Πειρατες και κουρσαροι στο Αιγαιο

Κλασσικό

Πολλοί σήμερα, είτε στην Ελλάδα είτε (ακόμα περισσότερο) στο εξωτερικό, συνδέουν το Αιγαίο με εικόνες από παραλίες και διακοπές. Δύσκολα φαντάζονται πως μέχρι πριν δύο αιώνες ήταν μια θάλασσα γεμάτη κινδύνους – και όχι μόνο φυσικούς. Τόσο οι ταξιδιώτες όσο και οι ίδιοι οι κάτοικοι των ακτών του, ζούσαν μόνιμα υπό την απειλή των πειρατικών επιθέσεων.

Οι κλοπές και οι λεηλασίες δεν ήταν το μόνο πράγμα που είχαν να φοβούνται από τέτοιες επιθέσεις. Για τους πειρατές, οι ίδιοι οι άνθρωποι ήταν συχνά η πιο σημαντική και κερδοφόρα λεία. Μπορούσαν να αξιοποιηθούν με πολλούς τρόπους: προς πώληση στα σκλαβοπάζαρα των μεσογειακών λιμανιών, ως κωπηλάτες για τα πειρατικά καράβια, αλλά και για είσπραξη λύτρων, στην περίπτωση που οι αιχμάλωτοι προέρχονταν από πλούσια οικογένεια.

Το Αιγαίο ήταν μια θάλασσα που την λυμαίνονταν οι πειρατές ήδη από την Αρχαιότητα. Οι πρώτοι που κατάφεραν να πατάξουν την πειρατεία ήταν οι Ρωμαίοι. Η Ανατολική Μεσόγειος, η οποία έμεινε υπό τον έλεγχο της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, θα παρέμενε για αρκετούς αιώνες μια σχετικά ασφαλής θάλασσα, σε αντίθεση με τη Δυτική. Αργότερα όμως, όταν οι Βυζαντινοί αποδυναμώθηκαν και έπρεπε να μοιραστούν τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου με δυνάμεις όπως οι Άραβες, οι Λατίνοι, ή οι Τούρκοι, η πειρατεία θα επανεμφανιζόταν δυναμικά και εκεί – και θα επιβίωνε μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Πειρατεία και γεωγραφία

Η γεωγραφία του Αιγαίου, με τον πλούτο σε περάσματα, μικρά νησιά και μικρούς και απρόσιτους όρμους με σπηλιές, κατάλληλους ως καταφύγιο, ευνοούσε έτσι κι αλλιώς την πειρατεία. Δεν είναι παράξενο που αυτή η «τέχνη» αναπτύχθηκε στο Αιγαίο ήδη από την Αρχαιότητα.

Η περιοχή Σαρακίνικο στην Μήλο είναι μια από τις πολλές στο Αιγαίο με παρόμοιο όνομα, μάρτυρας της παλιότερης χρήσης ως κρυψώνα πειρατών. http://www.iefimerida.gr/news/190047/amerikanida-dimosiografos-me-skista-matia-xetrelameni-me-ti-hora-mas-oi-5-theikes

Η περιοχή Σαρακίνικο στην Μήλο είναι μια από τις πολλές στο Αιγαίο με παρόμοιο όνομα, μάρτυρας της παλιότερης χρήσης ως κρυψώνα πειρατών.
Πηγή εικόνας

Όπως η γεωγραφία ευνόησε την ανάπτυξη της πειρατείας, με τη σειρά της η τελευταία θα επιδρούσε πάνω στην ανθρωπογεωγραφία του Αιγαίου. Ο κίνδυνος από τους πειρατές είναι ίσως και ο κύριος λόγος που πολλοί οικισμοί, συχνά και οι ίδιες οι Χώρες των νησιών, δεν είναι παραθαλάσσιοι, αλλά βρίσκονται στην ενδοχώρα: σε τοποθεσίες με φυσική οχύρωση, με δυνατότητες εποπτείας των θαλασσινών περασμάτων, σχετικά δύσκολα προσβάσιμες από τους πειρατές και, όσο αυτό ήταν δυνατόν, «κρυμμένες» απ’ αυτούς.

Οι επιδρομές στο τέλος του Μεσαίωνα είχαν αναγκάσει τον πληθυσμό της Καλύμνου να εγκαταλείψει τους παράλιους οικισμούς, είτε μεταναστεύοντας, είτε με την απομάκρυνση στα βουνά. Το Μεγάλο Κάστρο της Χώρας (διακρίνεται πάνω δεξιά), το οποίο είχε κτιστεί από τους Βυζαντινούς, επισκευάστηκε από τους Ιωαννίτες και έγινε από τον 16ο αιώνα η πρωτεύουσα και το οικιστικό κέντρο του νησιού (με γύρω στους 1000 κατοίκους), εκμεταλλευόμενο την σπάνια ιδανική του θέση, πάνω σε βράχο στην μέση της κεντρικής κοιλάδας του νησιού. Η τοποθεσία αυτή το έκανε εξαιρετικά δυσπρόσιτο και σχεδόν αόρατο από την ανοικτή θάλασσα, συνδυάζοντας ταυτόχρονα την εποπτεία των λιμανιών του νησιού. Αμφιθεατρικά στους πρόποδες του κάστρου αναπτύχθηκε στους επόμενους αιώνες και η Χώρα της Καλύμνου, η οποία φαίνεται στην εικόνα.

Ίος Χώρα

Η Χώρα της Ίου (αριστερά) βρίσκεται κι αυτή σε υψόμετρο και σε κάποια απόσταση από το λιμάνι, κάτι που προφανώς έχει σχέση και με την προστασία από πειρατές. Το 1558 είχε δεχτεί την επίθεση τουρκικών πειρατικών, που λεηλάτησαν το νησί και πούλησαν τους κατοίκους σε σκλαβοπάζαρα: η Ίος θα παρέμενε ερημωμένη για περίπου μια εικοσαετία, πριν εποικιστεί ξανά.

Το να πούμε όμως ότι η σχέση του πληθυσμού του Αιγαίου με τους πειρατές ήταν γενικά αρνητική, θα ήταν υπεραπλούστευση. Πολλές ακτές του Αιγαίου έπαιξαν για κάποια περίοδο το ρόλο τους ως λημέρια των πειρατών. Οι τελευταίοι βασίζονταν στη βοήθεια των χωρικών από πολλές απόψεις, π.χ. για την παροχή πληροφοριών, προμηθειών ή καταφυγίου. Άρχοντες, επίσκοποι, ακόμα και μοναχοί στα νησιά, μπορεί να συνδέονταν έμμεσα με πειρατικές δραστηριότητες. Και φυσικά, δεν έλειπε και η άμεση συμμετοχή πολλών από τους ίδιους τους νησιώτες στις επιδρομές σε πλοία, στο Αιγαίο και αλλού.

Επομένως, η πειρατεία δεν ήταν απλά μια μάστιγα, αλλά και σημαντικό κομμάτι της οικονομίας του Αιγαίου. Σε κάποιες περιοχές λειτούργησε εντελώς αντίστροφα από ό,τι αλλού, βοηθώντας  στην ανάπτυξη παραθαλάσσιων οικισμών, ως τόπων εμπορίου της πειρατικής λείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα νησιού που κατά την Τουρκοκρατία ανέπτυξε μια σχέση αλληλεξάρτησης με την πειρατεία ήταν η Μήλος: πρόσφερε στους πειρατές ασφάλεια, προμήθειες και διασκέδαση (εκεί ξεχειμώνιαζαν οι πειρατές πριν ξανοιχτούν στη θάλασσα την άνοιξη), καθώς και αγορά για τη λεία τους, ενώ το νησί γνώρισε μια οικονομική άνθηση χάρη σε αυτό το εμπόριο. Και άλλα νησιά, όπως η Ίος, η Κίμωλος, και η Αστυπάλαια έγιναν την ίδια περίοδο βάσεις των πειρατών, σε συμβίωση με τους κάτοικους, ενώ άλλα όπως π.χ. οι Φούρνοι αξιοποιούνταν ως ενέδρες.

Ίος Όρμοι

Η παρουσία πολλών μικρών όρμων στην Ίο ίσως να έπαιξε ρόλο στο να γίνει το νησί καταφύγιο πειρατών στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Πάντως, στα οθωμανικά χρόνια τα μεγάλα κέντρα προέλευσης της πειρατείας βρίσκονταν εκτός Αιγαίου: στα κράτη της Μπαρμπαριάς (Αλγέρι, Τύνιδα, Τρίπολη), στη Μάλτα, στο Λιβόρνο. Μια πιο κοντινή περιοχή, που επίσης αναδείχτηκε σε πειρατομάνα, ήταν η Μάνη. Η γεωγραφία της, τα άγονα εδάφη με τη μικρή γεωργική παραγωγή, η σχετική απομόνωση, έσπρωχναν τους κατοίκους της προς αυτόν τον τρόπο εξασφάλισης της επιβίωσής τους. Η σημασία της πειρατείας για τη μανιάτικη οικονομία έγινε τόσο μεγάλη, που ακόμα και οι ίδιοι οι μπέηδες (δηλαδή οι Χριστιανοί ηγεμόνες, που διοικούσαν την ημιαυτόνομη Μάνη με την έγκριση των Οθωμανών) κατηγορούνταν συχνά ότι είχαν ανάμιξη σ’ αυτήν.

Το Οίτυλο στη Μάνη είναι σήμερα ένα μικρό χωριό, παλιά όμως κάποιο το έλεγαν και

Το Οίτυλο στη Μάνη είναι σήμερα ένα μικρό χωριό, παλιά όμως το έλεγαν και «Μεγάλο Αλγέρι»: το όνομα αυτό παρέπεμπε στη λειτουργία αγοράς για την λεία της μανιάτικης πειρατείας, συμπεριλαμβανομένου και σκλαβοπάζαρου.
Πηγή εικόνας

Πειρατεία και κρατική εξουσία

Η σχέση της πειρατείας με την κρατική εξουσία είναι πολύ παλιά. Ήδη από την αρχαιότητα ο Ηρόδοτος περιγράφει π.χ. την πειρατική δράση του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη, ενώ υπάρχουν αναφορές και για πειρατικές ενέργειες για λογαριασμό της Αθήνας.

Στη νεώτερη εποχή, η σχέση με τις κρατικές αρχές εκφράζεται πλέον και με τη διάκριση ανάμεσα σε «πειρατές» και «κουρσάρους». Οι απλοί πειρατές ήταν αυτοί που δρούσαν μόνο για δικό τους λογαριασμό, έχοντας αποκλειστικά το δικό τους κέρδος ως στόχο: ήταν, ας πούμε, ελεύθεροι επαγγελματίες. Αντίθετα, κουρσάροι λέγονταν όσοι λειτουργούσαν υπό την κάλυψη και για λογαριασμό μιας κρατικής δύναμης, επιτιθέμενοι μόνο στα εχθρικά σ’ αυτήν πλοία. Συχνά αυτό γινόταν και με περίπου επίσημο τρόπο, με σύναψη συμβολαίων κ.λπ: ήταν δηλαδή νόμιμοι, τουλάχιστον από την οπτική γωνία του κράτους που τους κάλυπτε.

Εκτός από τη σημασία του κούρσους σε καιρό πολέμου, υπήρχαν στη Μεσόγειο και κρατικά μορφώματα, για τα οποία η πειρατεία ήταν η βάση της οικονομίας τους, όπως οι ηγεμονίες της Μπαρμπαριάς ή η Μάλτα. Τέτοια παραδείγματα δείχνουν ότι και τα όρια ανάμεσα στην πειρατεία και το κούρσος δεν ήταν σαφή: οι Μπερμπερίνοι ήταν π.χ. κουρσάροι, από την άποψη ότι δρούσαν για λογαριασμό των τοπικών ηγεμόνων της Μπαρμπαριάς. Αν όμως λάβουμε υπόψη ότι αυτές οι ηγεμονίες τέθηκαν αργότερα υπό οθωμανική κυριαρχία, πρέπει να τους δούμε ως πειρατές, τουλάχιστον όσο η δράση τους δεν εγκρινόταν από την Υψηλή Πύλη.

Τα κράτη της Μπαρπαριάς στη Βόρεια Αφρικής. https://www.flickr.com/photos/walkingsf/7094705733

Τα κράτη της Μπαρμπαριάς στη Βόρεια Αφρική.
Πηγή εικόνας

Όσο το Αιγαίο ήταν χώρος ανταγωνισμού ανάμεσα σε πολλές δυνάμεις (Λατίνους, Βυζαντινούς, Τούρκους, Μπερμπερίνους), ήταν κατά συνέπεια και χώρος ανταγωνισμού ανάμεσα στους κουρσάρους που τις υπηρετούσαν. Ταυτόχρονα, δρούσαν και πολλοί ανεξάρτητοι πειρατές, όλων των πιθανών εθνο-θρησκευτικών προελεύσεων. Αυτή ήταν γενικά μια χρυσή περίοδος για την πειρατεία, και ιδιαίτερα επικίνδυνη για τους κατοίκους ή ταξιδιώτες του Αιγαίου.

O Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (το άγαλμα βρίσκεται στην περιοχή Μπεσίκτας στην Κωνσταντινούπολη) είναι ένα κλασικό παράδειγμα για κάποιον που έφτασε να γίνει από τοπικός πειρατής σε οθωμανό ήρωα. Γεννήθηκε στη Λέσβο ως Χριστιανός αλλά προσχώρησε στο Ισλάμ. Αφού έγινε γνωστός πειρατής, μετέφερα την έδρα του στην Τύνιδα, όπου έγινε ο τρόμος των πλοίων της Μεσογείου. Από το 1518 προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Οθωμανό Σουλτάνο, φτάνοντας μέχρι και τον τίτλο του

O Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (άγαλμα στην Κωνσταντινούπολη) είναι κλασικό παράδειγμα για κάποιον που εξελίχθηκε από τοπικό πειρατή σε Οθωμανό ήρωα. Γεννήθηκε στη Λέσβο ως Χριστιανός αλλά προσχώρησε στο Ισλάμ. Αφού έγινε γνωστός πειρατής, μετέφερε την έδρα του στην Τύνιδα. Από το 1518 προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Οθωμανό Σουλτάνο, φτάνοντας μέχρι και τον τίτλο του καπουντάν πασά.
Πηγή εικόνας

Όταν αργότερα το Αιγαίο μετατράπηκε, τυπικά τουλάχιστον, σε οθωμανική λίμνη, ήταν επόμενο ότι οι Οθωμανοί θα προσπαθούσαν να περιορίσουν την πειρατεία, ιδιαίτερα αφού μέσω των διάφορων συμφωνιών που είχαν κάνει με ευρωπαϊκές δυνάμεις όφειλαν να ενδιαφέρονται και για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των τελευταίων. Δεν ήταν όμως εύκολη υπόθεση: το Αιγαίο ήταν ευνοϊκό για τους πειρατές, όχι μόνο επειδή πρόσφερε εύκολα καταφύγια, αλλά και γιατί από εκεί περνούσαν αναγκαστικά όλα τα πλοία που αναλάμβαναν το εμπόριο της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης και άλλων σημαντικών οθωμανικών κέντρων με την υπόλοιπη Μεσόγειο.

Ποτέ οι Οθωμανοί δεν θα κατάφερναν να ελέγξουν εντελώς την πειρατεία. Στην ουσία, μοιράζονταν με τους πειρατές την εξουσία πάνω στους τοπικούς πληθυσμούς, ιδιαίτερα στα νησιά που λειτουργούσαν ως πειρατικές βάσεις. Χαρακτηριστικό επεισόδιο για το κύρος που μπορεί να απολάμβαναν οι πειρατές, αλλά και για το θράσος τους απέναντι στους Οθωμανούς, ήταν η ανακήρυξη του διάσημου πειρατή Ι. Καψή σε «βασιλιά» της Μήλου το 1677: η «βασιλεία» του διήρκεσε τρία χρόνια, πριν συλληφθεί και κρεμαστεί.

Πειρατεία και θρησκεία

Η σχέση πειρατείας – κρατικής εξουσίας μας φέρνει σχεδόν αυτόματα και σε έναν άλλο σημαντικό παράγοντα. Από τη στιγμή που η κρατική εξουσία ήταν στενά συνδεδεμένη με τη θρησκεία, είναι αναμενόμενο ότι θα υπήρχε και μια σχέση της πειρατείας μαζί της.

Οι Σαρακηνοί ήταν από τους πρώτους που φρόντισαν να νομιμοποιήσουν την πειρατική δράση με θρησκευτικές (ισλαμικές) αναφορές. Στην ουσία, μετέφεραν στη θάλασσα μια τακτική που εφαρμοζόταν ήδη στη στεριά, αφού από πολύ νωρίς η αραβική μουσουλμανική κοινότητα χρησιμοποίησε ληστρικές επιδρομές για να εξασφαλίσει τους πόρους για την επιβίωσή της, ντύνοντας τις με τον μανδύα του ιερού πολέμου. Όταν Άραβες πειρατές κατάφεραν να καταλάβουν την Κρήτη, ίδρυσαν εκεί εμιράτο και την χρησιμοποίησαν σαν ορμητήριο για επιδρομές στο Αιγαίο.

Εικόνα από μάχη ανάμεσα στους Σαρακηνούς της Κρήτης και τους Βυζαντινούς. Το Εμιράτο της Κρήτης έζησε από το 824/27 μέχρι το 961. Οι Σαρακηνοί ήταν αυτοί που ίδρυσαν την πόλη του Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο), κάνοντας την πρωτεύουσα του νησιού και ασφαλές ορμητήριο για την πειρατεία στο Αιγαίο. https://commons.wikimedia.org/wiki/Chapters_of_the_Madrid_Skylitzes

Εικόνα από μάχη ανάμεσα στους Κρητικούς Σαρακηνούς και τους Βυζαντινούς. Το Εμιράτο της Κρήτης έζησε από το 824/27 μέχρι το 961. Οι Σαρακηνοί ήταν αυτοί που ίδρυσαν την πόλη του Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο), κάνοντας την πρωτεύουσα του νησιού και ασφαλές πειρατικό ορμητήριο.
Πηγή εικόνας

Το παράδειγμα τους θα ακολουθούσαν μετά από κάποιους αιώνες και τα τουρκικά εμιράτα των μικρασιατικών παραλίων. Και αυτά επικαλέστηκαν θρησκευτικούς λόγους για να δικαιολογήσουν τις πειρατικές τους δραστηριότητες: η λεηλασία της ιδιοκτησίας των «απίστων» και η αιχμαλωσία τους ήταν τιμωρία για τη μη αποδοχή του Ισλάμ. Ήταν μια «τζιχάντ της θάλασσας«: ακόμα και η μοιρασιά των λαφύρων γινόταν με βάση το Κοράνι.

Το Ισλάμ όμως δεν είναι η μόνη θρησκεία που είχε το προνόμιο να συνδεθεί με την πειρατεία. Το χριστιανικό-καθολικό τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών χρησιμοποίησε ως βάση για πειρατικές επιδρομές αρχικά την Κύπρο και στη συνέχεια τη Ρόδο, την οποία μετέτρεψαν και σε έδρα του κράτους τους. Και σ’ αυτήν την περίπτωση πρόκειται στην ουσία για μεταφορά μιας τακτικής της στεριάς στη θάλασσα, αφού οι Ιωαννίτες είχαν προηγουμένως συμμετάσχει στις Σταυροφορίες. Τώρα, οι Ιωαννίτες χτυπούσαν και λήστευαν τους μουσουλμανικούς στόχους στη θάλασσα, με μια σκληρότητα που εμπνεόταν και από το θρησκευτικό τους ζήλο. Όταν υπήρχαν «αναδουλειές», λόγω της απουσίας μουσουλμανικών πλοίων, οι καθολικοί Ιωαννίτες θυμούνταν το Σχίσμα και δεν δίσταζαν να χτυπήσουν και ελληνορθόδοξους στόχους.

