Συγκρουσεις θρησκευτικων ταυτοτητων;

Κλασσικό

Όποιος παρακολουθεί στις μέρες μας τις ειδήσεις ή τις συζητήσεις για τη Μέση Ανατολή σε αγγλόφωνα μέσα, θα ακούσει συχνά όρους όπως «sectarianism», «sectarian divide», «sectarian violence» κ.λ.π. O αντίστοιχος όρος στα αραβικά είναι ταϊφίγια. Στα ελληνικά, μπορεί να μεταφραστεί ίσως ως «σεκταρισμός», αν και δεν πρέπει φυσικά να τον μπερδεύουμε με τον ιδεολογικό σεχταρισμό: το θέμα είναι οι (εθνο-)θρησκευτικοί διαχωρισμοί. 

Ο διαχωρισμός του πληθυσμού με βάση θρησκευτικές ταυτότητες δεν είναι φυσικά κάτι νέο στη Μέση Ανατολή. Τον ξέρουμε εξάλλου και από τις υπόλοιπες (μετα-)οθωμανικές κοινωνίες – και όχι μόνο. Πολλοί όμως περίμεναν ότι η κοινωνική πρόοδος θα έκανε τέτοιους διαχωρισμούς να μοιάζουν ξεπερασμένοι. Αντί για αυτό, βρεθήκαμε στον 21ο αιώνα στο σημείο αυτοί να θεωρούνται από πολλούς ως ο πιο κρίσιμος παράγοντας για το μέλλον της περιοχής: από το Ιράκ, τη Συρία και το Λίβανο μέχρι την Υεμένη, τη Σαουδική Αραβία ή το Μπαχρέιν. Ο φόβος για τον «σεκταρισμό» είναι τόσο μεγάλος, ώστε να επισκιάζει άλλα προβλήματα της περιοχής, που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να είναι πρώτης προτεραιότητας: π.χ. η λειψυδρία, η ερημοποίηση, το δημογραφικό ή η μεγάλη ανισοκατανομή του πλούτου.

Δεν λείπει βέβαια και ο αντίλογος, από πρόσωπα όπως π.χ. ο Ουσάμα Μακντίσι, ο Ναντέρ Χασέμι ή ο Ντάνυ Πόστελ. Η επιμονή στον «σεκταρισμό» για να εξηγήσει κάποιος όλα τα ζητήματα της Μέσης Ανατολής κατηγορείται ως μια μορφή οριενταλισμού, αφού αντίστοιχες μορφές διαχωρισμού, είτε αυτές βασίζονται στη θρησκεία είτε όχι, υπάρχουν και σε άλλες περιοχές του κόσμου (μεταξύ άλλων και στις ΗΠΑ π.χ. ανάμεσα σε Λευκούς, Αφροαμερικανούς ή Λατίνους). Εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοήσει κάποιος και τον ρόλο της Δύσης στη διαμόρφωση ή και μεγέθυνση του συγκεκριμένου διαχωρισμού στη Μέση Ανατολή. 

Κανείς φυσικά δεν αρνείται ότι οι θρησκευτικές-κοινοτικές ταυτότητες παίζουν ρόλο στις σημερινές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή – αλλά ούτε κανείς μπορεί να ισχυριστεί ότι καθορίζουν τα πάντα. Αυτό γίνεται φανερό παίρνοντας για παράδειγμα το ίσως πιο καυτό ζήτημα σήμερα στην περιοχή: τον πόλεμο στη Συρία. Μπορεί όντως η πλειοψηφία των Αλαουιτών, αλλά και των άλλων μειονοτικών κοινοτήτων (Χριστιανοί, Δρούζοι, Ισμαηλίτες, Δωδεκατιστές Σιίτες), να στηρίζει ή να ανέχεται το καθεστώς Άσαντ, ενώ αντίθετα η ένοπλη αντιπολίτευση είναι πλέον σχεδόν αποκλειστικά σουνιτική. Παράλληλα όμως, ο Άσαντ διατηρεί (τουλάχιστον) και την ανοχή μεγάλης μερίδας της σουνιτικής οικονομικής ελίτ στις πόλεις, ενώ δεν λείπουν οι Σουνίτες από σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Εξάλλου, ένα μεγάλο μέρος των εσωτερικών προσφύγων που μετακινήθηκαν από τις περιοχές των ανταρτών σε αυτές που ακόμα ελέγχει ο Άσαντ είναι Σουνίτες και η πλειοψηφία του πληθυσμού εκεί παραμένει σουνιτική. Και αν όντως το βαθύτερο πρόβλημα στη Μέση Ανατολή είναι οι θρησκευτικές διαιρέσεις, πως εξηγείται ότι η Λιβύη, ένα από τα πιο θρησκευτικά ομοιογενή κράτη στην περιοχή (97% του πληθυσμού είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι), βυθίστηκε και αυτή στον εμφύλιο πόλεμο;

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων στην περιοχή του Λεβάντε (δεν φαίνεται η σιιτική πλειοψηφία στο νότιο-κεντρικό Ιράκ).

Αναζητώντας τις ρίζες του «σεκταρισμού»

Η πιο εύκολη ερμηνεία της σημερινής κατάστασης είναι ότι πρόκειται για τη συνέχεια προαιώνιων εχθροτήτων: Μουσουλμάνων-Χριστιανών, Σουνιτών-Σιιτών κ.λ.π. Αν όμως τα πράγματα είναι τόσο απλά, γιατί τέτοιες συγκρούσεις δεν κυριαρχούσαν στην περιοχή πριν μερικές δεκαετίες; Ο διαχωρισμός σε θρησκευτικές κοινότητες υπήρχε φυσικά από τότε. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 όμως, ως η πιο σημαντική διχοτόμηση του αραβικού κόσμου θεωρούνταν αυτή ανάμεσα στα «προοδευτικά» (αδέσμευτα έως φιλοσοβιετικά) ρεπουμπλικανικά καθεστώτα και στις συντηρητικές (και φιλοδυτικές) μοναρχίες. Στην πρώτη ομάδα ξεχώριζε η Αίγυπτος του Νάσερ και στη δεύτερη η σαουδαραβική δυναστεία: δηλαδή Σουνίτες και από τις δύο πλευρές. Η διαφορά εκφραζόταν περισσότερο με ιδεολογικούς παρά με «σεκταριστικούς» όρους.

Ο διαχωρισμός Σουνιτών-Σιιτών μάλλον σπάνια θεωρούνταν πολιτικά σημαντικός και πολλοί στον κόσμο ίσως δεν τον γνώριζαν καν. Για να φτάσουμε από εκεί στη σημερινή κατάσταση, έπρεπε να μεσολαβήσουν κάποια συνταρακτικά γεγονότα. Το πρώτο, κατά τη γνώμη πολλών αναλυτών, ήταν η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979. Το ίδιο το καθεστώς του Χομεϊνί μπορεί να μην έβλεπε απαραίτητα τον εαυτό του ως εκπρόσωπο ενός σιιτικού σεκταρισμού. Αντίθετα, προωθούσε έναν αντιιμπεριαλιστικό λόγο που απευθυνόταν σε όλους τους Μουσουλμάνους. Ακριβώς όμως αυτή η ρητορική «εξαγωγής» της Επανάστασης δεν μπορούσε παρά να ανησυχήσει τα γειτονικά εύπορα και φιλοδυτικά καθεστώτα των χωρών του Κόλπου. Ο συνδυασμός Ισλάμ, επαναστατικότητας και αντιιμπεριαλισμού τους φαινόταν ως ένας μεγάλος κίνδυνος – και μάλλον δεν είχαν άδικο. Αφού μια ισλαμική επανάσταση μπορεί να ανατρέψει μια φιλοδυτική μοναρχία όπως αυτή του Σάχη στο Ιράν, γιατί να μην ανατραπεί με παρόμοιο τρόπο π.χ. και η σαουδική μοναρχία; Η κατάληψη του Μεγάλου Τζαμιού της Μέκκας από εξτρεμιστές ισλαμιστές στα τέλη του 1979 έμοιαζε να επιβεβαιώνει αυτούς τους φόβους.

Το ότι αυτή η επικίνδυνη ρητορική προερχόταν από μια σιιτική χώρα (και επιπλέον μη αραβική), ήταν επόμενο να χρησιμοποιηθεί από σουνιτικά καθεστώτα ως γραμμή άμυνας απέναντί της. Η Σαουδική Αραβία αποφάσισε να αγωνιστεί ενάντια στη «σιιτική» (βλέπε ιρανική) επιρροή, προωθώντας την ιδέα ότι οι Σιίτες είναι επικίνδυνοι αιρετικοί – ή ακόμα και μη πραγματικοί Μουσουλμάνοι. Από την άλλη, το νέο ιρανικό καθεστώς, αντιμετωπίζοντας έναν εχθρικό περίγυρο, ήθελε να ενισχύσει φιλικές ομάδες στις γειτονικές χώρες. Οι περισσότερες ομάδες που ήταν πρόθυμες να συνεργαστούν μαζί του ήταν, αναμενόμενα, σιιτικές (αν και με εξαιρέσεις: η πιο γνωστή είναι η σουνιτική παλαιστινιακή Χαμάς). Η ένταση ανάμεσα σε Ιράν και Σαουδική Αραβία, εξελίχθηκε έτσι περίπου μοιραία σε σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών – ακόμα και αν ουσιαστικά ήταν περισσότερο γεωπολιτική παρά θρησκευτική. 

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού το 2011 (πάνω δεξιά ο ηγέτης Χασάν Νασράλαχ). Η σιιτική οργάνωση δημιουργήθηκε με τη βοήθεια του Ιράν στη δεκαετία του ’80, κατά τη διάρκεια του λιβανέζικου εμφυλίου πολέμου.

Κατά τη δεκαετία του ’90, η ένταση στις σαουδο-ιρανικές σχέσεις υποχώρησε κάπως. Με τον νέο αιώνα όμως, ήρθε το δεύτερο μεγάλο γεγονός: η αμερικάνικη εισβολή στο Ιράκ το 2003. Το καθεστώς του Σαντάμ Χουσέιν, παρά την αναμφισβήτητη σκληρότητά του, ήταν σημαντικό μέρος μιας ισορροπίας στην περιοχή. Αφού διαταράχτηκε αυτή η ισορροπία, οι γειτονικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να μείνουν αμέτοχες. Για την Τεχεράνη, η κατάρρευση του καθεστώτος ήταν μια ευκαιρία για να σπάσει την περικύκλωσή της, φροντίζοντας να εξασφαλίσει την επιρροή της στο νέο Ιράκ – και ο πιο εύκολος τρόπος να το κάνει αυτό ήταν η στήριξη ντόπιων σιιτικών ομάδων.  Από την άλλη, η Σαουδική Αραβία και άλλες σουνιτικές δυνάμεις είδαν αυτές τις κινήσεις ως προσπάθεια δημιουργίας ενός «σιιτικού μισοφέγγαρου».

Η πατρότητα του όρου «Σιιτική Ημισέληνος» ανήκει στον βασιλιά Αμπντάλα Β’ της Ιορδανίας, ο οποίος περιέγραψε έτσι το 2004 τη σχηματιζόμενη ζώνη επιρροής του Ιράν, η οποία θα συμπεριελάμβανε πλέον όχι μόνο τη Συρία του Άσαντ και τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο, αλλά και το μετά-Σαντάμ Ιράκ. Σήμερα, οι χώρες του Κόλπου φοβούνται και την επέκταση της στην Υεμένη ή το Μπαχρέιν. Στην εικόνα πάνω, φαίνεται το ποσοστό των Σιιτών στον μουσουλμανικό πληθυσμό του κάθε κράτους.
Πηγή εικόνας

Το άνοιγμα του Ιράκ τόσο στην ιρανική επιρροή όσο και στην εισροή σουνιτικών τζιχαντιστικών ομάδων (μεταξύ αυτών και η Αλ Κάιντα, από την οποία μετεξελίχθηκε το γνωστό πλέον σήμερα Ισλαμικό Κράτος) επιτάχυνε τη «σεκταροποίηση» της πολιτικής ζωής. Τρία χρόνια μετά την αμερικανική εισβολή, το 2006, η χώρα βρισκόταν ήδη σε περίπου εμφυλιοπολεμική κατάσταση. Η αιματηρή σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών στο Ιράκ δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει τον τρόπο οι δυο κοινότητες έβλεπαν η μια την άλλη, σε όλο τον αραβικό κόσμο – και όχι μόνο.

Το μαυσωλείο Αλ-Ασκάρι στη Σαμάρα, ένας από τους ιερότερους τόπους του σιιτικού Ισλάμ, έγινε στόχος βομβιστικής επίθεσης το 2006 και μιας δεύτερης το 2007. Αν και δεν υπήρξαν νεκροί, η πρώτη επίθεση εξόργισε τη σιιτική κοινότητα και θεωρείται από πολλούς ως σημείο έναρξης της εμφύλιας σύρραξης που συντάραξε το Ιράκ μέχρι το 2008.
Πηγή εικόνας

Ο Ιορδανός Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι (1966-2006) ήταν ο ηγέτης του ιρακινού παραρτήματος της Αλ Κάιντα και γνωστός για ακραίες αντι-σιιτικές απόψεις. Θεωρείται ότι είχε σημαντική ευθύνη στο να κατευθυνθεί η σουνιτική τζιχαντιστική βία εναντίον των Σιιτών, σε σημείο που να τον επικρίνει ακόμα και η ανώτερη ηγεσία της Αλ Κάιντα. 
Πηγή εικόνας

Το τρίτο σημαντικό γεγονός ήταν το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης το 2011. Στα αρχικά της στάδια, πολλοί την έβλεπαν σαν το ξεπέρασμα των «σεκταριστικών» διαφορών. Η πρώτη εντύπωση που δόθηκε ήταν ότι οι νέοι στις αραβικές χώρες ενώθηκαν για να παλέψουν ενάντια στα καθεστώτα τους, ανεξαρτήτως θρησκείας, εθνικότητας ή ακόμα και ιδεολογίας. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες των Αιγυπτίων Χριστιανών που σχημάτιζαν κύκλο για να προστατεύσουν τους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους που προσεύχονταν, κατά τη διάρκεια των κοινών τους διαδηλώσεων.

