Εξι εκατομμυρια Γερμανοι

Κλασσικό

Υπάρχει ήδη ένα άρθρο σ’ αυτό το μπλογκ για τον Ντάνιελ Καν και τα τραγούδια του. Ένα απ’ αυτά όμως είναι τόσο ιδιαίτερο, που αξίζει ίσως ένα ξεχωριστό άρθρο:

Το τραγούδι εξιστορεί τη δημιουργία, τη δράση και το τέλος μιας πραγματικής εβραϊκής οργάνωσης στην Ευρώπη, λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο. Αντί να περιγράψω την ιστορία, προτίμησα να κάνω μια απόπειρα μετάφρασης των στίχων του τραγουδιού (από τα αγγλικά στα ελληνικά). Πιστεύω ότι είναι αρκετή για να μπει κάποιος στο νόημα:

Το χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε,

ανάμεσα στους Εβραίους που είχαν μείνει ζωντανοί,

βρέθηκε ένας άντρας οραματιστής,

που μετέτρεψε την οργή του σε σχέδιο.

Άμπα Κόβνερ ήταν τ’ όνομά του,

είχε κερδίσει τη φήμη του ως αντάρτης.

Ήταν κάποτε ένας Εβραίος επαναστάτης από το Βίλνιους,

ένας γνήσιος ποιητής-πολεμιστής.

Συνάντησε μερικούς επιζήσαντες μαχητές των γκέτο,

σοσιαλιστές και σιωνιστές, συνωμότησαν.

Μαζεύτηκαν σ’ ένα διαμέρισμα στο Λούμπλιν

και κάθισαν γύρω απ’ το τραπέζι της κουζίνας.

Έδωσαν στους εαυτούς τους ένα εβραϊκό όνομα

και μ’ αυτήν τη λέξη δήλωσαν,

ότι εκδίκηση είναι αυτό που θα ήθελε ο Θεός

– αν υπήρχε Θεός – κι έτσι θα σκότωναν

έξι εκατομμύρια Γερμανούς!

Μπορεί να πείτε ότι ήταν παρανοϊκό

και πόνος που εκφράστηκε σε λάθος κατεύθυνση.

Δεν ήθελαν τον πόλεμο να τελειώσει,

ήθελαν ένα πράγμα: νακάμ, εκδίκηση.

Για κάθε Εβραίο που έκαψαν οι Ναζί,

για κάθε ρατσιστικό νόμο που πέρασαν,

για κάθε λάθος που δεν ήταν σωστό,

για όλους τους νεκρούς, θα πολεμούσε η Νακάμ.

Έφτιαξαν μια ομάδα από σαράντα δυνατούς,

για να διορθώσουν ό,τι ήταν λάθος.

Επέλεξαν να δηλητηριάσουν τους αγωγούς νερού,

ακριβώς όπως κατηγορούσαν τους Εβραίους από παλιά.

Στη Νυρεμβέργη και την πόλη του Αμβούργου

οι πράκτορές τους δούλευαν υπόγεια.

Βρήκαν δουλειές δίπλα στο ποτάμι

και περίμεναν το δηλητήριο να φτάσει.

Και ο Κόβνερ πήγε στο Τελ Αβίβ

για να δει τι βοήθεια μπορούσε να λάβει.

Μα η Χάγκανα δεν συμφώνησε

να συμμετέχει στη συνωμοσία του.

Έξι εκατομμύρια Γερμανούς!

Μπορεί να πείτε ότι δεν ήταν σωστό,

το «οφθαλμός αντί οφθαλμού» θα μας έκανε όλους τυφλούς.

Δεν ήθελαν να κάνουν καμία αλλαγή,

ήθελαν ένα πράγμα: νακάμ, εκδίκηση.

Έτσι ο Άμπα Κόβνερ γύρισε πίσω,

με μπουκαλάκια δηλητήριο στο σάκο του,

πάνω σ’ ένα πλοίο του αγγλικού ναυτικού,

αλλά οι Βρετανοί ειδοποιήθηκαν για τα σχέδιά του.

Τον έθεσαν σε κράτηση

και το δηλητήριο ρίχτηκε στη θάλασσα.

Ο Κόβνερ πέρασε ένα χρόνο στη φυλακή

και έτσι το Σχέδιο Α δεν εφαρμόστηκε.

Η υπόλοιπη οργάνωση σκορπίστηκε

και όλα τα αναπληρωματικά τους σχέδια απέτυχαν.

Αλλά ένας πράκτορας σ’ ένα αρτοποιείο

κατάφερε να βρει λίγο δηλητήριο απ’ το Παρίσι.

Μόλις το δηλητηριασμένο ψωμί φούσκωσε

το πήρε σε μια φυλακή των Συμμάχων

και διάφορες αναφορές λένε

ότι εκατοντάδες φυλακισμένα μέλη των SS πέθαναν.

Έξι εκατομμύρια Γερμανούς!

Μπορεί να πείτε ότι ήταν λάθος.

