Η ιδιαιτερη γεωγραφια της ευφορης ημισεληνου

Κλασσικό

Σίγουρα πολλοί έχουν ακούσει για την «εύφορη ημισέληνο» και την τεράστια σημασία της για την ανθρώπινη Ιστορία. Το όνομα δόθηκε σε μια περιοχή που ξεκινάει νοτιο-ανατολικά από την Μεσοποταμία και τα όρη Ζάγκρος, συνεχίζεται στα βόρεια μέσα από το σημερινό Κουρδιστάν, και μετά προς τα νότια καταλήγοντας στη Συροπαλαιστίνη – κάποιοι συμπεριλαμβάνουν και την κοιλάδα του Νείλου, ακόμα και την Κύπρο. Αν την δούμε στο χάρτη, έχει ένα περίπου ημικυκλικό σχήμα, μοιάζοντας με μισοφέγγαρο. Η ιδιαιτερότητά της είναι ότι σ’ αυτήν την περιοχή ο άνθρωπος εγκατέλειψε για πρώτη φορά τη νομαδική ζωή του τροφοσυλλέκτη και κυνηγού, για να παράγει πλέον ο ίδιος την τροφή του, μέσω της γεωργίας και της κτηνοτροφίας.

Η εύφορη ημισέληνος. https://www.britannica.com/place/Fertile-Crescent

Η εύφορη ημισέληνος.
Πηγή εικόνας

Νεολιθική επανάσταση (;)

Η παραγωγή τροφής μέσω της γεωργίας και της κτηνοτροφίας είναι σίγουρα μια τεράστια αλλαγή, η σημασία της οποίας για τον ανθρώπινο πολιτισμό είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί. Οι ιστορικοί την χρησιμοποιούν για να σηματοδοτήσουν την μετάβαση του ανθρώπου από τη μεσολιθική στη νεολιθική εποχή. Μ’ αυτήν τη λογική επινοήθηκε και ο όρος νεολιθική επανάσταση. Για τη χρήση της λέξης «επανάσταση» δεν λείπουν οι ενστάσεις, αφού πρόκειται για μια πολύ σταδιακή μετάβαση, που χρειάστηκε πολλές γενιές για να ολοκληρωθεί. Σίγουρα όμως δεν αμφισβητείται η τεράστια σημασία αυτής της αλλαγής, η οποία έφερε τόσες άλλες μαζί της, π.χ. στις κοινωνικές δομές ή στη δημογραφική  εξέλιξη.

Στην εύφορη ημισέληνο η μετάβαση έγινε ανάμεσα στο 10.000 με 8.000 π.Χ. Από τον 8ο π.Χ. αιώνα έχουμε πλέον καθαρές αποδείξεις για τη συστηματική καλλιέργεια φυτών (κυρίως δημητριακών και οσπρίων), όπως και για την εξημέρωση κατσικιών και προβάτων. Οι μόνιμοι οικισμοί ήταν ήδη αρκετά μεγάλοι, ώστε να χωρούν σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και χιλιάδες κατοίκους.

Αγρότες της νεολιθικής εποχής. https://libcom.org/blog/climate-class-neolithic-revolution-09062014

Αγρότες της νεολιθικής εποχής.
Πηγή εικόνας

Για το πως ξεκίνησε αυτή η «επανάσταση» μπορούμε μόνο να κάνουμε υποθέσεις. Το σίγουρο είναι ότι πολλοί κάτοικοι της περιοχής είχαν ήδη αρκετά πριν εξειδικευτεί στη συλλογή και στην αποθήκευση άγριων δημητριακών. Με κάποιον τρόπο, συνειδητοποίησαν ότι με το να αφήνουν μερικούς σπόρους στο έδαφος εξασφάλιζαν την αναπαραγωγή αυτών των δημητριακών. Ταυτόχρονα, η ανάγκη μόνιμης εγκατάστασης σε οικισμούς έκανε την εξασφάλιση της ζωικής πρωτεΐνης μέσω του κυνηγιού (το οποίο ειδικά στην περιοχή αυτή απαιτεί τη διαρκή μετακίνηση) πιο δύσκολη. Είναι άρα πιθανόν να ώθησε τον άνθρωπο στο να προσπαθήσει να εξημερώσει κάποια άγρια ζώα, ώστε να μην χρειάζεται να τρέχει συνέχεια από πίσω τους: κάτι που οδήγησε και στην κτηνοτροφία.

Η περιοχή για την οποία μιλάμε δεν ήταν η μόνη στον κόσμο όπου πραγματοποιήθηκε μια τέτοια μετάβαση (άλλα κέντρα ανεξάρτητης «ανακάλυψης» της γεωργίας ήταν π.χ. η Κίνα και η Νέα Γουινέα). Στην εύφορη ημισέληνο όμως συνοδεύτηκε με πολύ μεγάλη ποικιλία χρήσιμων φυτών και ζώων, και από εκεί εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Ποια ήταν η ιδιαιτερότητα της περιοχής, που την έκανε τόσο προνομιακή; 

Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτήν ακριβώς την περιοχή εντοπίζεται και το φυσικό ενδιαίτημα των προγόνων πολλών χρήσιμων φυτών (σιτάρι, κριθάρι, φακές, ρεβύθια, μπιζέλια, λινάρι) και ζώων (πρόβατο, κατσίκα). Η εύκολη απάντηση στο ερώτημα είναι επομένως: η γεωργία και κτηνοτροφία ανακαλύφθηκαν εκεί, επειδή εκεί ήταν διαθέσιμη μια πληθώρα τόσο σε άγρια δημητριακά και όσπρια όσο και σε άγρια ζώα, ικανά για εξημέρωση.

Η περιοχή εξάπλωσης του αγριοκάτσικου κατά την περίοδο της εξημέρωσής του, με ανοικτό γκρίζο χρώμα. Με σκούρο γκρίζο απεικονίζονται οι πιθανές περιοχές πρώτης εξημέρωσής του. Πηγή: Uerpmann (2007).

Η περιοχή εξάπλωσης του αγριοκάτσικου κατά την περίοδο της εξημέρωσής του, με ανοικτό γκρίζο χρώμα. Με σκούρο γκρίζο απεικονίζονται οι πιθανές περιοχές πρώτης εξημέρωσής του. Πηγή: Uerpmann (2007).

Αυτή η απάντηση όμως γεννά η ίδια και άλλα ερωτήματα: γιατί διέθετε ειδικά αυτή η περιοχή τόσα πολλά ή τόσο χρήσιμα είδη προς εξημέρωση; Και ποιοι ήταν οι άλλοι εξωτερικοί παράγοντες, οι οποίοι ώθησαν τους κατοίκους της περιοχής στο να κάνουν αυτό το βήμα;

Περιβαλλοντικές αλλαγές και κοινωνικές αλλαγές

Ξεκινώντας με το δεύτερο ερώτημα: μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η «επανάσταση» συμπίπτει με εξίσου σημαντικές κλιματικές αλλαγές. Ο πλανήτης άφηνε τότε πίσω του την εποχή των παγετώνων. Η μετάβαση όμως δεν ήταν ομαλή, αλλά πέρασε μέσα από πολλές διακυμάνσεις – σε κάποιες φάσεις, το κλίμα γινόταν και πάλι πιο ψυχρό. Την 11η χιλιετία π.Χ. η Γη πέρασε τελικά την τελευταία ψυχρή περίοδο (Younger Dryas), πριν την οριστική είσοδο στη σημερινή μακρά θερμή περίοδο, το Ολόκαινο.

Για τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι κλιματικές αλλαγές μπορεί να επέδρασαν στην ανακάλυψη και την εδραίωση της γεωργίας, υπάρχουν εντελώς διαφορετικές θεωρίες. Από τη μια, οι πιο δύσκολες συνθήκες της Younger Dryas (πιο ψυχρό αλλά και πιο ξηρό κλίμα) προφανώς ανάγκασαν τους ανθρώπους να βρουν τρόπους για προσαρμοστούν σ’ αυτές. Είναι πιθανόν ο πειραματισμός με την καλλιέργεια των φυτών να ήταν μια τέτοια αντίδραση, γεννημένη από την ανάγκη να γίνει η όσο το δυνατό καλύτερη εκμετάλλευση των πιο περιορισμένων πηγών τροφής. Από την άλλη, είναι πιθανόν η ανακάλυψη της γεωργίας να ήταν η συνέπεια των πιο θερμών, υγρών, σταθερών και άρα και πιο ευνοϊκών κλιματικών συνθηκών, που ακολούθησαν αμέσως μετά στο Ολόκαινο: σε συνδυασμό ίσως με την πίεση που άσκησε μια αύξηση του πληθυσμού και η εξάντληση άλλων σημαντικών πηγών τροφής, όπως το κυνήγι της γαζέλας.

Όπως και να έχει, είτε είχε ήδη ανακαλυφθεί από πριν είτε όχι, η είσοδος στο Ολόκαινο ευνόησε την ανάπτυξη και την επέκταση της γεωργίας. Σχετικές έρευνες δείχνουν ότι κατά τις ψυχρές περιόδους η περιοχή καλυπτόταν κυρίως από μια κρύα στέπα (με την αρτεμισία να αποτελεί ένα από τα κύρια συστατικά της). Στο Ολόκαινο αυτή η βλάστηση αντικαταστάθηκε σταδιακά από το μεσογειακό δάσος. Σε μια μεταβατική περίοδο όμως (η οποία μπορεί να κράτησε και 4000 χρόνια), φαίνεται ότι ευνοήθηκαν ιδιαίτερα τα αγρωστώδη – δηλαδή φυτά, από τα οποία πολλά αποδείχτηκαν χρήσιμα: συγκεκριμένα οι πρόγονοι των σημερινών εξημερωμένων δημητριακών.

Διάγραμμα γύρης από τη λίμνη Ζεριμπάρ, που απεικονίζει την εξέλιξη της βλάστησης κατά τη μετάβαση από τη ψυχρή (Kaltzeit) στη θερμή περίοδο (Warmzeit). Στην πρώτη στήλη αριστερά βλέπουμε ότι, ενώ στην ψυχρή περίοδο κυριαρχούν οι άλλες πόες (Kräuter) και στη θερμή τα δέντρα (Bäume), στην αρχή της θερμής κυριαρχούν για ένα μεγάλο διάστημα τα αγρωστώδη (Gräser). Αυτή τη μεγάλη αύξηση στα αγρωστώδη τη βλέπουμε και στη τελευταία στήλη στα δεξιά. Η περιοχή εξάπλωσης του αγριοκάτσικου κατά την περίοδο της εξημέρωσής του, με ανοικτό γκρίζο χρώμα. Με σκούρο γκρίζο απεικονίζονται οι πιθανές περιοχές πρώτης εξημέρωσής του. Πηγή: Uerpmann (2007).

Διάγραμμα γύρης από τη λίμνη Ζεριμπάρ στο Ιράν, που απεικονίζει την εξέλιξη της βλάστησης κατά τη μετάβαση από τη ψυχρή (Kaltzeit) στη θερμή περίοδο (Warmzeit). Στην πρώτη στήλη αριστερά βλέπουμε ότι, ενώ στην ψυχρή περίοδο κυριαρχούν διάφορες πόες (Kräuter) και στη θερμή τα δέντρα (Bäume), στην αρχή της θερμής αυξάνεται σημαντικά το ποσοστό των αγρωστωδών (Gräser). Πηγή: Uerpmann (2007).

Ανατολική Μεσόγειος: η ιδανική τοποθεσία;

Οι παραπάνω θεωρίες εξηγούν ίσως το γιατί οι περιβαλλοντικές αλλαγές στην εύφορη ημισέληνο ευνόησαν τη νεολιθική επανάσταση. Γενικά, το μεσογειακό κλίμα ευνοεί μονοετή φυτά με μεγάλους σπόρους, αφού το φυτό μπορεί έτσι να ζήσει στην βροχερή περίοδο, και ο σπόρος που θα παραχθεί να αντέξει τη μακρά καλοκαιρινή ξηρασία στο έδαφος. Τέτοιες ιδιότητες κάνουν το φυτό χρήσιμο και για τον επίδοξο καλλιεργητή και φυσικά δεν είναι τυχαίο, ότι τέτοια είναι τα χαρακτηριστικά των πρώτων άγριων δημητριακών, που εξημερώθηκαν στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι όμως η μόνη περιοχή στον κόσμο με τέτοιο κλίμα. Επιστρέφουμε έτσι στο ερώτημα που τέθηκε πριν: γιατί ειδικά στην Ανατολική Μεσόγειο υπήρχαν στη φύση τόσα διαθέσιμα και χρήσιμα φυτά και ζώα προς εξημέρωση;

Μερικές πιθανές απαντήσεις προσπαθεί να δώσει ο Jared Diamond στο βιβλίο Guns, Germs and Steel. Πρώτα, όσον αφορά τη σύγκριση της Μεσογείου γενικά με άλλες περιοχές στον κόσμο με μεσογειακό κλίμα (Χιλή, Καλιφόρνια, Νότιος Αφρική, Νοτιοδυτική Αυστραλία), αναφέρει τα εξής: α) Η Μεσόγειος είναι σαφώς αυτή με την μεγαλύτερη έκταση, κάτι που σημαίνει και μεγαλύτερη ποικιλία ειδών, β) είναι η περιοχή με τις μεγαλύτερες κλιματικές διακυμάνσεις, οι οποίες έχουν ως συνέπεια ένα ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό μονοετών φυτών.

Τι κάνει όμως την «εύφορη ημισέληνο» ιδιαίτερη σε σχέση με άλλες περιοχές της Μεσογείου; Κατά τον Diamond είναι οι μεγάλες διαφορές σε τοπογραφία και υψόμετρο, άρα και η ποικιλία περιβαλλοντικών συνθηκών: από το πιο χαμηλό σημείο στη Γη (Νεκρά Θάλασσα) μέχρι βουνά που πλησιάζουν τα 6.000μ σε ύψος (Ιράν), τα οποία βρίσκονται όμως και αυτά κοντά σε επίπεδες κοιλάδες ποταμών σε χαμηλό υψόμετρο. Αυτή η ποικιλία πρόσφερε στους κατοίκους πολλές περιβαλλοντικές δυνατότητες, ώστε να πειραματιστούν με την καλλιέργεια φυτών. Επίσης, ένας παράγοντας που μπορεί να έπαιξε ρόλο, είναι η σχετική απουσία ποταμών και ακτογραμμής, που θα μπορούσαν να ήταν εναλλακτικές πηγές τροφής (ψάρι, οστρακοειδή): κάτι που έκανε την απλή συλλογή λιγότερο ανταγωνιστική μέθοδο εξασφάλισης της διατροφής απ’ ό,τι π.χ. στη Δυτική Μεσόγειο.

Ο χάρτης απεικονίζει τα επιβεβαιωμένα κέντρα ανακάλυψης της γεωργίας (πράσινο) και την εξάπλωσή της. https://de.wikipedia.org/wiki/Neolithische_Revolution

Ο χάρτης απεικονίζει τα επιβεβαιωμένα κέντρα ανακάλυψης της γεωργίας (πράσινο) και την εξάπλωσή της.
Πηγή εικόνας

Τέλος, μένει το θέμα της γρήγορης και μεγάλης εξάπλωσης της γεωργίας από το ανατολικο-μεσογειακό της κέντρο σε σχέση με άλλα. Μια προφανής εξήγηση είναι ότι η περιοχή βρίσκεται περίπου στο κέντρο της μεγαλύτερης μάζας στεριάς του πλανήτη (την Ευρασία-Αφρική). Επίσης όμως, αυτή η μάζα εκτείνεται περισσότερο στον άξονα Ανατολής-Δύσης (σε σύγκριση π.χ. με την Αμερική), κάτι που σημαίνει πιο εκτεταμένες ζώνες με παρόμοιο κλίμα και βλάστηση, άρα και ευνοϊκότερες συνθήκες για την εξάπλωση των ανθρώπινων ανακαλύψεων. Αντίθετα, η γεωργία π.χ. από το Μεξικό έπρεπε να διασχίσει ζώνεις βλάστησης εντελώς διαφορετικές (π.χ. ζούγκλα, σαβάννα, έρημος) για να φτάσει στη Βόρειο ή Νότιο Αμερική.


