Μια δευτερη Αραβικη Ανοιξη

Κλασσικό

Πριν λίγα χρόνια, ο κόσμος παρακολουθούσε εντυπωσιασμένος την «Αραβική Άνοιξη». Τα αυταρχικά καθεστώτα των αραβικών χωρών, πολλά από τα οποία ήταν αγκιστρωμένα στην εξουσία για δεκαετίες, έμοιαζαν να καταρρέουν το ένα μετά το άλλο. Τα γεγονότα είχαν προκαλέσει ενθουσιασμό εντός και εκτός του αραβικού κόσμου, για τον οποίο πολλοί πλέον προέβλεπαν ένα καλύτερο μέλλον.

Αυτή η εικόνα έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τη σημερινή. Η εντύπωση που μένει είναι η γενική αποτυχία της «Αραβικής Άνοιξης», είτε λόγω βίαιης αντεπανάστασης (Αίγυπτος, Μπαχρέιν), είτε λόγω ατελείωτων εμφυλίων πολέμων (Συρία, Λιβύη, Υεμένη). Αυτή η εμπειρία εξηγεί ίσως γιατί δόθηκε τόσο λίγη προσοχή σε ένα νέο κύμα εξεγέρσεων. Οι πιο σημαντικές απ’ αυτές είναι σε δύο (μέχρι στιγμής) χώρες: την Αλγερία και το Σουδάν. Καμία από τις δύο (οι οποίες, ας σημειωθεί, είναι η δεύτερη και η τρίτη μεγαλύτερη πληθυσμιακά αραβική χώρα αντίστοιχα) δεν βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Και οι δύο συνδέονται όμως με αυτήν κι είναι μάλλον απίθανο τα πρόσφατα γεγονότα να την αφήσουν ανεπηρέαστη.

Το Χιράκ της Αλγερίας

Λίγοι είναι μάλλον αυτοί που θυμούνται πως η Αλγερία ήταν μια από τις πρώτες χώρες που γνώρισαν σημαντικές κινητοποιήσεις κατά την διάρκεια της «πρώτης» Αραβικής Άνοιξης, το 2010-11. Παρ’ όλα αυτά, αυτές οι διαμαρτυρίες δεν εξελίχθηκαν σε πραγματική εξέγερση όπως στη γειτονική Τυνησία. Κάποιοι θεώρησαν τότε ότι η πρόσφατη πικρή εμπειρία του εμφυλίου πολέμου έκανε τους Αλγερινούς πιο επιφυλακτικούς απέναντι σε ό,τι μπορούσε να φέρει πολιτική αποσταθεροποίηση.

Από τότε πάντως, πολλά έχουν αλλάξει. Το 2013, ο πρόεδρος Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα υπέστη εγκεφαλικό. Λίγοι ξέρουν την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το σίγουρο είναι όμως πως από τότε δεν κάνει δημόσιες ομιλίες. Παρ’ όλα αυτά, το 2014 κατέβηκε ξανά ως υποψήφιος και φυσικά, σε συνθήκες απολύτως ελεγχόμενες από το καθεστώς, δεν δυσκολεύτηκε να κερδίσει μια ακόμα πενταετή θητεία – και να συμπληρώσει έτσι δυο δεκαετίες στο ανώτατο αξίωμα της χώρας.

Ο Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα.
Πηγή εικόνας

Ο Μπουτεφλίκα είναι ο ηγέτης που είχε οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από τον εμφύλιο πόλεμο. Επίσης, οι παροχές προς τον πληθυσμό κατά την περίοδο της ραγδαίας ανόδου των τιμών του πετρελαίου (η Αλγερία διαθέτει πλούσια κοιτάσματα και είναι μέλος του ΟΠΕΚ) του είχαν χαρίσει ίσως κάποια δημοφιλία. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι στους Αλγερινούς αρέσει η ιδέα να κυβερνιούνται από κάποιον που είναι, κατά πάσα πιθανότητα, σχεδόν φυτό. Και όταν τον περασμένο Φεβρουάριο φάνηκε καθαρά ότι ο (83χρονος πλέον) Μπουτεφλίκα θα κατέβαινε πάλι υποψήφιος στις εκλογές του 2019, η υπομονή του λαού εξαντλήθηκε.

Η νέα υποψηφιότητα του Μπουτεφλίκα ήταν ένα σημάδι ότι αυτοί που πραγματικά ελέγχουν την κατάσταση στη χώρα, δεν μπορούσαν καν να συμφωνήσουν μεταξύ τους για τη διαδοχή ενός φανερά ανίκανου προέδρου. Αυτή η κοροϊδία, σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα λόγω της πτώσης της τιμής του πετρελαίου και τη βαθιά διαφθορά, ήταν οι αιτίες που έκαναν το κίνημα («Χιράκ» στα αραβικά) να φουντώσει. Ακόμα και οργανώσεις όπως αυτές των βετεράνων του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, ένωσαν τις φωνές τους μαζί του.

Το αρχικό αίτημα των διαδηλώσεων ήταν να ακυρωθεί η υποψηφιότητα του Μπουτεφλίκα. Αυτό ήταν όμως απλά η αφορμή για να εκφραστεί η δυσαρέσκεια προς το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του. Εξάλλου, οι διαδηλωτές δεν είχαν αυταπάτες: δεν έβλεπαν τον Μπουτεφλίκα παρά σαν έναν αχυράνθρωπο, πίσω από τον οποίο κρύβονταν οι ελίτ που πραγματικά κυβερνούν την χώρα.

Διαδήλωση στο Αλγέρι, 16.04.2019 Πηγή εικόνας

Οι διαδηλώσεις έγιναν τόσο ογκώδεις και δυναμικές, ώστε τελικά ο Μπουτεφλίκα αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 2 Απριλίου. Η Αλγερία έγινε έτσι, μετά την Τυνησία, την Αίγυπτο, την Υεμένη και τη Λιβύη, η επόμενη αραβική χώρα όπου έπεσε η κεφαλή ενός αυταρχικού καθεστώτος, ή τουλάχιστον το προσωπείο του. Επίσης, συνελήφθησαν και κάποιοι υψηλοί αξιωματούχοι και ολιγάρχες συνδεόμενοι με τον Μπουτεφλίκα.

Αυτό βέβαια απέχει πολύ από μια κατάρρευση του καθεστώτος. Η μεταβατική κυβέρνηση σχηματίστηκε από στελέχη του συστήματος που στήριζε τον Μπουτεφλίκα. Αυτοί θα ελέγχουν τα πράγματα κατά την περίοδο μέχρι τη διοργάνωση εκλογών. Πολλοί Αλγερινοί δεν είναι ευχαριστημένοι με αυτό και συνεχίζουν να κατεβαίνουν στους δρόμους. Η έλλειψη οργανωμένης ηγεσίας και κεντρικού συντονισμού, είναι όμως μια σημαντική αδυναμία του αλγερινού κινήματος – σε αντίθεση με την περίπτωση του Σουδάν.

Σουδάν: το τέλος της στρατοκρατίας;

Αν ζητούσαν από κάποιον να ονομάσει τις πιο σημαντικές αραβικές χώρες, το Σουδάν μάλλον δεν είναι μια από τις πρώτες που θα σκεφτόταν. Μπορεί μετά την απόσπαση του Νοτίου Σουδάν να είναι πλέον περισσότερο αραβόφωνη χώρα (και κατά συντριπτική πλειοψηφία μουσουλμανική), παραμένει όμως στα μυαλά πολλών περιφερειακή, μεταβατική ανάμεσα στον αραβικό κόσμο και τη Μαύρη Αφρική.

Κι όμως, το Σουδάν δεν είναι μόνο η τρίτη μεγαλύτερη σε πληθυσμό χώρα όπου τα αραβικά είναι η επίσημη γλώσσα (με 40 εκατομμύρια ακολουθεί πίσω από Αίγυπτο και Αλγερία), αλλά διαθέτει και σημαντική κινηματική παράδοση. Η χώρα έχει γνωρίσει στο παρελθόν ήδη δύο εξεγέρσεις που οδήγησαν στην πτώση δικτατορικών κυβερνήσεων (1964, 1985). Το Σουδάν έχει επίσης γνωρίσει στην Ιστορία του τουλάχιστον κάποιες μικρές περιόδους κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αξίζει ακόμα να θυμηθούμε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα του Σουδάν ήταν παραδοσιακά ένα από τα πιο δυνατά του αραβικού κόσμου.

Ούτε η «πρώτη Αραβική Άνοιξη» άφησε το Σουδάν ανεπηρέαστο: από το 2011 και μετά, διάφορα κύματα διαδηλώσεων, ιδιαίτερα αυτό του 2013, απείλησαν το αυταρχικό καθεστώς του Ομάρ αλ-Μπασίρ. Στις αιτίες των διαμαρτυριών ανήκουν και οι οικονομικές δυσκολίες που προκάλεσε η διάσπαση της χώρας το 2011, όταν το Νότιο Σουδάν έγινε ανεξάρτητο. 

Ο στρατηγός Ομάρ αλ-Μπασίρ κυβερνά το Σουδάν από το 1989, όταν ανέτρεψε πραξικοπηματικά την κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Σαντίκ αλ-Μάντι. Μεταξύ άλλων, είναι καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης ως υπεύθυνος για εγκλήματα πολέμου στο Νταρφούρ. Πηγή εικόνας

Έχοντας όλα αυτά υπόψη, μπορεί κάποιος να κατανοήσει πως κάποιες διαμαρτυρίες  τον Δεκέμβρη του ’18, σε μια επαρχιακή πόλη για την τιμή του ψωμιού, εξελίχθηκαν μέσα σε λίγες μέρες σε μαζικό κίνημα για την ανατροπή του καθεστώτος. Ο πυρήνας των κινητοποιήσεων ήταν ο Σουδανικός Σύνδεσμος Επαγγελματιών, μια ένωση συνδικαλιστικών οργανώσεων, που αφορούν όμως κυρίως επαγγέλματα υψηλής κοινωνικής θέσης, όπως γιατρούς, δημοσιογράφους, δικηγόρους, καθηγητές. Μετά από λίγες μέρες, ο Σύνδεσμος ενώθηκε με άλλες αντιπολιτευόμενες δυνάμεις: πολιτικά κόμματα (από παλιά μάλλον συντηρητικά, όπως το Κόμμα της Ούμμα ή το Λαϊκό Κόμμα Κογκρέσου, μέχρι το Κομμουνιστικό και μικρότερα μπααθικά και νασερικά), τοπικά ένοπλα κινήματα όπως αυτά του Νταρφούρ, οργανώσεις γυναικών, Νουβίων κ.ά. Μαζί σχημάτισαν τη «Συμμαχία για την Ελευθερία και την Αλλαγή», με κεντρικό αίτημα όχι μόνο την απομάκρυνση του Μπασίρ, αλλά και τον σχηματισμό μεταβατικής κυβέρνησης που θα αντιπροσωπεύει ολόκληρη τη σουδανική κοινωνία και θα προετοιμάσει το έδαφος για ελεύθερες εκλογές. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, το κίνημα στους επόμενους μήνες όχι μόνο δεν διαλύθηκε, αλλά δεν σταμάτησε να φουντώνει.

Στις 6 του Απρίλη (τέσσερις μέρες μετά την παραίτηση του Μπουτεφλίκα στην Αλγερία), οργανώθηκε μια μεγάλη καθιστική διαμαρτυρία έξω από τα κεντρικά των ενόπλων δυνάμεων. Μπροστά στον κίνδυνο οι αξιωματικοί να χάσουν τον έλεγχο των στρατιωτών τους, στις 11 του μήνα ο στρατός ουσιαστικά αναγκάστηκε να κάνει πραξικόπημα, καθαιρώντας τον Ομάρ αλ-Μπασίρ και θέτοντας τον σε κατ’ οίκον περιορισμό. Ακόμα ένας Άραβας δικτάτορας ήταν παρελθόν.

Η φωτογραφία αυτής της νεαρής Σουδανής που φωνάζει «Επανάσταση!» μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος, κυκλοφόρησε στις αρχές του Απρίλη και έγινε σύμβολο του σουδανικού κινήματος – και του σημαντικού ρόλου που έπαιξαν οι γυναίκες σε αυτό. Ο Μπασίρ καθαιρέθηκε λίγες μέρες μετά. Πηγή εικόνας

Βέβαια, ένα καθεστώς σαν το σουδανικό δεν εξαφανίζεται απλά όταν φύγει ο επικεφαλής του. Οι διαδηλωτές δεν γύρισαν στα σπίτια τους, αλλά παρέμειναν στους δρόμους, απαιτώντας την παράδοση της εξουσίας από τους στρατιωτικούς στα χέρια των πολιτών. Με αυτόν το στόχο, η Συμμαχία για την Ελευθερία και την Αλλαγή ξεκίνησε συνομιλίες με το «Μεταβατικό Στρατιωτικό Συμβούλιο», το οποίο είχε αναλάβει την προσωρινή (;) διακυβέρνηση της χώρας.

Σε αντίθεση όμως με την Αλγερία, το σουδανικό καθεστώς έδειξε από την αρχή πως δεν ήταν διατεθειμένο να αφήσει την εξέγερση να εξελιχθεί αναίμακτα. Με βάση πηγές της αντιπολίτευσης, ήδη μέχρι τον Απρίλη υπήρχαν 70 νεκροί. Η αιματηρή καταστολή όχι μόνο δεν σταμάτησε, αλλά κορυφώθηκε μετά την πτώση του Μπασίρ: στις 3 Ιουνίου, ένοπλοι επιτέθηκαν σε συγκέντρωση απέναντι από τη Γενική Διοίκηση του Στρατού στο Χαρτούμ, με απολογισμό πάνω από 100 νεκρούς (πολλά πτώματα πετάχτηκαν στον Νείλο) και τουλάχιστον 70 βιασμούς. Η παραστρατιωτική οργάνωση που θεωρήθηκε υπεύθυνη για αυτήν την επίθεση, είναι οι «Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης» και έχουν ένα ιδιαίτερα σκοτεινό παρελθόν, αφού συνδέονται και με την εθνοκάθαρση στο Νταρφούρ.

Ο Στρατηγός Μοχάμεντ Νταμγκάν Νταγκάλο, γνωστός και ως «Χεμέντι», είναι ο διοικητής των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης. Αν και το Διεθνές Δικαστήριο δεν έχει κατηγορήσει τον ίδιο για εγκλήματα πολέμου στο Νταρφούρ, οι (παρα)στρατιωτικές ομάδες που ελέγχει είναι η μετεξέλιξη αυτών που είχαν δράσει με ιδιαίτερη σκληρότητα στη συγκεκριμένη περιοχή. Πηγή εικόνας

Παρ’ όλα αυτά, το κίνημα πάλι δεν διαλύθηκε. Τελικά, στις 5 Ιουλίου οι δύο πλευρές κατέληξαν σε μια πρώτη συμφωνία: οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν σε 3 χρόνια και 3 μήνες, ενώ μέχρι τότε η χώρα θα κυβερνάται από ένα εντεκαμελές συμβούλιο που θα αποτελείται από 6 πολίτες και 5 στρατιωτικούς. Τους πρώτους 21 μήνες θα προεδρεύει του συμβουλίου ένας στρατιωτικός και στη συνέχεια ένας πολίτης. Ένα μέρος των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων, όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα και κάποια από τα τοπικά ένοπλα κινήματα, θεώρησαν τη συμφωνία ως ήττα και συνθηκολόγηση με τη σουδανική χούντα και τάχθηκαν εναντίον της. Πολλοί Σουδανοί όμως πανηγύρισαν γι’ αυτήν ως νίκη του κινήματος, που πετυχαίνει τη μετάβαση στη δημοκρατία αποφεύγοντας τον εμφύλιο πόλεμο. Το μέλλον θα δείξει αν έχουν δίκαιο, αλλά τουλάχιστον αυτήν τη στιγμή δικαιούνται να χαρούν.