Οι Ιωαννίτες είχαν υπό τον έλεγχό τους κατά τον ύστερο Μεσαίωνα σχεδόν όλα τα Δωδεκάνησα. Η εικόνα είναι από το Κάστρο της Χρυσοχεριάς στην Κάλυμνο, το οποίο οι Ιωαννίτες (φαίνεται το έμβλημά τους με τον σταυρό) έκτισαν τον 15ο αιώνα.

Στα οθωμανικά χρόνια, αυτή η σύγκρουση Μουσουλμάνων και Χριστιανών πειρατών/κουρσάρων θα αποκτούσε άλλες γεωγραφικές αναφορές, εκτός Αιγαίου, χωρίς να αλλάξει όμως πολλά στην ουσία της. Οι Ιωαννίτες μετέφεραν την έδρα τους στη Μάλτα και συνέχισαν να έρχονται μέχρι το Αιγαίο και να χτυπούν στόχους που θεωρούσαν μουσουλμανικούς, δηλαδή κυρίως καράβια με οθωμανική σημαία (κάποια από τα οποία ήταν φυσικά και ελληνικά). Οι Μαλτέζοι πειρατές ήταν ο τρόμος των Μουσουλμάνων και των Εβραίων, οι οποίοι έπρεπε να πληρώνουν μεγάλα ποσά σε λύτρα για να απελευθερώνουν τους ομόθρησκους αιχμάλωτους και να τους γλυτώνουν από τη δουλεία σε Χριστιανούς – κάτι που κάποιοι το θεωρούσαν και ως ισλαμικό θρησκευτικό καθήκον (αντίστοιχα, υπήρχαν και στη Δύση χριστιανικές οργανώσεις που έβλεπαν ως αποστολή τους τη συλλογή λύτρων για την απελευθέρωση Χριστιανών αιχμαλώτων, θυμάτων της μουσουλμανικής πειρατείας: παράδειγμα είναι το τάγμα των ιπποτών Mercedarian στην Καταλονία). Είναι ενδιαφέρον πάντως, ότι τόσο οι Μουσουλμάνοι όσο και οι εβραϊκές οργανώσεις προτιμούσαν να χρησιμοποιούν Χριστιανούς ως μεσάζοντες για την εξαγορά Μουσουλμάνων και Εβραίων σκλάβων αντίστοιχα. Η επιλογή Χριστιανών γι’ αυτήν τη δουλειά είχε πολύ πρακτικούς λόγους: οποιοσδήποτε Μουσουλμάνος ή Εβραίος έφτανε στη Μάλτα για να διαπραγματευτεί, θα ρίσκαρε το να γίνει ο ίδιος σκλάβος.

Αντίστοιχα, κέντρο της μουσουλμανικής πειρατείας έγιναν τα κράτη της Μπαρμπαριάς: το Αλγέρι, η Τύνιδα και η Τρίπολη. Σε οθωμανικά έγγραφα οι Μπερμπερίνοι κουρσάροι/πειρατές αναφέρονται ως «ιεροί πολεμιστές» – τουλάχιστον εφόσον η δράση τους συμπίπτει με τα οθωμανικά συμφέροντα. Γιατί ακόμα και αυτή η σχέση δεν ήταν πάντα εύκολη, αφού δεν ήταν εντελώς ελεγχόμενοι από την οθωμανική διοίκηση.

Οι Μουσουλμάνοι και οι Καθολικοί πειρατές δεν ήταν όμως οι μόνοι που χρησιμοποιούσαν θρησκευτικές αναφορές για να «ευλογήσουν» τη δράση τους. Από την πλευρά των Ελληνορθόδοξων, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εκκλησία «Παναγία Κλεφτρίνα» στη νήσο Γραμβούσα, πειρατικό ορμητήριο στις αρχές του 19ου αιώνα, για το οποίο θα γίνει λόγος και πιο κάτω.

Η Παναγιά Κλεφτρίνα στη Γραμβούσα. http://www.kretakultur.dk/english/sights/chania%20eng/imeri%20eng/imeri%20eng.htm

Η Παναγιά Κλεφτρίνα στη Γραμβούσα.
Πηγή εικόνας

Γενικά, δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι οι Χριστιανοί ή Μουσουλμάνοι κουρσάροι/πειρατές, που ισχυρίζονταν ότι δρούσαν στο όνομα της θρησκείας τους, ήταν πάντα τόσο επιλεκτικοί στους στόχους τους. Τόσο οι Μπερμπερίνοι όσο και οι Μαλτέζοι και οι Λιβορνέζοι μπορούσαν να επιτεθούν και σε ομόθρησκούς τους. Αυτό πάντως που συνήθως δεν έκαναν στους τελευταίους, ήταν να τους σκλαβώσουν.

Πειρατεία και επανάσταση

Η αναφορά στην ελληνορθόδοξη πειρατεία μας φέρνει και σε μια άλλη διάσταση της πειρατείας στο Αιγαίο: αυτήν της αντίστασης στο κατεστημένο της εποχής, δηλαδή την οθωμανική εξουσία. Η συμπάθεια που είχαν διάφοροι νησιώτες προς τους πειρατές, παρά όσα υπέφεραν κατά καιρούς απ’ αυτούς, είναι επομένως κάτι παρόμοιο μ’ αυτήν πολλών χωρικών προς τους κλέφτες: έτσι εκφραζόταν η απόρριψη προς μια εξουσία που την θεωρούσαν άδικη απέναντί τους, και ήταν επιπλέον (στην περίπτωση της οθωμανικής) αλλόθρησκη.

Ίσως ο πρώτος κουρσάρος/πειρατής που θα περνούσε στην Ιστορία ως επαναστάτης ήταν ο Λάμπρος Κατσώνης. Γεννημένος στη Λιβαδειά το 1752, κατατάχθηκε ήδη σε ηλικία 18 ετών στο ρωσικό ναυτικό. Επέστρεψε στο Αιγαίο για να αναλάβει δράση ως κουρσάρος για λογαριασμό των Ρώσων, οι οποίοι τότε βρίσκονταν σε πόλεμο με τους Οθωμανούς. Παρακινούσε ταυτόχρονα τους κατοίκους του Αιγαίου να επαναστατήσουν εναντίον των Τούρκων – χωρίς πολλή επιτυχία.

Όταν η Ρωσία τελικά έκλεισε ειρήνη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Κατσώνης αρνήθηκε να σταματήσει τη δράση του. Έχασε έτσι τη ρωσική στήριξη και μετατράπηκε από κουρσάρο σε απλό πειρατή: με ορμητήριο το Πόρτο Κάγιο στην ημιαυτόνομη Μάνη συνέχισε για μερικά χρόνια να επιτίθεται σε οθωμανικά, αλγερίνικα και γαλλικά καράβια. Φρόντιζε όμως να δίνει και μια πολιτική διάσταση στη δράση του: αποκαλούσε τον εαυτό του «απελευθερωτή της Ελλάδας» και συνέταξε το δικό του Μανιφέστο.

Η σημαία του Λάμπρου Κατσώνη, όταν πλέον δρούσε αυτόνομα από το Πόρτο Κάγιο της Μάνης. http://www.mixanitouxronou.gr/lampros-katsonis-o-thrilikos-thalassomachos-pou-egine-piratis-kalouse-tous-ellines-na-min-plironoun-forous-ke-perase-ta-plia-tou-pano-apo-ti-steria-gia-na-xefigi-ap-tous-tourkous-sti-tzia/

Η σημαία του Λάμπρου Κατσώνη, «Πρίγκηπα της Μάνης και Ελευθερωτή της Ελλάδας», όταν πλέον δρούσε αυτόνομα.
Πηγή εικόνας

Στα χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση, το Αιγαίο γνώρισε μια έξαρση της πειρατείας, η οποία δεν ήταν άσχετη με την αύξηση της ανεργίας, λόγω της κρίσης στο ναυτιλιακό κλάδο από το 1815. Όπως αντίστοιχα με τους κλέφτες στη στεριά, η εμπειρία των πειρατών στα όπλα και στις ναυτικές μάχες θα αποδεικνυόταν χρήσιμη στην Επανάσταση και δεν είναι τυχαίο που πολλοί επαναστάτες είχαν πίσω τους (και) πειρατική καριέρα: από τους Μαυρομιχαλαίους και τους Μαντούβαλους ως και τον ίδιο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Μπορεί η εξέλιξη των πειρατών σε επαναστάτες να ήταν κάτι σχετικά φυσιολογικό για την εποχή. Δεν σημαίνει όμως ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει και στην ανάποδη κατεύθυνση. Ένα κλασικό παράδειγμα (ανάμεσα σε πολλά) είναι η κοινότητα της Γραμβούσας, μιας μικρής νησίδας λίγο έξω από τον Κίσσαμο της Κρήτης. Το 1826 μια μερίδα επαναστατημένων Κρητών κατέφυγε εκεί για να ξεφύγουν από τους Οθωμανούς. Ανίκανοι να επιβιώσουν με άλλο τρόπο, κατέφυγαν στην πειρατεία και απέκτησαν ιδιαίτερα κακή φήμη.

Γενικά, οι σκληρές οικονομικές συνθήκες αυτής της εμπόλεμης περιόδου οδήγησαν ακόμα περισσότερους προς τη ληστεία και την πειρατεία. Χωρίς να έχουν την πολυτέλεια να χτυπούν μόνο οθωμανικά καράβια, οι πειρατές έβαζαν στο στόχαστρο τους και ελληνικά πλοία, αλλά και πλοία διάφορων ευρωπαϊκών δυνάμεων (συχνά με την ανοχή των τοπικών επαναστατικών αρχών, που συμμετείχαν στα κέρδη από τέτοιες δραστηριότητες), αυτών δηλαδή από τις οποίες το νεοσύστατο ελληνικό κρατίδιο ήταν πλήρως εξαρτημένο. Η ελληνική κυβέρνηση θα βρισκόταν άρα σύντομα αναγκασμένη να δράσει.

Το τέλος

Το φαινόμενο της πειρατείας στο Αιγαίο έχει, όπως φάνηκε πιο πάνω, κοινά με αυτό της ληστείας στην ηπειρωτική Ελλάδα. Αν όμως η δεύτερη αφορούσε κυρίως τους τοπικούς πληθυσμούς και ενοχλούσε ελάχιστα τις ευρωπαϊκές δυνάμεις (τουλάχιστον μέχρι τη γνωστή σφαγή στο Δήλεσι το 1870), δεν συνέβαινε το ίδιο και με την πρώτη, που εμπόδιζε το διεθνές εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα. Αυτός ήταν μάλλον και ο λόγος που τελικά η πειρατεία εξαλείφθηκε πιο γρήγορα και αποτελεσματικά.

Με το που ήρθε στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Καποδίστριας έδειξε ότι ήταν αποφασισμένος να αντιμετωπίσει πραγματικά αυτό το πρόβλημα, σε αντίθεση με τις προηγούμενες επαναστατικές διοικήσεις. Για να πετύχει τον σκοπό του, ανέθεσε τη δουλειά σε κάποιον που ήταν ο ίδιος πρώην πειρατής και ήξερε από πρώτο χέρι τις μεθόδους και τη νοοτροπία τους: τον Ανδρέα Μιαούλη.

Ο Ανδρέας Μιαούλης (1769-1835) γεννήθηκε στην Ύδρα και δραστηριοποιήθηκε ήδη νέος ως πειρατής στην Αίγυπτο, προτού επιστέψει στην πατρίδα του για να γίνει έμπορος. Στην Ελληνική Επανάσταση ήταν ο αρχηγός του υδραίικου στόλου, με πολλές επιτυχίες εναντίον των Τούρκων. Το 1827 ο Καποδίστριας του ανέθεσε την εκκαθάριση του Αιγαίου από τους πειρατές, αποστολή στην οποία επίσης πέτυχε - αν και στη συνέχεια προσχώρησε στην αντικαποδιστριακή παράταξη. http://www.mixanitouxronou.gr/andreas-miaoulis-o-thrilikos-thalassomachos-tou-21-diaspouse-tous-vretanikous-apoklismous-nikise-epanillimmena-tous-tourkous-exalipse-tous-pirates-omos-to-telos-tis-zois-tou-simadeftike-apo-mia/

Ο Ανδρέας Μιαούλης (1769-1835) γεννήθηκε στην Ύδρα και δραστηριοποιήθηκε ήδη νέος ως πειρατής στην Αίγυπτο, προτού επιστέψει στην πατρίδα του για να γίνει έμπορος. Στην Ελληνική Επανάσταση ήταν ο αρχηγός του υδραίικου στόλου, με πολλές επιτυχίες εναντίον των Τούρκων. Το 1827 ο Καποδίστριας του ανέθεσε την εκκαθάριση του Αιγαίου από τους πειρατές.
Πηγή εικόνας

Ο Μιαούλης κατάφερε να εξουδετερώσει τους πειρατές των Βόρειων Σποράδων, ενώ ευρωπαϊκοί στόλοι εξόντωσαν ταυτόχρονα αυτούς της Γραμβούσας. Ο Καποδίστριας μπορεί έτσι να πέτυχε τον στόχο του, αλλά όχι χωρίς συνέπειες: η εξόντωση της πειρατείας προφανώς δεν ήταν σύμφωνη με τα συμφέροντα πολλών σημαντικών οικογενειών, και λέγεται ότι αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που οδήγησαν στη δολοφονία του.

Στα επόμενα χρόνια δεν έλειψαν και οι φάσεις που αναζωπυρώθηκε η πειρατεία, αφού δεν είχαν εξαφανιστεί τα κοινωνικά αίτια που την δημιούργησαν. Σιγά σιγά όμως, το Αιγαίο θα γινόταν μια ειρηνική και ασφαλής θάλασσα και τέτοια θα παραμείνει μέχρι τις μέρες μας. Δύσκολα φαντάζεται κάποιος σήμερα το φόβο που γεννούσε μόλις πριν δύο αιώνες.

Πριν πάντως βιαστούμε να θεωρήσουμε ότι ένα φαινόμενο όπως η πειρατεία μπορεί να αντιμετωπιστεί απλά με ανάλογη βία, ας σκεφτούμε πως λειτουργούσε και ως τρόπος μιας αναγκαίας ίσως αναδιανομής του εισοδήματος. Η Μπαρμπαριά, η Μάλτα ή η Μάνη και τα Σφακιά, ήταν περιοχές που χωρίς την πειρατεία θα ήταν φτωχές και με δυσκολία θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την επιβίωση του πληθυσμού τους. Και σίγουρα δεν είναι τυχαίο που η πειρατεία στο Αιγαίο αναπτύχθηκε ιδιαίτερα σε εποχές ανεργίας, όταν για το ναυτικό πληθυσμό δεν υπήρχαν πολλές άλλες εναλλακτικές. Είναι κάτι που βλέπουμε και σήμερα π.χ. στη Σομαλία. Όταν τίθεται θέμα επιβίωσης, προσαρμόζονται ανάλογα και τα όρια της ηθικής. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη.


Πηγές

Στα ιχνη του κυπριακου σιδηροδρομου

Κλασσικό

Πρόσφατα στην Κύπρο, μια ομάδα δευτεροετών φοιτητών του τμήματος Πολιτικής Μηχανικής και Γεωπληροφορικής  του ΤΕΠΑΚ ανέλαβε να κάνει τεχνοοικονομική μελέτη για την κατασκευή σιδηρόδρομου. Για τους λάτρεις του τρένου στην Κύπρο, μια τέτοια ιδέα ακούγεται ίσως πολύ ωραία για να γίνει αληθινή. Θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί;

Οι παλιότεροι όμως θυμούνται ότι πριν αρκετές δεκαετίες ήταν ήδη πραγματικότητα. Μέχρι τη δεκαετία του ’50, στην Κύπρο λειτουργούσε κρατικός σιδηρόδρομος, ο οποίος στην μεγαλύτερη του ανάπτυξη συνέδεε την Ευρύχου με την Αμμόχωστο. Μετέφερε επιβάτες, εμπορεύματα, μεταλλεύματα, αλλά και το ταχυδρομείο.

Η σιδηρηδρομική ιστορία της Κύπρου

http://www.bigcyprus.com.cy/el/blog/155-kypriakos-kyvernitikos-sidirodromos-i-anaptyksi-kai-to-anapofefkto-telos

Ο κυπριακός σιδηρόδρομος σε λειτουργία. Μέχρι και τη δεκαετία ’40, όταν οι μηχανές μετατράπηκαν σε ντηζελοκίνητες, ως καύσιμα χρησιμοποιούνταν ξύλα και κάρβουνα. Πηγή εικόνας

Ο Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδηρόδρομος (ή Cyprus Government Railways) λειτούργησε από το 1905 ως το 1951. Το 1905 μόλις είχαν ολοκληρωθεί τα έργα της εμβάθυνσης του λιμανιού της Αμμοχώστου και της κατασκευής της νέας αποβάθρας, που θα το έκαναν πάλι κύριο λιμάνι του νησιού όπως στα πολύ παλιά χρόνια. Και για να μπορεί να λειτουργήσει αυτό το λιμάνι, χρειαζόταν προφανώς και ένα επαρκές σύστημα συγκοινωνιών – ένας τομέας τον οποίο η προηγούμενη οθωμανική διοίκηση είχε παραμελήσει.

Αρχικά, ο σιδηρόδρομος δυσκολεύτηκε να γίνει ελκυστικός για επιβάτες, αφού οι ντόπιοι το έβλεπαν περισσότερο ως αξιοθέατο παρά ως κάτι χρήσιμο – προτιμούσαν τα παραδοσιακά τους μέσα για τις μεταφορές. Εξάλλου, δεν ήταν και ιδιαίτερα γρήγορο μέσο: η ταχύτητα δεν ξεπερνούσε τα 25 μίλια την ώρα και συχνά το τρένο έπρεπε να σταματάει, μέχρι να απομακρυνθούν τα πρόβατα και τα κατσίκια από τις γραμμές. Η διαδρομή Λευκωσία-Αμμόχωστος διαρκούσε 2 με 3 ώρες (αναλόγως των στάσεων), η διαδρομή Λευκωσία-Μόρφου 2 ώρες και η διαδρομή Μόρφου-Καλό Χωριό 1 ώρα. 

Ο κυπριακός σιδηρόδρομος όμως έδειξε τελικά την χρησιμότητά του με διάφορους τρόπους. Σ’ αυτούς συγκαταλέγεται και η υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας των Συμμάχων κατά τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσω της μεταφοράς εφοδίων, ξυλείας και στρατιωτών – γι’ αυτό εξάλλου έγινε και στόχος βομβαρδισμών από τις δυνάμεις του Άξονα. Σε καιρούς ειρήνης, ιδιαίτερα δημοφιλή έγιναν τα φτηνά ειδικά δρομολόγια, π.χ. για τη μεταφορά κόσμου στις παραλίες τις Κυριακές, στο ετήσιο Φεστιβάλ Πορτοκαλιού στην Αμμόχωστο ή στον Ιππόδρομο του Αγίου Δομετίου στις μέρες των ιπποδρομιών.

Η διαδρομή

Ξεκινώντας από την Ευρύχου, το τρένο περνούσε από τη Μόρφου και τη Λευκωσία για να καταλήξει στην πόλη και στο λιμάνι της Αμμοχώστου. Ενδιάμεσα έκανε στάση σε διάφορα χωριά. Ας δούμε όμως αυτήν τη διαδρομή, μέσα από τα ίχνη που έχουν απομείνει μέχρι και σήμερα.