Μπορεί φυσικά κάποιος να διατυπώνει άπειρες τέτοιες θεωρίες και δύσκολα μπορούμε να αποφασίσουμε τι απ’ όλα τελικά ισχύει. Αν μπορεί να βγει ένα γενικό συμπέρασμα, είναι ότι η περιοχή που ονομάστηκε «εύφορη ημισέληνος» ήταν από πολλές γεωγραφικές απόψεις προνομιακή για ανακαλύψεις όπως η γεωργία και η κτηνοτροφία.

Ακούγεται άρα κάπως παράδοξο, όταν σήμερα θεωρείται οριακή και ξηρή περιοχή, όπου η εντατική γεωργία δημιουργεί πολλά οικολογικά προβλήματα, που κάνουν ακόμα και την ίδια την επιβίωση της γεωργίας αμφισβητήσιμη (βλ. σχετικά άρθρα για την ερημοποίηση και αλάτωση του εδάφους). Η τραγική αυτή εξέλιξη είναι συνέπεια τόσο της κακοδιαχείρισης από τον τοπικό πληθυσμό, όσο και της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής. Και μπορεί να μην είναι άσχετη με την αποσταθεροποίηση και τη βία που παρατηρούμε στην περιοχή: υπάρχει π.χ. η άποψη ότι η εξέγερση εναντίον του Άσαντ στη Συρία πυροδοτήθηκε μεταξύ άλλων από τη μεγάλη ξηρασία του 2007-10 και τα κοινωνικά προβλήματα που αυτή δημιούργησε.

Ένα ακόμα γενικό συμπέρασμα που μπορούμε ίσως να βγάλουμε: μόνο επειδή μια περιοχή ήταν προνομιακή σε μια περίοδο, δεν σημαίνει ότι θα παραμείνει έτσι για πάντα. Ακόμα και οι ίδιοι οι γεωγραφικοί παράγοντες που ήταν σε μια εποχή ευνοϊκοί, μπορεί να αποδειχτούν σε μια άλλη αρνητικοί. Πάντα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η δράση του ανθρώπου μπορεί να αλλάξει εντελώς και το ρόλο και τη βαρύτητα τέτοιων παραγόντων.

Πηγές:

Παλαιστινιακη Εξοδος και αλλες εθνοκαθαρσεις

Κλασσικό

Οι μεγάλες στιγμές στην Ιστορία της ανθρωπότητας είναι συχνά ωραίες για κάποιους, αλλά πικρές για άλλους. Μια τέτοια ιστορική στιγμή ήταν και το 1948 για την  Παλαιστίνη. Για τους Εβραίους που είχαν μαζευτεί εκεί απ’ όλες τις γωνιές της Γης (αλλά κυρίως από την Ευρώπη), ήταν μια λύτρωση. Ήταν το τέλος μιας μακραίωνης εξορίας, κατά την οποία ζούσαν σκορπισμένοι στον κόσμο ως μειονότητες, στο έλεος των εκάστοτε ηγετών (το οποίο συχνά δεν είχαν). Ο χειρότερος απ’ αυτούς τους διωγμούς είχε τερματιστεί πριν από μόλις 3 χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω του 6 εκατομμύρια νεκρούς. Τώρα όμως, οι Εβραίοι αποκτούσαν επιτέλους το δικό τους έθνος-κράτος, όπου θα ήταν αφέντες οι ίδιοι – και μάλιστα στην ιστορική τους κοιτίδα, απ’ όπου (πίστευαν ότι) είχαν εξοριστεί πριν από δύο χιλιετίες.

Το τέλος της (φανταστικής ή όχι) «εξορίας» των Εβραίων ήταν όμως για τους Παλαιστίνιους η αρχή της δικής τους. Για τους Παλαιστίνιους, το 1948 είναι η χρονιά της Νάκμπα, της Καταστροφής. Από τότε θα μετατρέπονταν σ’ έναν λαό προσφύγων, σκορπισμένοι σε καταυλισμούς στις γειτονικές αραβικές χώρες. Όσοι απέμειναν στην γη των προγόνων τους, θα γίνονταν είτε ξαφνικά καταπιεσμένη μειονότητα στην ίδια τους τη χώρα (όσοι έμειναν στην ισραηλινή επικράτεια), ή θα έμπαιναν 19 χρόνια αργότερα σε καθεστώς μόνιμης ισραηλινής κατοχής (στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας).

Λίγα τοπικά προβλήματα έχουν την ικανότητα να συγκινούν τα πλήθη ανά τον κόσμο επί τόσες πολλές δεκαετίες, όσο το Παλαιστινιακό. Το διεθνές ενδιαφέρον είναι αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους της περιοχής. Ένα από τα βασικά ερωτήματα που συνθέτουν αυτό το πρόβλημα, είναι το προσφυγικό: και αυτό δημιουργήθηκε το 1948, με τον πρώτο αραβο-ισραηλινό πόλεμο.

Μια αναγκαία «μεταφορά»

Όταν μιλούσαν για την Παλαιστίνη, πολλοί ρομαντικοί οπαδοί του Σιωνισμού στην Ευρώπη μπορεί να την φαντάζονταν περίπου ως ένα άδειο κομμάτι γης, που απλά ήταν εκεί και τους περίμενε να έρθουν να το πάρουν. Οι Σιωνιστές ηγέτες όμως, τους οποίους μπορεί κάποιος να κατηγορήσει για πολλά πράγματα αλλά μάλλον όχι για αφέλεια, θα είχαν γνώση της πραγματικής κατάστασης. Στην Παλαιστίνη ζούσαν το 1915 περίπου 600.000 Άραβες (Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί) και μόλις 80.000 Εβραίοι. Όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν κάποιοι Σιωνιστές απεσταλμένοι, οι οποίοι είχαν ταξιδέψει εκεί για να διερευνήσουν την κατάσταση: «η νύφη είναι πανέμορφη, αλλά είναι παντρεμένη με άλλον».

Οι Σιωνιστές, βλέποντας αυτό το βασικό εμπόδιο στα σχέδιά τους, έκαναν από νωρίς σκέψεις για το πώς θα το αντιμετωπίσουν. Ο (θεωρούμενος και «πατέρας του Σιωνισμού») Τέοντορ Χερτζλ, έγραφε ήδη το 1895: «θα προσπαθήσουμε να σπρώξουμε τον φτωχό πληθυσμό έξω από τα σύνορά μας, προσφέροντας του εργασία στις χώρες μεταφοράς, ενώ θα του την αρνούμαστε στη δική μας χώρα». Τέτοιες δημόσιες αναφορές σ’ αυτό το θέμα πάντως είναι σπάνιες. Οι Σιωνιστές είχαν υπόψη το πόσο ευαίσθητο είναι – και είχαν μια κοινή γνώμη απέναντί τους, την οποία έπρεπε να πείσουν για το δίκαιο του σκοπού τους.

Στις δεκαετίες του ’20 και του ’30, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει κάπως. Η αύξηση της εβραϊκής μετανάστευσης στην Παλαιστίνη και οι βίαιες αντιδράσεις από την αραβική πλευρά, απέδειξαν ότι η τελευταία δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί αδιαμαρτύρητα τέτοια σχέδια. Δύσκολα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πειστικά ότι η συνύπαρξη Εβραίων και Αράβων σ’ ένα εβραϊκό κράτος ήταν δυνατή.

Υπήρχε όμως ακόμα μια διαφορά τώρα: το «πετυχημένο» παράδειγμα της ελληνο-τουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών! Αυτή έδειχνε ότι βίαιες μεταφορές ανθρώπων σε τέτοια κλίμακα όχι μόνο είναι εφικτές, αλλά μπορούν να φέρουν και σταθερότητα, ειρήνη και καλές σχέσεις ανάμεσα σε πρώην εχθρούς. Δημιουργήθηκε έτσι ένα ιστορικό προηγούμενο, το οποίο οι  οπαδοί μιας οπαδοί μιας παρόμοιας «λύσης» για την Παλαιστίνη δεν παρέλειψαν να αξιοποιήσουν.

Η σιωνιστική ηγεσία, εγκατεστημένη πλέον στην  Παλαιστίνη, μπορεί ακόμα δημόσια να επέμενε στη ρητορική του «αρκετού χώρου για όλους». Στις συζητήσεις μεταξύ τους όμως, όπως και σ’ αυτές με τους Βρετανούς διοικητές της Παλαιστίνης, οι Σιωνιστές αναφέρονταν πλέον πιο καθαρά στην ανάγκη μιας κάποιας μεταφοράς πληθυσμού, π.χ. προς το Ιράκ ή την Υπεριορδανία. Μια κρίσιμη χρονιά ήταν το 1936: η βρετανική πρόταση για τη λύση του προβλήματος περιείχε τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης και την μεταφορά πληθυσμών – κατά προτίμηση εθελοντικής, αλλά αν ήταν ανάγκη και υποχρεωτικής (κάνοντας και ρητή αναφορά στο ελληνο-τουρκικό παράδειγμα). Για τους Σιωνιστές ηγέτες ήταν μια μεγάλη ηθική και πολιτική νίκη.

Το Σχέδιο της Επιτροπής Πηλ για τη διχοτόμηση (ή τριχοτόμηση) της Παλαιστίνης. http://www.jewishvirtuallibrary.org/jsource/History/peel.html

Το Σχέδιο της Επιτροπής Πηλ για τη διχοτόμηση (ή μάλλον τριχοτόμηση) της Παλαιστίνης. Αν και το προτεινόμενο εβραϊκό κράτος αντιστοιχούσε μόνο στο 20% του παλαιστινιακού εδάφους, δηλαδή πολύ πιο κάτω από τις σιωνιστικές διεκδικήσεις, και μόνο ότι έμπαινε στο τραπέζι η ιδέα της μεταφοράς πληθυσμού και ενός καθαρού «εβραϊκού κράτους», είχε μεγάλη αξία για το Σιωνισμό.
Πηγή εικόνας

Τα γεγονότα του 1948 και οι «νέοι ιστορικοί»

Η κατοπινή εξέλιξη της Ιστορίας είναι γνωστή: Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Ολοκαύτωμα, μαζική εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη, σχέδιο διχοτόμησης της Παλαιστίνης από τον ΟΗΕ, απόρριψη από τους Άραβες και αποδοχή από τους Εβραίους, ίδρυση του ισραηλινού κράτους, πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος το 1948, αραβική ήττα και φυγή των Παλαιστινίων.

Οι μεγάλες διαφορές βρίσκονται όμως στην ερμηνεία αυτών των γεγονότων. Η επίσημη σιωνιστική γραμμή ήταν ότι δεν υπήρξε καμία προσχεδιασμένη εκδίωξη του αραβικού πληθυσμού. Η φυγή ήταν κατά κύριο λόγο εθελοντική, και μάλιστα  έπειτα από οδηγίες των ίδιων των Αράβων ηγετών. Ως απόδειξη, αναφέρεται η παραμονή ενός μεγάλου αριθμού Παλαιστινίων (τότε 150000, που αντιστοιχούσαν περίπου στο 20% του πληθυσμού του νέου ισραηλινού κράτους), στους οποίους δόθηκαν πολιτικά δικαιώματα και δεν ασκήθηκε καμία πίεση για να φύγουν. Η αραβική ή φιλο-παλαιστινιακή άποψη είναι αντίθετα, ότι τα γεγονότα του 1948 ήταν απλά η τελική εφαρμογή ενός σχεδίου εκκαθάρισης της Παλαιστίνης από τον γηγενή αραβικό πληθυσμό της. Αυτό αποδεικνύεται και από την ισραηλινή άρνηση να επιτρέψει οποιαδήποτε επιστροφή Παλαιστινίων προσφύγων.

Στις τελευταίες δεκαετίες, αναπτύχθηκαν όμως ακόμα και μέσα στο Ισραήλ εναλλακτικές τάσεις στη μελέτη της συγκεκριμένης περιόδου. Φορείς τους ήταν οι λεγόμενοι νέοι ιστορικοί. Αμφισβητώντας (μεταξύ άλλων και) την επίσημη γραμμή της «εθελοντικής εξόδου», έψαξαν το κατά πόσον η φυγή των Παλαιστινίων ήταν όντως μέρος ενός σιωνιστικού σχεδίου – σπάζοντας έτσι και ένα σχετικό ταμπού. Το πλεονέκτημα που είχαν, ήταν ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για την έρευνά τους τα ισραηλινά κυβερνητικά αρχεία, που δημοσιοποιήθηκαν πριν μερικά χρόνια.

Στο πόσο πολύ προχωρούν αυτοί οι «νέοι ιστορικοί» ώστε να θεωρήσουν τη φυγή των Παλαιστινίων μέρος ενός οργανωμένου σχεδίου εθνοκάθαρσης, υπάρχουν πάντως διαφορές. Κατά τον Μπένυ Μόρις, η ιδέα της «μεταφοράς» ήταν μεν μέρος της σιωνιστικής σκέψης και υπήρχε στην ατμόσφαιρα από παλιά. Το ότι όμως τελικά έγινε πραγματικότητα, ήταν η συνέπεια του πολέμου (τον οποίο προκάλεσαν οι Άραβες, τουλάχιστον με βάση τη λογική του Μόρις) και των ιδιαίτερων συνθηκών που αυτός δημιούργησε – δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο. Ακόμα και μέχρι τους πρώτους μήνες της ένοπλης σύγκρουσης του 47-48 δεν υπάρχει ρητή αναφορά σε σχετικό σχέδιο. Μόνο από τον Απρίλη του ’48 και μετά, ενώ η σύγκρουση γίνεται πιο σκληρή, προχωρούν οι εβραϊκές ένοπλες δυνάμεις, τοπικά μεν, αλλά όλο και πιο συχνά, σε εκδίωξη του αραβικού πληθυσμού.