Πανηγυρισμοί στους δρόμους μετά την επίτευξη συμφωνίας για την πολιτική μετάβαση στο Σουδάν. Πηγή εικόνας

Η αραβική εξέγερση συνεχίζεται;

Τελικά, βλέπουμε όντως στην Αλγερία και το Σουδάν τη συνέχεια της Αραβικής Άνοιξης; Τι είναι αυτό που συνδέει τα δυο αυτά κινήματα με τις εξεγέρσεις του 2011 και τι αυτό που τα ξεχωρίζει;

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι οι Αλγερινοί και οι Σουδανοί έχουν πάρει κάποια μαθήματα από τις αποτυχίες των προηγούμενων εξεγέρσεων. Το ότι τονίζουν όσο μπορούν τον ειρηνικό χαρακτήρα των κινημάτων τους, φωνάζοντας «ειρηνικά, ειρηνικά», είναι κατανοητό ακριβώς λόγω αυτής της ιστορίας: γνωρίζουν πολύ καλά σε ποια κατάσταση βρίσκονται η Συρία, η Λιβύη και η Υεμένη (αν και θα μπορούσε κάποιος να επισημάνει ότι η φιλειρηνική διάθεση δεν έλειπε από τους πρώτες διαδηλωτές και σε αυτές τις χώρες, χωρίς τελικά να εμποδίσει την τραγική κατάληξη).

Το πιο σημαντικό μάθημα όμως βρίσκεται ίσως στη σύγκριση με την Αίγυπτο, με την οποία το Σουδάν και η Αλγερία μοιάζουν ως προς τον στρατοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος (σε αντίθεση π.χ. με τη Συρία, στις τρεις αυτές χώρες ο στρατός είναι πρακτικά πιο σημαντικός και από τον ίδιο τον πρόεδρο και τον κύκλο του). Ενώ οι Αιγύπτιοι διαδηλωτές το 2011 θεώρησαν ότι νίκησαν μόλις ο στρατός εξώθησε τον Μουμπάρακ σε παραίτηση και ανέλαβε ο ίδιος άμεσα την εξουσία, στην Αλγερία και το Σουδάν παρέμειναν στους δρόμους απαιτώντας τη μετάβαση σε πολιτική κυβέρνηση. Επίσης, απαιτούν το μεταβατικό διάστημα προς τις εκλογές να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο (4 χρόνια είχε ζητήσει η Συμμαχία για την Ελευθερία και την Αλλαγή στο Σουδάν), έτσι ώστε να δοθεί αρκετός χρόνος σε νέες πολιτικές δυνάμεις να οργανωθούν – και να μην επωφεληθούν οι εκπρόσωποι του παλιού καθεστώτος ή οι ισλαμιστές, όπως π.χ. στην Αίγυπτο ή την Τυνησία. 

Το κοινό όμως με τις εξεγέρσεις του 2011, είναι ο φόβος των συντηρητικών αραβικών καθεστώτων απέναντί τους. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το καθεστώς του Σίσι στην Αίγυπτο μοιάζουν να έχουν δημιουργήσει έναν άξονα που θυμίζει ίσως την Ιερά Συμμαχία στην Ευρώπη πριν δύο αιώνες.  Στο Σουδάν, από τη στιγμή που η παραμονή του Μπασίρ στην εξουσία ήταν αδύνατη, έχουν κάνει ό,τι μπορούν για να ενισχύσουν το Μεταβατικό Στρατιωτικό Συμβούλιο, το οποίο βλέπουν ως εγγύηση για τη διατήρηση του στάτους κβο. 

Τι θα πετύχουν τελικά τα κινήματα του Σουδάν και της Αλγερίας και τι θα σημαίνει αυτό για τον αραβικό και τον ευρύτερο μεσογειακό κόσμο; Οι προβλέψεις είναι δύσκολες ακόμα και γι’ αυτούς που έχουν καλή γνώση της περιοχής. Αυτό όμως που επιβεβαιώνεται, είναι ότι η Αραβική Άνοιξη δεν ήταν απλά ένα περαστικό ξέσπασμα. Ήταν η αρχή μιας γενικής κρίσης εμπιστοσύνης προς τα αραβικά καθεστώτα από τους λαούς τους. Αυτή η κρίση μπορεί να καταλήξει σε προοδευτικές επαναστάσεις, σε χαοτικούς εμφυλίους πολέμους ή σε νέες μορφές αυταρχισμού  – μέχρι στιγμής, έχουμε ήδη δει και τα τρία. 

Αν υπάρχει κάτι που μοιάζει σχετικά σίγουρο, είναι πως η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί μακροχρόνια. Τα αραβικά κράτη δεν χαρακτηρίζονται μόνο από προβληματικές οικονομίες, υψηλή ανεργία, τεράστια δημοκρατικά ελλείμματα, βαθιά διαφθορά, οικολογική κρίση. Έχουν και έναν πολύ νεανικό πληθυσμό, ο οποίος από τη φύση του δεν μπορεί να τα ανεχθεί όλα αυτά επ’ άπειρο.

Οι εξεγέρσεις στο Σουδάν και την Αλγερία, ασχέτως της τελικής κατάληξής τους, ήρθαν για να υπενθυμίσουν αυτήν την πραγματικότητα. Όχι μόνο στα αραβικά (και άλλα) καθεστώτα, τα οποία είχαν ανακουφιστεί από την αποτυχία των εξεγέρσεων, αλλά και σε όσους πρώην θαυμαστές της Αραβικής Άνοιξης (εντός και εκτός αραβικού κόσμου) είχαν για τους ίδιους λόγους απογοητευτεί πρόωρα. Η Ιστορία μας έχει διδάξει ότι η περίοδος μετάβασης από ένα παλιό σύστημα στο νέο, είναι συνήθως μακρά κι έχει μέσα της και πολλά πισωγυρίσματα και τραγικές αποτυχίες. Γιατί οι αραβικές χώρες να αποτελέσουν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα; Ειδικά εμείς στη βόρεια ακτή της Μεσογείου, που έχουμε δει στα τελευταία χρόνια τα κινήματα στις χώρες μας είτε να ηττώνται καθαρά είτε να ατονούν με τον καιρό, δεν αποκλείεται να κοιτάξουμε σύντομα πάλι στην απέναντι νότια ακτή για πηγές έμπνευσης – όπως έγινε και το 2011.


Πηγές:

Συγκρουσεις θρησκευτικων ταυτοτητων;

Κλασσικό

Όποιος παρακολουθεί στις μέρες μας τις ειδήσεις ή τις συζητήσεις για τη Μέση Ανατολή σε αγγλόφωνα μέσα, θα ακούσει συχνά όρους όπως «sectarianism», «sectarian divide», «sectarian violence» κ.λ.π. O αντίστοιχος όρος στα αραβικά είναι ταϊφίγια. Στα ελληνικά, μπορεί να μεταφραστεί ίσως ως «σεκταρισμός», αν και δεν πρέπει φυσικά να τον μπερδεύουμε με τον ιδεολογικό σεχταρισμό: το θέμα είναι οι (εθνο-)θρησκευτικοί διαχωρισμοί. 

Ο διαχωρισμός του πληθυσμού με βάση θρησκευτικές ταυτότητες δεν είναι φυσικά κάτι νέο στη Μέση Ανατολή. Τον ξέρουμε εξάλλου και από τις υπόλοιπες (μετα-)οθωμανικές κοινωνίες – και όχι μόνο. Πολλοί όμως περίμεναν ότι η κοινωνική πρόοδος θα έκανε τέτοιους διαχωρισμούς να μοιάζουν ξεπερασμένοι. Αντί για αυτό, βρεθήκαμε στον 21ο αιώνα στο σημείο αυτοί να θεωρούνται από πολλούς ως ο πιο κρίσιμος παράγοντας για το μέλλον της περιοχής: από το Ιράκ, τη Συρία και το Λίβανο μέχρι την Υεμένη, τη Σαουδική Αραβία ή το Μπαχρέιν. Ο φόβος για τον «σεκταρισμό» είναι τόσο μεγάλος, ώστε να επισκιάζει άλλα προβλήματα της περιοχής, που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να είναι πρώτης προτεραιότητας: π.χ. η λειψυδρία, η ερημοποίηση, το δημογραφικό ή η μεγάλη ανισοκατανομή του πλούτου.

Δεν λείπει βέβαια και ο αντίλογος, από πρόσωπα όπως π.χ. ο Ουσάμα Μακντίσι, ο Ναντέρ Χασέμι ή ο Ντάνυ Πόστελ. Η επιμονή στον «σεκταρισμό» για να εξηγήσει κάποιος όλα τα ζητήματα της Μέσης Ανατολής κατηγορείται ως μια μορφή οριενταλισμού, αφού αντίστοιχες μορφές διαχωρισμού, είτε αυτές βασίζονται στη θρησκεία είτε όχι, υπάρχουν και σε άλλες περιοχές του κόσμου (μεταξύ άλλων και στις ΗΠΑ π.χ. ανάμεσα σε Λευκούς, Αφροαμερικανούς ή Λατίνους). Εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοήσει κάποιος και τον ρόλο της Δύσης στη διαμόρφωση ή και μεγέθυνση του συγκεκριμένου διαχωρισμού στη Μέση Ανατολή. 

Κανείς φυσικά δεν αρνείται ότι οι θρησκευτικές-κοινοτικές ταυτότητες παίζουν ρόλο στις σημερινές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή – αλλά ούτε κανείς μπορεί να ισχυριστεί ότι καθορίζουν τα πάντα. Αυτό γίνεται φανερό παίρνοντας για παράδειγμα το ίσως πιο καυτό ζήτημα σήμερα στην περιοχή: τον πόλεμο στη Συρία. Μπορεί όντως η πλειοψηφία των Αλαουιτών, αλλά και των άλλων μειονοτικών κοινοτήτων (Χριστιανοί, Δρούζοι, Ισμαηλίτες, Δωδεκατιστές Σιίτες), να στηρίζει ή να ανέχεται το καθεστώς Άσαντ, ενώ αντίθετα η ένοπλη αντιπολίτευση είναι πλέον σχεδόν αποκλειστικά σουνιτική. Παράλληλα όμως, ο Άσαντ διατηρεί (τουλάχιστον) και την ανοχή μεγάλης μερίδας της σουνιτικής οικονομικής ελίτ στις πόλεις, ενώ δεν λείπουν οι Σουνίτες από σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Εξάλλου, ένα μεγάλο μέρος των εσωτερικών προσφύγων που μετακινήθηκαν από τις περιοχές των ανταρτών σε αυτές που ακόμα ελέγχει ο Άσαντ είναι Σουνίτες και η πλειοψηφία του πληθυσμού εκεί παραμένει σουνιτική. Και αν όντως το βαθύτερο πρόβλημα στη Μέση Ανατολή είναι οι θρησκευτικές διαιρέσεις, πως εξηγείται ότι η Λιβύη, ένα από τα πιο θρησκευτικά ομοιογενή κράτη στην περιοχή (97% του πληθυσμού είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι), βυθίστηκε και αυτή στον εμφύλιο πόλεμο;

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων στην περιοχή του Λεβάντε (δεν φαίνεται η σιιτική πλειοψηφία στο νότιο-κεντρικό Ιράκ).

Αναζητώντας τις ρίζες του «σεκταρισμού»

Η πιο εύκολη ερμηνεία της σημερινής κατάστασης είναι ότι πρόκειται για τη συνέχεια προαιώνιων εχθροτήτων: Μουσουλμάνων-Χριστιανών, Σουνιτών-Σιιτών κ.λ.π. Αν όμως τα πράγματα είναι τόσο απλά, γιατί τέτοιες συγκρούσεις δεν κυριαρχούσαν στην περιοχή πριν μερικές δεκαετίες; Ο διαχωρισμός σε θρησκευτικές κοινότητες υπήρχε φυσικά από τότε. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 όμως, ως η πιο σημαντική διχοτόμηση του αραβικού κόσμου θεωρούνταν αυτή ανάμεσα στα «προοδευτικά» (αδέσμευτα έως φιλοσοβιετικά) ρεπουμπλικανικά καθεστώτα και στις συντηρητικές (και φιλοδυτικές) μοναρχίες. Στην πρώτη ομάδα ξεχώριζε η Αίγυπτος του Νάσερ και στη δεύτερη η σαουδαραβική δυναστεία: δηλαδή Σουνίτες και από τις δύο πλευρές. Η διαφορά εκφραζόταν περισσότερο με ιδεολογικούς παρά με «σεκταριστικούς» όρους.

Ο διαχωρισμός Σουνιτών-Σιιτών μάλλον σπάνια θεωρούνταν πολιτικά σημαντικός και πολλοί στον κόσμο ίσως δεν τον γνώριζαν καν. Για να φτάσουμε από εκεί στη σημερινή κατάσταση, έπρεπε να μεσολαβήσουν κάποια συνταρακτικά γεγονότα. Το πρώτο, κατά τη γνώμη πολλών αναλυτών, ήταν η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979. Το ίδιο το καθεστώς του Χομεϊνί μπορεί να μην έβλεπε απαραίτητα τον εαυτό του ως εκπρόσωπο ενός σιιτικού σεκταρισμού. Αντίθετα, προωθούσε έναν αντιιμπεριαλιστικό λόγο που απευθυνόταν σε όλους τους Μουσουλμάνους. Ακριβώς όμως αυτή η ρητορική «εξαγωγής» της Επανάστασης δεν μπορούσε παρά να ανησυχήσει τα γειτονικά εύπορα και φιλοδυτικά καθεστώτα των χωρών του Κόλπου. Ο συνδυασμός Ισλάμ, επαναστατικότητας και αντιιμπεριαλισμού τους φαινόταν ως ένας μεγάλος κίνδυνος – και μάλλον δεν είχαν άδικο. Αφού μια ισλαμική επανάσταση μπορεί να ανατρέψει μια φιλοδυτική μοναρχία όπως αυτή του Σάχη στο Ιράν, γιατί να μην ανατραπεί με παρόμοιο τρόπο π.χ. και η σαουδική μοναρχία; Η κατάληψη του Μεγάλου Τζαμιού της Μέκκας από εξτρεμιστές ισλαμιστές στα τέλη του 1979 έμοιαζε να επιβεβαιώνει αυτούς τους φόβους.

Το ότι αυτή η επικίνδυνη ρητορική προερχόταν από μια σιιτική χώρα (και επιπλέον μη αραβική), ήταν επόμενο να χρησιμοποιηθεί από σουνιτικά καθεστώτα ως γραμμή άμυνας απέναντί της. Η Σαουδική Αραβία αποφάσισε να αγωνιστεί ενάντια στη «σιιτική» (βλέπε ιρανική) επιρροή, προωθώντας την ιδέα ότι οι Σιίτες είναι επικίνδυνοι αιρετικοί – ή ακόμα και μη πραγματικοί Μουσουλμάνοι. Από την άλλη, το νέο ιρανικό καθεστώς, αντιμετωπίζοντας έναν εχθρικό περίγυρο, ήθελε να ενισχύσει φιλικές ομάδες στις γειτονικές χώρες. Οι περισσότερες ομάδες που ήταν πρόθυμες να συνεργαστούν μαζί του ήταν, αναμενόμενα, σιιτικές (αν και με εξαιρέσεις: η πιο γνωστή είναι η σουνιτική παλαιστινιακή Χαμάς). Η ένταση ανάμεσα σε Ιράν και Σαουδική Αραβία, εξελίχθηκε έτσι περίπου μοιραία σε σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών – ακόμα και αν ουσιαστικά ήταν περισσότερο γεωπολιτική παρά θρησκευτική. 

Πανό της Χεζμπολάχ σε σιιτική συνοικία της Βηρυτού το 2011 (πάνω δεξιά ο ηγέτης Χασάν Νασράλαχ). Η σιιτική οργάνωση δημιουργήθηκε με τη βοήθεια του Ιράν στη δεκαετία του ’80, κατά τη διάρκεια του λιβανέζικου εμφυλίου πολέμου.

Κατά τη δεκαετία του ’90, η ένταση στις σαουδο-ιρανικές σχέσεις υποχώρησε κάπως. Με τον νέο αιώνα όμως, ήρθε το δεύτερο μεγάλο γεγονός: η αμερικάνικη εισβολή στο Ιράκ το 2003. Το καθεστώς του Σαντάμ Χουσέιν, παρά την αναμφισβήτητη σκληρότητά του, ήταν σημαντικό μέρος μιας ισορροπίας στην περιοχή. Αφού διαταράχτηκε αυτή η ισορροπία, οι γειτονικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να μείνουν αμέτοχες. Για την Τεχεράνη, η κατάρρευση του καθεστώτος ήταν μια ευκαιρία για να σπάσει την περικύκλωσή της, φροντίζοντας να εξασφαλίσει την επιρροή της στο νέο Ιράκ – και ο πιο εύκολος τρόπος να το κάνει αυτό ήταν η στήριξη ντόπιων σιιτικών ομάδων.  Από την άλλη, η Σαουδική Αραβία και άλλες σουνιτικές δυνάμεις είδαν αυτές τις κινήσεις ως προσπάθεια δημιουργίας ενός «σιιτικού μισοφέγγαρου».