Η διαδρομή και οι στάσεις του Κυπριακού Σιδηρόδρομου, στην πλήρη του ανάπτυξη, με ένα συνολικό μήκος 122 χλμ. (από το Μουσείο Κυπριακού Σιδηρόδρομου). Ήταν επιλεγμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετούν και ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές περιοχές. https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/6/65/Map_of_Cyprus_Government_Railway.svg

Η διαδρομή και οι στάσεις του Κυπριακού Σιδηρόδρομου, στην πλήρη του ανάπτυξη, με ένα συνολικό μήκος 122 χλμ. (από το Μουσείο Κυπριακού Σιδηρόδρομου). Ήταν επιλεγμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετούν και ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές περιοχές.
Πηγή εικόνας

Ο δυτικός τερματικός σταθμός ήταν αυτός της Ευρύχου. Αυτό ήταν και το μοναδικό τμήμα όπου το τρένο ανέβαινε προς τα βουνά: κοντά στο σταθμό υπήρχαν πανδοχεία, για όσους θα συνέχιζαν το ταξίδι τους με άλλα μέσα προς τις κορυφές του Τροόδους. Η κατασκευή του σταθμού ευνόησε την ανάπτυξη και την ανάδειξη της Ευρύχου σε περιφερειακό κέντρο και κεφαλοχώρι της Σολέας.

Η επέκταση προς την Ευρύχου έγινε το 1915, με σκοπό την εκμετάλλευση των προϊόντων της Σολέας (μεταξύ αυτών και της ξυλείας) και της Λεύκας, αλλά και με την προοπτική επέκτασης προς το Τρόοδος. Τελικά, έμεινε σε λειτουργία μόνο μέχρι το 1932, αφού οι απότομες κλίσεις καταπονούσαν τη μηχανή, ενώ η βελτίωση του οδικού δικτύου μείωσε την επιβατική κίνηση (κατά μια άλλη εκδοχή, ο πραγματικός λόγος που έκλεισε αυτό το τμήμα ήταν ως.. τιμωρία για την κακή υποδοχή που επιφύλαξαν οι Ευρυχιώτες στον Άγγλο κυβερνήτη του νησιού το 1931, μετά τα Οκτωβριανά). Από τότε, ο σταθμός χρησιμοποιήθηκε για άλλους σκοπούς, έγινε αργότερα στόχος εμπρησμού από την ΕΟΚΑ (ως αγγλική ιδιοκτησία), και τελικά εγκαταλείφθηκε και παρέμεινε ως ένα ερείπιο λίγο έξω από το χωριό. Πρόσφατα όμως αναπαλαιώθηκε και λειτουργεί σήμερα ως το Μουσείο Κυπριακού Σιδηρόδρομου, απ’ όπου προέρχονται και πολλές από τις πληροφορίες στις οποίες βασίστηκε αυτό το άρθρο.

Ο πρώην σταθμός της Ευρύχου, τερματικός σταθμός της γραμμής και νυν Μουσείο Κυπριακού Σιδηρόδρομου.

Ο πρώην σταθμός της Ευρύχου, τερματικός σταθμός της γραμμής και νυν Μουσείο Κυπριακού Σιδηρόδρομου, βρίσκεται ανάμεσα στον οικισμό της Ευρύχου και τον ποταμό Καρκώτη. Φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμος κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την μεταφορά ξυλείας.

Ξεκινώντας το ταξίδι του, το τρένο κατηφόριζε στην κοιλάδα της Σολιάς παράλληλα περίπου με τον ποταμό Καρκώτη, όπου λίγο μετά γινόταν η συμβολή με την ιδιωτική σιδηροδρομική γραμμή της Κυπριακής Μεταλλευτικής Εταιρείας, που μετέφερε το υλικό από τα μεταλλεία της περιοχής. Στη συνέχεια, το τρένο διέσχιζε την πεδιάδα της Μόρφου, με σημαντικότερη στάση στην ομώνυμη κωμόπολη. Ακολουθώντας έπειτα μια διαδρομή που περνούσε σε μεγάλο τμήμα της μέσα από τη σημερινή νεκρή ζώνη (από τη δεκαετία του ’40 και μετά, σταματούσε και στο νεόκτιστο Αεροδρόμιο της Λευκωσίας), έφτανε στα προάστια της Λευκωσίας, κάνοντας στάση στον Ιππόδρομο του Αγίου Δομετίου. Η επόμενη στάση ήταν ο κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός Λευκωσίας, ανάμεσα στην Πύλη Κερύνειας και τη Νεάπολη.

Ο κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός Λευκωσίας βρισκόταν στο σημερινό κατεχόμενο τμήμα, ανάμεσα στην Πύλη Κερύνειας και τη Νεάπολη, στην τότε Οδό Σιδηροδρόμου (νυν οδός Αμπντί Ιπεκτσί). Με βάση κάποιες αναφορές το κτίριο στα δεξιά (κτισμένο το 1907) ήταν το κτίριο του Σταθμού. Αυτό δεν ταιριάζει όμως ούτε με τις φωτογραφίες ούτε με τους χάρτες της εποχής, με βάση τους οποίου ο σταθμός βρισκόταν στην αριστερή (βόρεια) πλευρά του δρόμου, στην οποία σήμερα υπάρχουν νέα κτίρια.

Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Λευκωσίας βρισκόταν στο σημερινό κατεχόμενο τμήμα, στην τότε Οδό Σιδηροδρόμου (νυν οδός Αμπντί Ιπεκτσί). Με βάση κάποιες αναφορές, το κτίριο στα δεξιά (κτισμένο το 1907) ήταν το κτίριο του Σταθμού. Αυτό δεν ταιριάζει όμως ούτε με τις φωτογραφίες ούτε με τους χάρτες της εποχής, με βάση τους οποίου ο σταθμός βρισκόταν στην αριστερή (βόρεια) πλευρά του δρόμου, στην οποία σήμερα υπάρχουν νέα κτίρια. Είναι πιθανόν πάντως να πρόκειται για ένα βοηθητικό κτίριο.

Παλιά φωτογραφία του Σ.Σ. Λευκωσίας (πηγή: Μουσείο Κυπριακού Σιδηροδρόμου).

Παλιά φωτογραφία του Σ.Σ. Λευκωσίας (πηγή: Μουσείο Κυπριακού Σιδηροδρόμου).

Το όνομα της καντίνας (βρίσκεται στον ίδιο δρόμο, λίγα μέτρα μακριά), είναι από τα ελάχιστα στοιχεία που έμειναν για να θυμίζουν ότι κάποτε ήταν εκεί ο Σ.Σ. Λευκωσίας.

Το όνομα αυτής της καντίνας (βρίσκεται στον ίδιο δρόμο, λίγα μέτρα μακριά), είναι από τα ελάχιστα στοιχεία που έμειναν για να θυμίζουν ότι κάποτε ήταν εκεί ο κεντρικός σταθμός της πόλης.

Μετά τον σταθμό, η σιδηροδρομική γραμμή συνέχιζε βορειο-ανατολικά προς την Ομορφίτα. Αυτό το μικρό αδιέξοδο δρομάκι διατηρεί το όνομα Tren Yolu Sokak, δηλαδή Οδός Σιδηρόδρομου, δείχνοντας και τη διαδρομή που ακολουθούσε (κάποια από τα κτίρια που βρίσκονται σ' αυτόν τον δρόμο ήταν προφανώς βοηθητικά του Κεντρικού Σταθμού).

Μετά τον σταθμό, η σιδηροδρομική γραμμή συνέχιζε βορειο-ανατολικά προς την Ομορφίτα. Αυτό το μικρό αδιέξοδο δρομάκι διατηρεί το όνομα Tren Yolu Sokak, δείχνοντας και τη διαδρομή που ακολουθούσε το τρένο (κάποια από τα παλιά κτίρια που βρίσκονται σ’ αυτόν τον δρόμο ήταν προφανώς βοηθητικά του Κεντρικού Σταθμού).

Το τρένο συνέχιζε τη διαδρομή του κοντά στην Ομορφίτα, πριν κάνει ακόμα μια στάση στα προάστια της Λευκωσίας, στο Καϊμακλί. Στη συνέχεια, ακολουθούσε μια διαδρομή μέσα από την πεδιάδα της Μεσαορίας, σταματώντας σε διάφορα χωριά πριν καταλήξει στην Αμμόχωστο.

Μετά την Ομορφίτα, το τρένο περνούσε από τη σημερινή Οδό Συνεργασίας στο Καϊμακλί (απ' όπου και η φωτογραφία).

Μετά την Ομορφίτα, το τρένο περνούσε από τη σημερινή Οδό Συνεργασίας στο Καϊμακλί (απ’ όπου και η φωτογραφία).

Το σημερινό γραμμικό πάρκο Καϊμακλίου είναι το τελευταίο ίχνος της σιδηροδρομικής γραμμής, που περιοχή υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συνέχεια της γραμμής προς την Αμμόχωστο ακολουθούσε μια διαδρομή, που βρίσκεται σήμερα εξ' ολοκλήρου στα κατεχόμενα.

Το σημερινό γραμμικό πάρκο Καϊμακλίου είναι το τελευταίο ίχνος της σιδηροδρομικής γραμμής, στην περιοχή που βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συνέχεια της γραμμής προς την Αμμόχωστο ακολουθούσε μια διαδρομή, η οποία βρίσκεται σήμερα εξ’ ολοκλήρου στα κατεχόμενα.

Ο σύγχρονος αυτοκινητόδρομος που συνδέει τη Λευκωσία με την Αμμόχωστο, ακολουθεί σε μεγάλο του τμήμα την παλιά σιδηροδρομική γραμμή, η οποία διέσχιζε τη Μεσαορία.

Ο σύγχρονος δρόμος που συνδέει τη Λευκωσία με την Αμμόχωστο διασχίζοντας την Μεσαορία (η φωτογραφία είναι από το λεωφορείο που κάνει τη συγκεκριμένη διαδρομή), ακολουθεί σε μεγάλο του τμήμα την παλιά σιδηροδρομική γραμμή.

Ο σταθμός της Αμμοχώστου ήταν ο ανατολικός τερματικός της διαδρομής. Η τοποθεσία του είχε επιλεχθεί ώστε να βρίσκεται ανάμεσα στην παλιά πόλη και τα Βαρώσια (εξυπηρετώντας έτσι και τον μουσουλμανικό και τον χριστιανικό πληθυσμό). Ένα ακόμα μικρό τμήμα σιδηροδρομικής γραμμής ένωνε εξάλλου και το σταθμό με το πολύ κοντινό λιμάνι, απ’ όπου τα εμπορεύματα μπορούσαν να μεταφερθούν και εκτός Κύπρου.

Η παλιά ατμομηχανή του τρένου εκτίθεται μπροστά στον πρώην Σιδηροδρομικό Σταθμό Αμμοχώστου, στον οποίο στεγάζεται σήμερα το Κτηματολόγιο της Αμμοχώστου.

Η παλιά ατμομηχανή του τρένου εκτίθεται μπροστά στον πρώην Σιδηροδρομικό Σταθμό Αμμοχώστου, στον οποίο στεγάζεται σήμερα το Κτηματολόγιο της Αμμοχώστου. Στο ισόγειο βρισκόταν η αίθουσα υποδοχής επιβατών και στον πρώτο όροφο τα γραφεία του κέντρου διοίκησης.

Πίσω από τον παλιό Σταθμό, βρίσκονται εγκαταλελειμμένα διάφορα βοηθητικά κτίρια (μηχανοστάσια, αμαξοστάσια) - λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από την κλειστή πόλη του Βαρωσίου.

Πίσω από τον παλιό Σταθμό, βρίσκονται εγκαταλελειμμένα διάφορα βοηθητικά κτίρια (εργαστήρια, αμαξοστάσια, αποθήκες εμπορευμάτων), ακόμα και μια παλιά μηχανή – σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων από την κλειστή πόλη του Βαρωσίου.

Από τον κεντρικό σταθμό της Αμμοχώστου, μια άλλη σιδηροδρομική γραμμή ξεκινούσε με προορισμό το λιμάνι, όπου τα εμπορεύματα φορτώνονταν ή ξεφορτώνονταν από τα καράβια.

Από τον κεντρικό σταθμό της Αμμοχώστου, μια άλλη σιδηροδρομική γραμμή ξεκινούσε με προορισμό το λιμάνι, όπου τα εμπορεύματα φορτώνονταν ή ξεφορτώνονταν από τα καράβια.

Το τέλος

Ο Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδηρόδρομος έκανε το τελευταίο του δρομολόγιο στις 31 Δεκεμβρίου 1951. Οι Βρετανοί αποικιοκράτες που τον είχαν σχεδιάσει και θέσει σε λειτουργία, ήταν οι ίδιοι που έμελλε να τον διαλύσουν, χωρίς να αφήσουν κάποια δυνατότητα για την επαναλειτουργία του στο μέλλον. Το δίκτυο αποσυναρμολογήθηκε και το υλικό της γραμμής μεταφέρθηκε στην Ιταλία. Οι ατμομηχανές και τα μεταλλικά πλαίσια των βαγονιών κομματιάστηκαν και πουλήθηκαν ως σίδερα. Τα βαγόνια πουλήθηκαν σε ιδιώτες στην Κύπρο, για να καταλήξουν ως τροχόσπιτα, αποθήκες και κοτέτσια.

Η εξήγηση που δίνεται για την εγκατάλειψη του σιδηρόδρομου είναι η κακή οικονομική του κατάσταση. Λόγω ίσως και κάποιων κακών επιλογών (όπως π.χ. την μη επαρκή προσαρμογή του στη μεταφορά μεταλλευμάτων και την ακύρωση της επέκτασης προς το Καραβοστάσι, που θα πρόσφερε σημαντικά έσοδα λόγω των κοιτασμάτων που ανακαλύφθηκαν), ο Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδρηρόδρομος μάλλον ποτέ δεν μπόρεσε να γίνει μια πραγματικά κερδοφόρα επιχείρηση. Η ανάπτυξη των οδικών συγκοινωνιών αναπόφευκτα έφερε και άλλη μείωση των εσόδων. Μπορούμε ίσως να δούμε το κλείσιμο του σιδηροδρόμου και σαν μέρος της παγκόσμιας τάσης της εποχής (στον καπιταλιστικό κόσμο τουλάχιστον) προς τις οδικές συγκοινωνίες σε βάρος των σιδηροδρομικών. Αυτό είχε σαν συνέπεια, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σε άλλες χώρες της σχετικά υπανάπτυκτης μας περιοχής, ότι ποτέ δεν θα αποκτούσαμε ένα σιδηροδρομικό δίκτυο ικανοποιητικό σε πυκνότητα και ποιότητα.

Δεν ξέρουμε αν κάποια στιγμή δούμε ξανά τρένα να διασχίζουν την κυπριακή εξοχή. Ακόμα πάντως κι αν γίνει αυτό, είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα ακολουθούν την παλιά τους διαδρομή: μια διαδρομή που μοιάζει σήμερα ως μια ειρωνεία της Ιστορίας, με τις συνεχείς αλλαγές από τα κατεχόμενα στη νεκρή ζώνη, στην σημερινή ελληνοκυπριακή περιοχή και μετά πίσω στα κατεχόμενα.

Η σημερινή Κύπρος μπορεί να διαφέρει πολύ από τότε, ακόμα και στο θέμα των συγκοινωνιών. Ένα πυκνό ασφαλτοστρωμένο οδικό δίκτυο έχει κάνει και τις πιο απομακρυσμένες γωνιές του νησιού εύκολα προσβάσιμες, ενώ ως κράτος η Κύπρος έχει τα περισσότερα χλμ. αυτοκινητόδρομου ανά κάτοικο στην Ε.Ε.. Ας θυμόμαστε πάντως ότι στην Κύπρο της δεκαετίας του ’20, μια υπανάπτυκτη τριτοκοσμική αποικία, κάποιος μπορούσε να πάρει το τρένο από την Ευρύχου, να περάσει από Μόρφου, Κοκκινοτριμιθιά, Άγιο Δομέτιο, Βόρεια Λευκωσία, Καϊμακλί και να καταλήξει στην Αμμόχωστο, διασχίζοντας μόνο μια χώρα, χωρίς σύνορα.


Πηγές:

Η ιδιαιτερη γεωγραφια της ευφορης ημισεληνου

Κλασσικό

Σίγουρα πολλοί έχουν ακούσει για την «εύφορη ημισέληνο» και την τεράστια σημασία της για την ανθρώπινη Ιστορία. Το όνομα δόθηκε σε μια περιοχή που ξεκινάει νοτιο-ανατολικά από την Μεσοποταμία και τα όρη Ζάγκρος, συνεχίζεται στα βόρεια μέσα από το σημερινό Κουρδιστάν, και μετά προς τα νότια καταλήγοντας στη Συροπαλαιστίνη – κάποιοι συμπεριλαμβάνουν και την κοιλάδα του Νείλου, ακόμα και την Κύπρο. Αν την δούμε στο χάρτη, έχει ένα περίπου ημικυκλικό σχήμα, μοιάζοντας με μισοφέγγαρο. Η ιδιαιτερότητά της είναι ότι σ’ αυτήν την περιοχή ο άνθρωπος εγκατέλειψε για πρώτη φορά τη νομαδική ζωή του τροφοσυλλέκτη και κυνηγού, για να παράγει πλέον ο ίδιος την τροφή του, μέσω της γεωργίας και της κτηνοτροφίας.

Η εύφορη ημισέληνος. https://www.britannica.com/place/Fertile-Crescent

Η εύφορη ημισέληνος.
Πηγή εικόνας

Νεολιθική επανάσταση (;)

Η παραγωγή τροφής μέσω της γεωργίας και της κτηνοτροφίας είναι σίγουρα μια τεράστια αλλαγή, η σημασία της οποίας για τον ανθρώπινο πολιτισμό είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί. Οι ιστορικοί την χρησιμοποιούν για να σηματοδοτήσουν την μετάβαση του ανθρώπου από τη μεσολιθική στη νεολιθική εποχή. Μ’ αυτήν τη λογική επινοήθηκε και ο όρος νεολιθική επανάσταση. Για τη χρήση της λέξης «επανάσταση» δεν λείπουν οι ενστάσεις, αφού πρόκειται για μια πολύ σταδιακή μετάβαση, που χρειάστηκε πολλές γενιές για να ολοκληρωθεί. Σίγουρα όμως δεν αμφισβητείται η τεράστια σημασία αυτής της αλλαγής, η οποία έφερε τόσες άλλες μαζί της, π.χ. στις κοινωνικές δομές ή στη δημογραφική  εξέλιξη.

Στην εύφορη ημισέληνο η μετάβαση έγινε ανάμεσα στο 10.000 με 8.000 π.Χ. Από τον 8ο π.Χ. αιώνα έχουμε πλέον καθαρές αποδείξεις για τη συστηματική καλλιέργεια φυτών (κυρίως δημητριακών και οσπρίων), όπως και για την εξημέρωση κατσικιών και προβάτων. Οι μόνιμοι οικισμοί ήταν ήδη αρκετά μεγάλοι, ώστε να χωρούν σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και χιλιάδες κατοίκους.

Αγρότες της νεολιθικής εποχής. https://libcom.org/blog/climate-class-neolithic-revolution-09062014

Αγρότες της νεολιθικής εποχής.
Πηγή εικόνας

Για το πως ξεκίνησε αυτή η «επανάσταση» μπορούμε μόνο να κάνουμε υποθέσεις. Το σίγουρο είναι ότι πολλοί κάτοικοι της περιοχής είχαν ήδη αρκετά πριν εξειδικευτεί στη συλλογή και στην αποθήκευση άγριων δημητριακών. Με κάποιον τρόπο, συνειδητοποίησαν ότι με το να αφήνουν μερικούς σπόρους στο έδαφος εξασφάλιζαν την αναπαραγωγή αυτών των δημητριακών. Ταυτόχρονα, η ανάγκη μόνιμης εγκατάστασης σε οικισμούς έκανε την εξασφάλιση της ζωικής πρωτεΐνης μέσω του κυνηγιού (το οποίο ειδικά στην περιοχή αυτή απαιτεί τη διαρκή μετακίνηση) πιο δύσκολη. Είναι άρα πιθανόν να ώθησε τον άνθρωπο στο να προσπαθήσει να εξημερώσει κάποια άγρια ζώα, ώστε να μην χρειάζεται να τρέχει συνέχεια από πίσω τους: κάτι που οδήγησε και στην κτηνοτροφία.