Τα βιβλία του Μπένι Μόρις σχετικά με το προσφυγικό πρόβλημα γέννησαν πολλές αντιδράσεις, αν και ο ίδιος έκανε μια καθαρά φιλο-σιωνιστική στροφή. Αν και αναγνωρίζει η παλαιστινιακή έξοδος ήταν σε μεγάλο ποσοστό το επιθυμητό αποτέλεσμα της ισραηλινής πολιτικής, φτάνει στο σημείο να τη θεωρήσει αυτή δικαιολογημένη, ως τη μόνη που θα μπορούσε να φέρει σταθερότητα και ειρήνη. Αυτές οι απόψεις τον έκαναν αντιπαθή και στο αντι-σιωνιστικό και φιλο-παλαιστινιακό στρατόπεδο. http://www.frontpagemag.com/fpm/97766/near-lynching-prof-benny-morris-steven-plaut

Ο Μπένυ Μόρις είναι μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Τα συμπεράσματά του σχετικά με το προσφυγικό αρχικά ενόχλησαν πολύ τους εκπρόσωπους της επίσημης σιωνιστικής γραμμής, αλλά ο ίδιος έκανε αργότερα μια καθαρά φιλο-σιωνιστική στροφή. Αναγνωρίζει μεν ότι η παλαιστινιακή έξοδος ήταν λίγο-πολύ επιθυμητή από τους Σιωνιστές ηγέτες, τουλάχιστον από τον πόλεμο του ’48 και μετά – φτάνει όμως στο σημείο να τους δικαιολογήσει, μια και μόνο έτσι θα μπορούσε να έρθει σταθερότητα και ειρήνη. Αυτές οι απόψεις τον έκαναν αντιπαθή και στο αντι-σιωνιστικό/φιλο-παλαιστινιακό στρατόπεδο.
Πηγή εικόνας

Για άλλους εκπρόσωπους των «νέων ιστορικών» όπως ο Ιλάν Πάπε ή ο Αβί Σλάιμ, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Βασιζόμενοι κατά πολύ στα ίδια αρχεία που χρησιμοποίησε και ο Μόρις, θεωρούν ότι η παλαιστινιακή έξοδος ήταν η συνέπεια ενός σιωνιστικού σχεδίου, που υπήρχε ήδη πριν τον πόλεμο. Το 1948 δόθηκε απλά η ευκαιρία να μπει αυτό το σχέδιο σε εφαρμογή. Ο Ιλάν Πάπε αναφέρει χαρακτηριστικά το πως εγκαταλελειμμένα αραβικά χωριά ισοπεδώνονταν με μπουλντόζες από τους Σιωνιστές ήδη τον Ιούνη του ’48, δηλαδή κατά τη διάρκεια της πρώτης αραβο-ισραηλινής ανακωχής, έτσι ώστε να εξαφανιστεί κάθε πιθανότητα επιστροφής των προσφύγων.

Εθνοκάθαρση: προβληματισμοί για έναν σύγχρονο όρο

Εννοείται ότι οι αντιδράσεις στις θέσεις των «νέων ιστορικών» ήταν πολύ μεγάλες, εντός και εκτός του Ισραήλ. Πέρα από τις αναμενόμενες (και βαρετές) κατηγορίες περί «προδοσίας», τους έχει γίνει και κριτική για την «επιστημονικότητα» της μεθοδολογίας τους. Πολλοί βλέπουν πίσω από τη δουλειά τους καθαρά ιδεολογικά κίνητρα. Αυτό το τελευταίο σε μεγάλο βαθμό μπορεί και να είναι αλήθεια – δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την «αντίπαλη πλευρά», τους υπερασπιστές της επίσημης σιωνιστικής γραμμής; Δεν είναι ίσως ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρχει μια ιδεολογικά ουδέτερη Ιστορία;

Σ’ αυτό το θέμα υπάρχει όμως χώρος και για άλλους προβληματισμούς. Τι χωράει τελικά στον (σχετικά νέο) όρο της «εθνοκάθαρσης«; Πρέπει αναγκαστικά να έρχεται στρατός και να διώχνει τον κόσμο από τα σπίτια του, για να τη θεωρήσουμε ως τέτοια; Πρέπει να υπάρχουν έγγραφα, που να περιγράφουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο εκκένωσης του αλλοεθνούς πληθυσμού; Μ’ έναν τέτοιο αυστηρό ορισμό, είναι αμφίβολο αν πολλά γεγονότα θα μπορούσαν να θεωρηθούν εθνοκαθάρσεις, ακόμα π.χ. και αυτά που οδήγησαν στη δημιουργία της «ΤΔΒΚ» στην Κύπρο.

Προφανώς πρέπει να λάβουμε υπόψη και το ρόλο της γενικής ατμόσφαιρας που δημιουργείται. Μπορεί να μην βρίσκουμε πάντα μια καθαρή σύνδεση ανάμεσα σε διάφορα περιστατικά σφαγών/βιασμών και στην κρατική πολιτική – και οι υπερασπιστές της τελευταίας συχνά αρνούνται οποιαδήποτε σχέση, μειώνοντας τη σημασία των περιστατικών και παρουσιάζοντας τα ως μεμονωμένα και οργανωμένα από περιθωριακές ακραίες ομάδες. Το σίγουρο όμως, είναι πως τέτοια περιστατικά – τα οποία είναι αργά ή γρήγορα αναπόφευκτα σε μια ένοπλη σύγκρουση – οδηγούν στην τρομοκράτηση συγκεκριμένων εθνικών ομάδων, με το αποτέλεσμα τα μέλη τους να φεύγουν μαζικά για να σώσουν τη ζωή και την τιμή τους.

Στον αραβο-ισραηλινό πόλεμο, περιστατικά όπως η σφαγή του Ντεΐρ Γιασίν έπαιξαν τέτοιο ρόλο. Με ανάλογο τρόπο λειτούργησε η Ιστορία και στη Βόρεια Κύπρο το 1974 ή κατά την επιχείρηση Ολούγια το 1995 στην Κράινα της Κροατίας ή στην Τσαμουριά το 1944. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η κρατική πολιτική μετά τη φυγή/εκδίωξη. Ενθάρρυναν ή αποθάρρυναν οι κρατικές αρχές την επιστροφή των προσφύγων, και πως μεταχειρίστηκαν τις περιουσίες τους; Η απάντηση στις περισσότερες αυτών των περιπτώσεων είναι δυστυχώς αρκετά ξεκάθαρη.

Τελικά ίσως η νομικίστικη αντιμετώπιση του θέματος, η αναζήτηση καθαρών ιστορικών «αποδείξεων», να μην είναι το σημείο που πρέπει να επικεντρωθούμε. Μπορούμε απλά να χρησιμοποιήσουμε και την κοινή λογική. Στην περίπτωση του Ισραήλ (ή της Βόρειας Κύπρου) είναι πιστεύω καθαρό, ότι τα κράτη δεν θα μπορούσαν να στηθούν χωρίς να απομακρυνθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού: αφού αυτός εκ των πραγμάτων δεν ανήκε στο έθνος που θα ήταν η βάση του σχεδιαζόμενου κράτος. Σε άλλες περιπτώσεις (όπως π.χ. της Ελλάδας ή της Τουρκίας) μπορεί η εθνοκάθαρση να μην ήταν απαραίτητη, σίγουρα όμως βοηθητική, ειδικά σε περιπτώσεις αλλοεθνών/αλλόθρησκων κοινοτήτων σε συνοριακές περιοχές. Σε μια εποχή που οι συναισθηματικά φορτισμένες συζητήσεις περί γενοκτονιών και εθνοκαθάρσεων γίνονται όλο και πιο συχνές, ίσως είναι χρήσιμο να τις δούμε κι από μια τέτοια άποψη.


Πηγές:

Οι αλλοι Κουρδοι 2: Γιαζιντιτες

Κλασσικό

Μέσα από τον πόλεμο στη Συρία και το Ιράκ, πολλοί έμαθαν ίσως για πρώτη φορά την ύπαρξη μιας μικρής θρησκευτικής κοινότητας, με το όνομα «Γιαζίντι» ή «Γεζίντι» – ή πιο ελληνοποιημένα, Γιαζιντίτες. Ως συνέπεια του πολέμου, κάποιοι απ’ αυτούς βρέθηκαν πρόσφατα και ως πρόσφυγες στην Ελλάδα.

Αυτό που μάλλον έκανε την διεθνή κοινότητα να ενδιαφερθεί γι’ αυτήν την μικρή και μυστηριώδη θρησκευτική κοινότητα, ήταν η επίθεση του Ισλαμικού Κράτους στο Σιντζάρ το 2014, και οι μαζικές σφαγές και σκλαβοποιήσεις Γιαζιντιτών που τη συνόδευσαν.  Αφού οι Γιαζιντίτες είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία κουρδόφωνοι, το άρθρο μπορεί να θεωρηθεί και συνέχεια αυτού για τους Ζαζά και Αλεβίτες Κούρδους: περιγράφει μια ακόμα κουρδική ταυτότητα, που αποκλίνει από την τυπική σουνιτική Κουρμαντζί.

Γιαζιντίτες: μια ανθρωπογεωγραφία

Για τον αριθμό των Γιαζιντιτών δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία, και οι υπολογισμοί διαφέρουν πολύ. Ο μέσος όρος πάντως κυμαίνεται γύρω στις 500.000-600.000, σε όλο τον κόσμο. Αυτό θα σήμαινε ότι περίπου 2-3% όλων των Κούρδων είναι Γιαζιντίτες. Στο παρελθόν το ποσοστό τους ήταν πιθανότατα μεγαλύτερο, αλλά μειώθηκε λόγω της πίεσης που είχαν σε διάφορες φάσεις της Ιστορίας να αλλαξοπιστήσουν, είτε προς το Ισλάμ είτε προς τον Χριστιανισμό.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων. Οι γιαζιντίτικοι θύλακες απεικονίζονται με καφέ χρώματα: ο πιο μεγάλος είναι το Σιντζάρ στο συριο-ιρακινά σύνορα.

Επίκεντρο της παρουσίας τους είναι το βόρειο Ιράκ. Εκεί, βόρεια της Μοσούλης, βρίσκεται εξάλλου και η κοιλάδα Λαλίς: ο ιερός τόπος, όπου οι Γιαζιντίτες συρρέουν για να προσκυνήσουν τον τάφο του Σεΐχη Αντί, της ίσως πιο σημαντικής ιστορικής τους προσωπικότητας (έζησε τον 12ο αιώνα μ.Χ.). Η μεγαλύτερη περιοχή με γιαζιντίτικη πλειοψηφία πάντως είναι πιο δυτικά, κοντά στα σύνορα με τη Συρία: το Όρος Σιντζάρ. Έγινε δυστυχώς παγκόσμια γνωστή με την πρόσφατη, ιδιαίτερα άγρια, επίθεση των τζιχαντιστών.

Γιαζιντίτες στον τάφο του Σεΐχη Αντί, στην κοιλάδα Λαλίς. http://www.alamy.com/stock-photo-yazidi-kurds-at-the-tomb-of-sheikh-adi-in-lalish-in-the-foothills-53715227.html

Γιαζιντίτες έξω από τον τάφο του Σεΐχη Αντί.
Πηγή εικόνας

Επίσης, γιαζιντίτικες κοινότητες ζουν σκορπισμένες σε τμήματα της Συρίας και της νοτιονατολικής Τουρκίας, αλλά και βορειότερα, μέχρι τον Καύκασο. Με την μετανάστευση απ’ αυτές τις χώρες στις τελευταίες δεκαετίες, ένας σημαντικός αριθμός βρέθηκε και στη δυτική Ευρώπη. Στη Γερμανία υπολογίζεται σήμερα ότι ζουν περίπου 60.000 Γιαζιντίτες: αυτό θα αντιστοιχούσε περίπου στο ένα δέκατο του παγκόσμιου πληθυσμού τους.

Η Φελεκνάς Ουτζά (γενν. το 1976 στη Γερμανία) ήταν ευρωβουλευτίνα με το γερμανικό κόμμα DIE LINKE (και τον πρόγονό του PDS) από το 1999 ως το 2009. Το 2015 εκλέχθηκε στην τουρκική Βουλή με το αριστερό φιλο-κουρδικό HDP. http://alchetron.com/Feleknas-Uca-870930-W

Η Φελεκνάς Ουτζά (γενν. το 1976 στη Γερμανία) ήταν ευρωβουλευτίνα με το γερμανικό κόμμα DIE LINKE μέχρι το 2009. Το 2015 εκλέχθηκε στην τουρκική Βουλή με το αριστερό φιλο-κουρδικό HDP.
Πηγή εικόνας

Λατρεία του Αγγέλου ή του Διαβόλου;

Πολλοί θεωρούν τον Γιαζιντισμό ως ακόμα μια μορφή συγκρητισμού: σ’ αυτόν συνυπάρχουν επιρροές από τον μουσουλμανικό σουφισμό μέχρι και στοιχεία από τον ζωροαστρισμό και άλλες αρχαίες ιρανικές θρησκείες. Το σίγουρο είναι ότι δέχεται τη βασική αρχή του μονοθεϊσμού. Ο Θεός πάντως κατά τη γιαζιντίτικη θεολογία, αφού δημιούργησε τον Κόσμο, τον εμπιστεύτηκε στη φροντίδα μιας επτάδας αγγέλων. Το πιο σημαντικό μέλος αυτής της επτάδας είναι ο άγγελος-παγόνι Μελέκ Ταούς.

Στη λατρεία του Μελέκ Ταούς βασίζεται όμως και μια ιδιαίτερα κακή φήμη για τον Γιαζιντισμό. Από κάποιους Μουσουλμάνους και Χριστιανούς θεωρείται εκπεσών άγγελος, άρα διάβολος. Οι Γιαζιντίτες κατηγορούνται άρα ότι είναι λάτρεις του Διαβόλου. Η φήμη αυτή παίζει το ρόλο της και στον ιδιαίτερα σκληρό τρόπο με τον οποίο τους αντιμετωπίζουν οι τζιχαντιστές. Εννοείται ότι οι Γιαζιντίτες απορρίπτουν τέτοιες κατηγορίες, θεωρώντας τις ιδιαίτερα προσβλητικές.

Απεικόνιση του Μελέκ Ταούς. http://www.cais-soas.com/CAIS/Religions/iranian/yazidis.htm

Απεικόνιση του Μελέκ Ταούς.
Πηγή εικόνας

Μια απόλυτα κλειστή κοινότητα;

Προσωπικά, η πρώτη φορά που άκουσα για την ύπαρξη των Γιαζιντιτών, ήταν όταν ζούσα στη Γερμανία, με αφορμή έναν «φόνο τιμής», λόγω ερωτικής σχέσης μιας Γιαζιντίτισσας με μη Γιαζιντίτη. Οι Γιαζιντίτες παρουσιάστηκαν τότε από τον γερμανικό τύπο ως μια κοινότητα ιδιαίτερα αυστηρή ως προς το θέμα της ενδογαμίας – ο γάμος με άτομα εκτός της κοινότητας ήταν το μεγαλύτερο ταμπού, και μπορούσε να οδηγήσει και στο φόνο.

Αν και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις υπερβολές που συνοδεύουν τέτοια στερεότυπα, το σίγουρο είναι ότι η ενδογαμία είναι κεντρικό χαρακτηριστικό των Γιαζιντιτών, και είναι μάλλον αδύνατο για κάποιον να παραμείνει μέλος της κοινότητας αν παντρευτεί εκτός της. Ακόμα κι αν ο επίδοξος μη Γιαζιντίτης γαμπρός (ή νύφη) ήταν πρόθυμος να προσχωρήσει στον Γιαζιντισμό για να γίνει ο γάμος, αυτό δεν θα ήταν δυνατό: Γιαζιντίτης δεν γίνεσαι, γεννιέσαι. Προσηλυτισμός δεν προβλέπεται, σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό ή το Ισλάμ. Η υποχρεωτική ενδογαμία επεκτείνεται ακόμα και στις εσωτερικές γιαζιντιτικές κάστες: οι ομάδες που αναλαμβάνουν ηγετικό θρησκευτικό ρόλο (σεϊχηδες, πιρκαουάλ) οφείλουν να παντρεύονται εντός της κάστας τους και όχι με μέλη του απλού λαού (τους μουρίντ). 

Η ενδογαμία είναι μέρος μιας μάλλον γενικότερης πρακτικής να αποφεύγονται οι επαφές εκτός της κοινότητας, ώστε να διατηρείται η συνοχή της. Αυτό λέγεται ότι έχει παίξει το ρόλο του και στην αρνητική στάση των Γιαζιντιτών απέναντι σε σύγχρονους θεσμούς, οι οποίοι τους έφερναν αναγκαστικά σε επαφή με άλλους, π.χ. τη στρατιωτική θητεία ή την κρατική παιδεία.

Πάντως, θα ήταν μάλλον λάθος να θεωρήσουμε ότι δεν υπήρχαν καθόλου σχέσεις με μη Γιαζιντίτες γείτονες. Κάτι τέτοιο θα ήταν έτσι κι αλλιώς πρακτικά αδύνατο, και οι κοινότητες μπορεί να έδειχναν τελικά μεγαλύτερη ανεκτικότητα η μια στην άλλη, απ’ ό,τι θα περίμενε κάποιος από την πολιτική των ηγεσιών τους. Στο θέμα π.χ. της περιτομής (την οποία εφαρμόζουν και οι Γιαζιντίτες) φαίνεται ότι υπάρχει η συνήθεια αυτή να τελείται από μη Γιαζιντίτες γνωστούς, κάτι που δημιουργεί παραδοσιακά διαρκείς δεσμούς ανάμεσα σε οικογένειες και χρήσιμες διασυνδέσεις εκτός της κοινότητας.

Η σχέση με το κουρδικό εθνικό κίνημα

Όπως είπαμε, οι Γιαζιντίτες μιλούν στη συντριπτική τους πλειοψηφία κουρδικά (με εξαίρεση δύο αραβόφωνες μικρές πόλεις στο Ιράκ), και συγκεκριμένα Κουρμαντζί. Οι Κούρδοι εθνικιστές τους βλέπουν φυσικά ως μέρος του έθνους τους, με μερικούς απ’ αυτούς να θεωρούν μάλιστα τον Γιαζιντισμό ως την πιο «γνήσια» κουρδική θρησκεία. Τόσο το ΡΚΚ όσο και η αυτόνομη κουρδική διοίκηση στο Βόρειο Ιράκ προσπαθούν να τους εντάξουν στις δομές τους – και τους μπλέκουν έτσι και στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς.

Γιαζιντίτες που υπηρετούν στην Πεσμεργκά, το στρατό της αυτόνομης κουρδικής διοίκησης στο Βόρειο Ιράκ. Πηγή: Wolfgang Taucher, Mathias Vogl, Peter Webinger (eds.) (2015).

Γιαζιντίτες που υπηρετούν στην Πεσμεργκά, το στρατό της αυτόνομης κουρδικής διοίκησης στο Βόρειο Ιράκ.
Πηγή: Wolfgang Taucher, Mathias Vogl, Peter Webinger (eds.) (2015).

Γιαζίντι μαχήτρια μαζί με την οικογένειά της, με την εικόνα του Οτζαλάν να φαίνεται πίσω. Το ΡΚΚ και οι συγγενικές του ομάδες έπαιξαν σημαντικό ρόλο ιδιαίτερα στη στρατιωτική οργάνωση των Γιαζίντι γυναικών - κάτι που έχει μια βαρύτητα, όταν αυτές κινδυνεύουν να καταλήξουν ως παλλακίδες μαχητών του Ισλαμικού Κράτους, όπως ήδη έγινε με πολλές. https://www.theguardian.com/artanddesign/2015/sep/11/women-taking-on-isis-iraq-yazidi-female-fighters

Γιαζίντι 16χρονη μαχήτρια με την οικογένειά της, (η εικόνα του Οτζαλάν πάνω δεξιά). Το ΡΚΚ και οι συγγενικές του ομάδες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη στρατιωτική οργάνωση των Γιαζιντιτίσσων, σε μια εποχή που αυτές κινδυνεύουν να καταλήξουν ως ερωτικές σκλάβες των τζιχαντιστών.
Πηγή εικόνας

Είναι πιθανόν η κουρδική εθνική ιδέα να ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στους Γιαζιντίτες, τώρα που η απειλή που νιώθουν από τον σουνιτικό ισλαμισμό όλο και δυναμώνει. Είναι λογικό πολλοί απ’ αυτούς να στρέφονται στη μόνη δύναμη που τους δέχεται ως μέλη του έθνους και είναι έτοιμη να τους υπερασπιστεί – κάτι που φάνηκε και κατά τις τελευταίες επιθέσεις των τζιχαντιστών στο Σιντζάρ.

Η ανταγωνιστική (;) ιδέα μιας ιδιαίτερης εθνικής γιαζιντικής ταυτότητας παραμένει όμως κι αυτή ισχυρή, σε μια κοινότητα έτσι κι αλλιώς παραδοσιακά κλειστή. Εξάλλου, οι γιαζιντίτικες στρατιωτικές ομάδες μπορεί να συνεργάζονται ή και να εντάσσονται στις ευρύτερες κουρδικές δυνάμεις, αλλά μπορεί και να έρθουν σε αντιπαράθεση μαζί τους: όπως έδειξαν π.χ. οι πρόσφατες μικροσυγκρούσεις ανάμεσα σε γιαζιντίτικα σώματα και Μουσουλμάνους Κούρδους Πεσμεργκά, μετά την απελευθέρωση του Σιντζάρ. Δεν λείπουν και φωνές περί μιας ειδικής αυτονομίας στις γιαζιντιτικές περιοχές.


Οι Γιαζιντίτες είναι ένα ακόμα παράδειγμα της εντυπωσιακής θρησκευτικής ποικιλίας στην Εγγύς Ανατολή. Και αυτή η ποικιλία είναι μάλλον πιο μεγάλη ανάμεσα στους Κούρδους, παρά σε οποιονδήποτε άλλο λαό της περιοχής. Ίσως γι’ αυτήν την κουρδική ιδιαιτερότητα να παίζει ρόλο και το ότι ζουν κυρίως σε απόμακρες περιοχές, όπου οι διαδικασίες ομογενοποίησης δεν ήταν τόσο αισθητές.

Δυστυχώς όμως, οι προοπτικές επιβίωσης των Γιαζιντιτών μάλλον δεν είναι και οι καλύτερες. Η γενική αποσταθεροποίηση της περιοχής, αλλά ιδιαίτερα η άνοδος του ακραίου σουνιτικού ισλαμισμού, απειλεί την ίδια την ύπαρξη της κοινότητας. Θεωρούμενοι ως πολυθεϊστές, ειδωλολάτρες ή ακόμα και λάτρεις του Διαβόλου, στα μάτια των φανατικών ισλαμιστών δεν δικαιούνται  καν την προστασία που έχουν οι «θρησκείες του βιβλίου» (Χριστιανισμός, Εβραϊσμός). Ο φόβος γενοκτονίας σίγουρα δεν είναι αβάσιμος. Τα γεγονότα του 2014 ήταν μεν η χειρότερη έκρηξη βίας που έζησαν οι Γιαζιντίτες τα τελευταία χρόνια, αλλά όχι και η πρώτη: επιθέσεις με θύματα Γιαζιντίτες υπήρξαν πολλές από τον πόλεμο του Ιράκ (2003) και μετά.

Για πολλούς Γιαζιντίτες, η φυγή προς την Ευρώπη μοιάζει να είναι η μόνη εγγύηση ασφάλειας. Από την άλλη όμως, το περιβάλλον μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας μάλλον δεν ευνοεί τη διατήρηση του κλειστού χαρακτήρα της κοινότητας, που ήταν τόσο σημαντικός για την επιβίωση της ιστορικά. Όπως και με τόσες άλλες εθνο-θρησκευτικές κοινότητες, η παγκοσμιοποίηση βάζει τους Γιαζιντίτες μπροστά σε δύσκολα διλήμματα. Το μέλλον θα δείξει αν θα καταφέρουν να δώσουν τις σωστές απαντήσεις.


Πηγές:

Κουρδικο ζητημα και ιδεολογικες αναζητησεις

Κλασσικό

Στο χώρο της Μεσογείου ζήσαμε από το 2010 μέχρι το 2013 μια σειρά από εξεγέρσεις, που αρχικά έδωσαν πολλές ελπίδες. Στις αρχές του 2016, η απογοήτευση από την εξέλιξή τους δύσκολα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Στην Αίγυπτο υπάρχει μια στρατιωτική δικτατορία χειρότερη ίσως από την προηγούμενη, ενώ η Συρία έχει βυθιστεί σ’ έναν καταστροφικό και ανούσιο εμφύλιο πόλεμο. Στην Τουρκία το αυταρχικό καθεστώς του Ερντογάν μοιάζει να κρατά γερά στα χέρια του το μέλλον της χώρας. Στην Ελλάδα η επικράτηση του Μνημονίου μοιάζει να είναι οριστική, και η απουσία εναλλακτικού πολιτικού οράματος μεγαλύτερη από ποτέ. Ακόμα και στην Ισπανία δεν φαίνεται να υπάρχουν προοπτικές μιας πραγματικής αλλαγής, μέσω κατάληψης της εξουσίας από τους Ποδέμος.

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα ήττας, υπάρχει όμως ίσως και μια εξαίρεση: το κουρδικό κίνημα. Η τοπική αυτονομία στη Ροζάβα μοιάζει να είναι η μόνη ελπιδοφόρα κατάσταση που γεννήθηκε από τον πόλεμο της Συρίας, ενώ και στο τουρκικό τμήμα του Κουρδιστάν η λαϊκή αντίσταση δεν φαίνεται να κάμπτεται εύκολα. Ήρθε ίσως η ώρα να ασχοληθούμε περισσότερο και με το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών των κινημάτων.

Από τον κουρδικό εθνικισμό στη δημοκρατική αυτονομία

Ο χώρος που παραδοσιακά κατοικούν οι Κούρδοι είναι η συνοριακή περιοχή Τουρκίας-Συρίας-Ιράκ-Ιράν-Αρμενίας. Σε μια μεγάλη ενιαία έκταση αποτελούν την καθαρή πλειοψηφία, με ένα σύνολο πληθυσμού πάνω από 20 εκατομμύρια. Είναι έτσι μοναδική περίπτωση λαού στην περιοχή μας που δεν έχει το δικό του έθνος-κράτος, αν και υπάρχουν καθαρά οι προϋποθέσεις γι’ αυτό.

Η ενιαία περιοχή όπου οι Κούρδοι αποτελούν την πλειοψηφία - το Κουρδιστάν, όπως το αποκαλούν οι ίδιοι. http://www.bbc.com/news/world-middle-east-29702440

Η ενιαία περιοχή με κουρδική πλειοψηφία στον πληθυσμό: το Κουρδιστάν.
Πηγή εικόνας

Οι ίδιοι οι Κούρδοι βλέπουν το Κουρδιστάν ως χωρισμένο σε 4 μέρη, ανάλογα με το κράτος στο οποίο ανήκουν: το Βορρά (Τουρκία), τη Δύση (Συρία), το Νότο (Ιράκ) και την Ανατολή (Ιράν). Το Νότιο (ιρακινό) Κουρδιστάν είναι το μόνο που, τουλάχιστον ως την έναρξη του πολέμου στη Συρία, φαινόταν να έχει πετύχει την αυτονομία του. Κυριαρχείται από τις οικογένειες Μπαρζανί και Ταλαμπανί, που είναι μάλλον κάτι σαν κουρδική Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά αντίστοιχα. Το άρθρο αυτό δεν ασχολείται μαζί τους, αλλά επικεντρώνεται στην πιο αριστερή εκδοχή του κουρδικού κινήματος, που είναι ιδιαίτερα δυνατή στην Τουρκία και τη Συρία.

Το σημαντικότερο μέρος του Κουρδιστάν, τόσο σε πληθυσμό όσο και σε έκταση, είναι το τουρκικό. Η ιδιαίτερη Ιστορία του ήταν καθοριστική για την εξέλιξη της κουρδικής εθνικής ιδέας. Οι Κούρδοι θεωρήθηκαν μεν ως Μουσουλμάνοι μέρος του τούρκικου έθνους, και συμμετείχαν στον «Πόλεμο της Ανεξαρτησίας» υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ. Στα ακόλουθα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας όμως, αυτή η ένταξη στο τουρκικό έθνος σήμαινε τη σκληρή καταπίεση κάθε ιδέας ιδιαίτερης κουρδικής ταυτότητας. Η κατάσταση έφτασε στο σημείο οι Κούρδοι να αναφέρονται ως «ορεινοί Τούρκοι» και ακόμα και η ομιλία στα κουρδικά να γίνει παράνομη. Παράλληλα, το Κουρδιστάν αγνοήθηκε από τους πολιτικούς και παρέμεινε ένα από τα πιο φτωχά και υπανάπτυκτα τμήματα της χώρας.

Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν η περίοδος που στην Τουρκία άνθισαν τα αριστερά και ριζοσπαστικά κινήματα – αρχικά ήταν ειρηνικά, αλλά στη συνέχεια τμήματά τους έγιναν όλο και πιο βίαια, αντιδρώντας και στη σκληρή κρατική και παρακρατική βία. Εκείνη την εποχή δημιουργήθηκε και το PKK, το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν. Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι οι ρίζες του δεν ήταν στις (παράνομες) κουρδικές εθνικές οργανώσεις, κάποιες από τις οποίες συνδέονταν με το κόμμα του Μπαρζανί στο Ιράκ. Αντίθετα, τα πρώτα στελέχη του προέρχονται από την (επίσης παράνομη) τουρκική επαναστατική Αριστερά – κάτι που μάλλον παίζει το ρόλο του και σήμερα.

Ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν ή "Άπο", με τη σημαία του ΡΚΚ. http://www.thetimes.co.uk/tto/news/world/europe/article3716538.ece

Ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν ή «Άπο» (=Θείος), ηγέτης του ΡΚΚ, στο πρόσωπο του οποίου υπάρχει μια σχεδόν θρησκευτική προσήλωση. Όπως και τα περισσότερα στελέχη του ΡΚΚ, έχει φτωχή αγροτική καταγωγή και ξεκίνησε την πολιτική του δραστηριότητα στους κόλπους της τουρκικής επαναστατικής Αριστεράς.
Πηγή εικόνας

Μπορούμε να δούμε το PKK σαν ένα από τα τριτοκοσμικά κινήματα που προσπάθησαν να συνδυάσουν τον μαρξισμό-λενινισμό με την ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης, βασιζόμενα (παρά τη μαρξιστική «ορθοδοξία») σ’ έναν κυρίως αγροτικό πληθυσμό. Εχθρός ήταν το τουρκικό κράτος/παρακράτος, αλλά και η «ντόπια φεουδαρχία», οι πλούσιοι Κούρδοι γαιοκτήμονες που συνεργάζονταν με τις κρατικές αρχές. Η ίδρυση ενός ανεξάρτητου κουρδικού έθνους-κράτους θεωρήθηκε ως ο μόνος δρόμος για την κοινωνική και εθνική απελευθέρωση. Αυτή η συγκέντρωση στο εθνικό ζήτημα έφερε όμως φυσικά μια αποξένωση του PKK από την υπόλοιπη τουρκική Αριστερά.

Με το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’80, το πολιτικό περιβάλλον της Τουρκίας έγινε ακόμα πιο ασφυκτικό. Με την απουσία οποιασδήποτε δημοκρατικής και ειρηνικής δυνατότητας, η ένοπλη πάλη έμοιαζε πλέον μονόδρομος και ξεκίνησε το 1984. Το ΡΚΚ κατάφερε να κερδίσει υποστήριξη – ή τουλάχιστον συμπάθεια – από τμήματα του κουρδικού πληθυσμού κυρίως στην ύπαιθρο. Η σύγκρουση εντάθηκε και έγινε ιδιαίτερα σκληρή στη δεκαετία του ’90, όταν χιλιάδες κουρδικά χωριά καταστράφηκαν από τον τουρκικό στρατό και εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδοι αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, εντός ή εκτός Τουρκίας. Ήταν μια περίοδος που ενίσχυσε την αντίληψη πολλών Κούρδων, ότι το τουρκικό κράτος είναι κάτι εχθρικό – μια αντίληψη που προφανώς επιβιώνει και σήμερα.

Το διεθνές περιβάλλον, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, δεν ήταν πάντως ευνοϊκό για το PKK, που αναγκάστηκε σταδιακά να εγκαταλείψει τον στόχο της ανεξαρτησίας και να περιοριστεί στο αίτημα τοπικής αυτονομίας. Το 1999 τελικά η Τουρκία πέτυχε (με τον γνωστό σε μας τρόπο) τη σύλληψη του Οτζαλάν.

Φυλακισμένος πλέον στο νησί Ιμραλί και με τον ένοπλο αγώνα να μοιάζει χαμένος, ο Οτζαλάν άρχισε να ψάχνει νέες ιδεολογικές βάσεις για το κίνημα. Αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης ήταν και οι ιδέες της «δημοκρατικής αυτονομίας» και του «δημοκρατικού συνομοσπονδισμού«.

Από τη Βόρεια Αμερική στο Κουρδιστάν

Το μοντέλο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έργα του Μάρεϋ Μπούκτσιν, με τον οποίο ο Οτζαλάν είχε εξάλλου αλληλογραφία. Ο Μπούκτσιν ήταν Αμερικάνος διανοούμενος με σοσιαλιστικές και αναρχικές επιρροές. Είναι ο κύριος θεωρητικός της «κοινωνικής οικολογίας» και του “ελευθεριακού δημοτισμού”.

Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν (1921-2006). https://libcom.org/library/between-30s-60s-murray-bookchin

Ο Μάρεϋ Μπούκτσιν (1921-2006).
Πηγή εικόνας

Ο στόχος του ελευθεριακού δημοτισμού είναι να ανακτήσουν οι δήμοι και κοινότητες – δηλαδή ο λαός – τον έλεγχο της κοινωνίας από το έθνος-κράτος, μέσω δημοτικών συνελεύσεων που θα λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά. Ανάλογες κινήσεις αποκέντρωσης και λαϊκού ελέγχου πρέπει να γίνουν και στο πεδίο της οικονομίας (π.χ. αγροκτήματα, εργοστάσια).

Ο Μπούκτσιν αναγνωρίζει ότι διάφορα θέματα (π.χ. πολλά οικολογικά προβλήματα, ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων) δεν μπορούν να ρυθμιστούν αποτελεσματικά στο δημοτικό επίπεδο. Γι’ αυτόν το λόγο, οι δήμοι/κοινότητες πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους σε συνομοσπονδίες. Οι δημοτικές συνελεύσεις αποστέλλουν έτσι εκπροσώπους (ανά πάσα στιγμή μετακλητούς) σε ένα συνομοσπονδιακό συμβούλιο, του οποίου οι αρμοδιότητες είναι όμως μόνο συντονιστικές και διοικητικές – η πραγματική εξουσία πηγάζει από τις δημοτικές συνελεύσεις. Ο στόχος είναι, αυτά τα συνομοσπονδιακά συμβούλια να μπορέσουν σταδιακά να γίνουν μια εναλλακτική απέναντι στα έθνη-κράτη.

Δεν είναι περίεργο που μια τέτοια ιδεολογία φάνηκε ενδιαφέρουσα στην ηγεσία ενός εθνικού κινήματος, το οποίο μόλις είχε χάσει μια μάχη ενάντια στο πανίσχυρο τουρκικό έθνος-κράτος. Υιοθετώντας ιδέες από τον ελευθεριακό δημοτισμό, η πάλη μετατίθεται σ’ ένα άλλο πεδίο. Σκοπός δεν θα ήταν πλέον η άσκηση κρατικής εξουσίας, αλλά η δημιουργία εναλλακτικών μορφών εξουσίας/αυτο-οργάνωσης.

Ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός είναι έτσι πλέον ο επίσημος στόχος του ΡΚΚ και των συνδεόμενων μ’ αυτό οργανώσεων. Περιγράφεται ως “μη-κρατική πολιτική διοίκηση ή δημοκρατία χωρίς κράτος” και είναι «ευέλικτος, πολυπολιτισμικός, αντιμονοπωλιακός και με συναινετικό προσανατολισμό». Οι βασικές του αρχές (με βάση τα κείμενα του Οτζαλάν) μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

  • Αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων, στο επίπεδο των κοινοτήτων. Αυτές συνδέονται σε συνομοσπονδίες, που έχουν συντονιστικές αρμοδιότητες.
  • Οικολογία και εναλλακτική οικονομία, που θα αυξάνει τους πόρους της κοινωνίας αντί να τους εκμεταλλεύεται.
  • Φεμινισμός (ο σεξισμός αντιμετωπίζεται και αυτός ως κάτι συνδεδεμένο με το έθνος-κράτος).
  • Απόρριψη του συγκεντρωτισμού και της ομογενοποίησης που απαιτεί το καπιταλιστικό έθνος-κράτος (προφανώς εδώ παίζει ρόλο και η ειδική εμπειρία της Τουρκίας, όπου αυτή η ομογενοποίηση ήταν ιδιαίτερα βίαιη).
  • Ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτικών, πολιτισμικών ή θρησκευτικών ομάδων.

Ο Οτζαλάν απορρίπτει πλέον κάθε ιδέα για κουρδικό έθνος-κράτος. Αντίθετα, στόχος είναι να εφαρμοστούν στα ήδη υπαρκτά κράτη (Τουρκία, Συρία, Ιράκ, Ιράν) ομοσπονδιακές δομές ανοικτές για τους Κούρδους – και ταυτόχρονα να σχηματιστεί και μια συνομοσπονδία των κουρδικών περιοχών που να ξεπερνά τα κρατικά όρια. Ένα δημοκρατικό πρόγραμμα για τους Κούρδους μπορεί έτσι να γίνει η αρχή για τον εκδημοκρατισμό όλης της Μέσης Ανατολής.

Έχοντας στο νου ότι το PKK παραμένει (και) στρατιωτικό κίνημα, ενδιαφέρον έχουν και οι απόψεις του Οτζαλάν για το θέμα της αυτοάμυνας. Παρά την αντίθεση προς το έθνος-κράτος, δεν αποκλείει την ειρηνική συνύπαρξη των θεσμών της δημοκρατικής αυτονομίας μ’ αυτό – έτσι δεν είναι πλέον στόχος η στρατιωτική ανατροπή του τουρκικού κράτους. Το να ξεπεραστεί το κράτος είναι έτσι κι αλλιώς μια μακροπρόθεσμη διαδικασία, κατά την οποία ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός πρέπει ακόμα να αποδείξει την ικανότητά του να λύνει τα κοινωνικά προβλήματα. Παρ’ όλα αυτά, η αυτοάμυνα είναι αναγκαία, όταν το κράτος επεμβαίνει σε κεντρικά θέματα αυτοδιοίκησης και αυτο-οργάνωσης. Ο ρόλος των τοπικών ενόπλων δυνάμεων είναι να προστατεύουν “την ελεύθερη βούληση της κοινωνίας από εσωτερικές και εξωτερικές επεμβάσεις”. Αυτή η αρχή βρίσκει την εφαρμογή της σήμερα στη Συρία και την Τουρκία.

Από τη θεωρία στην πράξη: Ροζάβα

Ο πόλεμος της Συρίας έφερε πολύ πόνο και καταστροφή. Ταυτόχρονα όμως έδωσε, χάρη στο κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε, και την ευκαιρία για έναν πειραματισμό με την εφαρμογή αυτών των ιδεολογικών αρχών. Το PYD (Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης), συγγενική οργάνωση του PKK στη Συρία, κατάφερε να κερδίσει το στρατιωτικό έλεγχο τμημάτων της Βόρειας Συρίας, με κουρδική πλειοψηφία. Η περιοχή αυτή ονομάζεται από τους Κούρδους Ροζάβα, δηλαδή Δύση.

Τα τρία καντόνια της Ροζάβα: Αφρίν, Κομπάνε και Τζαζίρα. Ο χάρτης περιγράφει την κατάσταση πριν από ενάμιση χρόνο. Εν τω μεταξύ, το PYD έχει επεκτείνει την περιοχή του, ενώνοντας τα δυο ανατολικά καντόνια και ελέγχοντας το μεγαλύτερο τμήμα των τουρκο-συριακών συνόρων - κάτι ανησυχεί ιδιαίτερα την Τουρκία. http://www.tangledwilderness.org/wp-content/uploads/2015/03/rojavamap-colored.png

Τα τρία καντόνια της Ροζάβα: Αφρίν, Κομπάνε και Τζαζίρα. Ο χάρτης δείχνει την κατάσταση πριν από ενάμιση χρόνο. Εν τω μεταξύ, οι κουρδικές δυνάμεις έχουν επεκταθεί, ενώνοντας τα δυο ανατολικά καντόνια και ελέγχοντας σχεδόν όλο το μήκος των τουρκο-συριακών συνόρων.
Πηγή εικόνας

Η Ροζάβα και ιδιαίτερα το κεντρικό της καντόνι, το Κομπάνε (Αΐν-αλ-Αράμπ στα αραβικά), έγιναν πρόσφατα παγκόσμια γνωστά λόγω της ηρωικής αντίστασης στους τζιχαντιστές. Η εικόνα που κράτησαν πολλοί στο μυαλό είναι αυτή των γυναικών-μαχητριών. Ο φεμινισμός είναι όπως και να ‘χει ένα από τα βασικά στοιχεία της νέας ιδεολογίας του κουρδικού κινήματος. Λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό (περισσότερο όμως στο αριστερό) είναι ότι εκεί γίνεται μια γενική προσπάθεια εφαρμογής των αρχών του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού, ίσως για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση.

Ας δούμε λίγο τις βασικές αρχές αυτού του συστήματος, όπως τουλάχιστον τις παρουσιάζουν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του συριακού κουρδικού κινήματος και οι συμπαθούντες:

  • Η διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων βασίζεται σε «κοινότητες«, που αποτελούνται από μερικές οικογένειες η κάθε μια και λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά. Η κοινότητα έπειτα στέλλει αντιπρόσωπους, που μεταφέρουν αυτές τις αποφάσεις, στο συμβούλιο της γειτονιάς, αυτό στο συμβούλιο της περιφέρειας κ.ο.κ. μέχρι το ανώτερο επίπεδο της καντονιακής διοίκησης. Η εξουσία δηλαδή κινείται από τα κάτω προς τα πάνω κι όχι ανάποδα – τουλάχιστον θεωρητικά. Τα τοπικά συμβούλια συναποφασίζουν με εκπρόσωπους από κόμματα, εργατικά συμβούλια, θρησκευτικές οργανώσεις κ.ά., ενώ έχουν αρμοδιότητες σε τομείς όπως η δημόσια τάξη, η δικαιοσύνη, η κατανομή του ψωμιού και της βενζίνης.
  • Ένα ιδιαίτερα σημαντικό θέμα είναι αυτό των δια-εθνοτικών σχέσεων. Η πλειοψηφία του πληθυσμού μπορεί να είναι κουρδική στις περιοχές που ελέγχει το PYD, υπάρχουν όμως και πολλές άλλες εθνο-θρησκευτικές ομάδες. Θεωρητικά ο εθνικισμός απορρίπτεται, στα ανώτερα επίπεδα εφαρμόζεται ποσόστωση, ενώ στο κατώτερο τοπικό επίπεδο υπάρχουν και ξεχωριστά συμβούλια της κάθε θρησκευτικής ή εθνοτικής ομάδας. Αυτό δεν σημαίνει ότι λείπουν και κατηγορίες περί πίεσης εναντίον Τουρκομάνων και Αράβων – πρέπει πάντως να είμαστε προσεκτικοί μ’ αυτές, ως το κατά πόσο συνδέονται με την τουρκική προπαγάνδα.
  • Επίσης φαίνεται ότι στη Ροζάβα γίνονται και ενδιαφέροντα πειράματα στο πεδίο της οικονομίας. Βασική αρχή είναι η κοινωνική οικονομία, δηλαδή με προσανατολισμό την ικανοποίηση των αναγκών της κοινότητας. Κεντρικό στοιχείο είναι η ίδρυση συνεταιρισμών σε όλους τους τομείς (εμπόριο, κατασκευές, γεωργία), που μπορεί να συνδέονται με τις κοινότητες. Υπάρχουν και ιδιωτικές εταιρείες που  συνεργάζονται με τις καντονιακές διοικήσεις (π.χ. στον τομέα της διύλισης πετρελαίου).  Δεν απορρίπτεται η ατομική ιδιοκτησία, αλλά δίνεται βάρος στην κοινή ιδιοκτησία σε τομείς όπως τα γεωργικά μηχανήματα ή στην παραγωγή ρεύματος και πόσιμου νερού. Ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας πρέπει να παραμένει σε δημόσια (κατά προτίμηση κοινοτική) διαχείριση, για να διασφαλίζεται η οικονομική και οικολογική ισορροπία.

Βόρειο Κουρδιστάν, τρεις δεκαετίες μετά

Μπορεί λόγω των τωρινών συνθηκών η Ροζάβα να έγινε κεντρικό σημείο αναφοράς για το κουρδικό κίνημα, το τούρκικο τμήμα του Κουρδιστάν παραμένει όμως λόγω μεγέθους το πιο σημαντικό. Τι έχει αλλάξει από το 1984 που ξεκίνησε ο ένοπλος αγώνας του ΡΚΚ μέχρι σήμερα;

Ήδη από το 1990, το κουρδικό κίνημα στην Τουρκία δοκιμάζει (παράλληλα με την ένοπλη πάλη) και τα κοινοβουλευτικά μέσα. Φιλο-κουρδικά κόμματα διαδέχονται το ένα το άλλο, με διαφορετικά (αν και συχνά παραπλήσια) ονόματα. Αντέχουν κατά κανόνα μόνο λίγα χρόνια μέχρι να απαγορευτούν, συνήθως κατηγορούμενα ότι έχουν διασυνδέσεις με το ΡΚΚ – κάτι όμως που δεν τα εμποδίζει να έχουν μια συνέχεια και να εκλέγουν «ανεξάρτητους» βουλευτές σε κάποιες περιφέρειες.

Το τελευταίο κόμμα σ’ αυτήν τη σειρά, τo HDP (Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών), έγινε η πρώτη αριστερή δύναμη που κατάφερε το 2015 να ξεπεράσει το (άκρως αντιδημοκρατικό) όριο εισδοχής του 10% και να μπει απ’ ευθείας στην τουρκική βουλή, χωρίς να χρησιμοποιήσει πλάγιους δρόμους. Πρόκειται για έναν συνασπισμό του κουρδικού κινήματος με δυνάμεις της τουρκικής Αριστεράς, με έμφαση τόσο στη λύση του κουρδικού, όσο και σε θέματα οικολογίας, ισότητας των φύλων, κριτικής στην καπιταλιστική οικονομία. Γίνεται έτσι μια προσπάθεια να ξεπεράσει το κίνημα τα εθνικά κουρδικά όρια.

Τα ποσοστά του HDP στις εκλογές του Ιουνίου 2015. http://www.konda.com.tr/en/raporlar/KONDAJune7ElectionandElectorateAnalysis.pdf

Τα ποσοστά του HDP στις εκλογές του Ιουνίου 2015.
Πηγή εικόνας

Παρ’ όλα αυτά, κύρια δύναμη του κόμματος παραμένει η νοτιοανατολική Τουρκία, όπου το HDP ελέγχει και πολλούς δήμους. Εκεί έγιναν προσπάθειες να δημιουργηθούν «συνελεύσεις των γειτονιών», ενώ οργανώνονται και εναλλακτικές υπηρεσίες προς τους πολίτες, π.χ. μέριμνα ώστε οι δημοτικές υπηρεσίες να παρέχονται σε όλες τις γλώσσες των κατοίκων της περιοχής.

Ήδη από το 2005 λειτουργεί στην περιοχή και ένα σώμα συνδεόμενο με το ΡΚΚ, το οποίο μπορεί να ειδωθεί και ως η έκφραση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμου: το KCK (Σύνδεσμος Κοινοτήτων του Κουρδιστάν). Είναι ένα δίκτυο από λαϊκά συμβούλια σε επίπεδο χωριών, πόλεων και περιοχών, που φιλοδοξεί να γίνει μια εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης. Με τα λόγια ενός μέλους τέτοιου συμβουλίου στο Ντιγιάρμπακιρ: «ο στόχος μας είναι να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα στις ζωές μας, στις γειτονιές μας, και να τα λύνουμε μόνοι μας, χωρίς να είμαστε εξαρτημένοι από το κράτος ή να το έχουμε ανάγκη“. Αυτό συμπεριλαμβάνει προσπάθειες δημιουργίας ενός τοπικού νομικού συστήματος, εναλλακτικών συστημάτων εκπαίδευσης, τοπικών οικονομικών συνεταιρισμών. Σ’ αυτά τα πλαίσια, μερικές πόλεις στα νοτιοανατολικά κήρυξαν ήδη «τοπική αυτονομία».

Παρά τη σκληρή καταστολή από το τουρκικό κράτος που είδαμε τους τελευταίους μήνες (νόμος απαγόρευσης κυκλοφορίας, καθεστώς πολιορκίας σε πόλεις όπως η Τζίζρε με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές), αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι με το οποίο θα ξεμπερδέψει εύκολα. Η ιδέα της δημοκρατικής αυτονομίας φαίνεται να βρίσκει στήριξη από μεγάλο μέρος του πληθυσμού των κουρδικών πόλεων και χωριών, που είναι έτοιμο να την υπερασπιστεί και με τα όπλα αν χρειαστεί.


Τι συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε εμείς απ’ όλα αυτά; Είναι φυσικό να αντιμετωπίζεται με κάποια δυσπιστία η μετάβαση του PKK από έναν συνδυασμό κουρδικού εθνικισμού και μαρξισμού σταλινικού/μαοϊκού τύπου στη «δημοκρατική αυτονομία». Η απόρριψη του εθνο-κρατισμού είναι ειλικρινής, ή απλά μια προσωρινή τακτική κίνηση; Θα είναι όντως στην πράξη η συμμετοχή των Αράβων και των Τούρκων/Τουρκομάνων ισότιμη; Λειτουργούν μήπως τελικά οι συνομοσπονδιακές δομές με τέτοιον τρόπο που να αφήνουν τον ουσιαστικό έλεγχο σε έναν περιορισμένο κύκλο προσώπων γύρω από τον Οτζαλάν; Και πώς ταιριάζει ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικού εκδημοκρατισμού με μια τόσο φανερή προσωπολατρία;

Είναι καλό γενικά να είμαστε λίγο επιφυλακτικοί, από τη στιγμή που δεν μπορούμε να έχουμε και άμεση εμπειρία από την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στη Ροζάβα ή στη  νοτιοανατολική Τουρκία. Οι αναφορές ξένων ακτιβιστών αντικατοπτρίζουν την εικόνα που οι ντόπιοι εκπρόσωποι του κουρδικού κινήματος θέλουν να τους δείξουν ή και οι ίδιοι θέλουν να δουν.

Όπως και να ‘χει, το κουρδικό εθνικό κίνημα είναι ένα από τα πρώτα που τουλάχιστον επιφανειακά απορρίπτει τον εθνο-κρατισμό και μοιάζει να είναι πιο κοντά σε έναν πολιτισμικό εθνικισμό (βλέπε σχετικό άρθρο). Πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι οι προσπάθειες εφαρμογής του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού μοιάζουν περισσότερο με πραγματική αντι-συστημική εναλλακτική, απ’ ό,τι άλλο έχουν προσφέρει αριστερά κινήματα στην περιοχή μας τα τελευταία χρόνια (στην Ελλάδα και στην Κύπρο έχουμε πρόσφατη πείρα από πειράματα “κυβερνώσας Αριστεράς”). Αν απ’ αυτήν την κατάσταση δημιουργηθεί πραγματικά κάτι που θα αφορά όχι μόνο τους Κούρδους, αλλά όλους τους λαούς της περιοχής, είναι σίγουρα κάτι στο οποίο αξίζει να δώσουμε κι εμείς ιδιαίτερη προσοχή.


Πηγές

Τζιχαντισμος στον 21ο αιωνα

Κλασσικό

Το τζιχαντιστικό κίνημα ως ένα ιδιαίτερα βίαιο παρακλάδι του ισλαμισμού, είναι ένα θέμα που απασχόλησε αρκετές φορές αυτό το μπλογκ. Λογικό, αφού είτε μας αρέσει είτε όχι, παίζει πλέον κρίσιμο ρόλο σ’ ένα σημαντικό τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου.

‘Ενα άρθρο περιγράφει τις ρίζες και την εξέλιξη του ισλαμισμού, κατ’ επέκταση και του σαλαφισμού και του τζιχαντισμού, ως σύγχρονη ιδεολογία του αραβικού χώρου. Ένα άλλο επικεντρώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους (= ISIS = Νταές) και τη σύνδεση του με την αμερικάνικη πολιτική. Υπάρχει και ένα άρθρο που με αφορμή τις επιθέσεις εναντίον του Charlie Hebdo αναφέρεται στις θεωρίες περί «πολέμου των πολιτισμών», με τις οποίες κάποιοι προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο του τζιχαντισμού. Οι νέες εξελίξεις μας αναγκάζουν ίσως όλους να αντιμετωπίσουμε το θέμα και από μια πιο γενική άποψη.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσα τους, τη Ράκκα της Συρίας.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσά τους, τη Ράκκα της Συρίας.

Η έννοια της τζιχάντ ως ιερού πολέμου/αγώνα υπάρχει φυσικά όσο υπάρχει και το Ισλάμ. Δεν συνδέεται πάντα με τη βία: μπορεί να γίνει και με ειρηνικά μέσα, ενώ εννοείται και ως προσωπικός εσωτερικός αγώνας για να γίνει κάποιος καλός Μουσουλμάνος. Από πολιτική άποψη όμως, η έννοια του ένοπλου ιερού πολέμου είναι όντως σημαντική. Από την εμφάνιση του Ισλάμ συχνά ο κάθε Μουσουλμάνος ηγέτης προσπαθεί να νομιμοποιήσει θρησκευτικά τους πολέμους που διεξάγει επικαλούμενος την τζιχάντ – ακόμα και αν οι αντίπαλοι είναι άλλοι Μουσουλμάνοι. Ακόμα και στη σύγχρονη εποχή ένας κοσμικός Άραβας ηγέτης όπως ο Σαντάμ Χουσέιν μπορεί να επικαλείται την τζιχάντ για να στηρίξει έναν πόλεμο εναντίον μιας συμμαχίας χωρών, στην οποία μετέχουν και πολλές μουσουλμανικές.

Κάποιοι βιάζονται να δουν μια συνέχεια ανάμεσα σ’ αυτήν την παράδοση και τη σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία. Αυτή η χρήση της τζιχάντ ήταν όμως στην ουσία απλά η δικαιολόγηση «φυσιολογικών» πολέμων, στρατού εναντίον στρατού. Μπορεί φυσικά να περιείχαν λεηλασίες, βιασμούς, σφαγές αμάχων, όπως όλοι οι πόλεμοι, δεν ήταν όμως ένα ιδιαίτερο φαινόμενο βίας χαρακτηριστικό για τις μουσουλμανικές κοινότητες. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια ένδειξη ενός βαθμού βιαιότητας μεγαλύτερου από το «συνηθισμένο». Η μόνη ιδιαιτερότητα ήταν ότι υπήρχε ένας έτοιμος όρος για να δώσει στη βία θρησκευτικό περιεχόμενο – κάτι που φυσικά έκαναν και άλλες θρησκείες, δημιουργώντας νέους όρους (π.χ. Σταυροφορία).

Αντίθετα, η σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία, ιδιαίτερα στις ακραίες μορφές της Αλ Κάιντα ή του Ισλαμικού Κράτους (που διαφέρει π.χ. απ’ αυτή της Χεζμπολάχ με τους πολύ πιο πολιτικά και προσεκτικά επιλεγμένους στόχους), παίρνει συχνά τη μορφή μεμονωμένων επιθέσεων απέναντι σε άμαχους. Έχει στόχο έναν ψηλό αριθμό θυμάτων και τη δημιουργία εντυπώσεων, χωρίς να υπάρχει κάποιο άμεσο στρατιωτικό κέρδος. Αυτό δεν θυμίζει και πολύ τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς πολέμους στη Μέση Ανατολή, ούτε φυσικά τη δράση των Ασασίνων (όπως επίσης μάλλον άστοχα ισχυρίστηκαν κάποιοι), αλλά μοιάζει περισσότερο π.χ. στις επιθέσεις που γίνονται σε αμερικανικά σχολεία, ή αυτήν του Μπρέιβικ στη Νορβηγία. Στις τζιχαντιστικές υπάρχει βέβαια από πίσω μια μεγαλύτερη παγκόσμια δικτύωση, κατά τ’ άλλα όμως δεν διαφέρουν και τόσο. Πρέπει άρα να τις αντιμετωπίσουμε όχι ως συνέχεια μιας ιδιαίτερης παράδοσης, αλλά ως ένα φαινόμενο του σύγχρονου πολιτισμού, με ρίζες σε σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα.

Οι αραβικές και ευρωπαϊκές ρίζες

Αυτό που ονομάστηκε «τζιχαντιστικό» κίνημα γεννήθηκε  κυρίως στην Αίγυπτο στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Σημαντικό είναι να έχουμε υπόψη το πολιτικό πλαίσιο της εποχής (απόηχος της συντριπτικής ήττας των κοσμικών αραβικών καθεστώτων το ’67, φιλοαμερικάνικη και νεοφιλελεύθερη στροφή του νέου καθεστώτος Σαντάτ στην Αίγυπτο), αλλά και το κοινωνικό υπόβαθρο των πρώτων τζιχαντιστικών τάσεων. Το τυπικό προφίλ των ατόμων που κινήθηκαν προς τα εκεί ήταν: νέοι άντρες από χαμηλότερα μεσαία στρώματα, με κάποια τεχνική εκπαίδευση, συχνά άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι.

Αυτό μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε καλύτερα και τη σχέση με σύγχρονα προβλήματα, όπως την ψηλή ανεργία των νέων. Αυτή έχει γίνει συστημική όχι μόνο σε πολλές αραβικές κοινωνίες, αλλά και σε ευρωπαϊκές. Αυτό είναι μάλλον ένα καινούριο κοινωνικό φαινόμενο, που δεν υπήρχε μ’ αυτόν τον τρόπο σε παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες – όπως ήταν ακόμα πριν μερικές δεκαετίες  οι αραβικές (αλλά και η ελληνική). Παλιότερα, οι νέοι είχαν ένα καθορισμένο μέλλον: θα καλλιεργούσαν τα χωράφια των προγόνων τους, θα παντρευόντουσαν και θα έκαναν κι αυτοί παιδιά για να καλλιεργούν τα χωράφια μετά απ’ αυτούς.

Άσχετα αν οι υλικές συνθήκες για τη ζωή του μέσου ανθρώπου βελτιώθηκαν σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή η σιγουριά στις σύγχρονες αστικοποιημένες κοινωνίες (και σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν και οι περισσότερες αραβικές) έχει χαθεί. Σ’ αυτό έχει συμβάλλει φυσικά και η παγκόσμια άνοδος του νεοφιλελευθερισμού, που δεν άφησε ανέγγιχτες τις αραβικές κοινωνίες, ακυρώνοντας πολλά από τα κοινωνικά επιτεύγματα των εθνικιστικών-σοσιαλιστικών καθεστώτων.

Ο κίνδυνος της προσωπικής αποτυχίας ποτέ δεν ήταν ίσως τόσο έντονα αισθητός για τόσο πολλούς νέους. Ταυτόχρονα η πολιτική κατάσταση μοιάζει να μένει στάσιμη, λόγω διαφθοράς και απουσίας προοδευτικών ιδεολογικών εναλλακτικών. Αυτό είναι ένα περιβάλλον το οποίο ευνοεί την εξάπλωση συμπεριφορών ή ιδεολογιών εχθρικών προς τους κοινωνικούς κανόνες, ακόμα και αν δεν έχουν να προτείνουν κάτι καλύτερο. Και φυσικά αυτό δεν αφορά μόνο τα άμεσα θύματα αυτής της κατάστασης – ακόμα και νέοι με καλές υλικές προοπτικές θα επηρεαστούν ιδεολογικά από τη γενική κοινωνική ατμόσφαιρα.

Στην Ελλάδα αυτό μπορεί να παίρνει τη μορφή π.χ. του χουλιγκανισμού, του χρυσαυγιτισμού, αλλά και μιας στείρας επαναστατικότητας με μηδενιστικές τάσεις. Σε κοινωνίες όπως η γαλλική και άλλες δυτικοευρωπαϊκές, όπου ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας που νιώθει έντονα τον κίνδυνο της κοινωνικής αποτυχίας τυχαίνει να είναι μουσουλμανικής καταγωγής (η αποτυχία ένταξης των νέων με μεταναστευτική καταγωγή είναι χρόνιο πρόβλημα αυτών των κοινωνιών), δεν είναι παράξενο που μια ιδεολογία βίας με ισλαμικές αναφορές ασκεί έλξη.

Η παρουσίαση του τζιχαντισμού από τα καθεστωτικά μέσα ως το απόλυτο κακό μάλλον ευνοεί την εξάπλωσή του, αφού οι αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες (Μουσουλμάνοι ή μη) ενστικτωδώς θα αντιδράσουν σε ότι τους πουν οι ελίτ. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα σημαντικό ποσοστό (υπολογίζεται στο 25%) των στρατολογηθέντων μαχητών του Ισλαμικού Κράτους από δυτικοευρωπαϊκές χώρες είναι πρόσφατα προσηλυτισμένοι στο Ισλάμ. Κι αυτοί φαίνεται να είναι νέοι που βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον κίνδυνο αποτυχίας.

Σύγχρονη τζιχάντ εναντίον μουσουλμάνων

Η ιδιαιτερότητα των πρώτων «τζιχαντιστικών» πυρήνων σε σχέση με άλλα ισλαμιστικά κινήματα, ήταν μάλλον η κατηγορηματική απόρριψη του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ζούσαν ως μη γνήσιου ισλαμικού, και ο κεντρικός ρόλος που απέδιδαν στην ένοπλη τζιχάντ ως μέσου που θα έλυνε το πρόβλημα. Σημαντικό ιδεολογικό ρόλο έπαιξαν τα γραπτά του Αιγύπτιου Σαΐντ Κουτμπ, με βάση τα οποία περίπου όλες οι σύγχρονες κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των αραβικών, βρίσκονται στην κατάσταση τζαχιλίγια (άγνοιας), δηλαδή είναι στην ουσία μη μουσουλμανικές. Και ενάντια σ’ αυτήν την τζαχιλίγια ήταν ανάγκη να διεξαχθεί τζιχάντ. Αν και είναι αμφίβολο αν ο Κουτμπ θα ενέκρινε τις πράξεις των σημερινών τζιχαντιστών, αυτό μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε, γιατί η ισλαμιστική τρομοκρατία έχει κατά κύριο λόγο άλλους Μουσουλμάνους ως θύματα (κάτι που είναι καθαρό σε οποιονδήποτε δεν δίνει σημασία μόνο στις δυσανάλογα προβεβλημένες επιθέσεις σε δυτικές χώρες).

Ο Σαΐντ Κουτμπ () θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Υπήρξε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ως μέρος της καταστολής από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθηκε το1954 και εκτελέστηκε το 1966. Πηγή: www.economist.com/node/16588026

Ο Σαΐντ Κουτμπ θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Ως μέρος της καταστολής των ισλαμιστών από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθη το 1954 και εκτελέστηκε το 1966.
Πηγή εικόνας

Για να καταλάβουμε όμως την έλξη που ασκούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, πρέπει να έχουμε υπόψη και έναν άλλο πολύ σημαντικό παράγοντα: τη νέα σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών. Ειδικά στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, αυτός ήταν ίσως ο κρισιμότερος παράγοντας. Παρά την εισροή ξένων μαχητών, η πλειοψηφία τους φαίνεται ότι είναι ντόπιοι, Σύριοι ή Ιρακινοί Σουνίτες.

Χαρακτηριστικό του Ισλαμικού Κράτους από την αρχή της δράσης του, μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ήταν ότι έβαζε στο στόχαστρο κυρίως τους Σιίτες. Σε εποχές που οι Σουνίτες τόσο του Ιράκ όσο και της Συρίας νιώθουν αποξενωμένοι από τα κράτη τους, τα οποία θεωρούν ελεγχόμενα από Σιίτες και αδιάφορα για την ασφάλειά τους, το Ισλαμικό Κράτος μπορεί να φαίνεται ως η μόνη δύναμη που τους υπερασπίζεται. Οι Σιίτες είναι γι’ αυτούς ο πιο ορατός και άμεσος εχθρός. Οι τζιχαντιστές εκμεταλλεύονται (και ενισχύουν οι ίδιοι) την άνοδο αυτού του σεχταρισμού και επενδύουν στη σουνιτική ταυτότητα. Αυτός ο «σουνιτικός εθνικισμός» μπορεί τελικά να έχει περισσότερο βάρος από τα καθαρά θρησκευτικά θέματα – εξάλλου στο πλευρό του Νταές πολεμούν και πρώην μπααθικοί, δηλ. κοσμικοί Άραβες εθνικιστές, με σουνιτική καταγωγή.

Αποικιοκρατία και τζιχαντισμός

Το θέμα της αποικιοκρατίας είναι ένα που επανέρχεται συχνά στο δημόσιο διάλογο περί τζιχαντισμού. Πολλοί αρνούνται ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στα δύο, παραπέμποντας στην απουσία ανάλογων πρακτικών από κατοίκους άλλων, μη-μουσουλμανικών, πρώην αποικιών.

Έχουν ίσως δίκαιο από την άποψη ότι το ένα δεν οδηγεί απαραίτητα στο άλλο. Δεν μπορούμε όμως να μη βλέπουμε το ρόλο που παίζει το αποικιοκρατικό παρελθόν ως εχθρικό σύμβολο για τους τζιχαντιστές – όπως και το ότι αυτοί δυνάμωσαν ακριβώς την εποχή που άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές ιδεολογίες (παναραβισμός, σοσιαλισμός) φαίνονταν να αποτυγχάνουν.

Μένοντας στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, πολλοί απ’ έξω δεν πρόσεξαν ίσως τη σημασία που αυτό δίνει στην κατάργηση των συνόρων που προέρχονται από τη συμφωνία Σάικς-Πικό. Μ’ αυτήν τη συμφωνία ανάμεσα σε Άγγλους και Γάλλους είχαν οριοθετηθεί οι σφαίρες επιρροής τους στη Μέση Ανατολή. Σ’ αυτήν βασίζονται και τα σημερινά σύνορα, ειδικά αυτό ανάμεσα στη Συρία και το Ιράκ, που δεν έχει καμία άλλη φυσικο-γεωγραφική, ανθρωπογεωγραφική ή ιστορική βάση. Και οι δύο πλευρές αυτού του συνόρου κατοικούνται παρεμπιπτόντως κυρίως από Σουνίτες Άραβες.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Αφού το Ισλαμικό Κράτος έθεσε τόσο το Δυτικό Ιράκ όσο και την Ανατολική Συρία υπό τον έλεγχό του, αυτό το σύνορο σήμερα πρακτικά δεν υπάρχει πλέον. Κάτι που το ΙΚ δεν παραλείπει να διαφημίζει, ως απόδειξη της περιφρόνησης προς το αποικιοκρατικό παρελθόν και της κληρονομιάς που αυτό άφησε. Και το ότι αυτό το πέτυχαν τελικά οι τζιχαντιστές, ενώ είχαν αποτύχει όλες οι άλλες ενωτικές δυνάμεις που στόχευαν στην κατάργησή του (παναραβιστές, σοσιαλιστές, Σύριοι εθνικιστές), έχει φυσικά μια βαρύτητα.

Τέλος, όσον αφορά και το σύγχρονο ιμπεριαλισμό, πολύ σημαντικός ήταν ο ρόλος που έπαιξαν στρατιωτικές επεμβάσεις, π.χ. της Ρωσίας στο Αφγανιστάν και στη Τσετσενία, των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αυτές ενίσχυσαν τη στρατολόγηση νέων τζιχαντιστών, την παγκόσμια δικτύωσή τους, αλλά και την απόκτηση πολεμικής πείρας, που αποδεικνύεται πολύτιμη σήμερα στη Συρία και αλλού.


Το πρόβλημα του τζιχαντισμού είναι δυστυχώς κάτι με το οποίο θα ζούμε μάλλον για τουλάχιστον μερικές δεκαετίες ακόμα. Ακόμα και αν όλοι οι παράγοντες που αναφέραμε ως αιτίες εξαφανίζονταν (και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι θα γίνει κάτι τέτοιο), θα χρειαζόταν πολύς καιρός για να χάσει αυτό το κίνημα τη δυναμική που απέκτησε.

Το λάθος είναι να το δούμε ως «σύγκρουση δυτικού και ισλαμικού πολιτισμού» – και, ακόμα χειρότερα, να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ως σύμμαχους ή και μέρος του δυτικού. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι οργανώσεις όπως το Νταές δεν εχθρεύονται (μόνο) το δυτικό πολιτισμό – εχθρεύονται και το μεσανατολικό πολιτισμό, τον οποίο χαρακτηρίζει επί αιώνες η ανοχή και η σχετικά ειρηνική συνύπαρξη πολλών διαφορετικών θρησκειών. Σ’ αυτά τα πλαίσια, έχει μεγάλη σημασία το πως θα χειριστούμε το θέμα της συμβίωσης διαφορετικών εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων – που, μέσω του προσφυγικού κύματος, θα επανέλθει αναπόφευκτα και στις χώρες μας.

Σχετικά άρθρα/βιβλία/ντοκυμαντέρ:

Αραβικη Ανοιξη: Πεντε χρονια μετα

Κλασσικό

Πριν πέντε χρόνια, το Δεκέμβρη του 2010, ένα φαινομενικά σχετικά ασήμαντο συμβάν (η αυτοπυρπόληση ενός οπωροπώλη σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Τυνησίας) έγινε η αρχή μιας σειράς από εξεγέρσεις σε αραβικές χώρες. Μόλις μερικές εβδομάδες μετά, δύο φαινομενικά πανίσχυροι Άραβες δικτάτορες είχαν ήδη απομακρυνθεί από την εξουσία, η Αίγυπτος και η Τυνησία ζούσαν σε μια πρωτόγνωρη ελευθερία, ενώ σε πολλές άλλες αραβικές χώρες τα αυταρχικά καθεστώτα φαίνονταν να τρίζουν και να είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Όσοι παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις είχαμε την αίσθηση ότι βλέπουμε μπροστά μας την Ιστορία να γράφεται, και μάλιστα από τα κάτω, από τους λαούς.

Εικόνα από την πλατεία Ταχρίρ (Φλεβάρης '13)

Εικόνα από την πλατεία Ταχρίρ (Φλεβάρης ’13)

Ο αραβικός κόσμος, αυτός που λίγο πριν πολλοί θεωρούσαν ως περίπου από τη φύση του ανίκανο για εκδημοκρατισμό, προορισμένο για να ζει αιώνια κάτω από δεσποτικά καθεστώτα, έγινε ξαφνικά σύμβολο της δύναμης της λαϊκής βούλησης. Η αισιοδοξία και η ελπίδα ήταν τα κυρίαρχα αισθήματα, και κάποιοι τώρα προέβλεπαν τη σύντομη οριστική μετάβαση όλων των αραβικών χωρών στη δημοκρατία.

Πέντε χρόνια μετά, η γενική εικόνα δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο αποκαρδιωτική. Η Συρία, η Λιβύη και η Υεμένη έχουν βυθιστεί σε αιματηρούς εμφύλιους πολέμους. Στην Αίγυπτο παρακολουθήσαμε την παλινόρθωση του παλιού καθεστώτος, έστω και με διαφορετικό ηγέτη, αλλά ίσως ακόμα πιο αυταρχικού και βίαιου από πριν. Στο Μπαχρέιν η εξέγερση καταπνίγηκε σύντομα, ενώ σε χώρες όπως το Μαρόκο, η Ιορδανία κ.ά. τα κινήματα γρήγορα έχασαν την ορμή τους, πριν εξελιχθούν σε κανονική εξέγερση. Η μοναδική περίπτωση που φαίνεται να συνεχίζει το δρόμο του εκδημοκρατισμού είναι η Τυνησία, κι αυτή όμως έχει να αντιμετωπίσει την άνοδο της τρομοκρατίας, την οικονομική στασιμότητα και μάλλον την απογοήτευση του κόσμου.

Οι αραβικές χώρες γίνανε σύντομα από παράδειγμα προς μίμηση (ας μην ξεχνάμε ότι το κίνημα των Indignados στην Ισπανία, των Αγανακτισμένων στην Ελλάδα, η εξέγερση του Γκεζί στην Τουρκία, εμπνεύστηκαν από τις εξεγέρσεις στην Τυνησία και την Πλατεία Ταχρίρ) πάλι παράδειγμα προς αποφυγή. Αυτοί που θεωρούσαν ότι οι Άραβες δεν είναι ώριμοι για δημοκρατία και ότι το να ζουν κάτω από αυταρχικά καθεστώτα είναι η μοίρα που τους αξίζει και το μικρότερο κακό, νιώθουν επιβεβαιωμένοι.

Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση στις γειτονικές των αραβικών μεσογειακές χώρες, τουλάχιστον όσοι είδαμε στην «Αραβική Άνοιξη» μια μεγάλη ελπίδα όχι μόνο για τις αραβικές χώρες αλλά και για τις δικές μας; Μπορούμε ίσως να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις, που θα μας είναι χρήσιμες για το μέλλον:

-Κατ’ αρχήν, πρέπει να δούμε γιατί τα αποτελέσματα των κινημάτων ήταν διαφορετικά από χώρα σε χώρα. Ένας παράγοντας που αναφέρεται είναι το πόσο ανεπτυγμένες ήταν οι κρατικές δομές. Σε χώρες που αυτές ήταν ισχυρές (τουλάχιστον αυτό υποτίθεται), όπως π.χ. στην Τυνησία και την Αίγυπτο, η αλλαγή καθεστώτος δεν οδήγησε σε χάος. Αντίθετα, σε χώρες όπου δεν υπήρχαν ισχυρές κρατικές δομές πέρα από τις δυνάμεις ασφαλείας, όπως στη Λιβύη και την Υεμένη, όλο το σύστημα κατέρρευσε με την απομάκρυνση του ισχυρού κεντρικού προσώπου.

-Το άλλο σημαντικό στοιχείο που καθόρισε το αποτέλεσμα είναι η εθνοθρησκευτική σύνθεση. Στην περίπτωση π.χ. της Συρίας, η κατάρρευση δεν ήρθε μάλλον λόγω αδύνατων κρατικών δομών, αλλά λόγω περίπλοκης εθνοθρησκευτικής σύνθεσης. Ήδη σε άλλο άρθρο έγινε αναφορά στη διαφορά της αραβικής Δύσης (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία) και αραβικής Ανατολής (π.χ. Συρία, Λίβανος, Ιράκ): ενώ στην πρώτη η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ακολουθεί το ίδιο θρησκευτικό δόγμα (σουνιτικό Ισλάμ), η δεύτερη αποτελείται από κοινωνίες με εκπληκτική ποικιλία εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων: Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες, Χριστιανοί, Γεζίδες, Κούρδοι κ.λπ. Κύριο πρόβλημα φαίνεται να είναι η σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών: χωρίς αυτήν μάλλον δεν θα υπήρχε π.χ. και το Ισλαμικό Κράτος στη σημερινή του έκταση.

-Τα κινήματα που πρωτοστάτησαν στις αραβικές εξεγέρσεις φαίνεται να έχουν μπει στο περιθώριο των εξελίξεων. Αυτό μάλλον δεν είναι καμία έκπληξη: δεν ήταν επαναστατικές οργανώσεις με συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, έτοιμες να αναλάβουν την εξουσία. Ήταν μάλλον ομάδες νέων της μεσαίας τάξης, που τους ένωνε η δυσαρέσκεια με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Στα μέτωπα που δημιουργήθηκαν συμμετείχαν φυσικά και οργανώσεις με πολύ συγκεκριμένη ιδεολογία, π.χ. οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο, από μόνες τους όμως δεν ήταν αρκετά δυνατές. Όπως ήταν αναμενόμενο, τέτοια κινήματα δεν ήταν έτοιμα να ανταγωνιστούν τις παλιές ελίτ ή τις ισλαμιστικές δυνάμεις στη αναδιανομή της εξουσίας – και είναι αμφίβολο αν το ήθελαν. Έπαιξαν μεν κεντρικό ρόλο στην ανατροπή των καθεστώτων, στη συνέχεια όμως παραχώρησαν σταδιακά το πολιτικό πεδίο στις δυνάμεις που αναφέρθηκαν – με τα αποτελέσματα που βλέπουμε σήμερα.

Αυτά όλα μπορεί να εξηγούν τη σημερινή κατάσταση, πώς όμως θα είναι το μέλλον; Με δεδομένο ότι στις αραβικές κοινωνίες με το νεανικό τους πληθυσμό είναι πιο εύκολο να αναπτυχθούν δυναμικά προοδευτικά κινήματα παρά στις γερασμένες ευρωπαϊκές, η ήττα της Άνοιξης μοιάζει να είναι μεγάλο πλήγμα για την περιοχή μας γενικά. Δύσκολα μπορεί να γίνει κάτι ανάλογο αλλού.