Αλλά ήταν οι πράξεις τους αδύνατες ή δυνατές;

Και ποιοι είμαστε εμείς για να τους κρίνουμε και να τους καταδικάσουμε;

Ήθελαν ένα πράγμα: νακάμ, εκδίκηση.

Έτσι η Νακάμ διαλύθηκε εντελώς,

αποβιβάστηκαν στις ακτές της Παλαιστίνης

και ο Άμπα Κόβνερ και η ομάδα του

έγιναν όπως πολλοί άλλοι Εβραίοι.

Έβαλαν στην άκρη την οργή και το μίσος τους

και δούλεψαν για να κτίσουν ένα εβραϊκό κράτος,

με εβραϊκές πόλεις και εβραϊκά αγροκτήματα

και εβραϊκά όπλα και ατομικές βόμβες.

Μπορεί η εκδίκηση αν την βάλεις στο ράφι,

να βγει μετά πάνω σε κάποιον άλλο;

Προσέξτε πώς θα ερμηνεύσετε αυτήν την ιστορία,

για να μην επικρατήσουν οι δικές σας προκαταλήψεις.

Γιατί κοιτάξτε τον κόσμο γύρω σας σήμερα

και σκεφτείτε το ρόλο που παίζει η εκδίκηση.

Επειδή η Ιστορία έχει τα απλήρωτα χρέη της

και είναι καλύτερα να τα ξεχνάμε;

Έξι εκατομμύρια Γερμανούς!

Μπορεί να πείτε ότι ήταν εξωφρενικό,

αλλά τι θα απογίνει ένα όνειρο που αναβάλλεται;

Πώς μπορούσαν απλά να ξεκινήσουν πάλι απ’ την αρχή;

Ήθελαν ένα πράγμα: νακάμ, εκδίκηση!

Ο Άμπα Κόβνερ.

Ο Άμπα Κόβνερ.

Ο καθένας μπορεί φυσικά να κάνει τις δικές του σκέψεις σε σχέση μ’ αυτή την ιστορία. Το σίγουρο είναι ότι αυτή αποδεικνύει κάτι μάλλον αυτονόητο: ότι ανάμεσα σε κάποιους Εβραίους υπήρχε διάθεση για εκδίκηση απέναντι στους Γερμανούς μετά το Ολοκαύτωμα. Όχι απλά τιμωρία λίγων κυρίως υπευθύνων, αλλά εκδίκηση κοινωνικής ομάδας (Εβραίοι) εναντίον κοινωνικής ομάδας (Γερμανοί).

Η λογική αυτή, της συλλογικής εκδίκησης και τιμωρίας, μπορεί να μας ακούγεται πολύ σκληρή και άδικη, από την άνετη θέση που βρισκόμαστε σήμερα. Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε ότι αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργούσαν και σε σημαντικό βαθμό λειτουργούν ακόμα οι ανθρώπινες κοινωνίες. Ακόμα περισσότερο αν αναλογιστούμε τι είχε μόλις συμβεί: έξι εκατομμύρια μέλη της κοινωνικής ομάδας του Κόβνερ είχαν δολοφονηθεί με το χειρότερο τρόπο που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος, για το μοναδικό λόγο ότι ήταν Εβραίοι. Και μάλιστα εντελώς απρόκλητα, χωρίς αυτή η κοινωνική ομάδα (Εβραίοι) να έχει εφαρμόσει ποτέ ή να έχει τη δυνατότητα ή θέληση να εφαρμόσει ανάλογη βία προς τους Γερμανούς.

Αν το σκεφτούμε, οι άλλες εθνότητες που υπέφεραν από τους Γερμανούς πήραν κατά κάποιον τρόπο τη συλλογική τους εκδίκηση. Οι Άγγλοι βομβάρδισαν γερμανικές πόλεις και σκότωσαν έτσι Γερμανούς άμαχους και γυναικόπαιδα, όπως τους είχαν κάνει πριν οι Γερμανοί. Οι Γάλλοι κατείχαν με τη σειρά τους γερμανικό έδαφος και μάλιστα ένα μέρος της γερμανικής πρωτεύουσας. Οι Ρώσοι βίασαν χιλιάδες Γερμανίδες και ύψωσαν τη σημαία τους στο Ράιχσταγκ, κάνοντας έτσι τους Γερμανούς να νιώσουν ένα μέρος της ταπείνωσης που είχαν νιώσει πριν οι ίδιοι. Οι Πολωνοί προσάρτησαν ένα μεγάλο μέρος της Γερμανίας και έδιωξαν 10 εκατομμύρια Γερμανούς από τα σπίτια τους – ένα είδος αντίποινων και για τις επαναλαμβανόμενες περιόδους προσάρτησης και κατοχής πολωνικού εδάφους από τη Γερμανία.

Οι Εβραίοι όμως;  Σ’ αυτούς δεν δόθηκε καμία δυνατότητα συλλογικής εκδίκησης, ούτε καν μερικής. Οι Γερμανοί ως λαός ουσιαστικά ποτέ δεν πλήρωσαν γι’ αυτό που έκαναν στους Εβραίους, κι ας ήταν η μεγαλύτερη σφαγή που μπορεί να βάλει ο ανθρώπινος νους. Αυτό είναι κάτι που λογικά πρέπει να δημιούργησε πολύ βαριά απωθημένα στη συλλογική συνείδηση του εβραϊκού λαού.

Έχει ίσως και η σημερινή βία του ισραηλινού κράτους κάτι να κάνει μ’ αυτό; Δεν αναφέρομαι απλά στη βία που έτσι κι αλλιώς έχει μέσα του ο σιωνισμός ως ιδεολογία (αφού βασίζεται στη βίαιη εκδίωξη ενός λαού για να κάνει τόπο σ’ έναν άλλο). Ιδιαίτερα όμως μετά τον τελευταίο πόλεμο στη Γάζα, την αντίδραση στην προσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν, την επανεκλογή του Νετανιάχου, με την υπόσχεση να μην αποδεχτεί ποτέ παλαιστινιακό κράτος, δημιουργείται μια αίσθηση ότι το Ισραήλ είναι ως κράτος και κοινωνία εθισμένο στη βία, ότι την έχει ανάγκη. Κάτι που δεν εξηγείται απλά με μια ψυχρή λογική εξυπηρέτησης κάποιων συμφερόντων: αυτός ο εθισμός έχει κάτι παρανοϊκό και μάλλον και αυτοκαταστροφικό μέσα του.

Τροφοδοτείται αυτή η συμπεριφορά του Σιωνισμού, η τωρινή όπως και η παλιότερη, και από το απωθημένο της μη πραγματοποιημένης εκδίκησης; Αυτό είναι κάτι που μπορούν να κρίνουν καλύτερα όσοι έχουν μελετήσει την ψυχολογία της μάζας. Σαν σκέψη πάντως δεν φαίνεται εντελώς παράλογη, αν αναλογιστεί κάποιος το βάρος που έχει η ιδέα της συλλογικής εκδίκησης και τιμωρίας στις ανθρώπινες κοινωνίες. Και δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά, αφού και στις δικές μας χώρες επανέρχεται συχνά η λογική της εκδίκησης σε διάφορες συγκρούσεις, για γεγονότα πολύ μικρότερα σε έκταση από αυτό που συνέβη στους Εβραίους.

Φυσικά, πολύ δύσκολα θα μπορούσε ένας υγιής άνθρωπος να εγκρίνει ηθικά τα σχέδια του Άμπα Κόβνερ και της ομάδας του. Το να σκοτώσεις τόσο κόσμο με μόνο κριτήριο την εθνικότητά τους, είναι από κάθε άποψη απάνθρωπο. Αν όμως αυτή ήταν όντως η εναλλακτική επιλογή: είναι τελικά η εφαρμοσμένη πολιτική του Ισραήλ από την ίδρυση του μέχρι σήμερα πολύ πιο ανθρώπινη;

Οι τρεις (αυτ)απατες του Ευρωπαϊσμου

Κλασσικό

Στις μέρες μας, συχνά ακούμε πολιτικούς ή διανοούμενους να αναφέρονται στην «Ευρώπη» και στις «ευρωπαϊκές αξίες» σαν να πρόκειται για κάποιου είδους ιδέα. Ειδικά στις τελευταίες εκλογές στην Ελλάδα υπήρξαν πολλές αναφορές σε υποτιθέμενες ευρωπαϊκές ή αντι-ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ακόμα και κομμάτια της Αριστεράς δέχονται το διαχωρισμό και παλεύουν να αποδείξουν ότι συγκαταλέγονται στις πρώτες. Είναι ξεκάθαρο ότι η ευρωπαϊκή ενότητα έχει γίνει ένα σημαντικό στοιχείο της κυρίαρχης ιδεολογίας – άρα σαν τέτοια πρέπει να την αντιμετωπίσουμε και να της κάνουμε την αναγκαία κριτική.

Σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να αποδείξει ότι αυτή η ιδεολογία της ευρωπαϊκής ενότητας είναι σωστή ή λάθος. Ο στόχος του είναι να συνεισφέρει στην κατάρριψη μερικών βασικών μύθων της, οι οποίοι στο δημόσιο λόγο γίνονται δεκτοί σχεδόν χωρίς κριτική. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ίσως βοηθήσει και στο να γίνει ο διάλογος γύρω απ’ αυτό το θέμα πιο λογικός και πιο γόνιμος.

1. Η ύπαρξη της ευρωπαϊκής ηπείρου

Έχουμε συνηθίσει σήμερα να μιλάμε για την Ευρώπη ως μια από τις ηπείρους, στις οποίες χωρίζεται η στερεή επιφάνεια της Γης. Αυτό παρουσιάζεται ως κάτι τόσο αυτονόητο, που σχεδόν κανένας δεν αναρωτιέται αν έχει και μια πραγματική γεωγραφική βάση ή αν βρίσκεται μόνο στο μυαλό μας. Κι όμως, μια ματιά μόνο σ’ έναν παγκόσμιο άτλαντα φτάνει, για να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να ορίζει την Ευρώπη σαν μια ξεχωριστή από την Ασία μεγάλη μάζα στεριάς – σε αντίθεση με όλες τις άλλες ηπείρους.

Πηγή: en.wikipedia.org

Πηγή: en.wikipedia.org

Τα υποτιθέμενα όρια της Ευρώπης με την Ασία (με βάση την κυρίαρχη άποψη) είναι τα Ουράλια, ο Καύκασος και ο Βόσπορος. Δηλαδή ξεκινούν από μια χαμηλή οροσειρά (η ψηλότερη της κορυφή είναι χαμηλότερη απ’ το Τρόοδος) και συνεχίζονται για αρκετά χιλιόμετρα μέσα σε εντελώς επίπεδη στέπα κι έπειτα στην επιφάνεια μιας λίμνης (Κασπία). Ενόσω βρίσκονται μέσα στη λίμνη κάνουν ξαφνικά μια στροφή ενενήντα μοιρών προς τα δυτικά, διασχίζουν το Καύκασο, συνεχίζουν πάλι μέσα σε θάλασσα, κάνουν ακόμα μια στροφή για να συνεχιστούν μέσα από ένα στενό πορθμό, τον οποίο σήμερα μπορεί κάποιος να διασχίσει περνώντας μια γέφυρα (Βόσπορος), και καταλήγουν σε μια θάλασσα γεμάτη νησιά που στην Ιστορία πάντα ένωνε παρά χώριζε (Αιγαίο). Ο ορισμός αυτός είναι τόσο αυθαίρετος, που είναι σχεδόν αστείο να πιστεύει κάποιος ότι έχει στοιχεία αντικειμενικότητας.

Από γεωλογική άποψη, πιο κατάλληλες για να πάρουν τον τίτλο της ηπείρου θα ήταν η Αραβία και η Ινδία, που τουλάχιστον αποτελούν ξεχωριστές γεωλογικές πλάκες – ενώ η Ευρώπη είναι απλά το δυτικό τμήμα της ευρασιατικής. Ούτε από ανθρωπογεωγραφική άποψη υπάρχει κάτι που να στοιχειοθετεί ένα όριο. Οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες ονομάζονται έτσι, ακριβώς επειδή καλύπτουν μια περιοχή από την Ευρώπη ως την Ινδία. Ενώ ο μεγαλύτερος λαός στην Ευρώπη, οι Ρώσοι, είναι μοιρασμένος ανάμεσα στις δύο «ηπείρους».

Γιατί όμως τότε η επιμονή σε έναν τέτοιο χωρισμό Ευρώπης-Ασίας, που είναι από κάθε επιστημονική άποψη (γεωλογική, φυσιογεωγραφική, ανθρωπογεωγραφική) ανύπαρκτος; Προφανώς γιατί υπάρχουν δυνάμεις που θέλουν την επιβίωσή του στο μυαλό των ανθρώπων.  Εξάλλου συχνά τα όρια της Ευρώπης μετακινούνται εκφράζοντας τα εκάστοτε συμφέροντα. Το κυριώτερο είναι ίσως ότι δίνει στους Ευρωπαίους μια αίσθηση διαφορετικότητας: δεν είναι μάλλον άσχετος με μια παραδοσιακή ευρωπαϊκή υπεροψία προς τον υπόλοιπο πληθυσμό της Γης.

2. Η αντίθεση με τη γερμανοκρατία

Ακούμε κάποτε ότι οι γερμανικές προσπάθειες ηγεμονίας της Ε.Ε. παραβιάζουν τα ιδεώδη των ιδρυτών της, ότι είναι κάτι ξένο προς την πραγματική φύση και σκοπό της ευρωπαϊκής ενότητας. Πολλοί Έλληνες ευρωπαϊστές, αν και παραδοσιακά μάλλον γερμανόφιλοι, ανακάλυψαν κι αυτοί πρόσφατα αυτήν την άποψη, αφού επιβλήθηκαν οι πολιτικές λιτότητας στην Ελλάδα – τα προηγούμενα χρόνια που το χρήμα έρεε άφθονο, αυτή η ηγεμονία δεν φαινόταν να τους ενοχλεί κι ιδιαίτερα.

Στην πραγματικότητα, και μόνο το να δέχεται κάποιος ότι είναι πάνω απ’ όλα μέρος της Ευρώπης, ισοδυναμεί και με μια τουλάχιστον μερική αποδοχή της ένταξης στη γερμανική σφαίρα επιρροής. Η «Ευρώπη» είναι ως γεωγραφικός χώρος ακριβώς έτσι ορισμένη για να έχει τη Γερμανία ως πυρήνα της – και δεν εννοώ μόνο το γερμανικό κράτος, αλλά οτιδήποτε είναι κατ’ ουσίαν γερμανικό.

Τα γερμανικά είναι η επίσημη γλώσσα όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην Ελβετία και την Αυστρία. Ακόμα, πολλές άλλες γλώσσες είναι συγγενικές της (π.χ. τα Δανέζικα, τα Ολλανδικά/Φλαμανδικά, τα Σουηδικά). Οι γειτονικές στη Γερμανία και την Αυστρία σλαβικές χώρες έχουν έντονη γερμανική πολιτιστική και γλωσσική επιρροή (ιδίως η Τσεχία και η Σλοβενία). Γερμανικά φύλα έχουν δώσει το όνομα τους σε περιοχές στις γειτονικές λατινόφωνες χώρες, όπως στη Βουργουνδία ή στη Λομβαρδία, αλλά και γενικά στη χώρα που ήταν μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες ο κύριος εχθρός της Γερμανίας (κανονικά θα έπρεπε κι εμείς στην Ελλάδα να την ονομάζουμε Φραγκία αντί Γαλλία, όπως όλος ο κόσμος). Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό που ονομάζουμε «Δύση» ή «Ευρώπη» ως ιστορικός-πολιτισμικός χώρος ήταν το δημιούργημα της κατάλυσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από γερμανικά φύλα και της πολιτιστικής ανάμιξης τους με τους λατινικό στοιχείο.

Πέρα όμως απ’ αυτά τα πολιτισμικά-ιστορικά στοιχεία (που είναι σημαντικά για να κατανοήσουμε τη ρίζα της «ευρωπαϊκής ταυτότητας») υπάρχει και η σημερινή πολιτική-οικονομική πραγματικότητα: η Γερμανία είναι όχι μόνο η μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα στην Ε.Ε. (ειδικά αν μετρήσουμε και τη συγγενική της Αυστρία)  και η γεωγραφικά πιο κεντρική,  αλλά κι αυτή με την πιο παραγωγική και ανταγωνιστική οικονομία – όπως απέδειξε και η τελευταία οικονομική κρίση. Ακόμα και τα στοιχεία «ευρωπαϊκότητας» στη συνείδηση του κόσμου (ειδικά στις χώρες μας, στη Μεσόγειο) είναι περίπου τα ίδια με της «γερμανικότητας».

Τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά όταν ιδρύθηκε η ΕΟΚ, την εποχή που η Ευρώπη κι η ίδια η Γερμανία ήταν διαιρεμένες. Θα ήταν ίσως επίσης διαφορετικά, αν ο ορισμός της Ευρώπης συμπεριλάμβανε ξεκάθαρα και τη Ρωσία και την Τουρκία. Μια τέτοια ευρωπαϊκή ταυτότητα θα ήταν ίσως πιο σύνθετη και θα έκανε το γερμανικό κεντρικό ρόλο αμφίβολο. Θυμάμαι μια συζήτηση με ένα Γερμανό συμφοιτητή μου (ένθερμο ευρωπαϊστή και ψηφοφόρο των Πράσινων), που ήθελε μια σύντομη ένταξη όλων των ευρωπαϊκών χωρών στην Ε.Ε., συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτές και τις βαλκανικές, την Ουκρανία κ.λπ. Ταυτόχρονα όμως έβαλε και ένα καθαρό όριο: όχι στην Τουρκία και όχι στη Ρωσία. Νομίζω αυτό δεν ήταν τυχαίο. Στην καλύτερη περίπτωση, η Τουρκία και η Ρωσία αντιμετωπίζονται ως περιφερειακές μισο-ευρωπαϊκές χώρες.

Ο σημερινός ορισμός της Ευρώπης είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του γερμανικού κεντρικού ρόλου. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό – σίγουρα πολλές από τις θετικές πλευρές της Ε.Ε. για τις χώρες μας είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα της γερμανικής επιρροής, π.χ. στον τομέα προστασίας του περιβάλλοντος. Αλλά είναι ψευδαίσθηση να ελπίζεις σε μια Ενωμένη Ευρώπη χωρίς γερμανική ηγεμονία – χωρίς Γερμανία δεν υπάρχει και Ευρώπη. Ακόμα και ο Γιάνης Βαρουφάκης ήταν τις τελευταίες μέρες αρκετά ειλικρινής για να το παραδεχτεί.

3. Το αντίδοτο στο συντηρητισμό και τον εθνικισμό

Επίσης ακούμε συχνά για ένα διαχωρισμό ανάμεσα σε «ευρωπαϊκές» από τη μια και «ευρωσκεπτικιστικές» ή και «αντι-ευρωπαϊκές» δυνάμεις από την άλλη. Κατά κανόνα αυτοί που αναφέρονται σ’ αυτόν το διαχωρισμό συγκαταλέγουν τους εαυτούς τους στις ευρωπαϊκές. Με βάση τα λεγόμενά τους, η αντίπαλη πλευρά αποτελείται από οπαδούς παρωχημένων ιδεολογιών, από παλιομοδίτες εθνικιστές, από αντιδραστικούς εχθρούς της προόδου, απο συντηρητικούς που απλά φοβούνται οποιαδήποτε αλλαγή. Ακόμα και αριστεροί που είναι εναντίον στην Ε.Ε. με τη σημερινή της μορφή, νιώθουν συχνά την ανάγκη να προσθέσουν ότι είναι υπέρ μιας «Ευρώπης των λαών» – ακριβώς για να διαχωρίσουν τη θέση τους από το συντηρητικό/εθνικιστικό αντι-ευρωπαϊσμό.