Η περιοχή για την οποία μιλάμε δεν ήταν η μόνη στον κόσμο όπου πραγματοποιήθηκε μια τέτοια μετάβαση (άλλα κέντρα ανεξάρτητης «ανακάλυψης» της γεωργίας ήταν π.χ. η Κίνα και η Νέα Γουινέα). Στην εύφορη ημισέληνο όμως συνοδεύτηκε με πολύ μεγάλη ποικιλία χρήσιμων φυτών και ζώων, και από εκεί εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Ποια ήταν η ιδιαιτερότητα της περιοχής, που την έκανε τόσο προνομιακή; 

Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτήν ακριβώς την περιοχή εντοπίζεται και το φυσικό ενδιαίτημα των προγόνων πολλών χρήσιμων φυτών (σιτάρι, κριθάρι, φακές, ρεβύθια, μπιζέλια, λινάρι) και ζώων (πρόβατο, κατσίκα). Η εύκολη απάντηση στο ερώτημα είναι επομένως: η γεωργία και κτηνοτροφία ανακαλύφθηκαν εκεί, επειδή εκεί ήταν διαθέσιμη μια πληθώρα τόσο σε άγρια δημητριακά και όσπρια όσο και σε άγρια ζώα, ικανά για εξημέρωση.

Η περιοχή εξάπλωσης του αγριοκάτσικου κατά την περίοδο της εξημέρωσής του, με ανοικτό γκρίζο χρώμα. Με σκούρο γκρίζο απεικονίζονται οι πιθανές περιοχές πρώτης εξημέρωσής του. Πηγή: Uerpmann (2007).

Η περιοχή εξάπλωσης του αγριοκάτσικου κατά την περίοδο της εξημέρωσής του, με ανοικτό γκρίζο χρώμα. Με σκούρο γκρίζο απεικονίζονται οι πιθανές περιοχές πρώτης εξημέρωσής του. Πηγή: Uerpmann (2007).

Αυτή η απάντηση όμως γεννά η ίδια και άλλα ερωτήματα: γιατί διέθετε ειδικά αυτή η περιοχή τόσα πολλά ή τόσο χρήσιμα είδη προς εξημέρωση; Και ποιοι ήταν οι άλλοι εξωτερικοί παράγοντες, οι οποίοι ώθησαν τους κατοίκους της περιοχής στο να κάνουν αυτό το βήμα;

Περιβαλλοντικές αλλαγές και κοινωνικές αλλαγές

Ξεκινώντας με το δεύτερο ερώτημα: μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η «επανάσταση» συμπίπτει με εξίσου σημαντικές κλιματικές αλλαγές. Ο πλανήτης άφηνε τότε πίσω του την εποχή των παγετώνων. Η μετάβαση όμως δεν ήταν ομαλή, αλλά πέρασε μέσα από πολλές διακυμάνσεις – σε κάποιες φάσεις, το κλίμα γινόταν και πάλι πιο ψυχρό. Την 11η χιλιετία π.Χ. η Γη πέρασε τελικά την τελευταία ψυχρή περίοδο (Younger Dryas), πριν την οριστική είσοδο στη σημερινή μακρά θερμή περίοδο, το Ολόκαινο.

Για τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι κλιματικές αλλαγές μπορεί να επέδρασαν στην ανακάλυψη και την εδραίωση της γεωργίας, υπάρχουν εντελώς διαφορετικές θεωρίες. Από τη μια, οι πιο δύσκολες συνθήκες της Younger Dryas (πιο ψυχρό αλλά και πιο ξηρό κλίμα) προφανώς ανάγκασαν τους ανθρώπους να βρουν τρόπους για προσαρμοστούν σ’ αυτές. Είναι πιθανόν ο πειραματισμός με την καλλιέργεια των φυτών να ήταν μια τέτοια αντίδραση, γεννημένη από την ανάγκη να γίνει η όσο το δυνατό καλύτερη εκμετάλλευση των πιο περιορισμένων πηγών τροφής. Από την άλλη, είναι πιθανόν η ανακάλυψη της γεωργίας να ήταν η συνέπεια των πιο θερμών, υγρών, σταθερών και άρα και πιο ευνοϊκών κλιματικών συνθηκών, που ακολούθησαν αμέσως μετά στο Ολόκαινο: σε συνδυασμό ίσως με την πίεση που άσκησε μια αύξηση του πληθυσμού και η εξάντληση άλλων σημαντικών πηγών τροφής, όπως το κυνήγι της γαζέλας.

Όπως και να έχει, είτε είχε ήδη ανακαλυφθεί από πριν είτε όχι, η είσοδος στο Ολόκαινο ευνόησε την ανάπτυξη και την επέκταση της γεωργίας. Σχετικές έρευνες δείχνουν ότι κατά τις ψυχρές περιόδους η περιοχή καλυπτόταν κυρίως από μια κρύα στέπα (με την αρτεμισία να αποτελεί ένα από τα κύρια συστατικά της). Στο Ολόκαινο αυτή η βλάστηση αντικαταστάθηκε σταδιακά από το μεσογειακό δάσος. Σε μια μεταβατική περίοδο όμως (η οποία μπορεί να κράτησε και 4000 χρόνια), φαίνεται ότι ευνοήθηκαν ιδιαίτερα τα αγρωστώδη – δηλαδή φυτά, από τα οποία πολλά αποδείχτηκαν χρήσιμα: συγκεκριμένα οι πρόγονοι των σημερινών εξημερωμένων δημητριακών.

Διάγραμμα γύρης από τη λίμνη Ζεριμπάρ, που απεικονίζει την εξέλιξη της βλάστησης κατά τη μετάβαση από τη ψυχρή (Kaltzeit) στη θερμή περίοδο (Warmzeit). Στην πρώτη στήλη αριστερά βλέπουμε ότι, ενώ στην ψυχρή περίοδο κυριαρχούν οι άλλες πόες (Kräuter) και στη θερμή τα δέντρα (Bäume), στην αρχή της θερμής κυριαρχούν για ένα μεγάλο διάστημα τα αγρωστώδη (Gräser). Αυτή τη μεγάλη αύξηση στα αγρωστώδη τη βλέπουμε και στη τελευταία στήλη στα δεξιά. Η περιοχή εξάπλωσης του αγριοκάτσικου κατά την περίοδο της εξημέρωσής του, με ανοικτό γκρίζο χρώμα. Με σκούρο γκρίζο απεικονίζονται οι πιθανές περιοχές πρώτης εξημέρωσής του. Πηγή: Uerpmann (2007).

Διάγραμμα γύρης από τη λίμνη Ζεριμπάρ στο Ιράν, που απεικονίζει την εξέλιξη της βλάστησης κατά τη μετάβαση από τη ψυχρή (Kaltzeit) στη θερμή περίοδο (Warmzeit). Στην πρώτη στήλη αριστερά βλέπουμε ότι, ενώ στην ψυχρή περίοδο κυριαρχούν διάφορες πόες (Kräuter) και στη θερμή τα δέντρα (Bäume), στην αρχή της θερμής αυξάνεται σημαντικά το ποσοστό των αγρωστωδών (Gräser). Πηγή: Uerpmann (2007).

Ανατολική Μεσόγειος: η ιδανική τοποθεσία;

Οι παραπάνω θεωρίες εξηγούν ίσως το γιατί οι περιβαλλοντικές αλλαγές στην εύφορη ημισέληνο ευνόησαν τη νεολιθική επανάσταση. Γενικά, το μεσογειακό κλίμα ευνοεί μονοετή φυτά με μεγάλους σπόρους, αφού το φυτό μπορεί έτσι να ζήσει στην βροχερή περίοδο, και ο σπόρος που θα παραχθεί να αντέξει τη μακρά καλοκαιρινή ξηρασία στο έδαφος. Τέτοιες ιδιότητες κάνουν το φυτό χρήσιμο και για τον επίδοξο καλλιεργητή και φυσικά δεν είναι τυχαίο, ότι τέτοια είναι τα χαρακτηριστικά των πρώτων άγριων δημητριακών, που εξημερώθηκαν στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι όμως η μόνη περιοχή στον κόσμο με τέτοιο κλίμα. Επιστρέφουμε έτσι στο ερώτημα που τέθηκε πριν: γιατί ειδικά στην Ανατολική Μεσόγειο υπήρχαν στη φύση τόσα διαθέσιμα και χρήσιμα φυτά και ζώα προς εξημέρωση;

Μερικές πιθανές απαντήσεις προσπαθεί να δώσει ο Jared Diamond στο βιβλίο Guns, Germs and Steel. Πρώτα, όσον αφορά τη σύγκριση της Μεσογείου γενικά με άλλες περιοχές στον κόσμο με μεσογειακό κλίμα (Χιλή, Καλιφόρνια, Νότιος Αφρική, Νοτιοδυτική Αυστραλία), αναφέρει τα εξής: α) Η Μεσόγειος είναι σαφώς αυτή με την μεγαλύτερη έκταση, κάτι που σημαίνει και μεγαλύτερη ποικιλία ειδών, β) είναι η περιοχή με τις μεγαλύτερες κλιματικές διακυμάνσεις, οι οποίες έχουν ως συνέπεια ένα ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό μονοετών φυτών.

Τι κάνει όμως την «εύφορη ημισέληνο» ιδιαίτερη σε σχέση με άλλες περιοχές της Μεσογείου; Κατά τον Diamond είναι οι μεγάλες διαφορές σε τοπογραφία και υψόμετρο, άρα και η ποικιλία περιβαλλοντικών συνθηκών: από το πιο χαμηλό σημείο στη Γη (Νεκρά Θάλασσα) μέχρι βουνά που πλησιάζουν τα 6.000μ σε ύψος (Ιράν), τα οποία βρίσκονται όμως και αυτά κοντά σε επίπεδες κοιλάδες ποταμών σε χαμηλό υψόμετρο. Αυτή η ποικιλία πρόσφερε στους κατοίκους πολλές περιβαλλοντικές δυνατότητες, ώστε να πειραματιστούν με την καλλιέργεια φυτών. Επίσης, ένας παράγοντας που μπορεί να έπαιξε ρόλο, είναι η σχετική απουσία ποταμών και ακτογραμμής, που θα μπορούσαν να ήταν εναλλακτικές πηγές τροφής (ψάρι, οστρακοειδή): κάτι που έκανε την απλή συλλογή λιγότερο ανταγωνιστική μέθοδο εξασφάλισης της διατροφής απ’ ό,τι π.χ. στη Δυτική Μεσόγειο.

Ο χάρτης απεικονίζει τα επιβεβαιωμένα κέντρα ανακάλυψης της γεωργίας (πράσινο) και την εξάπλωσή της. https://de.wikipedia.org/wiki/Neolithische_Revolution

Ο χάρτης απεικονίζει τα επιβεβαιωμένα κέντρα ανακάλυψης της γεωργίας (πράσινο) και την εξάπλωσή της.
Πηγή εικόνας

Τέλος, μένει το θέμα της γρήγορης και μεγάλης εξάπλωσης της γεωργίας από το ανατολικο-μεσογειακό της κέντρο σε σχέση με άλλα. Μια προφανής εξήγηση είναι ότι η περιοχή βρίσκεται περίπου στο κέντρο της μεγαλύτερης μάζας στεριάς του πλανήτη (την Ευρασία-Αφρική). Επίσης όμως, αυτή η μάζα εκτείνεται περισσότερο στον άξονα Ανατολής-Δύσης (σε σύγκριση π.χ. με την Αμερική), κάτι που σημαίνει πιο εκτεταμένες ζώνες με παρόμοιο κλίμα και βλάστηση, άρα και ευνοϊκότερες συνθήκες για την εξάπλωση των ανθρώπινων ανακαλύψεων. Αντίθετα, η γεωργία π.χ. από το Μεξικό έπρεπε να διασχίσει ζώνεις βλάστησης εντελώς διαφορετικές (π.χ. ζούγκλα, σαβάννα, έρημος) για να φτάσει στη Βόρειο ή Νότιο Αμερική.


Μπορεί φυσικά κάποιος να διατυπώνει άπειρες τέτοιες θεωρίες και δύσκολα μπορούμε να αποφασίσουμε τι απ’ όλα τελικά ισχύει. Αν μπορεί να βγει ένα γενικό συμπέρασμα, είναι ότι η περιοχή που ονομάστηκε «εύφορη ημισέληνος» ήταν από πολλές γεωγραφικές απόψεις προνομιακή για ανακαλύψεις όπως η γεωργία και η κτηνοτροφία.

Ακούγεται άρα κάπως παράδοξο, όταν σήμερα θεωρείται οριακή και ξηρή περιοχή, όπου η εντατική γεωργία δημιουργεί πολλά οικολογικά προβλήματα, που κάνουν ακόμα και την ίδια την επιβίωση της γεωργίας αμφισβητήσιμη (βλ. σχετικά άρθρα για την ερημοποίηση και αλάτωση του εδάφους). Η τραγική αυτή εξέλιξη είναι συνέπεια τόσο της κακοδιαχείρισης από τον τοπικό πληθυσμό, όσο και της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής. Και μπορεί να μην είναι άσχετη με την αποσταθεροποίηση και τη βία που παρατηρούμε στην περιοχή: υπάρχει π.χ. η άποψη ότι η εξέγερση εναντίον του Άσαντ στη Συρία πυροδοτήθηκε μεταξύ άλλων από τη μεγάλη ξηρασία του 2007-10 και τα κοινωνικά προβλήματα που αυτή δημιούργησε.

Ένα ακόμα γενικό συμπέρασμα που μπορούμε ίσως να βγάλουμε: μόνο επειδή μια περιοχή ήταν προνομιακή σε μια περίοδο, δεν σημαίνει ότι θα παραμείνει έτσι για πάντα. Ακόμα και οι ίδιοι οι γεωγραφικοί παράγοντες που ήταν σε μια εποχή ευνοϊκοί, μπορεί να αποδειχτούν σε μια άλλη αρνητικοί. Πάντα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η δράση του ανθρώπου μπορεί να αλλάξει εντελώς και το ρόλο και τη βαρύτητα τέτοιων παραγόντων.

Πηγές:

Αγροτικο ζητημα στα Βαλκανια: απο τα τσιφλικια στην κολλεκτιβοποιηση

Κλασσικό

Σε μια εποχή που η οικονομία κυριαρχείται από τον τομέα των υπηρεσιών, τα αγροτικά ζητήματα μπορεί να μην ακούγονται σαν πρώτης προτεραιότητας.  Παρ’ όλα αυτά στις βαλκανικές χώρες η γεωργία απασχολεί ακόμα ένα συγκριτικά σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού: 7% στη Βουλγαρία, 11% στην Κροατία, 13% στην Ελλάδα, 22% στη Σερβία, 28% στη Ρουμανία, 44% στην Αλβανία – σε σύγκριση με ποσοστά που κυμαίνονται ανάμεσα στο 2-4% σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, ή η Ιταλία. Σε όχι τόσο μακρινές εποχές, η πλειοψηφία του βαλκανικού πληθυσμού ήταν ακόμα αγροτικός, και το θέμα της ιδιοκτησίας στην αγροτική γη ήταν από τα πιο καυτά. Αξίζει να κάνουμε μια αναδρομή στην Ιστορία αυτού του θέματος.

Φεουδαρχία (;) οθωμανικού τύπου: από τα τιμάρια στα τσιφλίκια

Όταν μιλάμε για τα Βαλκάνια σαν ενιαίο χώρο, είναι λογικό να ξεκινήσουμε από το πιο κοντινό κοινό τους παρελθόν: κι αυτό είναι η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το κατά πόσον το οθωμανικό σύστημα γαιοκτησίας μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος φεουδαρχίας, ανάλογο με αυτό της Δυτικής Ευρώπης, είναι κάτι για το οποίο υπάρχουν πολλές απόψεις.

Στην εποχή της ακμής της Αυτοκρατορίας, το μεγαλύτερο τμήμα της αγροτικής γης ήταν κατά βάση κρατική (μιρί). Χωριζόταν σε τιμάρια (και σε χάσια ή ζιαμέτια), τα οποία διαχειρίζονταν στελέχη του οθωμανικού στρατού, οι σπαχήδες. Θεωρητικά, σ’ αυτό το σύστημα οι αγρότες ήταν λιγότερο ευάλωτοι απέναντι σε αυθαιρεσίες, σε σύγκριση με τη φεουδαρχία δυτικού τύπου. Κύριος σκοπός των σπαχήδων ήταν η συλλογή των φόρων, και μπορούσαν θεωρητικά να μεταφερθούν οποιαδήποτε στιγμή αλλού. Οι αγρότες από την άλλη είχαν κληρονομικά δικαιώματα κατοχής στη γη τους. Μπορούσαν επίσης να προσφύγουν σε δικαστήρια ανεξάρτητα από τους σπαχήδες και ακόμα να χρησιμοποιήσουν την απειλή της φυγής, σε περίπτωση που το φορολογικό βάρος γινόταν δυσβάσταχτο.

Από τα τέλη του 16ου αιώνα όμως και μετά, αυτό το σύστημα άρχισε να αποδυναμώνεται. Τυπικά, η γη μπορεί να έμενε σε κρατικά χέρια. Δημιουργήθηκε όμως μια «επαρχιακή αριστοκρατία», η οποία κατάφερε να αποκτήσει δικαιώματα σε όλο και μεγαλύτερες γεωργικές εκτάσεις. Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν τα γνωστά μας μεγάλα τσιφλίκια. Ένα παράδειγμα μεγαλοτσιφλικά, που χρησιμοποίησε αυτήν την συλλογή γαιών για να αυξήσει την πολιτική του δύναμη (και αντίστροφα), ήταν και ο Αλή Πασάς.

Για τους αγρότες, το να πέσει το χωριό τους σε χέρια τσιφλικάδων ήταν υποβιβασμός. Έχαναν τα δικαιώματα πάνω στη γη (ή τουλάχιστον μέρος τους) και στην ουσία και την ελευθερία τους. Ήταν πλέον αδύναμοι ενάντια στην αυθαιρεσία των μεγαλογαιοκτημόνων, οι οποίοι συχνά στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν μεγαλύτερα κέρδη γίνονταν όλο και πιο καταπιεστικοί.

Τα μεγάλα τσιφλίκια πάντως δεν εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία στον ίδιο βαθμό. Σε πολλές περιοχές των Βαλκανίων, αυτά που δημιουργήθηκαν ήταν λίγα, ή τουλάχιστον δεν σταθεροποιήθηκαν. Επεκτάθηκαν αντίθετα κυρίως σε περιοχές με μεγάλη πεδιάδα, όπως στον θεσσαλικό κάμπο ή σε πολλά τμήματα της Μακεδονίας, όπου υπήρχαν μεγάλα περιθώρια κέρδους. Ακόμα πιο κυρίαρχη όμως ήταν η μεγαλοϊδιοκτησία στις τεράστιες πεδιάδες των παραδουνάβιων ηγεμονιών, στη Μολδοβλαχία. Εκεί μάλιστα, λόγω του καθεστώτος αυτονομίας, οι μεγαλογαιοκτήμονες ήταν συχνά ντόπιοι Χριστιανοί, οι λεγόμενοι βογιάροι. Η σχέση τους με τους απλούς αγρότες ήταν πολύ παρόμοια με τη δουλοπαροικία.