Αυτή η ελπιδοφόρα εικόνα άλλαξε γρήγορα. Οι επιθέσεις εναντίον Χριστιανών στην Αίγυπτο, η κατάπνιξη της (κατηγορούμενης ως σιιτικής) εξέγερσης στο Μπαχρέιν με τη βοήθεια των γειτονικών σουνιτικών κρατών, η βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και τους σιίτες αντάρτες Χούθι στην Υεμένη, μα πάνω από όλα η τροπή που πήρε η εξέγερση στη Συρία, με την στρατιωτικοποίηση και τη «σουνιτοποίησή» της και κυρίως την εξάπλωση του ακραίου αντι-σιιτικού Ισλαμικού Κράτους: όλα αυτά δημιούργησαν την εντύπωση γενικευμένου πολέμου Σιιτών-Σουνιτών. Τόσο το Ιράν όσο και η Σαουδική Αραβία χρησιμοποίησαν διχαστική γλώσσα για να δικαιολογήσουν τη στήριξη σε φιλικά καθεστώτα που κινδύνευαν: το Ιράν παρουσίασε την αντιπολίτευση στον Άσαντ συνολικά ως φανατισμένους σουνίτες τρομοκράτες, ενώ η Σαουδική Αραβία είδε την εξέγερση στο Μπαχρέιν, όπως και αυτή των Χούθι, ως υποκινούμενες από το Ιράν και μέρος μιας γενικότερης σιιτικής συνωμοσίας.

Η εκτέλεση του δημοφιλή σιίτη κληρικού Νιμρ αλ Νιμρ (2016) στη Σαουδική Αραβία, γνωστού για τη δράση του για τα δικαιώματα της σιιτικής μειονότητας στη χώρα, προκάλεσε κύμα διαμαρτυριών σε όλη την περιοχή (όπως στο Ιράκ, βλέπε φωτογραφία) και ήταν ακόμα ένα από τα στοιχεία που ενίσχυσαν την εικόνα «σεκταριστικής σύγκρουσης».
Πηγή εικόνας

Σε μια εποχή που όλα είναι πάλι ρευστά και από τη στιγμή που οι εξεγέρσεις εξελίχθηκαν σε αιματηρή σύγκρουση, μάλλον δεν προκαλεί έκπληξη ότι πολλοί άνθρωποι προτίμησαν να περιχαρακωθούν στην ασφάλεια των κοινοτικών τους ταυτοτήτων. Εξάλλου, η υποβάθμιση των κρατικών υπηρεσιών και του κοινωνικού κράτους (μέρος της παγκόσμιας στροφής προς τον νεοφιλελευθερισμό) τους είχε οδηγήσει ήδη από τα προηγούμενα χρόνια στο να αναζητήσουν καταφύγιο στα ενδοκοινοτικά τους δίκτυα. Τελικά, φάνηκε ότι έλειπαν και εναλλακτικές ενωτικές ιδεολογίες, ικανές να κινητοποιήσουν τις μάζες να παλέψουν στο όνομά τους, ξεπερνώντας τα «σεκταριστικά» όρια: ο παναραβισμός ή ο κομμουνισμός, που έπαιξαν αυτό τον ρόλο στο παρελθόν, είχαν χάσει για διάφορους λόγους την αξιοπιστία τους.

Εδώ είναι που μπορούμε ίσως να δούμε την κατάσταση της περιοχής σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο. Μπορεί να είναι σημάδι μιας εποχής όπου η ταύτιση με «παραδοσιακές κοινότητες» (πραγματικές ή φανταστικές) κερδίζει έδαφος παγκοσμίως, από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη μέχρι την Ινδία και τη Ρωσία. Απλά, η φύση αυτών των παραδοσιακών ταυτοτήτων διαφέρει ανάλογα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες: αλλού μπορεί να είναι γλωσσικές-εθνικές, αλλού θρησκευτικές, αλλού φυλετικές και αλλού τοπικιστικές.

Το μεγάλο ξεκαθάρισμα;

Ο όρος «μεγάλο ξεκαθάρισμα» (Great Sorting-Out)  προέρχεται από τον Αμερικανό ειδικό για τη Συρία Τζόσουα Λάντις. Με βάση αυτήν τη λογική, υπάρχουν αναλογίες των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή με ό,τι έγινε παλαιότερα στην Ευρώπη, όταν μέσα από πολυεθνικές αυτοκρατορίες γεννήθηκαν μικρά αλλά εθνο-θρησκευτικά ομοιογενή κράτη. Εδώ μπορούμε φυσικά να κάνουμε τη σύγκριση και με τα «δικά μας», δηλαδή τη βόρεια πλευρά της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: Βαλκάνια, Μικρά Ασία, Κρήτη, Κύπρος. Σε αυτές τις περιοχές, η παλιά εθνο-θρησκευτική ποικιλία δεν κατάφερε να επιβιώσει από τις δραματικές αλλαγές του προηγούμενου αιώνα. Η πολυθρησκευτική Αλβανία ή κάποιοι θύλακες εντός των εθνών-κρατών (π.χ. Θράκη στην Ελλάδα, Δοβρουτσά στη Ρουμανία, Σαντζάκι σε Σερβία και Μαυροβούνιο) μοιάζουν να είναι απλά οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Είναι αλήθεια ότι και στις αραβικές χώρες υπήρξαν κάποιες (βίαιες ή μη) μετακινήσεις πληθυσμών τα τελευταία χρόνια, οι οποίες μοιάζουν να ενισχύουν την υπόθεση ότι κι εκεί τα πράγματα κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Παρ’ όλα αυτά, οι διάφορες συγκρούσεις στην περιοχή δεν οδήγησαν σε μόνιμες αλλαγές συνόρων, που να φέρνουν περισσότερη εθνο-θρησκευτική «καθαρότητα» – με μοναδική ίσως εξαίρεση τη διάσπαση του Σουδάν.

Η στιγμή αυτή φαινόταν ίσως να φτάνει πριν από μερικά χρόνια. Το «Ισλαμικό Κράτος» είχε επεκταθεί στη Συρία και στο Ιράκ, καταργώντας πρακτικά το σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες, και ενώνοντας τους Σουνίτες Άραβες που κατοικούσαν και στις δύο πλευρές του. Η περιοχή που ακόμα έλεγχε το καθεστώς Άσαντ κατοικούνταν σε υψηλό ποσοστό από Αλαουίτες και άλλες θρησκευτικές μειονότητες. Τα κουρδόφωνα τμήματα τόσο του βόρειου Ιράκ όσο και της βόρειας Συρίας ελέγχονταν από κουρδικές ένοπλες ομάδες. Όσο για την (κυριαρχούμενη από Σιίτες) κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ, ο έλεγχος της περιοριζόταν κυρίως στις νοτιο-κεντρικές περιοχές της χώρας, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι σιιτική.

Ο εδαφικός έλεγχος της Συρίας και του Ιράκ από τις διάφορες δυνάμεις τον Ιανουάριο 2015.
Πηγή εικόνας (τροποιημένη)

Σήμερα, αυτή η κατάσταση έχει αλλάξει για ακόμα μια φορά. Το συριο-ιρακινό σύνορο αποκαταστάθηκε στην αρχική μορφή του. Ο Άσαντ ελέγχει το μεγαλύτερο τμήμα της Συρίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών σχεδόν καθαρά σουνιτικών περιοχών. Η προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης του ιρακινού Κουρδιστάν φαίνεται προς το παρόν να έχει ναυαγήσει και αν υπήρχαν ελπίδες για ένα εντελώς ανεξάρτητο συριακό Κουρδιστάν, μάλλον δεν είναι ούτε αυτές πολλές τελευταία. Όσο για τους Άραβες Ιρακινούς, έχουν εξαντληθεί από τα πολλά χρόνια αιματηρών συγκρούσεων και μια (ίσως νέας μορφής) ιρακινή εθνική ιδέα και ταυτότητα μοιάζει να ανακάμπτει (βλέπε σχετική συνέντευξη). Επίσης, ο Λίβανος κατάφερε μετά από μεγάλη καθυστέρηση να πραγματοποιήσει τελικά βουλευτικές εκλογές και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας φαίνεται να μην απειλείται άμεσα. Με λίγα λόγια: οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και οι μετακινήσεις πληθυσμών δεν έχουν μεταφραστεί και σε σταθερά νέα σύνορα (με κάποιες εξαιρέσεις ίσως).

Εδαφικός έλεγχος της Συρίας και του Ιράκ τον Απρίλιο 2019.
Κόκκινο: Συριακή/Ιρακινή Κυβέρνηση
Κίτρινο: Κουρδικές Δυνάμεις
Πράσινο: Συριακή Αντιπολίτευση/Τουρκία
Μαύρο: Ισλαμικό Κράτος
https://isis.liveuamap.com/


Είναι τελικά αυτό που παρατηρούμε σήμερα μια εθνική ολοκλήρωση του «οθωμανικού Νότου», κατά τα πρότυπα του δικού μας «οθωμανικού Βορρά», με τη δημιουργία θρησκευτικά ομοιογενών κρατών; Αν ισχύει αυτό, τότε ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή του δρόμου. Η περιοχή απέχει πολύ από αυτήν την ομοιογένεια και για να φτάσει μέχρι εκεί θα έπρεπε να χυθεί πολύ αίμα ακόμα και να μετακινηθούν πολύ μεγαλύτεροι πληθυσμοί. Για το συμφέρον των λαών της περιοχής, όχι μόνο των αραβικών αλλά και το δικό μας ως γειτόνων, πρέπει να ελπίζουμε ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι. 

Οι προβλέψεις είναι γενικά δύσκολες για αυτή την περιοχή και λίγοι θα διακινδύνευαν να τις κάνουν. Μπορούμε όμως να συγκρατήσουμε ότι, ακόμα και με τη σημερινή κατάσταση, πολλά στοιχεία φαίνεται να δείχνουν ότι ένας απόλυτος διαχωρισμός είναι δύσκολος έως αδύνατος. Η συμβίωση ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες της Μέσης Ανατολής μπορεί να περνά μια από τις σκληρότερες δοκιμασίες στην Ιστορία της, αλλά δεν έχουμε φτάσει σε σημείο που μπορεί κάποιος εύκολα να την ξεγράψει.

 

Άρθρα-Βιβλία:

  • Nader Hashemi & Danny Postel (2017): Sectarianization: Mapping the
    New Politics of the Middle East, The Review of Faith & International Affairs, 15:3, 1-13, DOI: 10.1080/15570274.2017.1354462
  • Daniel Byman (2014): Sectarianism Afflicts the New Middle East, Survival, 56:1, 79-100, DOI: 10.1080/00396338.2014.882157
  • Michael Gasper (2016): Sectarianism, Minorities, and the Secular State in the Middle East- Review Article. Int. J. Middle East Stud. 48 (2016), 767–778 doi:10.1017/S002074381600091X
  • Hassan Mneimneh (2016): From Communitarianism to Sectarianism: The Trajectory of Factionalism in the Arab Middle East. The Muslim World 106(1):62-82, DOI: 10.1111/muwo.12134
  • Heather M. Robinson, Ben Connable, David E. Thaler, Ali G. Scotten (2018): Sectarianism in the Middle East – Implications for the United States. RAND Corporation.
  • Ingrid Løland (2019): Between Utopia and Dystopia: Sectarianization through Revolution and War in Syrian Refugee Narratives. Religions 2019, 10, 188; doi:10.3390/rel10030188.
  • Mark Farha (2016): Searching for Sectarianism in the Arab Spring: Colonial Conspiracy or Indigenous Instinct? The Muslim World 106(1):8-61. DOI: 10.1111/muwo.12137
  • Heiko Wimmen (2016): Syria’s Path from Civic Uprising to Civil War.
  • Fanar Haddad (2017): Anti Sunnism and anti-Shi’ism: minorities, majorities and the question of equivalence. Memo prepared for workshop organized by SWAR: Sectarianism in the Wake of the Arab Revolts, “Shi’a and Sunni Islamism(s) in a Sectarianized New Middle East.” Aarhus University, March 16th 2018.
  • Ussama Makdisi (2017): The Mythology of the Sectarian Middle East.
  • Ussama Makdisi (2017): Understanding Sectarianism in the Middle East. The Cairo Review of Global Affairs. 
  • Fabrice Balanche (2018): Sectarianism in Syria’s Civil War – A Geopolitical Study.
  •  Patrick Cockburn (2014): Η επιστροφή των τζιχαντιστών – Το ισλαμικό κράτος και η νέα εξέγερση των σουνιτών. Μεταίχμιο.
     

Συνεντεύξεις:

 

 

 

 

Πρασινο Κινημα του Ιραν: 6 χρονια μετα

Κλασσικό

Το Ιράν δεν ήταν μια από τις χώρες που προσέξαμε πολύ κατά το πρόσφατο παγκόσμιο κύμα εξεγέρσεων, το οποίο ξεκίνησε με την Αραβική Άνοιξη το 2011. Την κορύφωση της δικής της εξέγερσης η ιρανική νεολαία την είχε ήδη ζήσει δύο χρόνια νωρίτερα, το 2009.

Ιράν: Θεοκρατία και Δημοκρατία

Για να κατανοήσουμε τα γεγονότα του 2009, όπως κι αυτά που ακολούθησαν, πρέπει να έχουμε υπόψη το ιδιαίτερο πολιτικό σύστημα του Ιράν, αποτέλεσμα της επίσης πολύ ιδιαίτερης Ισλαμικής Επανάστασης του 1979.

Το ιρανικό καθεστώς παρουσιάζεται συχνά ως δικτατορικό, κάτι ανάλογο με τη Χούντα στα δικά μας. Χωρίς να είναι εντελώς λάθος, αυτή η οπτική γωνία μας εμποδίζει ίσως να καταλάβουμε την πραγματική κατάσταση. Η Ισλαμική Επανάσταση ήταν ένα κίνημα με δημοκρατικά αιτήματα και με γνήσια λαϊκή στήριξη, απέναντι στο απολυταρχικό, ξενοκίνητο (και κοσμικό) καθεστώς του Σάχη. Το νέο καθεστώς, που δημιούργησε ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, δεν έβλεπε τον εαυτό του μόνο ως ισλαμικό-θεοκρατικό, αλλά και ως δημοκρατικό.

Η σημερινή Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν δεν είναι φυσικά μια τυπική δημοκρατία, με βάση το δυτικο-ευρωπαϊκό μοντέλο. Για οπαδούς κοσμικών ιδεολογιών δεν υπάρχει χώρος. Οι υποψήφιοι στις εκλογές πρέπει να εγκριθούν από το Συμβούλιο Φυλάκων του Συντάγματος – αυτό πάλι ελέγχεται από τον θρησκευτικό Ανώτατο Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Είναι δηλαδή ουσιαστικά αδύνατο για κάποιον να συμμετάσχει στην πολιτική, χωρίς την έγκριση της θρησκευτικής ηγεσίας και κυρίως του Χαμενεΐ.

Ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, διάδοχος του Χομεϊνί, είναι εδώ και 27 χρόνια Ανώτατος Ηγέτης και άρα και το πιο ισχυρό πρόσωπο στο Ιράν. http://www.washingtontimes.com/news/2016/jan/19/khamenei-irans-supreme-leader-warns-against-us-dec/

Ο Αλί Χαμενεΐ, διάδοχος του Χομεϊνί, είναι εδώ και 27 χρόνια Ανώτατος Ηγέτης και άρα και το πιο ισχυρό πρόσωπο στο Ιράν. Πηγή εικόνας

Παρ’ όλα αυτά, δημοκρατικές εκλογικές αναμετρήσεις υπάρχουν, και δεν είναι απλά τυπικές με προκαθορισμένο αποτέλεσμα, όπως είναι σε πολλές γειτονικές χώρες. Οι εκλογές στο Ιράν εκφράζουν τα συγκρουόμενα συμφέροντα και απόψεις στους κόλπους τόσο της ισλαμιστικής ελίτ, όσο και γενικά της ιρανικής κοινωνίας. Ο ιρανικός λαός βλέπει ότι υπάρχουν κάποιες δυνατότητες αλλαγής μέσα από τις εκλογές: η συμμετοχή π.χ. στις τελευταίες προεδρικές ήταν σαφώς μεγαλύτερη απ’ αυτήν στις τελευταίες ελληνικές βουλευτικές (73% έναντι 57%). Αν έπρεπε άρα να κάνουμε μια παρομοίωση με τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, αυτή μάλλον δεν θα έπρεπε να είναι με τη Χούντα, αλλά ίσως με την περίοδο του 1949-1967, όπου οι δημοκρατικές διαδικασίες ήταν, παρ’ όλους τους περιορισμούς, υπαρκτές και συγκέντρωναν το ενδιαφέρον του κόσμου.

Οι προεδρικές του 1997 έκαναν μεγάλη αίσθηση, βγάζοντας ως νικητή τον μεταρρυθμιστή Μοχάμαντ Χαταμί. Αυτός εξέφραζε μάλλον τις φιλελεύθερες διαθέσεις μιας ανερχόμενης μεσαίας τάξης. Βασικό στοιχείο της πολιτικής του ήταν επίσης και η αποκατάσταση των σχέσεων με τη Δύση. Αυτή η πολιτική τελικά απέτυχε όχι μόνο εξ’ αιτίας των εσωτερικών αντιδράσεων, αλλά και λόγω της έλλειψης ανταπόκρισης από την πλευρά των Αμερικάνων. Παρά την καλή διάθεση που επέδειξε το Ιράν (π.χ. δίνοντας ανεπίσημα σημαντική βοήθεια στις ΗΠΑ στον πόλεμο του Αφγανιστάν το 2001), ο Μπους ο νεώτερος βιάστηκε να το εντάξει στον περίφημο «άξονα του κακού«, μαζί με το Ιράκ και τη Βόρεια Κορέα.

Ο Μοχάμεντ Χαταμί ήταν επί 8 χρόνια Πρόεδρος του Ιράν, και παραμένει και σήμερα σημαντική προσωπικότητα για το μεταρρυθμιστικό στρατόπεδο.

Ο Μοχάμαντ Χαταμί ήταν Πρόεδρος του Ιράν από το 1997 ως το 2005. Πηγή εικόνας

Τις εκλογές του 2005 κέρδισε ο δημοφιλής δήμαρχος της Τεχεράνης, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, από το αντίπαλο στρατόπεδο των σκληροπυρηνικών, εκμεταλλευόμενος την απογοήτευση του κόσμου από την αναποτελεσματικότητα της κυβέρνησης Χαταμί. Σε αντίθεση μ’ αυτόν, ο λαϊκιστής Αχμαντινετζάντ εξέφραζε κυρίως τη δυσαρέσκεια των φτωχών λαϊκών στρωμάτων από τις οικονομικές ανισότητες και τη διαφθορά. Η διακυβέρνησή του χαρακτηρίστηκε από έναν έντονα αντιαμερικάνικο και αντιισραηλινό δημαγωγικό λόγο, ο οποίος κινήθηκε γύρω από την αντιπαράθεση για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ήταν πρόεδρος του Ιράν από το 2005 ως το 2013. http://www.theguardian.com/world/2010/jun/08/ahmadinejad-un-iran-sanctions-nuclear-talks

Ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ήταν πρόεδρος του Ιράν από το 2005 ως το 2013. Πηγή εικόνας

Οι εκλογές του 2009 και τα γεγονότα που ακολούθησαν

Εν τω μεταξύ όμως, τα διεθνή δεδομένα άλλαξαν πάλι το 2008, όταν ο Μπους αντικαταστήθηκε από τον Ομπάμα, ο οποίος έδειχνε να έχει περισσότερη διάθεση συμφιλίωσης. Από την άλλη, στο εσωτερικό του Ιράν η προεδρία του Αχμαντινετζάντ κρινόταν από πολλούς ως αποτυχημένη. Οι  εκλογές του 2009 έρχονταν, με το στρατόπεδο των μεταρρυθμιστών να επενδύει πολλές ελπίδες σ’ αυτές.

Οι μεταρρυθμιστές κατέβηκαν τελικά με δύο υποψήφιους: τον Μεχντί Καρουμπί και τον Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί. Ο δεύτερος ήταν αυτός που ενσάρκωσε περισσότερο τις ελπίδες του κόσμου για μια πολιτική αλλαγή. Το αποτέλεσμα όμως, ήταν μια οδυνηρή έκπληξη: 62% για τον Αχμαντινετζάντ και μόλις 34% για τον Μουσαβί.

Πώς εξηγείται αυτό; Για  τους ψηφοφόρους του Μουσαβί, υπήρξε καθαρή παραποίηση μέσω νοθείας. Για τους φιλικούς προς τον Αχμαντινετζάντ, το αποτέλεσμα ήταν γνήσιο και απόδειξη ότι ο τελευταίος διατηρούσε τη στήριξη των λαϊκών στρωμάτων. Είναι πιθανόν φυσικά η αλήθεια να είναι κάπου στη μέση: αν και ο Αχμαντινετζάντ θα ερχόταν πρώτος έτσι κι αλλιώς, το σύστημα που τον στήριζε φρόντισε να «φουσκώσει» κάπως το ποσοστό του.

Όπως και να έχει, για τους εξαγριωμένους ψηφοφόρους του Μουσαβί τα πράγματα ήταν καθαρά: ο Αχμαντινετζάντ ήταν απατεώνας και ο Μουσαβί ο πραγματικός νικητής των εκλογών. Γρήγορα βγήκαν στους δρόμους φωνάζοντας «Πού είναι η ψήφος μου;«. Ο Μουσαβί αρνήθηκε να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα και τέθηκε στην ηγεσία ενός κινήματος «αποκατάστασης της Δημοκρατίας» μαζί με τη γυναίκα του Ζαχρά Ραχναβάρντ (πρώην καθηγήτρια πανεπιστημίου και επίσης γνωστό δημόσιο πρόσωπο), και τον άλλο υποψήφιο Καρουμπί. Το κίνημα κέρδισε και τη στήριξη του πρώην προέδρου Χαταμί: αυτός έδωσε στον Μουσαβί την πράσινη κορδέλα, που έγινε το χρώμα-σύμβολο της εξέγερσης.

Ο Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί μαζί με τη γυναίκα του Ζαχρά Ραχναβάρντ (πρώην καθηγήτρια του Πανεπιστήμιου Αλ Ζαχρά της Τεχεράνης) ηγετικές φυσιογνωμίες του Πράσινου Κινήματος. http://www.welt.de/politik/article3837638/Im-Iran-praegt-eine-Frau-den-Wahlkampf.html

Ο Μουσαβί μαζί με τη γυναίκα του, δυο ηγετικές φυσιογνωμίες του Πράσινου Κινήματος. Πηγή εικόνας

Παρά την έγκριση του αποτελέσματος από τον Ανώτατο Ηγέτη Χαμενεΐ, οι διαμαρτυρίες όχι μόνο δεν κόπασαν, αλλά γιγαντώθηκαν. Το αποτέλεσμα ήταν τελικά να απονομιμοποιηθεί και ο ίδιος ο Χαμενεΐ στα μάτια των διαδηλωτών, οι οποίοι συνέχισαν να κατακλύζουν τους δρόμους της Τεχεράνης σε κάθε ευκαιρία για πολλούς μήνες, παρά τη σκληρή καταστολή (με πάνω από 100 νεκρούς, και πολλά περισσότερα θύματα βασανιστηρίων). Ο Μουσαβί, η Ραχναβάρντ και ο Καρουμπί τέθηκαν το 2011 σε κατ’ οίκον περιορισμό, αφού κάλεσαν τον κόσμο σε διαδηλώσεις συμπαράστασης στην Αραβική Άνοιξη – κι αυτό ισχύει μέχρι σήμερα.

Η 26χρονη φοιτήτρια Νεντά Αγά Σολτάν σκοτώθηκε από πυροβολισμό στις διαδηλώσεις και έγινε σύντομα σύμβολο του κινήματος. http://www.frontpagemag.com/fpm/63062/green-revolution-isnt-over-ryan-mauro

Η 26χρονη φοιτήτρια Νεντά Αγά Σολτάν σκοτώθηκε από πυροβολισμό στις διαδηλώσεις και έγινε σύμβολο του κινήματος. Πηγή εικόνας

Τελικά, μπορεί το καθεστώς με τη σκληρή καταστολή να πέτυχε το τέλος των διαδηλώσεων, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πέθανε το κίνημα. Τα γεγονότα έπαιξαν το ρόλο τους στην εκλογή του μετριοπαθούς Ρουχανί στις προεδρικές εκλογές του 2013 (οι αποκαλούμενοι «μετριοπαθείς» έχουν μια κεντρώα θέση ανάμεσα στους μεταρρυθμιστές και τους σκληροπυρηνικούς), με τον οποίο ξεκίνησε και η σημερινή αποκλιμάκωση στις σχέσεις με τη Δύση.

Τι ήταν στην ουσία το Πράσινο Κίνημα;

Ως εξωτερικοί παρατηρητές, που βασιζόμαστε αναγκαστικά και οι ίδιοι κυρίως σε απόψεις άλλων εξωτερικών παρατηρητών, είναι φυσικό να έχουμε μια τάση να προτιμήσουμε τις εύκολες λύσεις. Μια τέτοια λύση είναι να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα στη βάση απλών διχοτομικών σχημάτων (κοσμικοί φιλοδυτικοί φιλελεύθεροι εναντίον αντιδυτικών αντι-ιμπεριαλιστών Ισλαμιστών, μορφωμένες μεσαίες τάξεις εναντίον συντηρητικών θρήσκων φτωχών) – και ανάλογα με την ιδεολογική μας ταυτότητα να επιλέξουμε και πλευρά.

Χωρίς αυτές οι ερμηνείες να είναι εντελώς λάθος, έχει ενδιαφέρον να προχωρήσουμε και λίγο παραπέρα: πιο κοντά σε μια άποψη που ίσως πλησιάζει σ’ αυτήν του μέσου Ιρανού που συμμετείχε στο κίνημα. Για να φτάσουμε εκεί, είναι χρήσιμο να ξεκινήσουμε από κάποιες απλές διαπιστώσεις:

Λόγω και του πολιτικού συστήματος, όλοι οι ενεργοί πολιτικοί στο Ιράν είναι κατά βάση ισλαμιστές. Οι λεγόμενοι «μεταρρυθμιστές» είναι στην ουσία παλιοί συνοδοιπόροι του Χομεϊνί, που απλά ερμηνεύουν τις αρχές της Ισλαμικής Επανάστασης μ’ έναν πιο φιλελεύθερο τρόπο. O ίδιος ο Μουσαβί ήταν πρωθυπουργός του Χομεϊνί στο διάστημα 1981-1988, ενώ ο Καρουμπί ήταν Πρόεδρος της Βουλής μέχρι και το 2004. Ο στόχος τους δεν είναι να ανατρέψουν το ισλαμιστικό καθεστώς, αλλά να το διασώσουν, φιλελευθεροποιώντας και εκδημοκρατίζοντάς το. Αν διαβάσουμε το «Καταστατικό του Πράσινου Κινήματος» (γραμμένο από τον Μουσαβί το 2010), βλέπουμε μεν να κυριαρχεί ένας τόνος ενάντια στον αυταρχισμό και υπέρ της ελευθερίας λόγου και σκέψης και γενικά μιας ανοικτής κοινωνίας. Όλο το κείμενο, όμως, μιλάει τη γλώσσα της Ισλαμικής Επανάστασης, εξυμνεί τον Χομεϊνί και τις ισλαμικές αξίες. Ακόμα και όταν ζητάει κάτι που μπορεί να ερμηνευθεί ως κοσμικό στοιχείο (την ανεξαρτησία των θρησκευτικών οργανώσεων από την κυβέρνηση), το κάνει στο όνομα της «προστασίας της υψηλής ηθικής θέσης της θρησκείας».

Ο Μοχσέν Μιρνταμαντί, είναι επίσης μια γνωστή προσωπικότητα του Κινήματος και τώρα εκτίει ποινή φυλάκισης λόγω της συμμετοχής του σ' αυτό. Το 1979 ήταν ανάμεσα στους φοιτητές που οργάνωσαν τη γνωστή κατάληψη της Πρεσβείας των ΗΠΑ, με τις ευλογίες του Χομεϊνί.

Ο Μοχσέν Μιρνταμαντί, είναι επίσης μια γνωστή προσωπικότητα του Κινήματος και τώρα εκτίει ποινή φυλάκισης λόγω της συμμετοχής του σ’ αυτό. Το 1979 ήταν ανάμεσα στους φοιτητές που οργάνωσαν τη γνωστή κατάληψη της Πρεσβείας των ΗΠΑ, με τις ευλογίες του Χομεϊνί.

– Για να το κατανοήσουμε αυτό, είναι καλά να έχουμε στον νου τι ήταν η Ισλαμική Επανάσταση: το γέννημα μιας αλληλεπίδρασης αντι-ιμπεριαλιστικών, σοσιαλιστικών, δημοκρατικών και ισλαμιστικών ιδεών. Δεν έλειπαν και οι προσπάθειες ερμηνείας του Ισλάμ σ’ ένα πιο αριστερό πλαίσιο (κορυφαίος ιδεολόγος του «αριστερού ισλαμισμού» ήταν ο Αλί Σαριάτι, για τον οποίο ίσως γίνει λόγος σε άλλο άρθρο). Στο νέο καθεστώς του Χομεϊνί βρήκαν θέση και αρκετά πρόσωπα που ήταν επηρεασμένα απ’ αυτές τις ιδέες: πολλοί (μεταξύ αυτών ο ίδιος ο Μουσαβί και η γυναίκα του) έμελλε να παίξουν κεντρικό ρόλο στο Πράσινο Κίνημα. Από την έμφαση σε θέματα οικονομικής αναδιανομής και αντι-ιμπεριαλισμού που έδιναν τότε, πέρασαν τώρα στην έμφαση σε θέματα ελευθερίας και δικαιωμάτων: κάτι ανάλογο δηλαδή και με την πορεία που έκανε και ένα μεγάλο τμήμα της παγκόσμιας Αριστεράς.