Η πατρότητα του όρου «Σιιτική Ημισέληνος» ανήκει στον βασιλιά Αμπντάλα Β’ της Ιορδανίας, ο οποίος περιέγραψε έτσι το 2004 τη σχηματιζόμενη ζώνη επιρροής του Ιράν, η οποία θα συμπεριελάμβανε πλέον όχι μόνο τη Συρία του Άσαντ και τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο, αλλά και το μετά-Σαντάμ Ιράκ. Σήμερα, οι χώρες του Κόλπου φοβούνται και την επέκταση της στην Υεμένη ή το Μπαχρέιν. Στην εικόνα πάνω, φαίνεται το ποσοστό των Σιιτών στον μουσουλμανικό πληθυσμό του κάθε κράτους.
Πηγή εικόνας

Το άνοιγμα του Ιράκ τόσο στην ιρανική επιρροή όσο και στην εισροή σουνιτικών τζιχαντιστικών ομάδων (μεταξύ αυτών και η Αλ Κάιντα, από την οποία μετεξελίχθηκε το γνωστό πλέον σήμερα Ισλαμικό Κράτος) επιτάχυνε τη «σεκταροποίηση» της πολιτικής ζωής. Τρία χρόνια μετά την αμερικανική εισβολή, το 2006, η χώρα βρισκόταν ήδη σε περίπου εμφυλιοπολεμική κατάσταση. Η αιματηρή σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών στο Ιράκ δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει τον τρόπο οι δυο κοινότητες έβλεπαν η μια την άλλη, σε όλο τον αραβικό κόσμο – και όχι μόνο.

Το μαυσωλείο Αλ-Ασκάρι στη Σαμάρα, ένας από τους ιερότερους τόπους του σιιτικού Ισλάμ, έγινε στόχος βομβιστικής επίθεσης το 2006 και μιας δεύτερης το 2007. Αν και δεν υπήρξαν νεκροί, η πρώτη επίθεση εξόργισε τη σιιτική κοινότητα και θεωρείται από πολλούς ως σημείο έναρξης της εμφύλιας σύρραξης που συντάραξε το Ιράκ μέχρι το 2008.
Πηγή εικόνας

Ο Ιορδανός Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι (1966-2006) ήταν ο ηγέτης του ιρακινού παραρτήματος της Αλ Κάιντα και γνωστός για ακραίες αντι-σιιτικές απόψεις. Θεωρείται ότι είχε σημαντική ευθύνη στο να κατευθυνθεί η σουνιτική τζιχαντιστική βία εναντίον των Σιιτών, σε σημείο που να τον επικρίνει ακόμα και η ανώτερη ηγεσία της Αλ Κάιντα. 
Πηγή εικόνας

Το τρίτο σημαντικό γεγονός ήταν το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης το 2011. Στα αρχικά της στάδια, πολλοί την έβλεπαν σαν το ξεπέρασμα των «σεκταριστικών» διαφορών. Η πρώτη εντύπωση που δόθηκε ήταν ότι οι νέοι στις αραβικές χώρες ενώθηκαν για να παλέψουν ενάντια στα καθεστώτα τους, ανεξαρτήτως θρησκείας, εθνικότητας ή ακόμα και ιδεολογίας. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες των Αιγυπτίων Χριστιανών που σχημάτιζαν κύκλο για να προστατεύσουν τους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους που προσεύχονταν, κατά τη διάρκεια των κοινών τους διαδηλώσεων.

Αυτή η ελπιδοφόρα εικόνα άλλαξε γρήγορα. Οι επιθέσεις εναντίον Χριστιανών στην Αίγυπτο, η κατάπνιξη της (κατηγορούμενης ως σιιτικής) εξέγερσης στο Μπαχρέιν με τη βοήθεια των γειτονικών σουνιτικών κρατών, η βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και τους σιίτες αντάρτες Χούθι στην Υεμένη, μα πάνω από όλα η τροπή που πήρε η εξέγερση στη Συρία, με την στρατιωτικοποίηση και τη «σουνιτοποίησή» της και κυρίως την εξάπλωση του ακραίου αντι-σιιτικού Ισλαμικού Κράτους: όλα αυτά δημιούργησαν την εντύπωση γενικευμένου πολέμου Σιιτών-Σουνιτών. Τόσο το Ιράν όσο και η Σαουδική Αραβία χρησιμοποίησαν διχαστική γλώσσα για να δικαιολογήσουν τη στήριξη σε φιλικά καθεστώτα που κινδύνευαν: το Ιράν παρουσίασε την αντιπολίτευση στον Άσαντ συνολικά ως φανατισμένους σουνίτες τρομοκράτες, ενώ η Σαουδική Αραβία είδε την εξέγερση στο Μπαχρέιν, όπως και αυτή των Χούθι, ως υποκινούμενες από το Ιράν και μέρος μιας γενικότερης σιιτικής συνωμοσίας.

Η εκτέλεση του δημοφιλή σιίτη κληρικού Νιμρ αλ Νιμρ (2016) στη Σαουδική Αραβία, γνωστού για τη δράση του για τα δικαιώματα της σιιτικής μειονότητας στη χώρα, προκάλεσε κύμα διαμαρτυριών σε όλη την περιοχή (όπως στο Ιράκ, βλέπε φωτογραφία) και ήταν ακόμα ένα από τα στοιχεία που ενίσχυσαν την εικόνα «σεκταριστικής σύγκρουσης».
Πηγή εικόνας

Σε μια εποχή που όλα είναι πάλι ρευστά και από τη στιγμή που οι εξεγέρσεις εξελίχθηκαν σε αιματηρή σύγκρουση, μάλλον δεν προκαλεί έκπληξη ότι πολλοί άνθρωποι προτίμησαν να περιχαρακωθούν στην ασφάλεια των κοινοτικών τους ταυτοτήτων. Εξάλλου, η υποβάθμιση των κρατικών υπηρεσιών και του κοινωνικού κράτους (μέρος της παγκόσμιας στροφής προς τον νεοφιλελευθερισμό) τους είχε οδηγήσει ήδη από τα προηγούμενα χρόνια στο να αναζητήσουν καταφύγιο στα ενδοκοινοτικά τους δίκτυα. Τελικά, φάνηκε ότι έλειπαν και εναλλακτικές ενωτικές ιδεολογίες, ικανές να κινητοποιήσουν τις μάζες να παλέψουν στο όνομά τους, ξεπερνώντας τα «σεκταριστικά» όρια: ο παναραβισμός ή ο κομμουνισμός, που έπαιξαν αυτό τον ρόλο στο παρελθόν, είχαν χάσει για διάφορους λόγους την αξιοπιστία τους.

Εδώ είναι που μπορούμε ίσως να δούμε την κατάσταση της περιοχής σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο. Μπορεί να είναι σημάδι μιας εποχής όπου η ταύτιση με «παραδοσιακές κοινότητες» (πραγματικές ή φανταστικές) κερδίζει έδαφος παγκοσμίως, από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη μέχρι την Ινδία και τη Ρωσία. Απλά, η φύση αυτών των παραδοσιακών ταυτοτήτων διαφέρει ανάλογα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες: αλλού μπορεί να είναι γλωσσικές-εθνικές, αλλού θρησκευτικές, αλλού φυλετικές και αλλού τοπικιστικές.

Το μεγάλο ξεκαθάρισμα;

Ο όρος «μεγάλο ξεκαθάρισμα» (Great Sorting-Out)  προέρχεται από τον Αμερικανό ειδικό για τη Συρία Τζόσουα Λάντις. Με βάση αυτήν τη λογική, υπάρχουν αναλογίες των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή με ό,τι έγινε παλαιότερα στην Ευρώπη, όταν μέσα από πολυεθνικές αυτοκρατορίες γεννήθηκαν μικρά αλλά εθνο-θρησκευτικά ομοιογενή κράτη. Εδώ μπορούμε φυσικά να κάνουμε τη σύγκριση και με τα «δικά μας», δηλαδή τη βόρεια πλευρά της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: Βαλκάνια, Μικρά Ασία, Κρήτη, Κύπρος. Σε αυτές τις περιοχές, η παλιά εθνο-θρησκευτική ποικιλία δεν κατάφερε να επιβιώσει από τις δραματικές αλλαγές του προηγούμενου αιώνα. Η πολυθρησκευτική Αλβανία ή κάποιοι θύλακες εντός των εθνών-κρατών (π.χ. Θράκη στην Ελλάδα, Δοβρουτσά στη Ρουμανία, Σαντζάκι σε Σερβία και Μαυροβούνιο) μοιάζουν να είναι απλά οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Είναι αλήθεια ότι και στις αραβικές χώρες υπήρξαν κάποιες (βίαιες ή μη) μετακινήσεις πληθυσμών τα τελευταία χρόνια, οι οποίες μοιάζουν να ενισχύουν την υπόθεση ότι κι εκεί τα πράγματα κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Παρ’ όλα αυτά, οι διάφορες συγκρούσεις στην περιοχή δεν οδήγησαν σε μόνιμες αλλαγές συνόρων, που να φέρνουν περισσότερη εθνο-θρησκευτική «καθαρότητα» – με μοναδική ίσως εξαίρεση τη διάσπαση του Σουδάν.

Η στιγμή αυτή φαινόταν ίσως να φτάνει πριν από μερικά χρόνια. Το «Ισλαμικό Κράτος» είχε επεκταθεί στη Συρία και στο Ιράκ, καταργώντας πρακτικά το σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες, και ενώνοντας τους Σουνίτες Άραβες που κατοικούσαν και στις δύο πλευρές του. Η περιοχή που ακόμα έλεγχε το καθεστώς Άσαντ κατοικούνταν σε υψηλό ποσοστό από Αλαουίτες και άλλες θρησκευτικές μειονότητες. Τα κουρδόφωνα τμήματα τόσο του βόρειου Ιράκ όσο και της βόρειας Συρίας ελέγχονταν από κουρδικές ένοπλες ομάδες. Όσο για την (κυριαρχούμενη από Σιίτες) κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ, ο έλεγχος της περιοριζόταν κυρίως στις νοτιο-κεντρικές περιοχές της χώρας, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι σιιτική.

Ο εδαφικός έλεγχος της Συρίας και του Ιράκ από τις διάφορες δυνάμεις τον Ιανουάριο 2015.
Πηγή εικόνας (τροποιημένη)

Σήμερα, αυτή η κατάσταση έχει αλλάξει για ακόμα μια φορά. Το συριο-ιρακινό σύνορο αποκαταστάθηκε στην αρχική μορφή του. Ο Άσαντ ελέγχει το μεγαλύτερο τμήμα της Συρίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών σχεδόν καθαρά σουνιτικών περιοχών. Η προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης του ιρακινού Κουρδιστάν φαίνεται προς το παρόν να έχει ναυαγήσει και αν υπήρχαν ελπίδες για ένα εντελώς ανεξάρτητο συριακό Κουρδιστάν, μάλλον δεν είναι ούτε αυτές πολλές τελευταία. Όσο για τους Άραβες Ιρακινούς, έχουν εξαντληθεί από τα πολλά χρόνια αιματηρών συγκρούσεων και μια (ίσως νέας μορφής) ιρακινή εθνική ιδέα και ταυτότητα μοιάζει να ανακάμπτει (βλέπε σχετική συνέντευξη). Επίσης, ο Λίβανος κατάφερε μετά από μεγάλη καθυστέρηση να πραγματοποιήσει τελικά βουλευτικές εκλογές και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας φαίνεται να μην απειλείται άμεσα. Με λίγα λόγια: οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και οι μετακινήσεις πληθυσμών δεν έχουν μεταφραστεί και σε σταθερά νέα σύνορα (με κάποιες εξαιρέσεις ίσως).

Εδαφικός έλεγχος της Συρίας και του Ιράκ τον Απρίλιο 2019.
Κόκκινο: Συριακή/Ιρακινή Κυβέρνηση
Κίτρινο: Κουρδικές Δυνάμεις
Πράσινο: Συριακή Αντιπολίτευση/Τουρκία
Μαύρο: Ισλαμικό Κράτος
https://isis.liveuamap.com/


Είναι τελικά αυτό που παρατηρούμε σήμερα μια εθνική ολοκλήρωση του «οθωμανικού Νότου», κατά τα πρότυπα του δικού μας «οθωμανικού Βορρά», με τη δημιουργία θρησκευτικά ομοιογενών κρατών; Αν ισχύει αυτό, τότε ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή του δρόμου. Η περιοχή απέχει πολύ από αυτήν την ομοιογένεια και για να φτάσει μέχρι εκεί θα έπρεπε να χυθεί πολύ αίμα ακόμα και να μετακινηθούν πολύ μεγαλύτεροι πληθυσμοί. Για το συμφέρον των λαών της περιοχής, όχι μόνο των αραβικών αλλά και το δικό μας ως γειτόνων, πρέπει να ελπίζουμε ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι. 

Οι προβλέψεις είναι γενικά δύσκολες για αυτή την περιοχή και λίγοι θα διακινδύνευαν να τις κάνουν. Μπορούμε όμως να συγκρατήσουμε ότι, ακόμα και με τη σημερινή κατάσταση, πολλά στοιχεία φαίνεται να δείχνουν ότι ένας απόλυτος διαχωρισμός είναι δύσκολος έως αδύνατος. Η συμβίωση ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες της Μέσης Ανατολής μπορεί να περνά μια από τις σκληρότερες δοκιμασίες στην Ιστορία της, αλλά δεν έχουμε φτάσει σε σημείο που μπορεί κάποιος εύκολα να την ξεγράψει.

 

Άρθρα-Βιβλία:

  • Nader Hashemi & Danny Postel (2017): Sectarianization: Mapping the
    New Politics of the Middle East, The Review of Faith & International Affairs, 15:3, 1-13, DOI: 10.1080/15570274.2017.1354462
  • Daniel Byman (2014): Sectarianism Afflicts the New Middle East, Survival, 56:1, 79-100, DOI: 10.1080/00396338.2014.882157
  • Michael Gasper (2016): Sectarianism, Minorities, and the Secular State in the Middle East- Review Article. Int. J. Middle East Stud. 48 (2016), 767–778 doi:10.1017/S002074381600091X
  • Hassan Mneimneh (2016): From Communitarianism to Sectarianism: The Trajectory of Factionalism in the Arab Middle East. The Muslim World 106(1):62-82, DOI: 10.1111/muwo.12134
  • Heather M. Robinson, Ben Connable, David E. Thaler, Ali G. Scotten (2018): Sectarianism in the Middle East – Implications for the United States. RAND Corporation.
  • Ingrid Løland (2019): Between Utopia and Dystopia: Sectarianization through Revolution and War in Syrian Refugee Narratives. Religions 2019, 10, 188; doi:10.3390/rel10030188.
  • Mark Farha (2016): Searching for Sectarianism in the Arab Spring: Colonial Conspiracy or Indigenous Instinct? The Muslim World 106(1):8-61. DOI: 10.1111/muwo.12137
  • Heiko Wimmen (2016): Syria’s Path from Civic Uprising to Civil War.
  • Fanar Haddad (2017): Anti Sunnism and anti-Shi’ism: minorities, majorities and the question of equivalence. Memo prepared for workshop organized by SWAR: Sectarianism in the Wake of the Arab Revolts, “Shi’a and Sunni Islamism(s) in a Sectarianized New Middle East.” Aarhus University, March 16th 2018.
  • Ussama Makdisi (2017): The Mythology of the Sectarian Middle East.
  • Ussama Makdisi (2017): Understanding Sectarianism in the Middle East. The Cairo Review of Global Affairs. 
  • Fabrice Balanche (2018): Sectarianism in Syria’s Civil War – A Geopolitical Study.
  •  Patrick Cockburn (2014): Η επιστροφή των τζιχαντιστών – Το ισλαμικό κράτος και η νέα εξέγερση των σουνιτών. Μεταίχμιο.
     

Συνεντεύξεις:

 

 

 

 

Θεματα εθνικα και μη

Κλασσικό

Εδώ και λίγο καιρό βρεθήκαμε, μάλλον αναπάντεχα, να συζητάμε πάλι για το Μακεδονικό. Ένα θέμα που έμοιαζε να έχει ξεχαστεί, ξαναζωντάνεψε ξαφνικά, αποδεικνύοντας ότι δεν έχασε την ικανότητά του να συγκινεί τα πλήθη. Αν το δούμε σε συνδυασμό με τις εξελίξεις του προηγούμενου χρόνου στο Κυπριακό και την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η μνημονιακή Ελλάδα μοιάζει μετά από πολλά χρόνια σχεδόν αποκλειστικής ενασχόλησης με την οικονομική κρίση να επιστρέφει έστω και λίγο στα παλιά και γνωστά «εθνικά θέματα».

Το θέμα του άρθρου δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο από αυτά, αλλά γενικά η ιδέα του όρου «εθνικά θέματα». Μακεδονικό, Κυπριακό, ελληνοτουρκικά: για κάποιο λόγο, αυτά τα θέματα θεωρείται ότι έχουν κάτι εθνικό μέσα τους, περισσότερο απ’ ό,τι π.χ. η οικονομική κρίση ή η εγκληματικότητα. Είτε μας ενδιαφέρουν είτε όχι, τον ορισμό τον αποδεχόμαστε περίπου άκριτα. Οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών είναι ίσως μια αφορμή για να το ξανασκεφτούμε λίγο.

Εθνικά θέματα και εθνικά εδάφη

Κάποιοι έχουν παρατηρήσει ότι στην Ελλάδα αποκαλούνται εθνικά τα θέματα που σε άλλες χώρες θεωρούνται απλά εξωτερικής πολιτικής. Ίσως όμως ούτε αυτό να είναι πολύ ακριβές. Η συμμετοχή της Ελλάδας ή της Κύπρου σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ ή οι σχέσεις με μακρινές χώρες όπως η Κίνα ή η Βραζιλία δεν θεωρούνται ακριβώς εθνικά θέματα, αν και είναι αναμφισβήτητα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Μια καλύτερη προσέγγιση του τρόπου που χρησιμοποιούμε τον όρο «εθνικά», είναι ίσως ότι αυτά αφορούν τον ανταγωνισμό του «δικού μας» έθνους με άλλα γειτονικά έθνη. Ο ανταγωνισμός αφορά κυρίως τον έλεγχο εδαφών – ή, στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών, τον έλεγχο και του νερού και του αέρα. Ακόμα και αν δεν τίθεται άμεσα θέμα αμφισβήτησης των συνόρων, για να χαρακτηριστεί ένα ζήτημα ως εθνικό πρέπει τουλάχιστον να υπάρχει μια τέτοια υπόνοια. Το Μακεδονικό π.χ. μπορεί επιφανειακά να είναι ζήτημα ονόματος και Ιστορίας, αλλά δύσκολα θα ξεσήκωνε τέτοια πάθη, αν αυτά δεν αφορούσαν την εθνική ταυτότητα ενός συγκεκριμένου εδάφους. Δεν είναι δηλαδή ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος ή το αστέρι της Βεργίνας το πρόβλημα, αλλά ότι μέσω αυτών οι Σλαβομακεδόνες αμφισβητούν την ελληνικότητα της Μακεδονίας ως γεωγραφικού χώρου.

Ενδιαφέρον έχει και το ότι η πώληση δημόσιων οργανισμών και υποδομών σε ξένες εταιρείες δεν θεωρείται εθνικό θέμα. Κι αυτό παρόλο που έτσι ξένες δυνάμεις αποκτούν έλεγχο σε ένα μέρος της εθνικής οικονομίας. Δεν διεκδικούν όμως την κυριαρχία επί εδάφους της Ελλάδας ή της Κύπρου, ούτε φαντάζεται κάποιος ότι θα μπορούσαν να την διεκδικήσουν: επομένως δεν υπάρχει (με βάση τη γενική αντίληψη) κάτι το εθνικό σ’ αυτό το γεγονός.

Από μια άποψη, αυτή η εμμονή στην κυριαρχία επί εδάφους είναι κατανοητή. Προφανώς στην εποχή που τα νεοσύστατα έθνη-κράτη ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο εδαφών, είχε πραγματική σημασία για τους κατοίκους σε ποιο από αυτά θα κατέληγαν. Θα έκρινε όχι μόνο τη διαφύλαξη της τιμής και της περιουσίας τους, αλλά ίσως και της ίδιας τους της ζωής. Αυτό το βλέπουμε από τη μοίρα όσων τους έλαχε να βρεθούν στη «λάθος» μεριά των συνόρων, σε εκείνη που δεν έλεγχε το δικό τους έθνος. Ανεξάρτητα από το αν κάποιου του αρέσει ή όχι η ιδέα των εθνών-κρατών, από τη στιγμή που υπάρχουν είναι λογικό να ελπίζει ότι το δικό του ελέγχει όσο περισσότερο έδαφος γίνεται, ώστε να εξασφαλίσει την επιβίωση περισσότερων ομοεθνών του.

Εθνικά θέματα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

H ευαισθησία για τα εθνικά εδάφη έχει επομένως μια λογική, το ερώτημα είναι όμως κατά πόσον αυτή έχει το ίδιο βάρος και σήμερα. Αν δούμε τα τελευταία 70 χρόνια, εκτός της κατάρρευσης της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της εισβολής στην Κύπρο, δεν υπήρχε καμία αλλαγή συνόρων στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Συγκρίνοντας τα με τα προηγούμενα 70 χρόνια, η διαφορά στη σταθερότητα είναι εντυπωσιακή.

Συνεχώς ακούμε να μιλούν για επικείμενες αλλαγές συνόρων, αυτές όμως τελικά δεν πραγματοποιούνται – προς το παρόν τουλάχιστον. Δεν πρέπει φυσικά να υποτιμούμε την πάντα υπαρκτή πιθανότητα αποσταθεροποίησης των συνόρων, αλλά ούτε και να την υπερτιμούμε. Και τουλάχιστον όσον αφορά το Μακεδονικό: η εισβολή στρατού της πΓΔΜ ή η δημιουργία σλαβομακεδονικού αντάρτικου στην ελληνική Μακεδονία δεν μπορούν να αποκλειστούν εντελώς, αλλά δύσκολα θα διαφωνούσε κάποιος ότι είναι από τις λιγότερο πιθανές εξελίξεις. Εξάλλου, στις περισσότερες περιπτώσεις σήμερα, τα κράτη επεμβαίνουν σε άλλα με διαφορετικές μεθόδους παρά με την άμεση προσάρτηση εδαφών.

Αντίθετα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, υπάρχουν άλλες πιο άμεσες απειλές για την επιβίωση των εθνών, μάλλον άσχετες με τα γειτονικά έθνη. Η διαφύλαξη των εθνικών γλωσσών είναι για παράδειγμα ιδιαίτερα κρίσιμη για τις εθνικές ταυτότητες και καθόλου αυτονόητη στην εποχή μας. Κάτι παρόμοιο ισχύει γενικά για όλα τα στοιχεία ενός εθνικού πολιτισμού.

Επίσης, ο οικονομικός ρόλος ενός έθνους στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας είναι ένα ζήτημα με το οποίο αναγκαστικά κάποιος πρέπει να ασχοληθεί – αν μη τι άλλο, γιατί έχει συνέπειες και στον τρόπο με τον οποίο θα οργανωθεί η εθνική παιδεία. Για παράδειγμα: η αυξανόμενη σύνδεση του Ελληνισμού (συμπεριλαμβανομένων των Ελληνοκυπρίων) με δραστηριότητες στον τομέα του τουρισμού είναι κάτι επιθυμητό και τι σημαίνει αυτό για τον εθνικό πολιτισμό;

Ένα ακόμα ζήτημα με εθνικές διαστάσεις είναι αυτό της θέσης της θρησκείας: ποια θα είναι η μελλοντική σχέση της με ένα έθνος όπως το νεοελληνικό, το οποίο πορεύθηκε τους προηγούμενους δυο-τρεις αιώνες μέσα από την ταύτισή του με ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα; Ποια θα είναι η αντίδραση ή/και προσαρμογή στις τάσεις της κοινωνίας να γίνεται πιο κοσμική, ή ακόμα και να στρέφεται προς άλλα θρησκευτικά δόγματα; Ποιοι θα είναι οι όροι της συμβίωσης με (κυρίως μεταναστευτικές) κοινότητες διαφορετικού θρησκευτικού προσανατολισμού, μπορούν αυτές να ενσωματωθούν στο έθνος και είναι αυτό αναγκαίο ή επιθυμητό;

Αξίζει τελικά να αναρωτηθεί κάποιος: τι σημαίνει «εθνική κυριαρχία επί εδάφους» όταν οι κανόνες με τους οποίους ζούμε καθορίζονται από δυνάμεις πολύ πιο δυνατές από τα έθνη-κράτη; Πόση σημασία έχει αν το τάδε νησί ή περιοχή βρίσκεται υπό ελληνική ή άλλη διοίκηση, όταν οι αποφάσεις για το πως θα οργανωθεί η κοινωνία και η οικονομία του/της παίρνονται από κέντρα εκτός Ελλάδας;


Συνοπτικά, ένας μάλλον πιο λογικός ορισμός για τα εθνικά θέματα θα ήταν ότι αυτά είναι τα σχετικά με τον εθνικό χαρακτήρα, την επιβίωση της εθνικής ταυτότητας και τη σύνδεση με άλλους παράγοντες όπως το κράτος ή η θρησκεία. Ο έλεγχος συγκεκριμένων εδαφών (και ότι συνδέεται μαζί τους, όπως ιστορικά στοιχεία) μπορεί από εθνική άποψη να είναι σήμερα δευτερεύον θέμα – ακόμα και αν υποθέσουμε ότι σε άλλες εποχές ήταν το σημαντικότερο.

Ακούμε κατά καιρούς προφητείες για το τέλος των εθνών και των εθνικών ταυτοτήτων. Μέχρι στιγμής, αυτές φαίνονται ότι συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο, παρά την εντεινόμενη παγκοσμιοποίηση (ίσως και εξ’ αιτίας αυτής). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν κινδυνεύουν και δεν χρειάζεται να αλλάξει ο προσανατολισμός τους. Αν αποφασίσουμε ότι θέλουμε να διατηρηθεί μια ελληνική εθνική ταυτότητα, πρέπει να διακρίνουμε σωστά τι αποτελεί εθνικό θέμα και τι προτεραιότητα έχει το καθένα.

 

 

Τεχνητα και φυσικα κρατη στον αραβικο κοσμο

Κλασσικό

Η συζήτηση περί «τεχνητών συνόρων» στον αραβικό χώρο είναι παλιά. Γίνεται όμως ξανά επίκαιρη, βλέποντας τη σημερινή αποσταθεροποίηση στην περιοχή. Διάφορα αραβικά κράτη (Λιβύη, Υεμένη, Συρία, Ιράκ) έχουν ουσιαστικά καταρρεύσει. Είναι επόμενο να αναρωτιόμαστε αν ζούμε σήμερα το τέλος αυτών των συνόρων και την ανάδυση μιας «νέας τάξης πραγμάτων» στον αραβικό κόσμο.

Τεχνητά ή φυσικά σύνορα

Η λογική αντίδραση όταν ακούει κάποιος για «τεχνητά σύνορα» είναι να αναρωτηθεί: δεν είναι όλα τα σύνορα τεχνητά, αφού τα έχουν καθορίσει οι άνθρωποι; Ακόμα και στην περίπτωση που χρησιμοποιείται ένα πραγματικό φυσικό εμπόδιο, όπως ένα ποτάμι (π.χ. ο Έβρος ή ο Δούναβης), είναι οι άνθρωποι που το μετατρέπουν σε επίσημο σύνορο.

Επομένως, όταν αναφερόμαστε σε αντίθεση «φυσικών» και τεχνητών συνόρων, εννοείται ότι δεν μιλάμε κυριολεκτικά. «Φυσικά» ονομάζονται κράτη τα οποία έχουν πίσω τους μια σημαντική ιστορική παράδοση και τοπικές ρίζες: είτε ως ανεξάρτητες ή ημιαυτόνομες οντότητες, είτε ως παραδοσιακοί χώροι διαμονής συγκεκριμένων εθνοτικών ομάδων. Αντίθετα, «τεχνητά σύνορα» ονομάζονται τέτοια, που δημιουργήθηκαν από εξωτερικές δυνάμεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αγνοώντας την ιστορική παράδοση ή την εθνο-θρησκευτική πραγματικότητα.

Στα Βαλκάνια ή τη Μικρά Ασία τα κράτη μοιάζουν να έχουν κάποια «φυσικότητα»: μπορεί να μην υπήρχε σημαντική συνέχεια με ιστορικές κρατικές οντότητες, στήθηκαν όμως στη βάση κάποιων υπαρκτών εθνοτικών, γλωσσικών ή θρησκευτικών διαφορών. Στην περιοχή που δημιουργήθηκαν η Ελλάδα, η Τουρκία, η Αλβανία ή η Σερβία, η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν λίγο πολύ ελληνική, τουρκική, αλβανική ή σερβική αντίστοιχα – έστω και αν αυτή η πλειοψηφία δεν ήταν τόσο κυρίαρχη όσο σήμερα και οι έννοιες αυτές όχι τόσο καθαρές.

Τι έγινε όμως στα υπόλοιπα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Στη Μέση Ανατολή, όπου κυρίαρχη γλώσσα είναι τα αραβικά, δεν δημιουργήθηκε ένα ενιαίο αραβικό κράτος, ούτε τα σύνορα χαράχτηκαν στη βάση των θρησκευτικών διαφορών π.χ. ανάμεσα σε Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες ή Χριστιανούς. Εξαίρεση είναι το Ισραήλ, το οποίο δημιουργήθηκε κυρίως με εξωτερική παρέμβαση (των Ευρωπαίων Εβραίων), ενώ μόνο μερική εξαίρεση ήταν ο Λίβανος, που φτιάχτηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να έχει μια (μικρή) χριστιανική πλειοψηφία – η οποία όμως έτσι κι αλλιώς σήμερα δεν υφίσταται.

Αν όμως δεν έπαιξαν ρόλο οι εθνο-θρησκευτικές διαφορές, τότε τι; Είναι τα σημερινά σύνορα στον αραβικό κόσμο απλά μια κληρονομιά των αποικιοκρατών, ή συνέχεια ιστορικών παραδόσεων; Και τι σημαίνει αυτό για την επιβίωση τους; Όπως θα περίμενε κάποιος, εύκολες απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχουν.

Η κληρονομιά των Σάικς-Πικό

Όταν κάποιος μιλάει για τεχνητά αποικιοκρατικά σύνορα στον αραβικό κόσμο, σχεδόν αυτόματα μπαίνει στη συζήτηση και η συμφωνία Σάικς-Πικό. Μ’ αυτό το όνομα (από τους διπλωμάτες οι οποίοι την διαπραγματεύτηκαν) έχει περάσει στην ιστορία η μυστική συμφωνία μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας, με την οποία μοίρασαν μεταξύ τους τα οθωμανικά εδάφη της Μέσης Ανατολής το 1916: ενώ δηλαδή η έκβαση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν είχε ακόμα κριθεί και οι Αγγλογάλλοι δεν είχαν καν τον έλεγχο στην περιοχή.

Τα όρια των περιοχών αγγλικής και γαλλικής επιρροής/ελέγχου με βάση τη συμφωνία Σάικς-Πικό. Από κάτω φαίνονται τα σύνορα των σημερινών κρατών, ώστε να μπορεί να γίνει η σύγκριση.
Πηγή εικόνας

Όταν το τέλος του πολέμου βρήκε τους Αγγλογάλλους νικητές και τους Οθωμανούς ηττημένους, οι πρώτοι μπορούσαν να εφαρμόσουν την συμφωνία. Διάφοροι άλλοι παράγοντες, όπως το κεμαλικό κίνημα, οδήγησαν μεν σε σημαντικές τροποποιήσεις (η σημερινή Συρία και ο Λίβανος αντιστοιχούν στην τελική γαλλική περιοχή και το Ισραήλ, τα παλαιστινιακά εδάφη, η Ιορδανία και το Ιράκ στη βρετανική). Σε γενικές γραμμές όμως, βλέπουμε ότι η συμφωνία Σάικς-Πικό παρέμεινε οδηγός για τη μοιρασιά των εδαφών της αραβικής Ανατολής.