Η επίπεδη και εύφορη γη της Βλαχίας (εδώ νότια του Βουκουρεστίου), μαζί με την εγγύτητα στις ευρωπαϊκές αγορές, ευνόησε την ανάπτυξη της μεγάλης ιδιοκτησίας, κληροδοτώντας στη Ρουμανία και ένα σοβαρό αγροτικό πρόβλημα.

Η επίπεδη και εύφορη γη της Βλαχίας (εδώ νότια του Βουκουρεστίου) και της Μολδαβίας, μαζί με την εγγύτητα στις ευρωπαϊκές αγορές, ευνόησε την ανάπτυξη της μεγάλης ιδιοκτησίας – κληροδοτώντας στη Ρουμανία και ένα ιδιαίτερα οξύ αγροτικό πρόβλημα (βλ. και πιο κάτω).

Συμπερασματικά: όταν τον 19ο αιώνα έγινε σταδιακά και στην οθωμανική επικράτεια (ή στα νεοσύστατα βαλκανικά κρατίδια που τη διαδέχτηκαν) η μετάβαση από την κρατική στην ατομική ιδιοκτησία, δεν υπήρχε μια ενιαία εικόνα όσον αφορά την αγροτική γη. Αλλού επικρατούσε η μικροϊδιοκτησία φτωχών αγροτών με σκοπό την αυτοσυντήρηση, και αλλού τα μεγάλα τσιφλίκια με εξαγωγικό προσανατολισμό και με ακτήμονες αγρότες να εργάζονται σ’ αυτά – με διάφορες ενδιάμεσες ή ανάμικτες καταστάσεις.

Αγροτικές εξεγέρσεις και αναδιανομή της γης

Στις περιοχές με μεγάλα τσιφλίκια, η κατάσταση των αγροτών δεν άλλαξε αναγκαστικά προς το καλύτερο με την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό. Συχνά, η κύρια αλλαγή ήταν ότι οι Μουσουλμάνοι τσιφλικάδες αντικαταστάθηκαν από νέους Χριστιανούς (στην αυστρο-ουγγρική Βοσνία δεν έγινε καν αυτό – Χριστιανοί αγρότες, Σέρβοι ή Κροάτες, συνέχιζαν να δουλεύουν στη γη Μουσουλμάνων γαιοκτημόνων). Παρά τον δημόσιο λόγο περί ελευθερίας, οι ηγεσίες των νεοσύστατων βαλκανικών κρατιδίων μάλλον δεν είχαν πολλή διάθεση να συγκρουστούν με μια τόσο ισχυρή τάξη μεγαλογαιοκτημόνων. Σε διάφορα μέρη των Βαλκανίων δημιουργήθηκε έτσι μια εκρηκτική κατάσταση στον αγροτικό κόσμο.

Γνωστή σε μας είναι φυσικά η εξέγερση του Κιλελέρ. Η πιο σημαντική ίσως έγινε όμως στη Ρουμανία τρία χρόνια νωρίτερα, το 1907. Οι βογιάροι είχαν καταφέρει να εμποδίσουν ή να αποδυναμώσουν κάθε προσπάθεια σοβαρής αναδιανομής της γης τις προηγούμενες δεκαετίες – ήταν μάλλον προβλέψιμο ότι το πράγμα κάποια στιγμή θα έφτανε ως την εξέγερση. Ξέσπασε αρχικά στη ρουμανική Μολδαβία, για να επεκταθεί γρήγορα και στη Βλαχία. Μπόρεσε να καταπνιγεί μόνο μετά από μεγάλη χρήση βίας, αφήνοντας πίσω της γύρω στους 11000 νεκρούς.

Η αφύπνιση του αγροτικού κόσμου και η καλύτερη οργάνωσή του (εδώ μπορούν να αναφερθούν και τα αγροτικά κόμματα, που απέκτησαν μεγάλη πολιτική δύναμη π.χ. στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Κροατία), οδήγησαν τελικά σε μια σημαντική αναδιανομή της γης κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Στην Γιουγκοσλαβία, το ένα τέταρτο των αγροτών απέκτησε γη μετά τον Α’ Παγκόσμιο. Στη Ρουμανία πάνω από το 21% (κατά άλλες πηγές το ένα τρίτο) της συνολικής καλλιεργήσιμης γης συμπεριλήφθηκε στην αναδιανομή. Στη Βουλγαρία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 6%, αλλά εκεί επικρατούσε έτσι κι αλλιώς από πριν η μικροϊδιοκτησία. Στην Ελλάδα έφτασε το εντυπωσιακό 38%: εδώ έπαιξε φυσικά ρόλο και η ανταλλαγή πληθυσμών και η τουρκική ιδιοκτησία που δόθηκε σε πρόσφυγες.

Το γενικό αποτέλεσμα ήταν άρα να ενισχυθεί η μικροϊδιοκτησία σε βάρος της μεγάλης, ακόμα και στις περιοχές που προηγουμένως κυριαρχούσε η τελευταία (εξαίρεση ήταν π.χ. η Αλβανία, όπου η αναδιανομή ήταν μικρής έκτασης και τα μεγάλα τσιφλίκια στις παράκτιες πεδιάδες επηρεάστηκαν ελάχιστα). Δεν ήταν απαραίτητα μια εξέλιξη τόσο ευχάριστη όσο ακούγεται: μαζί με τη δημογραφική αύξηση, που οδήγησε σε ακόμα μεγαλύτερη κατάτμηση της γης, η μέση έκταση των αγροτεμαχίων μειώθηκε τόσο που υπήρχε πρόβλημα παραγωγικότητας. Οι παγκόσμιες πολιτικές εξελίξεις όμως θα ανέτρεπαν πάλι τα πράγματα.

Η κολλεκτιβοποίηση έρχεται στα Βαλκάνια

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, οι βαλκανικές χώρες (με εξαίρεση την Ελλάδα και την Τουρκία) βρέθηκαν να κυβερνούνται από μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα. Λίγα μόλις χρόνια πριν είχε πραγματοποιηθεί η μεγάλη (και βίαια) κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής γης στη σοσιαλιστική «μητέρα-πατρίδα», τη Σοβιετική Ένωση. Οι Βαλκάνιοι κομμουνιστές φυσικά προσδοκούσαν να εφαρμόσουν κι αυτοί ανάλογα μέτρα.

Παραδόξως, ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία το 1949 ήταν από τους πρώτους που το επιχείρησαν – αυτός ακριβώς δηλαδή που μόλις είχε συγκρουστεί με τη ΕΣΣΔ και αποχωρήσει από το φιλοσοβιετικό στρατόπεδο. Μπορεί να έπαιξε ρόλο και η αγωνία των Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών σ’ αυτές τις συνθήκες να αποδείξουν την πίστη τους στην ιδεολογία τους. Οι ενέργειες που έγιναν πάντως αντιμετώπισαν τη σθεναρή αντίσταση των αγροτών, Σέρβων, Κροατών ή Μουσουλμάνων.

Το 1953 η πολιτική της αναγκαστικής κολλεκτιβοποίησης τελικά εγκαταλείφθηκε: η ατομική ιδιοκτησία στη γεωργική γη έγινε αποδεκτή, και δόθηκε το δικαίωμα στους αγρότες να εγκαταλείψουν τους συνεταιρισμούς που είχαν ήδη δημιουργηθεί, ή και να τους διαλύσουν εντελώς. Το ΚΚΓ αναγνώρισε εσωτερικά την προηγούμενη πολιτική ως λάθος, αποδίδοντας την στον βολικό εχθρό: την ιδεολογική επιρροή του σταλινισμού. Εδώ μπορεί να έπαιξε ρόλο μια άλλη ιδιαιτερότητα του γιουγκοσλαβικού κομμουνισμού: το καθεστώς του Τίτο είχε σημαντική σύνδεση με τον αγροτικό πληθυσμό, λόγω της Αντίστασης στους Γερμανούς, και δεν ήθελε να τη χάσει με τέτοια αντιδημοφιλή μέτρα.

Στη Ρουμανία υπήρξαν επίσης αντιδράσεις, με πιο βίαιη όμως καταστολή, που κόστισε τη ζωή σε πολλούς χωρικούς. Οι κομμουνιστές, χωρίς να διαθέτουν την κοινωνική βάση που είχαν στη Γιουγκοσλαβία (το ΚΚΡ είχε ελάχιστα μέλη το 1944), ήταν αρχικά αρκετά διστακτικοί. Απέφυγαν να αγγίξουν την μικρή και μεσαία ιδιοκτησία, και προτίμησαν να κρατικοποιήσουν τη γη που είχε απομείνει στα χέρια των μεγαλογαιοκτημόνων, της βασιλικής οικογένειας ή της Ουνιτικής Εκκλησίας. Από το 1949 όμως, ξεκίνησαν κανονικά προγράμματα κολλεκτιβοποίησης, αν και όχι πάντα με την ένταση που επιθυμούσαν οι Σοβιετικοί «προστάτες».

Γενικά, οι φάσεις βίαιης επιβολής εναλλάσσονταν με περιόδους υπαναχώρησης και συμβιβαστικών κινήσεων. Επίσης, η ένταση με την οποία έγιναν οι προσπάθειες διέφερε από περιοχή σε περιοχή: σε συνοριακές περιοχές με εθνική ανάμιξη ή/και γεωστρατηγική σημασία δόθηκε προτεραιότητα – κάτι που δείχνει και το ότι η κολλεκτιβοποίηση ήταν στα μάτια των ηγεσιών και ένας τρόπος να εξασφαλίσουν τον έλεγχο ενός τόπου.

Ποσοστό της κολλεκτιβοποιημένης γης στη Ρουμανία το 1958. Πηγή: Iordachi & Bauerkamper (2014).

Ποσοστό της κολλεκτιβοποιημένης γης στη Ρουμανία το 1958. Είναι εμφανής η προτεραιότητα που δόθηκε π.χ. στο Μπανάτο ή στη Δοβρουτσά.
Πηγή: Iordachi & Bauerkamper (2014).

Το 1962 κηρύχθηκε τελικά η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος. Η Ρουμανία διατήρησε πάντως μέχρι και τη δεκαετία του ’80 ένα ποσοστό 13% της γεωργικής γης σε ιδιωτική κτήση (επρόκειτο είτε για οικογενειακούς κήπους, είτε για γη σε ορεινές περιοχές): το δεύτερο μεγαλύτερο στο ανατολικό μπλοκ, μετά την Πολωνία. Για τους αγρότες φαίνεται ότι ήταν αρκετά σημαντικό: η προσπάθεια του Τσαουσέσκου να το κρατικοποιήσει κι αυτό, για να αντιμετωπίσει τη βαθιά οικονομική κρίση εκείνων των χρόνων, εξόργισε πολλούς και ήταν τελικά από τους παράγοντες που οδήγησαν στη βίαιη ανατροπή του.

Η Βουλγαρία, η χώρα που είχε πάντα τη φήμη της πιο πιστής στη Μόσχα («16η σοβιετική δημοκρατία»), φρόντισε να την επιβεβαιώσει και σ’ αυτόν τον τομέα, καταφέρνοντας να κινηθεί στα σοβιετικά χνάρια σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (σε σύγκριση με άλλες ανατολικές χώρες). Το πρόγραμμα κολλεκτιβοποίησης ξεκίνησε το 1948, και μέχρι τα τέλη της επόμενης δεκαετίας είχε κιόλας ολοκληρωθεί. Αν και η ισχυρή αντίσταση που συνάντησε η κομμουνιστική ηγεσία από την αγροτιά, ειδικά στη βορειοδυτική Βουλγαρία, την ανάγκασε προσωρινά να χαμηλώσει κάπως τους ρυθμούς, από το 1956 ξεκίνησε η δεύτερη φάση εντατικής (και βίαιης) κολλεκτιβοποίησης, που κάλυψε ακόμα και τις ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές της χώρας.

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου στην Αλβανία, την οικονομικά πιο υπανάπτυκτη χώρα της Ευρώπης,  ένα ακόμα μεγάλο μέρος της γης ανήκε σε τσιφλικάδες. Η πρώτη κίνηση της κομμουνιστικής ηγεσίας ήταν άρα να μοιράσει τη γη σε ακτήμονες ή φτωχούς αγρότες, ενισχύοντας έτσι αρχικά την μικροϊδιοκτησία. Στα επόμενα χρόνια όμως, ακολούθησε κι αυτή την πολιτική της κολλεκτιβοποίησης. Η διαδικασία προχώρησε με μάλλον αργούς ρυθμούς, διαρκώντας δεκαετίες, αλλά τελικά με επιτυχία: στο τέλος της δεκαετίας του ’60 περίπου όλη η αγροτική γη ανήκε στο κράτος ή σε συνεταιρισμούς. Η αλλαγή ήταν ακόμα πιο δραστική από άλλες χώρες.

Ο Ενβέρ Χότζα, ο μοναδικός σύμμαχος της μαοϊκής Κίνας στα Βαλκάνια, επέμενε να διακηρύττει την αλβανική ιδιαιτερότητα και στον αγροτικό τομέα, διαχωρίζοντας τις δικές του προσπάθειες απ’ αυτές των «σοβιετικών δορυφόρων». Κατά πόσον αυτές οι διαφορές ήταν τόσο σημαντικές, είναι φυσικά συζητήσιμο. Πάντως, εκτός από την κολλεκτιβοποίηση έγιναν και σημαντικές προσπάθειες. εντατικοποίησης της γεωργίας, επεκτείνοντας κυρίως την αρδευόμενη έκταση. Ιδιαίτερη σημασία είχαν στην Αλβανία και τα κρατικά αγροκτήματα (αντιστοιχούσαν το 1990 σε περίπου 24% της αρώσιμης γης), που λειτουργούσαν περίπου «βιομηχανικά», με γεωργικούς εργάτες να δουλεύουν σ’ αυτά με σταθερούς μισθούς.

Μιλώντας γενικά για τα Βαλκάνια, φαίνεται ότι η ιδέα της κολλεκτιβοποίησης δεν ήταν μόνο ένα θέμα κομμουνιστικής ιδεολογικής καθαρότητας ή ένα πρακτικό ζήτημα αύξησης της γεωργικής παραγωγικότητας – είχε και άλλες διαστάσεις. Ήταν μια πραγματικά ριζική αλλαγή, σε κοινωνίες που ήταν ακόμα αγροτικές – και έπαιξε το ρόλο της στη γρήγορη μετατροπή τους σε αστικές. Σχετιζόταν φυσικά και με μια προσπάθεια να ελέγξουν οι κομμουνιστικές ηγεσίες τον αγροτικό κόσμο: αυτός ακόμα αποτελούσε στις αρχές της κομμουνιστικής διακυβέρνησης την πλειοψηφία του πληθυσμού στις υπανάπτυκτες βαλκανικές χώρες.

Η αντίσταση των απλών αγροτών στην κολλεκτιβοποίηση ήταν μεγάλη, και σίγουρα δεν προερχόταν μόνο από την πιο εύπορη μερίδα τους (οι κομμουνιστές προσπάθησαν να επενδύσουν στις ταξικές διαφορές μεταξύ αγροτών, με μικρή επιτυχία όμως – πολλοί φτωχοί αγρότες αισθάνονταν τους πιο εύπορους συντοπίτες τους, παρά τους όποιους ανταγωνισμούς, πιο κοντά σ’ αυτούς παρά τους κομμουνιστές των πόλεων). Αυτή η σύνδεση του αγρότη με τη γη του,  ήταν ένας παράγοντας που οι κομμουνιστικές ηγεσίες μάλλον υποτίμησαν. Ίσως δεν θα ήταν υπερβολή να συγκρίνουμε την πρόσληψη της κολλεκτιβοποίησης από την αγροτιά με την ανάλογη της τσιφλικοποίησης σε προηγούμενους αιώνες. Οι αντιδράσεις έφταναν στο σημείο π.χ. στη Γιουγκοσλαβία, να καίνε οι αγρότες το σιτάρι τους, να σκοτώνουν τα ζώα τους και να καταστρέφουν τα εργαλεία τους, πριν να γίνουν (υποχρεωτικά) μέρος ενός συνεταιρισμού.

Επιστροφή στη βαλκανική μικροϊδιοκτησία

Παρά τις τοπικές διαφορές (που είχαν να κάνουν και με τη διαφορετική σχέση με την ΕΣΣΔ), το τέλος του Ψυχρού Πολέμου βρήκε τις βαλκανικές σοσιαλιστικές χώρες σε στάδιο προχωρημένης κολλεκτιβοποιημένης/κρατικοποιημένης γεωργίας – με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία. Με το νέο καπιταλιστικό μοντέλο όμως, ήταν αναπόφευκτο να έρθει το τέλος και αυτού του μοντέλου.

Όπως αποδείχτηκε, η διαδικασία της ακύρωσης της κολλεκτιβοποίησης δεν ήταν κατ’ ανάγκη λιγότερο δύσκολη από τη δημιουργία της. Η γενική αρχή ήταν η επιστροφή γης στους αρχικούς ιδιοκτήτες της και τους απογόνους τους (νέα αναδιανομή της κολλεκτιβοποιημένης ή κρατικής γης σε μεγάλη έκταση υπήρχε απ’ ό,τι ξέρω μόνο στην Αλβανία). Μετά από τόσα χρόνια όμως, αυτό δεν ήταν καθόλου απλό και οι περιπτώσεις καταπάτησης γης έγιναν συνηθισμένο φαινόμενο.

Όπως και να ‘χει, η μικροϊδιοκτησία έχει επιστρέψει για τα καλά στα Βαλκάνια. Οι βαλκανικές χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) έχουν σήμερα από τους χαμηλότερους μέσους όρους έκτασης αγροτεμαχίων στην Ευρώπη – κάτι από πολλούς που θεωρείται ότι έχει και σαν αποτέλεσμα τη χαμηλή παραγωγικότητα της γεωργίας.

Όπως είδαμε, οι βαλκανικές χώρες γνώρισαν σε σχετικά μικρά χρονικά διαστήματα πολλές αλλαγές του κυρίαρχου μοντέλου γαιοκτησίας. Οι ιστορικές εμπειρίες απ’ αυτές μπορούν να φανούν χρήσιμες για τα ανάλογα μοντέλα του μέλλοντος. Μπορεί οι βαλκανικοί λαοί να είναι σήμερα κι αυτοί σε μεγάλο βαθμό αστικοποιημένοι, αυτό δεν αλλάζει όμως το γεγονός ότι βασίζονται στη γεωργία για τη διατροφή τους. Ακόμα και σήμερα, το αγροτικό ζήτημα δεν είναι κάτι που μπορεί να αγνοηθεί.


Πηγές

  • Klaus Kreiser, Christoph K. Neumann (2005): Kleine Geschichte der Türkei.
  • Çağlar Keyder, ‎Faruk Tabak (eds.) (1991): Landholding and Commercial Agriculture in the Middle East.
  • Gábor Ágoston & Bruce Masters (2009): Encyclopedia of the Ottoman Empire.
  • Θάνος Βερέμης (2016): Βαλκάνια: Ιστορία και κοινωνία – ένα πολύχρωμο υπόδειγμα εθνικισμού.
  • Κυριάκος Μελέτης/ Παναγιώτης Ξανθόπουλος (2006): Οι συνεταιριστικές μορφές συνεργασίας και οι συνθήκες ανάδυσής τους – Μέρος Β’Μηνιαία Επιθεώρηση.
  • Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη (2010): Η Προεπαναστική Ελλάδα (1821 – Η γέννηση ενός έθνους-κράτους, Τόμος Α’).
  • Constantin Iordachi & Arnd Bauerkämper (2014): The Collectivization of Agriculture in Communist Eastern Europe – Comparison and Entanglements.
  • Elisabeth Lichtenberger (1976): Albanien – der isolierte Staat.
  • Wim van Meurs (1999): Land Reform in Romania – A Never-Ending Story. In: South-East Europe Review.

Παλαιστινιακη Εξοδος και αλλες εθνοκαθαρσεις

Κλασσικό

Οι μεγάλες στιγμές στην Ιστορία της ανθρωπότητας είναι συχνά ωραίες για κάποιους, αλλά πικρές για άλλους. Μια τέτοια ιστορική στιγμή ήταν και το 1948 για την  Παλαιστίνη. Για τους Εβραίους που είχαν μαζευτεί εκεί απ’ όλες τις γωνιές της Γης (αλλά κυρίως από την Ευρώπη), ήταν μια λύτρωση. Ήταν το τέλος μιας μακραίωνης εξορίας, κατά την οποία ζούσαν σκορπισμένοι στον κόσμο ως μειονότητες, στο έλεος των εκάστοτε ηγετών (το οποίο συχνά δεν είχαν). Ο χειρότερος απ’ αυτούς τους διωγμούς είχε τερματιστεί πριν από μόλις 3 χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω του 6 εκατομμύρια νεκρούς. Τώρα όμως, οι Εβραίοι αποκτούσαν επιτέλους το δικό τους έθνος-κράτος, όπου θα ήταν αφέντες οι ίδιοι – και μάλιστα στην ιστορική τους κοιτίδα, απ’ όπου (πίστευαν ότι) είχαν εξοριστεί πριν από δύο χιλιετίες.

Το τέλος της (φανταστικής ή όχι) «εξορίας» των Εβραίων ήταν όμως για τους Παλαιστίνιους η αρχή της δικής τους. Για τους Παλαιστίνιους, το 1948 είναι η χρονιά της Νάκμπα, της Καταστροφής. Από τότε θα μετατρέπονταν σ’ έναν λαό προσφύγων, σκορπισμένοι σε καταυλισμούς στις γειτονικές αραβικές χώρες. Όσοι απέμειναν στην γη των προγόνων τους, θα γίνονταν είτε ξαφνικά καταπιεσμένη μειονότητα στην ίδια τους τη χώρα (όσοι έμειναν στην ισραηλινή επικράτεια), ή θα έμπαιναν 19 χρόνια αργότερα σε καθεστώς μόνιμης ισραηλινής κατοχής (στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας).

Λίγα τοπικά προβλήματα έχουν την ικανότητα να συγκινούν τα πλήθη ανά τον κόσμο επί τόσες πολλές δεκαετίες, όσο το Παλαιστινιακό. Το διεθνές ενδιαφέρον είναι αντιστρόφως ανάλογο του μεγέθους της περιοχής. Ένα από τα βασικά ερωτήματα που συνθέτουν αυτό το πρόβλημα, είναι το προσφυγικό: και αυτό δημιουργήθηκε το 1948, με τον πρώτο αραβο-ισραηλινό πόλεμο.

Μια αναγκαία «μεταφορά»

Όταν μιλούσαν για την Παλαιστίνη, πολλοί ρομαντικοί οπαδοί του Σιωνισμού στην Ευρώπη μπορεί να την φαντάζονταν περίπου ως ένα άδειο κομμάτι γης, που απλά ήταν εκεί και τους περίμενε να έρθουν να το πάρουν. Οι Σιωνιστές ηγέτες όμως, τους οποίους μπορεί κάποιος να κατηγορήσει για πολλά πράγματα αλλά μάλλον όχι για αφέλεια, θα είχαν γνώση της πραγματικής κατάστασης. Στην Παλαιστίνη ζούσαν το 1915 περίπου 600.000 Άραβες (Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί) και μόλις 80.000 Εβραίοι. Όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν κάποιοι Σιωνιστές απεσταλμένοι, οι οποίοι είχαν ταξιδέψει εκεί για να διερευνήσουν την κατάσταση: «η νύφη είναι πανέμορφη, αλλά είναι παντρεμένη με άλλον».

Οι Σιωνιστές, βλέποντας αυτό το βασικό εμπόδιο στα σχέδιά τους, έκαναν από νωρίς σκέψεις για το πώς θα το αντιμετωπίσουν. Ο (θεωρούμενος και «πατέρας του Σιωνισμού») Τέοντορ Χερτζλ, έγραφε ήδη το 1895: «θα προσπαθήσουμε να σπρώξουμε τον φτωχό πληθυσμό έξω από τα σύνορά μας, προσφέροντας του εργασία στις χώρες μεταφοράς, ενώ θα του την αρνούμαστε στη δική μας χώρα». Τέτοιες δημόσιες αναφορές σ’ αυτό το θέμα πάντως είναι σπάνιες. Οι Σιωνιστές είχαν υπόψη το πόσο ευαίσθητο είναι – και είχαν μια κοινή γνώμη απέναντί τους, την οποία έπρεπε να πείσουν για το δίκαιο του σκοπού τους.

Στις δεκαετίες του ’20 και του ’30, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει κάπως. Η αύξηση της εβραϊκής μετανάστευσης στην Παλαιστίνη και οι βίαιες αντιδράσεις από την αραβική πλευρά, απέδειξαν ότι η τελευταία δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί αδιαμαρτύρητα τέτοια σχέδια. Δύσκολα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πειστικά ότι η συνύπαρξη Εβραίων και Αράβων σ’ ένα εβραϊκό κράτος ήταν δυνατή.

Υπήρχε όμως ακόμα μια διαφορά τώρα: το «πετυχημένο» παράδειγμα της ελληνο-τουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών! Αυτή έδειχνε ότι βίαιες μεταφορές ανθρώπων σε τέτοια κλίμακα όχι μόνο είναι εφικτές, αλλά μπορούν να φέρουν και σταθερότητα, ειρήνη και καλές σχέσεις ανάμεσα σε πρώην εχθρούς. Δημιουργήθηκε έτσι ένα ιστορικό προηγούμενο, το οποίο οι  οπαδοί μιας οπαδοί μιας παρόμοιας «λύσης» για την Παλαιστίνη δεν παρέλειψαν να αξιοποιήσουν.

Η σιωνιστική ηγεσία, εγκατεστημένη πλέον στην  Παλαιστίνη, μπορεί ακόμα δημόσια να επέμενε στη ρητορική του «αρκετού χώρου για όλους». Στις συζητήσεις μεταξύ τους όμως, όπως και σ’ αυτές με τους Βρετανούς διοικητές της Παλαιστίνης, οι Σιωνιστές αναφέρονταν πλέον πιο καθαρά στην ανάγκη μιας κάποιας μεταφοράς πληθυσμού, π.χ. προς το Ιράκ ή την Υπεριορδανία. Μια κρίσιμη χρονιά ήταν το 1936: η βρετανική πρόταση για τη λύση του προβλήματος περιείχε τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης και την μεταφορά πληθυσμών – κατά προτίμηση εθελοντικής, αλλά αν ήταν ανάγκη και υποχρεωτικής (κάνοντας και ρητή αναφορά στο ελληνο-τουρκικό παράδειγμα). Για τους Σιωνιστές ηγέτες ήταν μια μεγάλη ηθική και πολιτική νίκη.

Το Σχέδιο της Επιτροπής Πηλ για τη διχοτόμηση (ή τριχοτόμηση) της Παλαιστίνης. http://www.jewishvirtuallibrary.org/jsource/History/peel.html

Το Σχέδιο της Επιτροπής Πηλ για τη διχοτόμηση (ή μάλλον τριχοτόμηση) της Παλαιστίνης. Αν και το προτεινόμενο εβραϊκό κράτος αντιστοιχούσε μόνο στο 20% του παλαιστινιακού εδάφους, δηλαδή πολύ πιο κάτω από τις σιωνιστικές διεκδικήσεις, και μόνο ότι έμπαινε στο τραπέζι η ιδέα της μεταφοράς πληθυσμού και ενός καθαρού «εβραϊκού κράτους», είχε μεγάλη αξία για το Σιωνισμό.
Πηγή εικόνας

Τα γεγονότα του 1948 και οι «νέοι ιστορικοί»

Η κατοπινή εξέλιξη της Ιστορίας είναι γνωστή: Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Ολοκαύτωμα, μαζική εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη, σχέδιο διχοτόμησης της Παλαιστίνης από τον ΟΗΕ, απόρριψη από τους Άραβες και αποδοχή από τους Εβραίους, ίδρυση του ισραηλινού κράτους, πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος το 1948, αραβική ήττα και φυγή των Παλαιστινίων.

Οι μεγάλες διαφορές βρίσκονται όμως στην ερμηνεία αυτών των γεγονότων. Η επίσημη σιωνιστική γραμμή ήταν ότι δεν υπήρξε καμία προσχεδιασμένη εκδίωξη του αραβικού πληθυσμού. Η φυγή ήταν κατά κύριο λόγο εθελοντική, και μάλιστα  έπειτα από οδηγίες των ίδιων των Αράβων ηγετών. Ως απόδειξη, αναφέρεται η παραμονή ενός μεγάλου αριθμού Παλαιστινίων (τότε 150000, που αντιστοιχούσαν περίπου στο 20% του πληθυσμού του νέου ισραηλινού κράτους), στους οποίους δόθηκαν πολιτικά δικαιώματα και δεν ασκήθηκε καμία πίεση για να φύγουν. Η αραβική ή φιλο-παλαιστινιακή άποψη είναι αντίθετα, ότι τα γεγονότα του 1948 ήταν απλά η τελική εφαρμογή ενός σχεδίου εκκαθάρισης της Παλαιστίνης από τον γηγενή αραβικό πληθυσμό της. Αυτό αποδεικνύεται και από την ισραηλινή άρνηση να επιτρέψει οποιαδήποτε επιστροφή Παλαιστινίων προσφύγων.

Στις τελευταίες δεκαετίες, αναπτύχθηκαν όμως ακόμα και μέσα στο Ισραήλ εναλλακτικές τάσεις στη μελέτη της συγκεκριμένης περιόδου. Φορείς τους ήταν οι λεγόμενοι νέοι ιστορικοί. Αμφισβητώντας (μεταξύ άλλων και) την επίσημη γραμμή της «εθελοντικής εξόδου», έψαξαν το κατά πόσον η φυγή των Παλαιστινίων ήταν όντως μέρος ενός σιωνιστικού σχεδίου – σπάζοντας έτσι και ένα σχετικό ταμπού. Το πλεονέκτημα που είχαν, ήταν ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για την έρευνά τους τα ισραηλινά κυβερνητικά αρχεία, που δημοσιοποιήθηκαν πριν μερικά χρόνια.

Στο πόσο πολύ προχωρούν αυτοί οι «νέοι ιστορικοί» ώστε να θεωρήσουν τη φυγή των Παλαιστινίων μέρος ενός οργανωμένου σχεδίου εθνοκάθαρσης, υπάρχουν πάντως διαφορές. Κατά τον Μπένυ Μόρις, η ιδέα της «μεταφοράς» ήταν μεν μέρος της σιωνιστικής σκέψης και υπήρχε στην ατμόσφαιρα από παλιά. Το ότι όμως τελικά έγινε πραγματικότητα, ήταν η συνέπεια του πολέμου (τον οποίο προκάλεσαν οι Άραβες, τουλάχιστον με βάση τη λογική του Μόρις) και των ιδιαίτερων συνθηκών που αυτός δημιούργησε – δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο. Ακόμα και μέχρι τους πρώτους μήνες της ένοπλης σύγκρουσης του 47-48 δεν υπάρχει ρητή αναφορά σε σχετικό σχέδιο. Μόνο από τον Απρίλη του ’48 και μετά, ενώ η σύγκρουση γίνεται πιο σκληρή, προχωρούν οι εβραϊκές ένοπλες δυνάμεις, τοπικά μεν, αλλά όλο και πιο συχνά, σε εκδίωξη του αραβικού πληθυσμού.

Τα βιβλία του Μπένι Μόρις σχετικά με το προσφυγικό πρόβλημα γέννησαν πολλές αντιδράσεις, αν και ο ίδιος έκανε μια καθαρά φιλο-σιωνιστική στροφή. Αν και αναγνωρίζει η παλαιστινιακή έξοδος ήταν σε μεγάλο ποσοστό το επιθυμητό αποτέλεσμα της ισραηλινής πολιτικής, φτάνει στο σημείο να τη θεωρήσει αυτή δικαιολογημένη, ως τη μόνη που θα μπορούσε να φέρει σταθερότητα και ειρήνη. Αυτές οι απόψεις τον έκαναν αντιπαθή και στο αντι-σιωνιστικό και φιλο-παλαιστινιακό στρατόπεδο. http://www.frontpagemag.com/fpm/97766/near-lynching-prof-benny-morris-steven-plaut

Ο Μπένυ Μόρις είναι μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Τα συμπεράσματά του σχετικά με το προσφυγικό αρχικά ενόχλησαν πολύ τους εκπρόσωπους της επίσημης σιωνιστικής γραμμής, αλλά ο ίδιος έκανε αργότερα μια καθαρά φιλο-σιωνιστική στροφή. Αναγνωρίζει μεν ότι η παλαιστινιακή έξοδος ήταν λίγο-πολύ επιθυμητή από τους Σιωνιστές ηγέτες, τουλάχιστον από τον πόλεμο του ’48 και μετά – φτάνει όμως στο σημείο να τους δικαιολογήσει, μια και μόνο έτσι θα μπορούσε να έρθει σταθερότητα και ειρήνη. Αυτές οι απόψεις τον έκαναν αντιπαθή και στο αντι-σιωνιστικό/φιλο-παλαιστινιακό στρατόπεδο.
Πηγή εικόνας

Για άλλους εκπρόσωπους των «νέων ιστορικών» όπως ο Ιλάν Πάπε ή ο Αβί Σλάιμ, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Βασιζόμενοι κατά πολύ στα ίδια αρχεία που χρησιμοποίησε και ο Μόρις, θεωρούν ότι η παλαιστινιακή έξοδος ήταν η συνέπεια ενός σιωνιστικού σχεδίου, που υπήρχε ήδη πριν τον πόλεμο. Το 1948 δόθηκε απλά η ευκαιρία να μπει αυτό το σχέδιο σε εφαρμογή. Ο Ιλάν Πάπε αναφέρει χαρακτηριστικά το πως εγκαταλελειμμένα αραβικά χωριά ισοπεδώνονταν με μπουλντόζες από τους Σιωνιστές ήδη τον Ιούνη του ’48, δηλαδή κατά τη διάρκεια της πρώτης αραβο-ισραηλινής ανακωχής, έτσι ώστε να εξαφανιστεί κάθε πιθανότητα επιστροφής των προσφύγων.

Εθνοκάθαρση: προβληματισμοί για έναν σύγχρονο όρο

Εννοείται ότι οι αντιδράσεις στις θέσεις των «νέων ιστορικών» ήταν πολύ μεγάλες, εντός και εκτός του Ισραήλ. Πέρα από τις αναμενόμενες (και βαρετές) κατηγορίες περί «προδοσίας», τους έχει γίνει και κριτική για την «επιστημονικότητα» της μεθοδολογίας τους. Πολλοί βλέπουν πίσω από τη δουλειά τους καθαρά ιδεολογικά κίνητρα. Αυτό το τελευταίο σε μεγάλο βαθμό μπορεί και να είναι αλήθεια – δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την «αντίπαλη πλευρά», τους υπερασπιστές της επίσημης σιωνιστικής γραμμής; Δεν είναι ίσως ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρχει μια ιδεολογικά ουδέτερη Ιστορία;

Σ’ αυτό το θέμα υπάρχει όμως χώρος και για άλλους προβληματισμούς. Τι χωράει τελικά στον (σχετικά νέο) όρο της «εθνοκάθαρσης«; Πρέπει αναγκαστικά να έρχεται στρατός και να διώχνει τον κόσμο από τα σπίτια του, για να τη θεωρήσουμε ως τέτοια; Πρέπει να υπάρχουν έγγραφα, που να περιγράφουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο εκκένωσης του αλλοεθνούς πληθυσμού; Μ’ έναν τέτοιο αυστηρό ορισμό, είναι αμφίβολο αν πολλά γεγονότα θα μπορούσαν να θεωρηθούν εθνοκαθάρσεις, ακόμα π.χ. και αυτά που οδήγησαν στη δημιουργία της «ΤΔΒΚ» στην Κύπρο.

Προφανώς πρέπει να λάβουμε υπόψη και το ρόλο της γενικής ατμόσφαιρας που δημιουργείται. Μπορεί να μην βρίσκουμε πάντα μια καθαρή σύνδεση ανάμεσα σε διάφορα περιστατικά σφαγών/βιασμών και στην κρατική πολιτική – και οι υπερασπιστές της τελευταίας συχνά αρνούνται οποιαδήποτε σχέση, μειώνοντας τη σημασία των περιστατικών και παρουσιάζοντας τα ως μεμονωμένα και οργανωμένα από περιθωριακές ακραίες ομάδες. Το σίγουρο όμως, είναι πως τέτοια περιστατικά – τα οποία είναι αργά ή γρήγορα αναπόφευκτα σε μια ένοπλη σύγκρουση – οδηγούν στην τρομοκράτηση συγκεκριμένων εθνικών ομάδων, με το αποτέλεσμα τα μέλη τους να φεύγουν μαζικά για να σώσουν τη ζωή και την τιμή τους.

Στον αραβο-ισραηλινό πόλεμο, περιστατικά όπως η σφαγή του Ντεΐρ Γιασίν έπαιξαν τέτοιο ρόλο. Με ανάλογο τρόπο λειτούργησε η Ιστορία και στη Βόρεια Κύπρο το 1974 ή κατά την επιχείρηση Ολούγια το 1995 στην Κράινα της Κροατίας ή στην Τσαμουριά το 1944. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η κρατική πολιτική μετά τη φυγή/εκδίωξη. Ενθάρρυναν ή αποθάρρυναν οι κρατικές αρχές την επιστροφή των προσφύγων, και πως μεταχειρίστηκαν τις περιουσίες τους; Η απάντηση στις περισσότερες αυτών των περιπτώσεων είναι δυστυχώς αρκετά ξεκάθαρη.

Τελικά ίσως η νομικίστικη αντιμετώπιση του θέματος, η αναζήτηση καθαρών ιστορικών «αποδείξεων», να μην είναι το σημείο που πρέπει να επικεντρωθούμε. Μπορούμε απλά να χρησιμοποιήσουμε και την κοινή λογική. Στην περίπτωση του Ισραήλ (ή της Βόρειας Κύπρου) είναι πιστεύω καθαρό, ότι τα κράτη δεν θα μπορούσαν να στηθούν χωρίς να απομακρυνθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού: αφού αυτός εκ των πραγμάτων δεν ανήκε στο έθνος που θα ήταν η βάση του σχεδιαζόμενου κράτος. Σε άλλες περιπτώσεις (όπως π.χ. της Ελλάδας ή της Τουρκίας) μπορεί η εθνοκάθαρση να μην ήταν απαραίτητη, σίγουρα όμως βοηθητική, ειδικά σε περιπτώσεις αλλοεθνών/αλλόθρησκων κοινοτήτων σε συνοριακές περιοχές. Σε μια εποχή που οι συναισθηματικά φορτισμένες συζητήσεις περί γενοκτονιών και εθνοκαθάρσεων γίνονται όλο και πιο συχνές, ίσως είναι χρήσιμο να τις δούμε κι από μια τέτοια άποψη.


Πηγές:

Οθωμανοι πασαδες: μεταρρυθμιστες και αποστατες

Κλασσικό

Στα τέλη του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου, ήταν ήδη φανερό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν σε παρακμή. Οι εθνικές ιδεολογίες έκαναν τότε σιγά-σιγά την είσοδό τους στην περιοχή μας: δύσκολα μπορούσε κάποιος τότε να προβλέψει ότι αυτές θα ξανάφτιαχναν τον χάρτη της περιοχής μας από την αρχή, με την ίδρυση μιας σειράς από νέα έθνη-κράτη. Ότι η Αυτοκρατορία στην παλιά της μορφή δύσκολα θα επιβίωνε, μπορεί να ήταν ήδη αρκετά εμφανές, αλλά όχι και το τι θα την αντικαθιστούσε.

Εκείνα τα χρόνια εμφανίστηκαν σε διάφορα κομμάτια της οθωμανικής επικράτειας επαρχιακοί διοικητές, οι οποίοι λειτουργούσαν σχεδόν ανεξάρτητα από την Υψηλή Πύλη. Τα «κράτη» που έστησαν ήταν ίσως από πολλές απόψεις πιο λειτουργικά από την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αλή Πασάς ο Τεπελενλής

Η ιστορία του Αλή Πασά είναι πολύ γνωστή στον ελληνικό χώρο. Γεννήθηκε στο Τεπελένι της Βόρειας Ηπείρου και, ακολουθώντας και μια οικογενειακή παράδοση, ως νέος επιδόθηκε σε ληστρική δραστηριότητα. Αυτό το χρησιμοποίησε για να αποδείξει τις πολεμικές του ικανότητες και να βρει τη θέση του στην υπηρεσία του κράτους (για την σχέση αυτή ανάμεσα στη ληστεία και τα οθωμανικά αξιώματα, υπάρχει άλλο άρθρο στο μπλογκ). Το 1788 κατορθώνει να γίνει πασάς (περιφερειακός διοικητής) στα Ιωάννινα. Στις καλύτερές του στιγμές, θα φτάσει να ελέγχει μια τεράστια περιοχή, από την Κεντρική Αλβανία μέχρι τη Θεσσαλία και την Ανατολική Στερεά (πλην Αττικής). Οι τάσεις αυτονόμησής του όμως θα οδηγήσουν σε σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη, και τελικά στην καθαίρεση και εκτέλεσή του το 1822.

Το άγαλμα του Αλή Πασά στο Τεπελένι. https://en.wikipedia.org/wiki/Ali_Pasha_of_Ioannina#/media/File:Ali_Pashas_in_Tepelena.jpg

Το άγαλμα του Αλή Πασά στο Τεπελένι.
Πηγή εικόνας

Πέρα από τον μύθο που περιτριγυρίζει την ιστορία του Αλή Πασά, υπάρχει όμως και το ερώτημα του τι σήμαινε πραγματικά η διακυβέρνησή του για τον τόπο. Έχουμε από τη μια την εικόνα ενός αιμοσταγή τυράννου, από την άλλη όμως και ενός αποτελεσματικού κυβερνήτη που φρόντισε για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των υπηκόων του. Μπορεί τελικά το ένα να μην αποκλείει το άλλο. Στα χρόνια του δημιουργήθηκε στον ελληνο-αλβανικό χώρο κάτι που θύμιζε τουλάχιστον σύγχρονο συνεκτικό κράτος. Ο ρόλος που έπαιξαν ως θεμέλιο για την ίδρυση του νεοελληνικού σύγχρονου έθνους-κράτους, έχει ήδη επισημανθεί.

Η ληστεία καταπολεμήθηκε και τα ταξίδια και το εμπόριο έγιναν σχετικά ασφαλή. Η γεωργία ενισχύθηκε με  υδραυλικά έργα και αποξηράνσεις ελών. Το οδικό δίκτυο βελτιώθηκε και σε κάποια τμήματα του έγινε μάλιστα ικανό και για συγκοινωνία με άμαξες. Στην επικράτεια του Αλή κυριαρχούσε σχετική ανεξιθρησκεία (κάτι που κατά μια άποψη συνδέεται και με τις ισχυρές επιρροές που αυτός είχε από τον μπεκτασισμό): στα χρόνια του κτίστηκαν και πολλές εκκλησίες και μοναστήρια. Η ελληνική παιδεία στα Γιάννενα μπόρεσε να αναπτυχθεί, όπως και η τοπική βιοτεχνία. Ο Αλή Πασάς  ακολουθούσε ακόμα και μια δική του εξωτερική πολιτική, δείχνοντας μάλλον μια προτίμηση προς την Αγγλία.

Το αν ο Αλής έβλεπε τον εαυτό του απλά σαν τοπικό ηγέτη μιας (έστω μεγάλης) οθωμανικής επαρχίας ή αν στόχευε σε μια ελληνο-αλβανική ανεξαρτησία, ή ακόμα, εντελώς αντίθετα, στον σουλτανικό θρόνο, είναι ένα θέμα για το οποίο διαφωνούν οι ιστορικοί. Δεν πρέπει να παραλείψουμε όμως και κάτι ακόμα σημαντικό. Ο Αλή Πασάς, εκτός από πολιτικός ηγέτης, είχε γίνει και μεγαλοτσιφλικάς. Η οικονομική του δύναμη βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα που εισέπραττε από την καταπίεση των κολίγων στα τσιφλίκια του.

Οσμάν Πασβάνογλου, ο βεζύρης του Βιδινίου

Ο Οσμάν Πασβάνογλου γεννήθηκε στο Βιδίνιο, ένα λιμάνι του Δούναβη στη σημερινή βορειοδυτική Βουλγαρία. Ο πατέρας του ήταν γενίτσαρος: η σχέση του Οσμάν με τους γενίτσαρους της περιοχής θα αποδεικνυόταν καθοριστική για την πολιτική του πορεία. Συμμαχώντας μαζί τους ξεκίνησε εξέγερση εναντίον του Σουλτάνου Σελίμ Γ’, ο οποίος προωθούσε μεταρρυθμίσεις που θα περιόριζαν τη δύναμή τους. Ταυτόχρονα, κέρδισε και συμπάθειες από τους ντόπιους χωρικούς, που δεν ήθελαν να πληρώσουν τους αυξημένους φόρους, οι οποίοι ήταν επίσης μέρος της νέας σουλτανικής πολιτικής. Ο Σουλτάνος τελικά αναγκάστηκε το 1798 να αναγνωρίσει τη δύναμη του Πασβάνογλου, ανακηρύσσοντας τον σε Βεζίρη του Βιδινίου.

Ο Οσμάν ενδιαφερόταν για τις εξελίξεις στην Ευρώπη, και προσπάθησε να αναπτύξει απ’ ευθείας σχέσεις με δυνάμεις όπως η Γαλλία και η Ρωσία, παρακάμπτοντας την Υψηλή Πύλη. Η συμμαχία με τους γενίτσαρους πιθανόν να τον έκανε δημοφιλή ανάμεσα στους Μουσουλμάνους. Ταυτόχρονα όμως, ο Πασβάνογλου είχε μια ιδιαίτερη σχέση και με τους Χριστιανούς. Πολλοί απ’ αυτούς κατείχαν σημαντικό ρόλο στο διπλωματικό του σώμα, στον διοικητικό μηχανισμό και στον στρατό του. Εξάλλου, είναι γνωστός και για τη σχέση που είχε με το Ρήγα Βελεστινλή. Λέγεται ότι ο λόγος που ο τελευταίος εκτελέστηκε στο Βελιγράδι αντί να σταλεί στην Κωνσταντινούπολη, ήταν γιατί ο Σουλτάνος ήθελε να αποφύγει το ταξίδι μέσα από την επικράτεια του Πασβάνογλου, ο οποίος θα φρόντιζε για την απελευθέρωση του φίλου του. Ο Ρήγας του αφιέρωσε και τους ακόλουθους στίχους από το Θούριο:

Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλεις να νικάς.
Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.

Στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής, ο Πασβάνολγου φρόντισε για τη βελτίωση της ασφάλειας και των υποδομών. Ανέπτυξε το οδικό δίκτυο, έκτισε χάνια και διοικητικά κτίρια.  Οι φόροι σταθεροποιήθηκαν σε λογικά επίπεδα, ενώ υπήρχε αρκετή θρησκευτική ελευθερία. Παράλληλα μ’ αυτό όμως, το όνομα του συνδέθηκε και με την ανάπτυξη του συστήματος των τσιφλικιών, της οθωμανικής εκδοχής της φεουδαρχίας.

Το τζαμί Οσμάν Πασβάνογλου με την Βιβλιοθήκη στα αριστερά. http://www.panoramio.com/photo_explorer#view=photo&position=32062&with_photo_id=56543337&order=date_desc&user=6063809

Το τζαμί Οσμάν Πασβάνογλου με την ομώνυμη βιβλιοθήκη στα αριστερά, στο Βιδίνιο.
Πηγή εικόνας

Μεχμέτ Αλή Πασάς: από την Καβάλα στην Αίγυπτο

Στην νεοελληνική Ιστορία μας είναι γνωστά τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ και ο ρόλος που έπαιξαν στην καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Το ότι αυτά πέτυχαν εκεί που ο οθωμανικός στρατός είχε αποτύχει, έχει να κάνει και με το ότι ήταν πιο προσαρμοσμένα στα σύγχρονα δεδομένα. Κι αυτό πάλι, έχει σχέση με το αιγυπτιακό καθεστώς της εποχής.

Ο Ιμπραήμ ήταν ο γιος του Μεχμέτ Αλή, του τότε κυβερνήτη της Αιγύπτου. Ο Μεχμέτ Αλή (ή Μωχάμετ Αλή) γεννήθηκε στην Καβάλα το 1769, πιθανότατα σε αλβανική οικογένεια. Το πιο κρίσιμο γεγονός για την μετέπειτα πορεία του ήταν η εισβολή του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798. Ο Μεχμέτ Αλή στάλθηκε εκεί ως αρχηγός μιας αλβανικής στρατιωτικής ομάδας, για να αντιμετωπίσει τα γαλλικά στρατεύματα, και μέσα από διάφορες συμμαχίες κατάφερε το 1805 να διοριστεί αντιβασιλέας της (ακόμα οθωμανικής) Αιγύπτου.

Ο Μεχμέτ Αλή Πασάς. https://www.britannica.com/place/Egypt/Muhammad-Ali-and-his-successors-1805-82

Ο Μεχμέτ Αλή Πασάς.
Πηγή εικόνας

Έδειξε από νωρίς την πρόθεσή του να μετατρέψει την Αίγυπτο σε κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία – δηλαδή τη δική του. Το πρώτο βήμα ήταν η νικηφόρα σύγκρουση με την ντόπια αριστοκρατία (τους Μαμελούκους) και τον «κλήρο» (τους ουλεμάδες): ήταν η προϋπόθεση για να γίνει πραγματικός «μονάρχης» της Αιγύπτου. Αυτή η δύναμη έγινε όμως και η αδυναμία του, αφού οι προσπάθειες εκσυχρονισμού που έκανε ήταν στην ουσία προσωπικές, χωρίς να υπάρχει μια σημαντική στήριξη ούτε καν από τους ίδιους τους κρατικούς αξιωματούχους.

Ο Μεχμέτ Αλή προώθησε σημαντικές διοικητικές μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα σχολείων και εξειδικευμένων σχολών (π.χ. ιατρικής), στις οποίες δίδασκαν και Ευρωπαίοι. Επένδυσε στον εξαγωγικό τομέα της γεωργίας και ιδιαίτερα στην καλλιέργεια του βαμβακιού, που του έφερνε μεγάλα έσοδα – αφού είχε εξασφαλίσει το κρατικό μονοπώλιο στο εμπόριο τέτοιων προϊόντων. Έγιναν ακόμα και κάποιες προσπάθειες εκβιομηχάνισης, ίσως οι πρώτες σημαντικές στην περιοχή μας, κυρίως σε κλάδους όπως η υφαντουργία. Η βιομηχανία έφτασε στο σημείο να απασχολεί περίπου το 4% του πληθυσμού: για την εποχή, μάλλον καθόλου μικρό ποσοστό.

Η αυξανόμενη δύναμή του όμως τον έφερε και αυτόν σε σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη. Λίγα χρόνια μόνο αφού βοήθησε στην καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης, βρέθηκε ο ίδιος να στέλνει στρατό στη Συρία εναντίον του Σουλτάνου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κινδύνεψε ίσως όσο ποτέ άλλοτε από ένα τέτοιο εσωτερικό κίνημα: τα στρατεύματα του Μεχμέτ Αλή έφτασαν μέχρι το Ικόνιο, βαθιά μέσα στην Μικρά Ασία. Εξεγέρσεις όπως αυτές του Γκιαούρ Ιμάμη στην Κύπρο το 1833 μπορεί και να σχετίζονται ακριβώς με αυτήν την άνοδο του Μεχμέτ Αλή, και τις ελπίδες που άρχισαν να γεννιούνται για κάτι καλύτερο που μπορούσε να αντικαταστήσει την οθωμανική δυναστεία.

Στο τέλος, ήταν η παρέμβαση των Δυτικών Δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας, που έσωσε τον Σουλτάνο. Ο Μεχμέτ Αλή αναγκάστηκε μετά το 1841 να περιοριστεί πάλι στην Αίγυπτο, όπου θα πέθαινε λίγα χρόνια μετά. Υποχρεώθηκε επίσης να καταργήσει τα γεωργικά μονοπώλια (στα έσοδα των οποίων στηριζόταν και η χρηματοδότηση των μεταρρυθμίσεων του), όπως και τα όποια προστατευτικά μέτρα ενάντια στα φτηνά δυτικά εισαγόμενα προϊόντα – με καταστροφικές συνέπειες για την ανάπτυξη της ντόπιας βιομηχανίας.

Για το πόσο πετυχημένη ήταν τελικά η διακυβέρνησή του όσον αφορά τον εκσυχρονισμό της Αιγύπτου, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Την εποχή του πάντως μπήκαν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός ξεχωριστού αιγυπτιακού κράτους. Οι απόγονοι του θα κυβερνούσαν την Αίγυπτο μέχρι και την ανατροπή της μοναρχίας από τον Νάσερ, το 1952.


Όπως είδαμε, αυτοί οι τοπικοί Οθωμανοί κυβερνήτες στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα, λειτουργούσαν περίπου σαν ηγέτες ανεξάρτητων κρατών, με τους δικούς τους στρατούς και τη δική τους εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Αν και τυπικά ήταν κάτω από τις εντολές του Σουλτάνου και δρούσαν στο όνομά του, δεν δίσταζαν να συγκρουστούν με την Υψηλή Πύλη, όταν το έκριναν αναγκαίο – ακόμα και με στρατιωτικά μέσα.

Στην περιοχή που έλεγχαν, την οποία προσπαθούσαν συνεχώς να επεκτείνουν, προσπάθησαν να στήσουν δομές που τουλάχιστον θυμίζουν κάπως λειτουργικό κράτος. Η επιτυχία τους ήταν περιορισμένη, ειδικά αυτή των ιδιαίτερα φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων του Μεχμέτ Αλή – αλλά πάντως, ίσως μεγαλύτερη απ’ αυτήν των αντίστοιχων σουλτανικών πρωτοβουλιών την ίδια εποχή. Στο τοπικό επίπεδο, φαίνεται ότι οι δυνατότητες για σημαντικές αλλαγές ήταν μεγαλύτερες.

Το να τους δούμε ως πραγματικά εκσυγχρονιστές ηγέτες μπορεί να είναι υπερβολικό: και οι τρεις είχαν μάλλον περιορισμένη μόρφωση και είναι πολύ αμφίβολο αν αντιλαμβάνονταν την σημασία των κοινωνικών αλλαγών στην Δύση εκείνη την εποχή, ή απλά εντυπωσιάζονταν από τα τεχνολογικά της επιτεύγματα. Από μια άποψη, ήταν τυπικοί Οθωμανοί τοπικοί άρχοντες που κυβερνούσαν απολυταρχικά, ενδιαφερόμενοι κυρίως ν’ αυξήσουν την προσωπική τους δύναμη και να συλλέξουν πλούτο.

Αν και Μουσουλμάνοι ηγέτες πάντως, είναι ένα κοινό τους ότι επέτρεψαν σημαντική θρησκευτική ελευθερία και δεν δίστασαν να συνεργαστούν με Χριστιανούς. Στα «κράτη» του Αλή Πάσα ή του Πασβάνογλου οι ντόπιοι Χριστιανοί έπαιζαν σημαντικό ρόλο σε πολλά επίπεδα, από το οικονομικό, το διοικητικό μέχρι και το στρατιωτικό. Ο Μεχμέτ Αλή δεν δίστασε, παρά τις αντιδράσεις, να δώσει σημαντικά πόστα σε πολλούς ειδικούς από την ανεπτυγμένη χριστιανική Δύση για να πραγματοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις του, ανταμείβοντάς τους πλουσιοπάροχα.

Κάτω από άλλες συνθήκες, θα ήταν ίσως δυνατό αυτές οι ημιαυτόνομες προσωποκεντρικές ηγεμονίες να εξελιχθούν σε πραγματικά κράτη, που θα αντικαθιστούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία; Θα ήταν αυτά πολυπολιτισμικά κράτη, διαφορετικά από τα έθνη-κράτη των Βαλκανίων όπως τα ξέρουμε σήμερα; Οι υποθέσεις στην Ιστορία είναι σίγουρα δύσκολο πράγμα. Παρ’ όλα αυτά, ας έχουμε υπόψη ότι η τελική κατάληξη του «Ανατολικού Ζητήματος» δεν ήταν αυτονόητη, κι ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν εντελώς διαφορετικά.


Πηγές:

Απο τη Βλαχια στην Τρανσυλβανια

Κλασσικό

Το άρθρο αυτό γράφτηκε με αφορμή ένα πρόσφατο ταξίδι στη Ρουμανία, μια πολύ ιδιαίτερη χώρα από πολλές απόψεις: ιστορικές, γλωσσικές, πολιτισμικές. Συνδυάζει, κόντρα στα κλασικά διχοτομικά σχήματα, τη λατινοφωνία με την Ορθoδοξία, και κουβαλά τα ίχνη ενός παρελθόντος ως η περιοχή συνάντησης τριών αυτοκρατοριών: της Ρωσικής, της Οθωμανικής και αυτής των Αψβούργων.

Οι ιστορικές περιοχές της "Μεγάλης Ρουμανίας" (τα σημερινά σύνορα απεικονίζονται με τη μπλε γραμμή): Μολδαβία (μαζί με τη Μπουκοβίνα και τη Βεσσαραβία), Βλαχία (μαζί με την Οντενία και τη Δοβρουτσά - η κίτρινη κεντρική περιοχή ονομάζεται από τους Ρουμάνους Μοντενία) και η Τρανσυλβανία μαζί με το Μπανάτο, οι περιοχές που ανήκαν στην Αυστροουγγαρία. https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/2/29/RomaniaHistRegions.jpg

Οι ιστορικές περιοχές της «Μεγάλης Ρουμανίας» (τα σημερινά σύνορα απεικονίζονται με τη μπλε γραμμή). Η κοκκινωπή περιοχή αντιστοιχεί περίπου στην ιστορική Μολδαβία (μαζί με τη Μπουκοβίνα και τη Βεσσαραβία). Με κίτρινα-πράσινα χρώματα φαίνεται η Βλαχία, μαζί με την ιδιαίτερη περίπτωση της Δοβρουτσάς. Με γαλάζια χρώματα απεικονίζονται οι περιοχές που ανήκαν στην Αυστροουγγαρία, δηλαδή κυρίως η Τρανσυλβανία, μαζί με το Μπανάτο.
Πηγή εικόνας

Οι δύο «παραδουνάβιες ηγεμονίες», η Μολδαβία και η Βλαχία, ανήκαν μεν στους Οθωμανούς, αλλά ήταν ημιαυτόνομες και άρα μια ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν είχαν Μουσουλμάνους κυβερνήτες, αλλά Χριστιανούς Ορθόδοξους, αρχικά ντόπιους. Στη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι Οθωμανοί προτίμησαν να αναθέτουν αυτήν τη δουλειά σε Έλληνες Φαναριώτες, όπως τους Υψηλάντηδες και τους Μαυροκορδάτους. Εκείνη περίπου την εποχή ήταν που άρχισαν να αναπτύσσονται το ελληνικό εμπόριο και οι ελληνικές παροικίες στη Μολδοβλαχία.

Ο Δούναβης συλλέγει τα νερά από μια τεράστια περιοχή της κεντρικής Ευρώπης για να το οδηγήσει εδώ προς τη Μαύρη Θάλασσα, σχηματίζοντας και το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Ο Δούναβης χώριζε την κυρίως ειπείν οθωμανική επικράτεια (δεξιά) από τις ημιαυτόνομες παραδουνάβιες ηγεμονίες (αριστερά). Σήμερα σχηματίζει το σύνορο Βουλγαρίας-Ρουμανίας.

Το 1859 έγινε το πρώτο μεγάλο βήμα για τη δημιουργία ενός σύγχρονου έθνους-κράτους: η Μολδαβία και η Βλαχία ενώθηκαν, και η νέα αυτόνομη περιοχή βαφτίστηκε Ρομανία (το όνομα μεταφέρθηκε μετά σε άλλες γλώσσες ως «Ρουμανία»). Το όνομα που επιλέχθηκε ήταν μια καθαρή αναφορά στη λατινικότητα της γλώσσας, την οποία μιλούσαν οι κάτοικοι και των δύο περιοχών: σ’ αυτήν τη βάση θα κτιζόταν το νέο έθνος-κράτος (θα γινόταν επίσημα ανεξάρτητο 18 χρόνια μετά).

Από τον Κάρολο στον Τσαουσέσκου

Παρά τη λατινοφωνία της Ρουμανίας όμως, η γερμανική διείσδυση δεν σταματούσε στην αυστροουγγρική Τρανσυλβανία. Τα νεοσύστατα βαλκανικά κρατίδια πρόσφεραν εκείνη την εποχή αρκετές ευκαιρίες απασχόλησης για άνεργους Γερμανούς πρίγκιπες. Αν η Ελλάδα εισήγε τη δική της δυναστεία από τον οίκο των Γλύξμπουργκ, οι Ρουμάνοι προτίμησαν να προμηθευτούν γνήσιους Χοεντζόλερν, δηλαδή από τον οίκο από τον οποίο προέρχονταν και οι ίδιοι οι Πρώσοι μονάρχες, οι αργότερα Γερμανοί αυτοκράτορες.

Ο πρώτος Γερμανός μονάρχης της Ρουμανίας (μετά από ένα σύντομο πείραμα μ’ έναν ντόπιο ηγέτη, τον Αλέξανδρο Κούζα) ήταν ο Κάρολος Α’, ο οποίος κυβέρνησε τη χώρα 48 ολόκληρα χρόνια. Αν και η διακυβέρνησή του συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό, δεν τόλμησε να θίξει τα συμφέροντα των μεγάλων γαιοκτημόνων και άρα να λύσει το πιο καυτό πρόβλημα της χώρας, το αγροτικό.

Το άγαλμα του Καρόλου Α', μπροστά από τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, που κτίστηκε επί βασιλείας του και ακόμα φέρει το όνομά του.

Το άγαλμα του Καρόλου Α’ στο Βουκουρέστι, μπροστά από τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, η οποία κτίστηκε επί βασιλείας του και ακόμα φέρει το όνομά του.

Παρά τη γερμανική προέλευση της δυναστείας πάντως, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ρουμανία έμεινε πιστή στη λατινικότητα και τη γαλλοφιλία της, πολεμώντας με τη μεριά της Αντάντ (κάτι που παρεμπιπτόντως είχε ως συνέπεια τη «διαγραφή» του τότε βασιλιά Φερδινάνδου από τον οίκο των Χοεντζόλερν, ως τιμωρία) . Βρέθηκε έτσι στο τέλος του πολέμου στην πλευρά των νικητών και κατάφερε να αυξήσει την έκτασή της εντυπωσιακά. Προσάρτησε την τεράστια αυστροουγγρική Τρανσυλβανία, τη Βεσσαραβία από τη Ρωσία, καθώς και ολόκληρη τη Δοβρουτσά, εις βάρος της ηττημένης Βουλγαρίας. Η Μεγάλη Ρουμανία είχε γίνει πραγματικότητα.

Στον Β’ Παγκόσμιο η ρουμανική ηγεσία (βασιλική δικτατορία πλέον) δεν επανέλαβε τη σοφή της επιλογή. Αντίθετα, συντάχθηκε με τις δυνάμεις του Άξονα. Το αποτέλεσμα: με το τέλος του πολέμου δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να παρακολουθεί τα σοβιετικά στρατεύματα να προελαύνουν στη χώρα. Επίσης, έχασε πάλι τη Βεσσαραβία (προσαρτήθηκε στη Σοβιετική Ένωση, η οποία τη μοίρασε ανάμεσα στην Ουκρανία και τη νέα Σοβιετική Δημοκρατία της Μολδαβίας) και ένα τμήμα της Δοβρουτσάς, το οποίο επιστράφηκε στη Βουλγαρία.

Η Ρουμανία έγινε μεν έτσι μέρος του «ανατολικού μπλοκ», δεν άργησε όμως να δείξει πάλι την ιδιαιτερότητά της. Ο Νικολάε Τσαουσέσκου, ηγέτης της χώρας από το 1965, προσπάθησε να ακολουθήσει μια πολιτική πιο ανεξάρτητη από τη Σοβιετική Ένωση, με μια γερή δόση ρουμανικού εθνικισμού. Το 1968 καταδίκασε, ως μόνος ηγέτης από το ανατολικό μπλοκ, καθαρά τη σοβιετική επέμβαση στη Τσεχοσλοβακία. Αυτό τον βοήθησε να κερδίσει πολλές συμπάθειες από τις δυτικές ελίτ, αλλά και από διάφορους ευρωκομμουνιστές.

Το καθεστώς του ήταν όμως αναμφίβολα αυταρχικό, με μια έντονη προσωπολατρία και ιδιαίτερα ανεπτυγμένο δίκτυο παρακολούθησης του πληθυσμού. Μεταξύ άλλων, ο Τσαουσέσκου είχε απαγορεύσει την έκτρωση και την.. αντισύλληψη (με σκοπό την αύξηση του πληθυσμού): ακόμα μια πρωτοτυπία του ρουμάνικου σοσιαλισμού.

Για να κτίσει το επιβλητικό Παλάτι του Λαού (δεξιά, δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο) και το "Τσεντρούλ Τσιβίκ" (ξεκινάει στα αριστερά ), μια σειρά από νέα κτίρια με μαρμάρινες προσόψεις, προορισμένα για τα υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος, ο Τσαουσέσκου γκρέμισε ένα μεγάλο μέρος της παλιάς πόλης, ξεσπιτώνοντας περίπου 40.000 κάτοικους (η έκταση με τα γκρεμισμένα κτίρια είχε ονομαστεί τότε ειρωνικά "Τσαουσίμα"). Θεωρείται δείγμα της καταστροφικής μεγαλομανίας του δικτάτορα.

Για να κτίσει το επιβλητικό Παλάτι του Λαού (δεξιά, δεύτερο πιο μεγάλο κτίριο στον κόσμο) και το «Τσεντρούλ Τσιβίκ» (αριστερά, μια περιοχή με κτίρια με μαρμάρινες προσόψεις, προορισμένα κυρίως για τα υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος), ο Τσαουσέσκου γκρέμισε ένα μεγάλο μέρος της παλιάς πόλης, ξεσπιτώνοντας περίπου 40.000 κάτοικους (η έκταση με τα γκρεμισμένα κτίρια είχε ονομαστεί τότε ειρωνικά «Τσαουσίμα»). Θεωρείται τυπικό δείγμα της καταστροφικής μεγαλομανίας του δικτάτορα.

Τίποτα απ’ αυτά δεν μπόρεσε πάντως να τον σώσει από την οικονομική κατάρρευση. Τη δεκαετία του ’80, η επιβολή σκληρής λιτότητας, με σκοπό να αποπληρώσει το τεράστιο δημόσιο χρέος και να αποφύγει τη χρεωκοπία (αν αυτό μας θυμίζει κάτι), είχε σαν αποτέλεσμα τη ραγδαία φτωχοποίηση πολλών Ρουμάνων. Στο τέλος, η οργή του κόσμου ξέσπασε: ο Τσαουσέσκου ήταν ο μόνος από τους κομμουνιστές ηγέτες στο ανατολικό μπλοκ, που δεν κατάφερε να σώσει ούτε καν τη ζωή του. Εκτελέστηκε μαζί με τη γυναίκα του, λίγες μέρες μόνο αφού ξέσπασε η εξέγερση εναντίον του, το Δεκέμβρη του ’89.

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: μετάβαση στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, ένταξη στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Η χώρα ανήκει σήμερα σταθερά στη γερμανική-αμερικάνικη σφαίρα επιρροής, όπως και οι περισσότερες βαλκανικές. Το μέλλον της μοιάζει να είναι η επιβίωση ως μια ακόμα ασήμαντη εξαρτημένη χώρα της περιφέρειας – ποτέ δεν ξέρει κανείς όμως, γιατί τα Βαλκάνια είναι πάντα ικανά για εκπλήξεις.

Ένα λατινόφωνο έθνος-κράτος στην Ανατολή

Η (υποτιθέμενη) ενδιάμεση θέση ανάμεσα σε μια «Δύση» και μια «Ανατολή» είναι ένα χαρακτηριστικό που έχει διαμορφώσει την εθνική ψυχή πολλών λαών της περιοχής μας – γι’ αυτό εξάλλου και ο Δημήτρης Κιτσίκης χρησιμοποιεί τον όρο «ενδιάμεση περιοχή». Όπως όμως αλλάζουν  μέσα στο χρόνο οι ορισμοί του τι είναι Δύση και Ανατολή, έτσι αλλάζει και το τι σημαίνει να είσαι σε μια ενδιάμεση κατάσταση.

Στη Ρουμανία, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτή η ενδιάμεση κατάσταση εκφράζεται και με τη χρήση ενός συμβόλου της Δύσης και ενός της Ανατολής, ως τα δύο βασικά του εθνικού χαρακτήρα. Η Ρουμανία είναι από τη μια το προκεχωρημένο φυλάκιο της λατινοφωνίας, της γλώσσας της Δύσης, στην Ανατολική Ευρώπη, περιτριγυρισμένο από Σλάβους και Μαγυάρους. Από την άλλη, η ανατολική Ορθοδοξία είναι κεντρικό στοιχείο της ρουμανικής εθνικής ταυτότητας, και μάλιστα ξεχωρίζει τους Ρουμάνους από τους (καθολικούς) «αιώνιους εχθρούς» Ούγγρους.

Το Pasajul Macca-Vilacrosse στο ιστορικό κέντρο του Βουκουρεστίου είναι ένα από τα πολλά σημεία στην πόλη που είναι εμφανείς οι γαλλικές επιρροές.

Το Pasajul Macca-Vilacrosse στο ιστορικό κέντρο του Βουκουρεστίου είναι ένα από τα πολλά σημεία στην πόλη, όπου είναι εμφανείς οι γαλλικές επιρροές. Μάλλον λόγω λατινοφωνίας, οι Ρουμάνοι είχαν γενικά μια κλίση προς τη γαλλική κουλτούρα.

Η Μονή Σταυροπόλεως στο κέντρο του Βουκουρεστίου, κτισμένη επί ηγεμονίας Νικόλαου Μαυροκορδάτου, συμβολίζει την ανατολικο-ορθόδοξη/ελληνική επιρροή. Οι ορθόδοξες εκκλησίες έχουν και στη σύγχρονη Ρουμανία αρκετή επισκεψιμότητα, και οι Ρουμάνοι θεωρούνται μάλλον πιο θρήσκος λαός από τους γειτονικούς τους.

Η γυναικεία Μονή Σταυροπόλεως στο κέντρο του Βουκουρεστίου, κτισμένη επί ηγεμονίας Νικόλαου Μαυροκορδάτου, συμβολίζει την ανατολική-βυζαντινή-ελληνική επιρροή. Οι εκκλησίες έχουν και σήμερα αρκετή επισκεψιμότητα: οι Ρουμάνοι θεωρούνται μάλλον πιο θρήσκος λαός από τους γειτονικούς τους.

Η Αρμένικη Εκκλησία στην παλιά αρμένικη συνοικία του Βουκουρεστίου είναι ένα δείγμα του πολυπολιτισμικού οθωμανικού παρελθόντος.

Η Αρμένικη Εκκλησία στην παλιά αρμένικη συνοικία του Βουκουρεστίου: η ύπαρξη τέτοιας συνοικίας είναι δείγμα του οθωμανικού παρελθόντος μιας πόλης.

Οι δύο Ρουμανίες: Μολδοβλαχία και Τρανσυλβανία

Υπάρχει όμως και μια άλλη ρουμάνικη αντίθεση «Ανατολής-Δύσης»: αυτή ανάμεσα στην «οθωμανική» Μολδοβλαχία και την «αυστροουγγρική» Τρανσυλβανία. Οι δύο διαφορετικές κρατικές παραδόσεις έχουν αφήσει τα ίχνη τους στις δύο περιοχές, με την πρώτη να είναι υποτίθεται πιο «ανατολική» και βαλκανική, και τη δεύτερη πιο «δυτική» και κεντροευρωπαϊκή. Ταξιδεύοντας άρα με το τρένο μέσα από τα Καρπάθια (το όριο των δύο περιοχών), διασχίζει κάποιος ακόμα ένα από τα πολλά υποτιθέμενα σύνορα Ανατολής-Δύσης.

Σε σχέση με τα υπόλοιπα Βαλκάνια, τα οποία χαρακτηρίζονται από το έντονο ανάγλυφο και τα ψηλά βουνά, η Βλαχία, η γη ανάμεσα στο Δούναβη και τα Καρπάθια, έχει την ιδιαιτερότητα να είναι επίπεδη και εύφορη. Αυτή η μεγάλη της γεωργική αξία όμως, της κληροδότησε και το αγροτικό πρόβλημα που αναφέραμε πριν, αφού σε τέτοιες περιοχές ευνοείται η μεγάλη ιδιοκτησία και άρα και οι φεουδαρχικές δομές. Η δουλοπαροικία καταργήθηκε μεν το 1864, αλλά  το μεγαλύτερο μέρος της γης παρέμεινε στους πλούσιους μεγαλογαιοκτήμονες. Αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη αγροτική εξέγερση του 1907, που ξεκίνησε στη Μολδαβία, εξαπλώθηκε στη Βλαχία, και τελικά πνίγηκε στο αίμα – τρία χρόνια πριν ζήσει η Ελλάδα τη δική της, στο Κιλελέρ. Μετά το Β’ Παγκόσμιο, η μοίρα της αγροτικής γης ήταν φυσικά η κολλεκτιβοποίηση, όπως στις άλλες ανατολικές χώρες.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της επίπεδης Μεγάλης Βλαχίας: κυριαρχούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Τυπική εικόνα από την εξοχή της επίπεδης Βλαχίας: κυριαρχούν καλλιεργούμενες εκτάσεις (κυρίως δημητριακά), βοσκοτόπια και μικρές λίμνες.

Ξεκινώντας λοιπόν με το τρένο από Βουκουρέστι προς τα βόρεια, κυριαρχεί αυτή η εικόνα των επίπεδων αγροτικών εκτάσεων. Μετά από περίπου μια ώρα, το τοπίο αλλάζει εντελώς: η πεδιάδα δίνει τη θέση της σε πυκνά δάση, ορμητικά ποτάμια και βραχώδεις απότομες πλαγιές. Η οροσειρά των Καρπαθίων υψώνεται σε κάποια σημεία πάνω από τα 2500 μ.

Η δυσπρόσιτη οροσειρά των Καρπαθίων ήταν αυτή που ενέπνευσε και το μύθο του Κόμη Δράκουλα.

Η δύσβατη οροσειρά των Καρπαθίων, με τα παρθένα δάση και τους μεγάλους πληθυσμούς σε αρκούδες και λύκους, ήταν πηγή έμπνευσης και για τον μύθο του Κόμη Δράκουλα.

Το τρένο διασχίζει τα Καρπάθια, περνώντας από τη μικρή τουριστική πόλη Σινάια. Η τουριστική αξία της τελευταίας είναι αποτέλεσμα όχι μόνο της πρόσβασης στα βουνά, αλλά και λόγω αξιοθέατων όπως το Κάστρο Πέλες ή το Μοναστήρι του Σινά.

Το Κάστρο Πέλες στη Σινάια ήταν η εξοχική κατοικία του Καρόλου Α'.

Το Κάστρο Πέλες στη Σινάια ήταν η εξοχική κατοικία του Καρόλου Α’.

Μετά από σχεδόν τρεις ώρες, το τρένο κατηφορίζει προς την επόμενη μεγάλη πεδιάδα, αυτήν της Τρανσυλβανίας, εκεί που οι τουρκικές και σλαβικές επιρροές δίνουν σταδιακά τη θέση τους στις γερμανικές (αυστριακές) και ουγγρικές. Η Τρανσυλβανία ήταν για πολλά χρόνια το μήλο της έριδος ανάμεσα στους Ρουμάνους και τους Ούγγρους. Άλλαξε πολλές φορές χέρια, μέχρι να περάσει οριστικά (;) στη Ρουμανία με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου. Οι ακόμα μεγάλες ουγγρικές κοινότητες πάντως φροντίζουν ώστε να διατηρεί η περιοχή τον πολυεθνικό της χαρακτήρα.

Το Μπρασόβ είναι η πρώτη μεγάλη πόλη που συναντάς με το που μπαίνεις στην Τρανσυλβανία. Eδώ η γερμανική επιρροή είναι καθαρή – αν μη τι άλλο, από τα συχνά γερμανικά ονόματα δρόμων. Από τη γερμανική κοινότητα της πόλης πάντως, άλλοτε περίπου ισάριθμη της ρουμάνικης και με τεράστια σημασία για την ιστορική ανάπτυξη της πόλης, δεν έχουν μείνει πολλοί. Η ουγγρική κοινότητα όμως παραμένει και δίνει και αυτή το χρώμα της στην πόλη (π.χ. με τα μικρά ουγγρικά φαγάδικα).

Τέτοια στενά στο Μπρασόβ έχουν συχνά γερμανικά όνοματα.

Η γωνία Strada Poarta Schei – Strada Hans Berkner στην παλιά πόλη του Μπρασόβ είναι μια από τις πολλές που συναντούνται ρουμάνικα με γερμανικά ονόματα – θα μπορούσε κάποιος να πει ότι συμβολίζει και τη συνάντηση του ρουμανικού με το γερμανικό στοιχείο στην πόλη.

Η λουθηρανική Μαύρη Εκκλησία, το σύμβολο της πόλης, είναι ένα ακόμα κατάλοιπο της γερμανικής Ιστορίας της πόλης.

Η λουθηρανική Μαύρη Εκκλησία, το ίσως πιο γνωστό αξιοθέατο της πόλης, είναι ένα ακόμα κατάλοιπο γερμανικής Ιστορίας.


Οι βαλκανικές χώρες γενικά δεν φημίζονται για την ευκολία να τις κατανοήσεις – και η Ρουμανία δεν είναι εξαίρεση. Είναι οι Ρουμάνοι τελικά τεχνητό ή φυσικό έθνος, και πού ανήκουν πραγματικά; Όπως και άλλοι βαλκανικοί λαοί (των Ελλήνων μη εξαιρουμένων), οι Ρουμάνοι είναι συνηθισμένοι μέσα στην Ιστορία τους να πατούν σε πολλές βάρκες ταυτόχρονα. Το κατά πόσον θα καταφέρουν να σώσουν την ιδιαιτερότητά τους μέσα στις νέες παγκόσμιες συνθήκες, είναι κάτι που θα φανεί στο μέλλον.