Στα ιχνη του κυπριακου σιδηροδρομου

Κλασσικό

Πρόσφατα στην Κύπρο, μια ομάδα δευτεροετών φοιτητών του τμήματος Πολιτικής Μηχανικής και Γεωπληροφορικής  του ΤΕΠΑΚ ανέλαβε να κάνει τεχνοοικονομική μελέτη για την κατασκευή σιδηρόδρομου. Για τους λάτρεις του τρένου στην Κύπρο, μια τέτοια ιδέα ακούγεται ίσως πολύ ωραία για να γίνει αληθινή. Θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί;

Οι παλιότεροι όμως θυμούνται ότι πριν αρκετές δεκαετίες ήταν ήδη πραγματικότητα. Μέχρι τη δεκαετία του ’50, στην Κύπρο λειτουργούσε κρατικός σιδηρόδρομος, ο οποίος στην μεγαλύτερη του ανάπτυξη συνέδεε την Ευρύχου με την Αμμόχωστο. Μετέφερε επιβάτες, εμπορεύματα, μεταλλεύματα, αλλά και το ταχυδρομείο.

Η σιδηρηδρομική ιστορία της Κύπρου

http://www.bigcyprus.com.cy/el/blog/155-kypriakos-kyvernitikos-sidirodromos-i-anaptyksi-kai-to-anapofefkto-telos

Ο κυπριακός σιδηρόδρομος σε λειτουργία. Μέχρι και τη δεκαετία ’40, όταν οι μηχανές μετατράπηκαν σε ντηζελοκίνητες, ως καύσιμα χρησιμοποιούνταν ξύλα και κάρβουνα. Πηγή εικόνας

Ο Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδηρόδρομος (ή Cyprus Government Railways) λειτούργησε από το 1905 ως το 1951. Το 1905 μόλις είχαν ολοκληρωθεί τα έργα της εμβάθυνσης του λιμανιού της Αμμοχώστου και της κατασκευής της νέας αποβάθρας, που θα το έκαναν πάλι κύριο λιμάνι του νησιού όπως στα πολύ παλιά χρόνια. Και για να μπορεί να λειτουργήσει αυτό το λιμάνι, χρειαζόταν προφανώς και ένα επαρκές σύστημα συγκοινωνιών – ένας τομέας τον οποίο η προηγούμενη οθωμανική διοίκηση είχε παραμελήσει.

Αρχικά, ο σιδηρόδρομος δυσκολεύτηκε να γίνει ελκυστικός για επιβάτες, αφού οι ντόπιοι το έβλεπαν περισσότερο ως αξιοθέατο παρά ως κάτι χρήσιμο – προτιμούσαν τα παραδοσιακά τους μέσα για τις μεταφορές. Εξάλλου, δεν ήταν και ιδιαίτερα γρήγορο μέσο: η ταχύτητα δεν ξεπερνούσε τα 25 μίλια την ώρα και συχνά το τρένο έπρεπε να σταματάει, μέχρι να απομακρυνθούν τα πρόβατα και τα κατσίκια από τις γραμμές. Η διαδρομή Λευκωσία-Αμμόχωστος διαρκούσε 2 με 3 ώρες (αναλόγως των στάσεων), η διαδρομή Λευκωσία-Μόρφου 2 ώρες και η διαδρομή Μόρφου-Καλό Χωριό 1 ώρα. 

Ο κυπριακός σιδηρόδρομος όμως έδειξε τελικά την χρησιμότητά του με διάφορους τρόπους. Σ’ αυτούς συγκαταλέγεται και η υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας των Συμμάχων κατά τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσω της μεταφοράς εφοδίων, ξυλείας και στρατιωτών – γι’ αυτό εξάλλου έγινε και στόχος βομβαρδισμών από τις δυνάμεις του Άξονα. Σε καιρούς ειρήνης, ιδιαίτερα δημοφιλή έγιναν τα φτηνά ειδικά δρομολόγια, π.χ. για τη μεταφορά κόσμου στις παραλίες τις Κυριακές, στο ετήσιο Φεστιβάλ Πορτοκαλιού στην Αμμόχωστο ή στον Ιππόδρομο του Αγίου Δομετίου στις μέρες των ιπποδρομιών.

Η διαδρομή

Ξεκινώντας από την Ευρύχου, το τρένο περνούσε από τη Μόρφου και τη Λευκωσία για να καταλήξει στην πόλη και στο λιμάνι της Αμμοχώστου. Ενδιάμεσα έκανε στάση σε διάφορα χωριά. Ας δούμε όμως αυτήν τη διαδρομή, μέσα από τα ίχνη που έχουν απομείνει μέχρι και σήμερα.

Η διαδρομή και οι στάσεις του Κυπριακού Σιδηρόδρομου, στην πλήρη του ανάπτυξη, με ένα συνολικό μήκος 122 χλμ. (από το Μουσείο Κυπριακού Σιδηρόδρομου). Ήταν επιλεγμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετούν και ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές περιοχές. https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/6/65/Map_of_Cyprus_Government_Railway.svg

Η διαδρομή και οι στάσεις του Κυπριακού Σιδηρόδρομου, στην πλήρη του ανάπτυξη, με ένα συνολικό μήκος 122 χλμ. (από το Μουσείο Κυπριακού Σιδηρόδρομου). Ήταν επιλεγμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετούν και ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές περιοχές.
Πηγή εικόνας

Ο δυτικός τερματικός σταθμός ήταν αυτός της Ευρύχου. Αυτό ήταν και το μοναδικό τμήμα όπου το τρένο ανέβαινε προς τα βουνά: κοντά στο σταθμό υπήρχαν πανδοχεία, για όσους θα συνέχιζαν το ταξίδι τους με άλλα μέσα προς τις κορυφές του Τροόδους. Η κατασκευή του σταθμού ευνόησε την ανάπτυξη και την ανάδειξη της Ευρύχου σε περιφερειακό κέντρο και κεφαλοχώρι της Σολέας.

Η επέκταση προς την Ευρύχου έγινε το 1915, με σκοπό την εκμετάλλευση των προϊόντων της Σολέας (μεταξύ αυτών και της ξυλείας) και της Λεύκας, αλλά και με την προοπτική επέκτασης προς το Τρόοδος. Τελικά, έμεινε σε λειτουργία μόνο μέχρι το 1932, αφού οι απότομες κλίσεις καταπονούσαν τη μηχανή, ενώ η βελτίωση του οδικού δικτύου μείωσε την επιβατική κίνηση (κατά μια άλλη εκδοχή, ο πραγματικός λόγος που έκλεισε αυτό το τμήμα ήταν ως.. τιμωρία για την κακή υποδοχή που επιφύλαξαν οι Ευρυχιώτες στον Άγγλο κυβερνήτη του νησιού το 1931, μετά τα Οκτωβριανά). Από τότε, ο σταθμός χρησιμοποιήθηκε για άλλους σκοπούς, έγινε αργότερα στόχος εμπρησμού από την ΕΟΚΑ (ως αγγλική ιδιοκτησία), και τελικά εγκαταλείφθηκε και παρέμεινε ως ένα ερείπιο λίγο έξω από το χωριό. Πρόσφατα όμως αναπαλαιώθηκε και λειτουργεί σήμερα ως το Μουσείο Κυπριακού Σιδηρόδρομου, απ’ όπου προέρχονται και πολλές από τις πληροφορίες στις οποίες βασίστηκε αυτό το άρθρο.

Ο πρώην σταθμός της Ευρύχου, τερματικός σταθμός της γραμμής και νυν Μουσείο Κυπριακού Σιδηρόδρομου.

Ο πρώην σταθμός της Ευρύχου, τερματικός σταθμός της γραμμής και νυν Μουσείο Κυπριακού Σιδηρόδρομου, βρίσκεται ανάμεσα στον οικισμό της Ευρύχου και τον ποταμό Καρκώτη. Φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμος κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την μεταφορά ξυλείας.

Ξεκινώντας το ταξίδι του, το τρένο κατηφόριζε στην κοιλάδα της Σολιάς παράλληλα περίπου με τον ποταμό Καρκώτη, όπου λίγο μετά γινόταν η συμβολή με την ιδιωτική σιδηροδρομική γραμμή της Κυπριακής Μεταλλευτικής Εταιρείας, που μετέφερε το υλικό από τα μεταλλεία της περιοχής. Στη συνέχεια, το τρένο διέσχιζε την πεδιάδα της Μόρφου, με σημαντικότερη στάση στην ομώνυμη κωμόπολη. Ακολουθώντας έπειτα μια διαδρομή που περνούσε σε μεγάλο τμήμα της μέσα από τη σημερινή νεκρή ζώνη (από τη δεκαετία του ’40 και μετά, σταματούσε και στο νεόκτιστο Αεροδρόμιο της Λευκωσίας), έφτανε στα προάστια της Λευκωσίας, κάνοντας στάση στον Ιππόδρομο του Αγίου Δομετίου. Η επόμενη στάση ήταν ο κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός Λευκωσίας, ανάμεσα στην Πύλη Κερύνειας και τη Νεάπολη.

Ο κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός Λευκωσίας βρισκόταν στο σημερινό κατεχόμενο τμήμα, ανάμεσα στην Πύλη Κερύνειας και τη Νεάπολη, στην τότε Οδό Σιδηροδρόμου (νυν οδός Αμπντί Ιπεκτσί). Με βάση κάποιες αναφορές το κτίριο στα δεξιά (κτισμένο το 1907) ήταν το κτίριο του Σταθμού. Αυτό δεν ταιριάζει όμως ούτε με τις φωτογραφίες ούτε με τους χάρτες της εποχής, με βάση τους οποίου ο σταθμός βρισκόταν στην αριστερή (βόρεια) πλευρά του δρόμου, στην οποία σήμερα υπάρχουν νέα κτίρια.

Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Λευκωσίας βρισκόταν στο σημερινό κατεχόμενο τμήμα, στην τότε Οδό Σιδηροδρόμου (νυν οδός Αμπντί Ιπεκτσί). Με βάση κάποιες αναφορές, το κτίριο στα δεξιά (κτισμένο το 1907) ήταν το κτίριο του Σταθμού. Αυτό δεν ταιριάζει όμως ούτε με τις φωτογραφίες ούτε με τους χάρτες της εποχής, με βάση τους οποίου ο σταθμός βρισκόταν στην αριστερή (βόρεια) πλευρά του δρόμου, στην οποία σήμερα υπάρχουν νέα κτίρια. Είναι πιθανόν πάντως να πρόκειται για ένα βοηθητικό κτίριο.

Παλιά φωτογραφία του Σ.Σ. Λευκωσίας (πηγή: Μουσείο Κυπριακού Σιδηροδρόμου).

Παλιά φωτογραφία του Σ.Σ. Λευκωσίας (πηγή: Μουσείο Κυπριακού Σιδηροδρόμου).

Το όνομα της καντίνας (βρίσκεται στον ίδιο δρόμο, λίγα μέτρα μακριά), είναι από τα ελάχιστα στοιχεία που έμειναν για να θυμίζουν ότι κάποτε ήταν εκεί ο Σ.Σ. Λευκωσίας.

Το όνομα αυτής της καντίνας (βρίσκεται στον ίδιο δρόμο, λίγα μέτρα μακριά), είναι από τα ελάχιστα στοιχεία που έμειναν για να θυμίζουν ότι κάποτε ήταν εκεί ο κεντρικός σταθμός της πόλης.

Μετά τον σταθμό, η σιδηροδρομική γραμμή συνέχιζε βορειο-ανατολικά προς την Ομορφίτα. Αυτό το μικρό αδιέξοδο δρομάκι διατηρεί το όνομα Tren Yolu Sokak, δηλαδή Οδός Σιδηρόδρομου, δείχνοντας και τη διαδρομή που ακολουθούσε (κάποια από τα κτίρια που βρίσκονται σ' αυτόν τον δρόμο ήταν προφανώς βοηθητικά του Κεντρικού Σταθμού).

Μετά τον σταθμό, η σιδηροδρομική γραμμή συνέχιζε βορειο-ανατολικά προς την Ομορφίτα. Αυτό το μικρό αδιέξοδο δρομάκι διατηρεί το όνομα Tren Yolu Sokak, δείχνοντας και τη διαδρομή που ακολουθούσε το τρένο (κάποια από τα παλιά κτίρια που βρίσκονται σ’ αυτόν τον δρόμο ήταν προφανώς βοηθητικά του Κεντρικού Σταθμού).

Το τρένο συνέχιζε τη διαδρομή του κοντά στην Ομορφίτα, πριν κάνει ακόμα μια στάση στα προάστια της Λευκωσίας, στο Καϊμακλί. Στη συνέχεια, ακολουθούσε μια διαδρομή μέσα από την πεδιάδα της Μεσαορίας, σταματώντας σε διάφορα χωριά πριν καταλήξει στην Αμμόχωστο.

Μετά την Ομορφίτα, το τρένο περνούσε από τη σημερινή Οδό Συνεργασίας στο Καϊμακλί (απ' όπου και η φωτογραφία).

Μετά την Ομορφίτα, το τρένο περνούσε από τη σημερινή Οδό Συνεργασίας στο Καϊμακλί (απ’ όπου και η φωτογραφία).

Το σημερινό γραμμικό πάρκο Καϊμακλίου είναι το τελευταίο ίχνος της σιδηροδρομικής γραμμής, που περιοχή υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συνέχεια της γραμμής προς την Αμμόχωστο ακολουθούσε μια διαδρομή, που βρίσκεται σήμερα εξ' ολοκλήρου στα κατεχόμενα.

Το σημερινό γραμμικό πάρκο Καϊμακλίου είναι το τελευταίο ίχνος της σιδηροδρομικής γραμμής, στην περιοχή που βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συνέχεια της γραμμής προς την Αμμόχωστο ακολουθούσε μια διαδρομή, η οποία βρίσκεται σήμερα εξ’ ολοκλήρου στα κατεχόμενα.

Ο σύγχρονος αυτοκινητόδρομος που συνδέει τη Λευκωσία με την Αμμόχωστο, ακολουθεί σε μεγάλο του τμήμα την παλιά σιδηροδρομική γραμμή, η οποία διέσχιζε τη Μεσαορία.

Ο σύγχρονος δρόμος που συνδέει τη Λευκωσία με την Αμμόχωστο διασχίζοντας την Μεσαορία (η φωτογραφία είναι από το λεωφορείο που κάνει τη συγκεκριμένη διαδρομή), ακολουθεί σε μεγάλο του τμήμα την παλιά σιδηροδρομική γραμμή.

Ο σταθμός της Αμμοχώστου ήταν ο ανατολικός τερματικός της διαδρομής. Η τοποθεσία του είχε επιλεχθεί ώστε να βρίσκεται ανάμεσα στην παλιά πόλη και τα Βαρώσια (εξυπηρετώντας έτσι και τον μουσουλμανικό και τον χριστιανικό πληθυσμό). Ένα ακόμα μικρό τμήμα σιδηροδρομικής γραμμής ένωνε εξάλλου και το σταθμό με το πολύ κοντινό λιμάνι, απ’ όπου τα εμπορεύματα μπορούσαν να μεταφερθούν και εκτός Κύπρου.

Η παλιά ατμομηχανή του τρένου εκτίθεται μπροστά στον πρώην Σιδηροδρομικό Σταθμό Αμμοχώστου, στον οποίο στεγάζεται σήμερα το Κτηματολόγιο της Αμμοχώστου.

Η παλιά ατμομηχανή του τρένου εκτίθεται μπροστά στον πρώην Σιδηροδρομικό Σταθμό Αμμοχώστου, στον οποίο στεγάζεται σήμερα το Κτηματολόγιο της Αμμοχώστου. Στο ισόγειο βρισκόταν η αίθουσα υποδοχής επιβατών και στον πρώτο όροφο τα γραφεία του κέντρου διοίκησης.

Πίσω από τον παλιό Σταθμό, βρίσκονται εγκαταλελειμμένα διάφορα βοηθητικά κτίρια (μηχανοστάσια, αμαξοστάσια) - λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από την κλειστή πόλη του Βαρωσίου.

Πίσω από τον παλιό Σταθμό, βρίσκονται εγκαταλελειμμένα διάφορα βοηθητικά κτίρια (εργαστήρια, αμαξοστάσια, αποθήκες εμπορευμάτων), ακόμα και μια παλιά μηχανή – σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων από την κλειστή πόλη του Βαρωσίου.

Από τον κεντρικό σταθμό της Αμμοχώστου, μια άλλη σιδηροδρομική γραμμή ξεκινούσε με προορισμό το λιμάνι, όπου τα εμπορεύματα φορτώνονταν ή ξεφορτώνονταν από τα καράβια.

Από τον κεντρικό σταθμό της Αμμοχώστου, μια άλλη σιδηροδρομική γραμμή ξεκινούσε με προορισμό το λιμάνι, όπου τα εμπορεύματα φορτώνονταν ή ξεφορτώνονταν από τα καράβια.

Το τέλος

Ο Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδηρόδρομος έκανε το τελευταίο του δρομολόγιο στις 31 Δεκεμβρίου 1951. Οι Βρετανοί αποικιοκράτες που τον είχαν σχεδιάσει και θέσει σε λειτουργία, ήταν οι ίδιοι που έμελλε να τον διαλύσουν, χωρίς να αφήσουν κάποια δυνατότητα για την επαναλειτουργία του στο μέλλον. Το δίκτυο αποσυναρμολογήθηκε και το υλικό της γραμμής μεταφέρθηκε στην Ιταλία. Οι ατμομηχανές και τα μεταλλικά πλαίσια των βαγονιών κομματιάστηκαν και πουλήθηκαν ως σίδερα. Τα βαγόνια πουλήθηκαν σε ιδιώτες στην Κύπρο, για να καταλήξουν ως τροχόσπιτα, αποθήκες και κοτέτσια.

Η εξήγηση που δίνεται για την εγκατάλειψη του σιδηρόδρομου είναι η κακή οικονομική του κατάσταση. Λόγω ίσως και κάποιων κακών επιλογών (όπως π.χ. την μη επαρκή προσαρμογή του στη μεταφορά μεταλλευμάτων και την ακύρωση της επέκτασης προς το Καραβοστάσι, που θα πρόσφερε σημαντικά έσοδα λόγω των κοιτασμάτων που ανακαλύφθηκαν), ο Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδρηρόδρομος μάλλον ποτέ δεν μπόρεσε να γίνει μια πραγματικά κερδοφόρα επιχείρηση. Η ανάπτυξη των οδικών συγκοινωνιών αναπόφευκτα έφερε και άλλη μείωση των εσόδων. Μπορούμε ίσως να δούμε το κλείσιμο του σιδηροδρόμου και σαν μέρος της παγκόσμιας τάσης της εποχής (στον καπιταλιστικό κόσμο τουλάχιστον) προς τις οδικές συγκοινωνίες σε βάρος των σιδηροδρομικών. Αυτό είχε σαν συνέπεια, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σε άλλες χώρες της σχετικά υπανάπτυκτης μας περιοχής, ότι ποτέ δεν θα αποκτούσαμε ένα σιδηροδρομικό δίκτυο ικανοποιητικό σε πυκνότητα και ποιότητα.

Δεν ξέρουμε αν κάποια στιγμή δούμε ξανά τρένα να διασχίζουν την κυπριακή εξοχή. Ακόμα πάντως κι αν γίνει αυτό, είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα ακολουθούν την παλιά τους διαδρομή: μια διαδρομή που μοιάζει σήμερα ως μια ειρωνεία της Ιστορίας, με τις συνεχείς αλλαγές από τα κατεχόμενα στη νεκρή ζώνη, στην σημερινή ελληνοκυπριακή περιοχή και μετά πίσω στα κατεχόμενα.