Ακόμα και ο εσωτερικός διαχωρισμός της αγγλικής και γαλλικής περιοχής σε κράτη βασίστηκε στις αποφάσεις των εξωτερικών δυνάμεων, έστω με την κάλυψη της Κοινωνίας των Εθνών (τον πρόγονο του ΟΗΕ). Οι Γάλλοι διαίρεσαν την περιοχή εντολής που τους δόθηκε σε 5 «κρατίδια», από τα οποία τα τέσσερα μεν ενώθηκαν στη συνέχεια συγκροτώντας τη σημερινή Συριακή Αραβική Δημοκρατία, το πέμπτο όμως έγινε ξεχωριστό κράτος: ο Λίβανος. Όσο για την αγγλική ζώνη επιρροής, χωρίστηκε σε τρία τμήματα: το Ιράκ, την Υπεριορδανία και την Παλαιστίνη. Τα δύο πρώτα έγιναν τα ανεξάρτητα κράτη που ξέρουμε, ενώ στην μεγαλύτερη έκταση του τρίτου δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ, που μετά το 1967 έφερε υπό την κατοχή του και τα υπόλοιπα τμήματα της πρώην βρετανικής Παλαιστίνης.

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κρατίδια. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως αργότερα στην Τουρκία.
Πηγή: en.academic.ru

Φυσικά, αυτοί οι διαχωρισμοί δεν ήταν εντελώς αυθαίρετοι. Μια ιστορική περιοχή «Μεσοποταμία» ή «Ιράκ» υπήρχε πάντα: μάλιστα, για μια περίοδο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, λειτουργούσε ως σχεδόν ενιαία και αυτόνομη οντότητα εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίσης, ένα καθεστώς ιδιαίτερης αυτονομίας είχε στα τελευταία οθωμανικά χρόνια και το όρος Λίβανος.

Παρ’ όλα αυτά, στη συμφωνία Σάικς-Πικό γίνεται μια μάλλον βάσιμη κριτική ότι αγνόησε ιστορικές συνέχειες και εθνο-θρησκευτικές ιδιαιτερότητες. Το κράτος του Ιράκ σχηματίστηκε από την ένωση τριών διαφορετικών οθωμανικών επαρχιών (Μοσούλη, Βαγδάτη, Βασόρα), συγκεντρώνοντας σ’ ένα κράτος ετερογενείς πληθυσμούς (Κούρδοι στο Βορρά, Σουνίτες Άραβες στη Δύση, Σιίτες Άραβες στο Νότο). Η «ιστορική Συρία» αντίθετα μοιράστηκε με τρόπο ώστε να εξισορροπηθούν οι αγγλικές και γαλλικές ορέξεις, αγνοώντας λίγο πολύ τα παλιά όρια ανάμεσα στις οθωμανικές επαρχίες και ιστορικές παραδόσεις.

Τα βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς το τέλος της 19ου αιώνα.
Πηγή εικόνας

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα σημερινά σύνορα.

Η συμφωνία Σάικς-Πικό είναι πλέον 101 χρονών και παραμένει ένα σύμβολο της αποικιοκρατίας στην περιοχή. Πολλοί την έχουν κατηγορήσει και επίσης πολλοί (παναραβιστές, κομμουνιστές, Σύριοι εθνικιστές, ισλαμιστές) έχουν υποσχεθεί την κατάργηση των συνόρων που βασίστηκαν σ’ αυτή. Παρ’ όλα αυτά, τα συγκεκριμένα σύνορα παρέμειναν σχεδόν ανέγγιχτα μέχρι τις μέρες μας. Και είναι κάπως τραγικό ότι οι πρώτοι που κατάφεραν να τα καταργήσουν, τουλάχιστον σε ένα μέρος τους (θα δούμε και για πόσο), είναι οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους – κάτι που οι ίδιοι φυσικά δεν παραλείπουν να διαφημίζουν.

Σύγχρονα και παραδοσιακά κράτη στο Μαγκρέμπ

Ας περάσουμε στην άλλη άκρη του αραβικού κόσμου, τo Μαγκρέμπ (Δύση στα αραβικά): Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη. Όλες αυτές οι χώρες γνώρισαν την αποικιοκρατία: την ισπανική ένα μέρος του Μαρόκο, τη γαλλική το υπόλοιπο Μαρόκο, η Αλγερία και η Τυνησία, την ιταλική η Λιβύη. Έχουν όμως και μια δική τους παράδοση, που πάει πολλούς αιώνες πίσω.

Ξεκάθαρη περίπτωση είναι το Μαρόκο, το οποίο ήταν ήδη ανεξάρτητο σουλτανάτο για πολλούς αιώνες μέχρι και το 1912, όταν μετατράπηκε σε ισπανο-γαλλικό προτεκτοράτο. Ακόμα και τότε διατηρήθηκε ο θεσμός του Σουλτάνου – ο οποίος πήρε τον τίτλο του βασιλιά, όταν το Μαρόκο απέκτησε το 1956 πάλι την ανεξαρτησία του.

Στο υπόλοιπο Μαγκρέμπ δεν υπήρχαν επίσημα ανεξάρτητα κράτη, αφού η Οθωμανική Αυτοκρατορία το είχε θέσει υπό την κυριαρχία της.  Υπήρχαν όμως οντότητες, οι οποίες στην ουσία ήταν αυτόνομες, με δικό τους ηγεμόνα η κάθε μια: είχαν μάλιστα ιδιαίτερα κακή φήμη ως κράτη-προστάτες της πειρατείας. Πρωτεύουσες ήταν το Αλγέρι, η Τύνιδα και η Τρίπολη. Το Αλγέρι και η Τύνιδα διατήρησαν αυτή την αυτονομία τους, μέχρι που έγιναν γαλλικές αποικίες το 1830 και 1881 αντίστοιχα.

Τα παλιά κράτη της Μπαρμπαριάς στη Βόρεια Αφρική.
Πηγή εικόνας

Η Λιβύη είναι κάπως πιο ιδιαίτερη περίπτωση, αφού η Τρίπολη ήταν ημιανεξάρτητη μόνο μέχρι το 1835, όταν οι Οθωμανοί αποφάσισαν να τη θέσουν υπό την απ’ ευθείας διοίκηση τους. Αν και τη διατήρησαν ως ενιαίο βιλαέτι, ιστορικά ξεχώριζαν πάντα η περιοχή της Τριπολίτιδας από την Κυρηναϊκή στα ανατολικά και το Φεζάν στο Νότο. Αυτόν το διαχωρισμό χρησιμοποίησαν οι Ιταλοί αποικιοκράτες (οι οποίοι μόλις το 1934 ενοποίησαν τις τρεις αυτές αποικίες τους, δίνοντας τους το όνομα «Λιβύη»), αλλά συνεχίστηκε και με την ανεξαρτησία μετά τον Β’ Παγκόσμιο, ως χωρισμός σε τρεις αυτόνομες περιοχές. Ο διαχωρισμός καταργήθηκε μεν στη συνέχεια, η διαφορετική παράδοση αυτών των περιοχών παρέμεινε όμως ενεργή, έτσι ώστε να ξαναζωντανέψει και να παίξει ρόλο και στις σημερινές συγκρούσεις: με την πτώση του Καντάφι, ακούγονται πάλι δυνατά φωνές που ζητούν αυτονομία για την Κυρηναϊκή.

Παρά την ιδιαιτερότητα της Λιβύης, γενικά βλέπουμε ότι στο Μαγκρέμπ τα σημερινά κράτη έχουν πίσω τους μια παράδοση, η οποία μόνο προσωρινά διακόπηκε μέσω της αποικιοκρατίας. Τα ακριβή τους σημερινά σύνορα, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σαχάρας, είναι μεν ως ένα σημείο κληρονομιά των αποικιοκρατών: η Λιβύη απέκτησε π.χ. τη σημερινή της μεγάλη έκταση μετά από παραχωρήσεις των Γάλλων και των Άγγλων από τις δικές τους γειτονικές αποικίες προς την Ιταλία. Παρ’ όλα αυτά, οι πυρήνες των σημερινών κρατών αντιστοιχούν περίπου και στις παλιές κρατικές οντότητες: υπάρχει δηλαδή μια συνέχεια.

Η Αίγυπτος: το κράτος του Νείλου

Ανάμεσα σε αραβική Δύση και Ανατολή, βρίσκεται το πιο μεγάλο σε πληθυσμό αραβικό κράτος: η Αίγυπτος.  Λίγα κράτη στον κόσμο θα μπορούσαν να είναι τόσο «φυσικά», με μια παράδοση πολλών χιλιετιών, η οποία σε κάποιο βαθμό συνεχίστηκε ακόμα και κάτω υπό την εξουσία ξένων κατακτητών. Στα τελευταία οθωμανικά χρόνια, ο διοικητής της Αιγύπτου είχε μάλιστα το προνόμιο να είναι αντιβασιλέας. Ο Μεχμέτ Αλή ως αντιβασιλέας της Αιγύπτου ήταν τόσο αυτόνομος, που έφτασε να απειλεί την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Και η Αίγυπτος γνώρισε φυσικά την αποικιοκρατία. Η φυσική της ιδιαιτερότητα είναι όμως πολύ καθαρή: η Αίγυπτος είναι η γη του Νείλου, στην κοιλάδα και στο δέλτα του οποίου ζει η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Λίγες ηπειρωτικές χώρες στον κόσμο έχουν μια κρατική παράδοση τόσο στενά δεμένη με μια ιδιαίτερη φυσική γεωγραφία.

Χάρτης της σημερινής πυκνότητας πληθυσμού στην Αίγυπτο. Πηγή εικόνας

Η αραβική χερσόνησος

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ποτέ δεν κατάφερε (ή δεν ενδιαφέρθηκε) να κυριαρχήσει εντελώς στην περιοχή της αραβικής χερσονήσου. Στην εποχή της αποικιοκρατίας, τον πρώτο λόγο στην περιοχή τον είχαν οι Βρετανοί. Το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, το Άμπου Ντάμπι και τα άλλα κρατίδια που αποτελούν σήμερα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν, ήταν όλα βρετανικά προτεκτοράτα, επίσημα ή ανεπίσημα. Ως αυτόνομα κρατίδια υπήρχαν όμως από πριν, συνήθως μάλιστα υπό τις δυναστείες που τα κυβερνούν ακόμα και σήμερα: δεν πρόκειται για μια διάσπαση βρετανικής έμπνευσης. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι εδώ η Υεμένη, της οποίας το βόρειο και το νότιο τμήμα έχουν διαφορετική πολιτική ιστορία, φυσική γεωγραφία, ακόμα και θρησκευτικό προσανατολισμό: η συμβίωση τους σ’ ένα κοινό κράτος από το 1990 και μετά ήταν και παραμένει δύσκολη.

Όσο για το τωρινό πιο σημαντικό κράτος της περιοχής, τη Σαουδική Αραβία, οι ρίζες του βρίσκονται ήδη στον 18ο αιώνα, όταν το πουριτανικό ισλαμικό κίνημα του Ουαχαμπιτισμού συμμάχησε με την ντόπια οικογένεια των Σαούντ και κατάφερε να κυριαρχήσει τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος του σημερινού ανατολικού τμήματος της χώρας. Τη Χετζάζη πάντως, τη σημερινή δυτική ακτή, την απέκτησαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο. Η συμμαχία με τις ΗΠΑ έπαιξε φυσικά ρόλο στο να πετύχουν οι Σαούντ να διατηρήσουν και τα δύο αυτά ετερογενή τμήματα ενωμένα ως ένα κράτος.

Σύνορα: παρελθόν, παρόν και μέλλον

Πως μπορούν όλα αυτά να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη σημερινή κατάσταση στις αραβικές χώρες; Ένα μάλλον εύκολο συμπέρασμα που θα έβγαζε κάποιος, είναι ότι τα κράτη, των οποίων η κρατική παράδοση είναι πιο «ρηχή», καταρρέουν πιο εύκολα: η Συρία και το Ιράκ, η Υεμένη, η Λιβύη. Ο Λίβανος γνώρισε τη δική του περίοδο κατάρρευσης από το ’75 ως το ’90 και ακόμα δεν έχει βρει εντελώς τη συνοχή του. Μ’ αυτή τη λογική, η επόμενη υποψήφια θα ήταν μάλλον η Ιορδανία. Αντίθετα, για τα κράτη με πιο «βαθιά» παράδοση ή/και εθνο-θρησκευτική ομοιογένεια, ακόμα κι αν αυτά έχουν ζήσει μπόλικη πολιτική αστάθεια τα τελευταία χρόνια, όπως η Τυνησία και η Αίγυπτος, η επιβίωσή τους δεν φαίνεται να αμφισβητείται σοβαρά.

Δεν είναι όμως αυτή η κατάρρευση το σύμπτωμα μιας εποχής με συγκεκριμένες συνθήκες; Σε μια περίοδο γενικής κρίσης και σε μια εποχή όπου οι εθνο-θρησκευτικές ή οι τοπικές ταυτότητες προβάλλονται ως το πιο σίγουρο καταφύγιο, είναι αναμενόμενο ότι τα πρώτα κράτη που κλονίζονται είναι αυτά που έχουν την πιο αδύνατη κρατική παράδοση ή/και την πιο περίπλοκη εθνο-θρησκευτική σύνθεση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σύνδεση των πολιτών ακόμα και με τέτοια κράτη είναι εντελώς αμελητέα, από τη στιγμή που υπάρχουν ήδη για μερικές δεκαετίες. Εξάλλου, ακόμα και τα πιο «παραδοσιακά» κράτη, δεν ήταν κάποτε και αυτά νέα, που τους αφέθηκε χρόνος να δημιουργήσουν αυτήν την παράδοση;

Επίσης, όταν προβάλλουμε ένα ευρωπαϊκό ή βαλκανικό μοντέλο για τη Μέση Ανατολή, δηλαδή τη δημιουργία νέων κρατών στη βάση εθνο-θρησκευτικής ομοιογένειας, το σκεφτόμαστε καλά; Η υποτιθέμενη σταθερότητα που φέρνουν τέτοια κράτη (την φέρνουν όντως;) ήρθε στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια μόνο μετά από ιδιαίτερα αιματηρούς πολέμους και άγριες εθνοκαθάρσεις – και λίγα χρόνια αφότου τα με τόση βία και κόπο σχηματισμένα σύνορα σταθεροποιήθηκαν, τα ίδια κράτη τα αποδυναμώνουν, για χάρη μιας υπερεθνικής οργάνωσης όπως η Ε.Ε.

Φυσικά, δεν αποκλείεται το οικοδόμημα των Σάικς-Πικό να καταρρεύσει ολοκληρωτικά και να γεννηθούν εντελώς νέα κράτη στη Μέση Ανατολή, π.χ. ένα ή περισσότερα κουρδικά (ένα ενδεχόμενο που μοιάζει να είναι πολύ κοντά), αραβικά-σουνιτικά, αραβικά-σιιτικά κ.ο.κ. Μόνο όμως επειδή βλέπουμε μια τέτοια τάση σήμερα, δεν σημαίνει ότι η κατεύθυνση δεν μπορεί να αλλάξει και τα σημερινά σύνορα τελικά να διασωθούν – ή να αλλάξουν μ’ έναν τρόπο πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι θα περιμέναμε.


Σχετικά άρθρα

 

 

Η συγκρουση των παραλογισμων

Κλασσικό

Τις τελευταίες εβδομάδες, όσο πλησιάζει η μέρα για το δημοφήφισμα στην Τουρκία, παρακολουθούμε και την κρίση στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Ακούμε διάφορα για την εξέλιξη της Τουρκίας: ότι απομακρύνεται από την Ευρώπη, ότι μετατρέπεται σε προσωποκεντρική δικτατορία κ.λπ. Ο ίδιος ο Ερντογάν βάζει και θέμα νέου δημοψηφίσματος: αυτήν τη φορά για τη συνέχιση ή διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε., οι οποίες μοιάζουν σήμερα έτσι κι αλλιώς ανούσιες.

Η τουρκική πολιτική ελίτ φαίνεται να καταφεύγει όλο και περισσότερο σε έναν ακραίο εθνικισμό (ενισχυμένο με μια γερή δόση Ισλάμ), που αντιλαμβάνεται τη Δύση και την Ευρώπη ως περίπου εχθρικούς χώρους. Ακόμα, το παραλήρημα του Ερντογάν, ο οποίος δεν διστάζει να παρομοιάσει τους σημερινούς Ευρωπαίους ηγέτες με τους Ναζί και τους Σταυροφόρους, δίνει μια εικόνα τεράστιας απόστασης από αυτό που πολλοί ονομάζουν «ευρωπαϊκές αξίες» ή «ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό».

Σύγκρουση πολιτισμών;

Δεν μας εκπλήσσει επομένως, όταν πολλοί βιάζονται να  διαγνώσουν μια «σύγκρουση πολιτισμών». Μπορεί ο Σάμιουελ Χάντιγκτον να πέθανε, αλλά οι ιδέες που προώθησε παραμένουν (δυστυχώς) πολύ ζωντανές. Πριν μερικές ημέρες έτυχε να παρακολουθήσω ένα δελτίο ειδήσεων ελληνικού ιδιωτικού σταθμού, το οποίο παρουσίαζε τα γεγονότα βασιζόμενο σ’ ένα τέτοιο απλοϊκό σχήμα – και δεν έλειπαν φυσικά από το ρεπορτάζ και οι απαραίτητες εικόνες από.. μαντιλοφορούσες γυναίκες.

Τέτοιες αναλύσεις μπορεί να ανταποκρίνονται στο ισλαμοφοβικό κλίμα των καιρών και να γίνονται έτσι εύκολα αποδεκτές. Αγνοούν όμως ότι τα προηγούμενα, κοσμικά – υποτίθεται – καθεστώτα της Τουρκίας δεν ήταν ούτε λιγότερο αυταρχικά ούτε λιγότερο εθνικιστικά και δεν δίσταζαν ακόμα, αν κρινόταν απαραίτητο, να  εργαλειοποιήσουν και αυτά τη θρησκεία. Παραβλέπουν επίσης ότι αυτή η τάση προς τον αυταρχισμό και τη φτηνή εθνικιστική δημαγωγία είναι κάτι που παρατηρείται σε πολλές άλλες κοντινές χώρες, χριστιανικές και ευρωπαϊκές: από την Ουγγαρία του Ορμπάν στη Ρωσία του Πούτιν, και από την Πολωνία του Κατσίνσκι στην πΓΔΜ του Γκρουέφσκι. Είναι μάλλον πιο χρήσιμο να δούμε τα γεγονότα στην Τουρκία σαν μέρος μιας παγκόσμιας πολιτικής και ιδεολογικής παρακμής, η οποία επιτρέπει σε πολιτικούς να αναδειχθούν με μια τέτοια δημαγωγία χαμηλού επιπέδου.

Αυτή η τάση δεν περιορίζεται μόνο στην Τουρκία ή την Ανατολική Ευρώπη ή στις ΗΠΑ του Τραμπ. Ακόμα και στη Δυτική Ευρώπη, βλέπουμε να αναδύονται πολιτικές δυνάμεις όπως η Λεπέν, ο Βίλντερς, η AfD ή το UKIP. Ο δεξιότροπος (όχι κλασικά ακροδεξιός) λαϊκισμός μοιάζει αυτήν τη στιγμή να είναι σχεδόν η μόνη πολιτική ιδεολογία, η οποία έχει πραγματική δυναμική.

Η δημαγωγία των «μετριοπαθών»

Σ’ αυτό το σημείο, θα μπορούσε κάποιος να υπενθυμίσει ότι τα «δεξιά-λαϊκιστικά» κόμματα απέχουν πολύ από το να κατακτήσουν την εξουσία σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Μια δυναμική ιδεολογία όμως δεν επηρεάζει μόνο τα κόμματα τα οποία κατ’ εξοχήν την εκφράζουν, αλλά γενικά την κοινωνία και άρα και τους υπόλοιπους πολιτικούς χώρους. Έτσι δεν ήταν εξάλλου σε άλλες εποχές και με τον σοσιαλισμό;

Πολλοί ανακουφίστηκαν που τελικά το κόμμα του Βίλντερς δεν κέρδισε τις εκλογές στην Ολλανδία, αλλά η Κεντροδεξιά του Μαρκ Ρούτε. Για να το πετύχει αυτό όμως ο τελευταίος, επένδυσε και στην εικόνα σύγκρουσης με τον Ερντογάν, η οποία δημιουργήθηκε με τις απαγορεύσεις συγκεντρώσεων στην Ολλανδία υπέρ του «Ναι» στο τουρκικό δημοψήφισμα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο Ρούτε προσπάθησε να υιοθετήσει στοιχεία από τον ξενοφοβικό/ισλαμοφοβικό λόγο του Βίλντερς.

Από πολιτική άποψη, τέτοιες κινήσεις (προηγήθηκαν και ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) τελικά μάλλον ενισχύουν την εκστρατεία του Ερντογάν. Όταν ο μέσος Τούρκος νιώθει τους Δυτικούς να παρεμβαίνουν σε ένα θέμα καθαρά εσωτερικό, είναι πιο πιθανόν να πειστεί να κάνει από αντίδραση το ακριβώς αντίθετο από αυτό που θέλουν οι ξένοι – ακριβώς δηλαδή όπως θα πράξει και ο μέσος Έλληνας (το είδαμε και στο δημοψήφισμα του 2015). Επίσης, για έναν δυνητικό υποστηρικτή του Ερντογάν, επιβεβαιώνει ότι οι ευρωπαϊκές κατηγορίες εναντίον του είναι υποκριτικές, αφού οι Ευρωπαίοι εμποδίζουν και αυτοί την ελευθερία του λόγου. Σημασία δεν έχει αν αυτή η εικόνα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά ότι αυτή είναι η εντύπωση που δημιουργείται.

Αν πραγματικά κάποιος θέλει να υπερασπιστεί τη δημοκρατία και να εμποδίσει τη μετατροπή της Τουρκίας σε δικτατορία (όπως υποτίθεται ότι είναι ο στόχος πολλών Ευρωπαίων επικριτών του Ερντογάν), είναι επομένως μια ανούσια κίνηση. Ο παραλογισμός στον λόγο του Ερντογάν συναντά τον παραλογισμό της ευρωπαϊκής αντίδρασης εναντίον του. Ο δεύτερος είναι μεν λιγότερο χοντροκομμένος, δεν σταματάει πάντως να είναι παράλογος.

Πολιτισμικές συγκρούσεις και πολιτικές συγκλίσεις

Η πραγματική ουσία τέτοιων κινήσεων, που δείχνουν «σκληρή στάση» απέναντι στον Ερντογάν (τον ισλαμιστή ηγέτη μιας μουσουλμανικής χώρας, από την οποία τυχαίνει να προέρχονται και πολλοί μετανάστες στην Ευρώπη), είναι ότι ενισχύουν τους κυβερνώντες στις ευρωπαϊκές χώρες, ακριβώς λόγω της διάχυτης ισλαμοφοβίας. Όπως είδαμε στην Ολλανδία, τους βοηθά να κερδίσουν εκλογικές αναμετρήσεις σε καιρούς ιδιαίτερα δύσκολους για τα συστημικά κόμματα. Στην ουσία, ο Ερντογάν και ο (όποιος) Ρούτε βοηθούν ο ένας τον άλλο στις προεκλογικές τους εκστρατείες.

Αυτή η επιφανειακή εικόνα σύγκρουσης και απομάκρυνσης μπορεί να κρύβει επομένως μια πραγματικότητα σύγκλισης. Τόσο στη Δυτική Ευρώπη όσο και στην Τουρκία ακούμε για πολιτισμικά στοιχεία, που οφείλει κάποιος να υπερασπιστεί, είτε αυτά είναι οι «ευρωπαϊκές αξίες» είτε μια τουρκική-μουσουλμανική ταυτότητα.

Ο κάθε Ρούτε ή Βίλντερς μπορεί να αισθάνεται άνετα, παίζοντας με τις ιδέες πολιτισμικής σύγκρουσης. Βρίσκεται σε σχετική απόσταση ασφαλείας από το «μέτωπο», τις διαχωριστικές γραμμές των πολιτισμικών χώρων κατά τον Χάντιγκτον. Όχι ότι δεν υπάρχουν πολιτικές συνέπειες μέσα στην ίδια την Ολλανδία (λίγοι μάλλον πρόσεξαν, ότι ανάμεσα στους νικητές των ολλανδικών εκλογών ήταν και το πρωτοεμφανιζόμενο «μεταναστευτικό» και κατηγορούμενο ως φιλο-ερντογανικό κόμμα DENK, το οποίο αναφέρθηκε και σε άλλο άρθρο), αλλά αυτές μπορούν να θεωρηθούν σχετικά μικρές και ελεγχόμενες, σε σχέση με το πολιτικό κέρδος.

Όσοι όμως σε χώρες όπως η Ελλάδα ή η Κύπρος ελπίζουν να επενδύσουν σε τέτοια πολιτικά παιχνίδια του Ρούτε και του Ερντογάν, για να εκμεταλλευτούν π.χ. το αντι-τουρκικό κλίμα στην Ευρώπη και να κερδίσουν πόντους στα ελληνο-τουρκικά, καλά θα ήταν να το ξανασκεφτούν. Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά στο «μέτωπο» των (υποτιθέμενων) πολιτισμικών συγκρούσεων. Θα αισθανθεί πιο έντονα και τις συνέπειες, αν τελικά αυτός ο τρόπος σκέψης επικρατήσει.

 

 

Υποταγη ή προσαρμογη

Κλασσικό

Αφορμή για να γραφτεί αυτό το άρθρο ήταν το βιβλίο του Μισέλ Ουελμπέκ «Υποταγή». Ο τίτλος μάλλον δεν είναι τυχαίος: σε «υποταγή» μπορεί να μεταφραστεί και η λέξη «Ισλάμ», κάτι που χρησιμοποιείται φυσικά και για ισλαμοφοβική προπαγάνδα.

Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται στη Γαλλία του 2022, χρονιά προεδρικών εκλογών. Οι δύο σημαντικότερες πολιτικές παρατάξεις είναι πλέον η γαλλική Ακροδεξιά και οι ισλαμιστές, ενώ τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα έχουν μπει στο περιθώριο. Στους δρόμους επικρατεί μια κατάσταση σχεδόν εμφυλιοπολεμική, ανάμεσα στους ακραίους των δύο πλευρών. Ο υποψήφιος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας κερδίζει τελικά τις εκλογές και η Γαλλία αποκτά έτσι έναν (μετριοπαθή) ισλαμιστή πρόεδρο.

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος, ένα βιβλίο με τέτοιο θέμα δεν είναι προορισμένο να αντιμετωπιστεί απλά ως λογοτεχνικό έργο. Ο συγγραφέας γνωρίζει προφανώς τι είδους συζητήσεις θα προκαλούσε, σε μια ατμόσφαιρα όπως τη σημερινή. Και είτε το θέλουμε είτε όχι, τέτοιες συζητήσεις μας αφορούν και μας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ταυτότητα μέσα στην πολιτική παρακμή

Ένα από τα πρώτα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση διαβάζοντας το βιβλίο, είναι οι αναφορές στο ταυτοτικό κίνημα, για την ύπαρξη του οποίου δεν είχα ιδέα. Πρόκειται για ένα δίκτυο οργανώσεων σε διάφορες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το οποίο θα μπορούσε κάποιος να κατατάξει στην Ακροδεξιά ή τη λεγόμενη «λαϊκιστική Δεξιά». Τουλάχιστον επίσημα όμως, αυτές οι οργανώσεις απορρίπτουν τον εθνικισμό και τον ρατσισμό. Ζητούν μόνο να γίνεται σε όλο τον κόσμο σεβαστή η κυριαρχία της κάθε εθνότητας και πολιτισμού στην ιστορική του περιοχή. Σε αντίθεση δηλαδή με την επιθετική ευρωπαϊκή αποικιοκρατική νοοτροπία, η στάση τους είναι αμυντική: για τους ταυτοτικούς, η Ευρώπη είναι το θύμα της επίθεσης, είναι αυτή που κινδυνεύει από την ισλαμοποίηση και την αμερικανοποίηση.

Εικόνα από διαδήλωση του Ταυτοτικού Κινήματος Αυστρίας. http://www.breitbart.com/london/2016/08/13/german-intelligence-confirms-observation-identitarian-movement/

Εικόνα από διαδήλωση του Ταυτοτικού Κινήματος Αυστρίας.
Πηγή εικόνας

Στην ουσία, δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά των ταυτοτικών με ξενοφοβικά-ισλαμοφοβικά κινήματα όπως η PEGIDA, και εξάλλου φαίνεται ότι συνδέονται με τέτοια. Έχει όμως ενδιαφέρον η επιλογή του ονόματος «ταυτοτικοί». Μπορούμε να το δούμε ως μέρος μιας παγκόσμιας τάσης επικέντρωσης στην πολιτισμική ταυτότητα, ως αντίδραση στην ομογενοποίηση που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση.

Επιστρέφοντας στο κύριο θέμα του βιβλίου: γνωρίζουμε ότι σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης υπάρχει πλέον ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που είναι Μουσουλμάνοι – όχι κατ’ ανάγκη θρήσκοι, αλλά τουλάχιστον προέρχονται από μια μουσουλμανική παράδοση. Το ποσοστό λογικά θα αυξηθεί στο μέλλον, τόσο μέσω νέας μετανάστευσης όσο και λόγω σχετικά ψηλότερης γεννητικότητας (έστω κι αν η διαφορά αυτή είναι μικρότερη απ’ ό,τι πολλοί φαντάζονται). Οι φόβοι των ταυτοτικών γι’ αυτό σίγουρα δεν είναι εντελώς αβάσιμοι. Το σίγουρο είναι ότι αυτές οι χώρες δεν θα μπορούν πλέον να θεωρούνται μονοθρησκευτικές, όπως λίγο-πολύ ήταν μέχρι τώρα.

Υπό άλλες συνθήκες, αυτό μπορεί να μην ήταν κάτι τόσο σημαντικό. Σήμερα όμως, η πολιτική ζωή βρίσκεται σε μια κατάσταση γενικής παρακμής. Οι διαφορές ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα, τόσο στην πολιτική που ασκούν όσο και στις κοινωνικές τάξεις που εκπροσωπούν, μοιάζουν ελάχιστες, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχουν και άλλες ριζοσπαστικές ιδεολογίες που να προσφέρουν ένα πειστικό εναλλακτικό όραμα. Η αίσθηση που έχουν οι λαοί είναι ότι η πολιτική είναι έτσι κι αλλιώς προκαθορισμένη από τα πάνω, και ότι η αντιπαράθεση Δεξιάς-Αριστεράς είναι ανούσιο απομεινάρι άλλων εποχών.

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι επόμενο τα θέματα πολιτισμικής ταυτότητας να κερδίζουν σημασία, ακόμα και να γίνονται το κύριο μέσο πολιτικοποίησης. Στο βιβλίο του Ουελμπέκ οι ισλαμιστές μαζί με τους πιστούς καθολικούς παρουσιάζονται ως οι μόνοι που έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν, που έχουν ένα όραμα για τη Γαλλία του μέλλοντος – σε αντίθεση με τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένης και της Αριστεράς), για τις οποίες ο πρωταγωνιστής του βιβλίου και ο κόσμος γενικά αδιαφορεί. Αυτή ακριβώς η πολιτική παρακμή είναι κατά την άποψή μου το κύριο θέμα: αυτή είναι που δίνει την ευκαιρία ανάδειξης σε πολιτικές δυνάμεις που βασίζονται στη θρησκευτική παράδοση, είτε αυτή είναι η ισλαμική είτε η καθολική.

Ισλαμιστική Ευρώπη: μια εικόνα από το μέλλον;

Το ερώτημα σχετικά με την «Υποταγή» είναι, αν πέρα από τη λογοτεχνική της αξία, μπορούμε να το πάρουμε σοβαρά και ως προφητικό έργο. Ο Ουελμπέκ έχει εισπράξει αρκετά ειρωνικά σχόλια, είναι όμως τελικά η εξέλιξη αυτή στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης τόσο απίθανη;

Το εξώφυλλο της Charlie Hebdo σχετικά με το βιβλίο:

Το εξώφυλλο της Charlie Hebdo: «Οι προβλέψεις του Μάγου Ουελμπέκ».
Πηγή εικόνας

Σίγουρα υπάρχουν πολλά στοιχεία που είναι εμφανώς υπερβολικά, και δεν πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη. Η εκδίωξη των Εβραίων, η έξοδος των γυναικών από την αγορά εργασίας, η μείωση του υποχρεωτικού χρόνου σχολικής εκπαίδευσης, η εισαγωγή της πολυγαμίας είναι τέτοια παραδείγματα. Τέτοιες αλλαγές δεν γίνονται δεκτές ούτε καν σε (κοσμικές) χώρες με σχεδόν 100% μουσουλμανικό πληθυσμό, όταν αυτές αποκτούν ισλαμιστικές κυβερνήσεις, όπως η Τουρκία ή η Τυνησία.

