Τεχνητα και φυσικα κρατη στον αραβικο κοσμο

Κλασσικό

Η συζήτηση περί «τεχνητών συνόρων» στον αραβικό χώρο είναι παλιά. Γίνεται όμως ξανά επίκαιρη, βλέποντας τη σημερινή αποσταθεροποίηση στην περιοχή. Διάφορα αραβικά κράτη (Λιβύη, Υεμένη, Συρία, Ιράκ) έχουν ουσιαστικά καταρρεύσει. Είναι επόμενο να αναρωτιόμαστε αν ζούμε σήμερα το τέλος αυτών των συνόρων και την ανάδυση μιας «νέας τάξης πραγμάτων» στον αραβικό κόσμο.

Τεχνητά ή φυσικά σύνορα

Η λογική αντίδραση όταν ακούει κάποιος για «τεχνητά σύνορα» είναι να αναρωτηθεί: δεν είναι όλα τα σύνορα τεχνητά, αφού τα έχουν καθορίσει οι άνθρωποι; Ακόμα και στην περίπτωση που χρησιμοποιείται ένα πραγματικό φυσικό εμπόδιο, όπως ένα ποτάμι (π.χ. ο Έβρος ή ο Δούναβης), είναι οι άνθρωποι που το μετατρέπουν σε επίσημο σύνορο.

Επομένως, όταν αναφερόμαστε σε αντίθεση «φυσικών» και τεχνητών συνόρων, εννοείται ότι δεν μιλάμε κυριολεκτικά. «Φυσικά» ονομάζονται κράτη τα οποία έχουν πίσω τους μια σημαντική ιστορική παράδοση και τοπικές ρίζες: είτε ως ανεξάρτητες ή ημιαυτόνομες οντότητες, είτε ως παραδοσιακοί χώροι διαμονής συγκεκριμένων εθνοτικών ομάδων. Αντίθετα, «τεχνητά σύνορα» ονομάζονται τέτοια, που δημιουργήθηκαν από εξωτερικές δυνάμεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αγνοώντας την ιστορική παράδοση ή την εθνο-θρησκευτική πραγματικότητα.

Στα Βαλκάνια ή τη Μικρά Ασία τα κράτη μοιάζουν να έχουν κάποια «φυσικότητα»: μπορεί να μην υπήρχε σημαντική συνέχεια με ιστορικές κρατικές οντότητες, στήθηκαν όμως στη βάση κάποιων υπαρκτών εθνοτικών, γλωσσικών ή θρησκευτικών διαφορών. Στην περιοχή που δημιουργήθηκαν η Ελλάδα, η Τουρκία, η Αλβανία ή η Σερβία, η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν λίγο πολύ ελληνική, τουρκική, αλβανική ή σερβική αντίστοιχα – έστω και αν αυτή η πλειοψηφία δεν ήταν τόσο κυρίαρχη όσο σήμερα και οι έννοιες αυτές όχι τόσο καθαρές.

Τι έγινε όμως στα υπόλοιπα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Στη Μέση Ανατολή, όπου κυρίαρχη γλώσσα είναι τα αραβικά, δεν δημιουργήθηκε ένα ενιαίο αραβικό κράτος, ούτε τα σύνορα χαράχτηκαν στη βάση των θρησκευτικών διαφορών π.χ. ανάμεσα σε Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες ή Χριστιανούς. Εξαίρεση είναι το Ισραήλ, το οποίο δημιουργήθηκε κυρίως με εξωτερική παρέμβαση (των Ευρωπαίων Εβραίων), ενώ μόνο μερική εξαίρεση ήταν ο Λίβανος, που φτιάχτηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να έχει μια (μικρή) χριστιανική πλειοψηφία – η οποία όμως έτσι κι αλλιώς σήμερα δεν υφίσταται.

Αν όμως δεν έπαιξαν ρόλο οι εθνο-θρησκευτικές διαφορές, τότε τι; Είναι τα σημερινά σύνορα στον αραβικό κόσμο απλά μια κληρονομιά των αποικιοκρατών, ή συνέχεια ιστορικών παραδόσεων; Και τι σημαίνει αυτό για την επιβίωση τους; Όπως θα περίμενε κάποιος, εύκολες απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχουν.

Η κληρονομιά των Σάικς-Πικό

Όταν κάποιος μιλάει για τεχνητά αποικιοκρατικά σύνορα στον αραβικό κόσμο, σχεδόν αυτόματα μπαίνει στη συζήτηση και η συμφωνία Σάικς-Πικό. Μ’ αυτό το όνομα (από τους διπλωμάτες οι οποίοι την διαπραγματεύτηκαν) έχει περάσει στην ιστορία η μυστική συμφωνία μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας, με την οποία μοίρασαν μεταξύ τους τα οθωμανικά εδάφη της Μέσης Ανατολής το 1916: ενώ δηλαδή η έκβαση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν είχε ακόμα κριθεί και οι Αγγλογάλλοι δεν είχαν καν τον έλεγχο στην περιοχή.

Τα όρια των περιοχών αγγλικής και γαλλικής επιρροής/ελέγχου με βάση τη συμφωνία Σάικς-Πικό. Από κάτω φαίνονται τα σύνορα των σημερινών κρατών, ώστε να μπορεί να γίνει η σύγκριση.
Πηγή εικόνας

Όταν το τέλος του πολέμου βρήκε τους Αγγλογάλλους νικητές και τους Οθωμανούς ηττημένους, οι πρώτοι μπορούσαν να εφαρμόσουν την συμφωνία. Διάφοροι άλλοι παράγοντες, όπως το κεμαλικό κίνημα, οδήγησαν μεν σε σημαντικές τροποποιήσεις (η σημερινή Συρία και ο Λίβανος αντιστοιχούν στην τελική γαλλική περιοχή και το Ισραήλ, τα παλαιστινιακά εδάφη, η Ιορδανία και το Ιράκ στη βρετανική). Σε γενικές γραμμές όμως, βλέπουμε ότι η συμφωνία Σάικς-Πικό παρέμεινε οδηγός για τη μοιρασιά των εδαφών της αραβικής Ανατολής.

Ακόμα και ο εσωτερικός διαχωρισμός της αγγλικής και γαλλικής περιοχής σε κράτη βασίστηκε στις αποφάσεις των εξωτερικών δυνάμεων, έστω με την κάλυψη της Κοινωνίας των Εθνών (τον πρόγονο του ΟΗΕ). Οι Γάλλοι διαίρεσαν την περιοχή εντολής που τους δόθηκε σε 5 «κρατίδια», από τα οποία τα τέσσερα μεν ενώθηκαν στη συνέχεια συγκροτώντας τη σημερινή Συριακή Αραβική Δημοκρατία, το πέμπτο όμως έγινε ξεχωριστό κράτος: ο Λίβανος. Όσο για την αγγλική ζώνη επιρροής, χωρίστηκε σε τρία τμήματα: το Ιράκ, την Υπεριορδανία και την Παλαιστίνη. Τα δύο πρώτα έγιναν τα ανεξάρτητα κράτη που ξέρουμε, ενώ στην μεγαλύτερη έκταση του τρίτου δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ, που μετά το 1967 έφερε υπό την κατοχή του και τα υπόλοιπα τμήματα της πρώην βρετανικής Παλαιστίνης.

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κρατίδια. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως αργότερα στην Τουρκία.
Πηγή: en.academic.ru

Φυσικά, αυτοί οι διαχωρισμοί δεν ήταν εντελώς αυθαίρετοι. Μια ιστορική περιοχή «Μεσοποταμία» ή «Ιράκ» υπήρχε πάντα: μάλιστα, για μια περίοδο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, λειτουργούσε ως σχεδόν ενιαία και αυτόνομη οντότητα εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίσης, ένα καθεστώς ιδιαίτερης αυτονομίας είχε στα τελευταία οθωμανικά χρόνια και το όρος Λίβανος.

Παρ’ όλα αυτά, στη συμφωνία Σάικς-Πικό γίνεται μια μάλλον βάσιμη κριτική ότι αγνόησε ιστορικές συνέχειες και εθνο-θρησκευτικές ιδιαιτερότητες. Το κράτος του Ιράκ σχηματίστηκε από την ένωση τριών διαφορετικών οθωμανικών επαρχιών (Μοσούλη, Βαγδάτη, Βασόρα), συγκεντρώνοντας σ’ ένα κράτος ετερογενείς πληθυσμούς (Κούρδοι στο Βορρά, Σουνίτες Άραβες στη Δύση, Σιίτες Άραβες στο Νότο). Η «ιστορική Συρία» αντίθετα μοιράστηκε με τρόπο ώστε να εξισορροπηθούν οι αγγλικές και γαλλικές ορέξεις, αγνοώντας λίγο πολύ τα παλιά όρια ανάμεσα στις οθωμανικές επαρχίες και ιστορικές παραδόσεις.

Τα βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς το τέλος της 19ου αιώνα.
Πηγή εικόνας

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα σημερινά σύνορα.

Η συμφωνία Σάικς-Πικό είναι πλέον 101 χρονών και παραμένει ένα σύμβολο της αποικιοκρατίας στην περιοχή. Πολλοί την έχουν κατηγορήσει και επίσης πολλοί (παναραβιστές, κομμουνιστές, Σύριοι εθνικιστές, ισλαμιστές) έχουν υποσχεθεί την κατάργηση των συνόρων που βασίστηκαν σ’ αυτή. Παρ’ όλα αυτά, τα συγκεκριμένα σύνορα παρέμειναν σχεδόν ανέγγιχτα μέχρι τις μέρες μας. Και είναι κάπως τραγικό ότι οι πρώτοι που κατάφεραν να τα καταργήσουν, τουλάχιστον σε ένα μέρος τους (θα δούμε και για πόσο), είναι οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους – κάτι που οι ίδιοι φυσικά δεν παραλείπουν να διαφημίζουν.

Σύγχρονα και παραδοσιακά κράτη στο Μαγκρέμπ

Ας περάσουμε στην άλλη άκρη του αραβικού κόσμου, τo Μαγκρέμπ (Δύση στα αραβικά): Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη. Όλες αυτές οι χώρες γνώρισαν την αποικιοκρατία: την ισπανική ένα μέρος του Μαρόκο, τη γαλλική το υπόλοιπο Μαρόκο, η Αλγερία και η Τυνησία, την ιταλική η Λιβύη. Έχουν όμως και μια δική τους παράδοση, που πάει πολλούς αιώνες πίσω.

Ξεκάθαρη περίπτωση είναι το Μαρόκο, το οποίο ήταν ήδη ανεξάρτητο σουλτανάτο για πολλούς αιώνες μέχρι και το 1912, όταν μετατράπηκε σε ισπανο-γαλλικό προτεκτοράτο. Ακόμα και τότε διατηρήθηκε ο θεσμός του Σουλτάνου – ο οποίος πήρε τον τίτλο του βασιλιά, όταν το Μαρόκο απέκτησε το 1956 πάλι την ανεξαρτησία του.

Στο υπόλοιπο Μαγκρέμπ δεν υπήρχαν επίσημα ανεξάρτητα κράτη, αφού η Οθωμανική Αυτοκρατορία το είχε θέσει υπό την κυριαρχία της.  Υπήρχαν όμως οντότητες, οι οποίες στην ουσία ήταν αυτόνομες, με δικό τους ηγεμόνα η κάθε μια: είχαν μάλιστα ιδιαίτερα κακή φήμη ως κράτη-προστάτες της πειρατείας. Πρωτεύουσες ήταν το Αλγέρι, η Τύνιδα και η Τρίπολη. Το Αλγέρι και η Τύνιδα διατήρησαν αυτή την αυτονομία τους, μέχρι που έγιναν γαλλικές αποικίες το 1830 και 1881 αντίστοιχα.

Τα παλιά κράτη της Μπαρμπαριάς στη Βόρεια Αφρική.
Πηγή εικόνας

Η Λιβύη είναι κάπως πιο ιδιαίτερη περίπτωση, αφού η Τρίπολη ήταν ημιανεξάρτητη μόνο μέχρι το 1835, όταν οι Οθωμανοί αποφάσισαν να τη θέσουν υπό την απ’ ευθείας διοίκηση τους. Αν και τη διατήρησαν ως ενιαίο βιλαέτι, ιστορικά ξεχώριζαν πάντα η περιοχή της Τριπολίτιδας από την Κυρηναϊκή στα ανατολικά και το Φεζάν στο Νότο. Αυτόν το διαχωρισμό χρησιμοποίησαν οι Ιταλοί αποικιοκράτες (οι οποίοι μόλις το 1934 ενοποίησαν τις τρεις αυτές αποικίες τους, δίνοντας τους το όνομα «Λιβύη»), αλλά συνεχίστηκε και με την ανεξαρτησία μετά τον Β’ Παγκόσμιο, ως χωρισμός σε τρεις αυτόνομες περιοχές. Ο διαχωρισμός καταργήθηκε μεν στη συνέχεια, η διαφορετική παράδοση αυτών των περιοχών παρέμεινε όμως ενεργή, έτσι ώστε να ξαναζωντανέψει και να παίξει ρόλο και στις σημερινές συγκρούσεις: με την πτώση του Καντάφι, ακούγονται πάλι δυνατά φωνές που ζητούν αυτονομία για την Κυρηναϊκή.

Παρά την ιδιαιτερότητα της Λιβύης, γενικά βλέπουμε ότι στο Μαγκρέμπ τα σημερινά κράτη έχουν πίσω τους μια παράδοση, η οποία μόνο προσωρινά διακόπηκε μέσω της αποικιοκρατίας. Τα ακριβή τους σημερινά σύνορα, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σαχάρας, είναι μεν ως ένα σημείο κληρονομιά των αποικιοκρατών: η Λιβύη απέκτησε π.χ. τη σημερινή της μεγάλη έκταση μετά από παραχωρήσεις των Γάλλων και των Άγγλων από τις δικές τους γειτονικές αποικίες προς την Ιταλία. Παρ’ όλα αυτά, οι πυρήνες των σημερινών κρατών αντιστοιχούν περίπου και στις παλιές κρατικές οντότητες: υπάρχει δηλαδή μια συνέχεια.

Η Αίγυπτος: το κράτος του Νείλου

Ανάμεσα σε αραβική Δύση και Ανατολή, βρίσκεται το πιο μεγάλο σε πληθυσμό αραβικό κράτος: η Αίγυπτος.  Λίγα κράτη στον κόσμο θα μπορούσαν να είναι τόσο «φυσικά», με μια παράδοση πολλών χιλιετιών, η οποία σε κάποιο βαθμό συνεχίστηκε ακόμα και κάτω υπό την εξουσία ξένων κατακτητών. Στα τελευταία οθωμανικά χρόνια, ο διοικητής της Αιγύπτου είχε μάλιστα το προνόμιο να είναι αντιβασιλέας. Ο Μεχμέτ Αλή ως αντιβασιλέας της Αιγύπτου ήταν τόσο αυτόνομος, που έφτασε να απειλεί την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Και η Αίγυπτος γνώρισε φυσικά την αποικιοκρατία. Η φυσική της ιδιαιτερότητα είναι όμως πολύ καθαρή: η Αίγυπτος είναι η γη του Νείλου, στην κοιλάδα και στο δέλτα του οποίου ζει η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Λίγες ηπειρωτικές χώρες στον κόσμο έχουν μια κρατική παράδοση τόσο στενά δεμένη με μια ιδιαίτερη φυσική γεωγραφία.

Χάρτης της σημερινής πυκνότητας πληθυσμού στην Αίγυπτο. Πηγή εικόνας

Η αραβική χερσόνησος

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ποτέ δεν κατάφερε (ή δεν ενδιαφέρθηκε) να κυριαρχήσει εντελώς στην περιοχή της αραβικής χερσονήσου. Στην εποχή της αποικιοκρατίας, τον πρώτο λόγο στην περιοχή τον είχαν οι Βρετανοί. Το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, το Άμπου Ντάμπι και τα άλλα κρατίδια που αποτελούν σήμερα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν, ήταν όλα βρετανικά προτεκτοράτα, επίσημα ή ανεπίσημα. Ως αυτόνομα κρατίδια υπήρχαν όμως από πριν, συνήθως μάλιστα υπό τις δυναστείες που τα κυβερνούν ακόμα και σήμερα: δεν πρόκειται για μια διάσπαση βρετανικής έμπνευσης. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι εδώ η Υεμένη, της οποίας το βόρειο και το νότιο τμήμα έχουν διαφορετική πολιτική ιστορία, φυσική γεωγραφία, ακόμα και θρησκευτικό προσανατολισμό: η συμβίωση τους σ’ ένα κοινό κράτος από το 1990 και μετά ήταν και παραμένει δύσκολη.

Όσο για το τωρινό πιο σημαντικό κράτος της περιοχής, τη Σαουδική Αραβία, οι ρίζες του βρίσκονται ήδη στον 18ο αιώνα, όταν το πουριτανικό ισλαμικό κίνημα του Ουαχαμπιτισμού συμμάχησε με την ντόπια οικογένεια των Σαούντ και κατάφερε να κυριαρχήσει τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος του σημερινού ανατολικού τμήματος της χώρας. Τη Χετζάζη πάντως, τη σημερινή δυτική ακτή, την απέκτησαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο. Η συμμαχία με τις ΗΠΑ έπαιξε φυσικά ρόλο στο να πετύχουν οι Σαούντ να διατηρήσουν και τα δύο αυτά ετερογενή τμήματα ενωμένα ως ένα κράτος.

Σύνορα: παρελθόν, παρόν και μέλλον

Πως μπορούν όλα αυτά να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη σημερινή κατάσταση στις αραβικές χώρες; Ένα μάλλον εύκολο συμπέρασμα που θα έβγαζε κάποιος, είναι ότι τα κράτη, των οποίων η κρατική παράδοση είναι πιο «ρηχή», καταρρέουν πιο εύκολα: η Συρία και το Ιράκ, η Υεμένη, η Λιβύη. Ο Λίβανος γνώρισε τη δική του περίοδο κατάρρευσης από το ’75 ως το ’90 και ακόμα δεν έχει βρει εντελώς τη συνοχή του. Μ’ αυτή τη λογική, η επόμενη υποψήφια θα ήταν μάλλον η Ιορδανία. Αντίθετα, για τα κράτη με πιο «βαθιά» παράδοση ή/και εθνο-θρησκευτική ομοιογένεια, ακόμα κι αν αυτά έχουν ζήσει μπόλικη πολιτική αστάθεια τα τελευταία χρόνια, όπως η Τυνησία και η Αίγυπτος, η επιβίωσή τους δεν φαίνεται να αμφισβητείται σοβαρά.

Δεν είναι όμως αυτή η κατάρρευση το σύμπτωμα μιας εποχής με συγκεκριμένες συνθήκες; Σε μια περίοδο γενικής κρίσης και σε μια εποχή όπου οι εθνο-θρησκευτικές ή οι τοπικές ταυτότητες προβάλλονται ως το πιο σίγουρο καταφύγιο, είναι αναμενόμενο ότι τα πρώτα κράτη που κλονίζονται είναι αυτά που έχουν την πιο αδύνατη κρατική παράδοση ή/και την πιο περίπλοκη εθνο-θρησκευτική σύνθεση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σύνδεση των πολιτών ακόμα και με τέτοια κράτη είναι εντελώς αμελητέα, από τη στιγμή που υπάρχουν ήδη για μερικές δεκαετίες. Εξάλλου, ακόμα και τα πιο «παραδοσιακά» κράτη, δεν ήταν κάποτε και αυτά νέα, που τους αφέθηκε χρόνος να δημιουργήσουν αυτήν την παράδοση;

Επίσης, όταν προβάλλουμε ένα ευρωπαϊκό ή βαλκανικό μοντέλο για τη Μέση Ανατολή, δηλαδή τη δημιουργία νέων κρατών στη βάση εθνο-θρησκευτικής ομοιογένειας, το σκεφτόμαστε καλά; Η υποτιθέμενη σταθερότητα που φέρνουν τέτοια κράτη (την φέρνουν όντως;) ήρθε στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια μόνο μετά από ιδιαίτερα αιματηρούς πολέμους και άγριες εθνοκαθάρσεις – και λίγα χρόνια αφότου τα με τόση βία και κόπο σχηματισμένα σύνορα σταθεροποιήθηκαν, τα ίδια κράτη τα αποδυναμώνουν, για χάρη μιας υπερεθνικής οργάνωσης όπως η Ε.Ε.

Φυσικά, δεν αποκλείεται το οικοδόμημα των Σάικς-Πικό να καταρρεύσει ολοκληρωτικά και να γεννηθούν εντελώς νέα κράτη στη Μέση Ανατολή, π.χ. ένα ή περισσότερα κουρδικά (ένα ενδεχόμενο που μοιάζει να είναι πολύ κοντά), αραβικά-σουνιτικά, αραβικά-σιιτικά κ.ο.κ. Μόνο όμως επειδή βλέπουμε μια τέτοια τάση σήμερα, δεν σημαίνει ότι η κατεύθυνση δεν μπορεί να αλλάξει και τα σημερινά σύνορα τελικά να διασωθούν – ή να αλλάξουν μ’ έναν τρόπο πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι θα περιμέναμε.


Σχετικά άρθρα

 

 

Advertisements

Εθνικισμος, πατριωτισμος και αλλα

Κλασσικό

Αυτό το άρθρο μπορεί να θεωρηθεί και ως συνέχεια ενός άλλου σε αυτό το μπλογκ. Εκεί έγινε ήδη αναφορά στο θέμα της σχέσης εθνικής ταυτότητας και έθνους-κράτους.

Κάποιος που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στην Κύπρο είναι δύσκολο να αποφύγει το θέμα του εθνικισμού, της ιδεολογίας που επηρέασε τόσο βαθιά την κατάσταση της πατρίδας μας. Κατ’ αρχήν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι είναι εθνικισμός και τι δεν είναι, ποιος είναι εθνικιστής και ποιος δεν είναι. Στη σημερινή εποχή σχεδόν κανείς δεν αποδέχεται τον όρο «εθνικιστής» για τον εαυτό του, προτιμώντας να δηλώνει απλά «πατριώτης».

Εθνικισμός και υπερεθνικισμός

Ένας γενικά αποδεκτός ορισμός της λέξης «εθνικισμός» μάλλον δεν υπάρχει. Στο σημερινό δημόσιο λόγο συνήθως χρησιμοποιείται σαν κάτι αρνητικό, ως μια υπερβολική επικέντρωση στην ιδέα του έθνους και μάλιστα με βάση την πεποίθηση υπεροχής του σε σχέση με τα άλλα έθνη. Οι ιστορικοί όμως, με τον όρο «εθνικισμός» φαίνεται ότι αναφέρονται στην ιδέα ότι μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι μοιράζονται μια κοινή θρησκεία/γλώσσα/πολιτισμό και θεωρούν ότι απαρτίζουν ένα έθνος, πρέπει να έχουν και το δικό τους κράτος. Ίσως να είναι καλύτερο να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον ορισμό, που είναι πιο ουδέτερος, άρα και καλύτερη βάση για λογική συζήτηση. Για τον πρώτο ορισμό θα μπορούσε να ήταν καλύτερος ο τίτλος «υπερεθνικισμός«.

Ενώ όλοι οι αριστεροί/φιλελεύθεροι/προοδευτικοί θα μπορούσαν εύκολα να συμφωνήσουν ότι ο υπερεθνικισμός είναι κάτι αρνητικό, με τον «σκέτο» εθνικισμό τα πράγματα είναι λιγότερο απλά. Εθνικιστικά κινήματα όπως το σκωτσέζικο, το ιρλανδικό, το βασκικό, το καταλανικό, το κουρδικό, το παλαιστινιακό, το παναραβικό είχαν και έχουν πολλές συμπάθειες από τους προοδευτικούς ή αριστερούς όλου του κόσμου. Αντίθετα, εθνικισμοί όπως ο γερμανικός, ο ρωσικός, ο ουκρανικός, ο σερβικός, ο κροατικός, ο ισραηλινός ή ίσως και ο λιβανέζικος, αντιμετωπίζονται ως κάτι κακό, συντηρητικό ή και αντιδραστικό – συχνά από τα ίδια ακριβώς άτομα. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως ο τουρκικός ή ο ιρανικός εθνικισμός, τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα, αφού οι εξωτερικές απόψεις γι’ αυτούς διαφέρουν, όπως διαφέρουν και οι εσωτερικές παραλλαγές τους.

Τα πράγματα άρα είναι πολύ πιο σύνθετα από μια εύκολη και γενική καταδίκη του εθνικισμού, σε οποιαδήποτε χώρα και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Εξάλλου με βάση αυτόν τον ορισμό, την πίστη δηλαδή στο έθνος-κράτος, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού είναι εθνικιστική, τουλάχιστον στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Για να γίνει άρα μια λογική κριτική στον εθνικισμό, πρέπει να δεχτούμε πως πρόκειται για μια κατ’ αρχήν σεβαστή ιδεολογία. Με το να εξομοιώνουμε τον εθνικισμό με τον υπερεθνικισμό, ουσιαστικά δίνουμε και τη δυνατότητα στον μετριοπαθή εθνικιστή να ξεφύγει από την κριτική, λέγοντας ότι είναι απλά «πατριώτης».

Πατρίδα και έθνος-κράτος

Ο πατριωτισμός όμως είναι στη βάση του εντελώς διαφορετικής φύσης από τον εθνικισμό. Δεν είναι ιδεολογία που δημιουργήθηκε ως συνέπεια κοινωνικών αλλαγών στη σύγχρονη εποχή, είναι απλά η αγάπη που έχει κάποιος για τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, κάτι που υπάρχει (τουλάχιστον) από τότε που ο άνθρωπος εγκατέλειψε τη νομαδική ζωή. Και δεν υπάρχει τίποτε που να λέει ότι τα όρια αυτού του τόπου πρέπει να συμπίπτουν και με τα κρατικά σύνορα ή με έναν «εθνικό» χώρο . Μπορεί π.χ. κάποιος να θεωρεί ως πατρίδα του ολόκληρη τη Θράκη (Ανατολική και Δυτική), ανεξάρτητα από το αν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είναι μοιρασμένη ανάμεσα στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βουλγαρία, ή αν κατοικείται κατά πλειοψηφία από μια εθνοτική ομάδα διαφορετική από τη δική του.

Στη σημερινή εποχή συχνά μιλάμε λες και οι έννοιες «πατρίδα», «κράτος», «έθνος» ταυτίζονται. Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητο και σε άλλες (όχι πολύ μακρινές) εποχές δεν ήταν καν συνηθισμένο. Ο εθνικισμός είναι ακριβώς η ιδεολογία που θεωρεί αυτήν την ταύτιση δεδομένη – και όταν δεν υπάρχει, σαν ένα λάθος που πρέπει να διορθωθεί. Ο κουδικός εθνικισμός π.χ. θεωρεί ως ανωμαλία το ότι ο χώρος που κατοικούν κατά πλειοψηφία Κούρδοι δεν αποτελεί ένα ξεχωριστό κράτος, αλλά είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε άλλα κράτη.

Πιστεύω ότι έτσι γίνεται ξεκάθαρη η διαφορά: ο πατριώτης δεν μπορεί να θεωρηθεί εθνικιστής, ούτε καν ήπιος ή μετριοπαθής, εφ’ όσον δεν εξομοιώνει την πατρίδα του με ένα έθνος. Είναι δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους κατηγορίες. Η αίσθηση ότι ταυτίζονται είναι απλά το αποτέλεσμα του ότι πολλοί μετριοπαθείς εθνικιστές προτιμούν να χρησιμοποιούν τον όρο «πατριώτης» για τον εαυτό τους, επειδή ο όρος «εθνικιστής» έχει αποκτήσει αρνητική χροιά. Για να γίνει ένας έντιμος διάλογος για το θέμα πρέπει να αποβάλλουμε ακριβώς αυτήν την αρνητική χροιά.

Πολιτικός ή πολιτισμικός εθνικισμός

Αυτοί οι ορισμοί βοηθούν κάπως στο να γίνει ένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στις έννοιες «πατριωτισμός», «εθνικισμός» και «υπερεθνικισμός». Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που θέλουμε να αναφερθούμε σε μια σύνδεση με το έθνος σαν αξία, χωρίς απαραίτητα όμως με το κράτος που (υποτίθεται) ότι το αντιπροσωπεύει; Μπορεί δηλαδή κάποιος να δίνει βάρος σε θέματα εθνικής ταυτότητας, να πιστεύει στην έννοια των εθνικών συμφερόντων, χωρίς όμως να θεωρεί απαραίτητη την ύπαρξη του έθνους-κράτους;

Μια επιλογή θα ήταν να ονομάσουμε αυτήν την παραλλαγή «πολιτισμικό εθνικισμό» σε αντίθεση με τον «πολιτικό εθνικισμό», για τον οποίο κεντρικό ρόλο παίζει η ιδέα του έθνους-κράτους. Π.χ. στην ελληνική περίπτωση, ένας πολιτισμικός αλλά όχι πολιτικός εθνικιστής θα μπορούσε να είναι κάποιος που πιστεύει στην ιδέα ενός Ελληνισμού πέρα από σύνορα, απορρίπτοντας την εξάρτησή του από ένα ελληνικό έθνος-κράτος. Αντίστοιχα και τα εθνικά συμφέροντα θα ήταν κυρίως πολιτισμικής φύσης (π.χ. διατήρηση και διάδοση της ελληνικής γλώσσας) και λιγότερο πολιτικής (π.χ. αν ένα συγκεκριμένο κομμάτι γης ανήκει στη δικαιοδοσία του ενός ή του άλλου κράτους).

Αν ο πολιτικός εθνικισμός είναι όντως ξεπερασμένη ιδεολογία – και για μια εθνικά ανάμικτη περιοχή όπως η δική μας και επικίνδυνη – αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα και με την πολιτισμική παραλλαγή του.  Έχοντας πάντα υπόψη ότι φυσικά μόνο ένα μέρος της πολιτισμικής ταυτότητας ενός ατόμου πηγάζει από το έθνος: τα άλλα μπορεί να πηγάζουν π.χ. από την πατρίδα, την κοινωνική τάξη, το επάγγελμα κ.λπ. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι αναμενόμενο ότι τα θέματα ταυτότητας θα παίξουν σημαντικό ρόλο. Η εθνική ταυτότητα θα είναι μία απ’ αυτές, αλλά αυτό μπορεί να γίνει και στο πλαίσιο πολλαπλών ταυτοτήτων.

Υποθέτοντας ότι η εθνική ταυτότητα θα συνεχίσει να υπάρχει και να παίζει σημαντικό ρόλο, ίσως θα ήταν καλύτερα και για τον κόσμο γενικότερα, αλλά ειδικά για την περιοχή μας, να ενθαρρυνθούν μορφές πολιτισμικού εθνικισμού σε βάρος του πολιτικού. Ο πρώτος έχει μάλλον μικρότερο δυναμικό για να προκαλέσει συγκρούσεις από τον δεύτερο.

Εθνικες και τοπικες ταυτοτητες

Κλασσικό

Την εποχή που ζούσα στο Βερολίνο είχα διαβάσει ένα ρεπορτάζ σχετικά με την τούρκικη νεολαία στη Γερμανία. Σαν μέρος του ρεπορτάζ ο δημοσιογράφος είχε μιλήσει με μια νεαρή Τουρκάλα, που ετοιμαζόταν να αποκτήσει το γερμανικό της διαβατήριο. Χαιρόταν γι’ αυτό για καθαρά πρακτικούς λόγους, για τις ευκολίες που θα της προσέφερε. Ο δημοσιογράφος της έθεσε τότε την κλασική ερώτηση, αν η ίδια αισθάνεται περισσότερο Γερμανίδα ή Τουρκάλα. Αυτή, αφού σκέφτηκε λίγο κι αντιλαμβανόμενη προφανώς την παγίδα της ερώτησης, έδωσε την ίσως πιο έξυπνη απάντηση «Βερολινέζα!».

Μάλλον χωρίς να το αντιληφθεί ούτε η ίδια ούτε ο δημοσιογράφος, μπορεί να έδωσε μαζί και την απάντηση σ’ ένα από το πιο πολυσυζητημένα προβλήματα του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Αυτό που σχετίζεται με τη μετανάστευση και την εθνική ταυτότητα. Όποιος έχει ζήσει στη Γερμανία ή σε άλλη χώρα της Βορειοδυτικής Ευρώπης, ξέρει σίγουρα τη συχνότητα και την ένταση με την οποία συζητιούνται τέτοια θέματα σε χώρες που οι «μετανάστες» είναι ήδη δεύτερης ή τρίτης γενιάς. Χωρίς να έχουν ενταχθεί ακόμα στο «έθνος-οικοδεσπότη» (απ’ αυτήν την άποψη η Ελλάδα είναι αρκετά διαφορετική περίπτωση – προς το παρόν).

Στα μάτια μου, σαν ξένος που ήμουν, αυτά τα παιδιά φαινόντουσαν πολύ γερμανοποιημένα. Ντύνονταν σαν Γερμανοί, είχαν γλώσσα του σώματος διαφορετική από τη δική μας, μιλούσαν γερμανικά με άνεση, αν και όχι με ιδιαίτερα σωστή γραμματική (όπως ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί κατ’ ανάγκη), συμπεριφέρονταν σαν να ήταν στον τόπο τους. Οι Γερμανοί όμως τους έβλεπαν σαν κάτι εντελώς ξένο. Δεν μπορούσαν να τους δουν σαν ομοεθνείς τους, αλλά ούτε κι οι ίδιοι οι νεαροί Τούρκοι έδειχναν να το θέλουν αυτό. Ήταν περήφανοι για τη διαφορετικότητά τους, ασχέτως αν εγώ δεν την ένιωθα και σαν τόσο μεγάλη. Η άρνησή τους να αφομοιωθούν προκαλούσε έντονες αντιδράσεις, ίσως κι επειδή κάποιοι έβλεπαν σ’ αυτό μια απειλή για την ύπαρξη της Γερμανίας ως έθνος-κράτος – και μάλλον δεν είχαν κι άδικο.

Η σύγχρονη εποχή έφερε μαζί της και την ιδέα του έθνους-κράτους. Την ταύτιση δηλαδή της πατρίδας και του έθνους (βασιζόμενου σε μια κοινή γλώσσα και άλλα πολιτιστικά στοιχεία), τα οποία το κράτος υπάρχει για να εξυπηρετεί. Αν στη Δύση όμως, απ’ όπου προέρχεται αυτή η ιδέα, ήταν κάτι που αναπτύχθηκε φυσιολογικά και σταδιακά στη βάση των δεδομένων που υπήρχαν, στην περιοχή μας ήταν κάτι που δεν έμοιαζε να ταιριάζει και πολύ. Τελικά έφτασε και στη δική μας εθνο-θρησκευτικά ανάμικτη πραγματικότητα, για τη δημιουργία των εθνών-κρατών χρειάστηκαν όμως εθνοκαθάρσεις, ανταλλαγές πληθυσμών, πίεση αφομοίωσης κ.λπ.

Ας αφήσουμε στην άκρη το ερώτημα, κατά πόσον ο εθνικισμός έπαιξε παρ’ όλα αυτά και στην περιοχή μας τον προοδευτικό ρόλο που έπαιξε στη Δύση κι αν αυτές οι θυσίες ήταν αναγκαίες. Το θέμα είναι ότι σήμερα το έθνος-κράτος δεν φαίνεται να μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες πραγματικότητες, ούτε στην περιοχή μας αλλά ούτε καν στην περιοχή προέλευσής του. Με την αυξανόμενη μετανάστευση η ταύτιση της εθνικής ταυτότητας με την υπηκοότητα γίνεται όλο και λιγότερο αυτονόητη. Ειδικά τώρα που μιλάμε για παιδιά κι εγγόνια μεταναστών, που δεν έχουν γνωρίσει άλλη χώρα από τη χώρα υποδοχής τους – και παρ’ όλα αυτά δεν μπορούν να ταυτιστούν μαζί της, ούτε με το έθνος που αυτή υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει.

Και πώς να ταυτιστούν, όταν αυτοί θεωρούν ότι έχουν ήδη μια εθνική ταυτότητα (π.χ. την τούρκικη), η οποία είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν (π.χ. τη γερμανική) που εκπροσωπεί το κράτος υποδοχής τους; Οι δύο είναι περίπου αλληλοαποκλειόμενες, αφού είναι κι οι δύο εθνικές – το να υιοθετήσεις τη μια σημαίνει να εγκαταλείψεις την άλλη, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό. Σε εποχές που η εθνική ταυτότητα έχει τέτοια σημασία και συναισθηματικό βάρος, το να την εγκαταλείψεις δεν είναι κι απλό πράγμα. Ειδικά όταν ξέρεις ότι με τη νέα σου εθνική ταυτότητα δύσκολα θα γίνεις δεκτός.

Πολλοί αναγνωρίζουν αυτές τις δυσκολίες, αλλά ελπίζουν ότι η μετανάστευση θα περιοριστεί και οι μικρές μεταναστευτικές κοινότητες θα αφομοιωθούν ή θα επαναπατριστούν. Το γιατί αυτές οι ελπίδες δεν είναι καθόλου ρεαλιστικές, αναλύεται σε άλλο άρθρο.

Επιστρέφοντας στην περίπτωση της νεαρής Τουρκάλας: μάλλον περίπου ενστικτωδώς, απέφυγε να μπει στο δίλημμα επιλογής εθνικής ταυτότητας και αντιπρότεινε την τοπική της ταυτότητα. Πράγματι, το σημερινό Βερολίνο (το δυτικό του μέρος τουλάχιστον) είναι σε μεγάλο βαθμό μια πολυεθνική πόλη. Το να είσαι Βερολινέζος δεν αποκλείει το να έχεις μια άλλη εθνική ταυτότητα από τη γερμανική. Ακόμα κι οι Γερμανοί Βερολινέζοι έχουν σαν μέρος της καθημερινότητάς τους και τη συμβίωση με τις άλλες εθνικές κοινότητες και φυσικά δέχονται κι επιρροές απ’ αυτές. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτή η πολυεθνικότητα έχει γίνει η ίδια μέρος της νέας βερολινέζικης ταυτότητας.

Αν το να υιοθετήσει ένας μετανάστης μια γερμανική ταυτότητα είναι πολύ δύσκολο, η τοπική ταυτότητα έρχεται περίπου αυτόματα, λόγω της σύνδεσης που νιώθει ο καθένας με τον τόπο στον οποίο μεγάλωσε. Ο δρόμος για την ένταξη των μεταναστών δεν βρίσκεται στη γερμανοποίηση τους, αλλά αντίθετα στην απογερμανοποίηση των διάφορων τοπικών ταυτοτήτων. Η γερμανική κοινωνία βρίσκεται άρα στην ανάγκη να ανακαλύψει μια πολυπολιτισμικότητα, η οποία στην περιοχή μας ήταν (όχι και τόσο παλιά) πραγματικότητα.

Πριν τον ερχομό των εθνών-κρατών, οι εθνο-θρησκευτικές ταυτότητες (πρόγονοι των εθνικών) συνυπήρχαν στην περιοχή μας με τις τοπικές, συνήθως χωρίς να ταυτίζονται. Εξ’ άλλου ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτισμού δεν προέρχεται από το έθνος ή τη θρησκεία, αλλά από τον  τόπο και τη φυσική γεωγραφία. Π.χ. οι Πόντιοι (ή οι Κύπριοι ή οι Κρητικοί) μπορεί να χωρίζονταν σε ομάδες με βάση τη εθνο-θρησκευτική τους ταυτότητα (Ελληνοορθόδοξοι, Μουσουλμάνοι, Αρμένιοι), αλλά πολιτισμικά ήταν μάλλον πιο συγγενικοί μεταξύ τους, παρά με έναν ομοεθνή/ομόθρησκό τους από έναν άλλο μακρινό τόπο.

Θα είχαμε αποφύγει μερικές γενοκτονίες, εθνοκαθάρσεις, ξεριζωμούς αν τα σύγχρονα κράτη στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία είχαν συγκροτηθεί στη βάση τοπικών ταυτοτήτων κι όχι εθνο-θρησκευτικών; Ίσως. Αλλά αυτό δεν είναι το κύριο ερώτημα. Σημασία δεν έχει το παρελθόν, αλλά το παρόν και το μέλλον. Και πρέπει σίγουρα να προβληματιστούμε για το μέλλον του έθνους-κράτους, όταν οι ίδιες οι περιοχές από τις οποίες πήραμε την ιδέα μοιάζουν να είναι υποχρεωμένες να τη ξεπεράσουν.