Η σημερινή Κύπρος μπορεί να διαφέρει πολύ από τότε, ακόμα και στο θέμα των συγκοινωνιών. Ένα πυκνό ασφαλτοστρωμένο οδικό δίκτυο έχει κάνει και τις πιο απομακρυσμένες γωνιές του νησιού εύκολα προσβάσιμες, ενώ ως κράτος η Κύπρος έχει τα περισσότερα χλμ. αυτοκινητόδρομου ανά κάτοικο στην Ε.Ε.. Ας θυμόμαστε πάντως ότι στην Κύπρο της δεκαετίας του ’20, μια υπανάπτυκτη τριτοκοσμική αποικία, κάποιος μπορούσε να πάρει το τρένο από την Ευρύχου, να περάσει από Μόρφου, Κοκκινοτριμιθιά, Άγιο Δομέτιο, Βόρεια Λευκωσία, Καϊμακλί και να καταλήξει στην Αμμόχωστο, διασχίζοντας μόνο μια χώρα, χωρίς σύνορα.


Πηγές:

Απο τη Βλαχια στην Τρανσυλβανια

Κλασσικό

Το άρθρο αυτό γράφτηκε με αφορμή ένα πρόσφατο ταξίδι στη Ρουμανία, μια πολύ ιδιαίτερη χώρα από πολλές απόψεις: ιστορικές, γλωσσικές, πολιτισμικές. Συνδυάζει, κόντρα στα κλασικά διχοτομικά σχήματα, τη λατινοφωνία με την Ορθoδοξία, και κουβαλά τα ίχνη ενός παρελθόντος ως η περιοχή συνάντησης τριών αυτοκρατοριών: της Ρωσικής, της Οθωμανικής και αυτής των Αψβούργων.

Οι ιστορικές περιοχές της "Μεγάλης Ρουμανίας" (τα σημερινά σύνορα απεικονίζονται με τη μπλε γραμμή): Μολδαβία (μαζί με τη Μπουκοβίνα και τη Βεσσαραβία), Βλαχία (μαζί με την Οντενία και τη Δοβρουτσά - η κίτρινη κεντρική περιοχή ονομάζεται από τους Ρουμάνους Μοντενία) και η Τρανσυλβανία μαζί με το Μπανάτο, οι περιοχές που ανήκαν στην Αυστροουγγαρία. https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/2/29/RomaniaHistRegions.jpg

Οι ιστορικές περιοχές της «Μεγάλης Ρουμανίας» (τα σημερινά σύνορα απεικονίζονται με τη μπλε γραμμή). Η κοκκινωπή περιοχή αντιστοιχεί περίπου στην ιστορική Μολδαβία (μαζί με τη Μπουκοβίνα και τη Βεσσαραβία). Με κίτρινα-πράσινα χρώματα φαίνεται η Βλαχία, μαζί με την ιδιαίτερη περίπτωση της Δοβρουτσάς. Με γαλάζια χρώματα απεικονίζονται οι περιοχές που ανήκαν στην Αυστροουγγαρία, δηλαδή κυρίως η Τρανσυλβανία, μαζί με το Μπανάτο.
Πηγή εικόνας

Οι δύο «παραδουνάβιες ηγεμονίες», η Μολδαβία και η Βλαχία, ανήκαν μεν στους Οθωμανούς, αλλά ήταν ημιαυτόνομες και άρα μια ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν είχαν Μουσουλμάνους κυβερνήτες, αλλά Χριστιανούς Ορθόδοξους, αρχικά ντόπιους. Στη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι Οθωμανοί προτίμησαν να αναθέτουν αυτήν τη δουλειά σε Έλληνες Φαναριώτες, όπως τους Υψηλάντηδες και τους Μαυροκορδάτους. Εκείνη περίπου την εποχή ήταν που άρχισαν να αναπτύσσονται το ελληνικό εμπόριο και οι ελληνικές παροικίες στη Μολδοβλαχία.

Ο Δούναβης συλλέγει τα νερά από μια τεράστια περιοχή της κεντρικής Ευρώπης για να το οδηγήσει εδώ προς τη Μαύρη Θάλασσα, σχηματίζοντας και το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Ο Δούναβης χώριζε την κυρίως ειπείν οθωμανική επικράτεια (δεξιά) από τις ημιαυτόνομες παραδουνάβιες ηγεμονίες (αριστερά). Σήμερα σχηματίζει το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Το 1859 έγινε το πρώτο μεγάλο βήμα για τη δημιουργία ενός σύγχρονου έθνους-κράτους: η Μολδαβία και η Βλαχία ενώθηκαν, και η νέα αυτόνομη περιοχή βαφτίστηκε Ρομανία (το όνομα μεταφέρθηκε μετά σε άλλες γλώσσες ως «Ρουμανία»). Το όνομα που επιλέχθηκε ήταν μια καθαρή αναφορά στη λατινικότητα της γλώσσας, την οποία μιλούσαν οι κάτοικοι και των δύο περιοχών: σ’ αυτήν τη βάση θα κτιζόταν το νέο έθνος-κράτος (θα γινόταν επίσημα ανεξάρτητο 18 χρόνια μετά).

Από τον Κάρολο στον Τσαουσέσκου

Παρά τη λατινοφωνία της Ρουμανίας όμως, η γερμανική διείσδυση δεν σταματούσε στην αυστροουγγρική Τρανσυλβανία. Τα νεοσύστατα βαλκανικά κρατίδια πρόσφεραν εκείνη την εποχή αρκετές ευκαιρίες απασχόλησης για άνεργους Γερμανούς πρίγκιπες. Αν η Ελλάδα εισήγε τη δική της δυναστεία από τον οίκο των Γλύξμπουργκ, οι Ρουμάνοι προτίμησαν να προμηθευτούν γνήσιους Χοεντζόλερν, δηλαδή από τον οίκο από τον οποίο προέρχονταν και οι ίδιοι οι Πρώσοι μονάρχες, οι αργότερα Γερμανοί αυτοκράτορες.

Ο πρώτος Γερμανός μονάρχης της Ρουμανίας (μετά από ένα σύντομο πείραμα μ’ έναν ντόπιο ηγέτη, τον Αλέξανδρο Κούζα) ήταν ο Κάρολος Α’, ο οποίος κυβέρνησε τη χώρα 48 ολόκληρα χρόνια. Αν και η διακυβέρνησή του συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό, δεν τόλμησε να θίξει τα συμφέροντα των μεγάλων γαιοκτημόνων και άρα να λύσει το πιο καυτό πρόβλημα της χώρας, το αγροτικό.

Το άγαλμα του Καρόλου Α', μπροστά από τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, που κτίστηκε επί βασιλείας του και ακόμα φέρει το όνομά του.

Το άγαλμα του Καρόλου Α’ στο Βουκουρέστι, μπροστά από τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, η οποία κτίστηκε επί βασιλείας του και ακόμα φέρει το όνομά του.

Παρά τη γερμανική προέλευση της δυναστείας πάντως, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ρουμανία έμεινε πιστή στη λατινικότητα και τη γαλλοφιλία της, πολεμώντας με τη μεριά της Αντάντ (κάτι που παρεμπιπτόντως είχε ως συνέπεια τη «διαγραφή» του τότε βασιλιά Φερδινάνδου από τον οίκο των Χοεντζόλερν, ως τιμωρία) . Βρέθηκε έτσι στο τέλος του πολέμου στην πλευρά των νικητών και κατάφερε να αυξήσει την έκτασή της εντυπωσιακά. Προσάρτησε την τεράστια αυστροουγγρική Τρανσυλβανία, τη Βεσσαραβία από τη Ρωσία, καθώς και ολόκληρη τη Δοβρουτσά, εις βάρος της ηττημένης Βουλγαρίας. Η Μεγάλη Ρουμανία είχε γίνει πραγματικότητα.

Στον Β’ Παγκόσμιο η ρουμανική ηγεσία (βασιλική δικτατορία πλέον) δεν επανέλαβε τη σοφή της επιλογή. Αντίθετα, συντάχθηκε με τις δυνάμεις του Άξονα. Το αποτέλεσμα: με το τέλος του πολέμου δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να παρακολουθεί τα σοβιετικά στρατεύματα να προελαύνουν στη χώρα. Επίσης, έχασε πάλι τη Βεσσαραβία (προσαρτήθηκε στη Σοβιετική Ένωση, η οποία τη μοίρασε ανάμεσα στην Ουκρανία και τη νέα Σοβιετική Δημοκρατία της Μολδαβίας) και ένα τμήμα της Δοβρουτσάς, το οποίο επιστράφηκε στη Βουλγαρία.

Η Ρουμανία έγινε μεν έτσι μέρος του «ανατολικού μπλοκ», δεν άργησε όμως να δείξει πάλι την ιδιαιτερότητά της. Ο Νικολάε Τσαουσέσκου, ηγέτης της χώρας από το 1965, προσπάθησε να ακολουθήσει μια πολιτική πιο ανεξάρτητη από τη Σοβιετική Ένωση, με μια γερή δόση ρουμανικού εθνικισμού. Το 1968 καταδίκασε, ως μόνος ηγέτης από το ανατολικό μπλοκ, καθαρά τη σοβιετική επέμβαση στη Τσεχοσλοβακία. Αυτό τον βοήθησε να κερδίσει πολλές συμπάθειες από τις δυτικές ελίτ, αλλά και από διάφορους ευρωκομμουνιστές.

Το καθεστώς του ήταν όμως αναμφίβολα αυταρχικό, με μια έντονη προσωπολατρία και ιδιαίτερα ανεπτυγμένο δίκτυο παρακολούθησης του πληθυσμού. Μεταξύ άλλων, ο Τσαουσέσκου είχε απαγορεύσει την έκτρωση και την.. αντισύλληψη (με σκοπό την αύξηση του πληθυσμού): ακόμα μια πρωτοτυπία του ρουμάνικου σοσιαλισμού.

Για να κτίσει το επιβλητικό Παλάτι του Λαού (δεξιά, δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο) και το "Τσεντρούλ Τσιβίκ" (ξεκινάει στα αριστερά ), μια σειρά από νέα κτίρια με μαρμάρινες προσόψεις, προορισμένα για τα υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος, ο Τσαουσέσκου γκρέμισε ένα μεγάλο μέρος της παλιάς πόλης, ξεσπιτώνοντας περίπου 40.000 κάτοικους (η έκταση με τα γκρεμισμένα κτίρια είχε ονομαστεί τότε ειρωνικά "Τσαουσίμα"). Θεωρείται δείγμα της καταστροφικής μεγαλομανίας του δικτάτορα.

Για να κτίσει το επιβλητικό Παλάτι του Λαού (δεξιά, δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο) και το «Τσεντρούλ Τσιβίκ» (αριστερά, μια περιοχή με κτίρια με μαρμάρινες προσόψεις, προορισμένα κυρίως για τα υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος), ο Τσαουσέσκου γκρέμισε ένα μεγάλο μέρος της παλιάς πόλης, ξεσπιτώνοντας περίπου 40.000 κάτοικους (η έκταση με τα γκρεμισμένα κτίρια είχε ονομαστεί τότε ειρωνικά «Τσαουσίμα»). Θεωρείται τυπικό δείγμα της καταστροφικής μεγαλομανίας του δικτάτορα.

Τίποτα απ’ αυτά δεν μπόρεσε πάντως να τον σώσει από την οικονομική κατάρρευση. Τη δεκαετία του ’80, η επιβολή σκληρής λιτότητας, με σκοπό να αποπληρώσει το τεράστιο δημόσιο χρέος και να αποφύγει τη χρεωκοπία (αν αυτό μας θυμίζει κάτι), είχε σαν αποτέλεσμα τη ραγδαία φτωχοποίηση πολλών Ρουμάνων. Στο τέλος, η οργή του κόσμου ξέσπασε: ο Τσαουσέσκου ήταν ο μόνος από τους κομμουνιστές ηγέτες στο ανατολικό μπλοκ, που δεν κατάφερε να σώσει ούτε καν τη ζωή του. Εκτελέστηκε μαζί με τη γυναίκα του, λίγες μέρες μόνο αφού ξέσπασε η εξέγερση εναντίον του, το Δεκέμβρη του ’89.

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: μετάβαση στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, ένταξη στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Η χώρα ανήκει σήμερα σταθερά στη γερμανική-αμερικάνικη σφαίρα επιρροής, όπως και οι περισσότερες βαλκανικές. Το μέλλον της μοιάζει να είναι η επιβίωση ως μια ακόμα ασήμαντη εξαρτημένη χώρα της περιφέρειας – ποτέ δεν ξέρει κανείς όμως, γιατί τα Βαλκάνια είναι πάντα ικανά για εκπλήξεις.

Ένα λατινόφωνο έθνος-κράτος στην Ανατολή

Η (υποτιθέμενη) ενδιάμεση θέση ανάμεσα σε μια «Δύση» και μια «Ανατολή» είναι ένα χαρακτηριστικό που έχει διαμορφώσει την εθνική ψυχή πολλών λαών της περιοχής μας – γι’ αυτό εξάλλου και ο Δημήτρης Κιτσίκης χρησιμοποιεί τον όρο «ενδιάμεση περιοχή». Όπως όμως αλλάζουν  μέσα στο χρόνο οι ορισμοί του τι είναι Δύση και Ανατολή, έτσι αλλάζει και το τι σημαίνει να είσαι σε μια ενδιάμεση κατάσταση.

Στη Ρουμανία, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτή η ενδιάμεση κατάσταση εκφράζεται και με τη χρήση ενός συμβόλου της Δύσης και ενός της Ανατολής, ως τα δύο βασικά του εθνικού χαρακτήρα. Η Ρουμανία είναι από τη μια το προκεχωρημένο φυλάκιο της λατινοφωνίας, της γλώσσας της Δύσης, στην Ανατολική Ευρώπη, περιτριγυρισμένο από Σλάβους και Μαγυάρους. Από την άλλη, η ανατολική Ορθοδοξία είναι κεντρικό στοιχείο της ρουμανικής εθνικής ταυτότητας, και μάλιστα ξεχωρίζει τους Ρουμάνους από τους (καθολικούς) «αιώνιους εχθρούς» Ούγγρους.

Το Pasajul Macca-Vilacrosse στο ιστορικό κέντρο του Βουκουρεστίου είναι ένα από τα πολλά σημεία στην πόλη που είναι εμφανείς οι γαλλικές επιρροές.

Το Pasajul Macca-Vilacrosse στο ιστορικό κέντρο του Βουκουρεστίου είναι ένα από τα πολλά σημεία στην πόλη, όπου είναι εμφανείς οι γαλλικές επιρροές. Μάλλον λόγω λατινοφωνίας, οι Ρουμάνοι είχαν γενικά μια κλίση προς τη γαλλική κουλτούρα.

Η Μονή Σταυροπόλεως στο κέντρο του Βουκουρεστίου, κτισμένη επί ηγεμονίας Νικόλαου Μαυροκορδάτου, συμβολίζει την ανατολικο-ορθόδοξη/ελληνική επιρροή. Οι ορθόδοξες εκκλησίες έχουν και στη σύγχρονη Ρουμανία αρκετή επισκεψιμότητα, και οι Ρουμάνοι θεωρούνται μάλλον πιο θρήσκος λαός από τους γειτονικούς τους.

Η γυναικεία Μονή Σταυροπόλεως στο κέντρο του Βουκουρεστίου, κτισμένη επί ηγεμονίας Νικόλαου Μαυροκορδάτου, συμβολίζει την ανατολική-βυζαντινή-ελληνική επιρροή. Οι εκκλησίες έχουν και σήμερα αρκετή επισκεψιμότητα: οι Ρουμάνοι θεωρούνται μάλλον πιο θρήσκος λαός από τους γειτονικούς τους.

Η Αρμένικη Εκκλησία στην παλιά αρμένικη συνοικία του Βουκουρεστίου είναι ένα δείγμα του πολυπολιτισμικού οθωμανικού παρελθόντος.

Η Αρμένικη Εκκλησία στην παλιά αρμένικη συνοικία του Βουκουρεστίου: η ύπαρξη τέτοιας συνοικίας είναι δείγμα του οθωμανικού παρελθόντος μιας πόλης.

Οι δύο Ρουμανίες: Μολδοβλαχία και Τρανσυλβανία

Υπάρχει όμως και μια άλλη ρουμάνικη αντίθεση «Ανατολής-Δύσης»: αυτή ανάμεσα στην «οθωμανική» Μολδοβλαχία και την «αυστροουγγρική» Τρανσυλβανία. Οι δύο διαφορετικές κρατικές παραδόσεις έχουν αφήσει τα ίχνη τους στις δύο περιοχές, με την πρώτη να είναι υποτίθεται πιο «ανατολική» και βαλκανική, και τη δεύτερη πιο «δυτική» και κεντροευρωπαϊκή. Ταξιδεύοντας άρα με το τρένο μέσα από τα Καρπάθια (το όριο των δύο περιοχών), διασχίζει κάποιος ακόμα ένα από τα πολλά υποτιθέμενα σύνορα Ανατολής-Δύσης.

Σε σχέση με τα υπόλοιπα Βαλκάνια, τα οποία χαρακτηρίζονται από το έντονο ανάγλυφο και τα ψηλά βουνά, η Βλαχία, η γη ανάμεσα στο Δούναβη και τα Καρπάθια, έχει την ιδιαιτερότητα να είναι επίπεδη και εύφορη. Αυτή η μεγάλη της γεωργική αξία όμως, της κληροδότησε και το αγροτικό πρόβλημα που αναφέραμε πριν, αφού σε τέτοιες περιοχές ευνοείται η μεγάλη ιδιοκτησία και άρα και οι φεουδαρχικές δομές. Η δουλοπαροικία καταργήθηκε μεν το 1864, αλλά  το μεγαλύτερο μέρος της γης παρέμεινε στους πλούσιους μεγαλογαιοκτήμονες. Αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη αγροτική εξέγερση του 1907, που ξεκίνησε στη Μολδαβία, εξαπλώθηκε στη Βλαχία, και τελικά πνίγηκε στο αίμα – τρία χρόνια πριν ζήσει η Ελλάδα τη δική της, στο Κιλελέρ. Μετά το Β’ Παγκόσμιο, η μοίρα της αγροτικής γης ήταν φυσικά η κολλεκτιβοποίηση, όπως στις άλλες ανατολικές χώρες.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της επίπεδης Μεγάλης Βλαχίας: κυριαρχούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της επίπεδης Βλαχίας: κυριαρχούν καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Ξεκινώντας λοιπόν με το τρένο από Βουκουρέστι προς τα βόρεια, κυριαρχεί αυτή η εικόνα των επίπεδων αγροτικών εκτάσεων. Μετά από περίπου μια ώρα, το τοπίο αλλάζει εντελώς: η πεδιάδα δίνει τη θέση της σε πυκνά δάση, ορμητικά ποτάμια και βραχώδεις απότομες πλαγιές. Η οροσειρά των Καρπαθίων υψώνεται σε κάποια σημεία πάνω από τα 2500 μ.

Η δυσπρόσιτη οροσειρά των Καρπαθίων ήταν αυτή που ενέπνευσε και το μύθο του Κόμη Δράκουλα.

Η δύσβατη οροσειρά των Καρπαθίων, με τα παρθένα δάση και τους μεγάλους πληθυσμούς σε αρκούδες και λύκους, ήταν πηγή έμπνευσης και για τον μύθο του Κόμη Δράκουλα.

Το τρένο διασχίζει τα Καρπάθια, περνώντας από τη μικρή τουριστική πόλη Σινάια. Η τουριστική αξία της τελευταίας είναι αποτέλεσμα όχι μόνο της πρόσβασης στα βουνά, αλλά και λόγω αξιοθέατων όπως το Κάστρο Πέλες ή το Μοναστήρι του Σινά.

Το Κάστρο Πέλες στη Σινάια ήταν η εξοχική κατοικία του Καρόλου Α'.

Το Κάστρο Πέλες στη Σινάια ήταν η εξοχική κατοικία του Καρόλου Α’.

Μετά από σχεδόν τρεις ώρες, το τρένο κατηφορίζει προς την επόμενη μεγάλη πεδιάδα, αυτήν της Τρανσυλβανίας, εκεί που οι τουρκικές και σλαβικές επιρροές δίνουν σταδιακά τη θέση τους στις γερμανικές (αυστριακές) και ουγγρικές. Η Τρανσυλβανία ήταν για πολλά χρόνια το μήλο της έριδος ανάμεσα στους Ρουμάνους και τους Ούγγρους. Άλλαξε πολλές φορές χέρια, μέχρι να περάσει οριστικά (;) στη Ρουμανία με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου. Οι ακόμα μεγάλες ουγγρικές κοινότητες πάντως φροντίζουν ώστε να διατηρεί η περιοχή τον πολυεθνικό της χαρακτήρα.

Το Μπρασόβ είναι η πρώτη μεγάλη πόλη που συναντάς με το που μπαίνεις στην Τρανσυλβανία. Eδώ η γερμανική επιρροή είναι καθαρή – αν μη τι άλλο, από τα συχνά γερμανικά ονόματα δρόμων. Από τη γερμανική κοινότητα της πόλης πάντως, άλλοτε περίπου ισάριθμη της ρουμάνικης και με τεράστια σημασία για την ιστορική ανάπτυξη της πόλης, δεν έχουν μείνει πολλοί. Η ουγγρική κοινότητα όμως παραμένει και δίνει και αυτή το χρώμα της στην πόλη (π.χ. με τα μικρά ουγγρικά φαγάδικα).

Τέτοια στενά στο Μπρασόβ έχουν συχνά γερμανικά όνοματα.

Η γωνία Strada Poarta Schei – Strada Hans Berkner στην παλιά πόλη του Μπρασόβ είναι μια από τις πολλές που συναντούνται ρουμάνικα με γερμανικά ονόματα – θα μπορούσε κάποιος να πει ότι συμβολίζει και τη συνάντηση του ρουμανικού με το γερμανικό στοιχείο στην πόλη.

Η λουθηρανική Μαύρη Εκκλησία, το σύμβολο της πόλης, είναι ένα ακόμα κατάλοιπο της γερμανικής Ιστορίας της πόλης.

Η λουθηρανική Μαύρη Εκκλησία, το ίσως πιο γνωστό αξιοθέατο της πόλης, είναι ένα ακόμα κατάλοιπο γερμανικής Ιστορίας.


Οι βαλκανικές χώρες γενικά δεν φημίζονται για την ευκολία να τις κατανοήσεις – και η Ρουμανία δεν είναι εξαίρεση. Είναι οι Ρουμάνοι τελικά τεχνητό ή φυσικό έθνος, και πού ανήκουν πραγματικά; Όπως και άλλοι βαλκανικοί λαοί (των Ελλήνων μη εξαιρουμένων), οι Ρουμάνοι είναι συνηθισμένοι μέσα στην Ιστορία τους να πατούν σε πολλές βάρκες ταυτόχρονα. Το κατά πόσον θα καταφέρουν να σώσουν την ιδιαιτερότητά τους μέσα στις νέες παγκόσμιες συνθήκες, είναι κάτι που θα φανεί στο μέλλον.

Αθηνα-Κυπρος μεσω ξηρας

Κλασσικό

Σήμερα είναι περίπου αυτονόητο, ότι το ταξίδι από Αθήνα για Κύπρο γίνεται αεροπορικά (μέσω Λάρνακας ή Πάφου). Παλιότερα υπήρχε και ακτοπλοϊκή σύνδεση Πειραιάς-Λεμεσός, η οποία όμως έχει καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Αυτό που μάλλον σπάνια σκεφτόμαστε είναι ότι μπορεί να υπάρξει και δρόμος μέσω ξηράς: τουλάχιστον μέχρι το κοντινό στην Κύπρο τουρκικό λιμάνι Τασουτζού, απ’ όπου μετά πρέπει να πάρει κάποιος το πλοίο για να περάσει απέναντι στην Κερύνεια.

Μια πιθανή διαδρομή είναι αυτή με τρένο μέχρι Ξάνθη/Κομοτηνή (12-13 ώρες), μετά με λεωφορείο μέχρι Κωνσταντινούπολη (6-7 ώρες) – πιο γρήγορο (αν και λίγο πιο ακριβό: 70 Ευρώ αντί 50) είναι φυσικά να κάνεις όλη τη διαδρομή Αθήνα-Κωνσταντινούπολη με λεωφορείο, αλλά κατά την άποψή μου λιγότερο ενδιαφέρον. Από Κωνσταντινούπολη η πιο γρήγορη διαδρομή είναι με λεωφορείο ή τρένο μέχρι Άγκυρα (4-5 ώρες), από εκεί με τρένο (ταχεία) στο Ικόνιο (σχεδόν 2 ώρες) και στη συνέχεια με λεωφορείο για Σελεύκεια (3 ώρες). Από εκεί μπορεί κάποιος να πάει εύκολα (με αστική συγκοινωνία ή ταξί) στο κοντινό λιμάνι Τασουτζού, απ’ όπου αναχωρεί το πλοίο για Κερύνεια.

Πηγή χάρτη/δορυφορικής εικόνας: here.com

Πηγή χάρτη/δορυφορικής εικόνας: here.com

Πρώτοι σταθμοί αυτού του ταξιδιού, που έγινε την άνοιξη του ’13, ήταν δύο πόλεις της Θράκης, η Ξάνθη και η Κομοτηνή. Η παρουσία της μουσουλμανικής μειονότητας τις κάνει κατά κάποιον τρόπο μεταβατικές σ’ ένα ταξίδι προς την Τουρκία. Όσο ιδιαίτερο και να είναι το να βλέπεις ένα υπόλειμμα συνύπαρξης Χριστιανών και Μουσουλμάνων στον ελληνοτουρκικό χώρο, είναι κάπως λυπηρό το ότι έχει έναν τέτοιο μουσειακό χαρακτήρα. Ειδικά αν σκεφτείς ότι αυτή η συνύπαρξη ήταν επί αιώνες ο κανόνας και σε όλες τις υπόλοιπες πόλεις του ταξιδιού.

Η παλιά πόλη της Ξάνθης.

Η παλιά πόλη της Ξάνθης.

Παλιά καπναποθήκη στο κέντρο της Ξάνθης, σύμβολο για ένα από τα παραδοσιακά πιο σημαντικά προϊόντα της περιοχής.

Παλιά καπναποθήκη στο κέντρο της Ξάνθης, σύμβολο για ένα από τα πιο σημαντικά προϊόντα της περιοχής.

Εικόνα από τουρκομαχαλά της Κομοτηνής.

Εικόνα από τουρκομαχαλά της Κομοτηνής.

Το κέντρο της Κομοτηνής, απ' όπου αναχωρούσε το λεωφορείο για Κωνσταντινούπολη.

Το κέντρο της Κομοτηνής, απ’ όπου αναχωρεί το λεωφορείο για Κωνσταντινούπολη.

Από την Κομοτηνή το λεωφορείο για Τουρκία φεύγει κατά τις 2, με άφιξη στην Κωνσταντινούπολη κατά τις 9 το βράδυ. Ο μεγάλος σταθμός των υπεραστικών και διεθνών λεωφορείων (Μπουγιούκ Οτογκάρ) βρίσκεται στο προάστιο Μπαϊράμπασα και συνδέεται με ηλεκτρικό με το κέντρο της πόλης. Αν κάποιος όμως σκοπεύει να συνεχίσει το ταξίδι του προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, μπορεί να διασχίσει το Βόσπορο και να διανυκτερεύσει στην ασιατική πλευρά, π.χ. στη Χαλκηδόνα. Η τελευταία είναι προάστιο μάλλον της μεσαίας τάξης, πολύ ζωντανό και με ιδιαίτερο χαρακτήρα. Παλιότερα κατοικούσαν εκεί και πολλοί από τους Ρωμιούς της Πόλης, όπως φαίνεται και από τις διάφορες ελληνορθόδοξες εκκλησίες – ενώ το ελληνικό δημοτικό που ακόμα λειτουργεί δείχνει ότι μέχρι και σήμερα έχουν απομείνει κάποιοι.

Το ελληνικό δημοτικό στη Χαλκηδόνα.

Το ελληνικό δημοτικό στη Χαλκηδόνα.

Θέα προς τη Θάλασσα του Μαρμαρά (στο βάθος η ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης), από την ταράτσα χόστελ στη Χαλκηδόνα. Αμέσως πάνω στη Θάλασσα φάινεται ο σιδηροδρομικός σταθμός Χαϊνταρπασά, η πύλη για την Ασία: από εδώ αναχωρούν τα τρένα που διασχίζουν τη Μικρά Ασία και κανονικά φτάνουν μέχρι τη Δαμασκό και την Τεχεράνη.

Θέα προς την Προποντίδα (στο βάθος η ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης), από την ταράτσα χόστελ στη Χαλκηδόνα. Αμέσως πάνω στη θάλασσα φαίνεται ο σιδηροδρομικός σταθμός Χαϊνταρπασά, η πύλη για την Ασία: από εδώ αναχωρούν κανονικά (προς το παρόν ο σταθμός είναι κλειστός) τα τρένα που διασχίζουν τη Μικρά Ασία και φτάνουν μέχρι τη Δαμασκό και την Τεχεράνη.

Από την Κωνσταντινούπολη μπορεί κάποιος να πάρει μετά το λεωφορείο προς Άγκυρα (5 ώρες – το ταξίδι γίνεται πλέον και σε 4 ώρες με την νέα γραμμή ταχείας που συνδέει τις δύο πόλεις, το 2013 ήταν ακόμα υπό κατασκευή). Η νέα πρωτεύουσα της Τουρκίας στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας μπορεί να μην έχει τη γοητεία της Κωνσταντινούπολης – κάτι τέτοιο θα ήταν άλλωστε πολύ δύσκολο. Είναι γενικά μια σύγχρονη πόλη με καινούριες πολυκατοικίες, πλατιούς δρόμους και μεγάλα πάρκα. Έχει την εικόνα πόλης που κτίστηκε ακριβώς για να γίνει πρωτεύουσα, χωρίς να έχει ιδιαίτερη ιστορία πίσω της: πριν τον Ατατούρκ, η Άγκυρα ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη.

Η σύγχρονη πόλη της 'Αγκυρας απλώνεται κάτω από το κάστρο.

Η σύγχρονη πόλη της ‘Αγκυρας απλώνεται κάτω από το κάστρο.

Όταν αρχίζεις να ανηφορίζεις προς το κάστρο, αλλάζουν κάπως τα πράγματα. Η συνοικία Χαμάμονου στους πρόποδες του λόφου έχει αναπαλαιωθεί και έχει τοπικό χρώμα. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι όμως η (μάλλον φτωχική) συνοικία που βρίσκεται μέσα στο ίδιο το κάστρο: είναι κάπως σαν να γυρίζεις μερικές δεκαετίες πίσω σε σχέση με τη σύγχρονη Άγκυρα, ακόμα και στην ενδυμασία των κατοίκων.

Η αναπαλαιωμένη συνοικία Χαμάμονου.

Η αναπαλαιωμένη συνοικία Χαμάμονου, στους πρόποδες του λόφου.

Η παλιά συνοικία μέσα στο κάστρο της Άγκυρας, σε έντονη αντίθεση με τη σύγχρονη πόλη.

Η παλιά συνοικία μέσα στο κάστρο της Άγκυρας, σε έντονη αντίθεση με τη σύγχρονη πόλη.

Επόμενος σταθμός μετά την οθωμανική Κωνσταντινούπολη και την κεμαλική Άγκυρα είναι το σελτζουκικό Ικόνιο – καλύπτοντας έτσι μ’ ένα ταξίδι όλες τις πρωτεύουσες των σημαντικότερων τούρκικων κρατών στην ιστορία της Μικράς Ασίας. Από Άγκυρα το πιο άνετο μέσο είναι πλέον το τρένο: η ταχεία που συνδέει τις δύο πόλεις καλύπτει την απόσταση 260 χλμ σε λιγότερο από 2 ώρες, διασχίζοντας τo ημίξηρο υψίπεδο της Κεντρικής Ανατολίας.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Άγκυρας, απ' όπου αναχωρεί το τρένο για Ικόνιο.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Άγκυρας. Έγινε δυστυχώς παγκόσμια γνωστός με την πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση σε διαδήλωση αριστερών και κουρδικών οργανώσεων, με πάνω από 100 νεκρούς.

Η στέπα της Ανατολίας, όπως φαίνεται από το τρένο Άκγυρα-Ικόνιο.

Αν και τα υψίπεδα της κεντρικής Ανατολίας έχουν ημίξηρο κλίμα και η φυσική βλάστηση σε κάποια τμήματα τους είναι μόνο αλατούχα στέπα, στο μεγαλύτερο τους μέρος σήμερα καλύπτονται από αρδευόμενες καλλιέργειες, όπως φαίνεται από το τρένο Άγκυρα-Ικόνιο.

Εκτός από πρωτεύουσα των Σελτζούκων, το Ικόνιο ήταν και η ιστορική έδρα του θρησκευτικού τάγματος των Μεβλεβήδων – γνωστότερου στον κόσμο μέσω των περιστρεφόμενων ντερβίσηδων. Το σύγχρονο Ικόνιο όμως είναι ένας τυπικός «τίγρης της Ανατολίας», όπως αποκαλούνται οι πόλεις της Κεντρικής Μικράς Ασίας που με τις επιχειρήσεις και βιομηχανίες τους έδωσαν ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας τις τελευταίες δεκαετίες. Θεωρείται επίσης, όχι τυχαία, και πρωτεύουσα του μουσουλμανικού συντηρητισμού και προπύργιο του κόμματος του Ερντογάν. Για τη σημασία όμως του «ισλαμικού κεφαλαίου» και τη σύνδεσή του με το πολιτικό φαινόμενο Ερντογάν υπάρχει άλλο άρθρο.

Εκτός από την Ελληνοορθοδοξία, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ, τη Σερβία, την Αλβανία, ο δικέφαλος αετός είναι και σύμβολο του Δήμου Ικονίου.

Εκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ, τη Σερβία, την Αλβανία, ο δικέφαλος αετός χρησιμοποιείται ως σύμβολο και από το Δήμο Ικονίου.

Εικόνα από το εσωτερικό του τεκέ των Μεβλεβί - στο οίκημα αριστερά βρίσκεται ο τάφος του Μεβλανά Τλελαλεντίν Ρουμί, ιδρυτή του τάγματος. Ο τεκές λειτουργεί σήμερα επίσημα ως μουσείο, στην πράξη όμως είναι και τόπος προσκυνήματος.

Εικόνα από τον τεκέ των Μεβλεβήδων – στο οίκημα δεξιά βρίσκεται ο τάφος του Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί, ιδρυτή του τάγματος. Ο χώρος λειτουργεί σήμερα επίσημα ως μουσείο, στην πράξη όμως είναι και τόπος προσκυνήματος.

Το Ικόνιο δείχνει στους τουρίστες την ιστορική του σύνδεση με το τάγμα των Μεβλεβήδων και με τέτοια αγάλματα περιστρεφόμενων ντερβίσηδων.

Το Ικόνιο δείχνει και μέσω τέτοιων αγαλμάτων περιστρεφόμενων ντερβίσηδων στους τουρίστες την ιστορική του σύνδεση με το τάγμα των Μεβλεβήδων.

Να και μια εικόνα ίσως όχι τυπική στο μυαλό πολλών για το συντηρητικό Ικόνιο - η διαδήλωση της Πρωτομαγιάς, με τη συμμετοχή αριστερών και κεμαλικών οργανώσεων.

Να και μια εικόνα ίσως όχι τυπική στο μυαλό πολλών για το συντηρητικό Ικόνιο: η διαδήλωση της Πρωτομαγιάς, με τη συμμετοχή αριστερών και κεμαλικών οργανώσεων.

Για να φτάσει κάποιος από την κεντρική Μικρά Ασία στην ακτή της Μεσογείου πρέπει να διασχίσει την οροσειρά του Ταύρου, στην περιοχή της Καραμανιάς. Το όνομα αυτό (απ’ όπου βγαίνει και το «Καραμανλής») προέρχεται από την τουρκική δυναστεία των Καραμανιδών, που διοικούσε την περιοχή και αντιστάθηκε με επιτυχία για πολλά χρόνια στους Οθωμανούς πριν υποταχθεί σ’ αυτούς.

Η μικρή πόλη Καραμάν σώζει μέχρι τις μέρες μας το όνομα της δυναστείας των Καραμανιδών.

Η μικρή πόλη Καραμάν σώζει μέχρι τις μέρες μας το όνομα της δυναστείας των Καραμανιδών.

Κατηφορίζοντας από την οροσειρά του Ταύρου (πάνω αριστερά) οι ελιές και τα ανοιχτόχρωμα κτίρια σηματοδοτούν την επιστροφή στο οικείο μεσογειακό τοπίο.

Κατηφορίζοντας από την οροσειρά του Ταύρου (πάνω αριστερά), οι ελιές και τα ανοιχτόχρωμα κτίρια σηματοδοτούν την επιστροφή στο οικείο μεσογειακό τοπίο.

Το ταξίδι με το λεωφορείο διαρκεί 3 ώρες από το Ικόνιο μέχρι τη Σελεύκεια. Η Σελεύκεια (Σιλιφκέ στα τούρκικα) είναι μια μικρή μεσογειακή πόλη της Τουρκίας, που πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή της μακεδονικής δυναστείας των Σελευκιδών. Σε απόσταση μόλις λίγων χιλιομέτρων βρίσκεται και το λιμάνι Τασουτζού.

Στη Σελεύκεια ήδη νιώθεις πιο κοντά στην Κύπρο - η πόλη έχει έντονα μεσογειακή αίσθηση. Στα αριστερά το ξενοδοχείο "Αγία Θέκλα".

Στη Σελεύκεια ήδη νιώθεις πιο κοντά στην Κύπρο – η πόλη έχει μεσογειακή αίσθηση. Στα αριστερά το ξενοδοχείο «Αγία Θέκλα».

Από το Τασουτζού αναχωρεί θεωρητικά τα μεσάνυχτα το πλοίο για την Κερύνεια. Πρακτικά φαίνεται να καθυστερεί αρκετά, λόγω μάλλον του ότι πρέπει να μπούνε τα φορτηγά για τον εφοδιασμό των κατεχομένων. Αυτός είναι προφανώς και ο κύριος σκοπός του συγκεκριμένου πλοίου και λιγότερο η μεταφορά επιβατών (για την οποία εξάλλου υπάρχει και άλλο, πιο γρήγορο καράβι, με πιο ασταθή δρομολόγια όμως). Ήδη λίγο πριν την ανατολή του ήλιου φαίνονται στον ορίζοντα οι βουνοκορφές του Πενταδάκτυλου και της Καρπασίας. Το πλοίο όμως φτάνει στο νέο λιμάνι της Κερύνειας μόλις κατά τις 8-9 π.μ.

Εικόνα από το πλοίο λίγο πριν φτάσει στην Κερύνεια: ο ήλιος ανατέλλει πίσω από τις κορυφές της Καρπασίας.

Εικόνα από το πλοίο λίγο πριν φτάσει στην Κερύνεια: ο ήλιος ανατέλλει πίσω από τις κορυφές της Καρπασίας.

Ταξιδι στη Δυτικη Μικρα Ασια

Κλασσικό

Η Δυτική Μικρά Ασία είναι μια περιοχή με ιδιαίτερη Ιστορία. Από την αρχαιότητα ήταν ο χώρος που ο ελληνικός πολιτισμός ερχόταν σε επαφή με τους γηγενείς μικρασιατικούς, αλλά και άλλους πιο ανατολικούς, όπως τον περσικό. Ίσως δεν είναι τυχαίο, που σ’ αυτόν το χώρο γεννήθηκε και η αρχαία ελληνική φιλοσοφία.

Αυτό το χαρακτηριστικό της πολιτισμικής συνάντησης το διατήρησε η περιοχή μέχρι πολύ πρόσφατα. Την τελευταία χιλιετία ήταν ίσως ο κατ’ εξοχήν χώρος που συνυπήρχαν όχι μόνο η ορθόδοξη Χριστιανοσύνη με το Ισλάμ, αλλά συναντούσε και η ελληνοφωνία την τουρκοφωνία (αντίθετα, πιο βαθιά στη Κεντρική Μικρά Ασία, οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί ήταν συνήθως τουρκόφωνοι, ενώ στο νησιωτικό χώρο οι Μουσουλμάνοι έτειναν προς την ελληνοφωνία). Ίσως γι’ αυτόν το λόγο ήταν και ο χώρος που παίχτηκε το 1919-22 η τελευταία πράξη ενός αιώνα ελληνοτουρκικών συγκρούσεων, με τραγική για τον Ελληνισμό κατάληξη, τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η περιοχή σήμερα ανήκει εξ’ ολοκλήρου στην Τουρκία (εκτός φυσικά αν θεωρήσουμε τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ως προέκτασή της). Αν και είναι πλέον πολύ πιο «καθαρή» από εθνοθρησκευτική άποψη (τουλάχιστον επιφανειακά), το πολυπολιτισμικό παρελθόν της είναι ακόμα αισθητό όταν ταξιδεύει κάποιος εκεί.

Η διαδρομή του ταξιδιού: Κωνσταντινούπολη-Μουδανιά-Προύσα-Σμύρνη-Αϊδίνιο-Αττάλεια.

Η διαδρομή του ταξιδιού: Κωνσταντινούπολη-Μουδανιά-Προύσα-Σμύρνη-Αϊδίνιο-Αττάλεια.

Αφετηρία του ταξιδιού ήταν η Κωνσταντινούπολη, συγκεκριμένα το Καμπατάς, απ’ όπου υπάρχει ακτοπλοϊκή σύνδεση με την Προύσα. Το ταχύπλοο, ξεκινώντας απ’ το Βόσπορο, διασχίζει την Προποντίδα (ή Θάλασσα του Μαρμαρά) σε λιγότερο από δυο ώρες.

Από την προβλήτα του Καμπατάς κοιτάζοντας προς τα βόρεια φαίνονται τα ανάκτορα του Ντολμαμπαχτσέ στο Μπεσίκτας, στην ευρωπαϊκή πλευρά (αριστερά), καθώς και η γέφυρα του Βοσπόρου πιο πίσω, που ενώνει Ευρώπη και Ασία.

Από την προβλήτα του Καμπατάς κοιτάζοντας προς τα βόρεια φαίνονται τα ανάκτορα του Ντολμαμπαχτσέ στο Μπεσίκτας, στην ευρωπαϊκή πλευρά (αριστερά), καθώς και η γέφυρα του Βοσπόρου πιο πίσω, που ενώνει Ευρώπη και Ασία.

Κοιτάζοντας από το ίδιο σημείο, αλλά προς τα νότια, βλέπουμε το Βόσπορο να καταλήγει στην ανοικτή θάλασσα της Προποντίδας, που διασχίζει το ταχύπλοο με προορισμό τα Μουδανιά. Από τα δεξιά έρχονται τα νερά του Κεράτιου, με τα ανάκτορα του Τοπκαπί και την Αγιά Σοφιά να διακρίνονται από πίσω.

Κοιτάζοντας από το ίδιο σημείο, αλλά προς τα νότια, βλέπουμε το Βόσπορο να καταλήγει στη θάλασσα της Προποντίδας, την οποία διασχίζει το ταχύπλοο με προορισμό τα Μουδανιά. Από τα δεξιά έρχονται τα νερά του Κεράτιου, με τα ανάκτορα του Τοπκαπί και την Αγιά Σοφιά να διακρίνονται από πίσω.

Η ίδια η Προύσα δεν είναι παραθαλάσσια πόλη: το καράβι φτάνει στο λιμάνι των Μουδανιών, πόλη που έχει μείνει στην Ιστορία ως ο τόπος υπογραφής της ανακωχής που τερμάτισε τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, το 1922. Για τους Τούρκους αυτό φαίνεται να έχει μεγάλη ιστορική σημασία: το κτήριο που υπογράφηκε η ανακωχή λειτουργεί σήμερα ως μουσείο.

Η μικρή παραλιακή πόλη των Μουδανιών, στη νότια ακτή της Προποντίδας, έμεινε γνωστή και ως η πόλη που υπεγράφη η ανακωχή ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία το 1922. Το κτίριο όπου έγινε αυτό λειτουργεί σήμερα ως μουσείο.

Η μικρή παραλιακή πόλη των Μουδανιών, πίσω από το λιμάνι.

Από τα Μουδανιά υπάρχει μετά λεωφορείο (συγκεκριμένα, η γραμμή 1/Μ) που σε μεταφέρει στο Εμέκ, τερματικό σταθμό του ηλεκτρικού της Προύσας, του Μπούρσα-ράι. Όπως και στις άλλες μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, το κεντρικό ΜΜΜ σταθερής τροχιάς παίρνει το όνομά του από την πόλη προσθέτοντας την κατάληξη -ράι. Για να πάει κάποιος στο κέντρο της πόλης, μπορεί να κατεβεί στους σταθμούς Σεχρεκιουστιού ή Ντεμιρτάσπασα.

Η Προύσα απλώνεται από τους πρόποδες του Ολύμπου (Ουλουντάγ) προς τα κάτω. Στη φωτογραφία διακρίνεται και το Ουλούς Τζαμί με τους 20 του τρούλους, που χτίστηκε ακόμα τον 14ο αιώνα ακολουθώντας τη σελτζούκικη τεχνοτροπία.

Η Προύσα απλώνεται από τους πρόποδες του Ολύμπου (Ουλουντάγ) προς την πεδιάδα. Αριστερά διακρίνεται το Ουλού Τζαμί με τους 20 του τρούλους, που χτίστηκε το 14ο αιώνα ακολουθώντας ακόμα τη σελτζουκική τεχνοτροπία.

Η Προύσα είναι ιδιαίτερη πόλη από πολλές απόψεις: ήταν κατ’ αρχήν η πρώτη πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους, όταν αυτό ήταν ακόμα μια μικρή αλλά ανερχόμενη τουρκική ηγεμονία στη βορειοδυτική Μικρά Ασία. Για όποιον ενδιαφέρεται για αρχιτεκτονική είναι λοιπόν ο ιδανικός τόπος για να παρατηρήσει την εξέλιξη της οθωμανικής αρχιτεκτονικής, από την αρχή μέχρι το τέλος. Φημίζεται εδώ και αιώνες για τα μεταξωτά της – αν και στην Ελλάδα έγινε μέσω των ρεμπέτικων γνωστή και για.. άλλου είδους προϊόντα. Στη σύγχρονη Τουρκία είναι ο κατ’ εξοχήν προορισμός για χειμερινά σπορ (στον Όλυμπο), αλλά και για ιαματικά λουτρά (στο προάστιο Τσεκιργκέ). Είναι επίσης η πατρίδα του ισκεντέρ κεμπάπ, που εκεί φυσικά ονομάζεται μπούρσα κεμπάπ, καθώς και του θεάτρου σκιών με τον Καραγκιόζη και το Χατζηαβάτη – τουλάχιστον σύμφωνα με την τούρκικη εκδοχή.

Οι τάφοι του Οσμάν (δεξιά) και του Ορχάν Γαζή (αριστερά). Ο Οσμάν ήταν ο ιδρυτής της οθωμανικής δυναστείας και ο Ορχάν ο γιος και διάδοχός του.

Οι τάφοι του Οσμάν (δεξιά) και του Ορχάν Γκαζή (αριστερά). Ο Οσμάν ήταν ο ιδρυτής της οθωμανικής δυναστείας και ο Ορχάν ο γιος και διάδοχός του.

Το Ιπέκ Χάνι, δηλαδή Χάνι του Μεταξιού, είναι ένα από τα πολλά οθωμανικά χάνια που συναντά κανείς στο κέντρο της πόλης.

Το Ιπέκ Χάνι, δηλαδή Χάνι του Μεταξιού, είναι ένα από τα πολλά οθωμανικά χάνια που συναντά κανείς στο κέντρο της πόλης.

Το Μουσείο του Καραγκιόζη στο προάστιο Τζεκιργκέ. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης ήταν εργάτες στην κατασκευή του Ουλού Τζαμιού. Επειδή έκαναν συνέχεια αστεία, διασκέδαζαν τους άλλους εργάτες και καθυστερούσαν έτσι την παραγωγή, ο Ορχάν διέταξε την εκτέλεσή τους. Μετανιωμένος μετά για την πράξη του, ανέθεσε στο Σεΐχη ... να φτιάξει φιγούρες με τις οποίες θα αναπαριστούσε τη ζωή τους.

Το Μουσείο του Καραγκιόζη στο προάστιο Τσεκιργκέ. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης ήταν εργάτες στην κατασκευή τζαμιού στην Προύσα. Επειδή έκαναν συνέχεια αστεία διασκεδάζοντας τους άλλους εργάτες και καθυστερώντας έτσι την παραγωγή, ο Σουλτάνος διέταξε την εκτέλεσή τους. Ήταν όμως τόσο αγαπητοί, που η μνήμη τους επέζησε με τη μορφή του θεάτρου σκιών.

Η Προύσα είναι και σήμερα μια σημαντική πόλη της Τουρκίας, με περίπου ένα εκατομμύριο κάτοικους και με μεγάλες αγορές όπου μπορείς να βρεις κάθε είδους προϊόντα. Φαίνεται να έχει επίγνωση της μεγάλης της τουριστικής αξίας: δίπλα σε κάθε αξιοθέατο υπάρχουν πινακίδες στα τουρκικά και αγγλικά, ενώ σε πολλά σημεία του κέντρου υπάρχουν χάρτες με σημειωμένα τα σημαντικότερα αξιοθέατα. Επίσης, φαίνεται ότι γίνεται μια προσπάθεια να κρατήσει τουλάχιστον το κέντρο της πόλης το χαρακτήρα του με την τοπική αρχιτεκτονική.

Εικόνα από το κέντρο της πόλης, απ' όπου περνά και το "νοσταλγικό" τραμ.

Εικόνα από το κέντρο της πόλης, απ’ όπου περνά και το «νοσταλγικό» τραμ.

Ο σταθμός υπεραστικών λεωφορείων βρίσκεται αρκετά μακριά από το κέντρο της πόλης (όπως συνηθίζεται πλέον στην Τουρκία), και είναι προσβάσιμος με το αστικό λεωφορείο 38. Συνεχίζοντας με προορισμό τη Σμύρνη, μπορεί κάποιος να επιλέξει μια από τις πολλές εταιρείες που κάνουν αυτήν τη διαδρομή. Οι τουρκικές εταιρείες υπεραστικών λεωφορείων είναι το παράδειγμα, που μάλλον κάνει κάθε οπαδό του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού να νιώθει επιβεβαιωμένος. Ο ανταγωνισμός φαίνεται ότι έχει οδηγήσει σ’ ένα σύστημα που λειτουργεί (τουλάχιστον επιφανειακά) πολύ καλά: τα λεωφορεία φεύγουν και φτάνουν στην ώρα τους, τα καθίσματα είναι άνετα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι λεωφορειοσυνοδοί προσφέρουν στους επιβάτες δωρεάν καφέ, χυμό, νερό κ.λπ., ενώ συχνά στους σταθμούς άφιξης υπάρχει δωρεάν υπηρεσία με μίνι-βαν, που μεταφέρει τους επιβάτες από το σταθμό λεωφορείων στους διάφορους προορισμούς τους εντός της πόλης.

Η διαδρομή από Προύσα μέχρι Σμύρνη διαρκεί περίπου πέντε ώρες, διασχίζοντας ένα αρκετά οικείο μεσογειακό τοπίο. Βουνά με πευκοδάση, μακία (ψηλούς θαμνώνες) και λίγα δάση φυλλοβόλων εναλλάσονται με ελαιώνες και αμπελώνες.

Εικόνα από το τοπίο στη διαδρομή Προύσα-Σμύρνη.

Εικόνα από το τοπίο στη διαδρομή Προύσα-Σμύρνη.

Η Σμύρνη είναι μια σύγχρονη μεγαλούπολη, του μεγέθους περίπου της Αθήνας. Παραμένει και σήμερα η άτυπη πρωτεύουσα της ανατολικής ακτής του Αιγαίου. Αν κάποιος πάντως έρχεται από την Κωνσταντινούπολη και περιμένει να δει ανάλογα σημάδια του πολυπολιτισμικού  (ή ελληνικού) παρελθόντος, μάλλον θα απογοητευτεί. Με την πυρκαγιά της Σμύρνης το ’22 καταστράφηκε και το μεγαλύτερο μέρος των χριστιανικών συνοικιών της πόλης, του λεγόμενου Κάτω Μαχαλά. Τη θέση τους καταλαμβάνουν σήμερα σύγχρονες πολυκατοικίες και μεγάλα πάρκα. Μόνο νότια του σιδηροδρομικού σταθμού Κασαμπά (νυν Μπασμανέ), ανηφορίζοντας προς το βουνό, θυμίζουν οι γειτονιές το παρελθόν, αν και σήμερα είναι μάλλον υποβαθμισμένες. Πριν την Καταστροφή αυτές ήταν κυρίως οι συνοικίες των Τούρκων και των Εβραίων, αλλά κάποιες ήταν και ελληνικές.

Το μεγάλο Πολιτιστικό Πάρκο καταλαμβάνει σήμερα το χώρο όπου πριν βρίσκονταν αρκετές από τις λαϊκές ελληνικές συνοικίες.

Το μεγάλο Πολιτιστικό Πάρκο καταλαμβάνει σήμερα το χώρο όπου πριν βρίσκονταν αρκετές από τις λαϊκές ελληνικές συνοικίες, στον Κάτω Μαχαλά.

Το κτίριο στα δεξιά λειτουργεί εδώ κι ένα χρόνο σαν χόστελ. Με βάση τα λεγόμενα των διαχειριστών, ήταν παλιότερα ελληνικό σπίτι και η γειτονιά γενικά ελληνική.

Το κτίριο στα δεξιά λειτουργεί εδώ κι ένα χρόνο σαν χόστελ, νότια του Μπασμανέ στον Άνω Μαχαλά. Με βάση τα λεγόμενα των διαχειριστών, ήταν παλιότερα ελληνικό σπίτι και η γειτονιά γενικά ελληνική.

Το εσωτερικό της παλιάς ελληνικής εκκλησίας του Άγιου Βούκολου (πολιούχου της Σμύρνης). Είναι σχεδόν η μόνη, που σώζεται ως και σήμερα, λειτουργώντας κυρίως ως πολιτιστικό κέντρο. Για πολλές δεκαετίες το κτίριο ήταν εγκατελειμμένο και ερειπωμένο, μέχρι που ο τελευταίος δήμαρχος της Σμύρνης αποφάσισε την αποκατάστασή του. Το 2014 επετράπηκε μάλιστα στον Πατριάρχη να τελέσει λειτουργία στο χώρο.

Το εσωτερικό της παλιάς ελληνικής εκκλησίας του Άγιου Βουκόλου (πολιούχου της Σμύρνης). Είναι σχεδόν η μόνη που σώζεται ως και σήμερα, λειτουργώντας κυρίως ως πολιτιστικό κέντρο. Για πολλές δεκαετίες το κτίριο ήταν εγκαταλελειμμένο και ερειπωμένο, μέχρι που ο τελευταίος δήμαρχος της Σμύρνης αποφάσισε την αποκατάστασή του. Το 2014 επιτράπηκε μάλιστα στον Πατριάρχη να τελέσει λειτουργία στο χώρο.

Να όμως που η Ιστορία παίζει περίεργα παιχνίδια. Μετά την Καταστροφή, στη Σμύρνη εγκαταστάθηκαν, στη θέση των Ελλήνων και Αρμενίων, Μουσουλμάνοι από την Κρήτη και τη Μακεδονία, από τους οποίους πολλοί ήταν ελληνόφωνοι και συχνά υπό την επιρροή του αιρετικού Ισλάμ των Μπεκτασήδων. Η Σμύρνη θεωρείται και σήμερα από τις πιο θρησκευτικά φιλελεύθερες πόλεις της Τουρκίας, με πολύ ισχυρή παράδοση κοσμικότητας. Παραμένει προπύργιο των κεμαλικών, που αντιστέκεται στην άνοδο του πολιτικού Ισλάμ. Κάπως έτσι έφτασε ο Ερντογάν πριν μερικά χρόνια να την αποκαλέσει ξανά, όπως στην προ του 1922 εποχή, «γκιαούρισσα Σμύρνη» (δηλαδή άπιστη) – προκαλώντας την οργή των Σμυρνιών.

Η κεντρική Πλατεία Διοικητηρίου ή αλλιώς Κονάκι, σημαντική τόσο για την τουρκική όσο και την ελληνική νεώτερη Ιστορία: για τους μεν συμβολίζει την απελευθέρωση από τους Χριστιανούς, στους δε θυμίζει το λιντάρισμα του Μητροπολίτη Χρυσόστομου από το μουσουλμανικό όχλο, που σημάδεψε και το τέλος της χριστιανικής παρουσίας στη Σμύρνη.. Στο κέντρο προς τα δεξιά ο Πύργος του Ρολογιού, στο βάθος πίσω το Όρος Πάγος με το κάστρο, ενώ αριστερά το Δημαρχείο Σμύρνης με την απεικόνιση του προσώπου και της υπογραφής του Ατατούρκ δίνει ίσως και την πολιτική ταυτότητα της πόλης.

Η κεντρική Πλατεία Διοικητηρίου ή αλλιώς Κονάκι, είναι σημαντική τόσο για την τουρκική όσο και την ελληνική νεώτερη Ιστορία: για τους μεν συμβολίζει την απελευθέρωση από τους Έλληνες, στους δε θυμίζει το λιντσάρισμα του Μητροπολίτη Χρυσόστομου από τον τουρκικό όχλο, που σημάδεψε και το τέλος της χριστιανικής παρουσίας στη Σμύρνη. Στα δεξιά ο Πύργος του Ρολογιού, στο βάθος πίσω το Όρος Πάγος με το κάστρο, ενώ αριστερά το Δημαρχείο Σμύρνης με την απεικόνιση του προσώπου και της υπογραφής του Ατατούρκ δίνει και την πολιτική ταυτότητα της πόλης.

Η ελληνική ψαροταβέρνα "Καλημέρα" στο κέντρο της Σμύρνης - δίπλα απ' το Ζορμπά, η εικόνα του Ατατούρκ, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις.

Η ψαροταβέρνα «Καλημέρα» στο κέντρο της Σμύρνης – δίπλα απ’ το Ζορμπά η εικόνα του Ατατούρκ, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις.

Η σημερινή Σμύρνη παραμένει πάντως μια ωραία πόλη, με το Κονάκι στο κέντρο της, και νοτιοανατολικά του το εμπορικό κέντρο με τις σκεπαστές αγορές και τα μικρά μαγαζάκια να εκτείνεται προς το Όρος Πάγος. Από το Κονάκι προς τα βόρεια μέχρι την Πούντα (Αλσαντζάκ) μπορεί κάποιος να περπατήσει στη γνωστή προκυμαία της Σμύρνης, που φαίνεται να παραμένει και σήμερα όπως και παλιότερα κεντρική για τη ζωή της πόλης.

Η προκυμαία της Σμύρνης. Δεξιά οι ψηλές πολυκατοικές δείχνουν τη θέση της Πούντας (Αλσαντζάκ), ενώ πίσω τους στο βάθος απλώνονται προάστια όπως ο Μπουρνόβας. Στην απέναντι ακτή φαίνεται στα αριστερά το Κορδελιό (Καρσίγιακα), με το οποίο υπάρχει τακτική σύνδεση με βαπόρια.

Η προκυμαία της Σμύρνης. Στο άκρο δεξιά οι ψηλές πολυκατοικίες δείχνουν τη θέση της Πούντας (Αλσαντζάκ), ενώ πίσω τους στο βάθος απλώνονται προάστια όπως το Μπαϊρακλί και ο Μπουρνόβας. Στην απέναντι ακτή φαίνεται στα αριστερά το Κορδελιό (Καρσίγιακα), με το οποίο υπάρχει τακτική σύνδεση με βαπόρια.

Από το σταθμό Μπασμανέ μπορεί κάποιος να πάρει το τρένο με κατεύθυνση το Ντενιζλί. Αυτό διασχίζει την εύφορη κοιλάδα του Μαιάνδρου, του ποταμού που λόγω των πολλών στροφών του έδωσε και το όνομα στο γεωγραφικό φαινόμενο του μαιανδρισμού. Ενέπνευσε επίσης την αρχαιοελληνική διακόσμηση, χάρισε το όνομά του σ’ έναν πρωθυπουργό της Τουρκίας που καταγόταν απ’ την περιοχή (Μεντερές – αφού ο Ατατούρκ είχε υποχρεώσει όλους τους Τούρκους να πάρουν επίθετα), και τέλος.. έγινε και σύμβολο ελληνικής νεοναζιστικής οργάνωσης.

Εικόνα απ' το παράθυρο του τρένου που διασχίζει την κοιλάδα του Μαιάνδρου. Η περιοχή παράγει ελιές, σιτηρά, βαμβάκι κ.ά., αλλά το προϊόν για το οποίο κυρίως φημίζεται είναι τα σύκα.

Εικόνα απ’ το παράθυρο του τρένου που διασχίζει την κοιλάδα του Μαιάνδρου. Η περιοχή παράγει ελιές, σιτηρά, βαμβάκι κ.ά., αλλά το προϊόν για το οποίο κυρίως φημίζεται είναι τα σύκα.

Το  τρένο φτάνει μετά από δύο ώρες στην κεντρική πόλη της κοιλάδας, το Αϊδίνιο. Είναι μια επαρχιακή πόλη, με περίπου 200.000 κατοίκους, λίγες κεντρικές λεωφόρους με φοινικόδεντρα και καταστήματα, και αρκετά αγάλματα πολεμιστών. Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-22 το Αϊδίνιο, πόλη με μικτό πληθυσμό τότε, έγινε θέατρο σκληρών συγκρούσεων, ανάμεσα στον ελληνικό στρατό από τη μια και Τούρκων ατάκτων από την άλλη, των γνωστών ζεϊμπέκηδων (στη συνέχεια αυτοί εντάχθηκαν στον κανονικό κεμαλικό στρατό). Οι συγκρούσεις αυτές οδήγησαν στη σφαγή μεγάλου μέρους του άμαχου πληθυσμού και από τις δυο πλευρές, αλλά και στην καταστροφή του μεγαλύτερου τμήματος της πόλης, τόσο των ελληνικών όσο και των τουρκικών γειτονιών. Αυτός είναι μάλλον κι ένας λόγος που δεν βλέπεις σήμερα στην πόλη παλιά κτήρια ή κάτι που να θυμίζει ιστορικό κέντρο, παρά τη μακραίωνη Ιστορία της πόλης.

Στους δρόμους του Αϊδίνιου βλέπεις διάφορα τέτοια αγάλματα πολεμιστών του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτοί ανήκαν κατά κανόνα σε άτακτα σώματα ανταρτών, τους ζεϊμπέκηδες (που έδωσαν το όνομά τους και στο γνωστό χορό), που δρούσαν στην περιοχή του Αιγαίου ήδη από το 17ο αιώνα, και με το ξέσπασμα του πολέμου ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν στο προελαύνοντα ελληνικό στρατό. Ο αρχηγός μιας ομάδας ζεϊμπέκηδων ονομαζόταν εφέ, και ο πιο γνωστός που έδρασε κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν ο Γιορούκ Αλί Εφέ, τοπικός ήρωας της περιοχής.

Στους δρόμους του Αϊδίνιου βλέπεις τέτοια αγάλματα πολεμιστών του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτοί ανήκαν κατά κανόνα σε άτακτα σώματα ανταρτών-κλεφτών, τους ζεϊμπέκηδες (έδωσαν το όνομά τους και στο γνωστό χορό), που δρούσαν στην περιοχή του Αιγαίου ήδη από το 17ο αιώνα. Με το ξέσπασμα του πολέμου ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν στον προελαύνοντα ελληνικό στρατό. Ο αρχηγός μιας ομάδας ζεϊμπέκηδων ονομαζόταν εφέ, και ο πιο γνωστός που έδρασε κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν ο Γιορούκ Αλί Εφέ, τοπικός ήρωας της περιοχής.

Η διαδρομή από το Αϊδίνιο ως το σταθμό υπεραστικών λεωφορείων της Αττάλειας (Otogar στα τούρκικα) διαρκεί περίπου 6 ώρες. Από εκεί μπορεί κάποιος να πάρει το τραμ (ακολουθώντας το ίδιο σύστημα που αναφέρθηκε στην περίπτωση της Προύσας, ονομάζεται Αντ-ράι) για το κέντρο της πόλης, κατεβαίνοντας στη στάση Μουράτπασα ή Ισμέτπασα.

Αν η Σμύρνη είναι η άτυπη πρωτεύουσα της περιοχής του Αιγαίου, η Αττάλεια παίζει αυτόν το ρόλο αυτό για τη νότια μεσογειακή ακτή της Τουρκίας. Με τα 2 εκατομμύρια πληθυσμό είναι και αυτή στο μεγαλύτερό της τμήμα μια σύγχρονη πόλη με πλατιές λεωφόρους και ψηλές πολυκατοικίες, και ταυτόχρονα με τις μεγάλες σε μήκος παραλίες ένας πολύ σημαντικός τόπος θερινού τουρισμού από το εξωτερικό. Μια σημαντική σε μέγεθος ρώσικη κοινότητα έχει μάλιστα εγκατασταθεί εκεί μόνιμα.

Εκτός από το Αντ-ράι, τη σύγχρονη γραμμή τραμ που συνδέει το κέντρο της πόλης με τα προάστια, στην Αττάλεια λειτουργεί όπως σε άλλες τουρκικές πόλεις και "νοσταλγικό τραμ", με μικρή διαδρομή μέσα και γύρω απ' το κέντρο.

Εκτός από το Αντ-ράι, τη σύγχρονη γραμμή τραμ που συνδέει το κέντρο της πόλης με τα προάστια, στην Αττάλεια λειτουργεί όπως σε άλλες τουρκικές πόλεις και το «νοσταλγικό τραμ» που φαίνεται στην εικόνα, με μικρή διαδρομή μέσα και γύρω απ’ το κέντρο.

Από το παραθαλάσσιο πάρκο Καρααλίογλου, κοντά στην παλιά πόλη, φαίνεται στο βάθος κάτω από τα χιονισμένα βουνά η μακριά παραλία Κονυααλτί, ένας από τους κύριους λόγους που η Αττάλεια έχει γίνει τουριστικός προορισμός.

Από το παραθαλάσσιο πάρκο Καρααλίογλου, κοντά στην παλιά πόλη, φαίνεται στο βάθος κάτω από τα χιονισμένα βουνά η μακριά παραλία Κονυααλτί, ένας από τους κύριους λόγους που η Αττάλεια έχει γίνει τουριστικός προορισμός.

Παλιά ελληνορθόξη εκκλησία της Αττάλειας, η οποία χρησιμοποιείται πλέον προφανώς από τους πολλούς Ρώσους κάτοικους της πόλης.

Παλιά ελληνορθόδοξη εκκλησία της Αττάλειας, η οποία χρησιμοποιείται πλέον προφανώς από τους πολλούς Ρώσους κατοίκους της πόλης.

Το παλιό ιστορικό κέντρο, το Καλεϊτσί, διατηρεί παρ’ όλα αυτά την παλιά του αρχιτεκτονική και εικόνα, έστω και με ένα φανερό τουριστικό προσανατολισμό. Ακριβώς κάτω από το Καλεϊτσί βρίσκεται το παλιό λιμάνι, αυτό στο οποίο η πόλη χρωστάει τη σημασία της ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η ίδια η πόλη όμως είναι ακόμα αρχαιότερη, αφού ιδρύθηκε από το βασιλιά της Περγάμου Άτταλο Β’ κατά την ελληνιστική περίοδο.

Τυπικό σοκάκι στο Καλεϊτσί, με αναπαλαιωμένα κτίρια.

Τυπικό σοκάκι στο Καλεϊτσί, με αναπαλαιωμένα κτήρια.

Το παλιό λιμάνι της Αττάλειας με το Καλεϊτσί από πάνω.

Το παλιό λιμάνι της Αττάλειας, με το Καλεϊτσί από πάνω.

Ο Κεσίκ (σπασμένος) μιναρές στο Καλεϊτσί. Στο χώρο αυτό υπήρχε αρχικά ρωμαϊκός ναός, ο οποίος γκρεμίστηκε και στα θεμέλια του χτίστηκε χριστιανική εκκλησία. Μετά από πολλές αλλαγές από εκκλησία σε τζαμί και αντίστροφα, ανάλογα με τον εκάστοτε κατακτητή, λειτουργεί σήμερα απλά ως αρχαιολογικό μνημείο.

Ο Κεσίκ (σπασμένος) μιναρές στο Καλεϊτσί. Στο χώρο αυτό υπήρχε αρχικά ρωμαϊκός ναός, ο οποίος γκρεμίστηκε και στα θεμέλιά του χτίστηκε χριστιανική εκκλησία. Μετά από πολλές αλλαγές από εκκλησία σε τζαμί και αντίστροφα, ανάλογα με τον εκάστοτε κατακτητή, είναι σήμερα απλά ένα αρχαιολογικό μνημείο.


Η Δυτική Ανατολία είναι σήμερα ένα από τα πιο ανεπτυγμένα, εύπορα και σταθεροποιημένα τμήματα της Τουρκίας. Είναι επίσης μάλλον η πιο τουριστικά αξιοποιημένη περιοχή της χώρας, και λόγω παραλιών, αλλά και λόγω της αρχαίας της Ιστορίας και των φυσικών ομορφιών. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος ότι πρόσφατα αυτή ήταν η περιοχή της πιο άγριας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, που καθόρισε τη σύγχρονη εθνική ταυτότητα και των δύο λαών.

Τα ίχνη της συνύπαρξης πολλών πολιτισμών, από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι τόσο έντονα, που η σημερινή εθνική «καθαρότητα» μοιάζει κάπως αταίριαστη. Όπως και να’ χει, η Δυτική Μικρά Ασία παραμένει και σήμερα ένα σημείο αναφοράς, που όχι μόνο χωρίζει αλλά και συνδέει τους δύο λαούς του Αιγαίου.

Γκαζι: η ιστορια μιας συνοικιας της Κωνσταντινουπολης

Κλασσικό

Η Κωνσταντινούπολη είναι μια πραγματική μεγαλούπολη, με τα 14 εκατομμύρια πληθυσμό και τις αμέτρητες συνοικίες της, που απλώνονται στην ευρωπαϊκή και στην ασιατική πλευρά. Μια απ’ αυτές είναι και το Γκαζί. Η διαδρομή με το λεωφορείο 399C από το Εμίνονου (με κατεύθυνση Εσέντεπε) διαρκεί περίπου μια ώρα.

Γκαζί δρόμος

Τί ιδιαίτερο έχει όμως αυτή η εργατική συνοικία με τις πυκνές πολυκατοικίες, στα όρια της οικιστικής ζώνης στην ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης; Κι αυτή μάλλον, όπως και τόσες άλλες, κτίστηκε τον περασμένο αιώνα με τη μετανάστευση από το εσωτερικό της Ανατολίας, από χωρικούς που έψαχναν μια καλύτερη τύχη στη μεγαλούπολη. Έχει όμως μια εθνο-θρησκευτική σύνθεση που την κάνει διαφορετική από πολλές άλλες: κατοικείται σε μεγάλο ποσοστό από Αλεβίτες (σχετικό άρθρο), αλλά και από Κούρδους.

Το τζέμεβι του Γκαζί, με την απεικόνιση του Χατζή Μπεκτάς, μορφής με μεγάλο συμβολικό χαρακτήρα για τους Αλεβίτες.

Το τζέμεβι (θρησκευτικός/πολιτιστικός χώρος για Αλεβίτες) του Γκαζί, με την εικόνα του Χατζή Μπεκτάς, προσώπου με μεγάλη σημασία για τον αλεβιτισμό.

Μάλλον όχι άσχετα μ’ αυτό, έχει και μια ιδιαίτερη πολιτική ταυτότητα. Αφίσες του Ερντογάν ή του AKP θα συναντήσεις μάλλον σπάνια στους δρόμους του Γκαζί – αντίθετα θα δεις πολύ περισσότερα αρχικά και συνθήματα αριστερών οργανώσεων. Η συνοικία γίνεται κατά καιρούς τόπος συγκρούσεων μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών. Κάποιοι την έχουν συγκρίνει γι’ αυτό το λόγο και με τα Εξάρχεια.

Οι τοίχοι των πολυκατοικιών στο Γκαζί είναι γεμάτοι με συνθήματα από αριστερές οργανώσεις.

Οι τοίχοι των πολυκατοικιών στο Γκαζί είναι γεμάτοι με συνθήματα από αριστερές οργανώσεις – νόμιμες (όπως το ΤΚΡ, το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα) ή παράνομες (όπως το DHKC, ένοπλη πτέρυγα του επίσης μαρξιστικού DHKP-C, του οποίου η συνοικία θεωρείται προπύργιο).

Τα φέρετρα νεκρών από την τρομοκρατική επίθεση στο Σουρούτς το περασμένο καλοκαίρι μεταφέρονται στο τζέμεβι του Γκαζί, με τη συνοδεία ένοπλων ακροαριστερών. http://www.ibtimes.co.uk/turkey-more-riots-rage-marxist-gazi-stronghold-after-death-female-activist-gunay-ozaslan-1512637

Τα φέρετρα νεκρών από την τρομοκρατική επίθεση στο Σουρούτς το περασμένο καλοκαίρι μεταφέρονται στο τζέμεβι του Γκαζί, με τη συνοδεία ένοπλων ακροαριστερών με καλυμμένο πρόσωπο.
Πηγή εικόνας

Η παράδοση αυτή πάει πολλά χρόνια πίσω, τουλάχιστον από τότε που στην ίδια συνοικία ξέσπασε η ουσιαστικά πρώτη λαϊκή εξέγερση μετά το πραξικόπημα του 1980 (εκτός των κουρδικών περιοχών στα νοτιανατολικά, εννοείται). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Το σκηνικό για μια εξέγερση στήνεται

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η Τουρκία μετρούσε ήδη μιάμιση δεκαετία από το πραξικόπημα του ’80, που είχε θέσει την πολιτική ζωή της χώρας κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο του στρατού και του βαθέος κράτους. Αν και η επαναφορά σε μια μορφή κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είχε ήδη γίνει πολύ νωρίς, από το 1983, αυτή ήταν τόσο ελεγχόμενη από το στρατό και τους παρακρατικούς, και το καινούριο Σύνταγμα του 1982 (που ακόμα ισχύει σήμερα) τόσο ανελεύθερο, που η Τουρκία έμοιαζε περισσότερο με δικτατορικό παρα δημοκρατικό καθεστώς.

Δύο πρόσωπα που σημάδεψαν τη δεκαετία του '80 στην Τουρκία: ο στρατηγός Κενάν Εβρέν, ηγέτης της στρατιωτικής χούντας του '80, μαζί με τον Τουργκούτ Οζάλ, πρώτο πολιτικό πρωθυπουργό μετά την "αποκατάσταση" της δημοκρατίας.

Δύο πρόσωπα που σημάδεψαν τη δεκαετία του ’80 στην Τουρκία: ο στρατηγός Κενάν Εβρέν, ηγέτης της στρατιωτικής χούντας και στη συνέχεια Πρόεδρος της χώρας, μαζί με τον Τουργκούτ Οζάλ, πρώτο πολιτικό πρωθυπουργό μετά την «αποκατάσταση» της δημοκρατίας. Πηγή εικόνας

Στη δεκαετία του ’80 υπήρχε, έστω κάτω από αυτό το αυταρχικό καθεστώς, μια σχετική σταθερότητα. Αυτή άρχισε να καταρρέει τη δεκαετία του ’90, με την οικονομία να χειροτερεύει και τον πληθωρισμό να καλπάζει, τη διαφθορά να κυριαρχεί παντού, και το νοτιο-ανατολικό τμήμα της χώρας να βρίσκεται σε εμφυλιοπολεμική κατάσταση. Ας μην ξεχνάμε ότι ήταν η ίδια περίοδος της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις (Ίμια, S-300 κ.λπ.), που παρ’ ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο.

Στην αλεβίτικη κοινότητα ειδικότερα, οι σφαγές της δεκαετίας του ’70 (π.χ. στο Καχραμανμαράς), αλλά φυσικά και οι πιο πρόσφατες (στη Σεβάστεια το 1993) δεν είχαν ξεχαστεί. Εξάλλου με την αυξανόμενη «σουνιτοποίηση» του κράτους από το πραξικόπημα και μετά, όπως και με την πρόσφατη άνοδο του σουνιτικού πολιτικού Ισλάμ (οι ισλαμιστές είχαν μόλις κερδίσει το Δήμο Κωνσταντινουπόλεως – με δήμαρχο το νεαρό και ανερχόμενο τότε Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν), οι Αλεβίτες ένιωθαν αδικημένοι και απειλούμενοι. Επίσης στο Γκαζί έμεναν και πολλοί Κούρδοι, με φρέσκες αναμνήσεις από την ιδιαίτερα βίαιη τακτική του τουρκικού στρατού στην περιοχή τους, ενώ οι μυστήριες εξαφανίσεις αριστερών ακτιβιστών δεν ήταν εκείνη την εποχή σπάνιο φαινόμενο – πρόσφατα μάλιστα ένας είχε πεθάνει ενώ ήταν υπό κράτηση.

Στα κάγκελα σχολείου στο Γκαζί είναι αναρτημένες αφίσες με αίτημα την ενημέρωση σχετικά με την τύχη των εικονιζομένων προσώπων.

Στα κάγκελα σχολείου στο Γκαζί είναι μέχρι σήμερα αναρτημένες αφίσες προσώπων με τη λέξη Nerede (Πού;).

Μια λαϊκή δυσαρέσκεια φαίνεται ότι είχε ήδη αρχίσει να εξαπλώνεται και να δημιουργεί ρωγμές σ’ αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον. Σε ένα τέτοιο κλίμα, ένα συμβάν έμελλε να φέρει πίσω κακές αναμνήσεις στο μυαλό κάποιων.

Το ξέσπασμα

Στις 12 Μαρτίου 1995 άγνωστοι ένοπλοι μέσα από ένα ταξί πυροβόλησαν τους θαμώνες καφετεριών στo Γκαζί. Πολλοί τραυματίστηκαν και ένας ντεντές (κάτι σαν ιερέας για τους Αλεβίτες) πέθανε. Η αστυνομία άργησε να επέμβει και οι δράστες μπόρεσαν να διαφύγουν με το ταξί – αυτό βρέθηκε στη συνέχεια με τον δολοφονημένο οδηγό μέσα. Μέχρι σήμερα η υπόθεση δεν έχει διαλευκανθεί.

Σ’ αυτήν την εύφλεκτη κατάσταση, το παραπάνω περιστατικό έγινε η σπίθα που έφερε την έκρηξη. Κάτοικοι της περιοχής ήταν πεπεισμένοι ότι οι φόνοι ήταν έργο ακροδεξιών ή ισλαμιστών σε συνεργασία με την αστυνομία. Ήδη μέχρι τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας, κι αφού έγινε γνωστό ότι οι δράστες διέφυγαν, οργισμένοι νέοι είχαν βγει στους δρόμους, φωνάζοντας συνθήματα όπως «Θάνατος στο φασισμό! Θέλουμε δικαιοσύνη!» ή «Η αστυνομία έξω απ’ το Γκαζί». Ακολούθησαν βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία, καταστροφές σε καταστήματα, φωτιές σε αυτοκίνητα.

Εικόνα από τους δρόμους του Γκαζί (Μάρτης '95). http://archive.feedblitz.com/204028/~4908852

Εικόνα από τους δρόμους του Γκαζί (Μάρτης ’95).
Πηγή εικόνας

Τις πρώτες πρωινές ώρες η αστυνομία άνοιξε πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Σαν αντίδραση ξέσπασε εξέγερση και σε άλλη συνοικία της Πόλης, με μερικά ακόμα θύματα. Στο Γκαζί εν τω μεταξύ οι διαδηλωτές είχαν χτίσει οδοφράγματα, ενώ επενέβηκε και ο στρατός. Χρειάστηκαν τρεις μέρες μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη: συνολικός απολογισμός, τουλάχιστον 17 νεκροί διαδηλωτές (κατά άλλες πηγές 23), περίπου 250 τραυματίες, αλλά και κάποιοι αγνοούμενοι. Μόνο δύο αστυνομικοί καταδικάστηκαν, με αρκετά ήπιες ποινές, παρά το ότι οι κατηγορίες αφορούσαν πολλαπλές δολοφονίες.

Επίλογος

Από τότε, κάθε χρόνο οργανώνονται από αριστερές και αλεβίτικες ομάδες επετειακές εκδηλώσεις εις μνήμη των νεκρών του 1995. Το Γκαζί γίνεται από καιρό σε καιρό θέατρο συγκρούσεων με την αστυνομία – ειδικά επί διακυβέρνησης Ερντογάν. Με την πρόσφατη εξέγερση του πάρκου Γκεζί το ’13 δεν άργησαν οι ταραχές να επεκταθούν και στο Γκαζί. Αλλά και το τελευταίο καλοκαίρι έγιναν επεισόδια, όταν σε μια επιδρομή αντιτρομοκρατικής μονάδας (μετά την τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών στο Σουρούτς) σκοτώθηκε ένα μέλος του DHKP-C.

Εικόνα από την εκδήλωση μνήμης για την 20ή επέτειο της σφαγής του Γκαζί. Η εκδήλωση διοργανώθηκε από αριστερές και αλεβίτικες οργανώσεις. Το πανό γράφει "Από το Γκαζί στον Μπερκίν" (αναφορά στον Μπερκίν, θύμα της αστυνομικής βίας στην πρόσφατη εξέγερση του 2013). http://bianet.org/english/human-rights/162992-gazi-incident-victims-commemorated-in-20th-anniversary

Εκδήλωση μνήμης για την 20ή επέτειο της σφαγής του Γκαζί. Το πανό γράφει «Από το Γκαζί στον Μπερκίν» (αναφορά στον Ελβάν Μπερκίν, θύμα της αστυνομικής βίας στην πρόσφατη εξέγερση του 2013).
Πηγή εικόνας

Απ’ ότι φαίνεται, ακόμα και μετά τη δεξιά στροφή της Τουρκίας από τη δεκαετία του ’80, εστίες μιας αριστερής ριζοσπαστικότητας παρέμειναν ζωντανές μέσα στη χώρα – το Γκαζί δεν είναι φυσικά μόνο του.

Παρά τον πρόσφατο εκλογικό θρίαμβο του Ερντογάν, η Τουρκία φαίνεται ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια ξυπνά κάπως από τον πολιτικό της λήθαργο, και την ενασχόληση με σχετικά ανούσια θέματα όπως η μουσουλμανική μαντήλα. Η χώρα, όπως και όλος ο κόσμος, μπαίνει ξανά σε μια περίοδο πολιτικής ρευστότητας, όπου πολλά μπορούν να αλλάξουν. Ποιός π.χ. θα το φανταζότανε παλιότερα ότι κεμαλικοί θα ψήφιζαν ένα φιλοκουρδικό κόμμα, με πιθανές διασυνδέσεις με το ΡΚΚ, για να φράξουν το δρόμο στον κοινό εχθρό Ερντογάν, όπως φαίνεται ότι έγινε στις εκλογές του τελευταίου Ιουνίου; Σ’ αυτό το περιβάλλον ανοίγονται ευκαιρίες για νέες κοινωνικές συμμαχίες, στις οποίες τέτοιες εστίες όπως το Γκαζί μπορεί να παίξουν ρόλο.


Βιβλιογραφία/πηγές

Γυρος των ανατολικων Βαλκανιων

Κλασσικό

Τα τελευταία χρόνια γίνονται συχνά αναφορές στα Δυτικά Βαλκάνια. Μ’ αυτό εννοούν συνήθως την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία: την περιοχή που δοκιμάστηκε σκληρά από πολέμους με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και ακόμα μέχρι σήμερα μένει στο μεγαλύτερο μέρος της εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αν όμως υπάρχουν Δυτικά Βαλκάνια, λογικά υπάρχουν και Ανατολικά. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το όνομα για να περιγράψουμε το γεωγραφικό χώρο που ξεκινά από την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη (μοιρασμένη ανάμεσα στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βουλγαρία) στο Νότο και φτάνει μέχρι τα Καρπάθια Όρη και τις εκβολές του Δούναβη στο Βορρά.

Αυτός ο γεωγραφικός χώρος σίγουρα δεν είναι ομοιογενής. Στην περιοχή συναντάμε από πανύψηλα και αρχαία βουνά (την οροσειρά της Ροδόπης, το γεωλογικό «πυρήνα» των Βαλκανίων) μέχρι πλατιές πεδιάδες με λίμνες και βάλτους (π.χ. τη Δοβρουτσά). Από μεσογειακή σκληρόφυλλη βλάστηση μέχρι δάση φυλλοβόλων ή κωνοφόρων – αλλά ακόμα και στέπα (στην Βουλγαρία και τη Ρουμανία). Από την πρώην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Κωνσταντινούπολη) μέχρι τα πρώην περιφερειακά της κρατίδια (τις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας). Από χώρες πλήρως ενταγμένες στους ευρωπαϊκούς θεσμούς (Ελλάδα) και άλλες που είναι μεν ενταγμένες στην Ε.Ε. αλλά όχι στην Ευρωζώνη και τη Συνθήκη Σένγκεν (Βουλγαρία, Ρουμανία) μέχρι χώρες που ακόμα και η μελλοντική τους ένταξη είναι πολύ αμφίβολη (Τουρκία). Ακόμα και η εθνοτική-γλωσσική ποικιλία είναι για μια περιοχή τέτοιου μεγέθους τεράστια, αφού εκπροσωπούνται τουλάχιστον πέντε ομάδες γλωσσών: η λατινική (ρουμάνικα, μολδαβικά), η σλάβικη (βουλγάρικα, πομάκικα), η τουρκική (τουρκικά), η ουραλική (ούγγρικα) και φυσικά τα μοναχικά ελληνικά.

Το άρθρο αυτό περιγράφει ένα ταξίδι (έγινε το Σεπτέμβρη του 2013, αλλά κάποιες φωτογραφίες είναι από επόμενα ταξίδια, σε τμήματα της ίδιας διαδρομής) σ’ αυτόν περίπου το γεωγραφικό χώρο. Συγκεκριμένα: Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Σόφια – Βουκουρέστι – Κωνστάντζα (+Μαμάια) – Βάρνα – Κωνσταντινούπολη – Αλεξανδρούπολη – Σαμοθράκη – Αθήνα.

Βασισμένο στο here.com

Βασισμένο στο here.com

Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που λειτουργεί για την Ελλάδα και σαν πύλη για τις γειτονικές της βαλκανικές χώρες. Τώρα πλέον λειτουργεί πάλι και το τρένο για Βουλγαρία, που ξεκινάει καθημερινά στις 06:55 (το 2013 υπήρχε μόνο το λεωφορείο, το οποίο αναχωρεί από το ΚΤΕΛ Μακεδονία). Και το τρένο και το λεωφορείο διασχίζουν την κοιλάδα του Στρυμόνα – του ποταμού που συνδέει την ελληνική με τη βουλγαρική Μακεδονία – για να φτάσουν στη Σόφια μετά από 7 ή 5 ώρες αντίστοιχα.

Βουλγαρία Πιρίν

Εξοχή στη βουλγαρική Μακεδονία, που ονομάζεται και «Μακεδονία του Πιρίν», από την ομώνυμη οροσειρά που φαίνεται στο βάθος.

Η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, η Σόφια, είναι και ο πρώτος σταθμός του ταξιδιού. Η Βουλγαρία μπορεί να είναι η χώρα που είναι περισσότερο από κάθε άλλη ταυτισμένη με τα Βαλκάνια (αφού κι η ομώνυμη οροσειρά βρίσκεται στο έδαφος της) και ίσως η μοναδική, όπου ο όρος «βαλκανικός» μπορεί να έχει και θετική χροιά – σύμφωνα με την γνωστή Βουλγάρα ιστορικό Μαρία Τοντόροβα. Το κέντρο της Σόφιας θυμίζει όμως μάλλον περισσότερο κεντρο-ευρωπαϊκή πόλη. Σαν υπενθύμιση του οθωμανικού παρελθόντος υπάρχει πάντως ένα ακόμα ενεργό τζαμί – σε αντίθεση με μια άλλη γνωστή μας βαλκανική πρωτεύουσα, δεν μετατράπηκε σε μουσείο λαϊκής τέχνης, ούτε του αφαιρέθηκαν οι μιναρέδες.

Σοφια Τζαμι Σοφια Συναγωγη

Η Σόφια περηφανεύεται για τη γειτνίαση των ναών όλων των κύριων θρησκειών της περιοχής (από πάνω προς τα κάτω: Ισλάμ, Εβραϊσμός, Ορθοδοξία) στο κέντρο της.

Η Σόφια περηφανεύεται για τη γειτνίαση στο κέντρο της ναών όλων των κύριων θρησκειών της περιοχής (από πάνω προς τα κάτω: Ισλάμ, Εβραϊσμός, Ορθοδοξία – υπάρχει επίσης και καθολική εκκλησία). Η εβραϊκή κοινότητα της Βουλγαρίας γενικά επιβίωσε από το Ολοκαύτωμα, αφού η Βουλγαρία αρνήθηκε να παραδώσει τους Εβραίους της στον Χίτλερ, αν και σύμμαχος του. Η μουσουλμανική κοινότητα αποτελεί ακόμα και σήμερα περίπου 10% του πληθυσμού της χώρας (στη Σόφια ειδικά το ποσοστό είναι πολύ μικρότερο), παρά τις διώξεις και την καταπίεση των δυο προηγούμενων αιώνων.

Κατά τ’ άλλα, η σύγχρονη Σόφια, έξω από το κέντρο της, χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακά καταπράσινα πάρκα από τη μια και μελαγχολικές «σοσιαλιστικές» πολυκατοικίες-κουτιά από την άλλη. Ο καπιταλισμός έχει πάντως διεισδύσει πλέον παντού, με υποκαταστήματα ξένων εταιρειών να κυριαρχούν την εικόνα της πόλης. Κάποια παλιά σοσιαλιστικά μνημεία, διάσπαρτα στην πόλη, επιβιώνουν απλά για να θυμίζουν ένα διαφορετικό παρελθόν.

Σοσιαλιστικό μνημείο σ' ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα της Σόφιας, τον Κήπο του Μπόρις (βασιλιάς της Βουλγαρίας στα χρόνια του μεσοπολέμου).

Σοσιαλιστικό μνημείο σ’ ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα της Σόφιας, τον Κήπο του Μπόρις (βασιλιάς της Βουλγαρίας στα χρόνια του μεσοπολέμου).

Επόμενος σταθμός μετά τη Βουλγαρία ήταν η Βλαχία, η περιοχή της Ρουμανίας ανάμεσα στα Καρπάθια και το Δούναβη, γνωστή σε μας και από την ομώνυμη ηγεμονία των οθωμανικών χρόνων, η οποία διοικούνταν από Φαναριώτες πρίγκιπες – κι απ’ όπου ξεκίνησε στην ουσία και η Ελληνική Επανάσταση. Από τη Σόφια για το Βουκουρέστι λειτουργεί νυκτερινό λεωφορείο, το οποίο είναι πιο οικονομικό από το τρένο. Αναχωρεί κατά τις 00.30 από τον Κεντρικό Σταθμό της Σόφιας και φτάνει κατά τις 7.00 το πρωί στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, στον σταθμό Φιλαρέτ. Το τρένο αναχωρεί επίσης από τον Κεντρικό Σταθμό της Σόφιας στις 8.00 το πρωί και φτάνει στον Βόρειο Σιδ. Σταθμό του Βουκουρεστίου (Gara de Nord) στις 17.30.

Από τη Σόφια προς το Βουκουρέστι πρέπει πρώτα κάποιος να διασχίσει την οροσειρά του Αίμου, μέσα από την κοιλάδα του ποταμού Ισκάρ, που φαίνεται στη φωτογραφία. Από τον Αίμο (αλλιώς Μπαλκάν, όνομα τουρκικής προέλευσης) πήρε το όνομά της ολόκληρη η βαλκανική χερσόνησος.

Από τη Σόφια προς το Βουκουρέστι πρέπει πρώτα κάποιος να διασχίσει την οροσειρά του Αίμου, μέσα από την κοιλάδα του ποταμού Ισκάρ, που φαίνεται στη φωτογραφία. Από τον Αίμο (αλλιώς Μπαλκάν, όνομα τουρκικής προέλευσης) πήρε το όνομά της ολόκληρη η βαλκανική χερσόνησος.

Ο Δούναβης συλλέγει τα νερά από μια τεράστια περιοχή της κεντρικής Ευρώπης για να το οδηγήσει εδώ προς τη Μαύρη Θάλασσα, σχηματίζοντας και το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Ο Δούναβης συλλέγει τα νερά από μια τεράστια περιοχή της κεντρικής Ευρώπης, για να τα οδηγήσει εδώ προς τη Μαύρη Θάλασσα, σχηματίζοντας και το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της  επίπεδης Μεγάλης Βλαχίας: κυριαρχούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της επίπεδης Μεγάλης Βλαχίας: κυριαρχούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Υπόψη ότι και οι δύο σταθμοί άφιξης είναι κάπως μακριά από το κέντρο της πόλης, για το οποίο θα χρειαστεί κάποιος να πάρει το μετρό. Το μετρό του Βουκουρεστίου έχει τέσσερις γραμμές και είναι το πιο παλιό των Βαλκανίων: υπάρχει ήδη από το 1979, πολύ πριν το μετρό της Αθήνας, της Σόφιας ή της Κωνσταντινούπολης.

Χαρακτηριστική και για το Βουκουρέστι είναι η σοσιαλιστική αρχιτεκτονική και ρυμοτομία – αλλά με κάποιες ιδιαιτερότητες, σε μια έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη χώρα (που συνδυάζει λατινοφωνία και Ορθοδοξία, αψηφώντας όλα τα σχετικά στερεότυπα). Ξεχωριστή περίπτωση απ’ αυτήν την άποψη είναι το Τσεντρούλ Τσιβίκ, ένα σύμπλεγμα κτιρίων με μαρμάρινες προσόψεις, γύρω από τη πλατιά κεντρική λεωφόρο Unirii που καταλήγει στο μεγαλοπρεπές πρώην «Παλάτι του Λαού«. Ολόκληρη αυτή η περιοχή κτίστηκε τη δεκαετία του ’80, στη θέση ενός μεγάλου μέρους του ιστορικού κέντρου που γκρεμίστηκε ολοσχερώς, αναγκάζοντας περίπου 40.000 κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Η τεράστια έκταση με τα γκρεμισμένα κτίρια είχε ονομαστεί τότε ειρωνικά «Τσαουσίμα», ένα λογοπαίγνιο από τις λέξεις «Τσαουσέσκου» και «Χιροσίμα»: είναι ας πούμε και σύμβολο της καταστροφικής μεγαλομανίας του πρώην δικτάτορα.

Στο βάθος του πρώην προεδρικό μέγαρο του δικτάτορα Τσαουσέσκου, νυν στέγη του Ρουμάνικου Κοινοβουλίου. Όταν κτίστηκε ήταν το δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο.

Στο βάθος το πρώην Παλάτι του Λαού που έκτισε ο κομμουνιστής δικτάτορας Νικολάε Τσαουσέσκου, νυν στέγη του Ρουμάνικου Κοινοβουλίου (ονομάζεται πλέον Παλάτι της Βουλής). Θεωρείται το δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο.

Αν και λέγεται ότι είναι η πιο πυκνοκατοικημένη πρωτεύουσα της Ευρώπης, από το κεντρικό Βουκουρέστι δεν λείπουν και οι πιο «παραδοσιακές» γειτονιές, με χαμηλά κτήρια και τοπικό χρώμα (με κάποιες τάσεις να μιμείται το Παρίσι – λόγω λατινοφωνίας οι Ρουμάνοι έχουν μάλλον μια κλίση προς τη γαλλική κουλτούρα). Επίσης, για την αναψυχή των κατοίκων της πόλης υπάρχουν και μεγάλα πάρκα, όπως το Χεραστράου γύρω από την ομώνυμη λίμνη (μια από τις πολλές που σχηματίζει ο μαιανδρικός ποταμός Κολεντίνα), εκεί που είχε και την θερινή κατοικία του ο Αλέξανδρος Ι. Υψηλάντης, ηγεμόνας της Βλαχίας.

Γειτονιά του Βουκουρστίου με χαρακτηριστική αρχιτεκτονική.

Γειτονιά του Βουκουρεστίου με χαρακτηριστική αρχιτεκτονική.

Το ταξίδι με το τρένο που συνδέει το Βουκουρέστι με την Κωνστάντζα, τη σημαντικότερη πόλη της Δοβρουτσάς, διαρκεί περίπου τρεις ώρες. Η Κωνστάντζα ήταν ιστορικά ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Σήμερα γύρω από την πόλη, στη σχετικά μικρή λωρίδα παραλίας που περίσσεψε για τη Ρουμανία, συγκεντρώνονται αρκετές τουριστικές περιοχές: μεταξύ αυτών κι η Μαμάια, που είναι κάτι σαν Αγία Νάπα της Ρουμανίας.

Η λίμνη ... στη Μαμάια, βόρεια της Κωστάντζας. Η ακτή της Δοβρουτσάς είναι γεμάτη από τέτοιες λίμνες (

Η λίμνη Σιουτγκιόλ στη Μαμάια, βόρεια της Κωνστάντζας. Η ακτή της Δοβρουτσάς είναι γεμάτη από λίμνες  που χωρίζονται μόνο με μια στενή λωρίδα γης από τη θάλασσα  – στη συγκεκριμένη περίπτωση πλάτους περίπου 300 μέτρων.

Όταν ήμασταν εκεί, στο κέντρο της Κωνστάντζας γινόντουσαν εργασίες, προφανώς για κάποιο είδος ανάπλασης. Πιο ωραία περιοχή για περίπατο ήταν αυτή στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, ακριβώς κάτω απ’ το κέντρο της πόλης.

Παραλιακός πεζόδρομος στην Κωστάντζα, δίπλα η Μαύρη Θάλασσα.

Παραλιακός πεζόδρομος στην Κωνστάντζα, δίπλα η Μαύρη Θάλασσα. Το νερό της δεν είναι ιδιαίτερα αλμυρό, αφού σε αυτήν εκβάλλουν ποταμοί με τεράστιες λεκάνες απορροής, ανάμεσα τους φυσικά κι ο Δούναβης.

Στο κέντρο υπάρχουν εκτός από ρουμανο-ορθόδοξες εκκλησίες τουλάχιστον ένα τζαμί και μια ελληνο-ορθόδοξη εκκλησία – σημάδια ενός πολυπολιτισμικού παρελθόντος της πόλης. Η Κωστάντζα είχε μεταξύ άλλων μια μεγάλη ελληνική κοινότητα (τα μέλη της προέρχονταν συχνά και από Έλληνες που είχαν φύγει από τις βουλγαρικές πόλεις της Μαύρης Θάλασσας), που επιβίωσε μέχρι και μετά τον Β’ Παγκόσμιο.

Πινακίδα σε παλιά ελληνική εκκλησία της Κωνστάντζας: από τα στοιχεία που έμειναν για να θυμίζουν ότι κάποτε η πόλη είχε μια μεγάλη και δραστήρια ελληνική παροικία.

Πινακίδα σε ελληνική εκκλησία της Κωνστάντζας: από τα λίγα στοιχεία που έμειναν για να θυμίζουν ότι κάποτε η πόλη είχε μια μεγάλη και δραστήρια ελληνική παροικία.

Από τον κεντρικό σταθμό λεωφορείων της Κωνστάντζας  μπορείς να πάρεις το λεωφορείο για τη Βάρνα (η διαδρομή διαρκεί περίπου 3 ώρες), την πιο γνωστή ίσως παραθαλάσσια πόλη της Βουλγαρίας. Στην περιοχή βόρεια της Βάρνας συγκεντρώνονται πολλά από τα πιο γνωστά τουριστικά θέρετρα του βουλγαρικού τμήματος της Μαύρης Θάλασσας, όπως η Αλμπένα ή το Golden Sands. Πιο ενδιαφέρον μέρος αυτής της ευχάριστης μικρής πόλης είναι κατά τη γνώμη μου το παραθαλάσσιο πάρκο, που ξεκινά σχεδόν άμεσα πάνω από την παραλία και εκτείνεται σε μεγάλο μήκος παράλληλα μ’ αυτήν.

Η παραλία και το λιμάνι της Βάρνας, όπως φαίνονται από το παραθαλάσσιο της πάρκο.

Η παραλία και το λιμάνι της Βάρνας, όπως φαίνονται από το πάρκο, ακριβώς πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα.

Στο παραθαλάσσιο πάρκο της Βάρνας βρίσκεται κι αυτή η έκταση, όπου έχει τοποθετηθεί χώμα από

Στο παραθαλάσσιο πάρκο της Βάρνας βρίσκεται κι αυτή η έκταση, όπου έχει τοποθετηθεί χώμα από «ιερούς βουλγάρικους τόπους». Μεταξύ αυτών κι η.. Σόλουν (=Θεσσαλονίκη). Ας μην ξεχνάμε ότι εκατοντάδες χιλιάδες Βούλγαροι είναι απόγονοι προσφύγων από τη σημερινή ελληνική Μακεδονία.

Συνεχίζοντας νότια και περνώντας μέσα από την άλλη γνωστή παραθαλάσσια πόλη της Βουλγαρίας, το Μπουργκάς, καταλήγεις στα τουρκοβουλγαρικά σύνορα, έχοντας διασχίσει τα βουνά της Ανατολικής Θράκης. Αφού τα περάσει, το λεωφορείο κατηφορίζει προς τις (κάποτε ελληνικές και τώρα πλέον τούρκικες) πόλεις της Ανατολικής Θράκης, όπως οι Σαράντα Εκκλησιές κι η Ραιδεστός.

Τα τουρκοβουλγαρικά σύνορα στα βουνά της Ανατολικής Θράκης.

Τα τουρκοβουλγαρικά σύνορα στα βουνά της Ανατολικής Θράκης.

Μετά από περίπου 10-12 ώρες ταξίδι (από τη Βάρνα) το λεωφορείο φτάνει στην πιο ιστορική πόλη των Βαλκανίων, την Κωνσταντινούπολη φυσικά. Ότι κι αν πεις για την Πόλη είναι λίγο, ούτε ένα άρθρο μόνο του δεν θα έφτανε. Αν και σήμερα δεν είναι ούτε καν πρωτεύουσα κράτους, την αυτοκρατορική της λάμψη δεν μπορεί να τη χάσει εντελώς. Εξάλλου είναι με περίπου 15 εκατομμύρια κατοίκους με διαφορά η πιο μεγάλη των Βαλκανίων και η μοναδική σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο που διεκδικεί το στάτους «παγκόσμιας πόλης».

Εικόνα από τη Λεωφόρο Ιστικλάλ στο Πέραν, γύρω στα μεσάνυχτα.

Εικόνα από τη Λεωφόρο Ιστικλάλ, γύρω στα μεσάνυχτα.

Η ραγδαία ανάπτυξη της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια επηρέασε φυσικά και την εικόνα της Κωνσταντινούπολης. Ουρανοξύστες, πλατιοί αυτοκινητόδρομοι, τεράστια εμπορικά κέντρα είναι πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της. Η αλλαγή, που έχει συχνά ως τίμημα την καταστροφή του παλιού και οικείου αστικού τοπίου της Πόλης, έχει προκαλέσει φυσικά και αντιδράσεις. Εξάλλου και η αφορμή για την εξέγερση στο πάρκο Γκεζί ήταν ακριβώς ένα τέτοιο σχέδιο «ανάπλασης» (=καταστροφής;) ενός πράσινου χώρου στο κέντρο της πόλης.

Σύχρονος πολυλειτουργικός χώρος υπό οικοδόμηση στην περιοχή Χάρμπιε, λίγο βόρεια από την πλατεία Ταξίμ.

Ο σύχρονος πολυλειτουργικός χώρος Σαν Σίτυ οικοδομείται στην περιοχή Χάρμπιε, λίγο βόρεια από την πλατεία Ταξίμ. Εντελώς δίπλα στέκονται σε σειρά παλιές πολυκατοικίες.

Το Πάρκο Γκεζί είναι από τους λίγους εναπομείναντες πράσινους χώρους στο κέντρο της Πόλης - τα σχέδια ανάπλασης του υπήρξαν η αφορμή για την πρόσφατη εξέγερση, που το έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο.

Το Πάρκο Γκεζί είναι από τους λίγους εναπομείναντες πράσινους χώρους στο κέντρο της Πόλης – τα σχέδια ανάπλασης του υπήρξαν η αφορμή για την πρόσφατη εξέγερση, που το έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο.

Παρά τις όποιες αλλαγές πάντως, η Πόλη διατηρεί ακόμα πολλή από τη δική της χαρακτηριστική ατμόσφαιρα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι έτσι, για μια πόλη που βρίσκεται σε τέτοιο μοναδικό γεωγραφικό σημείο: εκεί που συναντά η Ευρώπη την Μικρά Ασία κι ενώνονται θαλάσσιες μάζες όπως ο Εύξεινος Πόντος, ο Βόσπορος, ο Κεράτιος κι η Προποντίδα. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο που υπήρξε αυτοκρατορική πρωτεύουσα για σχεδόν δύο χιλιετίες.

Ψαράδες στο σημείο που ενώνονται ο Βόσπορος κι ο Κεράτιος με την Προποντίδα. Τα κρύα νερά που έρχονται μέσω Βοσπόρου από τη Μαύρη Θάλασσα έχουν ως αποτέλεσμα την αφθονία ψαριού.

Ψαράδες στο σημείο που ενώνονται ο Βόσπορος κι ο Κεράτιος με την Προποντίδα. Τα κρύα νερά που έρχονται μέσω Βοσπόρου από τη Μαύρη Θάλασσα έχουν ως αποτέλεσμα την αφθονία ψαριού.

Πάνω στα καραβάκια, που είναι σταθμευμένα στον Κεράτιο, ετοιμάζονται και πωλούνται τα

Από τα καραβάκια, που είναι σταθμευμένα στον Κεράτιο, πωλούνται τα «μπαλίκ εκμέκ» (σάντουιτς με φρεσκοτηγανισμένο ψάρι). Πίσω στο βάθος το Τζαμί Σουλεϊμανιγιέ.

Πάντως ένα βασικό χαρακτηριστικό της Πόλης έχει μάλλον χαθεί εδώ και πολλές δεκαετίες: η πολυπολιτισμικότητά της. Ανάμεσα στα θύματα αυτής της αλλαγής ήταν φυσικά κι η ελληνική κοινότητα, της οποίας μόνο κάποια υπολείμματα έχουν μείνει για να θυμίζουν ένα μεγάλο παρελθόν (μεταξύ αυτών φυσικά κι η πατριαρχική έδρα στο Φανάρι). Και παρά την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, μάλλον λίγοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Ερντογάν προς τους Ρωμιούς της Πόλης να επιστρέψουν.

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή στο Φανάρι. Σήμερα επιβιώνει μάλλον κυρίως χάρη στους αραβόφωνους Ορθόδοξους.

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή στο Φανάρι. Σήμερα επιβιώνει μάλλον κυρίως χάρη στους αραβόφωνους Ορθόδοξους.

Εκδήλωση μνήμης για τα θύματα των Σεπτεμβριανών του '55, στη συνοικία Μόδι της Χαλκηδόνας (στην ασιατική μεριά). 'Ενα σημάδι ίσως για μια αυξανόμενη ευαισθησία της τουρκικής κοινωνίας για τέτοια θέματα.

Εκδήλωση μνήμης για τα θύματα των Σεπτεμβριανών του ’55, στη συνοικία Μόδι της Χαλκηδόνας (στην ασιατική μεριά). ‘Ενα σημάδι ίσως για μια αυξανόμενη ευαισθησία της τουρκικής κοινωνίας για τέτοια θέματα.

Από την Κωνσταντινούπολη υπάρχει λεωφορειακή σύνδεση με την Ελλάδα, με πρώτη στάση την Αλεξανδρούπολη (διάρκεια ταξιδιού: περίπου 6 ώρες). Εκεί φτάσαμε κατά τις 4 το πρωί, λίγες ώρες μόνο πριν αναχωρήσει το καράβι για Σαμοθράκη.

Το Λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, λίγο πριν την ανατολή.

Το Λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, λίγο πριν την ανατολή.

Δεν συνηθίζω σ’ αυτό το μπλογκ να γράφω για ταξιδιωτικούς στόχους εντός των ελληνικών συνόρων, επειδή θεωρώ ότι γι’ αυτούς υπάρχουν ήδη πολλές διαθέσιμες περιγραφές. Αξίζει όμως να κάνω μια εξαίρεση για ένα από τα πιο ιδιαίτερα νησιά του Αιγαίου, τη Σαμοθράκη. Εξάλλου σχετίζεται και με άλλες χώρες του ταξιδιού, αφού σήμερα προσελκύει πολλούς Ρουμάνους και Βούλγαρους τουρίστες. Είναι  καταπράσινο νησί (η βόρεια πλευρά του τουλάχιστον), με πολλά νερά ακόμα και το καλοκαίρι, με μόλις περίπου 3.000 μόνιμους κατοίκους και – παρά τη μικρή του έκταση – τη με 1.611 μέτρα ψηλότερη βουνοκορφή στο Αιγαίο, η οποία ονομάζεται (όχι τυχαία φυσικά) και Φεγγάρι.

Το λιμάνι της Σαμοθράκης, η Καμαριώτισσα. Πίσω το βουνό Σάος 'η Φεγγάρι (1.611 μέτρα).

Το λιμάνι της Σαμοθράκης, η Καμαριώτισσα. Πίσω το βουνό Σάος ή Φεγγάρι (1.611 μέτρα), ένας ορεινός όγκος από γρανίτη και σχιστόλιθο.

Εικόνα από τη βλάστηση της Σαμοθράκης, κοντά στο χωριό Θερμά, στο δρόμο προς τη Γριά Βάθρα.

Εικόνα από τη βλάστηση της Σαμοθράκης, στο δρόμο προς τη Γριά Βάθρα.

Το νησί είναι γνωστό μεταξύ άλλων και για τις βάθρες: τις λίμνες που σχηματίζουν οι καταρράκτες κατά μήκος των ορμητικών ποταμών, φυσική συνέπεια του έντονου ανάγλυφου. Μια άλλη συνέπεια (για πολλούς τουρίστες ίσως λιγότερο ευχάριστη) είναι οι παραλίες με βότσαλα και πέτρες – αμμώδεις παραλίες μπορεί κάποιος να βρει μόνο στο πιο δυσπρόσιτο νότιο τμήμα του νησιού.

Η δεύτερη βάθρα του Φονιά. Το όνομα του ποταμού σίγουρα δεν είναι τυχαίο, εκφράζει και την μεγάλη γεωλογική ενέργεια που χαρακτηρίζει το νησί.

Η δεύτερη βάθρα του Φονιά. Το όνομα του ποταμού δεν είναι τυχαίο, εκφράζει και την μεγάλη γεωλογική ενέργεια που γέννησε το νησί.

Επίσης πολύ χαρακτηριστικά για το νησί είναι και τα περίπου ελεύθερα κατσίκια, που τα συναντά κανείς σχεδόν παντού. Για το ίδιο το νησί πάντως αποτελούν οικολογικό κίνδυνο, αφού είναι ανεξέλεγκτα και καταστρέφουν οποιαδήποτε βλάστηση. Το πρόβλημα γίνεται ίσως πιο έντονο λόγω και του είδους των τουριστών που ελκύει το νησί: πολλοί έχουν μάλλον χίππικο στυλ και είναι συχνά χορτοφάγοι. Συνεπώς δεν καταναλώνουν και κατσικίσιο κρέας, κάτι που θα βοηθούσε και σε κάποιο περιορισμό του αριθμού των κατσικιών (εμείς πάντως κάναμε ότι μπορούσαμε για να συνεισφέρουμε στην αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας του νησιού).

Τα κατσίκια στη Σαμοθράκη τα βλέπεις παντού: ακόμα και στις παραλίες (εδώ στο κοντά στο δρόμο από τα Θερμά προς το Φονιά).

Τα κατσίκια στη Σαμοθράκη τα συναντάς παντού: ακόμα και στις παραλίες (εδώ κοντά στο δρόμο από τα Θερμά προς το Φονιά).

Κατσικάκι στη λαδόκολλα με πατάτες, σε ταβέρνα στα Θερμά.

Κατσικάκι στη λαδόκολλα με πατάτες, σε ταβέρνα στα Θερμά.


Συνολικά αυτό το ταξίδι διήρκησε 14 μέρες. Συμπεριέλαβε περιοχές που μοιάζουν διαφορετικές, αν και ιστορικά ανήκουν σε έναν λίγο πολύ ενιαίο χώρο. Σίγουρα αυτήν την εποχή βρίσκονται σε πολύ διαφορετική φάση ανάπτυξης: από τις δύο μετασοσιαλιστικές χώρες, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, που έχουν αφήσει μεν πίσω τους τη φάση ραγδαίας φτωχοποίησης, αλλά ακόμα παλεύουν με τις συνέπειές της, χωρίς να έχουν βρει ένα δρόμο που εξασφαλίζει σιγουριά για το μέλλον. Μετά στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη Τουρκία, που πολλοί θέλουν να πιστεύουν ότι έκανε το μεγάλο βήμα προς τα μπρος – όπου όμως η ανάπτυξη δημιουργεί νέα προβλήματα και εντάσεις, χωρίς να έχει λύσει πολλά από τα παλιά. Και τέλος πίσω στη μελαγχολική Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, που τη δική της περίοδο ανάπτυξης την έχει αφήσει πίσω της, και προσπαθεί να μαζέψει τα συντρίμμια από την κατάρρευση ενός έτσι κι αλλιώς ασταθούς οικοδομήματος.

Παρ’ όλες τις διαφορές, υπάρχει όμως ένα κοινό στοιχείο, σημάδι της σύγχρονης Ιστορίας: τα ίχνη των (συχνά βίαιων) μετακινήσεων πληθυσμών, που ήταν η βάση για να δημιουργηθούν αυτά τα σύγχρονα έθνη-κράτη. Τέτοια ίχνη ήταν εμφανή σε πολλά σημεία του ταξιδιού, με διαφορετικά θύματα και θύτες κάθε φορά.

Το τι έχουν διδαχτεί οι λαοί των Ανατολικών Βαλκανίων από τις πρόσφατες (επιφανειακά διαφορετικές, αλλά στο βάθος τελικά ίσως παρόμοιες) ιστορικές τους εμπειρίες, είναι κάτι που θα το δείξει το μέλλον. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχουν μάλλον αυξηθεί οι επαφές και το πέρασμα αυτών των συνόρων, για διαφορετικούς λόγους: δουλειά, παραθερισμό, νοσταλγία. Και με τον τρόπο μας συμμετείχαμε και εμείς σ’ αυτό.

