπ. Κάτι που είναι επίσης λογικό, αφού ήταν μέσω αυτού του συστήματος που έλπιζε να βρει χώρο στην πολιτική ζωή της Τουρκίας, κόντρα σ’ ένα περίπου στρατοκρατικό καθεστώς. Την εποχή της σύγκρουσης με το στρατιωτικό κατεστημένο και το βαθύ κράτος, ο Ερντογάν παρουσιαζόταν ως ο κύριος υπερασπιστής του «δημοκρατικού» συστήματος. Έχουμε έτσι το παράδοξο, μια πολιτική δύναμη που τονίζει την ισλαμική ταυτότητα, να υπερασπίζεται ταυτόχρονα τα βασικά συστατικά του σύγχρονου δυτικού πολιτικού και οικονομικού συστήματος, στα πλαίσια μιας σύγκρουσης με ένα κοσμικό «εκδυτικισμένο» κατεστημένο!

Η ονομασία «Ισλαμοδημοκρατία» για να περιγράψει αυτήν την ιδεολογία δεν είναι άρα εντελώς λάθος. Σε αναλογία φυσικά και με την ευρωπαϊκή Χριστιανοδημοκρατία – με όλες τις ελλείψεις σε θέματα δημοκρατίας που έχει αυτή. Για παράδειγμα οι Γερμανοί Χριστιανοδημοκράτες αποδέχονται μεν μια περιορισμένη δημοκρατία δυτικού τύπου, είναι όμως αντίθετοι σε κάθε περαιτέρω εκδημοκρατισμό – όπως φαίνεται και από τη διαχρονική θέση τους ενάντια στα δημοψηφίσματα σε ομοσπονδιακό επίπεδο στη Γερμανία. Στην ουσία πρόκειται για ένα συντηρητικό ρεύμα δύσπιστο απέναντι στη δημοκρατία, που την αποδέχεται μόνο στο βαθμό που είναι αναγκασμένο να το κάνει ή αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Και εδώ μπορούμε να δούμε και μια αναλογία με τη σημερινή εξέλιξη του AKP. Αφού πλέον παραμερίστηκε ο κίνδυνος της στρατοκρατίας, το σύστημα Ερντογάν νιώθει ελεύθερο να γίνει πιο αυταρχικό – παραμένοντας λίγο-πολύ μέσα στα πλαίσια της δυτικής δημοκρατίας, αλλά χωρίς πλέον να ταυτίζεται το ίδιο με τον εκδημοκρατισμό.

Τα αδελφά αραβικά κινήματα

Αυτό το πολιτικό ρεύμα, το οποίο θα μπορούσε να ονομάσουμε «μετριοπαθής δημοκρατικός σουνιτικός ισλαμισμός» δεν το συναντάμε φυσικά μόνο στη Τουρκία. Είναι υπαρκτό π.χ. και σε πολλές αραβικές χώρες, όπως μπορέσαμε να διαπιστώσουμε όλοι τώρα με την Αραβική Άνοιξη, που του έδωσε την ευκαιρία ακόμα και να αναλάβει την εξουσία. Πιο σημαντική οργάνωση είναι η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Και σίγουρα δεν είναι τυχαία η σημερινή μεροληψία του διδύμου Ερντογάν-Νταβούτογλου υπέρ της (που πετάει στα σκουπίδια και την προηγούμενη πολιτική «μηδέν προβλημάτων» και περίπου ίσων αποστάσεων από τις δυνάμεις της περιοχής).

Παρ’ όλα αυτά, τα αδελφά κινήματα του AKP στον αραβικό κόσμο αποδείχτηκαν τελικά λιγότερο πολιτικά ικανά απ’ αυτό. Στην Τυνησία, το Εννάχντα είχε μια σύντομη κυβερνητική θητεία, που γενικά θεωρήθηκε αποτυχημένη. Στις πρόωρες εκλογές που έγιναν πριν από λίγες βδομάδες, έχασε την πρώτη θέση από ένα κόμμα, που περίπου εκπροσωπούσε το προηγούμενο διεφθαρμένο και μισητό καθεστώς – πιο καθαρό δείγμα αποτυχίας δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος.

Στην Αίγυπτο, η Μουσουλμανική Αδελφότητα είχε μια ακόμα πιο σύντομη και αποτυχημένη κυβερνητική θητεία. Η πολιτική της ανικανότητα αποδείχτηκε τόσο μεγάλη, που έδωσε την ευκαιρία στο προηγούμενο στρατοκρατικό καθεστώς να επανέλθει με ευρεία λαϊκή στήριξη, συντρίβοντας ουσιαστικά την επανάσταση (μια επανάσταση που παρεμπιπτόντως οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι είχαν στηρίξει μόνο μετά από αρκετούς δισταγμούς). Στη Συρία οι ανάλογες πολιτικές δυνάμεις έχουν μπει πλέον στο περιθώριο, πίσω από τις πολύ πιο δυναμικές ομάδες του καθεστώτος Άσαντ, των Κούρδων αυτονομιστών και του Ισλαμικού Κράτους. Μόνο χάρη σε μια πιθανή ισχυρή αμερικανική-σαουδική παρέμβαση θα μπορούσαν να παίξουν κάποιο ρόλο σε μια μελλοντική ειρηνική Συρία.

Το σύμβολο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Πηγή: www.investigativeproject.org

Το σύμβολο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.
Πηγή: http://www.investigativeproject.org

Γενικά όλα αυτά τα αραβικά «μετριοπαθή ισλαμιστικά» κινήματα φαίνεται πως δεν κατάφεραν να εκφράσουν κοινωνικές τάξεις και αιτήματα τόσο πετυχημένα όσο το AKP στην Τουρκία. Χωρίς να μπορώ να το ξέρω αυτό καλά, αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει ένα ανάλογο φαινόμενο «ισλαμικού καλβινισμού» και στις αραβικές χώρες. Η Αραβική Άνοιξη βοήθησε τελικά μάλλον στο να αναδείξει το πολιτικό κενό αυτών των κινημάτων, παρά στο να τα κάνει σταθερή πολιτική δύναμη στον αραβικό κόσμο.

Ακόμα όμως και στην ίδια Τουρκία, όπου το AKP ως έκφραση αυτού του ιδεολογικού ρεύματος λειτούργησε γενικά σαν επιτυχημένο πρότυπο, το μέλλον του είναι αμφίβολο. Η σύνδεσή του με τον καπιταλισμό και το νεοφιλελευθερισμό, μπορεί να το βοήθησε να αναδειχτεί. Όσο όμως αυτό το οικονομικό σύστημα βαδίζει προς την κρίση, τόσο θα κινδυνεύει και η ιδεολογική κυριαρχία του Ερντογάν. Και τα πρώτα σημάδια τα βλέπουμε ίσως ήδη σήμερα.


Βιβλιογραφία

  • Nikos Moudouros (2014): The ‘Harmonization’ of Islam with the Neoliberal Transformation: The Case of Turkey, Globalizations, DOI: 10.1080/14747731.2014.904157 (σύνδεσμος)
  • European Stability Initiative (2005): Islamische Calvinisten – Umbruch und Konservatismus in Zentralanatolien.
  • Άρης Χατζηστεφάνου (2005): Τουρκία – Ανατολικά της Ε.Ε.
  • Σία Αναγνωστοπούλου (2004): Τουρκικός εκσυγχρονισμός – Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού.