Συγκρουσεις θρησκευτικων ταυτοτητων;

Κλασσικό

Όποιος παρακολουθεί στις μέρες μας τις ειδήσεις ή τις συζητήσεις για τη Μέση Ανατολή σε αγγλόφωνα μέσα, θα ακούσει συχνά όρους όπως «sectarianism», «sectarian divide», «sectarian violence» κ.λ.π. O αντίστοιχος όρος στα αραβικά είναι ταϊφίγια. Στα ελληνικά, μπορεί να μεταφραστεί ίσως ως «σεκταρισμός», αν και δεν πρέπει φυσικά να τον μπερδεύουμε με τον ιδεολογικό σεχταρισμό: το θέμα είναι οι (εθνο-)θρησκευτικοί διαχωρισμοί. 

Ο διαχωρισμός του πληθυσμού με βάση θρησκευτικές ταυτότητες δεν είναι φυσικά κάτι νέο στη Μέση Ανατολή. Τον ξέρουμε εξάλλου και από τις υπόλοιπες (μετα-)οθωμανικές κοινωνίες – και όχι μόνο. Πολλοί όμως περίμεναν ότι η κοινωνική πρόοδος θα έκανε τέτοιους διαχωρισμούς να μοιάζουν ξεπερασμένοι. Αντί για αυτό, βρεθήκαμε στον 21ο αιώνα στο σημείο αυτοί να θεωρούνται από πολλούς ως ο πιο κρίσιμος παράγοντας για το μέλλον της περιοχής: από το Ιράκ, τη Συρία και το Λίβανο μέχρι την Υεμένη, τη Σαουδική Αραβία ή το Μπαχρέιν. Ο φόβος για τον «σεκταρισμό» είναι τόσο μεγάλος, ώστε να επισκιάζει άλλα προβλήματα της περιοχής, που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να είναι πρώτης προτεραιότητας: π.χ. η λειψυδρία, η ερημοποίηση, το δημογραφικό ή η μεγάλη ανισοκατανομή του πλούτου.

Δεν λείπει βέβαια και ο αντίλογος, από πρόσωπα όπως π.χ. ο Ουσάμα Μακντίσι, ο Ναντέρ Χασέμι ή ο Ντάνυ Πόστελ. Η επιμονή στον «σεκταρισμό» για να εξηγήσει κάποιος όλα τα ζητήματα της Μέσης Ανατολής κατηγορείται ως μια μορφή οριενταλισμού, αφού αντίστοιχες μορφές διαχωρισμού, είτε αυτές βασίζονται στη θρησκεία είτε όχι, υπάρχουν και σε άλλες περιοχές του κόσμου (μεταξύ άλλων και στις ΗΠΑ π.χ. ανάμεσα σε Λευκούς, Αφροαμερικανούς ή Λατίνους). Εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοήσει κάποιος και τον ρόλο της Δύσης στη διαμόρφωση ή και μεγέθυνση του συγκεκριμένου διαχωρισμού στη Μέση Ανατολή. 

Κανείς φυσικά δεν αρνείται ότι οι θρησκευτικές-κοινοτικές ταυτότητες παίζουν ρόλο στις σημερινές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή – αλλά ούτε κανείς μπορεί να ισχυριστεί ότι καθορίζουν τα πάντα. Αυτό γίνεται φανερό παίρνοντας για παράδειγμα το ίσως πιο καυτό ζήτημα σήμερα στην περιοχή: τον πόλεμο στη Συρία. Μπορεί όντως η πλειοψηφία των Αλαουιτών, αλλά και των άλλων μειονοτικών κοινοτήτων (Χριστιανοί, Δρούζοι, Ισμαηλίτες, Δωδεκατιστές Σιίτες), να στηρίζει ή να ανέχεται το καθεστώς Άσαντ, ενώ αντίθετα η ένοπλη αντιπολίτευση είναι πλέον σχεδόν αποκλειστικά σουνιτική. Παράλληλα όμως, ο Άσαντ διατηρεί (τουλάχιστον) και την ανοχή μεγάλης μερίδας της σουνιτικής οικονομικής ελίτ στις πόλεις, ενώ δεν λείπουν οι Σουνίτες από σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Εξάλλου, ένα μεγάλο μέρος των εσωτερικών προσφύγων που μετακινήθηκαν από τις περιοχές των ανταρτών σε αυτές που ακόμα ελέγχει ο Άσαντ είναι Σουνίτες και η πλειοψηφία του πληθυσμού εκεί παραμένει σουνιτική. Και αν όντως το βαθύτερο πρόβλημα στη Μέση Ανατολή είναι οι θρησκευτικές διαιρέσεις, πως εξηγείται ότι η Λιβύη, ένα από τα πιο θρησκευτικά ομοιογενή κράτη στην περιοχή (97% του πληθυσμού είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι), βυθίστηκε και αυτή στον εμφύλιο πόλεμο;

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων στην περιοχή του Λεβάντε (δεν φαίνεται η σιιτική πλειοψηφία στο νότιο-κεντρικό Ιράκ).

Αναζητώντας τις ρίζες του «σεκταρισμού»

Η πιο εύκολη ερμηνεία της σημερινής κατάστασης είναι ότι πρόκειται για τη συνέχεια προαιώνιων εχθροτήτων: Μουσουλμάνων-Χριστιανών, Σουνιτών-Σιιτών κ.λ.π. Αν όμως τα πράγματα είναι τόσο απλά, γιατί τέτοιες συγκρούσεις δεν κυριαρχούσαν στην περιοχή πριν μερικές δεκαετίες; Ο διαχωρισμός σε θρησκευτικές κοινότητες υπήρχε φυσικά από τότε. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 όμως, ως η πιο σημαντική διχοτόμηση του αραβικού κόσμου θεωρούνταν αυτή ανάμεσα στα «προοδευτικά» (αδέσμευτα έως φιλοσοβιετικά) ρεπουμπλικανικά καθεστώτα και στις συντηρητικές (και φιλοδυτικές) μοναρχίες. Στην πρώτη ομάδα ξεχώριζε η Αίγυπτος του Νάσερ και στη δεύτερη η σαουδαραβική δυναστεία: δηλαδή Σουνίτες και από τις δύο πλευρές. Η διαφορά εκφραζόταν περισσότερο με ιδεολογικούς παρά με «σεκταριστικούς» όρους.

Ο διαχωρισμός Σουνιτών-Σιιτών μάλλον σπάνια θεωρούνταν πολιτικά σημαντικός και πολλοί στον κόσμο ίσως δεν τον γνώριζαν καν. Για να φτάσουμε από εκεί στη σημερινή κατάσταση, έπρεπε να μεσολαβήσουν κάποια συνταρακτικά γεγονότα. Το πρώτο, κατά τη γνώμη πολλών αναλυτών, ήταν η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979. Το ίδιο το καθεστώς του Χομεϊνί μπορεί να μην έβλεπε απαραίτητα τον εαυτό του ως εκπρόσωπο ενός σιιτικού σεκταρισμού. Αντίθετα, προωθούσε έναν αντιιμπεριαλιστικό λόγο που απευθυνόταν σε όλους τους Μουσουλμάνους. Ακριβώς όμως αυτή η ρητορική «εξαγωγής» της Επανάστασης δεν μπορούσε παρά να ανησυχήσει τα γειτονικά εύπορα και φιλοδυτικά καθεστώτα των χωρών του Κόλπου. Ο συνδυασμός Ισλάμ, επαναστατικότητας και αντιιμπεριαλισμού τους φαινόταν ως ένας μεγάλος κίνδυνος – και μάλλον δεν είχαν άδικο. Αφού μια ισλαμική επανάσταση μπορεί να ανατρέψει μια φιλοδυτική μοναρχία όπως αυτή του Σάχη στο Ιράν, γιατί να μην ανατραπεί με παρόμοιο τρόπο π.χ. και η σαουδική μοναρχία; Η κατάληψη του Μεγάλου Τζαμιού της Μέκκας από εξτρεμιστές ισλαμιστές στα τέλη του 1979 έμοιαζε να επιβεβαιώνει αυτούς τους φόβους.

Το ότι αυτή η επικίνδυνη ρητορική προερχόταν από μια σιιτική χώρα (και επιπλέον μη αραβική), ήταν επόμενο να χρησιμοποιηθεί από σουνιτικά καθεστώτα ως γραμμή άμυνας απέναντί της. Η Σαουδική Αραβία αποφάσισε να αγωνιστεί ενάντια στη «σιιτική» (βλέπε ιρανική) επιρροή, προωθώντας την ιδέα ότι οι Σιίτες είναι επικίνδυνοι αιρετικοί – ή ακόμα και μη πραγματικοί Μουσουλμάνοι. Από την άλλη, το νέο ιρανικό καθεστώς, αντιμετωπίζοντας έναν εχθρικό περίγυρο, ήθελε να ενισχύσει φιλικές ομάδες στις γειτονικές χώρες. Οι περισσότερες ομάδες που ήταν πρόθυμες να συνεργαστούν μαζί του ήταν, αναμενόμενα, σιιτικές (αν και με εξαιρέσεις: η πιο γνωστή είναι η σουνιτική παλαιστινιακή Χαμάς). Η ένταση ανάμεσα σε Ιράν και Σαουδική Αραβία, εξελίχθηκε έτσι περίπου μοιραία σε σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών – ακόμα και αν ουσιαστικά ήταν περισσότερο γεωπολιτική παρά θρησκευτική. 

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού το 2011 (πάνω δεξιά ο ηγέτης Χασάν Νασράλαχ). Η σιιτική οργάνωση δημιουργήθηκε με τη βοήθεια του Ιράν στη δεκαετία του ’80, κατά τη διάρκεια του λιβανέζικου εμφυλίου πολέμου.

Κατά τη δεκαετία του ’90, η ένταση στις σαουδο-ιρανικές σχέσεις υποχώρησε κάπως. Με τον νέο αιώνα όμως, ήρθε το δεύτερο μεγάλο γεγονός: η αμερικάνικη εισβολή στο Ιράκ το 2003. Το καθεστώς του Σαντάμ Χουσέιν, παρά την αναμφισβήτητη σκληρότητά του, ήταν σημαντικό μέρος μιας ισορροπίας στην περιοχή. Αφού διαταράχτηκε αυτή η ισορροπία, οι γειτονικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να μείνουν αμέτοχες. Για την Τεχεράνη, η κατάρρευση του καθεστώτος ήταν μια ευκαιρία για να σπάσει την περικύκλωσή της, φροντίζοντας να εξασφαλίσει την επιρροή της στο νέο Ιράκ – και ο πιο εύκολος τρόπος να το κάνει αυτό ήταν η στήριξη ντόπιων σιιτικών ομάδων.  Από την άλλη, η Σαουδική Αραβία και άλλες σουνιτικές δυνάμεις είδαν αυτές τις κινήσεις ως προσπάθεια δημιουργίας ενός «σιιτικού μισοφέγγαρου».

Η πατρότητα του όρου «Σιιτική Ημισέληνος» ανήκει στον βασιλιά Αμπντάλα Β’ της Ιορδανίας, ο οποίος περιέγραψε έτσι το 2004 τη σχηματιζόμενη ζώνη επιρροής του Ιράν, η οποία θα συμπεριελάμβανε πλέον όχι μόνο τη Συρία του Άσαντ και τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο, αλλά και το μετά-Σαντάμ Ιράκ. Σήμερα, οι χώρες του Κόλπου φοβούνται και την επέκταση της στην Υεμένη ή το Μπαχρέιν. Στην εικόνα πάνω, φαίνεται το ποσοστό των Σιιτών στον μουσουλμανικό πληθυσμό του κάθε κράτους.
Πηγή εικόνας

Το άνοιγμα του Ιράκ τόσο στην ιρανική επιρροή όσο και στην εισροή σουνιτικών τζιχαντιστικών ομάδων (μεταξύ αυτών και η Αλ Κάιντα, από την οποία μετεξελίχθηκε το γνωστό πλέον σήμερα Ισλαμικό Κράτος) επιτάχυνε τη «σεκταροποίηση» της πολιτικής ζωής. Τρία χρόνια μετά την αμερικανική εισβολή, το 2006, η χώρα βρισκόταν ήδη σε περίπου εμφυλιοπολεμική κατάσταση. Η αιματηρή σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών στο Ιράκ δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει τον τρόπο οι δυο κοινότητες έβλεπαν η μια την άλλη, σε όλο τον αραβικό κόσμο – και όχι μόνο.

Το μαυσωλείο Αλ-Ασκάρι στη Σαμάρα, ένας από τους ιερότερους τόπους του σιιτικού Ισλάμ, έγινε στόχος βομβιστικής επίθεσης το 2006 και μιας δεύτερης το 2007. Αν και δεν υπήρξαν νεκροί, η πρώτη επίθεση εξόργισε τη σιιτική κοινότητα και θεωρείται από πολλούς ως σημείο έναρξης της εμφύλιας σύρραξης που συντάραξε το Ιράκ μέχρι το 2008.
Πηγή εικόνας

Ο Ιορδανός Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι (1966-2006) ήταν ο ηγέτης του ιρακινού παραρτήματος της Αλ Κάιντα και γνωστός για ακραίες αντι-σιιτικές απόψεις. Θεωρείται ότι είχε σημαντική ευθύνη στο να κατευθυνθεί η σουνιτική τζιχαντιστική βία εναντίον των Σιιτών, σε σημείο που να τον επικρίνει ακόμα και η ανώτερη ηγεσία της Αλ Κάιντα. 
Πηγή εικόνας

Το τρίτο σημαντικό γεγονός ήταν το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης το 2011. Στα αρχικά της στάδια, πολλοί την έβλεπαν σαν το ξεπέρασμα των «σεκταριστικών» διαφορών. Η πρώτη εντύπωση που δόθηκε ήταν ότι οι νέοι στις αραβικές χώρες ενώθηκαν για να παλέψουν ενάντια στα καθεστώτα τους, ανεξαρτήτως θρησκείας, εθνικότητας ή ακόμα και ιδεολογίας. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες των Αιγυπτίων Χριστιανών που σχημάτιζαν κύκλο για να προστατεύσουν τους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους που προσεύχονταν, κατά τη διάρκεια των κοινών τους διαδηλώσεων.

Αυτή η ελπιδοφόρα εικόνα άλλαξε γρήγορα. Οι επιθέσεις εναντίον Χριστιανών στην Αίγυπτο, η κατάπνιξη της (κατηγορούμενης ως σιιτικής) εξέγερσης στο Μπαχρέιν με τη βοήθεια των γειτονικών σουνιτικών κρατών, η βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και τους σιίτες αντάρτες Χούθι στην Υεμένη, μα πάνω από όλα η τροπή που πήρε η εξέγερση στη Συρία, με την στρατιωτικοποίηση και τη «σουνιτοποίησή» της και κυρίως την εξάπλωση του ακραίου αντι-σιιτικού Ισλαμικού Κράτους: όλα αυτά δημιούργησαν την εντύπωση γενικευμένου πολέμου Σιιτών-Σουνιτών. Τόσο το Ιράν όσο και η Σαουδική Αραβία χρησιμοποίησαν διχαστική γλώσσα για να δικαιολογήσουν τη στήριξη σε φιλικά καθεστώτα που κινδύνευαν: το Ιράν παρουσίασε την αντιπολίτευση στον Άσαντ συνολικά ως φανατισμένους σουνίτες τρομοκράτες, ενώ η Σαουδική Αραβία είδε την εξέγερση στο Μπαχρέιν, όπως και αυτή των Χούθι, ως υποκινούμενες από το Ιράν και μέρος μιας γενικότερης σιιτικής συνωμοσίας.

Η εκτέλεση του δημοφιλή σιίτη κληρικού Νιμρ αλ Νιμρ (2016) στη Σαουδική Αραβία, γνωστού για τη δράση του για τα δικαιώματα της σιιτικής μειονότητας στη χώρα, προκάλεσε κύμα διαμαρτυριών σε όλη την περιοχή (όπως στο Ιράκ, βλέπε φωτογραφία) και ήταν ακόμα ένα από τα στοιχεία που ενίσχυσαν την εικόνα «σεκταριστικής σύγκρουσης».
Πηγή εικόνας

Σε μια εποχή που όλα είναι πάλι ρευστά και από τη στιγμή που οι εξεγέρσεις εξελίχθηκαν σε αιματηρή σύγκρουση, μάλλον δεν προκαλεί έκπληξη ότι πολλοί άνθρωποι προτίμησαν να περιχαρακωθούν στην ασφάλεια των κοινοτικών τους ταυτοτήτων. Εξάλλου, η υποβάθμιση των κρατικών υπηρεσιών και του κοινωνικού κράτους (μέρος της παγκόσμιας στροφής προς τον νεοφιλελευθερισμό) τους είχε οδηγήσει ήδη από τα προηγούμενα χρόνια στο να αναζητήσουν καταφύγιο στα ενδοκοινοτικά τους δίκτυα. Τελικά, φάνηκε ότι έλειπαν και εναλλακτικές ενωτικές ιδεολογίες, ικανές να κινητοποιήσουν τις μάζες να παλέψουν στο όνομά τους, ξεπερνώντας τα «σεκταριστικά» όρια: ο παναραβισμός ή ο κομμουνισμός, που έπαιξαν αυτό τον ρόλο στο παρελθόν, είχαν χάσει για διάφορους λόγους την αξιοπιστία τους.

Εδώ είναι που μπορούμε ίσως να δούμε την κατάσταση της περιοχής σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο. Μπορεί να είναι σημάδι μιας εποχής όπου η ταύτιση με «παραδοσιακές κοινότητες» (πραγματικές ή φανταστικές) κερδίζει έδαφος παγκοσμίως, από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη μέχρι την Ινδία και τη Ρωσία. Απλά, η φύση αυτών των παραδοσιακών ταυτοτήτων διαφέρει ανάλογα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες: αλλού μπορεί να είναι γλωσσικές-εθνικές, αλλού θρησκευτικές, αλλού φυλετικές και αλλού τοπικιστικές.

Το μεγάλο ξεκαθάρισμα;

Ο όρος «μεγάλο ξεκαθάρισμα» (Great Sorting-Out)  προέρχεται από τον Αμερικανό ειδικό για τη Συρία Τζόσουα Λάντις. Με βάση αυτήν τη λογική, υπάρχουν αναλογίες των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή με ό,τι έγινε παλαιότερα στην Ευρώπη, όταν μέσα από πολυεθνικές αυτοκρατορίες γεννήθηκαν μικρά αλλά εθνο-θρησκευτικά ομοιογενή κράτη. Εδώ μπορούμε φυσικά να κάνουμε τη σύγκριση και με τα «δικά μας», δηλαδή τη βόρεια πλευρά της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: Βαλκάνια, Μικρά Ασία, Κρήτη, Κύπρος. Σε αυτές τις περιοχές, η παλιά εθνο-θρησκευτική ποικιλία δεν κατάφερε να επιβιώσει από τις δραματικές αλλαγές του προηγούμενου αιώνα. Η πολυθρησκευτική Αλβανία ή κάποιοι θύλακες εντός των εθνών-κρατών (π.χ. Θράκη στην Ελλάδα, Δοβρουτσά στη Ρουμανία, Σαντζάκι σε Σερβία και Μαυροβούνιο) μοιάζουν να είναι απλά οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Είναι αλήθεια ότι και στις αραβικές χώρες υπήρξαν κάποιες (βίαιες ή μη) μετακινήσεις πληθυσμών τα τελευταία χρόνια, οι οποίες μοιάζουν να ενισχύουν την υπόθεση ότι κι εκεί τα πράγματα κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Παρ’ όλα αυτά, οι διάφορες συγκρούσεις στην περιοχή δεν οδήγησαν σε μόνιμες αλλαγές συνόρων, που να φέρνουν περισσότερη εθνο-θρησκευτική «καθαρότητα» – με μοναδική ίσως εξαίρεση τη διάσπαση του Σουδάν.

Η στιγμή αυτή φαινόταν ίσως να φτάνει πριν από μερικά χρόνια. Το «Ισλαμικό Κράτος» είχε επεκταθεί στη Συρία και στο Ιράκ, καταργώντας πρακτικά το σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες, και ενώνοντας τους Σουνίτες Άραβες που κατοικούσαν και στις δύο πλευρές του. Η περιοχή που ακόμα έλεγχε το καθεστώς Άσαντ κατοικούνταν σε υψηλό ποσοστό από Αλαουίτες και άλλες θρησκευτικές μειονότητες. Τα κουρδόφωνα τμήματα τόσο του βόρειου Ιράκ όσο και της βόρειας Συρίας ελέγχονταν από κουρδικές ένοπλες ομάδες. Όσο για την (κυριαρχούμενη από Σιίτες) κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ, ο έλεγχος της περιοριζόταν κυρίως στις νοτιο-κεντρικές περιοχές της χώρας, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι σιιτική.

Ο εδαφικός έλεγχος της Συρίας και του Ιράκ από τις διάφορες δυνάμεις τον Ιανουάριο 2015.
Πηγή εικόνας (τροποιημένη)

Σήμερα, αυτή η κατάσταση έχει αλλάξει για ακόμα μια φορά. Το συριο-ιρακινό σύνορο αποκαταστάθηκε στην αρχική μορφή του. Ο Άσαντ ελέγχει το μεγαλύτερο τμήμα της Συρίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών σχεδόν καθαρά σουνιτικών περιοχών. Η προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης του ιρακινού Κουρδιστάν φαίνεται προς το παρόν να έχει ναυαγήσει και αν υπήρχαν ελπίδες για ένα εντελώς ανεξάρτητο συριακό Κουρδιστάν, μάλλον δεν είναι ούτε αυτές πολλές τελευταία. Όσο για τους Άραβες Ιρακινούς, έχουν εξαντληθεί από τα πολλά χρόνια αιματηρών συγκρούσεων και μια (ίσως νέας μορφής) ιρακινή εθνική ιδέα και ταυτότητα μοιάζει να ανακάμπτει (βλέπε σχετική συνέντευξη). Επίσης, ο Λίβανος κατάφερε μετά από μεγάλη καθυστέρηση να πραγματοποιήσει τελικά βουλευτικές εκλογές και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας φαίνεται να μην απειλείται άμεσα. Με λίγα λόγια: οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και οι μετακινήσεις πληθυσμών δεν έχουν μεταφραστεί και σε σταθερά νέα σύνορα (με κάποιες εξαιρέσεις ίσως).

Εδαφικός έλεγχος της Συρίας και του Ιράκ τον Απρίλιο 2019.
Κόκκινο: Συριακή/Ιρακινή Κυβέρνηση
Κίτρινο: Κουρδικές Δυνάμεις
Πράσινο: Συριακή Αντιπολίτευση/Τουρκία
Μαύρο: Ισλαμικό Κράτος
https://isis.liveuamap.com/


Είναι τελικά αυτό που παρατηρούμε σήμερα μια εθνική ολοκλήρωση του «οθωμανικού Νότου», κατά τα πρότυπα του δικού μας «οθωμανικού Βορρά», με τη δημιουργία θρησκευτικά ομοιογενών κρατών; Αν ισχύει αυτό, τότε ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή του δρόμου. Η περιοχή απέχει πολύ από αυτήν την ομοιογένεια και για να φτάσει μέχρι εκεί θα έπρεπε να χυθεί πολύ αίμα ακόμα και να μετακινηθούν πολύ μεγαλύτεροι πληθυσμοί. Για το συμφέρον των λαών της περιοχής, όχι μόνο των αραβικών αλλά και το δικό μας ως γειτόνων, πρέπει να ελπίζουμε ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι. 

Οι προβλέψεις είναι γενικά δύσκολες για αυτή την περιοχή και λίγοι θα διακινδύνευαν να τις κάνουν. Μπορούμε όμως να συγκρατήσουμε ότι, ακόμα και με τη σημερινή κατάσταση, πολλά στοιχεία φαίνεται να δείχνουν ότι ένας απόλυτος διαχωρισμός είναι δύσκολος έως αδύνατος. Η συμβίωση ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες της Μέσης Ανατολής μπορεί να περνά μια από τις σκληρότερες δοκιμασίες στην Ιστορία της, αλλά δεν έχουμε φτάσει σε σημείο που μπορεί κάποιος εύκολα να την ξεγράψει.

 

Άρθρα-Βιβλία:

  • Nader Hashemi & Danny Postel (2017): Sectarianization: Mapping the
    New Politics of the Middle East, The Review of Faith & International Affairs, 15:3, 1-13, DOI: 10.1080/15570274.2017.1354462
  • Daniel Byman (2014): Sectarianism Afflicts the New Middle East, Survival, 56:1, 79-100, DOI: 10.1080/00396338.2014.882157
  • Michael Gasper (2016): Sectarianism, Minorities, and the Secular State in the Middle East- Review Article. Int. J. Middle East Stud. 48 (2016), 767–778 doi:10.1017/S002074381600091X
  • Hassan Mneimneh (2016): From Communitarianism to Sectarianism: The Trajectory of Factionalism in the Arab Middle East. The Muslim World 106(1):62-82, DOI: 10.1111/muwo.12134
  • Heather M. Robinson, Ben Connable, David E. Thaler, Ali G. Scotten (2018): Sectarianism in the Middle East – Implications for the United States. RAND Corporation.
  • Ingrid Løland (2019): Between Utopia and Dystopia: Sectarianization through Revolution and War in Syrian Refugee Narratives. Religions 2019, 10, 188; doi:10.3390/rel10030188.
  • Mark Farha (2016): Searching for Sectarianism in the Arab Spring: Colonial Conspiracy or Indigenous Instinct? The Muslim World 106(1):8-61. DOI: 10.1111/muwo.12137
  • Heiko Wimmen (2016): Syria’s Path from Civic Uprising to Civil War.
  • Fanar Haddad (2017): Anti Sunnism and anti-Shi’ism: minorities, majorities and the question of equivalence. Memo prepared for workshop organized by SWAR: Sectarianism in the Wake of the Arab Revolts, “Shi’a and Sunni Islamism(s) in a Sectarianized New Middle East.” Aarhus University, March 16th 2018.
  • Ussama Makdisi (2017): The Mythology of the Sectarian Middle East.
  • Ussama Makdisi (2017): Understanding Sectarianism in the Middle East. The Cairo Review of Global Affairs. 
  • Fabrice Balanche (2018): Sectarianism in Syria’s Civil War – A Geopolitical Study.
  •  Patrick Cockburn (2014): Η επιστροφή των τζιχαντιστών – Το ισλαμικό κράτος και η νέα εξέγερση των σουνιτών. Μεταίχμιο.
     

Συνεντεύξεις:

 

 

 

 

Τεχνητα και φυσικα κρατη στον αραβικο κοσμο

Κλασσικό

Η συζήτηση περί «τεχνητών συνόρων» στον αραβικό χώρο είναι παλιά. Γίνεται όμως ξανά επίκαιρη, βλέποντας τη σημερινή αποσταθεροποίηση στην περιοχή. Διάφορα αραβικά κράτη (Λιβύη, Υεμένη, Συρία, Ιράκ) έχουν ουσιαστικά καταρρεύσει. Είναι επόμενο να αναρωτιόμαστε αν ζούμε σήμερα το τέλος αυτών των συνόρων και την ανάδυση μιας «νέας τάξης πραγμάτων» στον αραβικό κόσμο.

Τεχνητά ή φυσικά σύνορα

Η λογική αντίδραση όταν ακούει κάποιος για «τεχνητά σύνορα» είναι να αναρωτηθεί: δεν είναι όλα τα σύνορα τεχνητά, αφού τα έχουν καθορίσει οι άνθρωποι; Ακόμα και στην περίπτωση που χρησιμοποιείται ένα πραγματικό φυσικό εμπόδιο, όπως ένα ποτάμι (π.χ. ο Έβρος ή ο Δούναβης), είναι οι άνθρωποι που το μετατρέπουν σε επίσημο σύνορο.

Επομένως, όταν αναφερόμαστε σε αντίθεση «φυσικών» και τεχνητών συνόρων, εννοείται ότι δεν μιλάμε κυριολεκτικά. «Φυσικά» ονομάζονται κράτη τα οποία έχουν πίσω τους μια σημαντική ιστορική παράδοση και τοπικές ρίζες: είτε ως ανεξάρτητες ή ημιαυτόνομες οντότητες, είτε ως παραδοσιακοί χώροι διαμονής συγκεκριμένων εθνοτικών ομάδων. Αντίθετα, «τεχνητά σύνορα» ονομάζονται τέτοια, που δημιουργήθηκαν από εξωτερικές δυνάμεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αγνοώντας την ιστορική παράδοση ή την εθνο-θρησκευτική πραγματικότητα.

Στα Βαλκάνια ή τη Μικρά Ασία τα κράτη μοιάζουν να έχουν κάποια «φυσικότητα»: μπορεί να μην υπήρχε σημαντική συνέχεια με ιστορικές κρατικές οντότητες, στήθηκαν όμως στη βάση κάποιων υπαρκτών εθνοτικών, γλωσσικών ή θρησκευτικών διαφορών. Στην περιοχή που δημιουργήθηκαν η Ελλάδα, η Τουρκία, η Αλβανία ή η Σερβία, η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν λίγο πολύ ελληνική, τουρκική, αλβανική ή σερβική αντίστοιχα – έστω και αν αυτή η πλειοψηφία δεν ήταν τόσο κυρίαρχη όσο σήμερα και οι έννοιες αυτές όχι τόσο καθαρές.

Τι έγινε όμως στα υπόλοιπα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Στη Μέση Ανατολή, όπου κυρίαρχη γλώσσα είναι τα αραβικά, δεν δημιουργήθηκε ένα ενιαίο αραβικό κράτος, ούτε τα σύνορα χαράχτηκαν στη βάση των θρησκευτικών διαφορών π.χ. ανάμεσα σε Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες ή Χριστιανούς. Εξαίρεση είναι το Ισραήλ, το οποίο δημιουργήθηκε κυρίως με εξωτερική παρέμβαση (των Ευρωπαίων Εβραίων), ενώ μόνο μερική εξαίρεση ήταν ο Λίβανος, που φτιάχτηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να έχει μια (μικρή) χριστιανική πλειοψηφία – η οποία όμως έτσι κι αλλιώς σήμερα δεν υφίσταται.

Αν όμως δεν έπαιξαν ρόλο οι εθνο-θρησκευτικές διαφορές, τότε τι; Είναι τα σημερινά σύνορα στον αραβικό κόσμο απλά μια κληρονομιά των αποικιοκρατών, ή συνέχεια ιστορικών παραδόσεων; Και τι σημαίνει αυτό για την επιβίωση τους; Όπως θα περίμενε κάποιος, εύκολες απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχουν.

Η κληρονομιά των Σάικς-Πικό

Όταν κάποιος μιλάει για τεχνητά αποικιοκρατικά σύνορα στον αραβικό κόσμο, σχεδόν αυτόματα μπαίνει στη συζήτηση και η συμφωνία Σάικς-Πικό. Μ’ αυτό το όνομα (από τους διπλωμάτες οι οποίοι την διαπραγματεύτηκαν) έχει περάσει στην ιστορία η μυστική συμφωνία μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας, με την οποία μοίρασαν μεταξύ τους τα οθωμανικά εδάφη της Μέσης Ανατολής το 1916: ενώ δηλαδή η έκβαση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν είχε ακόμα κριθεί και οι Αγγλογάλλοι δεν είχαν καν τον έλεγχο στην περιοχή.

Τα όρια των περιοχών αγγλικής και γαλλικής επιρροής/ελέγχου με βάση τη συμφωνία Σάικς-Πικό. Από κάτω φαίνονται τα σύνορα των σημερινών κρατών, ώστε να μπορεί να γίνει η σύγκριση.
Πηγή εικόνας

Όταν το τέλος του πολέμου βρήκε τους Αγγλογάλλους νικητές και τους Οθωμανούς ηττημένους, οι πρώτοι μπορούσαν να εφαρμόσουν την συμφωνία. Διάφοροι άλλοι παράγοντες, όπως το κεμαλικό κίνημα, οδήγησαν μεν σε σημαντικές τροποποιήσεις (η σημερινή Συρία και ο Λίβανος αντιστοιχούν στην τελική γαλλική περιοχή και το Ισραήλ, τα παλαιστινιακά εδάφη, η Ιορδανία και το Ιράκ στη βρετανική). Σε γενικές γραμμές όμως, βλέπουμε ότι η συμφωνία Σάικς-Πικό παρέμεινε οδηγός για τη μοιρασιά των εδαφών της αραβικής Ανατολής.

Ακόμα και ο εσωτερικός διαχωρισμός της αγγλικής και γαλλικής περιοχής σε κράτη βασίστηκε στις αποφάσεις των εξωτερικών δυνάμεων, έστω με την κάλυψη της Κοινωνίας των Εθνών (τον πρόγονο του ΟΗΕ). Οι Γάλλοι διαίρεσαν την περιοχή εντολής που τους δόθηκε σε 5 «κρατίδια», από τα οποία τα τέσσερα μεν ενώθηκαν στη συνέχεια συγκροτώντας τη σημερινή Συριακή Αραβική Δημοκρατία, το πέμπτο όμως έγινε ξεχωριστό κράτος: ο Λίβανος. Όσο για την αγγλική ζώνη επιρροής, χωρίστηκε σε τρία τμήματα: το Ιράκ, την Υπεριορδανία και την Παλαιστίνη. Τα δύο πρώτα έγιναν τα ανεξάρτητα κράτη που ξέρουμε, ενώ στην μεγαλύτερη έκταση του τρίτου δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ, που μετά το 1967 έφερε υπό την κατοχή του και τα υπόλοιπα τμήματα της πρώην βρετανικής Παλαιστίνης.

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κρατίδια. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως αργότερα στην Τουρκία.
Πηγή: en.academic.ru

Φυσικά, αυτοί οι διαχωρισμοί δεν ήταν εντελώς αυθαίρετοι. Μια ιστορική περιοχή «Μεσοποταμία» ή «Ιράκ» υπήρχε πάντα: μάλιστα, για μια περίοδο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, λειτουργούσε ως σχεδόν ενιαία και αυτόνομη οντότητα εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίσης, ένα καθεστώς ιδιαίτερης αυτονομίας είχε στα τελευταία οθωμανικά χρόνια και το όρος Λίβανος.

Παρ’ όλα αυτά, στη συμφωνία Σάικς-Πικό γίνεται μια μάλλον βάσιμη κριτική ότι αγνόησε ιστορικές συνέχειες και εθνο-θρησκευτικές ιδιαιτερότητες. Το κράτος του Ιράκ σχηματίστηκε από την ένωση τριών διαφορετικών οθωμανικών επαρχιών (Μοσούλη, Βαγδάτη, Βασόρα), συγκεντρώνοντας σ’ ένα κράτος ετερογενείς πληθυσμούς (Κούρδοι στο Βορρά, Σουνίτες Άραβες στη Δύση, Σιίτες Άραβες στο Νότο). Η «ιστορική Συρία» αντίθετα μοιράστηκε με τρόπο ώστε να εξισορροπηθούν οι αγγλικές και γαλλικές ορέξεις, αγνοώντας λίγο πολύ τα παλιά όρια ανάμεσα στις οθωμανικές επαρχίες και ιστορικές παραδόσεις.

Τα βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς το τέλος της 19ου αιώνα.
Πηγή εικόνας

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα σημερινά σύνορα.

Η συμφωνία Σάικς-Πικό είναι πλέον 101 χρονών και παραμένει ένα σύμβολο της αποικιοκρατίας στην περιοχή. Πολλοί την έχουν κατηγορήσει και επίσης πολλοί (παναραβιστές, κομμουνιστές, Σύριοι εθνικιστές, ισλαμιστές) έχουν υποσχεθεί την κατάργηση των συνόρων που βασίστηκαν σ’ αυτή. Παρ’ όλα αυτά, τα συγκεκριμένα σύνορα παρέμειναν σχεδόν ανέγγιχτα μέχρι τις μέρες μας. Και είναι κάπως τραγικό ότι οι πρώτοι που κατάφεραν να τα καταργήσουν, τουλάχιστον σε ένα μέρος τους (θα δούμε και για πόσο), είναι οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους – κάτι που οι ίδιοι φυσικά δεν παραλείπουν να διαφημίζουν.

Σύγχρονα και παραδοσιακά κράτη στο Μαγκρέμπ

Ας περάσουμε στην άλλη άκρη του αραβικού κόσμου, τo Μαγκρέμπ (Δύση στα αραβικά): Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη. Όλες αυτές οι χώρες γνώρισαν την αποικιοκρατία: την ισπανική ένα μέρος του Μαρόκο, τη γαλλική το υπόλοιπο Μαρόκο, η Αλγερία και η Τυνησία, την ιταλική η Λιβύη. Έχουν όμως και μια δική τους παράδοση, που πάει πολλούς αιώνες πίσω.

Ξεκάθαρη περίπτωση είναι το Μαρόκο, το οποίο ήταν ήδη ανεξάρτητο σουλτανάτο για πολλούς αιώνες μέχρι και το 1912, όταν μετατράπηκε σε ισπανο-γαλλικό προτεκτοράτο. Ακόμα και τότε διατηρήθηκε ο θεσμός του Σουλτάνου – ο οποίος πήρε τον τίτλο του βασιλιά, όταν το Μαρόκο απέκτησε το 1956 πάλι την ανεξαρτησία του.

Στο υπόλοιπο Μαγκρέμπ δεν υπήρχαν επίσημα ανεξάρτητα κράτη, αφού η Οθωμανική Αυτοκρατορία το είχε θέσει υπό την κυριαρχία της.  Υπήρχαν όμως οντότητες, οι οποίες στην ουσία ήταν αυτόνομες, με δικό τους ηγεμόνα η κάθε μια: είχαν μάλιστα ιδιαίτερα κακή φήμη ως κράτη-προστάτες της πειρατείας. Πρωτεύουσες ήταν το Αλγέρι, η Τύνιδα και η Τρίπολη. Το Αλγέρι και η Τύνιδα διατήρησαν αυτή την αυτονομία τους, μέχρι που έγιναν γαλλικές αποικίες το 1830 και 1881 αντίστοιχα.

Τα παλιά κράτη της Μπαρμπαριάς στη Βόρεια Αφρική.
Πηγή εικόνας

Η Λιβύη είναι κάπως πιο ιδιαίτερη περίπτωση, αφού η Τρίπολη ήταν ημιανεξάρτητη μόνο μέχρι το 1835, όταν οι Οθωμανοί αποφάσισαν να τη θέσουν υπό την απ’ ευθείας διοίκηση τους. Αν και τη διατήρησαν ως ενιαίο βιλαέτι, ιστορικά ξεχώριζαν πάντα η περιοχή της Τριπολίτιδας από την Κυρηναϊκή στα ανατολικά και το Φεζάν στο Νότο. Αυτόν το διαχωρισμό χρησιμοποίησαν οι Ιταλοί αποικιοκράτες (οι οποίοι μόλις το 1934 ενοποίησαν τις τρεις αυτές αποικίες τους, δίνοντας τους το όνομα «Λιβύη»), αλλά συνεχίστηκε και με την ανεξαρτησία μετά τον Β’ Παγκόσμιο, ως χωρισμός σε τρεις αυτόνομες περιοχές. Ο διαχωρισμός καταργήθηκε μεν στη συνέχεια, η διαφορετική παράδοση αυτών των περιοχών παρέμεινε όμως ενεργή, έτσι ώστε να ξαναζωντανέψει και να παίξει ρόλο και στις σημερινές συγκρούσεις: με την πτώση του Καντάφι, ακούγονται πάλι δυνατά φωνές που ζητούν αυτονομία για την Κυρηναϊκή.

Παρά την ιδιαιτερότητα της Λιβύης, γενικά βλέπουμε ότι στο Μαγκρέμπ τα σημερινά κράτη έχουν πίσω τους μια παράδοση, η οποία μόνο προσωρινά διακόπηκε μέσω της αποικιοκρατίας. Τα ακριβή τους σημερινά σύνορα, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σαχάρας, είναι μεν ως ένα σημείο κληρονομιά των αποικιοκρατών: η Λιβύη απέκτησε π.χ. τη σημερινή της μεγάλη έκταση μετά από παραχωρήσεις των Γάλλων και των Άγγλων από τις δικές τους γειτονικές αποικίες προς την Ιταλία. Παρ’ όλα αυτά, οι πυρήνες των σημερινών κρατών αντιστοιχούν περίπου και στις παλιές κρατικές οντότητες: υπάρχει δηλαδή μια συνέχεια.

Η Αίγυπτος: το κράτος του Νείλου

Ανάμεσα σε αραβική Δύση και Ανατολή, βρίσκεται το πιο μεγάλο σε πληθυσμό αραβικό κράτος: η Αίγυπτος.  Λίγα κράτη στον κόσμο θα μπορούσαν να είναι τόσο «φυσικά», με μια παράδοση πολλών χιλιετιών, η οποία σε κάποιο βαθμό συνεχίστηκε ακόμα και κάτω υπό την εξουσία ξένων κατακτητών. Στα τελευταία οθωμανικά χρόνια, ο διοικητής της Αιγύπτου είχε μάλιστα το προνόμιο να είναι αντιβασιλέας. Ο Μεχμέτ Αλή ως αντιβασιλέας της Αιγύπτου ήταν τόσο αυτόνομος, που έφτασε να απειλεί την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Και η Αίγυπτος γνώρισε φυσικά την αποικιοκρατία. Η φυσική της ιδιαιτερότητα είναι όμως πολύ καθαρή: η Αίγυπτος είναι η γη του Νείλου, στην κοιλάδα και στο δέλτα του οποίου ζει η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Λίγες ηπειρωτικές χώρες στον κόσμο έχουν μια κρατική παράδοση τόσο στενά δεμένη με μια ιδιαίτερη φυσική γεωγραφία.

Χάρτης της σημερινής πυκνότητας πληθυσμού στην Αίγυπτο. Πηγή εικόνας

Η αραβική χερσόνησος

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ποτέ δεν κατάφερε (ή δεν ενδιαφέρθηκε) να κυριαρχήσει εντελώς στην περιοχή της αραβικής χερσονήσου. Στην εποχή της αποικιοκρατίας, τον πρώτο λόγο στην περιοχή τον είχαν οι Βρετανοί. Το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, το Άμπου Ντάμπι και τα άλλα κρατίδια που αποτελούν σήμερα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν, ήταν όλα βρετανικά προτεκτοράτα, επίσημα ή ανεπίσημα. Ως αυτόνομα κρατίδια υπήρχαν όμως από πριν, συνήθως μάλιστα υπό τις δυναστείες που τα κυβερνούν ακόμα και σήμερα: δεν πρόκειται για μια διάσπαση βρετανικής έμπνευσης. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι εδώ η Υεμένη, της οποίας το βόρειο και το νότιο τμήμα έχουν διαφορετική πολιτική ιστορία, φυσική γεωγραφία, ακόμα και θρησκευτικό προσανατολισμό: η συμβίωση τους σ’ ένα κοινό κράτος από το 1990 και μετά ήταν και παραμένει δύσκολη.

Όσο για το τωρινό πιο σημαντικό κράτος της περιοχής, τη Σαουδική Αραβία, οι ρίζες του βρίσκονται ήδη στον 18ο αιώνα, όταν το πουριτανικό ισλαμικό κίνημα του Ουαχαμπιτισμού συμμάχησε με την ντόπια οικογένεια των Σαούντ και κατάφερε να κυριαρχήσει τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος του σημερινού ανατολικού τμήματος της χώρας. Τη Χετζάζη πάντως, τη σημερινή δυτική ακτή, την απέκτησαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο. Η συμμαχία με τις ΗΠΑ έπαιξε φυσικά ρόλο στο να πετύχουν οι Σαούντ να διατηρήσουν και τα δύο αυτά ετερογενή τμήματα ενωμένα ως ένα κράτος.

Σύνορα: παρελθόν, παρόν και μέλλον

Πως μπορούν όλα αυτά να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη σημερινή κατάσταση στις αραβικές χώρες; Ένα μάλλον εύκολο συμπέρασμα που θα έβγαζε κάποιος, είναι ότι τα κράτη, των οποίων η κρατική παράδοση είναι πιο «ρηχή», καταρρέουν πιο εύκολα: η Συρία και το Ιράκ, η Υεμένη, η Λιβύη. Ο Λίβανος γνώρισε τη δική του περίοδο κατάρρευσης από το ’75 ως το ’90 και ακόμα δεν έχει βρει εντελώς τη συνοχή του. Μ’ αυτή τη λογική, η επόμενη υποψήφια θα ήταν μάλλον η Ιορδανία. Αντίθετα, για τα κράτη με πιο «βαθιά» παράδοση ή/και εθνο-θρησκευτική ομοιογένεια, ακόμα κι αν αυτά έχουν ζήσει μπόλικη πολιτική αστάθεια τα τελευταία χρόνια, όπως η Τυνησία και η Αίγυπτος, η επιβίωσή τους δεν φαίνεται να αμφισβητείται σοβαρά.

Δεν είναι όμως αυτή η κατάρρευση το σύμπτωμα μιας εποχής με συγκεκριμένες συνθήκες; Σε μια περίοδο γενικής κρίσης και σε μια εποχή όπου οι εθνο-θρησκευτικές ή οι τοπικές ταυτότητες προβάλλονται ως το πιο σίγουρο καταφύγιο, είναι αναμενόμενο ότι τα πρώτα κράτη που κλονίζονται είναι αυτά που έχουν την πιο αδύνατη κρατική παράδοση ή/και την πιο περίπλοκη εθνο-θρησκευτική σύνθεση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σύνδεση των πολιτών ακόμα και με τέτοια κράτη είναι εντελώς αμελητέα, από τη στιγμή που υπάρχουν ήδη για μερικές δεκαετίες. Εξάλλου, ακόμα και τα πιο «παραδοσιακά» κράτη, δεν ήταν κάποτε και αυτά νέα, που τους αφέθηκε χρόνος να δημιουργήσουν αυτήν την παράδοση;

Επίσης, όταν προβάλλουμε ένα ευρωπαϊκό ή βαλκανικό μοντέλο για τη Μέση Ανατολή, δηλαδή τη δημιουργία νέων κρατών στη βάση εθνο-θρησκευτικής ομοιογένειας, το σκεφτόμαστε καλά; Η υποτιθέμενη σταθερότητα που φέρνουν τέτοια κράτη (την φέρνουν όντως;) ήρθε στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια μόνο μετά από ιδιαίτερα αιματηρούς πολέμους και άγριες εθνοκαθάρσεις – και λίγα χρόνια αφότου τα με τόση βία και κόπο σχηματισμένα σύνορα σταθεροποιήθηκαν, τα ίδια κράτη τα αποδυναμώνουν, για χάρη μιας υπερεθνικής οργάνωσης όπως η Ε.Ε.

Φυσικά, δεν αποκλείεται το οικοδόμημα των Σάικς-Πικό να καταρρεύσει ολοκληρωτικά και να γεννηθούν εντελώς νέα κράτη στη Μέση Ανατολή, π.χ. ένα ή περισσότερα κουρδικά (ένα ενδεχόμενο που μοιάζει να είναι πολύ κοντά), αραβικά-σουνιτικά, αραβικά-σιιτικά κ.ο.κ. Μόνο όμως επειδή βλέπουμε μια τέτοια τάση σήμερα, δεν σημαίνει ότι η κατεύθυνση δεν μπορεί να αλλάξει και τα σημερινά σύνορα τελικά να διασωθούν – ή να αλλάξουν μ’ έναν τρόπο πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι θα περιμέναμε.


Σχετικά άρθρα

 

 

Οι αλλοι Κουρδοι 2: Γιαζιντιτες

Κλασσικό

Μέσα από τον πόλεμο στη Συρία και το Ιράκ, πολλοί έμαθαν ίσως για πρώτη φορά την ύπαρξη μιας μικρής θρησκευτικής κοινότητας, με το όνομα «Γιαζίντι» ή «Γεζίντι» – ή πιο ελληνοποιημένα, Γιαζιντίτες. Ως συνέπεια του πολέμου, κάποιοι απ’ αυτούς βρέθηκαν πρόσφατα και ως πρόσφυγες στην Ελλάδα.

Αυτό που μάλλον έκανε την διεθνή κοινότητα να ενδιαφερθεί γι’ αυτήν την μικρή και μυστηριώδη θρησκευτική κοινότητα, ήταν η επίθεση του Ισλαμικού Κράτους στο Σιντζάρ το 2014, και οι μαζικές σφαγές και σκλαβοποιήσεις Γιαζιντιτών που τη συνόδευσαν.  Αφού οι Γιαζιντίτες είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία κουρδόφωνοι, το άρθρο μπορεί να θεωρηθεί και συνέχεια αυτού για τους Ζαζά και Αλεβίτες Κούρδους: περιγράφει μια ακόμα κουρδική ταυτότητα, που αποκλίνει από την τυπική σουνιτική Κουρμαντζί.

Γιαζιντίτες: μια ανθρωπογεωγραφία

Για τον αριθμό των Γιαζιντιτών δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία, και οι υπολογισμοί διαφέρουν πολύ. Ο μέσος όρος πάντως κυμαίνεται γύρω στις 500.000-600.000, σε όλο τον κόσμο. Αυτό θα σήμαινε ότι περίπου 2-3% όλων των Κούρδων είναι Γιαζιντίτες. Στο παρελθόν το ποσοστό τους ήταν πιθανότατα μεγαλύτερο, αλλά μειώθηκε λόγω της πίεσης που είχαν σε διάφορες φάσεις της Ιστορίας να αλλαξοπιστήσουν, είτε προς το Ισλάμ είτε προς τον Χριστιανισμό.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων. Οι γιαζιντίτικοι θύλακες απεικονίζονται με καφέ χρώματα: ο πιο μεγάλος είναι το Σιντζάρ στο συριο-ιρακινά σύνορα.

Επίκεντρο της παρουσίας τους είναι το βόρειο Ιράκ. Εκεί, βόρεια της Μοσούλης, βρίσκεται εξάλλου και η κοιλάδα Λαλίς: ο ιερός τόπος, όπου οι Γιαζιντίτες συρρέουν για να προσκυνήσουν τον τάφο του Σεΐχη Αντί, της ίσως πιο σημαντικής ιστορικής τους προσωπικότητας (έζησε τον 12ο αιώνα μ.Χ.). Η μεγαλύτερη περιοχή με γιαζιντίτικη πλειοψηφία πάντως είναι πιο δυτικά, κοντά στα σύνορα με τη Συρία: το Όρος Σιντζάρ. Έγινε δυστυχώς παγκόσμια γνωστή με την πρόσφατη, ιδιαίτερα άγρια, επίθεση των τζιχαντιστών.

Γιαζιντίτες στον τάφο του Σεΐχη Αντί, στην κοιλάδα Λαλίς. http://www.alamy.com/stock-photo-yazidi-kurds-at-the-tomb-of-sheikh-adi-in-lalish-in-the-foothills-53715227.html

Γιαζιντίτες έξω από τον τάφο του Σεΐχη Αντί.
Πηγή εικόνας

Επίσης, γιαζιντίτικες κοινότητες ζουν σκορπισμένες σε τμήματα της Συρίας και της νοτιονατολικής Τουρκίας, αλλά και βορειότερα, μέχρι τον Καύκασο. Με την μετανάστευση απ’ αυτές τις χώρες στις τελευταίες δεκαετίες, ένας σημαντικός αριθμός βρέθηκε και στη δυτική Ευρώπη. Στη Γερμανία υπολογίζεται σήμερα ότι ζουν περίπου 60.000 Γιαζιντίτες: αυτό θα αντιστοιχούσε περίπου στο ένα δέκατο του παγκόσμιου πληθυσμού τους.

Η Φελεκνάς Ουτζά (γενν. το 1976 στη Γερμανία) ήταν ευρωβουλευτίνα με το γερμανικό κόμμα DIE LINKE (και τον πρόγονό του PDS) από το 1999 ως το 2009. Το 2015 εκλέχθηκε στην τουρκική Βουλή με το αριστερό φιλο-κουρδικό HDP. http://alchetron.com/Feleknas-Uca-870930-W

Η Φελεκνάς Ουτζά (γενν. το 1976 στη Γερμανία) ήταν ευρωβουλευτίνα με το γερμανικό κόμμα DIE LINKE μέχρι το 2009. Το 2015 εκλέχθηκε στην τουρκική Βουλή με το αριστερό φιλο-κουρδικό HDP.
Πηγή εικόνας

Λατρεία του Αγγέλου ή του Διαβόλου;

Πολλοί θεωρούν τον Γιαζιντισμό ως ακόμα μια μορφή συγκρητισμού: σ’ αυτόν συνυπάρχουν επιρροές από τον μουσουλμανικό σουφισμό μέχρι και στοιχεία από τον ζωροαστρισμό και άλλες αρχαίες ιρανικές θρησκείες. Το σίγουρο είναι ότι δέχεται τη βασική αρχή του μονοθεϊσμού. Ο Θεός πάντως κατά τη γιαζιντίτικη θεολογία, αφού δημιούργησε τον Κόσμο, τον εμπιστεύτηκε στη φροντίδα μιας επτάδας αγγέλων. Το πιο σημαντικό μέλος αυτής της επτάδας είναι ο άγγελος-παγόνι Μελέκ Ταούς.

Στη λατρεία του Μελέκ Ταούς βασίζεται όμως και μια ιδιαίτερα κακή φήμη για τον Γιαζιντισμό. Από κάποιους Μουσουλμάνους και Χριστιανούς θεωρείται εκπεσών άγγελος, άρα διάβολος. Οι Γιαζιντίτες κατηγορούνται άρα ότι είναι λάτρεις του Διαβόλου. Η φήμη αυτή παίζει το ρόλο της και στον ιδιαίτερα σκληρό τρόπο με τον οποίο τους αντιμετωπίζουν οι τζιχαντιστές. Εννοείται ότι οι Γιαζιντίτες απορρίπτουν τέτοιες κατηγορίες, θεωρώντας τις ιδιαίτερα προσβλητικές.

Απεικόνιση του Μελέκ Ταούς. http://www.cais-soas.com/CAIS/Religions/iranian/yazidis.htm

Απεικόνιση του Μελέκ Ταούς.
Πηγή εικόνας

Μια απόλυτα κλειστή κοινότητα;

Προσωπικά, η πρώτη φορά που άκουσα για την ύπαρξη των Γιαζιντιτών, ήταν όταν ζούσα στη Γερμανία, με αφορμή έναν «φόνο τιμής», λόγω ερωτικής σχέσης μιας Γιαζιντίτισσας με μη Γιαζιντίτη. Οι Γιαζιντίτες παρουσιάστηκαν τότε από τον γερμανικό τύπο ως μια κοινότητα ιδιαίτερα αυστηρή ως προς το θέμα της ενδογαμίας – ο γάμος με άτομα εκτός της κοινότητας ήταν το μεγαλύτερο ταμπού, και μπορούσε να οδηγήσει και στο φόνο.

Αν και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις υπερβολές που συνοδεύουν τέτοια στερεότυπα, το σίγουρο είναι ότι η ενδογαμία είναι κεντρικό χαρακτηριστικό των Γιαζιντιτών, και είναι μάλλον αδύνατο για κάποιον να παραμείνει μέλος της κοινότητας αν παντρευτεί εκτός της. Ακόμα κι αν ο επίδοξος μη Γιαζιντίτης γαμπρός (ή νύφη) ήταν πρόθυμος να προσχωρήσει στον Γιαζιντισμό για να γίνει ο γάμος, αυτό δεν θα ήταν δυνατό: Γιαζιντίτης δεν γίνεσαι, γεννιέσαι. Προσηλυτισμός δεν προβλέπεται, σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό ή το Ισλάμ. Η υποχρεωτική ενδογαμία επεκτείνεται ακόμα και στις εσωτερικές γιαζιντιτικές κάστες: οι ομάδες που αναλαμβάνουν ηγετικό θρησκευτικό ρόλο (σεϊχηδες, πιρκαουάλ) οφείλουν να παντρεύονται εντός της κάστας τους και όχι με μέλη του απλού λαού (τους μουρίντ). 

Η ενδογαμία είναι μέρος μιας μάλλον γενικότερης πρακτικής να αποφεύγονται οι επαφές εκτός της κοινότητας, ώστε να διατηρείται η συνοχή της. Αυτό λέγεται ότι έχει παίξει το ρόλο του και στην αρνητική στάση των Γιαζιντιτών απέναντι σε σύγχρονους θεσμούς, οι οποίοι τους έφερναν αναγκαστικά σε επαφή με άλλους, π.χ. τη στρατιωτική θητεία ή την κρατική παιδεία.

Πάντως, θα ήταν μάλλον λάθος να θεωρήσουμε ότι δεν υπήρχαν καθόλου σχέσεις με μη Γιαζιντίτες γείτονες. Κάτι τέτοιο θα ήταν έτσι κι αλλιώς πρακτικά αδύνατο, και οι κοινότητες μπορεί να έδειχναν τελικά μεγαλύτερη ανεκτικότητα η μια στην άλλη, απ’ ό,τι θα περίμενε κάποιος από την πολιτική των ηγεσιών τους. Στο θέμα π.χ. της περιτομής (την οποία εφαρμόζουν και οι Γιαζιντίτες) φαίνεται ότι υπάρχει η συνήθεια αυτή να τελείται από μη Γιαζιντίτες γνωστούς, κάτι που δημιουργεί παραδοσιακά διαρκείς δεσμούς ανάμεσα σε οικογένειες και χρήσιμες διασυνδέσεις εκτός της κοινότητας.

Η σχέση με το κουρδικό εθνικό κίνημα

Όπως είπαμε, οι Γιαζιντίτες μιλούν στη συντριπτική τους πλειοψηφία κουρδικά (με εξαίρεση δύο αραβόφωνες μικρές πόλεις στο Ιράκ), και συγκεκριμένα Κουρμαντζί. Οι Κούρδοι εθνικιστές τους βλέπουν φυσικά ως μέρος του έθνους τους, με μερικούς απ’ αυτούς να θεωρούν μάλιστα τον Γιαζιντισμό ως την πιο «γνήσια» κουρδική θρησκεία. Τόσο το ΡΚΚ όσο και η αυτόνομη κουρδική διοίκηση στο Βόρειο Ιράκ προσπαθούν να τους εντάξουν στις δομές τους – και τους μπλέκουν έτσι και στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς.

Γιαζιντίτες που υπηρετούν στην Πεσμεργκά, το στρατό της αυτόνομης κουρδικής διοίκησης στο Βόρειο Ιράκ. Πηγή: Wolfgang Taucher, Mathias Vogl, Peter Webinger (eds.) (2015).

Γιαζιντίτες που υπηρετούν στην Πεσμεργκά, το στρατό της αυτόνομης κουρδικής διοίκησης στο Βόρειο Ιράκ.
Πηγή: Wolfgang Taucher, Mathias Vogl, Peter Webinger (eds.) (2015).

Γιαζίντι μαχήτρια μαζί με την οικογένειά της, με την εικόνα του Οτζαλάν να φαίνεται πίσω. Το ΡΚΚ και οι συγγενικές του ομάδες έπαιξαν σημαντικό ρόλο ιδιαίτερα στη στρατιωτική οργάνωση των Γιαζίντι γυναικών - κάτι που έχει μια βαρύτητα, όταν αυτές κινδυνεύουν να καταλήξουν ως παλλακίδες μαχητών του Ισλαμικού Κράτους, όπως ήδη έγινε με πολλές. https://www.theguardian.com/artanddesign/2015/sep/11/women-taking-on-isis-iraq-yazidi-female-fighters

Γιαζίντι 16χρονη μαχήτρια με την οικογένειά της, (η εικόνα του Οτζαλάν πάνω δεξιά). Το ΡΚΚ και οι συγγενικές του ομάδες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη στρατιωτική οργάνωση των Γιαζιντιτίσσων, σε μια εποχή που αυτές κινδυνεύουν να καταλήξουν ως ερωτικές σκλάβες των τζιχαντιστών.
Πηγή εικόνας

Είναι πιθανόν η κουρδική εθνική ιδέα να ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στους Γιαζιντίτες, τώρα που η απειλή που νιώθουν από τον σουνιτικό ισλαμισμό όλο και δυναμώνει. Είναι λογικό πολλοί απ’ αυτούς να στρέφονται στη μόνη δύναμη που τους δέχεται ως μέλη του έθνους και είναι έτοιμη να τους υπερασπιστεί – κάτι που φάνηκε και κατά τις τελευταίες επιθέσεις των τζιχαντιστών στο Σιντζάρ.

Η ανταγωνιστική (;) ιδέα μιας ιδιαίτερης εθνικής γιαζιντικής ταυτότητας παραμένει όμως κι αυτή ισχυρή, σε μια κοινότητα έτσι κι αλλιώς παραδοσιακά κλειστή. Εξάλλου, οι γιαζιντίτικες στρατιωτικές ομάδες μπορεί να συνεργάζονται ή και να εντάσσονται στις ευρύτερες κουρδικές δυνάμεις, αλλά μπορεί και να έρθουν σε αντιπαράθεση μαζί τους: όπως έδειξαν π.χ. οι πρόσφατες μικροσυγκρούσεις ανάμεσα σε γιαζιντίτικα σώματα και Μουσουλμάνους Κούρδους Πεσμεργκά, μετά την απελευθέρωση του Σιντζάρ. Δεν λείπουν και φωνές περί μιας ειδικής αυτονομίας στις γιαζιντιτικές περιοχές.


Οι Γιαζιντίτες είναι ένα ακόμα παράδειγμα της εντυπωσιακής θρησκευτικής ποικιλίας στην Εγγύς Ανατολή. Και αυτή η ποικιλία είναι μάλλον πιο μεγάλη ανάμεσα στους Κούρδους, παρά σε οποιονδήποτε άλλο λαό της περιοχής. Ίσως γι’ αυτήν την κουρδική ιδιαιτερότητα να παίζει ρόλο και το ότι ζουν κυρίως σε απόμακρες περιοχές, όπου οι διαδικασίες ομογενοποίησης δεν ήταν τόσο αισθητές.

Δυστυχώς όμως, οι προοπτικές επιβίωσης των Γιαζιντιτών μάλλον δεν είναι και οι καλύτερες. Η γενική αποσταθεροποίηση της περιοχής, αλλά ιδιαίτερα η άνοδος του ακραίου σουνιτικού ισλαμισμού, απειλεί την ίδια την ύπαρξη της κοινότητας. Θεωρούμενοι ως πολυθεϊστές, ειδωλολάτρες ή ακόμα και λάτρεις του Διαβόλου, στα μάτια των φανατικών ισλαμιστών δεν δικαιούνται  καν την προστασία που έχουν οι «θρησκείες του βιβλίου» (Χριστιανισμός, Εβραϊσμός). Ο φόβος γενοκτονίας σίγουρα δεν είναι αβάσιμος. Τα γεγονότα του 2014 ήταν μεν η χειρότερη έκρηξη βίας που έζησαν οι Γιαζιντίτες τα τελευταία χρόνια, αλλά όχι και η πρώτη: επιθέσεις με θύματα Γιαζιντίτες υπήρξαν πολλές από τον πόλεμο του Ιράκ (2003) και μετά.

Για πολλούς Γιαζιντίτες, η φυγή προς την Ευρώπη μοιάζει να είναι η μόνη εγγύηση ασφάλειας. Από την άλλη όμως, το περιβάλλον μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας μάλλον δεν ευνοεί τη διατήρηση του κλειστού χαρακτήρα της κοινότητας, που ήταν τόσο σημαντικός για την επιβίωση της ιστορικά. Όπως και με τόσες άλλες εθνο-θρησκευτικές κοινότητες, η παγκοσμιοποίηση βάζει τους Γιαζιντίτες μπροστά σε δύσκολα διλήμματα. Το μέλλον θα δείξει αν θα καταφέρουν να δώσουν τις σωστές απαντήσεις.


Πηγές:

Οι Αραβες των Βαλτων

Κλασσικό

Η στερεοτυπική εικόνα που έχουν πολλοί για τους Άραβες είναι αυτή του Βεδουίνου, που γυρίζει με τις καμήλες μέσα στην έρημο, διανυκτερεύοντας σε σκηνές. Στην πραγματικότητα φυσικά, αυτός ο νομαδικός τρόπος ζωής σε σχέση με την έρημο ήταν μόνο ένας από τους πολλούς που συναντούσε κανείς στον αραβόφωνο κόσμο. Πιο συχνή ήταν μάλλον η μόνιμη εγκατάσταση σε πόλεις ή χωριά – εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος των Αράβων κατοικεί είτε σε ζώνες μεσογειακής βλάστησης είτε στις κοιλάδες μεγάλων ποταμών, χωρίς να έχει πολύ σχέση με την έρημο.

Υπάρχει όμως ακόμα ένας βιότοπος, που μάλλον λίγοι θα σκέφτονταν να συνδέσουν με τον αραβικό πολιτισμό: αυτός των υγροτόπων. Οι αποκαλούμενοι και Άραβες των Βάλτων, ή αλλιώς Μαντάν, κατοικούσαν για αιώνες στους υγρότοπους που σχηματίζονται εκεί που ενώνεται ο Τίγρης με τον Ευφράτη, λίγο πριν εκβάλουν μαζί ως Σατ-αλ-Αράμπ στον Περσικό Κόλπο.

Οι υγρότοποι της Μεσοποταμίας, στο Νότιο Ιράκ. http://www.iier.org/i/uploadedfiles/050310MarshesStateCIMI5B.pdf

Οι υγρότοποι της Μεσοποταμίας, στο Νότιο Ιράκ.
Πηγή εικόνας

Οι υγρότοποι αυτοί ήταν μέχρι πρόσφατα οι πιο εκτεταμένοι στη Μέση Ανατολή, και οι κάτοικοί τους ζούσαν μια ζωή εντελώς προσαρμοσμένη σ’ αυτό το φυσικό περιβάλλον, χωρίς να τους αγγίζει και πολύ η τεχνολογική πρόοδος και η αστικοποίηση του τελευταίου αιώνα. Έφτιαχναν τα σπίτια τους από καλάμια στα νησάκια ανάμεσα στους βάλτους, καλλιεργούσαν ρύζι, ψάρευαν με καμάκια, κυνηγούσαν αγριογούρουνα, εξέτρεφαν νεροβούβαλους και μετακινούνταν με κανό.

Άραβες των Βάτων οδηγούν τα κανό τους, που είναι φορτωμένα με καλάμια. http://scribol.com/anthropology-and-history/the-marsh-arabs-of-iraq

Άραβες των Βάλτων οδηγούν τα κανό τους, που είναι φορτωμένα με καλάμια.
Πηγή εικόνας

Χωριό στους ιρακινούς βάλτους το 1974. http://america.aljazeera.com/articles/2014/7/13/restoring-iraqs-lostmarshes.html

Χωριό στους ιρακινούς βάλτους το 1974, με σπίτια φτιαγμένα από καλάμια.
Πηγή εικόνας

Όπως συνηθίζεται για ομάδες ανθρώπων με τρόπο ζωής τόσο διαφορετικό από τον περίγυρό τους, οι Μαντάν δεν είχαν γενικά καλή φήμη. Έχουν κάποιες συνήθειες που φαίνονται περίεργες σε πολλούς, π.χ. να δίνουν στα παιδιά τους παράξενα και μη ελκυστικά ονόματα όπως «Μικρός Αρουραίος», «Ύαινα», «Γουρούνι», απ’ ό,τι φαίνεται για να τους προστατέψουν από το κακό μάτι. Παρ’ όλα αυτά, περιηγητές που τόλμησαν να συναναστραφούν και να ζήσουν μαζί τους, τους περιγράφουν ως φιλικούς και φιλόξενους. Όπως οι περισσότεροι νότιοι Ιρακινοί, είναι κι αυτοί Σιίτες Μουσουλμάνοι.

Αυτόν τον τρόπο ζωής, που επιβίωσε επί αιώνες κάτω από διάφορους κατακτητές, έμελλε να τον καταστρέψουν οι πολιτικές εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα. Στον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου (1981-88), οι υγρότοποι έγιναν πεδίο μάχης, πληρώνοντας την τοποθεσία τους στα σύνορα των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, του Ιράκ και του Ιράν. Ταυτόχρονα, έγιναν λόγω της πυκνής τους βλάστησης καταφύγιο για πολλούς λιποτάκτες του ιρακινού στρατού. Το 1991 ακολούθησε ο δεύτερος Πόλεμος του Κόλπου, του πατέρα Μπους εναντίον του Σαντάμ Χουσέιν, μετά την εισβολή του τελευταίου στο Κουβέιτ. Στις 28 Φεβρουαρίου ξέσπασε εξέγερση εναντίον του Σαντάμ από τους Σιίτες του Νότιου Ιράκ, που προφανώς περίμεναν βοήθεια από τους Αμερικάνους. Αυτή η βοήθεια δεν ήρθε ποτέ: οι ΗΠΑ άφησαν το σιιτικό πληθυσμό αφύλακτο απέναντι στην εκδίκηση του Σαντάμ, που έσφαξε χιλιάδες απ’ αυτούς.

Στην εξέγερση συμμετείχαν και κάποιοι Άραβες των Βάλτων, ενώ στους υγρότοπους κατέφυγαν και πολλοί αντάρτες που συνέχιζαν να πολεμούν το καθεστώς. Ήταν τότε που ο Σαντάμ αποφάσισε την ολοκληρωτική αποξήρανση των υγροτόπων. Το 1992 κατασκεύασε με γρήγορες διαδικασίες ένα κανάλι, που οδηγούσε το νερό των ποταμών μακριά από την περιοχή. Σε λίγα χρόνια το 90% των υγρότοπων είχε ήδη καταστραφεί και μετατραπεί σε έρημο. Οι κάτοικοί τους είχαν είτε σκοτωθεί, είτε καταφύγει στο Ιράν, είτε αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την (άχρηστη πλέον) γη τους για να ζήσουν στις φτωχογειτονιές των ιρακινών μεγαλουπόλεων. Η βάση του τρόπου ζωής τους δεν υπήρχε πια.

Το αποτέλεσμα της αποξήρανση των υγροτόπων από το Σαντάμ Χουσέιν. http://scribol.com/anthropology-and-history/the-marsh-arabs-of-iraq

Το αποτέλεσμα της αποξήρανσης των υγροτόπων από το Σαντάμ Χουσέιν (σύγκριση 1973-2000, με το πράσινο χρώμα να δείχνει την έκταση των βάλτων).
Πηγή εικόνας

Μετά την απομάκρυνση του Σαντάμ Χουσέιν το 2003, πραγματοποιήθηκε αρχικά μια αναγέννηση των υγρότοπων. Οι κατασκευές του Σαντάμ που συγκρατούσαν το νερό καταστράφηκαν και αυτό αφέθηκε έτσι να κυλήσει πάλι ανάμεσα στην παλιά έκταση των βάλτων. Μέχρι το 2008, υπολογίζεται ότι ήδη περίπου η μισή έκταση είχε αποκατασταθεί. Αυτή η κατάληξη θεωρήθηκε ως μια από τις πολύ λίγες επιτυχίες στη μετά-Σαντάμ εποχή.

Η αναγέννηση των βάλτων φαίνεται σ' αυτό το χάρτη, βασισμένο σε δορυφορικές εικόνες του διαστήματος 2007-2009. Το μπλε αντιπροσωπεύει τους μόνιμους βάλτους (πάνω από 10 μήνες το χρόνο), το πράσινο τους οριακούς (4-10 μήνες το χρόνο) και το κίτρινο τους εποχιακούς (κάτω από 4 μήνες). https://dspace.library.uvic.ca:8443/bitstream/handle/1828/2546/E_A_10.jpg?sequence=1&isAllowed=y

Η αναγέννηση των βάλτων φαίνεται σ’ αυτό το χάρτη, βασισμένο σε δορυφορικές εικόνες του διαστήματος 2007-2009. Το μπλε αντιπροσωπεύει τους μόνιμους βάλτους (πάνω από 10 μήνες το χρόνο), το πράσινο τους οριακούς (4-10 μήνες το χρόνο) και το κίτρινο τους εποχιακούς (κάτω από 4 μήνες).
Πηγή εικόνας

Οι Άραβες των βάλτων σε μια νέα εποχή

Όπως είδαμε, οι υγρότοποι σχηματίζονται από τα νερά του Τίγρη και του Ευφράτη, που διακλαδώνονται καλύπτοντας μια μεγάλη έκταση (παλιότερα έφτανε τα 10-15.000 τ.χλμ., μεγαλύτερη δηλαδή από την Κύπρο), λίγο πριν ενωθούν και εκβάλουν στη θάλασσα. Η έκταση των υγρότοπων αλλάζει φυσικά ανάλογα και με τις εποχιακές διακυμάνσεις της ροής των ποταμών.

Η λεκάνη απορροής του Τίγρη και του Ευφράτη - ο χρωματισμός της επιφάνεας αντιστοιχεί στο ύψος της βροχόπτωσης. Όπως φαίνεται, ενώ τα νερά των ποταμών προέρχονται από περιοχές που η βροχόπτωση μπορεί να ξεπερνά και τα 500mm, στην ίδια η Μεσοποταμία αυτή δεν ξεπερνά τα 100 mm. http://www.iier.org/i/uploadedfiles/050310MarshesStateCIMI5B.pdf

Η λεκάνη απορροής του Τίγρη και του Ευφράτη – ο χρωματισμός της επιφάνειας αντιστοιχεί στο ύψος της βροχόπτωσης. Όπως φαίνεται, ενώ τα νερά των ποταμών προέρχονται από περιοχές που η βροχόπτωση μπορεί να ξεπερνά και τα 500mm, στην ίδια τη κοιλάδα της Μεσοποταμίας αυτή δεν ξεπερνά τα 100 mm.
Πηγή εικόνας

Αυτό το νερό όμως, όπως έχει περιγραφεί σε άλλο άρθρο, προέρχεται κυρίως από τη νοτιοανατολική Τουρκία, η οποία κατασκευάζει τεράστια φράγματα, με σκοπό να χρησιμοποιεί αυτή μεγάλο τμήμα του για σκοπούς άρδευσης. Ταυτόχρονα, η αύξηση του πληθυσμού στη Συρία, στο Ιράν και στο ίδιο το Ιράκ σημαίνει και αυξημένες ανάγκες σε νερό, τόσο για ύδρευση όσο και για άρδευση. Ειδικά το Ιράν έχει κι αυτό ένα πρόγραμμα κατασκευής φραγμάτων, που θα επηρεάσει και τα μέχρι σήμερα υγιή τμήματα των υγρότοπων. Σ’ αυτά έρχεται φυσικά να προστεθεί και η κλιματική αλλαγή, που θα φέρει πιθανόν μείωση της βροχόπτωσης.

Το τεράστιο Φράγμα Ατατούρκ στο ποταμό Ευφράτη, ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν κτιστεί στα πλαίσια του GAP. http://www.natgeocreative.com/photography/529932

Το τεράστιο Φράγμα Ατατούρκ στο τούρκικο τμήμα του Ευφράτη, συγκρατεί ένα μεγάλο μέρος του νερού που παλιότερα έρεε μέχρι τον Περσικό Κόλπο, εμπλουτίζοντας και τους υγρότοπους στο Νότιο Ιράκ.
Πηγή εικόνας

Το να ακυρώσεις διαδικασίες που ξεκίνησαν από πολιτικές αποφάσεις, όπως έγινε με αυτές επί Σαντάμ για την αποξήρανση, είναι δυνατό. Το να παλέψεις όμως ενάντια σε βαθιές κοινωνικές και οικολογικές αλλαγές είναι πολύ πιο δύσκολο, και μπορεί να αποδειχτεί μοιραίο για τους υγρότοπους. Ήδη τώρα η έκταση τους φαίνεται να έχει πάλι πτωτικές τάσεις.

Ακόμα και το νερό που έμεινε έχει αυξημένη αλατότητα, πράγμα που δυσκολεύει παραδοσιακές ασχολίες του πληθυσμού, όπως η αλιεία και η κτηνοτροφία. Επίσης, αυξημένη είναι και η ρύπανση, μάλλον λόγω της ανόδου του πληθυσμού στις ανάντη περιοχές, που σημαίνει περισσότερα (συνήθως) ανεπεξέργαστα λύματα, αλλά και περισσότερα φυτοφάρμακα από τη γεωργία. Αυτό επιβαρύνει επιπλέον τη ζωή των κατοίκων: δεν μπορούν να πίνουν νερό απευθείας από τα ποτάμια όπως παλιότερα, ενώ αυξημένες είναι και οι περιπτώσεις γαστρεντερικών και δερματικών ασθενειών.

Το πόσοι έχουν απομείνει ή επιστρέψει στους βάλτους σήμερα από τους κάποτε 250.000-500.000 κατοίκους, δεν είναι καθαρό. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται κάπου ανάμεσα στις λίγες χιλιάδες και λίγο περισσότερο από 100.000. Εξάλλου δεν ξέρουμε, πόσοι όντως επέστρεψαν και στον παλιό τρόπο ζωής τους, ή απλά κατοικούν γύρω από τους υγρότοπους.

Παρά την ειδυλλιακή εικόνα της ζωής στους βάλτους που περιγράφουν οι περιηγητές, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι αυτές οι συνθήκες ήταν πολύ απλές και φτωχικές. Η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως η παιδεία και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ήταν και είναι χειρότερη απ’ ό,τι αλλού στο Ιράκ. Ακόμα και με τη μερική αναγέννηση των υγροτόπων, δύσκολα θα γυρίσουν οι νέοι από τις πόλεις σε έναν τρόπο ζωής που όχι μόνο θεωρείται ξεπερασμένος, αλλά που και με τις νέες συνθήκες (ρύπανση, αλάτωση, έλλειψη νερού) μπορεί να είναι και πιο δύσκολος από πριν.


Βιβλιογραφία

Ποταμια στην ερημο

Κλασσικό

Λίγες βιοκλιματικές ζώνες στον πλανήτη μας είναι τόσο εχθρικές στη ζωή όσο η έρημος. Τίποτα δεν δυσκολεύει τόσο πολύ την επιβίωση του ανθρώπου όσο η έλλειψη νερού.

Αυτό είναι κάτι που οι κάτοικοι της υποτροπικής ξηρής κλιματικής ζώνης ξέρουν καλά. Αυτή εκτείνεται στο βόρειο ημισφαίριο περίπου στο γεωγραφικό πλάτος 25-40°: είναι δημιούργημα περίπλοκων δυναμικών διαδικασιών στα ανώτερα τμήματα της ατμόσφαιρας, που δημιουργούν στην επιφάνεια της Γης μια ζώνη ψηλών βαρομετρικών. Εδώ κοντά έχουμε ίσως την πιο ακραία της μορφή, με μια τεράστια και εξαιρετικά ξηρή έρημο, που ξεκινά από τις ακτές του Μαρόκου και φτάνει μέχρι τo Ιράκ, γνωστή ως Σαχάρα στο αφρικανικό της τμήμα και Αραβική Έρημος στο ασιατικό.

Οι περιοχές της γης με ημίξηρο (καφέ), ξηρό (πορτοκαλί) και υπέρξηρο κλίμα. https://prezi.com/4hota9a_ppuk/sahelzone/

Οι περιοχές της Γης με ημίξηρο (καφέ), ξηρό (πορτοκαλί) και υπέρξηρο (κίτρινο) κλίμα.
Πηγή εικόνας

Αυτή η περιοχή θα έπρεπε να ήταν σχεδόν ακατοίκητη, αν δεν υπήρχαν κάποιες γεωμορφολογικές ιδιαιτερότητες. Το ανάγλυφο της περιοχής είναι τέτοιο, ώστε σε κάποια σημεία οι μεγάλες ποσότητες βροχόπτωσης που μαζεύουν τα βουνά βόρεια ή νότια αυτής της ζώνης, να μπορούν να βρουν τη διέξοδο προς τη θάλασσα μόνο περνώντας μέσα απ’ την έρημο, χαρίζοντας της ζωή. Τέτοια είναι η περίπτωση της κοιλάδας του Νείλου στην Αφρική, αλλά σε κάποιο βαθμό και της Μεσοποταμίας στη Δυτική Ασία.

Ο θεός Νείλος και τα δώρα του

Πριν μόλις 2 χρόνια, η πρόθεση της Αιθιοπίας να κατασκευάσει φράγμα στο Γαλάζιο Νείλο παρ’ ολίγο να προκαλέσει πόλεμο με την Αίγυπτο. Ο τότε πρόεδρος της Αιγύπτου είπε σχετικά ότι αν τα νερά του Νείλου «λιγοστέψουν έστω και κατά μια σταγόνα, το αίμα μας είναι η εναλλακτική». Αυτό είναι ένα ακόμα δείγμα της ζωτικής τους σημασίας.

Χάρτης της λεκάνης απορροής του ποταμού Νείλου (καφέ όριο). Ο χρωματισμός αντιστοιχεί στην πραγματική εξατμισοδιαπνοή, που σ' αυτήν την περίπτωση είναι ένδειξη του πόσο βροχερό είναι το κλίμα (κίτρινο προς μπλε = χαμηλή προς ψηλή). http://www.nilebasin.org/index.php/about-us/the-river-nile

Χάρτης της λεκάνης απορροής του Νείλου (καφέ όριο). Ο χρωματισμός αντιστοιχεί στην πραγματική εξατμισοδιαπνοή, που σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ένδειξη του πόσο υγρό είναι το κλίμα (κίτρινο προς μπλε = χαμηλή προς ψηλή). Πηγή εικόνας

Τα υπάρχοντα (πράσινες τελείες) και τα υπό κατασκευή (κίτρινες) φράγματα στο Νείλο. Το βορειότερο είναι το γνωστό φράγμα του Ασουάν, ενώ το νοτιότερο υπό κατασκευή Φράγμα της Αναγέννησης παρ' ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο Αιγύπτου-Αιθιοπίας. http://america.aljazeera.com/opinions/2014/2/egypt-disputes-ethiopiarenaissancedam.html

Τα υπάρχοντα (πράσινες τελείες) και τα υπό κατασκευή (κίτρινες) φράγματα στο Νείλο. Το βορειότερο είναι το γνωστό Φράγμα του Ασουάν, ενώ το νοτιότερο υπό κατασκευή Φράγμα της Αναγέννησης παρ’ ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο Αιγύπτου-Αιθιοπίας.
Πηγή εικόνας

Ο Νείλος ήταν για τους αρχαίους Αιγύπτιους θεός, κι αυτό είναι ακόμα ένα στοιχείο που δείχνει τη σημασία του. Η ονομασία «δώρο του Νείλου» για την Αίγυπτο δεν είναι υπερβολική: χάρη στο νερό και τα θρεπτικά στοιχεία που κουβαλά μαζί του ο Νείλος από τα εύφορα ηφαιστειογενή εδάφη της Αιθιοπίας, αλλά και από την τροπική ζώνη της κεντρικής Αφρικής, αποκτά ζωή η έρημος Σαχάρα, έστω και ένα μικρό μέρος της. Βοηθούν φυσικά και τα ψηλά βουνά της Ανατολικής Αιγύπτου που φράσσουν το δρόμο προς την Ερυθρά Θάλασσα και αναγκάζουν το Νείλο να διασχίσει ολόκληρη την Αίγυπτο για να καταλήξει στη Μεσόγειο.

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στη τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ' αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται από την τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η έρημος Σαχάρα, όπως φαίνεται από την Σακάρα νότια του Καΐρου. Συνεχίζεται έτσι για χιλιάδες χιλιόμετρα.

Φωτογραφία από το ίδιο σημείο, αλλά κοιτώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η έρημος Σαχάρα συνεχίζεται έτσι για χιλιάδες χιλιόμετρα.

Όσο εντυπωσιακό και να είναι αυτό το θαύμα της Φύσης, οι αντοχές του απέναντι στην πίεση της ανθρώπινης ανάπτυξης δεν είναι ανεξάντλητες. Η δημογραφική έκρηξη του τελευταίου αιώνα είναι για χώρες όπως η Αίγυπτος ιδιαίτερα επικίνδυνη: η κοιλάδα του Νείλου, που επί χιλιετίες εξασφάλιζε τη ζωή τόσων ανθρώπων, δυσκολεύεται τώρα να υποστηρίξει τις ανάγκες ενός πληθυσμού 80 εκατομμυρίων, που αναμένεται να φτάσει τα 120 πριν σταθεροποιηθεί. Κάπως έτσι βρέθηκε η Αίγυπτος, που είχε στηρίξει αυτοκρατορίες με την εξαγωγή σιταριού, στην ανάγκη να εισάγει τώρα σιτάρι.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνονται από το τρένο Λουξόρ-Ασουάν.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου. Ενώ οι ανάγκες σε νερό και γεωργική παραγωγή αυξάνονται ραγδαία με τη δημογραφική έκρηξη, οι οικιστικές ανάγκες που επίσης αυξάνονται στερούν πολύτιμη γεωργική γη.

Αυτό δεν είναι φυσικά το μόνο πρόβλημα που προκαλεί η ανθρώπινη επέμβαση. Το φράγμα του Ασουάν, ένα από τα πιο μεγαλεπήβολα σχέδια για την ανάπτυξη της Αιγύπτου, θεωρείται από πολλούς παράδειγμα κακού σχεδιασμού, που δημιούργησε ίσως περισσότερα προβλήματα από αυτά που σκόπευε να λύσει. Και δεν είναι μόνο ότι για να κατασκευαστεί χρειάστηκε η μετεγκατάσταση δεκάδων χιλιάδων Νουβίων σε κακές συνθήκες, ούτε το ότι σ’ αυτό το κλίμα μια επιφάνεια τέτοιας έκτασης έχει ως συνέπεια μεγάλες απώλειες νερού μέσω εξάτμισης.

Οι ετήσιες πλημμύρες του Νείλου πλέον εμποδίζονται με τη ρύθμιση της ροής από το φράγμα: οι πλημμύρες όμως ήταν αυτές που άφηναν πίσω τους στις γεωργικές εκτάσεις μια πλούσια σε θρεπτικά στοιχεία ιλύ – η οποία τώρα συγκρατείται από το φράγμα. Το νερό που φτάνει άρα στους Αιγύπτιους αγρότες είναι πολύ πιο φτωχό σε θρεπτικά στοιχεία, πράγμα που με τη σειρά του τους αναγκάζει σε αυξημένη χρήση λιπασμάτων, δημιουργώντας ακόμα μια περιβαλλοντική επιβάρυνση για το Νείλο. Οι συνέπειες γίνονται αισθητές μέχρι το δέλτα του Νείλου και την ακτή της Μεσογείου, όπου λόγω μειωμένου φορτίου του ποταμού δεν αυξάνεται μόνο η διάβρωση των ακτών, αλλά μειώνονται και τα θρεπτικά στοιχεία στο νερό της θάλασσας – όχι ότι καλύτερο για την αλιεία.

Ο παρόχθιος πεζόδρομος στο Ασουάν (ανατολική όχθη) με την έρημο να ξεκινά σχεδόν άμεσα στη δυτική όχθη στο βάθος.

Ο ποταμός Νείλος στο Ασουάν, λίγο πιο βόρεια από το γνωστό φράγμα.

Αν βάλουμε στην εξίσωση και τις πιθανές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, δεν πρέπει να μας προξενεί εντύπωση που το ενδεχόμενο μειωμένης ποσότητας νερού (λόγω φραγμάτων στην Αιθιοπία) προκαλεί τέτοια ανησυχία στην Αίγυπτο. Το πράγμα γίνεται περίπλοκο λόγω της πρόσφατης Ιστορίας του διαμοιρασμού του νερού. Αυτή βασίζεται σε μια σύμβαση από το 1929, την εποχή της αποικιοκρατίας, που εξασφάλιζε στην Αίγυπτο το μεγαλύτερο ποσοστό στη χρήση του νερού του Νείλου (57%), καθώς και την ανάγκη έγκρισης απ’ αυτήν κάθε έργου που το αφορά στις ανάντη χώρες. Η σύμβαση ανανεώθηκε το 1959, αυξάνοντας το ποσοστό νερού για την Αίγυπτο – λίγο πριν την ανεξαρτησία των νοτιότερων αφρικανικών χωρών, ενώ η ήδη ανεξάρτητη Αιθιοπία δεν ρωτήθηκε καν. Για αρκετές δεκαετίες στη συνέχεια οι ανάντη χώρες ήταν δηλαδή υπόχρεες να τηρούν μια αποικιακή συμφωνία, την οποία οι ίδιες δεν είχαν υπογράψει κι από την οποία δεν είχαν κανένα όφελος – παρ’ όλο που το νερό του Νείλου προερχόταν από το έδαφός τους.

Όπως ήταν αναμενόμενο, με την αύξηση του πληθυσμού και τις αυξημένες ανάγκες αυτών των χωρών, κάποια στιγμή αυτό θα γινόταν πρόβλημα. Το 2010 κατέληξαν σε καινούρια συμφωνία για τη χρήση των νερών του Νείλου – την οποία η Αίγυπτος αρνήθηκε να δεχτεί. Για άλλη μια φορά, βλέπουμε πως τα σύγχρονα πολιτικά σύνορα, όταν δεν σέβονται τη φυσική γεωγραφία, αποδεικνύονται ανίκανα να εξασφαλίσουν μια σταθερότητα.

Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη

Όπως ο Νείλος γέννησε τον πολιτισμό της Αρχαίας Αιγύπτου, έτσι και ο Τίγρης με τον Ευφράτη γέννησαν πολιτισμούς όπως το βαβυλωνιακό, το σουμεριακό, τον ασσυριακό. Πολιτισμούς που μας άφησαν επιτεύγματα όπως την πρώτη γραφή ή τους πρώτους νομικούς κώδικες στην ανθρώπινη Ιστορία.

Όπως όμως τα σύγχρονα σύνορα δημιουργούν προβλήματα στη χρήση του νερού του Νείλου, το ίδιο συμβαίνει με τον Τίγρη και τον Ευφράτη. Και οι δύο ποταμοί πηγάζουν στη νοτιανατολική Τουρκία, διασχίζουν την ανατολική Συρία και περνούν στο Ιράκ, μέχρι να ενωθούν ως ο ποταμός Σατ-αλ-Αράμπ και να εκβάλλουν στον Περσικό Κόλπο.  Αν όμως η προέλευση των νερών του Τίγρη είναι κάπως πιο ισορροπημένη (περίπου το μισό προέρχεται από παραπόταμους που πηγάζουν στην οροσειρά Ζάγρος, δηλαδή στο έδαφος του Ιράκ και του Ιράν, με το εδάφος της Τουρκίας να προσφέρει το υπόλοιπο), το νερό του Ευφράτη προέρχεται κατά 90% από τη βροχόπτωση στη νοτιοανατολική Τουρκία. Η ίδια η πεδιάδα της Μεσοποταμίας στη Συρία και το Ιράκ είναι μια περιοχή με ξηρό κλίμα, που συνεισφέρει ελάχιστα στη ροή αυτών των ποταμών – είναι όμως απόλυτα εξαρτημένη απ’ αυτήν τη ροή. Η Τουρκία βρίσκεται άρα στην πλεονεκτική θέση, να έχει στα χέρια της τον έλεγχο του νερού, που τόσο πολύ χρειάζονται οι νοτιότερες αραβικές χώρες.

Τίγρης Ευφράτης

Η λεκάνη απορροής του Τίγρη και του Ευφράτη – ο χρωματισμός της επιφάνειας αντιστοιχεί στο ύψος της βροχόπτωσης. Όπως φαίνεται, ενώ τα νερά των ποταμών προέρχονται από περιοχές που η βροχόπτωση μπορεί να ξεπερνά και τα 500mm, στην ίδια τη κοιλάδα της Μεσοποταμίας με την εντατική γεωργία αυτή δεν ξεπερνά τα 100 mm.  Πηγή εικόνας

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη μέσω του φιλόδοξου τουρκικού προγράμματος GAP (Σχέδιο Νοτιοανατολικής Τουρκίας). Αυτό έχει μεγάλη πολιτική σημασία για την χώρα, αφού στοχεύει στην οικονομική ανάπτυξη του ιδιαίτερα προβληματικού νοτιοανατολικού τμήματος (βλέπε Κουρδικό). Το πρόγραμμα, που εφαρμόζεται από τη δεκαετία του ’80, συμπεριλαμβάνει την κατασκευή πολλών μεγάλων φραγμάτων στο Τίγρη και τον Ευφράτη, όχι μόνο για σκοπούς άρδευσης, αλλά και παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Το Φράγμα Ατατούρκ στον ποταμό Ευφράτη, ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν κτιστεί στα πλαίσια του GAP. http://www.natgeocreative.com/photography/529932

Το Φράγμα Ατατούρκ στον ποταμό Ευφράτη, ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν κτιστεί στα πλαίσια του GAP.
Πηγή εικόνας

Όπως ήταν αναμενόμενο, σ’ αυτές τις κατασκευές αντιδρούν η Συρία και το Ιράκ, που είναι τόσο εξαρτημένες από τα νερά των δύο ποταμών. Η Τουρκία έχει επίγνωση της πολιτικής δύναμης που της δίνει η φυσική γεωγραφία. «Εσείς έχετε το πετρέλαιο, εμείς έχουμε το νερό» είναι η φράση που περιγράφει τη στάση της απέναντι στους Άραβες γείτονες τους.

Επίσημα φυσικά, η Τουρκία προσπαθεί να πείσει ότι η πολιτική της δεν στρέφεται ενάντια στους γείτονες, και μάλιστα εξασφαλίζει και σ’ αυτούς πλεονεκτήματα. Στην Τουρκία οι απώλειες νερού μέσω εξάτμισης είναι μικρότερες, άρα η κατασκευή φραγμάτων είναι προτιμότερο να γίνει εκεί. Και αυτή η κατασκευή είναι αναγκαία, ώστε να ρυθμίζεται η ροή των ποταμών, αλλιώς οι φυσικές διακυμάνσεις μπορεί να αποβούν καταστροφικές, όπως έγινε στο παρελθόν σε περιόδους ξηρασίας. Όπως και να ‘χει, τέτοια φράγματα δίνουν στην Τουρκία μεγάλη δύναμη, και φαίνεται ότι οι γείτονές της δεν την εμπιστεύονται ότι η χρήση της θα είναι σωστή.

Το θέμα γεννάει ένταση όχι μόνο στις σχέσεις Τουρκίας-Συρίας και Τουρκίας-Ιράκ, αλλά και Συρίας-Ιράκ. Το 1975 παρ’ ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο μεταξύ των δυο τελευταίων χωρών, όταν η Συρία αποφάσισε να κατασκευάσει αυτή φράγμα στον Ευφράτη. Όσο το πρόβλημα δεν λύνεται, θα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνο. Και η λύση του θα είναι πολύ δύσκολη, όταν από τη μια αυξάνεται ο πληθυσμός, ενώ από την άλλη η κλιματική αλλαγή αναμένεται να κάνει το κλίμα ακόμα πιο ξηρό. Και με τη σημερινή κατάρρευση κρατών όπως το Ιράκ και η Συρία, υπάρχουν περισσότερα μέρη που πρέπει να συμφωνήσουν για τη διαχείριση των νερών – μεταξύ άλλων και το Ισλαμικό Κράτος.

Η αύξηση του πληθυσμού και η αυξημένη γεωργική χρήση του νερού σημαίνουν και μείωση της ποιότητάς του, μέσω της επιβάρυνσης από τα αστικά λύματα και τη γεωργία. Η υπερβολική χρήση αυτών των νερών απ’ όλες τις χώρες έχει όμως και άλλες κακές οικολογικές συνέπειες.  Η μείωση της ροής κοντά στις εκβολές του Σατ-αλ-Αράμπ οδηγεί στην εισροή αλμυρού νερού από τον Περσικό Κόλπο. Αυτό σημαίνει ότι το νερό του ποταμού γίνεται ουσιαστικά άχρηστο για τη γεωργία. Οι επιπτώσεις στη γεωργική παραγωγή ήδη γίνονται αισθητές. Ταυτόχρονα, καταστρέφεται και το οικοσύστημα των υγρότοπων στο νότιο Ιράκ, που ήταν κάποτε οι μεγαλύτεροι στη Μέση Ανατολή.

Οι Άραβες των Βάλτων κατοικούσαν για αιώνες στους υγρότοπους που σχηματίζονται κοντά στις εκβολές του Σατ-αλ-Αράμπ, πριν ο Σαντάμ Χουσέιν τους αποξηράνει για πολιτικούς κυρίως λόγους. Μετά την απομάκρυνση του, πραγματοποιήθηκε αρχικά η αναγέννηση των υγρότοπων. Σύντομα όμως αυτοί άρχισαν πάλι να συρρικνώνονται - αυτή τη φορά λόγω της μειωμένης ροής του Τίγρη και του Ευφράτη. http://news.nationalgeographic.com/2015/07/150709-iraq-marsh-arabs-middle-east-water-environment-world/

Οι Άραβες των Βάλτων κατοικούσαν για αιώνες στους υγρότοπους που σχηματίζονται στο σημείο που ενώνεται ο Τίγρης με τον Ευφράτη, πριν ο Σαντάμ Χουσέιν τους αποξηράνει για πολιτικούς κυρίως λόγους. Μετά την απομάκρυνσή του, έγινε αρχικά μια αναγέννηση των υγρότοπων. Σύντομα όμως αυτοί άρχισαν πάλι να συρρικνώνονται – αυτή τη φορά λόγω της μειωμένης ροής του Τίγρη και του Ευφράτη.
Πηγή εικόνας


Και ο Νείλος και ο Ευφράτης με τον Τίγρη είναι παραδείγματα του πόσο προβληματικά αποδεικνύονται τα σημερινά πολιτικά σύνορα. Αυτά χαράκτηκαν σε μια εποχή που το οικολογικό πρόβλημα δεν ήταν ακόμα τόσο έντονο, όταν τα νερά αυτών των ποταμών έφταναν άνετα για να ικανοποιήσουν τις περιορισμένες ανάγκες ενός ακόμα μικρού και φτωχού πληθυσμού. Με τη σημερινή οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη, μοιάζουν πλέον ξεπερασμένα.

Η ανάγκη κεντρικού σχεδιασμού μιας κοινής διαχείρισης αυτών των φυσικών πόρων είναι ολοφάνερη. Είναι αρκετά πιθανό με την κλιματική αλλαγή και την επέκταση της ξηρής ζώνης προς τα βόρεια να βρεθούμε κι εμείς σύντομα αντιμέτωποι με ανάλογα προβλήματα. Καλύτερα να είμαστε από πριν έτοιμοι να τα αντιμετωπίσουμε.


Σχετικά άρθρα/βιβλία/ντοκυμαντέρ

Εβραϊσμος στα αραβικα

Κλασσικό

Η γενική εικόνα που υπάρχει είναι ότι Άραβες και Εβραίοι είναι δύο διαφορετικά έθνη, και μάλιστα ανταγωνιστικά (λόγω Παλαιστίνης). Γι’ αυτό μια ακόμα ταυτότητα που μπορεί να φαίνεται περίεργη είναι αυτή του αραβόφωνου Εβραίου – ή του Εβραίου Άραβα, ανάλογα με το πως το βλέπει κανείς. Κι όμως, δεν μιλάμε για μια μικρή κοινότητα: περίπου το ένα τρίτο ή και περισσότερο του εβραϊκού πληθυσμού του Ισραήλ έχει τέτοια καταγωγή.

Εβραίοι: έθνος ή θρησκεία

Οι Εβραίοι είναι τελικά μια εθνική ή μια θρησκευτική κοινότητα; Η απάντηση ποτέ δεν ήταν εύκολη – και δεν είναι ούτε και σήμερα. Μπορεί το Ισραήλ να λειτουργεί σαν έθνος-κράτος, με μια επίσημη εθνική γλώσσα, τα εβραϊκά (που ουσιαστικά νεκραναστήθηκε, και παρ’ όλα αυτά μιλιέται πλέον από την πλειοψηφία του πληθυσμού σαν μητρική). Όμως εκτός Ισραήλ οι Εβραίοι συνεχίζουν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες και να έχουν τόσο μεγάλες πολιτισμικές διαφορές, που είναι δύσκολο να τους φανταστούμε ως ενιαίο έθνος.

Στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια, είναι αρκετά γνωστός ο διαχωρισμός των Εβραίων σε Ασκεναζίμ και Σεφαρδίμ. Οι Ασκεναζίμ είναι οι Εβραίοι της Βόρειας, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (από την Αγγλία ως τη Ρωσία), που ήταν κυρίως γερμανόφωνοι. Οι Σεφαρδίτες αντίθετα ήταν λατινόφωνοι, με καταγωγή από την Ισπανία, απ’ όπου εκδιώχθηκαν για να βρουν καταφύγιο κυρίως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι Εβραίοι της Ελλάδας και των γειτονικών χωρών ήταν Σεφαρδίτες, ενώ δεν έλειπε και μια μικρή κοινότητα ελληνόφωνων, οι Ρωμανιώτες.

Λιγότερος λόγος γίνεται για μια άλλη εβραϊκή κοινότητα, που είναι όμως πολυάριθμη. Αυτοί είναι οι Μιζραχίμ, οι Εβραίοι της Μέσης Ανατολής. Ο όρος αυτός είναι σχετικά καινούριος. Συχνά αντιμετωπίζονταν ως μέρος των Σεφαρδιτών, διαφέρουν όμως στο ότι ζούσαν κυρίως στις αραβικές χώρες και ήταν στην πλειοψηφία τους αραβόφωνοι. Έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τους Άραβες – μάλλον περισσότερα παρά με τους Ευρωπαίους Εβραίους.

Εβραίοι της Μέσης Ανατολής: μια ιστορία χιλιετιών

Το να μιλάμε για “Εβραίους της Μέσης Ανατολής” ακούγεται περιττό, από τη στιγμή που οι Εβραίοι ήταν έτσι κι αλλιώς ένας σημιτικός λαός με μεσανατολική προέλευση, όπως και οι Άραβες. Ήδη από την Αρχαιότητα είχαν εξαπλωθεί και εκτός Παλαιστίνης. Από τον 6ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν σημαντικές εβραϊκές κοινότητες στην Αίγυπτο και στη Βαβυλώνα.

Η μεγάλη εβραϊκή Διασπορά εμφανίστηκε όμως με το 73 μ.Χ., όταν οι Ρωμαίοι εκτόπισαν τους περισσότερους Εβραίους από την Παλαιστίνη, ως τιμωρία για μια εξέγερση. Αυτοί σκορπίστηκαν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, φυσικά και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Μετά από 6 περίπου αιώνες, αυτή η περιοχή κατακτήθηκε από τους Άραβες. Μέσα στα πλαίσια των ισλαμικών αραβικών κρατών, οι Εβραίοι μπόρεσαν να επιβιώσουν ως ξεχωριστή κοινότητα σε καθεστώς προστασίας (αν και φυσικά με κατώτερο στάτους απ’ ότι οι Μουσουλμάνοι).

Αυτό το περιβάλλον ήταν ευνοϊκό για πολιτιστικές ανταλλαγές ανάμεσα στις διάφορες εθνο-θρησκευτικές κοινότητες. Όπως και άλλοι σημιτικοί λαοί της περιοχής, οι Εβραίοι υιοθέτησαν σιγά σιγά και την αραβική γλώσσα, που είχε γίνει πλέον η lingua franca στην περιοχή.

Η ζωή τους στις αραβικές χώρες, στις οποίες ήταν τόσο ντόπιοι όσο και οι Μουσουλμάνοι ή Χριστιανοί ομόγλωσσοί τους, είναι ένα θέμα που διχάζει. Οι Σιωνιστές τείνουν φυσικά να την παρουσιάζουν σαν μια ιστορία καταπίεσης και διωγμών, ανάλογη με αυτήν στην Ευρώπη, που τερματίστηκε επιτέλους με την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους και την ευκαιρία μετανάστευσης σ’ αυτό. Οι Άραβες αντίθετα θα τόνιζαν την ειρηνική συμβίωση και την ανεκτικότητα απέναντι στους Εβραίους, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε την ίδια εποχή στην Ευρώπη. H αλήθεια είναι πιθανόν κάπου στη μέση: αν και οι Εβραίοι στη χιλιετή παραμονή τους υπό ισλαμική-αραβική διοίκηση μάλλον δεν γνώρισαν διώξεις στο βαθμό που τις γνώρισαν στην Ευρώπη, αυτό δεν σημαίνει πως δεν αντιμετώπισαν καταπίεση και διακρίσεις από το κυρίαρχο μουσουλμανικό στοιχείο.

Πάντως με τη σταδιακή εκκοσμίκευση των αραβικών κοινωνιών στη νεώτερη εποχή δόθηκε και στους Εβραίους περισσότερος χώρος. Εβραίοι πήραν θέσεις σε δημοτικά συμβούλια ή στο δικαστικό σώμα, ενώ στο Ιράκ και την Αίγυπτο έφτασαν μέχρι και στο αξίωμα του υπουργού (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, στο ίδιο το Ισραήλ η κοινότητα των Μιζραχίμ έπρεπε να περιμένει μέχρι τη δεκαετία του ’90 για να συμβεί αυτό!). Εβραίοι καλλιτέχνες συμμετείχαν στο σχηματισμό του σύγχρονου αραβικού πολιτισμού. Ενώ δεν έλειψε και η εβραϊκή συμμετοχή στον αντι-αποικιακό αγώνα στις αραβικές χώρες.

Ο Σιωνισμός, η Νάκμπα και οι Μιζραχίμ

Η εμφάνιση του Σιωνισμού το 19ο και 20ό αιώνα έβαλε φυσικά τους Εβραίους της Μέσης Ανατολής σε δύσκολη θέση. Κάποιοι απέρριψαν καθαρά τις σιωνιστικές ιδέες (π.χ. οι κομμουνιστές, αλλά και θρησκευτικοί ηγέτες), άλλοι όμως έδειξαν ενδιαφέρον γι’ αυτές. Όπως και να έχει, ιδιαίτερα με τον πρώτο αραβο-ισραηλινό πόλεμο και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους (κάτι στο οποίο οι τελευταίοι αναφέρονται ως «Νάκμπα», δηλαδή Καταστροφή), στα μάτια των Αράβων έγιναν πλέον οι εχθροί. Μετά το 1948 περίπου 800000 Εβραίοι, σχεδόν το σύνολό τους δηλαδή στις αραβικές χώρες, εγκατέλειψαν τις εστίες τους με προορισμό το Ισραήλ ή τη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική. Σήμερα μόνο λίγες χιλιάδες Εβραίοι παραμένουν στις αραβικές χώρες, κυρίως στο Μαρόκο.

Αν αυτό το έκαναν οικειοθελώς ή εξαναγκάστηκαν, είναι ένα ερώτημα που επίσης διχάζει Άραβες εθνικιστές και Σιωνιστές – το πιο πιθανό είναι η αλήθεια να είναι επίσης στη μέση. Αν και δεν υπήρχαν κατ’ ανάγκη επίσημες κρατικές πολιτικές εκδίωξης, σίγουρα η άνοδος του Σιωνισμού δημιούργησε αρνητικό κλίμα για τους Εβραίους. Διάφορες κυβερνήσεις πήραν μέτρα που τους καταπίεζαν, ενώ δεν έλειψαν και τα αντι-εβραϊκά πογκρόμ και οι βομβιστικές επιθέσεις σε εβραϊκούς στόχους.

Σε κάποιες περιπτώσεις (Ιράκ και Υεμένη) υπήρχε ακόμα και συμμετοχή του κράτους στη μεταφορά τους στο Ισραήλ. Επίσης, η κατάσχεση περιουσιών και η αφαίρεση της ιθαγένειας δεν μπορούσαν παρά να αποτρέψουν κάθε σκέψη επιστροφής. Όλα αυτά ήταν ένα τραγικό πολιτικό λάθος των αραβικών καθεστώτων, αφού νομιμοποίησαν εκ των υστέρων την εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων από τους Σιωνιστές, δίνοντας στους τελευταίους την ευκαιρία να την παρουσιάσουν περίπου σαν ανταλλαγή πληθυσμών.

Εβραίοι από την Υεμένη που έχουν φτάσει στο Ισραήλ. Οι Εβραίοι από τις αραβικές χώρες βρέθηκαν συχνά να μένουν για χρόνια μετά την άφιξή τους σε καταυλισμούς από σκηνές ή τσίγκινα παραπήγματα. http://972mag.com/behind-election-lurks-israels-ethnic-divide/104073/

Εβραίοι από την Υεμένη που έχουν φτάσει στο Ισραήλ. Οι Εβραίοι από τις αραβικές χώρες βρέθηκαν συχνά να μένουν για χρόνια μετά την άφιξή τους σε καταυλισμούς από σκηνές ή τσίγκινα παραπήγματα.
Πηγή εικόνας

Οι Μιζραχίμ ως Ισραηλινοί πολίτες

Το σίγουρο πάντως ήταν ότι η άφιξη των Μιζραχίμ στο Ισραήλ δεν έφερε και το τέλος των διακρίσεων απέναντί τους. Αντίθετα, δημιούργησε καινούριες: οι Ευρωπαίοι Ασκεναζίμ, αυτοί που ουσιαστικά έστησαν και έλεγχαν το νέο κράτος, αντιμετώπισαν αυτούς τους “Ανατολίτες” αραβόφωνους Εβραίους με ρατσιστικό ή τουλάχιστον υπεροπτικό τρόπο. Αυτός δεν ήταν ίσως πολύ διαφορετικός από τον τρόπο που γενικά οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν τους πιο “σκουρόχρωμους” λαούς – κάποιοι το περιέγραψαν, ίσως όχι πολύ άστοχα, ως «ασκενάζικο αντισημιτισμό».

Ο ρόλος που προβλεπόταν για τους Μιζραχίμ στο ισραηλινό κράτος ήταν κυρίως αυτός του φτηνού εργατικού δυναμικού. Οι κυρίαρχοι Ασκεναζίμ έβλεπαν ως καθήκον τους τον «εκπολιτισμό» αυτών των «υπανάπτυκτων», που σήμαινε φυσικά να εγκαταλείψουν και πολλά στοιχεία της μεσανατολικής κουλτούρας τους. Έχουν αναφερθεί ακόμα και περιπτώσεις που Ανατολίτες Εβραίοι έπεσαν θύματα επιθέσεων ή σύλληψης από Εβραίους ευρωπαϊκής καταγωγής, οι οποίοι τους πέρασαν για Παλαιστίνιους λόγω του παρουσιαστικού τους.

Από μια τραγική ειρωνεία της Ιστορίας, σήμερα κάποιοι Ασκενάζι τους κατηγορούν και για την τάση τους να ψηφίζουν συντηρητικά και σκληρά σιωνιστικά κόμματα, όπως το δεξιό Λικούντ – τη στιγμή που ο “προοδευτικός φιλελεύθερος” Σιωνισμός των Ασκεναζίμ ήταν ο κύριος λόγος που αυτοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους. Ο Σιωνισμός ήταν γενικά μια ιδεολογία που γεννήθηκε ανάμεσα στους Ασκεναζίμ, και στη διαμόρφωση της οποίας οι Μιζραχίμ είχαν ελάχιστη επιρροή – αυτοί όμως ήταν που αναγκάστηκαν να πληρώσουν το τίμημά της.

Αυτό το ιδιότυπο «απαρτχάιντ» ανάμεσα στους Ευρωπαίους ανοιχτόχρωμους Ασκεναζίμ και τους Ανατολίτες σκουρόχρωμους Μιζραχίμ ή Σεφαρδίμ, φαίνεται ότι επιβιώνει  σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα. Μπορεί ο διαχωρισμός στην ισραηλινή κοινωνία να μην είναι πλέον τόσο καθαρός όσο παλιότερα και κάποια μέλη της κοινότητας να παίζουν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ή αλλού. Παρ’ όλα αυτά, συνολικά η κοινωνική θέση των Μιζραχίμ ακόμα απέχει πολύ από την απόλυτη ισότητα. Ενώ π.χ. η πλειοψηφία των κρατούμενων στις φυλακές είναι μιζραχικής καταγωγής, στους καθηγητές πανεπιστημίου ή και στους φοιτητές αποτελούν μειοψηφία. Οι ταξικές αντιθέσεις είναι ακόμα εκεί.

Αυτή η κυριαρχία των Ευρωπαίων Εβραίων σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό) δεν έμεινε χωρίς αντίδραση. Στη δεκαετία του ’70 ιδρύθηκαν οι Μαύροι Πάνθηρες από Μιζραχίμ δεύτερης γενιάς, εμπνευσμένους από την ομώνυμα ομάδα στις ΗΠΑ – κάτι που δείχνει και τις ομοιότητες ανάμεσα στη θέση των Μιζραχίμ στο Ισραήλ και σ’ αυτήν των Μαύρων στις ΗΠΑ.  Κύριο αίτημα ήταν τα ίσα δικαιώματα. Το 1996 ιδρύθηκε από Μιζραχί διανοούμενους μάλλον αριστερών τάσεων και το Κεσέτ (Ανατολικό Δημοκρατικό Κίνημα Ουράνιου Τόξου),  επίσης με στόχο την κοινωνική και πολιτιστική δικαιοσύνη για τους Ανατολίτες Εβραίους.

Παλαίμαχοι Μαύροι Πάνθηες στην Ιερουσαλήμ. http://www.haaretz.com/print-edition/news/jerusalem-neighborhood-to-name-streets-in-honor-of-mizrahi-black-panthers-1.369313

Παλαίμαχοι Μαύροι Πάνθηρες στην Ιερουσαλήμ.
Πηγή εικόνας

Ως πολιτική έκφραση των τελευταίων (Σεφαρδιτών και Μιζραχίμ) ιδρύθηκε όμως και το κόμμα SHAS, θρησκευτικό υπερορθόδοξο και συντηρητικό ως οπισθοδρομικό σε κοινωνικά θέματα. Έχει καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη μεγάλου τμήματος των πιο φτωχών κοινωνικών στρωμάτων μιζραχικής καταγωγής και εκπροσωπείται σταθερά στην ισραηλινή Βουλή, συμμετέχοντας και σε κυβερνήσεις συνασπισμού.

Εβραίοι Άραβες ή αραβόφωνοι Εβραίοι;

Παρά τα όποια πολιτιστικά στοιχεία διατηρούν,  οι περισσότεροι αραβόφωνοι Εβραίοι και οι απόγονοί τους όχι μόνο δεν θεωρούν τους εαυτούς τους Άραβες, αλλά πιθανόν θα ενοχλούνταν αν κάποιος τους έβλεπε έτσι. Αντίθετα, πολλοί έχουν ιδιαίτερα αντι-αραβικά αισθήματα. Αυτό σίγουρα δεν είναι σπάνιο σε κοινότητες με «μπερδεμένη» ταυτότητα, όταν μπλέκονται, θέλοντας και μη, σε μια εθνική διαμάχη (εξάλλου ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν και στον ελληνοτουρκικό χώρο).

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι χάθηκε κάθε σύνδεση ανάμεσα στη μιζραχική και την αραβική ταυτότητα. Και υπάρχουν ανάμεσα στους διανοούμενους μιζραχικής καταγωγής και αυτοί που επιμένουν στην αραβο-εβραϊκή ταυτότητά τους και είναι περήφανοι γι’ αυτή.

Η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, καθηγήτρια Πολιτισμών και Γυναικείων Σπουδών στο πανεπιστήμιο CUNY, είναι Εβραία με καταγωγή από το Ιράκ. Αποδέχεται και την αραβική και την εβραϊκή της ταυτότητα και έχει γράψει πολλά για τον πολιτισμό των Αράβων Εβραίων και τη θέση τους στο ισραηλινό κράτος. Πηγή: http://eyeonpalestine.be/oldeye/en/node/282

Η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, καθηγήτρια Πολιτιστικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο CUNY, είναι Εβραία ιρακινής καταγωγής. Αποδέχεται και την αραβική και την εβραϊκή της ταυτότητα και έχει γράψει πολλά για τον πολιτισμό των Αράβων Εβραίων και τη θέση τους στο ισραηλινό κράτος.
Πηγή εικόνας

Όλες αυτές οι διαφορετικές απόψεις δείχνουν ότι τα πράγματα με την εθνική ταυτότητα των αραβόφωνων Εβραίων δεν είναι ξεκάθαρα. Αν δεν είχε εμφανιστεί ο Σιωνισμός, είναι πολύ πιθανόν ότι οι Μιζραχίμ θα είχανε μάθει να θεωρούν τους εαυτούς τους μέρος του αραβικού έθνους, όπως και οι αραβόφωνοι Χριστιανοί. Και δεν θα βλέπαμε κανένα λόγο, γιατί ο συνδυασμός εβραϊκής θρησκευτικής και αραβικής εθνικής ταυτότητας να είναι αντιφατικός.

Κι αυτό είναι κάτι που ισχύει για πολλές εθνικές ταυτότητες στην περιοχή μας. Το ότι σήμερα κάποιοι βλέπουν τον εαυτό τους ως μέρος του ενός ή του άλλου έθνους πολύ συχνά δεν είναι αυτονόητο, αλλά κάτι που βασίζεται σε συγκεκριμένες πρόσφατες ιστορικές συγκυρίες. Αυτές μπορεί να προέρχονται και εκτός περιοχής: στην περίπτωση π.χ. των Μιζραχίμ ήταν κυρίως ο ευρωπαϊκός αντισημιτισμός, το Ολοκαύτωμα και ο Σιωνισμός των Ευρωπαίων Εβραίων ως απάντηση, που καθόρισαν και το δικό τους μέλλον και την εθνική τους ταυτότητα. Αυτό είναι κάτι που είναι καλά να έχουμε υπόψη όταν μιλάμε για τα έθνη της περιοχής μας.


Βιβλιογραφία/άρθρα

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 4: Μαρξισμος

Κλασσικό

Δίπλα στις άλλες ιδεολογίες (παναραβισμός, ισλαμισμός, τοπικοί εθνικισμοί), ο μαρξισμός μπορεί να μοιάζει σαν κομπάρσος. Μάλλον δεν κατάφερε ποτέ να εξαπλωθεί στις αραβικές μάζες με ανάλογο τρόπο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είχε κατά καιρούς σημαντική επιρροή ή δεν άφησε και αυτός το στίγμα του στον ιδεολογικό χαρακτήρα του αραβικού κόσμου. Τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν από τα πρώτα οργανωμένα στις αραβικές χώρες και λειτούργησαν ως μοντέλο για άλλα. Και όχι μόνο όσον αφορά την οργάνωση: εισήγαγαν και θεωρητικά στοιχεία, όπως η ανάλυση του δυτικού ιμπεριαλισμού ή η ιδέα της ταξικής πάλης. Αυτά θα χρησιμοποιούνταν και από άλλες ιδεολογίες του αραβικού χώρου, όπως φάνηκε και από τα προηγούμενα άρθρα.

Τα πρώτα κομμουνιστικά βήματα

Ο (μη-μαρξιστικός) σοσιαλισμός είχε ήδη φτάσει από τον 19ο αιώνα στη Μέση Ανατολή. Η σημαντικότερη ώθηση στις σοσιαλιστικές ιδέες ήρθε όμως με την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, που προξένησε και στις αραβικές χώρες μεγάλη εντύπωση. Στη δεκαετία του 1920 ιδρύθηκαν και τα πρώτα κομμουνιστικά κόμματα: στη Συρία, το Λίβανο, την Αίγυπτο, το Ιράκ και την Παλαιστίνη. Ακόμα δεν ήταν μαζικά κινήματα, αλλά μικρές ομάδες αποτελούμενες κυρίως από διανοούμενους, συνδεδεμένες και με κάποια συνδικάτα (στο Λίβανο π.χ. των καπνεργατών). Πάντως όπως και ο παναραβισμός, έτσι και ο μαρξισμός φαίνεται να βρήκε τα σημαντικότερα κοινωνικά στηρίγματά του στα ανερχόμενα μεσαία στρώματα και τη μικροαστική τάξη – που τον χρησιμοποίησαν ίσως ως όχημα στη σύγκρουση τους με τις κατεστημένες ελίτ.

Όπως και με άλλες κοσμικές ιδεολογίες (π.χ. παναραβισμός, συριακός εθνικισμός), αρχικά ήταν κυρίως τα μέλη των θρησκευτικών (ή εθνοτικών) μειονοτήτων που ενδιαφέρθηκαν. Οι ηγέτες των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν συχνά Χριστιανοί ή Εβραίοι. Κάποιοι το εξηγούν αυτό με την αναφορά της ατομικής ιδιοκτησίας στο Κοράνι, που έκανε την ιδεολογία δύσκολα αποδεκτή από Μουσουλμάνους. Προσωπικά θεωρώ σημαντικότερη την κοινωνική θέση των μειονοτήτων, που τις κάνει γενικά πιο ανοικτές σε ριζοσπαστικές κοσμικές ιδέες.

Οι σοβιετικές επιτυχίες στο Β’ Παγκόσμιο αύξησαν το γόητρο της ΕΣΣΔ, και βοήθησαν και τα αραβικά κομμουνιστικά κινήματα να δυναμώσουν. Το 1947 ήρθε όμως ένα μεγάλο πλήγμα. Η ρίζα του βρισκόταν στην αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής στο Παλαιστινιακό: η ΕΣΣΔ στήριξε τελικά τη δημιουργία του Ισραήλ – με συνέπεια και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους. Τα κομμουνιστικά κόμματα, αδύναμα και πλήρως εξαρτημένα από τη Μόσχα, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν αυτήν την πολιτική. Αυτό κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα τους στις αραβικές χώρες, δίνοντας στον παναραβισμό την ευκαιρία να πάρει καθαρά το προβάδισμα ως η κύρια ριζοσπαστική και αντιιμπεριαλιστική δύναμη. Επίσης, πρόσφερε και τη δικαιολογία στα αραβικά καθεστώτα για να τα καταστείλουν: στο Ιράκ έφτασαν μέχρι την εκτέλεση των ηγετικών στελεχών του Κ.Κ..

Στην επόμενη δεκαετία πάντως η προσέγγιση της Δύσης με το Ισραήλ βοήθησε κάπως ως αντίδραση και τους Κομμουνιστές, που πρώτη φορά κατάφεραν μάλιστα να εκλέξουν και βουλευτές. Επίσης η στάση της ΕΣΣΔ, που ήταν τώρα σχετικά θετική προς τον αραβικό εθνικισμό, ενθάρρυνε τα κομμουνιστικά κόμματα να αναπτύξουν συμμαχίες με άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Η εξέλιξή τους καθορίστηκε μετά από τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε χώρας. Ως κόμματα γενικά απαιτούσαν κοινωνικο-οικονομικές μεταρρυθμίσεις, τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος (που θα έδινε και στα ίδια δυνατότητες πολιτικής συμμετοχής), και τον αγώνα ενάντια στο δυτικό ιμπεριαλισμό. Αυτό τους πρόσφερε ευκαιρίες να αυξήσουν την επιρροή τους σε εποχές έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστικές, στις οποίες ξεκινούσε η καπιταλιστική ανάπτυξη και στον αραβικό κόσμο. Τους έφερε όμως και πολλούς εχθρούς.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ

Το Ιράκ ήταν μια από τις αραβικές χώρες με τις μεγαλύτερες ταξικές αντιθέσεις. Επίσης αναπτύχθηκε από νωρίς (για τα αραβικά δεδομένα) μια σημαντική σε μέγεθος εργατική τάξη, κυρίως σε σχέση με τη βιομηχανία πετρελαίου. Αυτές ήταν συνθήκες που ευνόησαν και το νέο ακόμα κομμουνιστικό κόμμα. Ήδη τη δεκαετία του ’40 αριθμούσε περίπου 10000 μέλη και ήταν μια από τις πιο σημαντικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης.

Ο Γιουσούφ Σαλμάν Γιουσούφ, ασσυριακής-χριστιανικής καταγωγής, γνωστότερος ως

Ο Γιουσούφ Σαλμάν Γιουσούφ, ασσυριακής-χριστιανικής καταγωγής, γνωστότερος ως «Φαχντ» (Λεοπάρδαλη), ήταν ο γενικός γραμματέας του Κ.Κ.Ι. μέχρι την εκτέλεσή του το 1949. Πηγή εικόνας

Η ιδιαίτερα σκληρή καταστολή από το φιλοβρετανικό μοναρχικό καθεστώς, μπορεί τελικά να λειτούργησε θετικά για το κόμμα, αφού το ηρωοποίησε στα μάτια πολλών και το βοήθησε να καλύψει και τη ζημιά από την (προσωρινή) σοβιετική στήριξη στο Σιωνισμό. Στη δεκαετία του ’50 δυνάμωσε κι άλλο και έγινε μια πολύ υπολογίσιμη δύναμη, γνωστή για τη μαχητικότητά της.

Το 1958 ο ταξίαρχος Κασίμ έδωσε με πραξικόπημα τέλος στην ιρακινή μοναρχία και έβγαλε τη χώρα από το φιλοδυτικό στρατόπεδο. Το Κ.Κ.Ι. έγινε ένα από τα κύρια στηρίγματα του νέου καθεστώτος, κάτι που ανησύχησε ιδιαίτερα τους αντικομμουνιστές, εντός και εκτός των ιρακινών συνόρων. Ο Κασίμ επέτρεψε τη συνδικαλιστική δράση, βελτίωσε τις συνθήκες για τους εργάτες και προώθησε μια αγροτική μεταρρύθμιση.

Η ανατροπή του Κασίμ από το Μπάαθ το 1963 σήμανε όμως και την επιστροφή της καταπίεσης για τους κομμουνιστές. Ένα κύμα άγριας καταστολής αποδυνάμωσε πολύ το κόμμα. Αν και τη δεκαετία του ’70 αποκαταστάθηκαν προσωρινά κάπως οι σχέσεις Μπααθιστών-Κ.Κ.Ι. (κάτι που κόστισε στο τελευταίο μια διάσπαση), τελικά ο Σαντάμ Χουσέιν κήρυξε πάλι το κόμμα παράνομο και δίωξε τους κομμουνιστές για ακόμα μια φορά.

Με το τέλος του μπααθικού καθεστώτος το 2003, τα κομμουνιστικά κόμματα επανεμφανίστηκαν και επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας, χωρίς όμως την παλιά τους βαρύτητα. Η μερική αποδοχή από το Κ.Κ.Ι. του καθεστώτος που δημιούργησε η αμερικάνικη κατοχή, μάλλον δεν βοήθησε και πολύ την επαναστατική εικόνα του. Με δυσκολία καταφέρνει να κερδίσει τουλάχιστον 2-3 κοινοβουλευτικές έδρες.

Συγκέντρωση του Κ.Κ.Ι. στη Βαγδάτη για την Πρωτομαγιά του 2014. http://www.lookleftonline.org/2014/06/on-the-edge-in-iraq/

Συγκέντρωση του Κ.Κ.Ι. στη Βαγδάτη για την Πρωτομαγιά του 2014.
Πηγή εικόνας

Μαρξιστικές δυνάμεις στο Λίβανο και τη Συρία

Στη διάρκεια του μεσοπολέμου, το  Κομμουνιστικό Κόμμα Συρίας και Λιβάνου ήταν η σημαντικότερη μαρξιστική δύναμη στον αραβικό χώρο. Εκτός από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, το κόμμα επιδίωκε και την απελευθέρωση από τη γαλλική αποικιοκρατία και υποστήριξε τη Συριακή Επανάσταση του 1925. Κάτι που γρήγορα το οδήγησε σ’ ένα καθεστώς ημι-παρανομίας, στο οποίο έμελλε να παραμείνει επί δεκαετίες, ακόμα και μετά την ανεξαρτησία.

Η χωριστή ανεξαρτησία του Λιβάνου και της υπόλοιπης Συρίας οδήγησε και στο συναινετικό χωρισμό του κόμματος σε ένα συριακό και ένα λιβανέζικο. Πρακτικά όμως, ο κοινός έλεγχος και των δύο από τον Χαλίντ Μπακντάς διατηρήθηκε για μερικές δεκαετίες ακόμα. Οι καταστροφικές  συνέπειες της σοβιετικής στάσης στο Παλαιστινιακό το 1947 μετριάστηκαν κάπως την επόμενη δεκαετία, με την εστίαση σε εθνικά θέματα και τη συμμετοχή σε μέτωπα με άλλες δυνάμεις.

Ο Χαλίντ Μπακντάς (1912-1995) ήταν επί πολλές δεκαετίες γενικός γραμματέας του συριακού κόμματος και μια από τις πιο συμβολικές μορφές του αραβικού κομμουνισμού. Το 1954 ήταν ο πρώτος κομμουνιστής που εκλέκτηκε βουλευτής σε αραβική χώρα. https://plus.google.com/116762563755190184587/posts?pid=5908540638982287970&oid=116762563755190184587

Ο Χαλίντ Μπακντάς (1912-1995), Κούρδος σουνιτικής καταγωγής, ήταν επί πολλές δεκαετίες γενικός γραμματέας του συριακού κόμματος και μια από τις πιο συμβολικές μορφές του αραβικού κομμουνισμού. Το 1954 έγινε ο πρώτος κομμουνιστής που εκλέχθηκε βουλευτής σε αραβική χώρα.
Πηγή εικόνας

Αν και θετικό προς την παναραβική ιδέα, το Κ.Κ. Συρίας δεν ήταν ενθουσιασμένο με την προοπτική ένωσης με την Αίγυπτο του Νάσερ – βλέποντας και την καταστολή ενάντια στους Αιγύπτιους κομμουνιστές. Η ένωση πραγματοποιήθηκε τελικά το 1958 (αν και κράτησε μόλις τρία χρόνια), αλλά ο Μπακντάς αρνήθηκε να συνεργαστεί με το νέο καθεστώς και να διαλύσει το κόμμα. Έτσι βρέθηκε απέναντι στην πρώτη απόπειρα αραβικής ενοποίησης και στον Νάσερ, μεγάλο ήρωα τότε του παναραβισμού, κάτι που είχε πάλι μεγάλο πολιτικό κόστος.

Η καταστολή συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια μπααθικής εξουσίας. Οι σχέσεις Μπάαθ-Κ.Κ.Σ. πάντως βελτιώθηκαν κάπως από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά. Από το 1972 μάλιστα συμμετείχαν μαζί σ’ ένα Εθνικό Μέτωπο, υποστηρικτικό προς το καθεστώς Άσαντ. Αυτός ο συμβιβασμός, όπως και στο Ιράκ, οδήγησε σε αντιδράσεις από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία και τελικά και σε διάσπαση.

Ο Ριάντ αλ-Τουρκ ήταν ένα από τα μέλη του Κ.Κ.Σ. που δεν δέχθηκαν την προσέγγιση με το καθεστώς και προτίμησαν να ιδρύσουν άλλο κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο φυσικά διώχθηκε από τον Άσαντ. Ο αλ-Τουρκ πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή και παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις σημαντικότερες μορφές της αριστερής αντιπολίτευσης.

Ο Ριάντ αλ-Τουρκ ήταν ένα από τα μέλη του Κ.Κ.Σ. που δεν δέχθηκαν την προσέγγιση με το καθεστώς και προτίμησαν να ιδρύσουν άλλο κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο φυσικά διώχθηκε από τον Άσαντ. Ο αλ-Τουρκ πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή και παραμένει μέχρι σήμερα μια σημαντική μορφή της αριστερής αντιπολίτευσης.

Εν τω μεταξύ, στο Λίβανο η ριζοσπαστική ατμόσφαιρα της εποχής, μαζί με ένα σχετικά φιλελεύθερο πολιτικό περιβάλλον, αλλά και μια άνιση οικονομική ανάπτυξη, έδωσαν ώθηση στα αριστερά κινήματα. Το Κ.Κ.Λ. και άλλα μικρότερα μαρξιστικά κόμματα προσπάθησαν να ανοιχτούν στην κοινωνία και να αναπτύξουν και αυτά ευρύτερες συμμαχίες με «πατριωτικές και προοδευτικές δυνάμεις». Σαν τέτοιες θεωρούσαν τους Παναραβιστές, τους Σύριους Εθνικιστές, την Παλαιστινιακή Αντίσταση, το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ταυτισμένο κυρίως με τα συμφέροντα των Δρούζων). Το 1975 συγκρότησαν μαζί μ’ αυτές το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα. Κύριος στόχος του Κινήματος, με τον οποίο συνδέθηκε γενικά και η λιβανέζικη Αριστερά, ήταν η μεταρρύθμιση του λιβανέζικου πολιτικού συστήματος μέσω της κατάργησης των θρησκευτικών διαχωρισμών. Κύριος εσωτερικός αντίπαλος ήταν η μαρωνίτικη φιλοδυτική Δεξιά, ενώ ως εξωτερικοί εχθροί ορίζονταν το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και τα «αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα» τύπου Σαουδικής Αραβίας.

Το Κ.Κ.Λ. δημιούργησε και τη δική του ένοπλη ομάδα, που συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο ως μέρος του Κινήματος. Αυτό μπορεί να του χάρισε μια αίγλη ανάμεσα στα αραβικά κομμουνιστικά κόμματα. Με την ισραηλινή κατοχή της Βηρυτού το 1982, οι κομμουνιστές ήταν από τους πρώτους που οργάνωσαν ένοπλη αντίσταση εναντίον της. Παρ’ όλα αυτά, το τέλος του πολέμου τους βρήκε περιθωριοποιημένους, ανίκανους ν’ ανταγωνιστούν (ούτε καν ιδεολογικά) τις ένοπλες οργανώσεις που συνδέονταν καθαρά με συγκεκριμένη θρησκευτική ταυτότητα, όπως η σιιτική Χεζμπολάχ.

Ο Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης. Πηγή: www.alkalimaonline.com

Ο Ελίας Ατάλαχ, ο μαρωνίτικης καταγωγής ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης (Τζαμούλ), που πολέμησε την ισραηλινή κατοχή, ήταν μέλος του Κ.Κ.Λ.
Πηγή: http://www.alkalimaonline.com

Αυτή η η παρακμή της λιβανέζικης (και συριακής) Αριστεράς συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Σε εποχές που γενικά στον κόσμο (πολύ περισσότερο στον μεταπολεμικό Λίβανο) η εθνο-θρησκευτική ταυτότητα μοιάζει να έχει περισσότερο πολιτικό βάρος από την κοινωνική τάξη, ο χώρος που μένει για ριζοσπαστικές κοσμικές δυνάμεις είναι έτσι κι αλλιώς ελάχιστος. Επίσης, τα σημερινά λιβανέζικα αριστερά κόμματα, όπως και τα συριακά, είναι και διχασμένα στο θέμα της σχέσης με το καθεστώς Άσαντ – που αυτήν τη στιγμή είναι λόγω του συριακού εμφυλίου το πιο προβεβλημένο. Κάποιες δυνάμεις όπως το παραδοσιακό Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα υπερασπίζονται τον Άσαντ στα πλαίσια του αντι-ιμπεριαλισμού, ενώ άλλες όπως η Δημοκρατική Αριστερά το βλέπουν ως ένα καταπιεστικό δικτατορικό καθεστώς και τοποθετούνται υπέρ των αντι-καθεστωτικών ανταρτών. Η ανάκαμψη τόσο της λιβανέζικης όσο και της συριακής Αριστεράς σίγουρα δεν θα είναι εύκολη υπόθεση.

Σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του '60, '70 και '80, αν και περιθωριοποιήθηκε στη συνέχεια. Πηγή: english.al-akhbar.com

Σημαία του Κ.Κ.Λ., από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. 
Πηγή εικόνας

Αραβικό Εθνικό Κίνημα και παλαιστινιακή Αριστερά

Η παλαιστινιακή Αριστερά είναι ιδιαίτερη περίπτωση: οι ρίζες της δεν είναι τόσο στα παλιά κομμουνιστικά κόμματα του μεσοπολέμου, αλλά στον παναραβικό εθνικισμό. Κατά κάποιον τρόπο η πορεία εδώ ήταν δηλαδή αντίστροφη: ενώ στη Συρία και το Λίβανο οι Μαρξιστές προσέγγισαν με την πάροδο των χρόνων τον αραβικό εθνικισμό, οι Παλαιστίνιοι αριστεροί ξεκίνησαν ως παναραβιστές για να ανακαλύψουν στη συνέχεια το μαρξισμό (όχι ότι δεν υπάρχει και το διάδοχο κόμμα του παλιού κλασικού κομμουνιστικού, το Κόμμα του Λαού της Παλαιστίνης, αλλά αυτό έχει σχετικά μικρότερη επιρροή). Για να δούμε αυτήν την πορεία πρέπει όμως να επιστρέψουμε μερικές δεκαετίες πίσω.

Το Αραβικό Εθνικό Κίνημα ιδρύθηκε το 1948 από φοιτητές στη Βηρυτό, προερχόμενους από διάφορες αραβικές χώρες. Έδινε από την αρχή μεγάλη έμφαση στο θέμα της Παλαιστίνης – εξάλλου, πολλά από τα σημαντικότερά του μέλη ήταν Παλαιστίνιοι.  Αρχικά ήταν κοντά στον Νάσερ και μάλιστα είχε σχετικά «δεξιά» χαρακτηριστικά:  έδινε στην ενδο-αραβική πάλη των τάξεων πολύ μικρότερη προτεραιότητα απ’ ότι στους αραβικούς εθνικούς στόχους. Το ότι όμως δεν έγινε μέρος της εξουσίας όπως οι Νασερικοί και το Μπάαθ, ήταν ίσως κάτι που το βοήθησε να ακολουθήσει πιο ριζοσπαστικά μονοπάτια στην έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστική δεκαετία του ’60.

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 έγινε ο ιδρυτής και ηγέτης του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.  http://pflp.ps/english/2014/01/26/six-years-on-remembering-the-struggle-and-leadership-of-al-hakim-dr-george-habash/

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 ίδρυσε το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας 

Μετά την καταστροφική ήττα του ’67, κάποια τμήματα του Κινήματος έγιναν πιο δεκτικά και σε μαρξιστικές επιρροές.  Έτσι γεννήθηκαν (με μια σειρά από διασπάσεις) το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, το Παλαιστινιακό Μέτωπο Λαϊκού Αγώνα, το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης κ. ά. Ιδιαίτερα γνωστό έγινε το πρώτο, περισσότερο για τις θεαματικές τακτικές που ακολούθησε, όπως η αεροπειρατεία.

Η Λεϊλά Χαλέντ (γενν. 1944) ήταν η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που συμμετείχε σε αεροπειρατεία το 1969. Η φωτογραφία της με το καλάσνικοφ και την κεφίγιε έγινε διεθνές είδωλο. Μετά από αυτήν τη δημοσιότητα, έκανε χειρουργικές επεμβάσεις στη μύτη και το πηγούνι, ώστε το πρόσωπό της να μην είναι αναγνωρίσιμο και να μπορεί να συμμετάσχει ξανά σε αεροπερατεία. http://www.arabamerica.com/palestinian-activist-leila-khaled-asks-south-africas-help/

Η Λεϊλά Χαλέντ, μέλος του Λ.Μ.Α.Π., έγινε το 1969 η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που συμμετείχε σε αεροπειρατεία. Η φωτογραφία της με το καλάσνικοφ και την κεφίγιε έγινε διεθνές είδωλο. Μετά από αυτήν τη δημοσιότητα, έκανε χειρουργικές επεμβάσεις στη μύτη και το πηγούνι, ώστε το πρόσωπό της να μην είναι αναγνωρίσιμο και να μπορεί να συμμετάσχει ξανά σε ανάλογη ενέργεια.
Πηγή εικόνας

Η προτεραιότητα του εθνικού θέματος και του ένοπλου αγώνα έκαναν την παλαιστινιακή Αριστερά έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη περίπτωση. Εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσε να δοθεί πολύ βάρος στα θέματα εσωτερικής ταξικής πάλης. Κι αυτό ισχύει ακόμα και σήμερα. Όσον αφορά την ειρηνευτική διαδικασία, τα διάφορα αριστερά κόμματα κράτησαν διαφορετική στάση: το Λ.Μ.Α.Π. και το Δ.Μ.Α.Π. απέρριψαν (μαζί με τη Χαμάς) κατηγορηματικά τις συμφωνίες του Όσλο, ενώ τα υπόλοιπα όχι μόνο τις στήριξαν, αλλά κάποια μέλη τους συμμετείχαν ενεργά και σ’ αυτές και στις επόμενες διαπραγματεύσεις.

Τα αριστερά κόμματα (συμπεριλαμβανομένου του Λ.Μ.Α.Π.) συνεχίζουν πάντως να συμμετέχουν στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης μαζί με τις «συστημικές» πολιτικές δυνάμεις. Αυτό τα κάνει όμως και οικονομικά εξαρτημένα απ’ αυτήν. Επίσης, το ότι στελέχη απ’ αυτά τα κόμματα αναλαμβάνουν κατά καιρούς και κυβερνητικά πόστα, ενώ ταυτόχρονα επιμένουν να ισχυρίζονται ότι είναι αντιπολίτευση, μάλλον δεν βοηθά την αξιοπιστία τους.

Η παλαιστινιακή Αριστερά ξεκίνησε με πολλές φιλοδοξίες στη δεκαετία του ’70, αλλά σήμερα βρίσκεται και αυτή σε παρακμή. Αν και το Λ.Μ.Α.Π. διατήρησε σημαντική επιρροή σε ορισμένες περιοχές της Παλαιστίνης (π.χ. στη Βηθλεέμ), στις εκλογές του 2006 συγκέντρωσε μόλις 4,6% και τα υπόλοιπα μαρξιστικά κόμματα μετά βίας 3-4% των ψήφων. Επίσης, η πολυδιάσπαση της παλαιστινιακής Αριστεράς (τυπικό σύμπτωμα και της παγκόσμιας), σίγουρα δεν τη βοηθά να πετύχει το μεγάλο της στόχο: να γίνει η τρίτη δύναμη για να ξεπεράσει η παλαιστινιακή κοινωνία τον καταστροφικό διπολισμό Χαμάς-Φατάχ.

Το σοσιαλιστικό πείραμα της Υεμένης

Η Νότια Υεμένη ήταν βρετανική αποικία μέχρι και το 1967. Η κύρια δύναμη του αντι-αποικιακού αγώνα ήταν το (ακόμα) φιλονασερικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Στη συνέχεια όμως αυτό κινήθηκε προς μια μαρξιστική κατεύθυνση και συγκρούστηκε με τους «καθαρούς» νασερικούς. Κατάφερε μάλιστα να επικρατήσει σ’ αυτή τη σύγκρουση και το 1969 η πιο σκληροπυρηνική μαρξιστική πτέρυγα μετονόμασε το Μέτωπο σε Σοσιαλιστικό Κόμμα της Υεμένης.  Έτσι η Υεμένη, μια από τις πιο υπανάπτυκτες αραβικές χώρες, έγινε το πρώτο και μέχρι στιγμής μοναδικό αραβικό κράτος που ένα (τουλάχιστον κατ’ όνομα) μαρξιστικό κόμμα κατάφερε να αναλάβει την εξουσία.

Η Νότια Υεμένη έγινε μια μονοκομματική Λαϊκή Δημοκρατία στα πρότυπα των άλλων κομμουνιστικών καθεστώτων. Η ηγεσία προχώρησε σε εθνικοποιήσεις,  κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και συνδέθηκε στενά με τη Σοβιετική Ένωση. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι, ακόμα και εκεί, το Ισλάμ καθορίστηκε στο Σύνταγμα ως επίσημη θρησκεία του κράτους. Αυτό είναι ίσως δείγμα και μιας γενικότερης τάσης των Αράβων Μαρξιστών να αποφεύγουν όσο γίνεται τη σύγκρουση με τη θρησκεία. Κάτι που είναι ίσως λογικό σε κοινωνίες που αυτή παίζει τόσο κεντρικό ρόλο.

Τα δύο κράτη της Υεμένης από το 1967 ως το 1990.  http://springtimeofnations.blogspot.gr/2011/12/ten-separatist-movements-to-watch-in.html

Τα δύο κράτη της Υεμένης από το 1967 ως το 1990.
Πηγή εικόνας

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με την επερχόμενη κατάρρευση της ΕΣΣΔ, το καθεστώς όπως ήταν αναμενόμενο αποδυναμώθηκε. Το 1990 πραγματοποιήθηκε η ένωση με τη Βόρεια Υεμένη (που δεν έμεινε πάντως χωρίς τριβές). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Υεμένης, η άλλοτε μοναδική μαρξιστική «κυβερνώσα Αριστερά» στον αραβικό κόσμο, είναι σήμερα απλά ένα μικρό αντιπολιτευόμενο κόμμα.

Η αραβική Νέα Αριστερά και γενικά συμπεράσματα

Με το τέλος του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η μαρξιστική Αριστερά στις αραβικές χώρες γνώρισε παρακμή, όπως εξάλλου και σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Τα κλασσικά μαρξιστικά κόμματα, πού ήταν κάποτε μια δευτερεύουσα αλλά υπολογίσιμη δύναμη, έγιναν λίγο πολύ περιθωριακά. Η παραδοσιακή τους τάση για διάσπαση δεν τα βοήθησε φυσικά να ανακάμψουν.

Παρ’ όλα αυτά και στις αραβικές χώρες γεννήθηκε κάτι σαν «Νέα Αριστερά», λιγότερο ιδεολογικά «καθαρή» και περισσότερο κινηματική. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι διαδηλώσεις στήριξης της παλαιστινιακής Ιντιφάντα ή εναντίον στον πόλεμο του Ιράκ, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Τα καθεστώτα μάλλον δεν υπολόγιζαν ότι επιτρέποντας τέτοιες διαδηλώσεις (για τις δικές τους πολιτικές σκοπιμότητες), θα έδιναν και την ευκαιρία οργάνωσης σε νέους, που κάποτε θα στρέφονταν εναντίον τους.

Αυτά τα κινήματα συνδέθηκαν με συνδικάτα και άλλες ομάδες εργατών ή φοιτητών και έτειναν προς μια γενική αμφισβήτηση του καθεστώτος. Ήταν αυτά τα κινήματα (εκεί όπου ήταν ιδιαίτερα δυναμικά, π.χ. στην Τυνησία και την Αίγυπτο) που οδήγησαν και στο ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης.

Η «αριστεροσύνη» τους φυσικά είναι αμφισβητήσιμη:  ένα μέρος τους έχει μάλλον φιλελεύθερη παρά σοσιαλιστική κατεύθυνση. Η γενική τους νοοτροπία είναι εξάλλου να στοχεύουν σε ευρείες αντικυβερνητικές συμμαχίες, ακόμα π.χ. και με ανοιχτόμυαλους ισλαμιστές. Παρ’ όλα αυτά, θέματα όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, οι οικονομικές ανισότητες, τα εργατικά αιτήματα, η ανεργία των νέων, έπαιξαν κεντρικό ρόλο σ’ αυτά. Μια απεργία σε εργοστάσιο υφασμάτων το 2008 έγινε κεντρικό σημείο αναφοράς για το αιγυπτιακό κίνημα, ενώ η τυνησιακή εξέγερση ξεκίνησε από μια μεμονωμένη διαμαρτυρία για τις οικονομικές συνθήκες. Στην Ιορδανία δημιουργήθηκε το 2007 ένα φοιτητικό κίνημα με κεντρικό στόχο όχι μόνο περισσότερη ελευθερία σε πανεπιστήμια, αλλά και την μείωση των διδάκτρων, έτσι ώστε η πανεπιστημιακή μόρφωση να γίνει προσβάσιμη και στα πιο φτωχά στρώματα.

Εξάλλου, σ’ αυτά τα κινήματα συμμετέχουν και δυνάμεις με καθαρά μαρξιστικές αναφορές. Παράδειγμα είναι οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο, που μέσω της δυναμικής κινητοποίησης έγιναν και κάπως πιο γνωστοί στο ευρύ κοινό.

Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο συνδέονται με την παγκόσμια Διεθνιστική Σοσιαλιστική Τάση (στην Ελλάδα και την Κύπρο αυτή εκπροσωπείται από το Σ.Ε.Κ. και την Εργατική Δημοκρατία αντίστοιχα). Διαφοροποιούνται από πιο

Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο συνδέονται με την παγκόσμια Διεθνιστική Σοσιαλιστική Τάση (στην Ελλάδα και την Κύπρο αυτή εκπροσωπείται από το Σ.Ε.Κ. και την Εργατική Δημοκρατία αντίστοιχα). Διαφοροποιούνται από πιο «παραδοσιακά» τμήματα της αιγυπτιακής Αριστεράς στο ότι συμμετέχουν σε ευρείες αντι-καθεστωτικές συμμαχίες, από τις οποίες δεν αποκλείονται και ισλαμιστές. Eπίσης, αν και έλαβαν μέρος στις διαδηλώσεις ενάντια στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, που οδήγησαν στο πραξικόπημα του 2013, αντιτάχθηκαν από νωρίς και στο νέο στρατιωτικό καθεστώς.
Πηγή εικόνας

Οι αραβικές εξεγέρσεις μπορεί να μην κατέληξαν σ’ αυτό που πολλοί έλπιζαν. Παρ’ όλα αυτά έδωσαν σε κάποια τμήματα της νεολαίας – που, ας μην ξεχνάμε, στις αραβικές χώρες είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού – πίστη στις δυνάμεις τους και ίσως τα έκαναν ανοικτά σε ιδεολογικές αναζητήσεις.

Η Μέση Ανατολή είναι μια περιοχή με πολύ έντονα οικονομικά, οικολογικά και κοινωνικά προβλήματα – όχι κατ’ ανάγκη πολύ διαφορετικά απ’ αυτά της Κύπρου ή της Ελλάδας. Μια νέα προοδευτική ιδεολογία, εμπνευσμένη (και) από μαρξιστικά στοιχεία θα είχε ίσως τη δυνατότητα να προσφέρει πραγματικές απαντήσεις σ’ αυτά τα προβλήματα. Εκεί ακριβώς δηλαδή όπου οι άλλες ιδεολογίες του αραβικού χώρου μοιάζουν να έχουν ελλείψεις.


Βιβλιογραφία

  • Paul Salem (1994): Bitter Legacy – Ideology and politics in the Arab world.
  • Μαξίμ Ροντινσόν (1980): Οι Άραβες.
  • http://countrystudies.us/iraq/
  • Tareq Y. Ismael/ Jacqueline S. Ismael (1998): The Communist Movement in Syria and Lebanon.
  • Donald F. Busky (2002): Communism in History and Theory – Asia, Africa, and the Americas.
  •  Juan Cole (2014): The New Arabs – How the Millennial Generation is Changing the Middle East.
  • Jamil Hila (2010): The Palestinian Left and the Multi-Layered Challenges Ahead. In: Institute for Palestine Studies.
  • Katja Hermann, Jamil Hilal (2014) (eds.): Mapping of the Arab Left.

Το ισλαμικο κρατος κι η αμερικανικη στρατηγικη

Κλασσικό

Όταν ξεκινούσε το 2011 η εξέγερση ενάντια στο καθεστώς Άσαντ, πολλοί ήταν αυτοί που προέβλεπαν ότι αυτή η ιστορία δεν θα τελείωνε εύκολα (βλέπε και το σχετικό άρθρο).  Εξ’ άλλου κι ο ίδιος ο Άσαντ πάντα επικαλούνταν την πολύπλοκη εθνο-θρησκευτική σύνθεση της Συρίας για να δικαιολογήσει τον αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος του. Αυτό που μάλλον λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν, είναι ότι τρία χρόνια μετά θα είχε ανακυρηχτεί ..Χαλιφάτο σε συριακό έδαφος.

Ποιά είναι όμως αυτή η οργάνωση, που ανακύρηξε Χαλιφάτο για πρώτη φορά μετά από την κατάργησή του από τον Ατατούρκ πριν 90 χρόνια; Το πρώην Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε (ISIL), νυν απλά Ισλαμικό Κράτος, είναι η συνέχεια των τζιχαντιστικών οργανώσεων που δημιουργήθηκαν σε σύνδεση με την Αλ Κάιντα στο Ιράκ. Την ευκαιρία να βρεθούν στο προσκήνιο τους την έδωσε η αμερικάνικη εισβολή το 2003 και το χάος που αυτή δημιούργησε. Μέσα σε εμφυλιοπολεμικές συνθήκες, σ’ ένα κράτος που είχε ουσιαστικά καταρρεύσει μαζί με όλες του τις υπηρεσίες, και μ’ έναν σουνιτικό πληθυσμό ανήσυχο για το μέλλον του δίπλα σε μια σιιτική πλειοψηφία με εκδικητικές διαθέσεις, βρήκαν το ιδανικό περιβάλλον για να αναπτυχθούν. Έφεραν μάλιστα κάποιες σουνιτικές περιοχές υπό τον έλεγχό τους. Οι ακραίες μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν όμως τις αποξένωσαν ακόμα κι από πολλούς σουνιτικούς πληθυσμούς. Με αποτέλεσμα την εκδίωξη αυτών των οργανώσεων από πολλές περιοχές και την περιθωριοποίησή τους.

Τότε όμως ήρθε η Αραβική Άνοιξη και μαζί της η αποσταθεροποίηση του καθεστώτος Άσαντ. Ήταν μάλλον αναμενόμενο και λόγω της σύνθεσης αλλά και της ιδιαίτερης ιστορίας της Συρίας (βλέπε π.χ. τη σφαγή της Χαμά*, αλλά και το κομμάτι για τους Αλαουίτες σ’ αυτό το άρθρο) ότι, από τη στιγμή που η αντιπαράθεση θα έπαιρνε χαρακτηριστικά εμφυλίου πολέμου, οι ισλαμιστικές (μετριοπαθείς και μη) οργανώσεις θα έπαιζαν κεντρικό ρόλο. Αν κι αυτό ήταν σχετικά καθαρό, οι ΗΠΑ έκαναν την επιλογή τους και στήριξαν την αντιπολίτευση. Έστω και κάπως συγκρατημένα – οι σύμμαχοι τους όμως στην περιοχή (Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Κατάρ) το έκαναν πολύ πιο ενθουσιωδώς.

Η κατάσταση όμως που δημιουργήθηκε, με την απώλεια ελέγχου του Άσαντ σε μεγάλα κομμάτια της χώρας (κυρίως στα ανατολικά, την περιοχή δηλαδή που συνορεύει με το Ιράκ) και τον όλο και μεγαλύτερο ρόλο ισλαμιστικών οργανώσεων, έδωσε την ευκαιρία στο ISIL να επεκταθεί και στη Συρία. Τί ήταν αυτό που το βοήθησε να επικρατήσει απέναντι σε τόσες άλλες ομάδες της συριακής αντιπολίτευσης, ισλαμιστικές ή μη; Υποθέτω ότι ένα στοιχείο ήταν κι η καλύτερη παγκόσμια δικτύωσή του (βλέπε την παλιά σχέση με την Αλ Κάιντα) – πολλοί μιλάνε και για χρηματοδότηση που προέρχεται από χώρες του Κόλπου, χωρίς να είναι σαφές αν πρόκειται για ιδιώτες ή για τα καθεστώτα.

Ταυτόχρονα όμως η συνεχιζόμενη πίεση του ουσιαστικά σιιτικού (και στηριζόμενου από τους Αμερικάνους) ιρακινού καθεστώτος πάνω στους σουνιτικούς πληθυσμούς του Ιράκ μεγάλωσε τη δυσαρέσκεια των τελευταίων. Κι έτσι έδωσε και τη δυνατότητα στο εν τω μεταξύ ενδυναμωμένο ISIL να εκμεταλλευτεί αυτή τη δυσαρέσκεια και να θέσει ξανά υπό τον έλεγχο του πολλές περιοχές και στο Ιράκ. Η εντυπωσιακή ευκολία με την οποία επικράτησε στις περισσότερες σουνιτικές περιοχές δεν είναι πάντως μόνο συνέπεια της μάλλον θετικής στάσης του ντόπιου πληθυσμού, αλλά και της μεγάλης διαφθοράς και αναποτελεσματικότητας που χαρακτηρίζει το νέο ιρακινό στρατό. Το αποτέλεσμα ήταν να καταργηθούν πρακτικά για πρώτη φορά τα σύνορα που χάραξαν οι αποικιοκράτες ανάμεσα στη Συρία και το Ιράκ. Αρκετό ώστε να δώσει την ευκαιρία στον αρχηγό Αλ Μπαγκντάντι να φαντάζεται τον εαυτό του Χαλίφη – δηλαδή κι ηγέτη των ανά τον κόσμο Μουσουλμάνων.

Όλα αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά κι έχουν γραφτεί πολλές φορές. Σε όποιο σημείο όμως της ιστορίας αυτής κι αν κοιτάξει κάποιος, βλέπει τον αμερικανικό παράγοντα να βοηθά μάλλον την ανάπτυξη αυτής της οργάνωσης.

Γενικά η πολιτική των ΗΠΑ από το 2003 και μετά μοιάζει όλο και πιο αλλοπρόσαλλη. Επεμβαίνουν στο Ιράκ για να διώξουν έναν έτσι κι αλλιώς ακίνδυνο πλέον δικτάτορα και διαλύουν ουσιαστικά κάθε ίχνος λειτουργικού κράτους. Δίνοντας την ευκαιρία στους δύο θεωρητικά χειρότερους εχθρούς τους, το σιιτικό ισλαμισμό (Ιράν) και το σουνιτικό τζιχαντισμό (Αλ Κάιντα κ.λπ.) να επεκταθούν σ’ αυτήν τη χώρα και να δυναμώσουν μέσα απ’ αυτό. Με το ξέσπασμα του εμφυλίου στη Συρία στηρίζουν την (κυρίως σουνιτική) αντιπολίτευση, χωρίς όμως να τη βοηθούν και τόσο αποφασιστικά ώστε να νικηθεί γρήγορα ο Άσαντ. Δίνουν ουσιαστικά αρκετό χώρο και χρόνο για να δυναμώσουν οι τζιχαντιστικές δυνάμεις σαν συνιστώσα της αντιπολίτευσης. Με την ταυτόχρονη στήριξη τους στο ιρακινό καθεστώς συνεισφέρουν στην αποξένωση των Σουνιτών κι έμμεσα και στην ενίσχυση του Ισλαμικού Κράτους. Τώρα πολεμάνε το Ισλαμικό Κράτος, βοηθώντας ουσιαστικά και τον Άσαντ. Ο οποίος εκπροσωπεί και τα συμφέροντα της Ρωσίας – με την οποία όμως οι ΗΠΑ συγκρούονται για το θέμα της Ουκρανίας. Όλα αυτά κάνουν πολύ δύσκολο σε κάποιον να κατανοήσει τη μακροπρόθεσμη αμερικάνικη στρατηγική: σε σημείο που μερικοί αναλυτές να μην είναι σίγουροι αν αυτή υπάρχει.

Φυσικά συζητιέται κι η άλλη άποψη: ότι αυτή η μπερδεμένη πολιτική είναι σχεδιασμένη, επειδή εξυπηρετεί τα αμερικάνικα συμφέροντα. Δύο πρώην ισχυρά αραβικά κράτη έχουν διαλυθεί ή τουλάχιστον αποδυναμωθεί, χωρίς καμία δυνατότητα πλέον να απειλήσουν το Ισραήλ. Πολλοί δυνητικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι απασχολημένοι με την αλληλοκαταστροφή τους, ενώ φυσικά το κλίμα της έντασης στην περιοχή εξυπηρετεί και τις βιομηχανίες όπλων.

Είναι πολύ δύσκολο για μας, με την περιορισμένη πληροφόρησή μας, να καταλάβουμε τι πραγματικά κρύβεται πίσω απ’ την πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή. Εφαρμόζουν οι υπεύθυνοί της μια πολύ μελετημένη και πολύπλοκη στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε» ή έχουν όντως τέτοιες τεράστιες ελλείψεις και στο σχεδιασμό και στη γνώση της περιοχής; Είναι δηλαδή πολύ πονηροί ή εντελώς ανίκανοι; Πραγματικά δεν ξέρω ποιό απ’ τα δύο είναι το χειρότερο – το σίγουρο είναι πως για τις χώρες τις περιοχής (άρα και για μας) είναι πολύ επικίνδυνοι.


*σφαγή της Χαμά: το Φεβρουάριο του ’82 ο Χάφεζ αλ-Άσαντ κατέπνιξε μια εξέγερση των Αδελφών Μουσουλμάνων στην πόλη Χαμά με πολύ άγριο τρόπο. Οι εκτιμήσεις μιλάνε για 10.000 μέχρι 40.000 νεκρούς, που σίγουρα δεν ήταν όλοι συνδεδεμένοι με την Αδελφότητα, αλλά μάλλον απλοί άμαχοι κάτοικοι της (κατά πλειοψηφία σουνιτικής) πόλης.

Αραβικη Ανοιξη και Συριακος-Ιρακινος Χειμωνας

Κλασσικό

Σε πολλούς που παρακολουθούν τις εξελίξεις στον αραβικό κόσμο υπάρχει μεγάλη απογοήτευση για την πορεία της Αραβικής Άνοιξης. Και είναι πραγματικά δύσκολο να μην είναι κάποιος απογοητευμένος. Ο καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, που εν τω μεταξύ έχει επεκταθεί και στο Ιράκ, ενώ χτυπάει και την πόρτα του Λιβάνου και της Ιορδανίας, παρουσιάζεται συχνά σαν ένα χαρακτηριστικό αρνητικό παράδειγμα. Επίσης τραγική είναι η αιματηρή κατάληξη της Αιγυπτιακής Επανάστασης, που τελείωσε ουσιαστικά με την Παλινόρθωση της δικτατορίας, έστω και με άλλο κεντρικό πρόσωπο (στρατηγός πάντως κι αυτήν τη φορά, για να μην έχει κανένας αμφιβολίες ως το ποιος κυβερνά πραγματικά τη χώρα). Για να μην αναφέρουμε και τη Λιβύη, όπου πάντως από την αρχή φαινότανε ότι η εξέλιξη δεν θα είναι καλή.

Παρά την κατανόηση γι αυτήν την απογοήτευση, νομίζω γίνονται κάποια βασικά λάθη στον τρόπο με τον οποίο πολλοί προσπαθούν να καταλάβουν τις εξελίξεις:

  1. Εξ’ αιτίας της σχετικά ειρηνικής εξέλιξης της Άνοιξης στην Τυνησία και αρχικά και στην Αίγυπτο δημιουργήθηκε μια ψευδαίσθηση, ότι ο εκδημοκρατισμός των αραβικών χωρών μπορεί εύκολα να γίνει με ειρηνικό τρόπο, χωρίς μεγάλη αιματοχυσία. Αγνοώντας την ιστορική εμπειρία που υπάρχει, π.χ. από την Ευρώπη.

  2. Δεν λαμβάνονται υπόψη κάποιες ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στην αραβική Δύση και στην αραβική Ανατολή. Ενώ η πρώτη (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη) χαρακτηρίζεται από μεγάλη θρησκευτική ομοιογένεια (το σουνιτικό Ισλάμ κυριαρχεί σχεδόν παντού), η δεύτερη είναι ένα πραγματικό μωσαϊκό θρησκευτικών ομάδων: Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες, Χριστιανοί όλων των πιθανών δογμάτων κι άλλες ακόμα πιο «περίεργες» ομάδες, όπως οι Γεζίδες. Για να μην αναφέρουμε και τον ιδιόμορφο κουρδικό παράγοντα. Η Αίγυπτος είναι μεταβατική περίπτωση: ενώ οι Κόπτες αποτελούν μια σημαντική σε μέγεθος κι επιρροή (εθνο-)θρησκευτική ομάδα, δεν αποτελούν σε καμία περιοχή της χώρας την πλειοψηφία του πληθυσμού και άρα οι πιθανότητες ανεξαρτητοποίησης/ αυτονομίας τους είναι πολύ μικρές. Αντίθετα οι θρησκευτικές ομάδες στην αραβική Ανατολή έχουν συχνά τις δικές τους σχετικά συμπαγείς περιοχές, στις οποίες αποτελούν την πλειοψηφία.

Levant_Religion_summary_sm

Έχοντας αυτόν τον τελευταίο παράγοντα υπόψη, δεν προκαλεί εντύπωση η διαφορά στις εξελίξεις: στην Τυνησία η πολιτική αντιπαράθεση έχει σχεδόν καθαρά ιδεολογικά χαρακτηριστικά, ενώ στη Συρία ή στο Ιράκ φαίνεται να κυριαρχούν τα εθνο-θρησκευτικά. Η μεταβατικότητα της Αιγύπτου φαίνεται κι από το γεγονός ότι παρότι η σύγκρουση είναι κυρίως ιδεολογική, υποβόσκει και μια εθνοθρησκευτική. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι προσπάθησαν μάλιστα να παρουσιάσουν την αντιπολίτευση εναντίον τους ως κατ’ ουσίαν χριστιανική (κάτι που μάλλον λίγη σχέση έχει με την πραγματικότητα). Η Λιβύη είναι μεν θρησκευτικά ομοιογενής, χαρακτηρίζεται όμως από ακόμα ισχυρούς φυλετικούς και τοπικούς διαχωρισμούς, που μάλλον κυριαρχούν και στην πολιτική αντιπαράθεση.

Ας δούμε τώρα ειδικά την συριακή-ιρακινή περίπτωση. Το να παρουσιαστεί ο εμφύλιος απλά σαν μια σύγκρουση ανάμεσα σε εθνο-θρησκευτικές ομάδες θα ήταν υπεραπλούστευση. Υπάρχουν τόσο Σουνίτες που υποστηρίζουν τον Άσαντ, όσο και μη Σουνίτες που υποστηρίζουν τους αντιπάλους του. Επίσης θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε και τα ιδεολογικά στοιχεία της σύγκρουσης: τουλάχιστον ο Άσαντ θα ήθελε να παρουσιαστεί ως ο εκπρόσωπος του προοδευτικού (αλλά αυταρχικού) αραβικού εθνικισμού, ενώ οι ισλαμιστές (μετριοπαθείς και μη) και οι φιλελεύθεροι (τουλάχιστον αρχικά) είναι μάλλον ενταγμένοι στην αντιπολίτευση.

Παρόλα αυτά είναι ξεκάθαρο ότι η εθνο-θρησκευτική διάσταση παίζει μεγάλο ρόλο. Ο όρος εθνο-θρησκευτική δεν είναι τυχαίος. Έχει σημασία για να αποφύγουμε την παρεξήγηση ότι η σύγκρουση γίνεται κυρίως για θρησκευτικούς λόγους. Αυτό θα ήταν ίσως τόσο λάθος όσο το να ερμηνεύσεις το Κυπριακό ως θρησκευτική σύγκρουση. Πρέπει να γίνει κατανοητό (θα έπρεπε να ήταν, αν είχαμε γνώση της δικής μας σύγχρονης Ιστορίας) ότι οι ομάδες αυτές μπορεί να οριοθετούνται στη βάση ενός θρησκευτικού δόγματος και θρησκευτικών πρακτικών, στην πράξη όμως αποτελούν κάτι σαν εθνοτικές ομάδες. Φαίνεται ότι λειτουργούν σαν ένα είδος κλειστής κοινότητας, που δίνει στα μέλη της μια ταυτότητα, την οποία κουβαλούν μετά στη δημόσια ζωή της συνολικής κοινωνίας. Ουσιαστικά η κοινωνία συγκροτείται σαν ένα σύνολο αυτών των ομάδων. Πιο σαφής είναι αυτός ο ρόλος στο Λίβανο, που η συμμετοχή στην πολιτική ζωή της χώρας γίνεται δυνατή μόνο μέσω μιας τέτοιας ταυτότητας. Ακόμη όμως και σε θεωρητικά κοσμικά κράτη, όπως η Συρία, παραμένει αυτή η ταυτότητα ένα ισχυρό στοιχείο κοινωνικής διαφοροποίησης.

Σε χώρες όπως η Συρία, ο Λίβανος, το Ιράκ, ακόμα και το Μπαχρέιν και η Σαουδική Αραβία (σε μικρότερο βαθμό η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και η Αίγυπτος) ζούσαν διάφορες τέτοιες εθνο-θρησκευτικές ομάδες σε μια (όχι πάντα δίκαιη, αλλά γενικά αποδεκτή) ισορροπία κάτω από ένα αυταρχικό καθεστώς. Αυτό το καθεστώς ήταν αρχικά η οθωμανική διοίκηση, μετά κάποια αποικιοκρατική δύναμη και στο τελευταίο στάδιο μια ντόπια δικτατορία, είτε με φανερά μοναρχική μορφή είτε με μια ρεπουμπλικανική μάσκα. Τα καθεστώτα αυτά συχνά ευνοούσαν κάποια ή κάποιες εθνο-θρησκευτικές ομάδες σε βάρος της πλειοψηφίας: στη Συρία ήταν οι Αλαουίτες σε βάρος των Σουνιτών, στο προ του 2003 Ιράκ οι Σουνίτες σε βάρος των Σιιτών, στο Μπαχρέιν το ίδιο, στο Λίβανο οι Μαρωνίτες σε βάρος των Μουσουλμάνων. Η πλειοψηφία αποδεχόταν αυτήν την αδικία υπό την πίεση των όπλων, αλλά και με αντάλλαγμα μια σχετική ειρήνη και ασφάλεια, καθώς και κάποιες δυνατότητες ανέλιξης εφ’ όσον δήλωναν πίστη στο καθεστώς.

Είναι φανερό ότι όσο αυξάνεται το βιωτικό και το μορφωτικό επίπεδο, όσο η μετακίνηση ιδεών και ανθρώπων γίνεται πιο εύκολη, τόσο πιο εύθραυστη γίνεται αυτή η ισορροπία. Οι αδικίες που συνδέονται μαζί της δεν μπορούν να γίνουν πλέον τόσο εύκολα αποδεκτές όσο στο παρελθόν. Αν δεν υπάρξει κάποια αναδιανομή των ρόλων και της εξουσίας σαν παραχώρηση από τη μεριά του καθεστώτος, αυτό θα γίνει μέσω σύγκρουσης.

Δεν είναι ουσιαστικά αυτό που έγινε και στο λιβανέζικο εμφύλιο; Δεν ξεκίνησε από την απαίτηση των Μουσουλμάνων για ισότιμη συμμετοχή και την απροθυμία των μαρωνιτικών ελίτ να την παραχωρήσουν; Δεν ήταν η ίδρυση της Αμάλ και στη συνέχεια της Χεζμπολάχ, που παίζουν σήμερα τόσο κεντρικό ρόλο στην πολιτική ζωή του Λιβάνου, έκφραση μιας χειραφέτησης των Σιιτών;

Στην περίπτωση της Συρίας εύκολα μπορούμε να δούμε τους Αλαουίτες στο ρόλο των πιο φανατικών υπερασπιστών του καθεστώτος. Αυτή η στάση δεν είναι απλά λόγω της επιθυμίας να διατηρήσουν κάποια προνόμια (τα οποία είναι έτσι κι αλλιώς αμφίβολο ότι αφορούν το μέσο φτωχό Αλαουίτη), αλλά και λόγω του φόβου της εκδίκησης των Σουνιτών και της επιστροφής στις εποχές της καταπίεσης και των διωγμών. Είναι σε μεγάλο βαθμό μια αμυντική στάση, έστω κι αν εκφράζεται με επιθετικότητα. Από τη στιγμή που η αντιπολίτευση πήρε σουνιτικά-ισλαμιστικά χαρακτηριστικά, η υποστήριξη τους στον Άσαντ ήταν περίπου μονόδρομος, ακόμα κι αν δεν ήταν όλοι απαραίτητα οπαδοί του καθεστώτος.

Είναι πάντως αναμφίβολο ότι ένας εκδημοκρατισμός δεν είναι δυνατός, αν δεν έχουν οι Σουνίτες μια συμμετοχή στην πολιτική ζωή της Συρίας ανάλογη με αυτή του πληθυσμιακού τους ποσοστού. Το βασικό πρόβλημα είναι αυτό να γίνει με τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια των Αλαουιτών (και των Χριστιανών και των Δρούζων φυσικά) και να εμποδίζει έναν πιθανό αποκλεισμό τους από την εξουσία. Επειδή αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γίνει σε μια κοινωνία χωρίς δημοκρατική παράδοση και πολύ νέο (άρα και ανυπόμονο) πληθυσμό, ήταν πολύ δύσκολο να αποφευχθεί και ο σημερινός εμφύλιος. 

Στο γειτονικό Ιράκ από την άλλη αυτή η αλλαγή έγινε απ’ έξω, μέσω της αμερικάνικης εισβολής. Αυτό έδωσε την ευκαιρία σε μια σιιτική ελίτ να πάρει τον έλεγχο της χώρας στο όνομα της σιιτικής πλειοψηφίας. Διορθώνοντας έτσι την παλιά αδικία, αδικώντας όμως με τη σειρά της τη σουνιτική μειοψηφία. Με τραγικό αποτέλεσμα τη σημερινή κατάληξη: την εξάπλωση του συριακού εμφύλιου και στο Ιράκ.

Γυρνώντας όμως στην αρχή, ίσως δεν ήταν υπερβολικά ουτοπικό να περιμένουμε ότι οι αναπόφευκτες αλλαγές θα γίνονταν με περίπου ειρηνικό τρόπο; Γενικά η ιστορία μας δείχνει ο εκδημοκρατισμός είναι μια διαδικασία που κοστίζει πολύ αίμα. Απαιτεί από τη μία σύγκρουση με ελίτ που έχουν συνηθίσει στην εξουσία. Από την άλλη διαφορετικές ομάδες που προσπαθούν να χειραφετηθούν μπορεί να συγκρουστούν μεταξύ τους στην αναδιανομή της εξουσίας. Αυτά είναι πολύ δύσκολο να γίνουν με ειρηνικό τρόπο, πόσο μάλλον στη Μέση Ανατολή με την τόσο πολύπλοκη εθνο-θρησκευτική δομή. Αυτό δεν σημαίνει ότι έπρεπε η περιοχή να αποφύγει τον εκδημοκρατισμό: η στασιμότητα σε μια κακή κατάσταση μπορεί να έχει ακόμα μεγαλύτερο κόστος σε ζωές. Το θέμα είναι να γίνουν όσο πιο γρήγορα γίνεται οι απαραίτητοι συμβιβασμοί, ώστε να αποκτήσουν αυτές οι κοινωνίες τη συνοχή που χρειάζονται. Μόνο αυτό μπορεί να φέρει μια σταθερή ειρήνη.

(Για λόγους copyright νομίζω είναι καλό να αναφέρω ότι ο τίτλος του άρθρου είναι παράφραση του τίτλου του βιβλίου «Αραβική Άνοιξη και Λιβυκός Χειμώνας», με συγγραφέα τον Vijay Prashad)