Κατά τ’ άλλα όμως, το ενδεχόμενο να εμφανιστούν πολιτικές δυνάμεις στην βάση μιας μουσουλμανικής ταυτότητας, είτε αυτές αυτοπροσδιορίζονται ως ισλαμικές είτε όχι, δεν είναι καθόλου απίθανο. Και δεν μιλάμε φυσικά μόνο για περιθωριακές σαλαφιστικές ή άλλες εξτρεμιστικές ομάδες.

Αν και κάτι τέτοιο βρίσκεται σήμερα ακόμα σε πρωτόγονο στάδιο, δεν είναι ανύπαρκτο. Δεν αναφέρομαι μόνο στα διάφορα μικρά κόμματα, που αυτοπαρουσιάζονται καθαρά ως μουσουλμανικά (όχι κατ’ ανάγκη ως ισλαμιστικά), όπως π.χ. η UDMF, η Ένωση Γάλλων Μουσουλμάνων Δημοκρατών – η οποία παρεμπιπτόντως ιδρύθηκε πέρσι, την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ουελμπέκ.

Υπάρχουν και άλλες οργανώσεις, με μεγαλύτερο ίσως ενδιαφέρον. Στη Γαλλία, υπάρχει π.χ. το Κόμμα των Ιθαγενών της Δημοκρατίας (PIR). Ο ακτιβισμός και η αντι-αποικιακή, αντι-ιμπεριαλιστική και αντι-καπιταλιστική ρητορική του θυμίζουν μάλλον Άκρα Αριστερά (με την οποία φαίνεται να υπάρχει μια περίεργη σχέση ανταγωνισμού και δυνητικής συνεργασίας), απορρίπτει όμως τον κλασικό διαχωρισμό Δεξιάς-Αριστεράς ως «πολιτική των λευκών». Στη Γερμανία πολύ πρόσφατα ιδρύθηκε η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών (ADD). Αντίθετα από το PIR, οι θέσεις τις σε οικονομικά/κοινωνικά ζητήματα κλίνουν μάλλον προς έναν συντηρητικό νεοφιλελευθερισμό. Από πολλούς θεωρείται μια προσπάθεια του Ερντογάν να χρησιμοποιήσει την εκεί τουρκική ή μουσουλμανική κοινότητα για να αποκτήσει πολιτική επιρροή στη Γερμανία. Ανάλογες εικασίες υπήρξαν και για το κόμμα DENK στην Ολλανδία, το οποίο ιδρύθηκε από δύο βουλευτές τουρκικής καταγωγής που αποχώρησαν από το Εργατικό Κόμμα, και στο οποίο πολλοί δίνουν πιθανότητες να μπει στην επόμενη ολλανδική Βουλή.

Παρά την διαφορετική εικόνα και χαρακτήρα αυτών των παραδειγμάτων, το κοινό τους είναι πως ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα των μεταναστευτικής καταγωγής κατοίκων, διαχωρίζοντας τους από τους υπόλοιπους. Αν και αποφεύγουν μια ξεκάθαρη σύνδεση με το Ισλάμ, διαβάζοντας τα κείμενα τους καταλαβαίνει κάποιος ότι έχουν υπόψη πως η πλειοψηφία αυτών που θέλουν να εκφράσουν είναι Μουσουλμάνοι.

Η Χουρία Μπουτέλντζα, μια από τις ηγετικές προσωπικότητες του Κινήματος Ιθαγενών της Δημοκρατίας. http://mondoweiss.net/2015/01/charlie-wretched-desecration/

Η Χουρία Μπουτέλντζα, Γαλλίδα αλγερινής καταγωγής, εκπρόσωπος του Κόμματος Ιθαγενών της Δημοκρατίας, δίπλα σε μια παλαιστινιακή σημαία (ο αντισιωνισμός είναι μια βασική ιδεολογική αναφορά του κινήματος).
Πηγή εικόνας

Η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών. https://remziaru.com/aktivitaet/

Η Συμμαχία Γερμανών Δημοκρατών.
Πηγή εικόνας

Μπορεί σήμερα τέτοιες δυνάμεις να μοιάζουν ασήμαντες, όσο όμως θα συνεχίζεται η πολιτική παρακμή, τόσο θα αναζητεί ο κόσμος εναλλακτικούς τρόπους να εκφράσει τα συμφέροντά του. Το βασικό ερώτημα δηλαδή δεν είναι αν θα δυναμώσουν οι ισλαμιστές, αλλά αν θα ενισχυθεί η πολιτική στη βάση πολιτισμικής ταυτότητας, σε βάρος της πολιτικής σε ταξική-ιδεολογική βάση.

Φαίνεται ότι (και) στην Ευρώπη η κυρίαρχη τάση είναι ακριβώς αυτή. Τα ξενοφοβικά/ισλαμοφοβικά κόμματα ή οργανώσεις μοιάζουν να έχουν δυναμική μεγαλύτερη όχι μόνο από τις καθιερωμένες πολιτικές δυνάμεις, αλλά και από τη «ριζοσπαστική» Αριστερά. Τέτοιες οργανώσεις τονίζουν (εδώ ταιριάζει και το παράδειγμα των ταυτοτικών) την υπεράσπιση μιας ντόπιας ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας – το αν την ορίζουν ως χριστιανική ή ως κοσμική/άθρησκη είναι δευτερεύον θέμα. Ακόμα όμως και στο άλλο άκρο, σε κόμματα όπως π.χ. οι Πράσινοι στη Γερμανία, που υπερασπίζονται την πολυπολιτισμικότητα, παρατηρούμε συχνά να κάνουν τελικά πολιτική στη βάση ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, παρά των ταξικών-ιδεολογικών διαφορών (αν θυμάμαι καλά, ήταν η Ρενάτε Κούναστ που είχε πει ότι οι Πράσινοι είναι το κόμμα των LOHAS).

Με άλλα λόγια: όσο εξαπλώνονται ισλαμοφοβικές δυνάμεις ή γενικά δυνάμεις που προάγουν την πολιτικοποίηση στη βάση πολιτισμικών διαχωρισμών, τόσο προετοιμάζεται το έδαφος και για την εξάπλωση «μουσουλμανικών» κινημάτων. Στην ουσία πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η διαφορά στο μέλλον όμως θα είναι ότι θα μεγαλώσει η δεξαμενή, από την οποία τα «μουσουλμανικά» κινήματα θα μπορούν να αντλούν υποστήριξη. Οι φόβοι περί εισαγωγής της σαρία κ.λπ. μπορεί να είναι αστείοι, αλλά το ότι τέτοια κινήματα θα παίξουν ρόλο στα πολιτικά πράγματα, δεν είναι τρελό σενάριο (με ποιες συμμαχίες, είναι φυσικά ένα άλλο ερώτημα, μάλλον αδύνατο να απαντηθεί σήμερα).


Πώς μας αφορούν τώρα εμάς όλα αυτά, σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος; Και αυτές έχουν γίνει χώρες υποδοχής της μετανάστευσης και φυσιολογικά ένα μεγάλο της μέρος είναι μουσουλμανική. Τέτοια θέματα όπως αυτά που τίθονται στη Δυτική Ευρώπη θα αργήσουν μεν να μας απασχολήσουν σοβαρά: θα περάσει ακόμα τουλάχιστον μια γενιά, μέχρι να έχουμε μεγάλου μεγέθους μεταναστευτικής καταγωγής κοινότητες, γεννημένες και μεγαλωμένες εδώ. Κάποια στιγμή θα γίνει κι αυτό: άσχετα αν το θέλουν οι Έλληνες ή οι ίδιοι οι μετανάστες, ο ρόλος που προβλέπεται για τη χώρα από τους «μεγάλους» της Ευρώπης είναι να απορροφήσει ένα σημαντικό μέρος της νέας μετανάστευσης.

Η διαφορά είναι ότι εμείς προερχόμαστε από μια ιστορική παράδοση διαφορετική απ’ αυτήν της Δυτικής Ευρώπης: για μας, η πολυθρησκευτικότητα ή η πολυεθνικότητα δεν είναι κάτι πραγματικό νέο, αλλά κάτι που ήταν κανόνας μέχρι ένα πολύ πρόσφατο παρελθόν. Μπορεί να το ξεχάσαμε πολύ γρήγορα, να όμως που η εξέλιξη της Ιστορίας μας αναγκάζει να το ξαναθυμηθούμε. Θα ήταν καλό να αντλήσουμε και από τις δικές μας εμπειρίες του παρελθόντος, αλλά και από τις πρόσφατες της Δυτικής Ευρώπης, ώστε να αποφύγουμε τα λάθη που έγιναν εκεί – και που μπορούν να οδηγήσουν σε καταστάσεις όπως αυτές που περιγράφει ο Ουελμπέκ.


Πηγές/χρήσιμοι σύνδεσμοι:

Ακροδεξιος εθνικισμος στην Ανατολια

Κλασσικό

Ακροδεξιά εθνικιστικά κινήματα στην Τουρκία δεν είναι άγνωστα στο ελληνικό ή κυπριακό κοινό. Εγώ θυμάμαι ότι άκουσα πρώτη φορά για τους Γκρίζους Λύκους τη δεκαετία του ’90, όταν πήγαινα ακόμα σχολείο. Μεταξύ άλλων, συμμετείχαν και στα επεισόδια στην Πράσινη Γραμμή που κατέληξαν στο θάνατο του Τάσου Ισαάκ, το καλοκαίρι του ’96.

Το ότι στην Τουρκία δεν λείπει ο εθνικιστικός φανατισμός, δεν ήταν φυσικά κάτι νέο για μας. Η ύπαρξη όμως οργανωμένων ομάδων με νεοφασιστικά χαρακτηριστικά, με αποδοχή από σημαντικά τμήματα του τουρκικού πληθυσμού, είναι κάτι που αξίζει να το ψάξουμε περισσότερο. Ποιες είναι οι ρίζες τους και τι τις ξεχωρίζει από άλλες πολιτικές οργανώσεις στην Τουρκία;

Παντουρκισμός: μια τουρκική εκδοχή μεγαλοϊδεατισμού;

Όπως έχει αναφερθεί και σε άλλο άρθρο, ο τουρκικός εθνικισμός γεννήθηκε μάλλον καθυστερημένα και σε διαφορετικές συνθήκες από τους υπόλοιπους εθνικισμούς στην περιοχή. Η τουρκική εθνική ιδέα δεν διαμορφώθηκε σε αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως έγινε με την ελληνική, τη βουλγαρική, τελικά ακόμα και την αλβανική και την αραβική. Οι τουρκικές-μουσουλμανικές ελίτ, ακόμα και τα πιο προοδευτικά τους τμήματα, ήταν, θέλοντας και μη, συνδεδεμένες με το οθωμανικό κράτος: κύριο μέλημά τους δεν ήταν η ανατροπή του, αλλά η επιβίωση μέσω της μεταρρύθμισής του. Ακόμα και ριζοσπαστικές ομάδες όπως οι Νεότουρκοι δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν εύκολα την οθωμανική ιδέα για χάρη μιας τουρκικής εθνικής – αυτό θα σήμαινε εξάλλου την εγκατάλειψη του μεγαλύτερου μέρους της Αυτοκρατορίας, που κατοικούνταν είτε από Χριστιανούς είτε από μη Τούρκους Μουσουλμάνους.

Ο Γιουσούφ Ακτσουρά (1876-1935). https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Ak%C3%A7urao%C4%9Flu_Yusuf.jpg

Ο Γιουσούφ Ακτσουρά (1876-1935). Πηγή εικόνας

Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη σημαντική προσωπικότητα που συνδέθηκε με μια καθαρά τουρκική εθνική ιδέα, δεν προερχόταν από τα οθωμανικά εδάφη. Ο Γιουσούφ Ακτσουρά ήταν Τάταρος της Κριμαίας, γεννημένος ως Ρώσος υπήκοος. Ήδη το 1904 τόλμησε να δημοσιεύσει τα «Τρία σχήματα πολιτικής«. Σ’ αυτό το κείμενο ανέδειξε την ασυμβατότητα των συμφερόντων ανάμεσα στις τρεις κύριες ομάδες στην οθωμανική επικράτεια: τους Τούρκους, τους μη-Τούρκους Μουσουλμάνους και τους μη-Μουσουλμάνους. Αντί για το μάταιο στόχο της διάσωσης της Αυτοκρατορίας, έδειχνε να προτιμάει μια ένωση των τουρκικών λαών.

Το παντουρκικό όραμα μπορεί να ιδωθεί και ως η τουρκική απάντηση στον πανσλαβισμό ή το πανγερμανισμό: όλες είναι θεωρίες με στόχο την ένωση λαών στη βάση της γλωσσικής συγγένειας, αρκετά δημοφιλείς εκείνη την εποχή. Με τον παντουρκισμό, ανοιγόταν και για τους Τούρκους η προοπτική ενός νέου μεγαλείου, που θα αντικαθιστούσε το έτσι κι αλλιώς ξεφτισμένο οθωμανικό – και θα ήταν αυτήν τη φορά καθαρά τουρκικό.

Το Μεγάλο Τουράν, κατά τους παντουρκιστές. https://img01.rl0.ru/4e31220ae9e020d422bb2c87487f2198/c600x415/r26.imgfast.net/users/2613/14/73/49/album/turan_10.jpg

Το «Μεγάλο Τουράν», κατά τους παντουρκιστές.
Πηγή εικόνας

Η εκδοχή του τουρκικού εθνικισμού όμως, που τελικά επικράτησε μέσω του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ήταν μάλλον διαφορετική. Αν και δεν της έλειπαν τα ακραία στοιχεία (βλέπε π.χ. τη θεωρία της «γλώσσας του ήλιου»*¹), ήταν κατά βάση ένας μη επεκτατικός εθνικισμός, που συνέδεε την τουρκική ταυτότητα με το έδαφος της Ανατολίας. Ο Ατατούρκ δεν ονειρευόταν καμία επέκταση στις κεντρο-ασιατικές στέπες. Παρ’ όλα αυτά, ο Ακτσουρά ή και άλλοι πιο ακραίοι οπαδοί του παντουρκισμού, όπως π.χ. ο Νιχάλ Ατσίζ (ο οποίος του πρόσθεσε και μια γερή δόση ρατσισμού, επηρεασμένος από τις φασιστικές ιδεολογίες στην Ευρώπη), δεν ήταν κατ’ ανάγκη αρνητικοί προς τον κεμαλισμό. Εξάλλου, μοιράζονταν μαζί του τη θέληση να δημιουργήσουν μια νέα τουρκική εθνική ταυτότητα, ξεχωριστή πλέον από την ισλαμική.

Γκρίζοι Λύκοι και τριπλά μισοφέγγαρα

Ο άντρας που θα κατάφερνε να δημιουργήσει ένα λαϊκό κίνημα βασιζόμενος στις ιδέες του ακραίου εθνικισμού, θα ερχόταν πάλι από το εξωτερικό. Ο Αλπαρσλάν Τουρκές, ο αποκαλούμενος και «μπασμπούγ» (=ηγέτης) από τους οπαδούς του, ήταν Κύπριος συμπατριώτης μου. Σε ηλικία 16 ετών είχε μετακομίσει με τους γονείς του στην Τουρκία. Το 1969 ίδρυσε*² μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του το MHP, το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης, που παραμένει μέχρι σήμερα ο κύριος εκφραστής του σκληρού δεξιού τουρκικού εθνικισμού.