Στην Αιγυπτο την εποχη της επαναστασης

Κλασσικό

Αυτό το άρθρο είναι περιγραφή ενός ταξιδιού που έκανα στην Αίγυπτο το Φλεβάρη του 2013, δηλαδή στους τελευταίους μήνες της αιγυπτιακής επανάστασης, λίγο πριν την «Παλινόρθωση» τον Ιούλιο του ίδιου έτους – όπως τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν ουσιαστικά η επέμβαση του στρατού υπό το στρατηγό Σίσι. Ήθελα μ’ αυτό να μεταφέρω χρήσιμες πληροφορίες για όποιον θέλει να ταξιδέψει στην Αίγυπτο ανεξάρτητα, αλλά και το κλίμα που επικρατούσε στη χώρα εκείνη την εποχή.

egypt-map

Ίσως στην αρχή είναι καλά να ειπωθούν μερικά βασικά πράγματα για την πολιτική κατάσταση της εποχής: πρόεδρος ήταν ακόμα ο Μούρσι και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι (που μάλλον μπορούμε να τους κατατάξουμε πολιτικά στον «μετριοπαθή» ισλαμισμό) ήταν ο κύριος στυλοβάτης της μετα-επαναστατικής κυβέρνησης. Η προσπάθεια τους να μονοπωλήσουν την εξουσία, αλλά κι η γενική αποτυχία τους στους τομείς της ασφάλειας και της οικονομίας, έφερε αντιδράσεις και δημιούργησε κλίμα πόλωσης. Εχθροί της κυβέρνησης δεν ήταν μόνο οι συμπαθούντες του παλιού καθεστώτος, αλλά και οι πρώην σύμμαχοί της στη διάρκεια της επανάστασης: κοσμικοί, αριστεροί, νασερικοί και φιλελεύθεροι. Αυτοί, που έβλεπαν (μάλλον δικαίως) τους εαυτούς τους σαν την προσωποποίηση της επανάστασης εναντίον στο Μουμπάρακ, πίστευαν πως αυτή συνεχίζεται πλέον κι εναντίον του Μούρσι, που έδειχνε με την αυταρχική του συμπεριφορά να μοιάζει στο παλιό καθεστώς.

Υπήρχε άρα ένα γενικό κλίμα έντασης κι αστάθειας, με συνεχείς διαδηλώσεις και συγκρούσεις, ακόμα και με νεκρούς – ιδιαίτερα στο Κάιρο, που ήταν από τις λίγες περιοχές της Αιγύπτου που είχαν κατά πλειοψηφία ψηφίσει πριν μερικούς μήνες «Όχι» στο δημοψήφισμα για το Σύνταγμα, δείχνοντας έτσι και την αντίθεση στη κυβέρνηση.

Σ’ αυτό το κλίμα, μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού απογοητεύονταν όλο και πιο πολύ από την επανάσταση. Αυτό φάνηκε πολύ σ’ αυτούς με τους οποίους έτυχε να μιλήσω: όπως ήταν φυσικό, εξασκούσαν επαγγέλματα που εξαρτούνταν πολύ από τον τουρισμό. Ο τουρισμός είναι ένας τομέας πολύ σημαντικός για την αιγυπτιακή οικονομία, που όπως ήταν αναμενόμενο είχε πληγεί πολύ απ’ αυτήν την αστάθεια. Δεν ήταν άρα παράξενο που πεθυμούσαν την παλιά σταθερότητα – ένας παραδέχτηκε ότι έλπιζε σε κάποιο στρατιωτικό πραξικόπημα για να την επαναφέρει (όπως και τελικά έγινε).


Προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο του Καΐρου, απ’ όπου μπορείς να πας στην πόλη είτε με ταξί είτε με το αστικό λεωφορείο. Εγώ χρησιμοποίησα το λεωφορείο μόνο στην επιστροφή, φαίνεται όμως ότι είναι μια αρκετά άνετη επιλογή. Από το κέντρο του Καΐρου, συγκεκριμένα από τη πλατεία Αμπντέλ Μονιέμ Ριάντ (πίσω απ’ το Αιγυπτιακό Μουσείο), μπορεί να πάρει κάποιος το λεωφορείο 356 (προσοχή: η σήμανση των λεωφορείων είναι με αραβικούς αριθμούς). Μ’ αυτό πας απ’ ευθείας στο αεροδρόμιο σε περίπου μία ώρα, περνώντας μέσα από το προάστιο της Ηλιούπολης.

Ο Νείλος με το Νησί Ζάμαλεκ  και τον Πύργο του Καΐρου.

Ο Νείλος με το νησί Ζάμαλεκ και τον Πύργο του Καΐρου.

Το Κάιρο είναι μια πραγματική μεγαλούπολη, των 23 εκατομμυρίων περίπου – δηλαδή ένας πληθυσμός μεγαλύτερος από το διπλάσιο ολόκληρης της Ελλάδας, είναι στριμωγμένος σε μια μόνο πόλη, στη μέση ουσιαστικά της ερήμου. Αυτό θα ήταν αδιανόητο, αν δεν υπήρχε αυτό το θαύμα της φύσης, ο Νείλος, που με το νερό και τα θρεπτικά συστατικά που κουβαλά από τα βουνά της Αιθιοπίας και την τροπική Αφρική, έδωσε εντελώς συμπτωματικά ζωή σε μια περιοχή που κανονικά θα έπρεπε να ήταν ακατοίκητη. Σήμερα όμως η κοιλάδα του Νείλου είναι από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του πλανήτη (κάτι που δεν είναι χωρίς προβλήματα, όπως περιέγραψα και σε άλλο άρθρο).

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στη τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ' αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στη τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικιστικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Μια τέτοια μεγαλούπολη φυσικά έχει μέσα της όλες τις αντιθέσεις. Στους δρόμους κυκλοφορούν καινούρια αυτοκίνητα δίπλα σε κάρα με άλογα ή γαϊδούρια. Στην πόλη συγκατοικούν Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί (Κόπτες), κοσμικοί, νασερικοί, ισλαμιστές, σαλαφιστές, αριστεροί και φεμινίστριες. Κατά την παραμονή μας στην χώρα, πέσαμε μάλιστα πάνω σε μια φεμινιστική συγκέντρωση στην πλατεία Ταλάτ-Αλ-Χαρμπ. Αν κι ήταν σχεδόν αποκλειστικά γυναικεία, όπως μας εξήγησε μια δημοσιογράφος που συμμετείχε, υπήρχαν περιμετρικά στην πλατεία γνωστοί τους άντρες, έτοιμοι να επέμβουν σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι. Εξάλλου δεν είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που είχαν σκοτωθεί κάποιοι σε διαδηλώσεις κι ειδικά οι γυναίκες ήταν ευάλωτες – περιπτώσεις κακοποίησης, ακόμα και βιασμών, είχαν υπάρξει (για όλα αυτά υπήρχαν κι υποψίες ότι ήταν μέρος κυβερνητικού σχεδίου).

Το ίδιο το σημερινό κέντρο του Καΐρου, στην ανατολική όχθη του Νείλου, είναι μια μάλλον σύγχρονη πόλη, με ψηλές πολυκατοικίες, δημόσια κτίρια, πεζόδρομους γεμάτους πλαστικές καρέκλες όπου ο κόσμος κάθεται μέχρι πολύ αργά τη νύχτα παίζοντας τάβλι και καπνίζοντας ναργιλέ (το Κάιρο είναι μια πόλη που ζει κυρίως τη νύχτα, αναμενόμενο αν σκεφτείς ότι βρίσκεται στη μέση της ερήμου) και πλατείες που λειτουργούν σαν κυκλικοί κόμβοι. Μια απ’ αυτές είναι κι η πλατεία Ταχρίρ, που έγινε το 2011 γνωστή ανά τον κόσμο σαν η καρδιά της επανάστασης. Το Φλεβάρη του ’13 το επαναστατικό κλίμα ήταν ακόμα ζωντανό: η πλατεία έδινε την αίσθηση μιας αυτόνομης περιοχής. Ήταν ακόμη γεμάτη με σκηνές, σημαίες, γκράφιτι και κόσμο, οι δρόμοι ήταν κλειστοί για τα αυτοκίνητα και ο κόσμος περπατούσε ή έπαιζε μπάλα στην άσφαλτο – σημαντικό για μια πόλη που οι χώροι πρασίνου είναι πολύ λίγοι και η πρόσβαση σ’ αυτούς συνήθως δεν είναι δωρεάν.

Εικόνα από πεζόδρομο του κεντρικού Καΐρου

Εικόνα από πεζόδρομο του κεντρικού Καΐρου

Ταχρίρ 2

Εικόνες από την πλατεία Ταχρίρ, ενόσω ακόμα η Επανάσταση ήταν ζωντανή

Εικόνες από την πλατεία Ταχρίρ, στους τελευταίους μήνες της επανάστασης.

Μεγάλες όμως είναι στο Κάιρο, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες μεγαλουπόλεις, κι οι οικονομικές αντιθέσεις. Πολύ κοντά στο κέντρο υπάρχουν φτωχογειτονιές με χωματόδρομους, γεμάτες σκουπίδια. Επίσης δίπλα απ’ το κέντρο είναι όμως και συνοικίες της ανώτερης τάξης, όπως η Γκάρντεν Σίτυ (όπου βρίσκονται κι οι περισσότερες πρεσβείες) ή το Ζάμαλεκ πάνω σ’ ένα νησί του Νείλου, που λειτουργεί και σαν περιοχή νυκτερινής διασκέδασης. Στην άλλη (τη δυτική) όχθη του Νείλου βρίσκονται προάστια της μεσαίας τάξης, όπως το Ντόκι και το Μουχαντεσίν. Αυτή η μορφωμένη μεσαία τάξη ήτανε μάλλον κι η ραχοκοκκαλιά της επανάστασης.

Φτωχογειτονειά κοντά στο Παλιό (Κοπτικό) Κάιρο

Φτωχογειτονειά κοντά στο Παλιό (Κοπτικό) Κάιρο

Ανατολικά του κέντρου και σε περπατήσιμη απόσταση είναι το Ισλαμικό Κάιρο, το παλιό κέντρο της πόλης όταν αυτή είχε γίνει μια από τις πιο σημαντικές στο μουσουλμανικό κόσμο, πριν από περίπου μια χιλιετία. Εδώ βρίσκεται η διάσημη Αγορά του Αλ Χαλίλη και τα πιο γνωστά τζαμιά του Καΐρου, όπως το Μπλε Τζαμί και το Αλ-Αζχάρ, το οποίο λειτούργησε και σαν ένα από τα πρώτα πανεπιστήμια στον κόσμο. Περπατώντας στο Ισλαμικό Κάιρο νιώθεις σαν να ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο, στον αραβικό Μεσαίωνα. Ακριβώς στα νότια βρίσκεται και το Κάστρο του Καΐρου.

Το Κάστρο του Καΐρου

Το Κάστρο του Καΐρου

Νότια απ’ το κέντρο, κοντά στη στάση Μαρ Γκιργκίς του μετρό, είναι και το Χριστιανικό (Κοπτικό) ή Παλιό Κάιρο, όπου ήταν η παλιά πόλη πριν την αραβική κατάκτηση. Εκεί βρίσκονται κι οι ιστορικές κόπτικες εκκλησίες της πόλης. Οι χριστιανοί Κόπτες είναι περίπου 10% του αιγυπτιακού πληθυσμού και βλέπουν τους εαυτούς τους ως τους ιθαγενείς Αιγύπτιους – από τη λέξη «Αιγύπτιοι» εξάλλου προέρχεται και το όνομά τους. Προσοχή για όποιον σκοπεύει να χρησιμοποιήσει το μετρό: μερικά βαγόνια είναι κρατημένα για γυναίκες και δεν επιτρέπεται η είσοδος σε άντρες – οι γυναίκες αντίθετα μπορούν να μπουν σε όποιο βαγόνι θέλουν.

Επίσης με το μετρό (το οποίο είναι το πρώτο της αφρικανικής ηπείρου) μπορεί κάποιος να πάει και στο νοτιοδυτικό προάστιο της Γκίζας, όπου βρίσκεται το Πανεπιστήμιο του Καίρου αλλά κι οι πυραμίδες. Για να φτάσει κάποιος πάντως στις πυραμίδες πρέπει να πάρει λεωφορείο ή ταξί, αφού βρίσκονται αρκετά έξω, ουσιαστικά μέσα στην έρημο.

Η έρημος Σαχάρα, όπως φαίνεται από την Σακάρα νότια του Καΐρου. Συνεχίζεται έτσι για χιλιάδες χιλιόμετρα.

Η έρημος Σαχάρα, όπως φαίνεται από την Σακάρα νότια του Καΐρου.

Εικόνα από την κοιλάδα του Νείλου στην περιοχή της Γκίζας.

Εικόνα από την κοιλάδα του Νείλου κοντά στην περιοχή της Γκίζας.

Την κοιλάδα του Νείλου διασχίζει το νυχτερινό τρένο Κάιρο-Λουξόρ-Ασουάν. Είναι τρένο μάλλον ειδικά σχεδιασμένο για τουρίστες (αν και ταξιδεύουν και μερικοί Αιγύπτιοι μ’ αυτό), με την ανάλογη τιμή φυσικά (45 Ευρώ σε μία κατεύθυνση, σε δίκλινη καμπίνα, για τα αιγυπτιακά δεδομένα μάλλον ακριβό). Σ’ αυτήν την τιμή πάντως συμπεριλαμβάνεται και η διανυκτέρευση με όλα τα απαραίτητα (σεντόνια κ.λπ.), καθώς και δείπνο και πρόγευμα. Η διαδρομή διαρκεί 12 ώρες από το Κάιρο μέχρι το Λουξόρ κι άλλες 3 μέχρι το Ασουάν.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνονται από το τρένο Λουξόρ-Ασουάν.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνονται από το τρένο Λουξόρ-Ασουάν.

Το Λουξόρ είναι μεσαίου μεγέθους πόλη (μισού εκατομμυρίου περίπου) και τουριστικός προορισμός κυρίως λόγω των πολλών αρχαιολογικών χώρων – εκεί βρισκόταν η αρχαία πόλη των Θηβών, πρωτεύουσα του νεότερου αιγυπτιακού βασιλείου. Στην ανατολική όχθη του Νείλου, όπου απλώνεται κι ο κύριος όγκος της πόλης, βρίσκεται το Καρνάκ κι η λεωφόρος των Σφιγγών, ενώ στη δυτική όχθη είναι η Κοιλάδα των Βασιλέων (για να περάσεις από τη μια όχθη στην άλλη υπάρχει φέρι-μποτ με αρκετά πυκνά δρομολόγια). Πέρα απ’ αυτά, το πιο ενδιαφέρον στην πόλη είναι ο παρόχθιος πεζόδρομος (το Corniche, όπως λένε οι Άραβες, δανειζόμενοι το γαλλικό όρο), όπου μπορείς να ξεφύγεις και λίγο από την πίεση των ταξιτζήδων, των βαρκάρηδων, των αμαξάδων κι όλων όσων βασίζονται στους τουρίστες για να βγάλουν τα προς το ζην.

Το φέριμποτ που συνδέει την ανατολική με τη δυτική όχθη του Νείλου στο Λουξόρ

Το φέριμποτ που συνδέει την ανατολική με τη δυτική όχθη του Νείλου στο Λουξόρ

Ακόμα λίγο πιο νότια είναι το Ασουάν, απ’ όπου αγγίζουμε σχεδόν τον Τροπικό του Καρκίνου. Αυτό σημαίνει ότι μία φορά το χρόνο, συγκεκριμένα στο θερινό ηλιοστάσιο, ο ήλιος βρίσκεται σχεδόν κάθετα πάνω από τη Γη – πράγμα που επέτρεψε στον Ερατοσθένη να υπολογίσει με σχετική ακρίβεια την περίμετρο της Γης ήδη από το 240 π.Χ. Η πόλη πάντως έχει και μια κάπως πιο τροπική-αφρικάνικη όψη. Στην περιοχή κατοικεί και η μειονότητα των (πιο σκουρόδερμων) Νούβιων.

Ο παρόχθιος πεζόδρομος στο Ασουάν (ανατολική όχθη) με την έρημο να ξεκινά σχεδόν άμεσα στη δυτική όχθη στο βάθος.

Ο παρόχθιος πεζόδρομος στο Ασουάν (ανατολική όχθη) με την έρημο να ξεκινά σχεδόν άμεσα στη δυτική όχθη στο βάθος.

Το νησί Ελεφαντίνη, όπως φαίνεται από την ανατολική όχθη του Νείλου στο Ασουάν (η δυτική όχθη φαίνεται πίσω στο βάθος). Στο νησί υπάρχουν και δύο νουβικά χωριά.

Το νησί Ελεφαντίνη, όπως φαίνεται από την ανατολική όχθη του Νείλου στο Ασουάν. Στο νησί υπάρχουν και δύο νουβικά χωριά.

Ένας άλλος προορισμός προσβάσιμος με το τρένο από το Κάιρο είναι φυσικά κι η Αλεξάνδρεια, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας και παραδοσιακά η πιο κοσμοπολίτικη. Το τρένο ξεκινά από το σταθμό Ραμσής στο Κάιρο (βορειοανατολικά του κέντρου), διασχίζει το Δέλτα του Νείλου και καταλήγει στην Αλεξάνδρεια μετά από περίπου 3 ώρες. Η πόλη μπορεί να έχει πλέον χάσει τον περισσότερο από το μη-αραβικό πληθυσμό της, παρ’ όλα αυτά διατηρεί στοιχεία της παλιάς της κοσμοπολίτικης ταυτότητας – κυρίως το ελληνικό στοιχείο, το οποίο οι Αλεξανδρινοί φαίνεται να έχουν σε ιδιαίτερη εκτίμηση.

Ένα από το πιο γνωστά καφέ-εστιατόρια της Αλεξάνδρειας είναι ο "Αθηναίος", από τα πολλά με ελληνικό όνομα.

Ένα από το πιο γνωστά καφέ-εστιατόρια της Αλεξάνδρειας είναι ο «Αθηναίος», από τα πολλά με ελληνικό όνομα.

Η Αλεξάνδρεια είναι μια σχεδόν «γραμμική» παραθαλάσσια πόλη, με πλάτος μόλις 3 περίπου χιλιόμετρα, αλλά μήκος 20 χιλιόμετρα. Όταν ένας κάτοικος της Μεσογείου έρχεται από το Κάιρο, θα τη νιώσει αμέσως πιο οικεία. Θυμίζει άλλες μεσογειακές πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη ή η Βηρυτός, ειδικά όταν περπατά κάποιος στον παραλιακό πεζόδρομο.

Ο παραλιακός πεζόρομος (Corniche) στην Αλεξάνδρεια. Συνεχίζεται έτσι για αρκετά χιλιόμετρα.

Ο παραλιακός πεζόδρομος (Corniche) στην Αλεξάνδρεια. Συνεχίζεται έτσι για αρκετά χιλιόμετρα.

Το ανατολικό (δηλαδή το παλιό) λιμάνι της Αλεξάνδρειας, με το φρούριο Κάιτ Μπέι στο βάθος.

Το ανατολικό (παλιό) λιμάνι της Αλεξάνδρειας, με το φρούριο Κάιτ Μπέι στο βάθος.


Αυτή ήταν η Αίγυπτος όπως την είδα πριν περίπου ενάμιση χρόνο, στους τελευταίους μήνες μιας επανάστασης που συντάραξε ολόκληρο τον κόσμο και τον έβγαλε κάπως από το μετα-ψυχροπολεμικό του λήθαργο. Μια χώρα με τεράστια οικονομικά-οικολογικά-πολιτικά προβλήματα, αλλά και με τεράστιο δυναμικό. Μπορεί οι πολιτικές εξελίξεις από τότε να ήταν απογοητευτικές, τόσο στην ίδια την Αίγυπτο όσο και στον αραβικό κόσμο γενικότερα. Η αιγυπτιακή νεολαία όμως, που γέμισε τους δρόμους και τις πλατείες του Καΐρου κι ανέτρεψε έναν δικτάτορα, τον οποίο στήριζαν όλες οι ξένες δυνάμεις, είναι ακόμα εκεί. Και δεν έχει πει την τελευταία της λέξη, γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι.

Ταχρίρ 3