Αυτό όσον αφορά τις πλούσιες χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης έχει κάποια βάση. Αυτές περιβάλλονται από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συχνά πιο φτωχές από τις ίδιες. Η ευρωπαϊκή επιλογή μπορεί να ερμηνευθεί και ως άνοιγμα προς τον κόσμο, ως κάτι προοδευτικό, κι αυτοί που αντιδρούν ως εχθροί αυτού του ανοίγματος, που σκέφτονται μόνο τα στενά εθνικά συμφέροντα ή δεν θέλουν να μοιραστούν το πλούτο τους με τους φτωχούς γείτονες τους.

Η περίπτωση όμως των νότιων περιφερειακών χωρών, όπως η Ελλάδα ή η Ισπανία, είναι πολύ διαφορετική. Η ευρωπαϊκή επιλογή δεν είναι μόνο επιλογή προσέγγισης προς κάποιους από τους γείτονες τους, αλλά ταυτόχρονα και επιλογή απομάκρυνσης από άλλους – με τους οποίους τα σύνορα γίνονται πιο αδιαπέρατα αντί να πέφτουν. Ειδικά όταν οι δεύτεροι είναι συχνά και πιο φτωχοί, ενώ οι πρώτοι πιο πλούσιοι, δύσκολα μπορεί αυτό να ειδωθεί ως αριστερή προοδευτική επιλογή. Στην ακραία μάλιστα περίπτωση της Κύπρου, χώρας της οποίας όλες σχεδόν οι γειτονικές χώρες είναι καθαρά μη-ευρωπαϊκές, η ένταξη σε μια ευρωπαϊκή Ένωση (με οποιαδήποτε μορφή) συνιστά μάλλον επιλογή κλεισίματος, όχι ανοίγματος προς τον κόσμο.

Χώρες όπως η Ισπανία, η Ελλάδα, η Μάλτα, η Κύπρος μπορούν μεν να θεωρηθούν ως ευρωπαϊκές (η τελευταία πιο δύσκολα), ανήκουν όμως ταυτόχρονα και σε άλλες κατηγορίες π.χ. μεσογειακές ή και μεσανατολίτικες, στην περίπτωση της Κύπρου. Δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να δείχνει ότι η ευρωπαϊκή τους διάσταση υπερέχει καθαρά έναντι των άλλων. Μάλιστα από ιστορική άποψη, ήταν μάλλον πιο συνδεδεμένες με τις μη-ευρωπαϊκές γειτονικές τους περιοχές, παρά π.χ. με την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Σ’ αυτές τις χώρες είναι άρα οι ευρωπαϊστές (ιδιαίτερα οι αριστεροί ή προοδευτικοί ανάμεσά τους), που έχουν την υποχρέωση να δικαιολογήσουν τη θέση τους – κι όχι οι αντίπαλοί τους.


Όπως ξεκαθάρισα και στην αρχή, η κατάρριψη αυτών των μύθων δεν οδηγεί απαραίτητα και στην απόρριψη της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας ή του ότι εμείς πρέπει να είμαστε μέρος της. Μπορεί φυσικά κάποιος να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη σημερινή ή με άλλη μορφή, στη βάση των πλεονεκτημάτων που αυτή φέρνει ή θα μπορούσε να φέρει – από τη δική του οπτική γωνία ο καθένας.

Θα μπορούσε και κάποιος να απαντήσει στα σημεία του άρθρου. Π.χ. πως η Ευρώπη δεν χωρίζεται μεν καθαρά από την υπόλοιπη Ευρασία, αλλά υπάρχουν λόγοι που κάνουν την ενοποίηση μεγάλου τμήματος της Ευρώπης πιο εύκολη ή αναγκαία από αυτήν ολόκληρης της Ευρασίας (ή άλλων τμημάτων της). Ότι έχουμε συμφέρον κι εμείς αλλά κι οι γειτονικοί μας λαοί να ανήκουμε στη γερμανική σφαίρα επιρροής παρά σε οποιαδήποτε άλλη – και να το εξηγήσει με λογικά επιχειρήματα.

Πιστεύω όμως πως για ένα θέμα τόσο σημαντικό, που θα καθορίσει όχι μόνο το δικό μας μέλλον αλλά ίσως κι αυτό των επόμενων γενιών, χρειάζεται να γίνει μια απομυθοποίηση, που θα μας επιτρέψει να το δούμε όπως πραγματικά είναι.

Εθνικες και τοπικες ταυτοτητες

Κλασσικό

Την εποχή που ζούσα στο Βερολίνο είχα διαβάσει ένα ρεπορτάζ σχετικά με την τούρκικη νεολαία στη Γερμανία. Σαν μέρος του ρεπορτάζ ο δημοσιογράφος είχε μιλήσει με μια νεαρή Τουρκάλα, που ετοιμαζόταν να αποκτήσει το γερμανικό της διαβατήριο. Χαιρόταν γι’ αυτό για καθαρά πρακτικούς λόγους, για τις ευκολίες που θα της προσέφερε. Ο δημοσιογράφος της έθεσε τότε την κλασική ερώτηση, αν η ίδια αισθάνεται περισσότερο Γερμανίδα ή Τουρκάλα. Αυτή, αφού σκέφτηκε λίγο κι αντιλαμβανόμενη προφανώς την παγίδα της ερώτησης, έδωσε την ίσως πιο έξυπνη απάντηση «Βερολινέζα!».

Μάλλον χωρίς να το αντιληφθεί ούτε η ίδια ούτε ο δημοσιογράφος, μπορεί να έδωσε μαζί και την απάντηση σ’ ένα από το πιο πολυσυζητημένα προβλήματα του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Αυτό που σχετίζεται με τη μετανάστευση και την εθνική ταυτότητα. Όποιος έχει ζήσει στη Γερμανία ή σε άλλη χώρα της Βορειοδυτικής Ευρώπης, ξέρει σίγουρα τη συχνότητα και την ένταση με την οποία συζητιούνται τέτοια θέματα σε χώρες που οι «μετανάστες» είναι ήδη δεύτερης ή τρίτης γενιάς. Χωρίς να έχουν ενταχθεί ακόμα στο «έθνος-οικοδεσπότη» (απ’ αυτήν την άποψη η Ελλάδα είναι αρκετά διαφορετική περίπτωση – προς το παρόν).

Στα μάτια μου, σαν ξένος που ήμουν, αυτά τα παιδιά φαινόντουσαν πολύ γερμανοποιημένα. Ντύνονταν σαν Γερμανοί, είχαν γλώσσα του σώματος διαφορετική από τη δική μας, μιλούσαν γερμανικά με άνεση, αν και όχι με ιδιαίτερα σωστή γραμματική (όπως ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί κατ’ ανάγκη), συμπεριφέρονταν σαν να ήταν στον τόπο τους. Οι Γερμανοί όμως τους έβλεπαν σαν κάτι εντελώς ξένο. Δεν μπορούσαν να τους δουν σαν ομοεθνείς τους, αλλά ούτε κι οι ίδιοι οι νεαροί Τούρκοι έδειχναν να το θέλουν αυτό. Ήταν περήφανοι για τη διαφορετικότητά τους, ασχέτως αν εγώ δεν την ένιωθα και σαν τόσο μεγάλη. Η άρνησή τους να αφομοιωθούν προκαλούσε έντονες αντιδράσεις, ίσως κι επειδή κάποιοι έβλεπαν σ’ αυτό μια απειλή για την ύπαρξη της Γερμανίας ως έθνος-κράτος – και μάλλον δεν είχαν κι άδικο.

Η σύγχρονη εποχή έφερε μαζί της και την ιδέα του έθνους-κράτους. Την ταύτιση δηλαδή της πατρίδας και του έθνους (βασιζόμενου σε μια κοινή γλώσσα και άλλα πολιτιστικά στοιχεία), τα οποία το κράτος υπάρχει για να εξυπηρετεί. Αν στη Δύση όμως, απ’ όπου προέρχεται αυτή η ιδέα, ήταν κάτι που αναπτύχθηκε φυσιολογικά και σταδιακά στη βάση των δεδομένων που υπήρχαν, στην περιοχή μας ήταν κάτι που δεν έμοιαζε να ταιριάζει και πολύ. Τελικά έφτασε και στη δική μας εθνο-θρησκευτικά ανάμικτη πραγματικότητα, για τη δημιουργία των εθνών-κρατών χρειάστηκαν όμως εθνοκαθάρσεις, ανταλλαγές πληθυσμών, πίεση αφομοίωσης κ.λπ.

Ας αφήσουμε στην άκρη το ερώτημα, κατά πόσον ο εθνικισμός έπαιξε παρ’ όλα αυτά και στην περιοχή μας τον προοδευτικό ρόλο που έπαιξε στη Δύση κι αν αυτές οι θυσίες ήταν αναγκαίες. Το θέμα είναι ότι σήμερα το έθνος-κράτος δεν φαίνεται να μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες πραγματικότητες, ούτε στην περιοχή μας αλλά ούτε καν στην περιοχή προέλευσής του. Με την αυξανόμενη μετανάστευση η ταύτιση της εθνικής ταυτότητας με την υπηκοότητα γίνεται όλο και λιγότερο αυτονόητη. Ειδικά τώρα που μιλάμε για παιδιά κι εγγόνια μεταναστών, που δεν έχουν γνωρίσει άλλη χώρα από τη χώρα υποδοχής τους – και παρ’ όλα αυτά δεν μπορούν να ταυτιστούν μαζί της, ούτε με το έθνος που αυτή υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει.

Και πώς να ταυτιστούν, όταν αυτοί θεωρούν ότι έχουν ήδη μια εθνική ταυτότητα (π.χ. την τούρκικη), η οποία είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν (π.χ. τη γερμανική) που εκπροσωπεί το κράτος υποδοχής τους; Οι δύο είναι περίπου αλληλοαποκλειόμενες, αφού είναι κι οι δύο εθνικές – το να υιοθετήσεις τη μια σημαίνει να εγκαταλείψεις την άλλη, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό. Σε εποχές που η εθνική ταυτότητα έχει τέτοια σημασία και συναισθηματικό βάρος, το να την εγκαταλείψεις δεν είναι κι απλό πράγμα. Ειδικά όταν ξέρεις ότι με τη νέα σου εθνική ταυτότητα δύσκολα θα γίνεις δεκτός.

Πολλοί αναγνωρίζουν αυτές τις δυσκολίες, αλλά ελπίζουν ότι η μετανάστευση θα περιοριστεί και οι μικρές μεταναστευτικές κοινότητες θα αφομοιωθούν ή θα επαναπατριστούν. Το γιατί αυτές οι ελπίδες δεν είναι καθόλου ρεαλιστικές, αναλύεται σε άλλο άρθρο.

Επιστρέφοντας στην περίπτωση της νεαρής Τουρκάλας: μάλλον περίπου ενστικτωδώς, απέφυγε να μπει στο δίλημμα επιλογής εθνικής ταυτότητας και αντιπρότεινε την τοπική της ταυτότητα. Πράγματι, το σημερινό Βερολίνο (το δυτικό του μέρος τουλάχιστον) είναι σε μεγάλο βαθμό μια πολυεθνική πόλη. Το να είσαι Βερολινέζος δεν αποκλείει το να έχεις μια άλλη εθνική ταυτότητα από τη γερμανική. Ακόμα κι οι Γερμανοί Βερολινέζοι έχουν σαν μέρος της καθημερινότητάς τους και τη συμβίωση με τις άλλες εθνικές κοινότητες και φυσικά δέχονται κι επιρροές απ’ αυτές. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτή η πολυεθνικότητα έχει γίνει η ίδια μέρος της νέας βερολινέζικης ταυτότητας.

Αν το να υιοθετήσει ένας μετανάστης μια γερμανική ταυτότητα είναι πολύ δύσκολο, η τοπική ταυτότητα έρχεται περίπου αυτόματα, λόγω της σύνδεσης που νιώθει ο καθένας με τον τόπο στον οποίο μεγάλωσε. Ο δρόμος για την ένταξη των μεταναστών δεν βρίσκεται στη γερμανοποίηση τους, αλλά αντίθετα στην απογερμανοποίηση των διάφορων τοπικών ταυτοτήτων. Η γερμανική κοινωνία βρίσκεται άρα στην ανάγκη να ανακαλύψει μια πολυπολιτισμικότητα, η οποία στην περιοχή μας ήταν (όχι και τόσο παλιά) πραγματικότητα.

Πριν τον ερχομό των εθνών-κρατών, οι εθνο-θρησκευτικές ταυτότητες (πρόγονοι των εθνικών) συνυπήρχαν στην περιοχή μας με τις τοπικές, συνήθως χωρίς να ταυτίζονται. Εξ’ άλλου ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτισμού δεν προέρχεται από το έθνος ή τη θρησκεία, αλλά από τον  τόπο και τη φυσική γεωγραφία. Π.χ. οι Πόντιοι (ή οι Κύπριοι ή οι Κρητικοί) μπορεί να χωρίζονταν σε ομάδες με βάση τη εθνο-θρησκευτική τους ταυτότητα (Ελληνοορθόδοξοι, Μουσουλμάνοι, Αρμένιοι), αλλά πολιτισμικά ήταν μάλλον πιο συγγενικοί μεταξύ τους, παρά με έναν ομοεθνή/ομόθρησκό τους από έναν άλλο μακρινό τόπο.

Θα είχαμε αποφύγει μερικές γενοκτονίες, εθνοκαθάρσεις, ξεριζωμούς αν τα σύγχρονα κράτη στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία είχαν συγκροτηθεί στη βάση τοπικών ταυτοτήτων κι όχι εθνο-θρησκευτικών; Ίσως. Αλλά αυτό δεν είναι το κύριο ερώτημα. Σημασία δεν έχει το παρελθόν, αλλά το παρόν και το μέλλον. Και πρέπει σίγουρα να προβληματιστούμε για το μέλλον του έθνους-κράτους, όταν οι ίδιες οι περιοχές από τις οποίες πήραμε την ιδέα μοιάζουν να είναι υποχρεωμένες να τη ξεπεράσουν.