Σε αντίθεση με τον έντονο, σχεδόν αντιθρησκευτικό, κοσμικισμό διανοητών όπως ο Νιχάλ Ατσίζ*³, ο Τουρκές, χωρίς να απορρίπτει το διαχωρισμό θρησκείας και κράτους, έβλεπε τη σημασία του Ισλάμ για την τουρκική ταυτότητα. Στην ουσία, ο εθνικισμός «αλά Τουρκές» μπορεί να μην απείχε και τόσο πολύ από τον τουρκικό ισλαμισμό: και οι δύο μοιράζονταν την εκτίμηση για το τουρκικό έθνος και το Ισλάμ (αν και διέφεραν στην έμφαση που έδιναν στο καθένα), και φυσικά το μίσος προς τον κομμουνισμό. Εξάλλου, το MHP ήταν και παρέμεινε ένα σχεδόν καθαρά σουνιτικό κόμμα: θυμάμαι όταν ένας Τούρκος γνωστός παρομοίωσε την ιδέα ότι Αλεβίτες θα μπορούσαν να ήταν μέλη των Γκρίζων Λύκων με το σαν να μιλάμε για «μαύρους ως μέλη της Κου-Κλουξ-Κλαν».

Ο Άλπαρσλαν Τουρκές με φόντο τη σημαία του MHP με το τριπλό μισοφέγγαρο κάνει τον χαιρετισμό των Γκρίζων Λύκων. Είχε συμμετάσχει (ως συνταγματάρχης) ενεργά στο πραξικόπημα του '60 εναντίον της κυβέρνησης του Μεντερές, αλλά παραμερίστηκε και δεν έπαιξε σημαντικό πολιτικό ρόλο μέχρι τη δεκαετία του '70. Ο ίδιος συνόψιζε την ιδεολογία του με τα

Ο Άλπαρσλαν Τουρκές (1917-1997), με φόντο τη σημαία του MHP με το τριπλό μισοφέγγαρο (ένα σύμβολο με οθωμανικές-ισλαμικές αναφορές), κάνει τον χαιρετισμό των Γκρίζων Λύκων. Είχε συμμετάσχει ως συνταγματάρχης ενεργά στο πραξικόπημα του ’60 εναντίον της κυβέρνησης του Μεντερές, αλλά παραμερίστηκε και δεν έπαιξε σημαντικό πολιτικό ρόλο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60. 
Πηγή εικόνας

Ο Τουρκές συνόψιζε την ιδεολογία του με τα «9 φώτα» (σε αναλογία  με τα «6 βέλη» του κεμαλισμού): τον εθνικισμό (ο οποίος, όχι τυχαία, ονομάζεται πρώτος),  τον ιδεαλισμό («Ιδεαλιστές» = ülkücüler στα τούρκικα – ονομάζονται εξάλλου επίσημα οι οργανώσεις νεολαίας του κόμματος), την ηθική, την κοινωνική ευθύνη, τον επιστημονικό εκσυγχρονισμό, την υπεράσπιση της ελευθερίας, την υπεράσπιση των αγροτών, τoν λαϊκισμό, την εκβιομηχάνιση. Ο Τουρκές δεν παρέλειπε εξάλλου να καλλιεργεί ένα φιλολαϊκό προφίλ, του υπερασπιστή του γνήσιου λαϊκού Τούρκου ενάντια στη φιλο-δυτική ελίτ και να μιλάει εναντίον του ιμπεριαλισμού και υπέρ της αναδιανομής της αγροτικής γης. Εξάλλου, και τα φασιστικά ή ακροδεξιά κινήματα στην Ευρώπη πάντα είχαν την τάση να οικειοποιούνται στοιχεία της αριστερής ρητορικής.

Αρχικά η κοινοβουλευτική επιτυχία του νέου κόμματος ήταν πολύ περιορισμένη. Στις εκλογές του 1969 πήρε μόλις 3% και μέχρι και την απαγόρευση του με το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’80 δεν κατάφερε να ξεπεράσει το 6.4%. Παρ’ όλα αυτά, έδειξε από νωρίς ότι ο κοινοβουλευτισμός δεν ήταν το μόνο πεδίο δράσης του. Οι οργανώσεις νεολαίας του κόμματος, οι περίφημοι Γκρίζοι Λύκοι, σύντομα άρχισαν να λειτουργούν και ως παραστρατιωτική ομάδα. Το ίδιο το (ανεπίσημο) όνομά τους είναι ενδεικτικό για τις εθνικιστικές παντουρκικές τάσεις του κόμματος: είναι μια αναφορά σε έναν μύθο για έναν λύκο που οδήγησε τους αρχαίους Τούρκους στην ελευθερία στις κεντροασιατικές στέπες.

Μπορούμε να θεωρήσουμε τους «Γκρίζους Λύκους» ως μια τουρκική εκδοχή νεοφασισμού; Υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνηγορούν σ’ αυτό. Η ταύτιση με σύμβολα που παραπέμπουν σ’ ένα μακρινό φυλετικό παρελθόν όπως ο γκρίζος λύκος, ο τυποποιημένος χαιρετισμός (με τα δάκτυλα του χεριού να σχηματίζουν τη μορφή ενός λύκου), ο σωβινιστικός εθνικισμός με επεκτατικές τάσεις, η αφοσίωση στον ηγέτη, η συνομωσιολογία, ο μιλιταρισμός, η προσφυγή στη βία όταν θίγονται τα εθνικά ιερά και όσια: όλα είναι στοιχεία που εύκολα παραπέμπουν στον φασισμό. Ακόμα ίσως πιο σημαντικό κοινό είναι όμως και το βάρος που δίνεται στην πάλη ενάντια στον «εσωτερικό εχθρό». Στις δεκαετίες του ’60 και ’70, αυτός ήταν φυσικά η ανερχόμενη Αριστερά. Ένα μεγάλο μέρος της δράσης των Γκρίζων Λύκων ήταν οι επιθέσεις εναντίων αριστερών – και αλεβίτικων – στόχων.

Εικόνα από πρόσφατη συγκέντρωση οπαδών του MHP, με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό. Στο πανό κάτω αριστερά φαίνεται το σύμβολο του γκρίζου λύκου. http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2014/02/erdogan-mhp-election-gray-wolf-turkey.html

Εικόνα από πρόσφατη συγκέντρωση οπαδών του MHP, με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό. Στο πανό κάτω αριστερά φαίνεται το σύμβολο του γκρίζου λύκου.
Πηγή εικόνας

Ακριβώς ίσως χάρη σ’ αυτόν τον βίαιο αντικομμουνισμό, η επιρροή που απέκτησε το κόμμα ήταν μάλλον μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στα χαμηλά του εκλογικά ποσοστά. Ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όταν στις χώρες του δυτικού στρατοπέδου υπήρχε μεγάλη ανάγκη για φανατικά αντικομμουνιστικές ομάδες, έτοιμες να χρησιμοποιήσουν στην ανάγκη και βία (βλ. την υπόθεση Γκλάντιο). Οι αριστερές τάσεις των δεκαετιών ’60 και ’70 στην Τουρκία και το γενικό κλίμα αντιαμερικανισμού, σίγουρα ανησυχούσαν πολλούς.

Έχοντας αυτά υπόψη, δεν πρέπει ίσως να μας κάνει τόση εντύπωση που το ΜΗΡ απέκτησε σημαντική πρόσβαση στο κράτος και τις ένοπλες δυνάμες, συμμετείχε στις δεξιές κυβερνήσεις «Εθνικού Μετώπου» τη δεκαετία του ’70 και ο Τουρκές έφτασε μάλιστα για ένα διάστημα μέχρι και στη θέση του αναπληρωτή πρωθυπουργού. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησε η παραστρατιωτική δράση των Γκρίζων Λύκων. Αντίθετα, αυτή κορυφώθηκε ιδιαίτερα από το ’78 και μετά, αφήνοντας πολλούς νεκρούς πίσω της και δημιουργώντας ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα, που χρησιμοποιήθηκε και ως δικαιολογία για το πραξικόπημα του ’80.

Το σημερινό MHP: ένας εκσυγχρονισμένος εθνικισμός;

Η νέα στρατιωτική κυβέρνηση απαγόρευσε μαζί με άλλες πολιτικές δυνάμεις και το MHP. Ο ίδιος ο Τουρκές φυλακίστηκε για 5 χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, οι Γκρίζοι Λύκοι φαίνεται ότι διατήρησαν διασυνδέσεις με το τουρκικό κράτος – και, κυρίως, το παρακράτος. Σε διάφορες επιθέσεις ή πολιτικές δολοφονίες της δεκαετίας του ’80 και του ’90 εναντίον αριστερών, αλεβίτικων ή κουρδικών στόχων, γίνεται λόγος για ανάμιξη των Γκρίζων Λύκων.

Το ΜΗΡ επανιδρύθηκε με άλλο όνομα, αλλά μπόρεσε να επιστρέψει και στο αρχικό του με τη σχετική πολιτική φιλελευθεροποίηση των επόμενων χρόνων. Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί διαδέχτηκε τον Τουρκές στην ηγεσία του κόμματος και του έδωσε μια κάπως πιο μετριοπαθή εικόνα, που το έκανε αποδεκτό σε πιο πλατιές μάζες. Στις εκλογές του ’99 ήρθε δεύτερο με ένα εντυπωσιακό 18% και συμμετείχε στην κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Ετζεβίτ. Έκτοτε, και με εξαίρεση το διάστημα 2002-2007, εκπροσωπείται σταθερά στην τουρκική βουλή ξεπερνώντας το όριο του 10%. Είναι στην ουσία η μόνη πολιτική δύναμη στον χώρο της τουρκικής Δεξιάς που επιβίωσε από τον «τυφώνα Ερντογάν», ο οποίος εξαφάνισε τα παραδοσιακά δεξιά κεμαλικά κόμματα.

Ο Ντεβλέτ Μπαχτσλί, ανάμεσα σε μια εικόνα του Ατατούρκ και μια του Τουρκές. https://www.mhp.org.tr/mhp_dil.php?dil=en

Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ανάμεσα σε μια εικόνα του Ατατούρκ και μια του Τουρκές.
Πηγή εικόνας

Σήμερα φυσικά οι συνθήκες δεν είναι οι ίδιες με τη δεκαετία του ’70. Ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει. Κύριος εχθρός του ακροδεξιού εθνικισμού δεν είναι πλέον τόσο η παραδοσιακή τουρκική Αριστερά, όσο το κουρδικό κίνημα. Η αντίθεση στην ειρηνευτική διαδικασία με το ΡΚΚ έγινε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του ΜΗΡ. Η τωρινή εθνικιστική αντικουρδική στροφή του Ερντογάν βοηθά φυσικά στο να φέρει τις δύο σημαντικότερες (πλέον) παρατάξεις της τουρκικής Δεξιάς πιο κοντά τη μια στην άλλη.

Μπορούν τελικά το ΜΗΡ και οι συγγενικές ή συνδεόμενες μαζί του οργανώσεις να θεωρηθούν σήμερα ως ένα νεοφασιστικό κίνημα; Σίγουρα, πολλά τμήματα της τουρκικής Αριστεράς ή του κουρδικού κινήματος το έβλεπαν και το βλέπουν ως τέτοιο: κάτι που εύκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει, αν σκεφτεί τι έχουν τραβήξει τις τελευταίες δεκαετίες. Ήδη αναφέραμε πριν πολλά στοιχεία στη δράση του ΜΗΡ που θυμίζουν φασισμό.

Παρ’ όλα αυτά, είναι ταυτόχρονα και ένα κόμμα που θέλει να έχει επαφή με την εξουσία, και τουλάχιστον η ηγεσία του μοιάζει πάντα έτοιμη να μετριάσει τις θέσεις της γι’ αυτόν τον σκοπό. Ποτέ δεν απέρριψε δημόσια την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Επίσης, παρά την εχθρότητα προς το κουρδικό κίνημα, και παρά του ότι ο αντι-κουρδικός ρατσισμός μπορεί να είναι διαδεδομένος στη βάση του κόμματος, η ηγεσία και οι διανοούμενοι του κόμματος δεν είναι αναγκαστικά εναντίον των «κουρδικής καταγωγής Τούρκων» (εφόσον αυτοί δέχονται την τουρκική τους ταυτότητα βεβαίως). Το φυλετικό κριτήριο δεν είναι δηλαδή πάντα το πιο σημαντικό στοιχείο γι’ αυτού του τύπου τον εθνικισμό.

Ακόμα και ο παντουρκισμός μένει τελικά μάλλον απλά μια από τις πολλές ιδεολογικές αναφορές του κινήματος. Την εποχή του Ψυχρού Πολέμου η παντουρκική προπαγάνδα εντασσόταν φυσικά και σ’ ένα γενικό αντικομμουνιστικό πλαίσιο, αφού οι περισσότεροι «υπόδουλοι Τούρκοι» ζούσαν στη Σοβιετική Ένωση. Μπορεί πολλοί Γκρίζοι Λύκοι να έχουν πάει ακόμα και να πολεμήσουν στο πλευρό των «εθνικών αδελφών» τους (παλιότερα στο Αζερμπαϊτζάν εναντίον των Αρμενίων, σήμερα στο πλευρό των Τουρκμένων της Συρίας), αλλά τουλάχιστον η δική μου εντύπωση είναι ότι η ηγεσία ποτέ δεν έβαλε ιδιαίτερη ενέργεια σε μια παντουρκική κατεύθυνση.

Όπως και να ‘χει, αυτό το κράμα τουρκικού εθνικισμού, σωβινισμού, αντικομμουνισμού/αντικουρδισμού, με κάποιες δόσεις παντουρκισμού και ισλαμισμού, θα συνεχίσει να παίζει ρόλο στην Τουρκία. Και όχι αναγκαστικά μόνο στο ΜΗΡ, αλλά επηρεάζοντας και άλλες δυνάμεις, όπως βλέπουμε τώρα με την εθνικιστική στροφή του Ερντογάν. Αν κάποιος περίμενε ότι με την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ θα εξασθένιζε τουλάχιστον αυτή η μορφή τουρκικού υπερεθνικισμού (σε κάποιες φάσεις, όταν ο Ερντογάν έκανε τα φιλοκουρδικά του ανοίγματα, μπορούσε κάποιος πράγματι να έχει τέτοιες ελπίδες), μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσει την άποψή του. Είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι μια κατάσταση που θα πρέπει να έχουμε υπόψη, μια και κάποια επαφή με την τουρκική κοινωνία είναι για μας λόγω γεωγραφικής θέσης αναπόφευκτη.


——-


*¹ Η «θεωρία της γλώσσας του ήλιου» είναι ένα ψευδοεπιστημονικό κατασκεύασμα, που προωθήθηκε όμως και από κρατικής πλευράς στην Τουρκία της δεκαετίας του ’30. Η θεωρία λέει περίπου ότι όλες οι σήμερα ομιλούμενες γλώσσες στον κόσμο κατάγονται από τα πρωτο-τουρκικά.

*² Για την ακρίβεια, ο Τουρκές απλά μετονόμασε έτσι ένα προϋπάρχον κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό Αγροτικό Εθνικό Κόμμα (CMKP), στο οποίο αυτός και οι σύντροφοί του είχαν διεισδύσει και καταφέρει να φέρουν υπό τον έλεγχό τους ήδη από το 1965.

*³ Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο Νιχάλ Ατσίζ, αν και αρχικά κοντά στο κόμμα, στη συνέχεια αποστασιοποιήθηκε, ακριβώς γιατί, όπως και άλλοι «γνήσιοι» παντουρκιστές, ένιωθε ότι η έμφαση στο Ισλάμ προέδιδε τον τουρκισμό.


Πηγές

  • «Yusuf Akçura’s Üç Tarz-i siyaset» (Three kinds of policy), (trans. Fehmi Ismail, Oriente Moderno).
  • Umut Uzer (2002): Racism in Turkey: The Case of Huseyin Nihal Atsiz. Journal of Muslim Minority Affairs.
  • Jacob M. Landau (1982): The Nationalist Action Party in Turkey. Journal of Contemporary History.
  • Tanıl Bora (2001): Der „Nationale Reflex“: Die fundamentalistische Disposition des Nationalen in der Türkei und der proto-faschistische Nationalismus der MHP. Sociologus.
  • Bülent Aras & Gökhan Bacik (2000): The Rise of Nationalist Action Party and Turkish Politics. Nationalism and Ethnic Politics.
  • Tom Stevenson (2016): The growing strength of Turkey’s ultra-nationalists. Middle East Eye.
  • Σία Αναγνωστοπούλου (2004): Τουρκικός εκσυγχρονισμός – Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού.
  • Δημήτρης Κιτσίκης (1998): Συγκριτική ιστορία Ελλάδος και Τουρκίας στον 20ό αιώνα.
  • Δημήτρης Κιτσίκης (1995): Ιστορία του ελληνο-τουρκικού χώρου (1928-1973).