– Όσον αφορά στις μάζες που στήριξαν το κίνημα, μπορούμε ίσως να τις δούμε σαν μια συμμαχία:

  • μεταρρυθμιστών ισλαμιστών (όπως αυτοί που αναφέρθηκαν, και για πρακτικούς λόγους ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να αναλάβουν την ηγεσία του),
  • αντικαθεστωτικών (κοσμικών, σοσιαλιστών, κλπ)
  • και, ίσως κυριότερα, πολλών μέχρι τότε σχετικά απολίτικων νέων, ιδίως φοιτητών, που ζητούσαν απλά μια βελτίωση των συνθηκών ζωής και των προοπτικών τους.

– Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται ήταν ένα κίνημα περιορισμένο στις μεγάλες πόλεις, μακριά από τον αγροτικό πληθυσμό, αλλά ίσως και τα φτωχότερα στρώματα των πόλεων, που συχνά συνέχιζαν να υποστηρίζουν τον Αχμαντινετζάντ. Δύσκολα μπορούμε να πούμε δηλαδή ότι εξέφραζε την πλειοψηφία των Ιρανών. Μια κριτική που έγινε στην ηγεσία του Πράσινου Κινήματος είναι πως δεν έχει κάτι συγκεκριμένο να πει στο πεδίο της οικονομίας (στο καταστατικό του υπάρχουν αναφορές περί δίκαιης κατανομής των οικονομικών πόρων, αλλά χωρίς σαφείς προτάσεις). Πάντως, όπως φάνηκε με την αποτυχία των σκληροπυρηνικών στις εκλογές του 2013, ούτε οι τελευταίοι μπορούν να έχουν σίγουρη τη στήριξη των κατώτερων στρωμάτων, αν δεν έχουν κάτι χειροπιαστό στην οικονομία να τους προσφέρουν.

Η σύγχρονη ιρανική κοινωνία και το μέλλον

Μέσα σ’ όλα αυτά, πρέπει φυσικά να δούμε και ποια είναι η ιρανική κοινωνία σήμερα. Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού (περίπου τα 2/3) είναι κάτω των 25 ετών. Το μορφωτικό επίπεδο αυξάνεται, και περίπου τα 2/3 των φοιτητών στα πανεπιστήμια είναι γυναίκες. Είναι μια κοινωνία που, παρά τον αποκλεισμό, έχει και αρκετά ανοίγματα, ώστε να επηρεάζεται από τις παγκόσμιες τάσεις. Είναι, τέλος, μια κοινωνία που έχει περάσει από βαθιά τραυματικές εμπειρίες στη δεκαετία του ’80 με τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, και πάνω απ’ όλα διψάει για ζωή.

Η υπεριδεολογικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών που βασιζόταν σε διχοτομικά σχήματα (κοσμικοί εναντίον ισλαμιστών, φιλοδυτικοί εναντίον αντι-ιμπεριαλιστών, σοσιαλιστές εναντίον καπιταλιστών), έχει λιγότερη απήχηση σε μια νεολαία που τη νοιάζει περισσότερο πώς θα αντιμετωπίσει πρακτικά τα προβλήματα που έχει μπροστά της: την υψηλή ανεργία, την έλλειψη ελευθερίας, τη διαφθορά.

Εδώ ταιριάζει και η περιγραφή της σύγχρονης ιρανικής κοινωνίας στο βιβλίο του Χαμίντ Νταμπασί: «μια κοινωνία με δύο μεγάλες εμπειρίες κοσμικού και ισλαμιστικού αυταρχισμού, που όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε μια μετα-ισλαμιστική, μετα-ιδεολογική πλουραλιστική κοινωνία«. Το σύνθημα π.χ. που ακούστηκε στις διαδηλώσεις «Ούτε για τη Γάζα ούτε για το Λίβανο – η ψυχή μου θυσιάζεται για το Ιράν» (αναφορά στην ενίσχυση της Χαμάς και της Χεζμπολάχ από το ιρανικό καθεστώς) δεν πρέπει να ιδωθεί κατ’ ανάγκη ως θέληση αλλαγής γεωπολιτικού στρατοπέδου, όπως θα ήθελαν πολλοί να το δουν στη Δύση. Ίσως είναι απλά ένας πραγματισμός, που βάζει τα εσωτερικά πρακτικά προβλήματα του Ιράν πιο πάνω από ιδεολογικοποιημένες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις. Με ανάλογο τρόπο, και το σύνθημα «Με τσαντόρ ή χωρίς τσαντόρ, θάνατος στον Δικτάτορα» δείχνει ίσως μια υπέρβαση του κλασικού διλήμματος «κοσμικό κράτος – ισλαμισμός».

Αυτήν την πραγματιστική αντιμετώπιση μπορούμε και να τη διαβάσουμε μέσα από τις πολιτικές εξελίξεις. Το Πράσινο Κίνημα δεν εξελίχθηκε σε κάποια βίαιη εξέγερση εναντίον του καθεστώτος: τα γεγονότα της Συρίας ή της Λιβύης είναι το αρνητικό παράδειγμα, που η ιρανική νεολαία δεν φαίνεται να θέλει ν’ ακολουθήσει. Τα εκατομμύρια Ιρανοί που βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν, δεν επέλεξαν όλοι τη συνολική απόρριψη του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα, το 2013 πολλοί ψήφισαν έναν υποψήφιο (η συμμετοχή στις εκλογές δεν ήταν πολύ χαμηλότερη από άλλες εκλογικές αναμετρήσεις), ο οποίος μπορούσε να εφαρμόσει έστω κάποιες από τις απαιτήσεις τους, αλλά να είναι ταυτόχρονα και πιο αποδεκτός από το καθεστώς. Και σήμερα πολλοί είναι περισσότερο απασχολημένοι με το να υπερασπίζονται τον Πρόεδρο που ψήφισαν από τις επιθέσεις των σκληροπυρηνικών, παρά να σχεδιάζουν την ανατροπή του καθεστώτος.

Αν όλα αυτά ισχύουν, και σε συνδυασμό με τη χαλάρωση του αποκλεισμού και την καλυτέρευση των σχέσεων με τη Δύση, η ιρανική κοινωνία μπορεί να πετύχει μια σταδιακή και ειρηνική μετάβαση σ’ ένα πιο ελεύθερο σύστημα. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η πολιτική ασάφεια και ο πραγματισμός των κοινωνικών κινημάτων, μπορεί από δύναμη να γίνει και η αδυναμία τους. Αν δεν μπορούν να δώσουν π.χ. απάντηση στο θέμα των οικονομικών αδικιών και ανισοτήτων, θ’ αφήσουν χώρο για δημαγωγικές συντηρητικές ή αντιδραστικές δυνάμεις να προσεταιρίζονται τα πιο αδύνατα οικονομικά στρώματα, κάτι που μάλλον έγινε και το 2005-9. Και που δεν είναι ίσως τόσο διαφορετικό από το τι γίνεται στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια σήμερα.


Πηγές

Οι Αραβες των Βαλτων

Κλασσικό

Η στερεοτυπική εικόνα που έχουν πολλοί για τους Άραβες είναι αυτή του Βεδουίνου, που γυρίζει με τις καμήλες μέσα στην έρημο, διανυκτερεύοντας σε σκηνές. Στην πραγματικότητα φυσικά, αυτός ο νομαδικός τρόπος ζωής σε σχέση με την έρημο ήταν μόνο ένας από τους πολλούς που συναντούσε κανείς στον αραβόφωνο κόσμο. Πιο συχνή ήταν μάλλον η μόνιμη εγκατάσταση σε πόλεις ή χωριά – εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος των Αράβων κατοικεί είτε σε ζώνες μεσογειακής βλάστησης είτε στις κοιλάδες μεγάλων ποταμών, χωρίς να έχει πολύ σχέση με την έρημο.

Υπάρχει όμως ακόμα ένας βιότοπος, που μάλλον λίγοι θα σκέφτονταν να συνδέσουν με τον αραβικό πολιτισμό: αυτός των υγροτόπων. Οι αποκαλούμενοι και Άραβες των Βάλτων, ή αλλιώς Μαντάν, κατοικούσαν για αιώνες στους υγρότοπους που σχηματίζονται εκεί που ενώνεται ο Τίγρης με τον Ευφράτη, λίγο πριν εκβάλουν μαζί ως Σατ-αλ-Αράμπ στον Περσικό Κόλπο.

Οι υγρότοποι της Μεσοποταμίας, στο Νότιο Ιράκ. http://www.iier.org/i/uploadedfiles/050310MarshesStateCIMI5B.pdf

Οι υγρότοποι της Μεσοποταμίας, στο Νότιο Ιράκ.
Πηγή εικόνας

Οι υγρότοποι αυτοί ήταν μέχρι πρόσφατα οι πιο εκτεταμένοι στη Μέση Ανατολή, και οι κάτοικοί τους ζούσαν μια ζωή εντελώς προσαρμοσμένη σ’ αυτό το φυσικό περιβάλλον, χωρίς να τους αγγίζει και πολύ η τεχνολογική πρόοδος και η αστικοποίηση του τελευταίου αιώνα. Έφτιαχναν τα σπίτια τους από καλάμια στα νησάκια ανάμεσα στους βάλτους, καλλιεργούσαν ρύζι, ψάρευαν με καμάκια, κυνηγούσαν αγριογούρουνα, εξέτρεφαν νεροβούβαλους και μετακινούνταν με κανό.

Άραβες των Βάτων οδηγούν τα κανό τους, που είναι φορτωμένα με καλάμια. http://scribol.com/anthropology-and-history/the-marsh-arabs-of-iraq

Άραβες των Βάλτων οδηγούν τα κανό τους, που είναι φορτωμένα με καλάμια.
Πηγή εικόνας

Χωριό στους ιρακινούς βάλτους το 1974. http://america.aljazeera.com/articles/2014/7/13/restoring-iraqs-lostmarshes.html

Χωριό στους ιρακινούς βάλτους το 1974, με σπίτια φτιαγμένα από καλάμια.
Πηγή εικόνας

Όπως συνηθίζεται για ομάδες ανθρώπων με τρόπο ζωής τόσο διαφορετικό από τον περίγυρό τους, οι Μαντάν δεν είχαν γενικά καλή φήμη. Έχουν κάποιες συνήθειες που φαίνονται περίεργες σε πολλούς, π.χ. να δίνουν στα παιδιά τους παράξενα και μη ελκυστικά ονόματα όπως «Μικρός Αρουραίος», «Ύαινα», «Γουρούνι», απ’ ό,τι φαίνεται για να τους προστατέψουν από το κακό μάτι. Παρ’ όλα αυτά, περιηγητές που τόλμησαν να συναναστραφούν και να ζήσουν μαζί τους, τους περιγράφουν ως φιλικούς και φιλόξενους. Όπως οι περισσότεροι νότιοι Ιρακινοί, είναι κι αυτοί Σιίτες Μουσουλμάνοι.

Αυτόν τον τρόπο ζωής, που επιβίωσε επί αιώνες κάτω από διάφορους κατακτητές, έμελλε να τον καταστρέψουν οι πολιτικές εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα. Στον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου (1981-88), οι υγρότοποι έγιναν πεδίο μάχης, πληρώνοντας την τοποθεσία τους στα σύνορα των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, του Ιράκ και του Ιράν. Ταυτόχρονα, έγιναν λόγω της πυκνής τους βλάστησης καταφύγιο για πολλούς λιποτάκτες του ιρακινού στρατού. Το 1991 ακολούθησε ο δεύτερος Πόλεμος του Κόλπου, του πατέρα Μπους εναντίον του Σαντάμ Χουσέιν, μετά την εισβολή του τελευταίου στο Κουβέιτ. Στις 28 Φεβρουαρίου ξέσπασε εξέγερση εναντίον του Σαντάμ από τους Σιίτες του Νότιου Ιράκ, που προφανώς περίμεναν βοήθεια από τους Αμερικάνους. Αυτή η βοήθεια δεν ήρθε ποτέ: οι ΗΠΑ άφησαν το σιιτικό πληθυσμό αφύλακτο απέναντι στην εκδίκηση του Σαντάμ, που έσφαξε χιλιάδες απ’ αυτούς.

Στην εξέγερση συμμετείχαν και κάποιοι Άραβες των Βάλτων, ενώ στους υγρότοπους κατέφυγαν και πολλοί αντάρτες που συνέχιζαν να πολεμούν το καθεστώς. Ήταν τότε που ο Σαντάμ αποφάσισε την ολοκληρωτική αποξήρανση των υγροτόπων. Το 1992 κατασκεύασε με γρήγορες διαδικασίες ένα κανάλι, που οδηγούσε το νερό των ποταμών μακριά από την περιοχή. Σε λίγα χρόνια το 90% των υγρότοπων είχε ήδη καταστραφεί και μετατραπεί σε έρημο. Οι κάτοικοί τους είχαν είτε σκοτωθεί, είτε καταφύγει στο Ιράν, είτε αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την (άχρηστη πλέον) γη τους για να ζήσουν στις φτωχογειτονιές των ιρακινών μεγαλουπόλεων. Η βάση του τρόπου ζωής τους δεν υπήρχε πια.

Το αποτέλεσμα της αποξήρανση των υγροτόπων από το Σαντάμ Χουσέιν. http://scribol.com/anthropology-and-history/the-marsh-arabs-of-iraq

Το αποτέλεσμα της αποξήρανσης των υγροτόπων από το Σαντάμ Χουσέιν (σύγκριση 1973-2000, με το πράσινο χρώμα να δείχνει την έκταση των βάλτων).
Πηγή εικόνας

Μετά την απομάκρυνση του Σαντάμ Χουσέιν το 2003, πραγματοποιήθηκε αρχικά μια αναγέννηση των υγρότοπων. Οι κατασκευές του Σαντάμ που συγκρατούσαν το νερό καταστράφηκαν και αυτό αφέθηκε έτσι να κυλήσει πάλι ανάμεσα στην παλιά έκταση των βάλτων. Μέχρι το 2008, υπολογίζεται ότι ήδη περίπου η μισή έκταση είχε αποκατασταθεί. Αυτή η κατάληξη θεωρήθηκε ως μια από τις πολύ λίγες επιτυχίες στη μετά-Σαντάμ εποχή.

Η αναγέννηση των βάλτων φαίνεται σ' αυτό το χάρτη, βασισμένο σε δορυφορικές εικόνες του διαστήματος 2007-2009. Το μπλε αντιπροσωπεύει τους μόνιμους βάλτους (πάνω από 10 μήνες το χρόνο), το πράσινο τους οριακούς (4-10 μήνες το χρόνο) και το κίτρινο τους εποχιακούς (κάτω από 4 μήνες). https://dspace.library.uvic.ca:8443/bitstream/handle/1828/2546/E_A_10.jpg?sequence=1&isAllowed=y

Η αναγέννηση των βάλτων φαίνεται σ’ αυτό το χάρτη, βασισμένο σε δορυφορικές εικόνες του διαστήματος 2007-2009. Το μπλε αντιπροσωπεύει τους μόνιμους βάλτους (πάνω από 10 μήνες το χρόνο), το πράσινο τους οριακούς (4-10 μήνες το χρόνο) και το κίτρινο τους εποχιακούς (κάτω από 4 μήνες).
Πηγή εικόνας

Οι Άραβες των βάλτων σε μια νέα εποχή

Όπως είδαμε, οι υγρότοποι σχηματίζονται από τα νερά του Τίγρη και του Ευφράτη, που διακλαδώνονται καλύπτοντας μια μεγάλη έκταση (παλιότερα έφτανε τα 10-15.000 τ.χλμ., μεγαλύτερη δηλαδή από την Κύπρο), λίγο πριν ενωθούν και εκβάλουν στη θάλασσα. Η έκταση των υγρότοπων αλλάζει φυσικά ανάλογα και με τις εποχιακές διακυμάνσεις της ροής των ποταμών.

Η λεκάνη απορροής του Τίγρη και του Ευφράτη - ο χρωματισμός της επιφάνεας αντιστοιχεί στο ύψος της βροχόπτωσης. Όπως φαίνεται, ενώ τα νερά των ποταμών προέρχονται από περιοχές που η βροχόπτωση μπορεί να ξεπερνά και τα 500mm, στην ίδια η Μεσοποταμία αυτή δεν ξεπερνά τα 100 mm. http://www.iier.org/i/uploadedfiles/050310MarshesStateCIMI5B.pdf

Η λεκάνη απορροής του Τίγρη και του Ευφράτη – ο χρωματισμός της επιφάνειας αντιστοιχεί στο ύψος της βροχόπτωσης. Όπως φαίνεται, ενώ τα νερά των ποταμών προέρχονται από περιοχές που η βροχόπτωση μπορεί να ξεπερνά και τα 500mm, στην ίδια τη κοιλάδα της Μεσοποταμίας αυτή δεν ξεπερνά τα 100 mm.
Πηγή εικόνας

Αυτό το νερό όμως, όπως έχει περιγραφεί σε άλλο άρθρο, προέρχεται κυρίως από τη νοτιοανατολική Τουρκία, η οποία κατασκευάζει τεράστια φράγματα, με σκοπό να χρησιμοποιεί αυτή μεγάλο τμήμα του για σκοπούς άρδευσης. Ταυτόχρονα, η αύξηση του πληθυσμού στη Συρία, στο Ιράν και στο ίδιο το Ιράκ σημαίνει και αυξημένες ανάγκες σε νερό, τόσο για ύδρευση όσο και για άρδευση. Ειδικά το Ιράν έχει κι αυτό ένα πρόγραμμα κατασκευής φραγμάτων, που θα επηρεάσει και τα μέχρι σήμερα υγιή τμήματα των υγρότοπων. Σ’ αυτά έρχεται φυσικά να προστεθεί και η κλιματική αλλαγή, που θα φέρει πιθανόν μείωση της βροχόπτωσης.

Το τεράστιο Φράγμα Ατατούρκ στο ποταμό Ευφράτη, ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν κτιστεί στα πλαίσια του GAP. http://www.natgeocreative.com/photography/529932

Το τεράστιο Φράγμα Ατατούρκ στο τούρκικο τμήμα του Ευφράτη, συγκρατεί ένα μεγάλο μέρος του νερού που παλιότερα έρεε μέχρι τον Περσικό Κόλπο, εμπλουτίζοντας και τους υγρότοπους στο Νότιο Ιράκ.
Πηγή εικόνας

Το να ακυρώσεις διαδικασίες που ξεκίνησαν από πολιτικές αποφάσεις, όπως έγινε με αυτές επί Σαντάμ για την αποξήρανση, είναι δυνατό. Το να παλέψεις όμως ενάντια σε βαθιές κοινωνικές και οικολογικές αλλαγές είναι πολύ πιο δύσκολο, και μπορεί να αποδειχτεί μοιραίο για τους υγρότοπους. Ήδη τώρα η έκταση τους φαίνεται να έχει πάλι πτωτικές τάσεις.

Ακόμα και το νερό που έμεινε έχει αυξημένη αλατότητα, πράγμα που δυσκολεύει παραδοσιακές ασχολίες του πληθυσμού, όπως η αλιεία και η κτηνοτροφία. Επίσης, αυξημένη είναι και η ρύπανση, μάλλον λόγω της ανόδου του πληθυσμού στις ανάντη περιοχές, που σημαίνει περισσότερα (συνήθως) ανεπεξέργαστα λύματα, αλλά και περισσότερα φυτοφάρμακα από τη γεωργία. Αυτό επιβαρύνει επιπλέον τη ζωή των κατοίκων: δεν μπορούν να πίνουν νερό απευθείας από τα ποτάμια όπως παλιότερα, ενώ αυξημένες είναι και οι περιπτώσεις γαστρεντερικών και δερματικών ασθενειών.

Το πόσοι έχουν απομείνει ή επιστρέψει στους βάλτους σήμερα από τους κάποτε 250.000-500.000 κατοίκους, δεν είναι καθαρό. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται κάπου ανάμεσα στις λίγες χιλιάδες και λίγο περισσότερο από 100.000. Εξάλλου δεν ξέρουμε, πόσοι όντως επέστρεψαν και στον παλιό τρόπο ζωής τους, ή απλά κατοικούν γύρω από τους υγρότοπους.

Παρά την ειδυλλιακή εικόνα της ζωής στους βάλτους που περιγράφουν οι περιηγητές, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι αυτές οι συνθήκες ήταν πολύ απλές και φτωχικές. Η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως η παιδεία και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ήταν και είναι χειρότερη απ’ ό,τι αλλού στο Ιράκ. Ακόμα και με τη μερική αναγέννηση των υγροτόπων, δύσκολα θα γυρίσουν οι νέοι από τις πόλεις σε έναν τρόπο ζωής που όχι μόνο θεωρείται ξεπερασμένος, αλλά που και με τις νέες συνθήκες (ρύπανση, αλάτωση, έλλειψη νερού) μπορεί να είναι και πιο δύσκολος από πριν.


Βιβλιογραφία

Τα μυστικα του φρουριου Αλαμουτ

Κλασσικό

Δεν είναι πολύ γνωστό ότι η ρίζα της αγγλικής λέξης assasination (πολιτική δολοφονία) βρίσκεται στη λέξη χασίς. Πιο συγκεκριμένα, το χασίς είναι πιθανόν να έδωσε το όνομα του σε μια μεσαιωνική μουσουλμανική κοινότητα, στους θρυλικούς Ασασίνους. Αυτοί με τη σειρά τους συνδέθηκαν τόσο πολύ με την πολιτική δολοφονία, ώστε να δώσουν σ΄ αυτήν και το όνομά τους σε διάφορες δυτικές γλώσσες.

Πρώτος ηγέτης της κοινότητας ήταν μια σχεδόν μυθολογική μορφή, ο Χασάν-ι-Σαμπάχ. Η έδρα του ήταν το οχυρό Αλαμούτ, στα βουνά  του σημερινού βόρειου Ιράν. Ας δούμε όμως την ιστορία από την αρχή.

Οι Ισμαηλίτες

Οι Ισμαηλίτες είναι και αυτοί ένα από τα πολλά παρακλάδια του σιιτικού Ισλάμ. Σήμερα η κοινότητά τους είναι σχετικά ασήμαντη από πολιτική άποψη, αλλά παλιότερα τα πράγματα ήταν αλλιώς. Για μια περίοδο είχαν φτάσει να έχουν μέχρι και το δικό τους Χαλιφάτο (των Φατιμιδών, με έδρα το Κάιρο) και να ανταγωνίζονται το σουνιτικό χαλιφάτο της Βαγδάτης.

Οι ρίζες της θρησκευτικής κοινότητας πάνε πίσω στον 9ο αιώνα, όταν αυτή διασπάστηκε από τον κύριο (δωδεκατιστικό) κορμό του σιιτικού Ισλάμ. Η κοσμοθεωρία τους αποτελεί συνδυασμό από πολλά στοιχεία: θεολογικά (το Κοράνι, το οποίο πάντως ερμηνεύουν αλληγορικά), επιστημονικά (κυρίως την αστρονομία) και φιλοσοφικά (π.χ. το νεοπλατωνισμό – που είχε ιδιαίτερη επιρροή εκείνη την εποχή στη Μέση Ανατολή).

Σύντομα άρχισε να ελκύει πολλούς οπαδούς, κυρίως μέσα από τις τάξεις των δυσαρεστημένων και των αποκλεισμένων. Έτσι ο ισμαηλιτικός σιιτισμός έγινε ένα από τα κύρια μέσα αμφισβήτησης του σουνιτικού κατεστημένου – με συνέπεια να γνωρίσει και τις ανάλογες διώξεις. Δρούσε συνήθως κρυφά, με τις ισμαηλιτικές κοινότητες να λειτουργούν κάπως σαν μυστικές οργανώσεις. Ο μυστικισμός, η εσωτερικότητα και η πνευματικότητα ήταν κεντρικά χαρακτηριστικά του, που μάλιστα δεν εγκατέλειψε εντελώς ακόμα και όταν ανήλθε στην εξουσία για μια περίοδο στην Αίγυπτο.

Ο Χασαν-ι Σαμπάχ στο φρούριο Αλαμούτ

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα, ένας χαρισματικός νέος ιρανικής καταγωγής προσηλυτίστηκε στον Ισμαηλιτισμό: το όνομα του ήταν Χασάν-ι Σαμπάχ. Σύντομα έγινε ένας από τους κύριους ιεραπόστολους του θρησκευτικού κινήματος. Αναζητώντας ένα μέρος όπου θα μπορούσε να εφαρμόσει τις ιδέες του, ανακάλυψε ένα δυσπρόσιτο κάστρο στην οροσειρά του Αλμπόρζ: το Αλαμούτ. Αφού προσηλύτισε πολλούς χωρικούς της περιοχής στον Ισμαηλιτισμό, το 1090 κατέλαβε το φρούριο και έμεινε εκεί μέχρι το θάνατό του. Ήταν ένας θρησκευτικός-πολιτικός ηγέτης και ταυτόχρονα επιστήμονας και φιλόσοφος: τον περισσότερο χρόνο του τον περνούσε μελετώντας και κάνοντας πειράματα. Η βιβλιοθήκη του Αλαμούτ έμελλε να γίνει γνωστή σε όλη την περιοχή για τον πλούτο της.

Σταδιακά οι Ισμαηλίτες ανέπτυξαν ένα δίκτυο από πολλά τέτοια φρούρια στην περιοχή, ενώ ταυτόχρονα ισμαηλιτικές κοινότητες ζούσαν σκορπισμένες σε διάφορες πόλεις του Ιράν και της Μέσης Ανατολής. Οι Ισμαηλίτες του Ιράν (είχαν ήδη αποσπαστεί από το φατιμιδικό χαλιφάτο της Αιγύπτου και ονόμαζαν τους εαυτούς τους πλέον Νιζάρι) έγιναν δηλαδή ένα κράτος εν κράτει, μια κοινότητα σκορπισμένη χωρίς καθορισμένη ακριβώς επικράτεια,  υπό την ηγεσία του Χασάν-ι Σαμπάχ στο φρούριο Αλαμούτ.

Ότι απομένει σήμερα από το κάστρο του Αλαμούτ.  http://www.persianvoyages.com/alamut-castle/

Ότι απομένει σήμερα από το κάστρο του Αλαμούτ.
Πηγή εικόνας

Η τρομοκρατία ως αυτοάμυνα

Όσο δύσκολη και να ήταν η κατάληψη του Αλαμούτ από έναν εχθρικό στρατό, ένα τέτοιο μικρό και θρησκευτικά αιρετικό «κράτος», περιβαλλόμενο από ισχυρά σουνιτικά βασίλεια, ήταν προφανώς υπό μόνιμη απειλή. Για να εξισορροπήσει κάπως αυτήν την απειλή, ο Χασάν-ι Σαμπάχ χρησιμοποίησε ένα πολύ αποτελεσματικό μέσο: την τρομοκρατία. Εξάλλου αυτή παραμένει μέχρι και σήμερα ένα συνηθισμένο όπλο των αδυνάτων ενάντια στους δυνατούς.

Οι επίλεκτοι που εκπαιδευόντουσαν για τέτοια «τρομοκρατικά χτυπήματα» είχαν τον τίτλο φιντάι. Οι αποστολές τους ήταν οι δολοφονίες σημαντικών προσώπων, που ο Σαμπάχ θεωρούσε ως επικίνδυνα για την ισμαηλιτική κοινότητα – και για τον ίδιο, φυσικά. Το πρώτο θύμα ήταν ο μεγάλος βεζύρης του Σουλτανάτου των Σελτζούκων Νιζάμ-αλ-Μουλκ. Από τότε, πολλοί ακολούθησαν, συνήθως πρόσωπα σε ανάλογα ψηλή κοινωνική και πολιτική θέση σε ένα σουνιτικό κράτος. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Σαμπάχ έσπερνε τον τρόμο στους υπάρχοντες ή επίδοξους εχθρούς του.

Η δολοφονία του Νιζάμ αλ Μουλκ από Ασασίνους. http://geoplaytravel-geoplaytravel.blogspot.gr/

Η δολοφονία του Νιζάμ αλ Μουλκ από φιντάι, ο οποίος τον προσέγγισε μεταμφιεσμένος σε ντερβίση. Οι σημερινοί Ισμαηλίτες αρνούνται τη σχέση του Χασάν-ι Σαμπάχ μ’ αυτό το συμβάν.
Πηγή εικόνας

Οι φόνοι γίνονταν κατά κανόνα δημόσια και συχνά στη διάρκεια της μέρας – αυτήν τη δημοσιότητα φαίνεται μάλιστα να επεδίωκαν και οι ίδιοι οι φιντάι. Η λογική συνέπεια ήταν ότι συνήθως συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν μετά από βασανιστήρια. Η πράξη τους είχε δηλαδή και ένα αυτοκτονικό στοιχείο. Κάτι που κάποιοι στις μέρες μας συνδέουν με τις σημερινές επιθέσεις αυτοκτονίας των ισλαμιστών τρομοκρατών (μάλλον όχι ιδιαίτερα εύστοχα).

Σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά στην Ιστορία που έγιναν πολιτικές δολοφονίες. Η συστηματική χρήση τους όμως από μια μειονοτική κοινότητα για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της, ήταν όντως κάτι ξεχωριστό. Και όπως ήταν φυσικό, έδωσε στους Νιζάρι-Ισμαηλίτες μια ιδιαίτερα κακή φήμη.

Μεταξύ άλλων κυκλοφορούσαν και περίεργες ιστορίες σχετικά με την προετοιμασία των φιντάι. Λεγόταν ότι ο Σαμπάχ είχε φτιάξει έναν κήπο ως απεικόνιση του μουσουλμανικού Παραδείσου, όπως αυτός περιγράφεται στο Κοράνι, με ποτάμια να τρέχουν γάλα και μέλι και ωραίες γυναίκες να χορεύουν. Αφού έδινε στους νέους φιντάι όπιο, τους μετέφερε σ’ αυτόν τον κήπο. Αυτοί είχαν έτσι την ψευδαίσθηση ότι είχαν ονειρευτεί τον Παράδεισο και ήταν έτοιμοι να κάνουν τα πάντα, για να γυρίσουν εκεί όσο πιο γρήγορα γίνεται – κάτι που θα πετύχαιναν μόνο με το θάνατό τους. Αυτό τους έκανε άφοβους μπροστά στην ενδεχόμενη τιμωρία για τη δολοφονία που θα διέπρατταν, η οποία θα τους εξασφάλιζε τη θέση στον παράδεισο. Επίσης λεγόταν ότι οι δολοφόνοι ήταν υπό την επήρεια χασίς κατά την πράξη τους – εξ’ ου και το όνομα «Ασασίνοι», που έγινε συνώνυμο για ολόκληρη την κοινότητα. Αυτά όλα πάντως μάλλον περισσότερη σχέση έχουν με την σουνιτική προπαγάνδα εναντίον τους (την οποία υιοθέτησαν μετά και οι Χριστιανοί) παρά με την πραγματικότητα.

Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν χρειαζόταν να φτάσουν μέχρι τη δολοφονία – αρκούσε μια προειδοποιητική ενέργεια για να εξασφαλίσουν πολιτικά πλεονεκτήματα. Παράδειγμα ήταν η περίπτωση του Σουλτάνου Σαντζάρ, ο οποίος δεν δεχόταν να κλείσει ειρήνη με το Αλαμούτ: οι Ισμαηλίτες λέγεται ότι δωροδόκησαν έναν ευνούχο του, ο οποίος μπήκε στο δωμάτιο του Σουλτάνου την ώρα που κοιμόταν και κάρφωσε ένα στιλέτο στο πάτωμα. Όταν ο Σουλτάνος ξύπνησε, είδε το στιλέτο και σύντομα πήρε ένα μήνυμα από το Χασάν-ι Σαμπάχ: «Αν δεν εκτιμούσα τόσο το Σουλτάνο, τότε εκείνο το στιλέτο, αντί στο σκληρό πάτωμα, θα είχε καρφωθεί στο μαλακό του στήθος». Τρομοκρατημένος ο Σουλτάνος, δεν ξαναενόχλησε τους Ισμαηλίτες μέχρι το τέλος της βασιλείας του.

Ο Χασάν-ι Σαμπάχ είναι μια από τις λίγες προσωπικότητες του ισλαμικού Μεσαίωνα που συνεχίζουν και σήμερα να προκαλούν  το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Ήταν ταυτόχρονα ιεραπόστολος, διανοούμενος, επιστήμονας, πολιτικός - και τρομοκράτης.  http://assassinscreed.wikia.com/wiki/Hassan-i_Sabb%C4%81h

Ο Χασάν-ι Σαμπάχ είναι μια από τις λίγες προσωπικότητες του ισλαμικού Μεσαίωνα που συνεχίζουν και σήμερα να προκαλούν το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Ήταν ταυτόχρονα ιεραπόστολος, διανοούμενος, επιστήμονας, πολιτικός – και τρομοκράτης.
Πηγή εικόνας

Ανάσταση στο Αλαμούτ

Οι δύο πρώτοι διάδοχοι του Χασάν-ι-Σαμπάχ συνέχισαν να υπερασπίζονται την περιοχή τους και να οργανώνουν πολιτικές δολοφονίες όποτε κρινόταν αναγκαίο. Ταυτόχρονα, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Χασάν-ι Σαμπάχ, εφάρμοζαν αυστηρά το θρησκευτικό νόμο, τη Σαρία, τιμωρώντας σκληρά όποιον τολμούσε να τον παραβιάσει.

Αυτή η αυστηρότητα και η επιμονή στην (ας πούμε) νομική-εξωτερική πλευρά του Ισλάμ ερχόταν κατά κάποιον τρόπο σε σύγκρουση με τις παραδοσιακές εσωτερικές και μυστικιστικές τάσεις του Ισμαηλιτισμού και την έμφαση στην πνευματικότητα – πράγματα που τουλάχιστον η διανοητική ελίτ δεν είχε ξεχάσει ποτέ.  Από την στιγμή που οι Νιζάρι-Ισμαηλίτες απέκρουσαν τους εξωτερικούς εχθρούς και φαίνονταν να έχουν εξασφαλίσει την επιβίωσή τους, ήταν φυσικό η συζήτηση να στραφεί σε τέτοια θέματα.

Ίσως άρα δεν πρέπει να μας προκαλούν έκπληξη τα γεγονότα του 1164. Ο τρίτος διάδοχος του Χασάν-ι-Σαμπάχ, ο Χασάν Β’, κάλεσε τον κόσμο σε δημόσια συγκέντρωση. Δηλώνοντας ότι ενεργεί με βάση τις οδηγίες του Κρυφού Ιμάμη (μορφή που στους Ισμαηλίτες είχε το ρόλο ενός σχεδόν θεοποιημένου ηγέτη, ο οποίος όμως δεν αποκαλύπτεται πλέον δημόσια), ανακοίνωσε στους πιστούς τον ερχομό της «Ανάστασης» (κιγιαμά): από εδώ και στο εξής είχαν απαλλαχθεί από την υποχρέωση τήρησης του ιερού νόμου. Για να ξεκαθαρίσει τι σημαίνει αυτό, έφερε φαΐ για να γιορτάσει ο κόσμος παρά το ότι διαρκούσε ακόμα το Ραμαζάνι – πολύ πιθανόν μάλιστα αυτό να συνοδεύτηκε από κατανάλωση κρασιού.

Η προσμονή της Ανάστασης είναι κάτι που υπήρχε από παλιά στην παράδοση των Ισμαηλιτών – τη βάσιζαν μάλιστα σε αναφορές του Κορανίου. Σήμαινε την άνοδο σ’ ένα νέο πνευματικό επίπεδο, κατά το οποίο ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τα δεσμά των εξωτερικών νόμων – την επιστροφή στον Παράδεισο, θα μπορούσε να πει κάποιος. Η κίνηση του Χασάν Β’ ήταν σίγουρα εντυπωσιακή και προκλητική για τις ορθόδοξες ισλαμικές αντιλήψεις. Είχε επίσης και μια μάλλον σουρεαλιστική διάσταση: ο Χασάν Β’ κήρυξε ουσιαστικά το τέλος του μέχρι τότε κόσμου και τον ερχομό ενός καινούριου – παρ’ όλο που πρακτικά ο παλιός συνέχιζε να υπάρχει, έξω από την περιοχή των Ισμαηλιτών, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα!

Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι πιστοί δέχθηκαν με ενθουσιασμό αυτές τις αλλαγές και ο Χασάν Β’ παρέμεινε ένας ηγέτης αγαπητός στο λαό του. Αν και ο ίδιος δολοφονήθηκε μετά από λίγους μήνες, ο γιος και διάδοχός του, Μωάμεθ Β’, συνέχισε την εφαρμογή αυτών των ιδεών – αποκαλύφθηκε μάλιστα ο ίδιος ως ο Κρυφός Ιμάμης. Από τότε, ο κάθε ηγέτης του Αλαμούτ θα θεωρείται από τους Νιζάρι-Ισμαηλίτες και ως ο εν ζωή Ιμάμης.

Ο γέρος του βουνού και οι Ασασίνοι της Συρίας

Η Συρία ήταν (και είναι) μια περιοχή που πάντα ευνοούσε την ανάπτυξη θρησκευτικών αιρέσεων. Δεν είναι άρα τυχαίο που οι Νιζάρι-Ισμαηλίτες βρήκαν εκεί πρόσφορο έδαφος για προσηλυτισμό. Η ισμαηλιτική κοινότητα της Συρίας μεγάλωσε και αποδέχτηκε την ηγεσία του Αλαμούτ. Ακολουθώντας το παράδειγμα των ομόδοξών τους στο Ιράν, οι Σύριοι Ισμαηλίτες αποσύρθηκαν και αυτοί στα βουνά της κεντρικής Συρίας, όπου κατέλαβαν φρούρια παρόμοια με το Αλαμούτ.

Το κάστρο του Μασυάφ στη Συρία, ένα από τα πολλά που κατείχαν οι Ισμαηλίτες της περιοχής. http://en.wikipedia.org/wiki/Masyaf_Castle

Το κάστρο του Μασυάφ στη Συρία, ένα από τα πολλά που κατείχαν οι Ισμαηλίτες της περιοχής.
Πηγή εικόνας

Πιο γνωστός ηγέτης των Ισμαηλιτών της Συρίας ήταν ο Ρασίντ-αλ-Ντιν-Σινάν – μαζί με το Χασάν-ι Σαμπάχ μάλλον οι πιο ξεχωριστές προσωπικότητες στην ιστορία των Νιζάρι-Ισμαηλιτών. Όταν ήταν νέος είχε περάσει κάποια χρόνια στο Αλαμούτ, όπου γνωρίστηκε με το Χασάν Β’ (πριν ακόμα αυτός αναλάβει την εξουσία) και μάλλον επηρεάστηκε από τις ιδέες του, αναλαμβάνοντας να τις διαδώσει και εκτός Ιράν. Στη συνέχεια πήγε στην κεντρική Συρία, όπου έγινε γνωστός ως δάσκαλος και γιατρός. Μετά από κάποια χρόνια (μάλλον το 1162) ανέλαβε τη διοίκηση ενός ισμαηλιτικού φρουρίου. Απέκτησε φήμη ως δίκαιος και σοφός ηγέτης – συχνά του αποδίδονταν μάλιστα μεταφυσικές και τηλεπαθητικές δυνάμεις. Έμεινε γνωστός και ως «ο γέρος του βουνού».

Ως γνήσιος Νιζάρι-Ισμαηλίτης ηγέτης, ο «γέρος του βουνού» έγινε φόβητρο και λόγω των πολιτικών δολοφονιών που οργάνωνε. Η ιδιαιτερότητα στην περίπτωση της Συρίας ήταν ότι αυτές δεν είχαν ως στόχο μόνο Σουνίτες (ή Φατιμίδες) αξιωματούχους, αλλά και χριστιανούς Σταυροφόρους. Η σχέση με τους τελευταίους ήταν ιδιαίτερη – αρχικά ο Σινάν θέλησε να συμμαχήσει μαζί τους, φοβούμενος μάλλον περισσότερο τον περίφημο Σουνίτη ηγέτη Σαλαντίν, τον οποίο προσπάθησε δύο φορές να δολοφονήσει. Μπορεί οι απόπειρες να μην είχαν επιτυχία, αλλά τελικά ο Σαλαντίν έκανε ειρήνη με τον Σινάν. Από τώρα και στο εξής οι Ισμαηλίτες ήταν εχθροί των Σταυροφόρων, λέγεται μάλιστα ότι αυτοί οργάνωσαν τις δολοφονίες σημαντικών Χριστιανών ηγετών της Ανατολής.  Αυτό άρχισε να κάνει την κοινότητα γνωστή και στη Δύση, η οποία υιοθέτησε από τους Σουνίτες τον αρνητικό χαρακτηρισμό «Ασασίνοι» – μαζί με πολλή από την εναντίον τους προπαγάνδα.

Επίλογος για μια νικημένη (;) κοινότητα

Στις αρχές του 13ου αιώνα, το «κράτος» του Αλαμούτ ήταν σε παρακμή. Ο διάδοχος του Μωάμεθ Β’, ο Χασάν Γ’, επανέφερε τη Σαρία, οδηγώντας μάλλον σε ιδεολογική σύγχυση, ενώ ο γιος του, Μωάμεθ Γ’, που κυβέρνησε μετά απ’ αυτόν ήταν μάλλον ψυχικά ασθενής – παρ’ όλα αυτά, ο λόγος του ήταν απαράβατος νόμος, αφού συνέχιζε να θεωρείται ως ο Ιμάμης. Σ’ αυτήν την κατάσταση, δεν είναι παράξενο που το φρούριο Αλαμούτ, που είχε επιβιώσει τόσες εχθρικές επιθέσεις, λύγισε τελικά μπροστά στους Μογγόλους το 1256. Μαζί του καταστράφηκε και η τελευταία μορφή ισμαηλιτικής κρατικής υπόστασης.

Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν έφερε και το τέλος των ισμαηλιτικών ιδεών, οι οποίες βρήκαν υπόγεια το δρόμο τους π.χ. και στο σουνιτικό σουφισμό. Ακόμα και η κοινότητα επιβίωσε κρυφά, και έκανε την επανεμφάνισή της μετά από κάποιο διάστημα στην Ινδία. Σήμερα έχει 15-30 εκατομμύρια οπαδούς ανά τον κόσμο (τους περισσότερους απ’ αυτούς στην ινδική χερσόνησο), ενώ ο ηγέτης της συνεχίζει τη γραμμή των Ιμάμηδων του Αλαμούτ ακόμα και μετά από μια περίπου χιλιετία. Πρόκειται πλέον για μια καθαρά φιλειρηνική κοινότητα, που δεν έχει καμία σχέση με δολοφονίες, πολιτικές ή μη.

Ο σημερινός Ιμάμης των Ισμαηλιτών, Σαχ Καρίμ αλ-Χουσάινι, περισσότερο γνωστός με τον τίτλο Αγά Χαν. Είναι βρετανός υπήκοος με ιρανική καταγωγή - η οποία ανάγεται στον ηγέτη του Αλαμούτ Χασάν Β'. http://edition.cnn.com/2008/US/04/15/aga.khan/

Ο σημερινός Ιμάμης των Ισμαηλιτών, Σαχ Καρίμ αλ-Χουσάινι, περισσότερο γνωστός με τον τίτλο Αγά Χαν. Είναι βρετανός υπήκοος με ιρανική καταγωγή – η οποία ανάγεται στον ηγέτη του Αλαμούτ Χασάν Β’. Πηγή εικόνας

Είναι άρα μάλλον αστείο που μερικοί, βλέποντας τη σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία, προσπάθησαν να τη συνδέσουν με την παράδοση των Ασασίνων – αποδεικνύοντας τάχα πως υπάρχει μια συνέχεια τρομοκρατίας εντός του Ισλάμ. Κατ’ αρχήν, μάλλον κανένας Σουνίτης ισλαμιστής τρομοκράτης, ακόμα και δωδεκατιστής Σιίτης, δεν θα ήθελε να έχει οποιαδήποτε σχέση με μια ομάδα τόσο αιρετική όπως οι Νιζάρι-Ισμαηλίτες, που έφτασε μέχρι τη δημόσια αποκήρυξη του ιερού ισλαμικού νόμου. Επίσης, η ισμαηλίτικη πρακτική των πολύ στοχευμένων πολιτικών δολοφονιών περισσότερο θυμίζει τους Ρώσους Ναρόντνικους, παρά τις σημερινές βομβιστικές επιθέσεις ομάδων όπως η Αλ Κάιντα.

Πιο ενδιαφέρουσα όμως είναι η περίπτωση των Ισμαηλιτών του Αλαμούτ ως ένα δείγμα της ανάμειξης πολλών διανοητικών ρευμάτων της περιοχής, από την ισλαμική σιιτική παράδοση μέχρι την ελληνιστική φιλοσοφία – η τελευταία ήταν, ας μην το ξεχνάμε, ακόμα πολύ ζωντανή τότε. Αυτά τα ρεύματα ενώθηκαν σε ένα θρησκευτικό κίνημα με μυστικιστικό αλλά και επαναστατικό χαρακτήρα, που αμφισβητούσε το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα της εποχής. Αυτοί ήταν με λίγα λόγια οι Νιζάρι-Ισμαηλίτες – ή οι Ασασίνοι, όπως τους αποκαλούσαν οι εχθροί τους.


Βιβλιογραφία:

Ο πολεμος του Λιβανου – Μερος Β’: Ξενες επεμβασεις

Κλασσικό

Μετά από δυο χρόνια πολέμου, ο Λίβανος δεν ήταν πια στις αρχές του 1977 ο ίδιος. Ο λιβανέζικος στρατός είχε διασπαστεί και το κράτος είχε περάσει σε δεύτερο ρόλο σε σχέση με τις διάφορες ένοπλες οργανώσεις. Ο συριακός στρατός ήταν μέσα στη χώρα. Η Βηρυτός είχε ουσιαστικά διχοτομηθεί. Από τη μια ήταν η Δυτική Βηρυτός, η οποία ελεγχόταν από το Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους: κατά πλειοψηφία ήταν μουσουλμανική, αλλά όχι απόλυτα, αφού μεγάλο ποσοστό των μελών των αριστερών οργανώσεων ήταν χριστιανικής καταγωγής. Από την άλλη, η Ανατολική Βηρυτός ήταν ελεγχόμενη από τη χριστιανική Δεξιά. Τις δύο πλευρές χώριζε η Πράσινη Γραμμή (αυτή δεν είναι «προνόμιο» της Λευκωσίας).

Η Πράσινη Γραμμή της Βηρυτού Πηγή: en.wikipedia.org

Η Πράσινη Γραμμή της Βηρυτού
Πηγή: en.wikipedia.org

Η συριακή επέμβαση είχε αλλάξει τα δεδομένα, κάνοντας την κατάσταση πιο περίπλοκη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η σύγκρουση φαινόταν σχετικά απλή και τα στρατόπεδα ξεκάθαρα: από τη μια ένα συντηρητικό δεξιό χριστιανικό μέτωπο με συμπάθειες από την αμερικανική κι ισραηλινή πλευρά, κι από την άλλη μια συμμαχία Αριστερών-Μουσουλμάνων-Παναραβιστών-Παλαιστινίων, η οποία είχε την εύνοια των θεωρούμενων ως προοδευτικών αντι-ιμπεριαλιστικών αραβικών καθεστώτων. Η στροφή όμως του συριακού καθεστώτος, το οποίο συγκαταλεγόταν στα τελευταία, προς τη λιβανέζικη Δεξιά, ήταν ουσιαστικά η αρχή της αποσύνθεσης αυτού του πολιτικού σκηνικού. Μέσα στα επόμενα χρόνια, τα στρατόπεδα θα άλλαζαν διαρκώς, σε σημείο που να μην ξέρει κάποιος ποιος είναι ο τελικά ο φίλος του και ποιος ο εχθρός.

Η ισραηλινή επέμβαση κι η άνοδος του Μπασίρ Τζεμαγέλ

Λίγους μόνο μήνες μετά τη σχετική ειρήνευση, η βία επανήλθε. Οι Παλαιστίνιοι κι ο Τζουμπλάτ δεν φαίνονταν πρόθυμοι να συμβιβαστούν με τη συριακή κατοχή και την επαναφορά στο προπολεμικό καθεστώς. Συγκρούσεις Παλαιστινίων και χριστιανικής Δεξιάς ξέσπασαν στο Νότιο Λίβανο. Ταυτόχρονα όμως, η δράση των παλαιστινιακών ένοπλων ομάδων τους αποξένωσε ακόμα και από τον σιιτικό πληθυσμό του Νότου, που έπρεπε να υπομένει τα ισραηλινά αντίποινα.

Η στάση της Συρίας άλλαξε ακόμα μια φορά κι έγινε λιγότερο ευνοϊκή προς τη Δεξιά. Αυτό όμως είχε σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω προσέγγιση του Ισραήλ με τη Φάλαγγα, ως αντίδραση. Στην τελευταία κυριαρχούσε τώρα ο γιος του ιδρυτή Πιέρ Τζεμαγέλ, ο Μπασίρ, γνωστός για την αδιαλλαξία και το σκληρό του χαρακτήρα.

Ο Μπασίρ Τζεμαγέλ  Πηγή: yallamusic.files.wordpress.com

Ο Μπασίρ Τζεμαγέλ
Πηγή: yallamusic.files.wordpress.com

Τρεις πολιτικές δολοφονίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πορεία των πραγμάτων. Το 1977 σκοτώθηκε ο χαρισματικός Καμάλ Τζουμπλάτ, πράγμα που μάλλον οδήγησε σταδιακά στην αποδυνάμωση της Αριστεράς. Έπειτα, το ’78 εξαφανίστηκε ο Σιίτης ηγέτης της Αμάλ, Μούσα αλ Σάντρ, στη διάρκεια ταξιδιού του στη Λιβύη, με υποψίες για παλαιστινιακή ανάμιξη. Αυτό μάλλον συνέτεινε στην επιδείνωση των σχέσεων Σιιτών και Παλαιστινίων, οι οποίες ήταν ήδη επιβαρυμένες, όπως είδαμε πριν. Και τέλος, το ’79 δολοφονήθηκε ο Αμπού Χασάν, ο έμπιστος του Αραφάτ που έπαιζε το ρόλο συνδέσμου ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και τους Φαλαγγίτες. Μετά απ’ αυτό, εντάθηκε η προσέγγιση της Φάλαγγας με το Ισραήλ.

Το 1978 το Ισραήλ εισέβαλε για πρώτη φορά στο Νότιο Λίβανο, με σκοπό να εκδιώξει τους Παλαιστίνιους μαχητές και να δημιουργήσει μια ζώνη ασφαλείας. Ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε μετά από λίγο, φρόντισε όμως να αφήσει τον έλεγχο της περιοχής σε μια νεοσυσταθείσα δύναμη: τον Νοτιο-Λιβανέζικο Στρατό υπό την ηγεσία του Σαάντ Χαντάντ, ο οποίος συνέχισε την καταδίωξη των Παλαιστινίων και συνεργάστηκε απροκάλυπτα με το Ισραήλ. Αυτό φυσικά ευνόησε και τον άλλο σύμμαχο του Ισραήλ στον Λίβανο, δηλαδή τη Φάλαγγα και τον Μπασίρ Τζεμαγέλ.

Ο Σαάντ Χαντάντ, αρχηγός του Νότιο-Λιβανέζικου Στρατού. Μετά την οριστική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού το 2000 από το Νότιο Λίβανο, τα μέλη του στρατού θεωρήθηκαν προδότες και καταδιώχθηκαν. Πολλοί κατέφυγαν και ζουν μέχρι σήμερα στο Ισραήλ. Πηγή: histoiremilitairedumoyenorient.wordpress.com

Ο Σαάντ Χαντάντ, αρχηγός του Νότιο-Λιβανέζικου Στρατού. Μετά την οριστική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού το 2000 από το Νότιο Λίβανο, τα μέλη του στρατού θεωρήθηκαν προδότες και καταδιώχθηκαν. Πολλοί κατέφυγαν και ζουν μέχρι σήμερα στο Ισραήλ.
Πηγή: histoiremilitairedumoyenorient.wordpress.com

Ήδη από το 1978 η Φάλαγγα είχε μετακινήσει την επιθετικότητά της όχι μόνο προς την Αριστερά, τους Παλαιστινίους και τη Συρία, αλλά κι ενάντια στις άλλες πρώην σύμμαχες μαρωνιτικές οργανώσεις. Εξόντωσε σχεδόν ολόκληρη την ομάδα του πρώην προέδρου Φραντζίγιε, ο οποίος κρατούσε πιο φιλο-συριακή στάση. Το 1980 επιτέθηκε και νίκησε και την άλλη σημαντική μαρωνίτικη δύναμη, αυτήν του Ντάνι Σαμούν, γιου του άλλου πρώην προέδρου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όλες οι μαρωνιτικές δυνάμεις ενώθηκαν υπό την κυριαρχία της Φάλαγγας και με τον νέο τίτλο «Λιβανέζικες Δυνάμεις«. Κι ο Μπασίρ Τζεμαγέλ ένιωθε ότι άνοιγε ο δρόμος για την απόλυτη εξουσία.

Το 1982 έγινε τελικά αυτό που πολλοί περιμένανε και ο Τζεμαγέλ προσδοκούσε. Ο ισραηλινός στρατός, υπό την ηγεσία του Αριέλ Σαρόν, εισέβαλε για δεύτερη φορά στον Λίβανο – αυτή τη φορά όμως για να μείνει. Και δεν σταμάτησε όπως την τελευταία φορά λίγο μακριά από τα σύνορα, όσο χρειαζότανε δηλαδή για να εγγυηθεί την ασφάλεια του Ισραήλ από παλαιστινιακές επιθέσεις. Αντίθετα, προς έκπληξη πολλών, συνέχισε την προέλαση του μέχρι την πρωτεύουσα. Ήταν φανερό ότι στόχος ήταν ο ίδιος ο Γιασέρ Αραφάτ: για το Ισραήλ, αυτή ήταν η ολοκληρωτική μάχη με την ΟΑΠ (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης), η οποία είχε γίνει υπερβολικά δυνατή κι επικίνδυνη.

Μετά από δύο μήνες σκληρής πολιορκίας και βομβαρδισμών της Δυτικής Βηρυτού, η αντίσταση των Παλαιστίνιων κάμφθηκε. Ο Αραφάτ μαζί με την ηγεσία της ΟΑΠ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Λίβανο – παρεμπιπτόντως, με πρώτο ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα (για να θυμόμαστε ότι υπήρχαν και τέτοιες εποχές). Κι ο Μπασίρ Τζεμαγέλ πέτυχε τελικά το στόχο του: έφτασε ως το προεδρικό αξίωμα, πατώντας όμως πάνω στα ισραηλινά άρματα. Δεν πρόλαβε να χαρεί την επιτυχία του: δολοφονήθηκε τον Σεπτέμβρη του ’82, πριν ακόμα ορκιστεί.

Η ισραηλινή κατοχή της Βυρητού – Σάμπρα και Σατίλα

Μετά τη δολοφονία του Τζεμαγέλ, ο ισραηλινός στρατός εισήλθε μέσα στη Δυτική Βηρυτό. Κι έτσι για πρώτη – και τελευταία μέχρι στιγμής – φορά στην ιστορία του, βρέθηκε να κατέχει μια αραβική πρωτεύουσα. Το σοκ ήταν μεγάλο, δεν έμεινε όμως χωρίς αντίδραση. Σχεδόν άμεσα ιδρύθηκε το Μέτωπο Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης (γνωστό από τα αραβικά αρχικά του ως «Τζαμούλ«), κυρίως από τα κομμουνιστικά κι άλλα αριστερά κόμματα, οργανώνοντας επιθέσεις στα ισραηλινά στρατεύματα και κάνοντας το κόστος της κατοχής μεγάλο.

Ο Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης. Πηγή: www.alkalimaonline.com

Ο (Μαρωνίτης) Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης του Τζαμούλ.
Πηγή: http://www.alkalimaonline.com

Τελικά, ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από τη Δυτική Βηρυτό μετά από μερικές μόνο μέρες. Θα υποχωρούσε σταδιακά μέχρι την περιοχή του Νότιου Λιβάνου κοντά στα σύνορα του Ισραήλ, την οποία έμελλε να κατέχει για ακόμα 18 χρόνια. Πριν φύγει όμως, ο ισραηλινός στρατός θα συνδεόταν με μια από τις πιο μεγάλες σφαγές σε ολόκληρη την ιστορία του λιβανέζικου εμφυλίου.

Στις 16.9.82, δύο μόλις μέρες μετά τη δολοφονία του Μπασίρ Τζεμαγέλ, Φαλαγγίτες εξοργισμένοι για το φόνο του αρχηγού τους μπήκαν στις συνοικίες Σάμπρα και Σατίλα (η δεύτερη είναι παλαιστινιακός καταυλισμός), με την άδεια του ισραηλινού στρατού, υποτίθεται για την εξουδετέρωση κάποιων εναπομείναντων Παλαιστίνιων μαχητών. Θα μείνουν εκεί δυο μέρες, οργανώνοντας ένα πραγματικό όργιο βίας. Ο απολογισμός: 1400 – 2000 νεκροί (ανάμεσά τους πολλά γυναικόπαιδα και γέροι), καθώς και μαζικοί βιασμοί. Ο ισραηλινός στρατός, ο οποίος ακόμα κατείχε τότε τη Βηρυτό, έμεινε απ’ έξω παρακολουθώντας τη σφαγή, αναλαμβάνοντας κιόλας κατά παράκληση των Φαλαγγιτών τον νυχτερινό φωτισμό με φωτοβολίδες.

Εικόνες μετά τη σφαγή στη Σάμπρα και Σατίλα. Πηγή: www.independent.co.uk

Εικόνες από τη Σάμπρα και Σατίλα.
Πηγή: http://www.independent.co.uk

Η σφαγή και η αδιαφορία ή συνενοχή του ισραηλινού στρατού προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή, ακόμα και μέσα στο ίδιο το Ισραήλ. Η επιτροπή που συστάθηκε εκεί για να εξετάσει το γεγονός, απέδωσε ευθύνες στο στρατό για την απραξία του. Ο τότε υπουργός Άμυνας Αριέλ Σαρόν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση – για να επανέλθει 18 χρόνια μετά ως πρωθυπουργός. Στον ίδιο τον Λίβανο πάντως, κανείς δεν τιμωρήθηκε ποτέ σε σχέση με τα γεγονότα. Ο πιθανός ηγέτης των δραστών θα γινόταν μάλιστα και υπουργός, μετά το τέλος του πολέμου.