Παρ’ όλα αυτά, με λίγη γνώση της Ιστορίας ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε την έκβασή της από τέτοιες περιστασιακές εικόνες. Η μετάβαση μιας κοινωνίας από ένα στάδιο εξέλιξης στο άλλο σπάνια γίνεται με ομαλό και ειρηνικό τρόπο. Αντίθετα, συχνότερα βλέπουμε αποτυχίες (προσωρινές ή όχι) και πισωγυρίσματα, όπως αυτό της Αιγύπτου, ενώ δεν είναι σπάνια σε τέτοιες χρονικές περιόδους και τα φαινόμενα διάλυσης, όπως στη Συρία και την Υεμένη.

Σίγουρα ένα πολύ σημαντικό θέμα είναι αυτό που αναφέρθηκε πιο πάνω: ο εθνοθρησκευτικός σεχταρισμός. Αν δεν αντιμετωπιστεί, τίποτα στη Μέση Ανατολή δεν θα μπορεί να προχωρήσει μπροστά. Όσο δύσκολο κι αν μοιάζει αυτό, ας μη ξεχνάμε ότι αυτή η διάσπαση στη βάση εθνο-θρησκευτικών ορίων είναι μια τάση της εποχής μας – πριν μερικές δεκαετίες η σιιτική/σουνιτική ταυτότητα είχε π.χ. σημαντικά μικρότερο πολιτικό βάρος. Και όπως ενδυναμώθηκε, δεν είναι αδύνατο να υποχωρήσει πάλι – με σκληρή προσπάθεια, εννοείται.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο για το μέλλον είναι η επιβίωση και ανάπτυξη των αξιών και ιδεών που οδήγησαν στο ξέσπασμα των εξεγέρσεων. Παρά την όποια προσωρινή υποχώρησή τους (φυσιολογική, μια και ο κόσμος σε μια τέτοια κατάσταση επιθυμεί πάνω απ’ όλα πάλι σταθερότητα και ασφάλεια, έστω και κάτω από ένα αυταρχικό καθεστώς), δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ρόλο να παίξουν στο μέλλον. Και για να το κάνουν αυτό, πρέπει να εξελιχθούν και σε πιο συγκεκριμένα πολιτικά προγράμματα. Μόνο έτσι θα καταφέρει να μπει η εξεγερμένη αραβική νεολαία πραγματικά στο πολιτικό παιχνίδι.


Σχετικά άρθρα

Σιωνισμος, αντισιωνισμος και μετασιωνισμος

Κλασσικό

Οι τελευταίες ταραχές στην Παλαιστίνη, που κάποιοι τις ερμηνεύουν και ως έναρξη μιας τρίτης Ιντιφάντα, δείχνουν ότι το Παλαιστινιακό παραμένει επίκαιρο. Παρά το ότι με τις εξελίξεις στα τελευταία χρόνια (Πόλεμος στο Ιράκ, Αραβική Άνοιξη, Συριακός Εμφύλιος) μπορεί πλέον αυτό να μην μοιάζει το πιο σημαντικό πρόβλημα της Μέσης Ανατολής, όσο μένει άλυτο παραμένει επικίνδυνο, με πιθανές συνέπειες για όλη την περιοχή. Είναι άρα σημαντικό να δούμε την ιδεολογική βάση του θέματος.

Η βία και ο ρατσισμός ως συστατικά στοιχεία του Σιωνισμού

Εκ πρώτης όψεως ο σιωνισμός μπορεί να φαίνεται πολύ παρόμοιος με τους άλλους εθνικισμούς της περιοχής. Ο στόχος του είναι η ίδρυση/υπεράσπιση ενός εβραϊκού έθνους-κράτους, στα πρότυπα των δυτικών εθνών-κρατών. Γι’ αυτόν το σκοπό πρέπει να καταπολεμηθεί ή να αφομοιωθεί ό,τι μέσα στο έδαφος αυτού του κράτους δεν ταιριάζει στο έθνος, δηλαδή ό,τι δεν είναι εβραϊκό. Ούτε ο ελληνικός ούτε ο τουρκικός, αλλά ούτε και ο αραβικός εθνικισμός διαφέρουν πολύ σ’ αυτόν τον τομέα.

Υπάρχουν όμως και κάποιες ουσιαστικές διαφορές. Ο ελληνικός ή ο τουρκικός εθνικισμός μπορεί να ήταν επίσης βίαιοι και να στήριξαν τη δημιουργία του δικού τους έθνους-κράτους σε πολιτικές εθνοκάθαρσης ή/και βίαιης αφομοίωσης.  Τα κράτη όμως ιδρύθηκαν σε εδάφη, στα οποία το αντίστοιχο έθνος ήταν ήδη από πριν στην πλειοψηφία. Υπήρχαν δηλαδή οι αντικειμενικές συνθήκες για να στηριχθεί το νέο κράτος από την πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού. Η εθνοκάθαρση και η αφομοίωση έδρασαν υποστηρικτικά, μειώνοντας το βάρος των μειονοτήτων, θα μπορούσαν όμως τουλάχιστον θεωρητικά (αν και στη πράξη πολύ δύσκολα) ν’ αποφευχθούν. Το έθνος-κράτος θα ήταν μεν λιγότερο «καθαρό», παρ’ όλα αυτά ακόμα βιώσιμο. Εξάλλου υπάρχουν αρκετά παραδείγματα εθνών-κρατών που είναι σχετικά σταθερά παρά την επιβίωση των εθνικών μειονοτήτων (π.χ. Ρουμανία, Ιράν, Φινλανδία).

Αντίθετα, στο έδαφος του σημερινού κράτους του Ισραήλ, οι Εβραίοι ήταν στους τελευταίους αιώνες πάντα μια μικρή μειοψηφία. Ακόμα και μετά τη μαζικότερη μετανάστευση Εβραίων στην Παλαιστίνη, με το πιο ισχυρό δυνατό κίνητρο (Ολοκαύτωμα), αυτοί δεν μπόρεσαν να γίνουν πλειοψηφία. Στην περίπτωση του Ισραήλ η βίαιη εκδίωξη του ντόπιου πληθυσμού ήταν δηλαδή απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία του έθνους-κράτους: χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε καν να να συζητηθεί το θέμα.

Το ότι η βία ήταν συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας τους, ήταν συνειδητό στους πρώτους Σιωνιστές, οι οποίοι ήταν μάλιστα και αρκετά ειλικρινείς στο δημόσιο τους λόγο. Αρκεί κάποιος να ανατρέξει στα λόγια προσωπικοτήτων τόσο σημαντικών όσο του πρώτου πρωθυπουργού του Ισραήλ, Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ή του Μοσέ Νταγιάν και του Ζεέβ Ζαμποτίνσκυ, για να δει ότι αυτοί δεν έτρεφαν αυταπάτες για το πως μπορεί να επιβιώσει ένα εβραϊκό κράτος.

Ο Ζεέβ Ζαμποτίνσκυ (1880-1940) ήταν από τους πιο σημαντικούς Σιωνιστές ακτιβιστές, ιδρυτής του πρώτου σύγχρονου εβραϊκού στρατού, της Εβραϊκής Λεγεώνας, που έλαβε μέρος στον Α' Παγκόσμιο στο πλευρό των Βρετανών. Σ' αυτόν ανήκει η πατρότητα της έκφρασης "σιδερένιο τείχος": "Δεν μπορούμε να δώσουμε καμία αποζημίωση για την Παλαιστίνη, ούτε στους Παλαιστίνιους, ούτε σε άλλους Άραβες. Μια εθελοντική συμφωνία είναι άρα αδιανόητη. Ο εποικισμός, ακόμα και ο πιο περιορισμένος, πρέπει να συνεχιστεί παρά τη θέληση του γηγενούς πληθυσμού. Μπορεί άρα να συνεχιστεί και να αναπτυχθεί μόνο κάτω από την ασπίδα της βίας, που συνιστά ένα Σιδερένιο Τείχος, το οποίο ο ντόπιος πληθυσμός δεν μπορεί ποτέ να διαπεράσει." http://zeevjabotinsky.com/

Ο Ζεέβ Ζαμποτίνσκυ (1880-1940) ήταν από τους πιο σημαντικούς Σιωνιστές ακτιβιστές, ιδρυτής του πρώτου σύγχρονου εβραϊκού στρατού, της Εβραϊκής Λεγεώνας, που έλαβε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο στο πλευρό των Βρετανών. Σ’ αυτόν ανήκει η πατρότητα της έκφρασης σιδερένιο τείχος: «Δεν μπορούμε να δώσουμε καμία αποζημίωση για την Παλαιστίνη, ούτε στους Παλαιστίνιους, ούτε σε άλλους Άραβες. Μια εθελοντική συμφωνία είναι άρα αδιανόητη. Ο εποικισμός, ακόμα και ο πιο περιορισμένος, πρέπει να συνεχιστεί παρά τη θέληση του γηγενούς πληθυσμού. Μπορεί άρα να συνεχιστεί και να αναπτυχθεί μόνο κάτω από την ασπίδα της βίας, που συνιστά ένα Σιδερένιο Τείχος, το οποίο ο ντόπιος πληθυσμός δεν μπορεί ποτέ να διαπεράσει.»
http://zeevjabotinsky.com/

Θα μπορούσε φυσικά κάποιος να φέρει το παράδειγμα της Αμπχαζίας ή της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείας Κύπρου», όπου επίσης το έθνος στο οποίο βασίστηκε το κράτος ήταν μειοψηφικό και η εθνοκάθαρση απαραίτητη. Υπάρχει όμως ακόμα ένα στοιχείο που διαφοροποιεί το Σιωνισμό από άλλους εθνικισμούς στην περιοχή. Στην περίπτωση του Ισραήλ, οι ιδρυτές του κράτους δεν προέρχονταν οι ίδιοι από την περιοχή, αλλά από τη Δυτική Ευρώπη.

Ήδη σε άλλο άρθρο του μπλογκ έχει γίνει αναφορά στις τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στο κυρίαρχο ασκενάζικο (δηλαδή ευρωπαϊκής καταγωγής) στοιχείο από τη μια και στο σεφαρδίτικο/μεσανατολίτικο στοιχείο από την άλλη, μέσα στους κόλπους της εβραϊκής κοινότητας του Ισραήλ. Αυτή η αίσθηση ανωτερότητας φυσικά εκφράζεται ακόμα πιο καθαρά στη σχέση Εβραίων-Αράβων. Αυτό ίσως δεν είναι άσχετο με μια ιδέα πολιτισμικής υπεροχής των Ευρωπαίων Εβραίων, που προέρχεται περισσότερο από την ευρωπαϊκότητα παρά από την εβραϊκότητά τους.

Εξάλλου και το ίδιο το κράτος κι η κοινωνία του Ισραήλ προσπαθούν να παρουσιαστούν ως πιο συγγενικά στις «δυτικές/ευρωπαϊκές αξίες», σε σχέση με τα άλλα της περιοχής. Κάτι που αναγκαστικά αποξενώνει την ισραηλινή κοινωνία από το περιβάλλον της και την κάνει πιο ανοικτή σε συνεργασία με ξένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτήν την αξία της ύπαρξης ενός ασκενάζικου, από τη φύση του φιλοδυτικού κράτους, σε μια τόσο κρίσιμη περιοχή, φαίνεται ότι διέκριναν από νωρίς οι Βρετανοί, χωρίς τους οποίους αυτό το κράτος μάλλον δεν θα είχε γίνει ποτέ πραγματικότητα. Δεν είναι άρα μάλλον μεγάλη υπερβολή να δούμε το κράτος του Ισραήλ ως μια διάδοχη μορφή της αποικιοκρατίας.

Αντίδραση στο Σιωνισμό

Όλα αυτά μπορεί να αποδεικνύουν την επικίνδυνη φύση του Σιωνισμού. Το ερώτημα όμως είναι: ποιά πρέπει να είναι η αντίδραση σ’ αυτόν; Η απλή απόρριψη του συμβιβασμού της λύσης δύο κρατών, και η ιδέα ενός κοινού κράτους Εβραίων και Παλαιστινίων χωρίς διαχωρισμούς, μπορεί να μοιάζουν σαν ηθικά σωστά. Έφεραν όμως αποτελέσματα όλα αυτά τα χρόνια; Το σιωνιστικό κράτος δεν είναι απλά ακόμα εκεί, αλλά έχει βγάλει και αρκετά δυνατές ρίζες. Αν τις πρώτες δεκαετίες φαινόταν ακόμα λογικό να θέλεις να το ακυρώσεις, σήμερα αυτό είναι πολύ πιο περίπλοκο.

Ο Ντάνιελ Καν, Εβραίος τραγουδοποιός, ρωτήθηκε κάποτε σε μια συνέντευξη για τη θέση του σχετικά με το Ισραήλ. Ως μέρος της απάντησής του είπε τα εξής: «Πιστεύω ότι οι κριτικές φωνές μέσα στην πολιτική Αριστερά εκτός του Ισραήλ πρέπει να μάθουν από τις κριτικές φωνές μέσα στο Ισραήλ, που δεν ενδιαφέρονται να είναι αντισιωνιστικές, επειδή καταλαβαίνουν ότι ο αντισιωνισμός είναι ο ίδιος μια ξεπερασμένη ιδεολογία. Έφτασε η ώρα για ένα πραγματικά μετασιωνιστικό διάλογο».

Ασχέτως του τι ακριβώς εννοούσε ο Καν, μπορεί να μην είναι κακή ιδέα να σκεφτούμε λίγο πάνω σ’ αυτό. Ήρθε ίσως η στιγμή να προχωρήσουμε πέρα από το δίλημμα σιωνισμός/αντισιωνισμός; Σε μια εποχή που λόγω μετανάστευσης τα έθνη-κράτη έτσι κι αλλιώς άρχισαν να χάνουν τον εθνικό χαρακτήρα τους, μπορεί να μην είναι πλέον το σημαντικότερο ζήτημα αν υπάρχουν ένα ή δύο κράτη στην Παλαιστίνη. Το σημαντικότερο είναι οι κανόνες που θα καθορίζουν το πως θα ζουν οι διαφορετικές εθνότητες, οι σχέσεις μεταξύ τους και με το κράτος.

Ακόμα δηλαδή κι αν παραμείνει ένα κράτος με το όνομα «Ισραήλ», αυτό θα έχει λίγη σημασία, αν αυτό είναι ανοικτό στη μετανάστευση από τις γειτονικές χώρες, αν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού (ίσως και η πλειοψηφία) είναι αραβικής ή άλλης μη εβραϊκής εθνότητας και ζει σε καθεστώς απόλυτης ισοτιμίας με το εβραϊκό στοιχείο. Το αστέρι του Δαβίδ στη σημαία δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά ένα κενό σύμβολο – δεν θα έχει πλέον σημασία αν διατηρηθεί ή όχι.

Ίσως μπορεί δηλαδή ο αγώνας των Παλαιστινίων, αλλά και του φιλειρηνικού τμήματος της ισραηλινής κοινωνίας, να επικεντρωθεί στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων και κανόνων που θα φέρουν αυτήν την απόλυτη ισοτιμία – ανεξάρτητα από τον τίτλο της συνολικής πολιτικής λύσης, η οποία εξάλλου μπορεί να αργήσει γι’ ακόμα αρκετές δεκαετίες. Και ίσως ακόμα αυτή η ιδέα να είναι εφαρμόσιμη και σε άλλα προβλήματα της περιοχής, όπως το Κουρδικό ή το Κυπριακό. Μπορεί τελικά να είναι ο μοναδικός δρόμος για να λυθούν αυτά τα προβλήματα από τα κάτω, κι όχι από τα πάνω, όπως επιχειρείται τις τελευταίες δεκαετίες – με ελάχιστη επιτυχία.