Η διεθνοποίηση του πολέμου κι η επικράτηση της Συρίας

Στη σκιά των σφαγών της Σαμπρά και Σατίλα, ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από τη Βηρυτό και μια διεθνής δύναμη, στην οποία συμμετείχαν ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ιταλία, έφτασε στη χώρα. Ο Αμίν Τζεμαγέλ, αδελφός του Μπασίρ, ανέλαβε την προεδρία αντί αυτού, ενώ ο επίσημος Λιβανέζικος Στρατός επέστρεψε μετά από χρόνια στη Δυτική Βηρυτό. Ξεκίνησαν συνομιλίες για να συμφωνηθεί μια ισραηλινή (και συριακή) αποχώρηση. Για μια ακόμα φορά, κάποιοι πίστεψαν ότι ο πόλεμος έφτανε στο τέλος του.

Δεν άργησαν να διαψευστούν κι αυτές οι ελπίδες. Ο Λιβανέζικος Στρατός άρχισε να συλλαμβάνει κόσμο και γενικά η μαρωνίτικη Δεξιά να συμπεριφέρεται ως νικήτρια του πολέμου. Πολλοί αντιπολιτευόμενοι εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνη, αυξάνοντας πάλι την ένταση. Στο νότιο μέρος της οροσειράς του Λιβάνου και στα βουνά Σουφ ξέσπασαν πάλι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα σε Δρούζους και Μαρωνίτες: οι πρώτοι στηρίχτηκαν από τις δυνάμεις του Εθνικού Κινήματος και τη Συρία, ενώ οι δεύτεροι από τον Λιβανέζικο Στρατό. Οι Δρούζοι επικράτησαν σ’ αυτόν τον Πόλεμο του Βουνού (όπως ονομάστηκε), ο οποίος τελείωσε με μια ακόμα μεγάλη σφαγή αμάχων, αυτήν τη φορά Χριστιανών.

Η παρέμβαση της διεθνούς δύναμης υπέρ του Λιβανέζικου Στρατού, την έκανε και αυτή στα μάτια πολλών μέρος της σύγκρουσης και άρα και νόμιμο στόχο. Μια σειρά από επιθέσεις άφησε εκατοντάδες Αμερικάνους και Γάλλους νεκρούς, στρατιωτικούς και μη. Οι συνομιλίες για αποχώρηση του ισραηλινού στρατού κατέληξαν μεν σε μια συμφωνία Ισραήλ-Λιβάνου, η οποία ήταν όμως ουσιαστικά μη εφαρμόσιμη, ιδιαίτερα αφού δεν έγινε δεκτή από τη Συρία – υπέρ της οποίας τάχθηκε πλέον πολύ πιο ενεργά κι η ΕΣΣΔ, βοηθώντας στον επανεξοπλισμό της. Ήταν φανερό ότι οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν να αφήσουν τους Αμερικάνους να περάσουν από τον Λίβανο χωρίς πληγές (ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι μιλάμε για την εποχή του πολέμου στο Αφγανιστάν).

Βόμβα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία στη Βηρυτό, 1983. Πηγή: en.wikipedia.org

Βόμβα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία στη Βηρυτό, 1983.
Πηγή: en.wikipedia.org

Το Φλεβάρη του ’84, οι φιλοσυριακές δυνάμεις ξεκίνησαν εξέγερση στη Δυτική Βηρυτό. Τον κυρίαρχο ρόλο έπαιξε τώρα η Αμάλ, η οποία γινόταν όλο και πιο πολύ ο κύριος σύμμαχος της Συρίας μέσα στο Λίβανο. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέτυχαν μια σπουδαία νίκη ενάντια στο Λιβανέζικο Στρατό, ο οποίος μπήκε ξανά στο περιθώριο. Η διεθνής δύναμη αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ήταν μια σημαντική νίκη για τη Συρία, η οποία ουσιαστικά έθεσε πλέον υπό τον έλεγχο της τα πιο σημαντικά κομμάτια του Λιβάνου, ενώ το Ισραήλ έλεγχε τη νότια περιοχή κοντά στα σύνορά του. Αυτός ο συνδυασμός έμελλε να κρατήσει για πολλά χρόνια και να επιβιώσει και μετά το τέλος του εμφυλίου.

Εν τω μεταξύ, η Συρία πέτυχε μια νίκη και σε ένα άλλο μέτωπο: αυτό εναντίον του Αραφάτ. Η παλιά δύσκολη συμμαχία Άσαντ-Αραφάτ είχε γίνει πλέον ανοικτή έχθρα και οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν βίαια στο βόρειο Λίβανο. Ένα μέρος των Παλαιστινίων εκφράστηκε υπέρ της Συρίας και πολέμησε ενάντια στον πρώην ηγέτη του. Ο Αραφάτ επέστρεψε στο Λίβανο για να διευθύνει τη μάχη – μετά την ήττα του έφυγε ξανά, αυτήν τη φορά οριστικά. Και μαζί μ’ αυτόν εξαφανίστηκε σταδιακά και η παλαιστινιακή επιρροή στο Λίβανο, η οποία είχε υπάρξει τόσο καθοριστική στα πρώτα χρόνια του εμφυλίου.

Πολυδιάσπαση υπό μια Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας

Ήδη από τις αρχές του ’84, η Βηρυτός είχε διασπαστεί ξανά, αφού οι παλιές δυνάμεις του Εθνικού Κινήματος (Κομμουνιστές, Τζουμπλάτ, Νασερικοί, μαζί με την πολύ πιο δυναμική πλέον Αμάλ) πήραν ξανά τον έλεγχο του δυτικού της τμήματος. Δεν έλειψαν πάντως και οι προσπάθειες συνεννόησης. Σχηματίστηκε μάλιστα και μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με τη συμμετοχή προσώπων απ’ όλες τις παρατάξεις. Χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησαν και τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ τους: χαρακτηριστική γι’ αυτήν τη σουρεαλιστική κατάσταση ήταν η φράση του (ακόμα πρόεδρου) Αμίν Τζεμαγέλ «οι υπουργοί μου με βομβαρδίζουν», πράγμα που συνέβαινε περίπου κυριολεκτικά.

Ταυτόχρονα όμως, ξεκίνησαν και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις εντός των δύο στρατοπέδων. Η Αμάλ συμμάχησε π.χ. με τον Ουαλίντ Τζουμπλάτ για να επιτεθούν στο νασερικό Μουραμπιτούν, ενώ λίγο αργότερα συγκρούστηκαν και μεταξύ τους. Από την άλλη πλευρά, ένοπλες συγκρούσεις υπήρχαν και ανάμεσα σε διάφορες ομάδες της χριστιανικής Δεξιάς. Στην ουσία, ο Λίβανος διασπάστηκε σε πολλές μικρές περιοχές υπό τον έλεγχο ένοπλων ομάδων, οι οποίες λειτουργούσαν περίπου και σαν τοπικές κυβερνήσεις, συλλέγοντας φόρους κι εφαρμόζοντας αυθαίρετα δικαιοσύνη. Σε κάποιο βαθμό, αυτοί οι ένοπλοι είχαν γίνει ανεξέλεγκτοι, ακόμα κι από τη διοίκησή τους.

Ο Αμίν Τζεμαγέλ (αριστερά) με το Σαμίρ Ζαζά (δεξιά). Πηγή: histoiredesforceslibanaises.files.wordpress.com

Ο Αμίν Τζεμαγέλ (στο κέντρο) με το Σαμίρ Ζάζα (δεξιά) – δύο από τους ηγέτες της χριστιανικής Δεξιάς, οι οποίοι άλλοτε συμμαχούσαν και άλλοτε συγκρούονταν.
Πηγή: histoiredesforceslibanaises.files.wordpress.com

Η εμφάνιση του ισλαμισμού

Πριν απ’ τον πόλεμο, η επιρροή των ισλαμιστικών κινημάτων στο Λίβανο ήταν από μικρή ως ασήμαντη. Ήδη όμως από το 1982 είχε εμφανιστεί στη συντηρητική σουνιτική Τρίπολη η ισλαμιστικής κατεύθυνσης οργάνωση Ταχβίντ, συμμετέχοντας και ένοπλα στον εμφύλιο. Η Τρίπολη παραμένει μέχρι σήμερα το λιβανέζικο κέντρο του σουνιτικού ισλαμισμού.

Πολύ πιο σημαντικός στην πολιτική σκηνή του Λιβάνου έμελλε ν’ αποδειχτεί ο σιιτικός ισλαμισμός. Ήδη η Αμάλ της εποχής του Μούσα αλ-Σαντρ είχε κάποιες ισλαμιστικές τάσεις, μετά την εξαφάνισή του όμως το ’78 η οργάνωση κινήθηκε σε μάλλον κοσμική κατεύθυνση. Αυτό δεν έμεινε χωρίς αντίδραση στη σιιτική κοινότητα, η οποία εκτός από τον παραδοσιακό αποκλεισμό της από το λιβανέζικο πολιτικό κι οικονομικό σύστημα, είχε από τις αρχές της δεκαετίες του ’80 ν’ αντιμετωπίσει και τη σκληρή ισραηλινή κατοχή. Η τελευταία οδήγησε σε μια μαζική προσφυγοποίηση Σιιτών με κατεύθυνση τα φτωχά προάστια της Βηρυτού, δημιουργώντας έτσι και τις κατάλληλες συνθήκες για την εξάπλωση ισλαμιστικών κινημάτων.

Σαν έκφραση αυτής της τάσης δημιουργήθηκε η Χεζμπολάχ («Κόμμα του Θεού»). Η οργάνωση είχε σαν πρότυπό της την ακόμα πολύ νεαρή τότε Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, η οποία ήταν και ο κύριος χρηματοδότης της. Μέχρι τότε, η Αμάλ μονοπωλούσε σχεδόν την εκπροσώπηση των Σιιτών. Πολλά μέλη της όμως προσχώρησαν στη νεοσύστατη Χεζμπολάχ, διασπώντας έτσι και τον σιιτικό πληθυσμό.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού. Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ. Οι δύο νεαροί άντρες είναι πιθανόν μάρτυρες της οργάνωσης.

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού (2011). Πάνω δεξιά ο αρχηγός Χασάν Νασράλαχ.

Η Χεζμπολάχ επικέντρωσε τη δραστηριότητά της από την αρχή εναντίον της ισραηλινής κατοχής στο Νότιο Λίβανο: μια πολιτικά έξυπνη κίνηση, η οποία, μαζί με τις κοινωνικές παροχές που προσέφερε, αύξησε πολύ τη δημοφιλία της. Η Χεζμπολάχ πήρε τα ηνία σ’ αυτόν τον τομέα από την αριστερή Τζαμούλ και σταδιακά συνέδεσε αυτή το όνομα της με την αντι-ισραηλινή Αντίσταση.

Ο πόλεμος των καταυλισμών και η ενδοσιιτική σύγκρουση

Ήδη αναφέρθηκε η έχθρα μεταξύ Συρίας κι Αραφάτ, η οποία είχε εξελιχθεί και σε ανοικτή σύγκρουση. Η Αμάλ, ως ο πιο πιστός σύμμαχος της Συρίας, μετέφερε αυτήν τη σύγκρουση και στον κεντρικό και νότιο Λίβανο. Το 1985 επιτέθηκε στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς, στους οποίους η ΟΑΠ είχε ακόμα σημαντική επιρροή. Ο πόλεμος αυτός θα ονομαζόταν «Πόλεμος των Καταυλισμών» και θα κρατούσε τρία χρόνια, αφήνοντας και αυτός πολλές πληγές πίσω του.

Η Αμάλ ήθελε ουσιαστικά να εκκαθαρίσει το Λίβανο από κάθε επιρροή του Αραφάτ. Σ’ αυτόν τον πόλεμο είχε σύμμαχους όχι μόνο τον συριακό στρατό, αλλά και κάποιους φιλο-σύριους Παλαιστίνιους, που, όπως είπαμε πριν, είχαν ήδη διασπαστεί από την ΟΑΠ. Τελικά η Αμάλ πέτυχε να εκδιώξει την ΟΑΠ από τους καταυλισμούς μέσα ή κοντά στη Βηρυτό, όχι όμως κι απ’ αυτούς στο Νότο.

Από τον Πόλεμο των Καταυλισμών Πηγή: news.bbc.co.uk

Από τον Πόλεμο των Καταυλισμών
Πηγή: news.bbc.co.uk

Ταυτόχρονα όμως η Αμάλ αναμίχθηκε και σε μια άλλη άγρια σύγκρουση, που ήταν ακόμα πιο αδελφοκτόνα: αυτήν εναντίον της Χεζμπολάχ. Σήμερα μπορεί οι δύο σιιτικές οργανώσεις, οι οποίες έχουν περίπου κοινή προέλευση, να είναι πάλι στενοί σύμμαχοι, δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Ουσιαστικά μέσω της Αμάλ και της Χεζμπολάχ συγκρούονταν η Συρία και το Ιράν αντίστοιχα, που τότε δεν είχαν ακόμα τη στενή σχέση που έχουν σήμερα. Οι δύο οργανώσεις ήθελαν τον πλήρη έλεγχο των σιιτικών περιοχών, η κάθε μια για λογαριασμό της. Κάποιες διαδηλώσεις γυναικών με σκοπό να σταματήσει αυτή η σφαγή Σιιτών εναντίων Σιιτών, έγιναν οι ίδιες στόχος πυροβολισμών. Αυτή η ενδοσιιτική σύγκρουση θα κρατούσε μέχρι το τέλος του πολέμου.


Μετά από πάνω από μια δεκαετία καταστροφικών μαχών και ξένων επεμβάσεων, η κατάσταση στο Λίβανο είχε γίνει ακόμα πιο περίπλοκη απ’ ό,τι στην αρχή. Η σύγκρουση που ήταν στη ρίζα του πολέμου (Μουσουλμάνοι, Παλαιστίνιοι και Αριστερά εναντίον χριστιανικής Δεξιάς) είχε αρχίζει να ξεθωριάζει. Έδωσε όμως, όπως είδαμε, τη θέση της σε άλλες συγκρούσεις, όχι λιγότερο άγριες. Μέσα σ’ αυτό το χάος, ξεχώρισε η επιρροή της Συρίας: ο ρόλος της στο Λίβανο ήταν το κλειδί για τη συνέχιση ή το τέλος του πολέμου, όπως έμελλε να φανεί στα επόμενα χρόνια.


Σχετικά επεισόδια του ντοκυμαντέρ «ο πόλεμος του Λιβάνου»

Βιβλιογραφία:

  • A. Nizar Hamzeh (1997): Islamism in Lebanon – A Guide. (σύνδεσμος)
  • Haim Shaked & Daniel Dishon (eds.) (1986): Middle East Contemporary Survey – Volume VIII, 1983-84 (σύνδεσμος)
  • Mehmet Gurses: The Lebanese Civil War, 1975-78.
  • Sune Haugbolle (2011): The historiography and the memory of the Lebanese civil war (σύνδεσμος)
  • Hassan Krayem: The Lebanese Civil War and the Taif Agreement (σύνδεσμος)
  • Samir Makdisi & Richard Sadaka (2003): The Lebanese Civil War, 1975-1990. (σύνδεσμος)