Αγροτες στην εξουσια 1: Βουλγαρια

Ήχος

Όταν ακούμε για πάλη των τάξεων, ο νους μας πάει, λόγω της επιρροής της μαρξιστικής παράδοσης, συνήθως σ’ αυτήν ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη. Σπανιότερα σκέφτεται κάποιος τους αγρότες. Δεν έλειψαν όμως από τη σύγχρονη Ιστορία και οι προσπάθειες να αναπτυχθούν ιδεολογίες και πολιτικά κινήματα με πυρήνα την αγροτική τάξη. Τέτοιες προσπάθειες υπήρξαν και στα Βαλκάνια, με πιο σημαντικές αυτές σε τρεις χώρες: τη Βουλγαρία, την Κροατία και τη Ρουμανία.

«Αγροτισμός» είναι ο γενικός όρος που χρησιμοποιείται για να καλύψει τέτοια κινήματα. Ανάλογα με τον τόπο ή τον χρόνο, πήρε διάφορες μορφές. Το κοινό ήταν η πίστη στην αξία της αγροτικής ζωής (σε μια εποχή που αυτή φαινόταν να απειλείται από την επέκταση του καπιταλισμού και την εκβιομηχάνιση), μαζί με την προσπάθεια να εκπροσωπηθούν τα συμφέροντα των αγροτών απέναντι σε ένα αστικό σύστημα, το οποίο έμοιαζε να είναι φτιαγμένο για να τους αποκλείει. Οι αγροτιστές έτειναν να ταυτίζουν την «αγροτιά» (που αποτελούσε ακόμα τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού)  με τον «λαό» γενικά – ως αντίδραση ίσως και στην υποτίμηση που αυτή εισέπραττε από τις αστικές ελίτ.

Η άνοδος και η πτώση του βουλγαρικού αγροτισμού

Όταν η Βουλγαρία δημιουργήθηκε ως αυτόνομο κρατίδιο το 1878, τα τσιφλίκια των Οθωμανών μοιράστηκαν στους απλούς χωρικούς. Το αποτέλεσμα ήταν να κυριαρχεί σχεδόν παντού η μικροϊδιοκτησία. Αυτοί οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας. Στην πολιτική όμως κυριαρχούσαν ο βασιλιάς μαζί με μια μικρή αστική τάξη, οι οποίοι είχαν ελάχιστη επαφή με την ύπαιθρο και περίπου αδιαφορούσαν για τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου: τον έβλεπαν το πολύ ως πηγή φορολογικών εσόδων και εύκολων ψήφων. Οι εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1890 ήταν ίσως σημάδι αυτής της αποξένωσης της βουλγαρικής αγροτιάς από τις νέες εθνικές ελίτ.

Βούλγαροι αγρότες σε απεικόνιση της Laura Lushington
Πηγή εικόνας

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα, ιδρύθηκε το 1899 η Βουλγαρική Αγροτική Εθνική Ένωση (Β.Α.Ε.Ε.). Η έμπνευση γι’ αυτήν την κίνηση ήρθε κυρίως από ένα τμήμα της διανόησης, το οποίο δεν ήταν τόσο δεμένο με το καθεστώς και τις ελίτ, ούτε αποκομμένο από τις λαϊκές μάζες. Πιο συγκεκριμένα, κεντρικό ρόλο έπαιξαν δάσκαλοι των δημοτικών σχολείων στα χωριά, οι οποίοι λόγω της θέσης τους είχαν επαφή και με τους δύο διαφορετικούς κόσμους, τον «πρωτόγονο» αγροτικό και τον «πολιτισμένο» αστικό.

Σύντομα η ΒΑΕΕ κατάφερε να αποκτήσει ρίζες ανάμεσα στον αγροτικό κόσμο: ο οποίος, ας έχουμε υπόψη, τότε αποτελούσε ακόμα τα 4/5 του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αν και αρχικά οι σκοποί της ήταν κυρίως εκπαιδευτικοί-οικονομικοί (π.χ. να βελτιωθεί το μορφωτικό επίπεδο των αγροτών και να εκσυγχρονιστούν οι γεωργικές πρακτικές), πολλά στελέχη διέκριναν ότι τίποτα δεν μπορούσε να πετύχει χωρίς να αλλάξει και η πολιτική κατάσταση στη χώρα. Η Ένωση αποφάσισε τελικά να γίνει κανονικό πολιτικό κίνημα και το 1913 είχε ήδη εξελιχθεί στην πιο σημαντική δύναμη της αντιπολίτευσης, κερδίζοντας 21% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές.

Το τέλος των Βαλκανικών και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την Βουλγαρία στη μεριά των ηττημένων. Η εικόνα των παλιών κυρίαρχων κομμάτων είχε καταστραφεί, μέσα στη γενική ατμόσφαιρα κρίσης από τις εδαφικές απώλειες, τις πολεμικές επανορθώσεις που έπρεπε να πληρώσει η χώρα, τον πληθωρισμό και την αυξημένη φορολογία. Έτσι άνοιγε ο δρόμος σε νέες πολιτικές δυνάμεις, όπως τους σοσιαλδημοκράτες, τους κομμουνιστές, αλλά και τους αγροτιστές.

Σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό επικράτησε τελικά η ΒΑΕΕ: κέρδισε τις εκλογές του 1919, παίρνοντας το 28% των ψήφων (για την Ιστορία: δεύτερο ήταν το κομμουνιστικό κόμμα με 18% και τρίτο το σοσιαλδημοκρατικό με 13%). Ο ηγέτης της Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού με μικρότερα κόμματα, αλλά κήρυξε το 1920 πάλι εκλογές. Αυτήν την φορά κατάφερε να εξασφαλίσει αυτοδυναμία: για πρώτη φορά, ένα αγροτικό κόμμα αναλάμβανε μόνο του την εξουσία ενός βαλκανικού κράτους.

Ο Αλεξάνταρ Σταμπολίσκι γεννήθηκε το 1879 σε οικογένεια αγροτών στη Σλαβοβίτσα της Βουλγαρίας. Αφού σπούδασε σε αγροτικό κολέγιο στη Γερμανία, έγινε επιστρέφοντας στη χώρα του στέλεχος και σύντομα ηγέτης της ΒΑΕΕ. Το 1915 αντιτάχθηκε στη συμμετοχή της Βουλγαρίας στον Α’ Παγκόσμιο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων και καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε ισόβια. Απελευθερώθηκε με το τέλος του πολέμου και ανέλαβε ξανά την ηγεσία της ΒΑΕΕ.
Πηγή εικόνας

Ο Σταμπολίσκι δεν πρόλαβε να χαρεί για πολύ αυτήν την εντυπωσιακή επιτυχία. Η άρχουσα τάξη της Βουλγαρίας μπορεί να τον προτιμούσε από τους κομμουνιστές (οι οποίοι ήταν η επόμενη υπολογίσιμη δύναμη), αυτό δεν σημαίνει όμως ότι έβλεπε με συμπάθεια τον μεταρρυθμιστικό του ζήλο. Ο Σταμπολίσκι έσπασε το μονοπώλιο των εμπόρων στα δημητριακά, εισήγαγε την προοδευτική φορολογία στο εισόδημα και ξεκίνησε μια αναδιανομή της γης προς όφελος των πιο φτωχών, ορίζοντας τα 30 εκτάρια ως ανώτατο όριο γαιοκτησίας για μια οικογένεια. Αντικατέστησε τη στρατιωτική θητεία με μια γενική «θητεία εργασίας» (π.χ. σε δημόσια έργα), κάτι που φυσικά οι εχθροί του κατηγόρησαν ως δουλεία. Προώθησε επίσης την ίδρυση αγροτικών συνεταιρισμών, με σκοπό να απελευθερώσει τους φτωχούς αγρότες από την εξάρτηση από τους τοκογλύφους και τους μεσάζοντες.

Τέτοιες κινήσεις δεν μπορούσαν παρά να κάνουν τις βουλγαρικές ελίτ να τον βλέπουν με δυσπιστία.  Παράλληλα όμως, τα λάθη των ίδιων των αγροτιστών πολιτικών βοήθησαν στο να δυναμώσουν οι φωνές εναντίον του. Οι αυταρχικές τάσεις της νέας κυβέρνησης, μαζί με την γρήγορη εξάπλωση της διαφθοράς, έδειχναν προς τα έξω μια εικόνα που δεν διέφερε πολύ από τα προηγούμενα καθεστώτα.

Αυτό όμως που έμελλε να αποδειχτεί μοιραίο, ήτανε η αντιπολεμική και συμβιβαστική πολιτική του Σταμπολίσκι απέναντι στα γειτονικά κράτη. Υπογράφοντας τη συνθήκη του Νεϊγύ το 1919 και τη συμφωνία της Νις το 1923, ουσιαστικά εγκατέλειψε τις βουλγαρικές διεκδικήσεις στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία (τη σημερινή πΓΔΜ). Για τους Βούλγαρους-Μακεδόνες εθνικιστές, ήταν μια ασυγχώρητη προδοσία. Το Ιούνη του 1923 μέλη της οργάνωσής τους κατάφεραν να δολοφονήσουν τον Σταμπολίσκι: χαρακτηριστικά, του έκοψαν και το χέρι με το οποίο είχε υπογράψει τη συμφωνία με τους Σέρβους.

Η βουλγαρική Δεξιά κατάφερε σ’ αυτήν την αναταραχή να ξαναπάρει την εξουσία, και τη χρησιμοποίησε για να διώξει σκληρά τόσο τους κομμουνιστές όσο και τους αγροτιστές. Οι τελευταίοι, από τη στιγμή που έλειπε πλέον και ο χαρισματικός τους ηγέτης, δεν μπορούσαν παρά να περάσουν σε μια περίοδο παρακμής. Το 1931 το κόμμα έγινε ξανά νόμιμο, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να πλησιάσει αυτό που ήταν κάποτε.

Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η ΒΑΕΕ εξαφανίστηκε. Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, οι αγροτιστές συμμετείχαν αρχικά στην κυβέρνηση του «Πατριωτικού Μετώπου», η οποία σχηματίστηκε από όλες τις δυνάμεις που είχαν αντιταχθεί στον Άξονα, αλλά σύντομα κυριαρχήθηκε από τους κομμουνιστές. Η προσπάθεια της ΒΑΕΕ να εμποδιστεί το μονοπώλιο των κομμουνιστών στην εξουσία, κατέληξε σε αποτυχία και ο ηγέτης της εκτελέστηκε. Παρ’ όλα αυτά, οι κομμουνιστές ανέχθηκαν την ύπαρξη της (ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτήν, δηλαδή την αριστερή φιλοκομμουνιστική της πτέρυγα) και για τις επόμενες δεκαετίες: ήταν το μοναδικό κόμμα εκτός από το κομμουνιστικό που είχε αυτό το προνόμιο, έστω και μόνο για να δείχνει μια κάπως πιο δημοκρατική εικόνα για το καθεστώς.

Η θέση της ΒΑΕΕ στο πολιτικό φάσμα

Ο βουλγαρικός αγροτισμός είναι ένα ιδεολογικό ρεύμα που δύσκολα μπορεί κάποιος να εντάξει στα κλασικά σχήματα Δεξιάς-Αριστεράς, εθνικισμού-διεθνισμού, φιλελευθερισμού-συντηρητισμού. Κάποιοι τον τοποθετούν στο Κέντρο. Αυτό είναι όμως μάλλον αποτέλεσμα της δυσκολίας να τον κατατάξει κάποιος στην Αριστερά ή τη Δεξιά, παρά της ομοιότητας με αυτό που φανταζόμαστε σήμερα ως κεντρώο κόμμα. Θα μπορούσε ίσως κάποιος να τον θεωρήσει και ως ένα άλλο είδος Αριστεράς.

Τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση Σταμπολίσκι ήταν συχνά προοδευτικά και η ιδεολογία του είχε έντονα ριζοσπαστικά στοιχεία. Ο ίδιος ο Σταμπολίσκι απέρριπτε μεν τον κομμουνισμό πιστεύοντας στην ατομική ιδιοκτησία (κάτι που εξάλλου ήταν απαράβατος κανόνας για όποιον ήθελε να εκπροσωπήσει μια μάζα από μικροϊδιοκτήτες αγρότες). Ταυτόχρονα όμως προσπάθησε, όπως είδαμε, να προωθήσει την ιδέα των αγροτικών συνεταιρισμών, ως τη μόνη οδό που θα εξασφάλιζε πραγματική ελευθερία στους αγρότες.

Η αποτελούμενη από αγρότες παραστρατιωτική «Πορτοκαλί Φρουρά» που δημιούργησε ο Σταμπολίσκι, ήταν δραστήρια τόσο εναντίον των εχθρών από αριστερά (σημαντικός ήταν ο ρόλος της στην καταστολή της πολύμηνης απεργίας στις συγκοινωνίες, η οποία υποκινήθηκε από τους κομμουνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες), όσο και αυτών από δεξιά (παλαιοκομματικοί, Μακεδόνες εθνικιστές). Επίσης, ο Σταμπολίσκι δεν φαίνεται να εκτιμούσε πολύ το πολυκομματικό σύστημα. Παρ’ όλα αυτά, όπως κάθε αγροτικό κόμμα, ήταν υπέρ της αποκέντρωσης και της αυτονομίας-αυτοδιοίκησης των αγροτικών κοινοτήτων. Ο αυταρχισμός της κυβέρνησης Σταμπολίσκι δεν ήταν κάτι τόσο διαφορετικό απ’ αυτόν που βλέπουμε σε όλες τις κυβερνήσεις της εποχής, είτε στη Βουλγαρία είτε στις γειτονικές χώρες.

Η παραστρατιωτική Πορτοκαλί Φρουρά ονομάστηκε έτσι από το επίσημο χρώμα της ΒΑΕΕ. Βοήθησε τόσο στο να καταπολεμηθούν οι πολιτικοί αντίπαλοι όσο και στην εφαρμογή των μέτρων της κυβέρνησης Σταμπολίσκι. Δεν κατάφερε όμως να υπερασπίσει την κυβέρνηση κατά το πραξικόπημα του 1923 και διαλύθηκε την ίδια χρονιά.
Πηγή εικόνας

Η εμμονή στη σημασία της «αγροτικής ζωής» και τις παραδοσιακές αγροτικές αξίες, μπορούν εύκολα να ερμηνευθούν ως συντηρητισμός. Η αγροτιστική κυβέρνηση ήταν όμως κι αυτή που έκανε τη δευτεροβάθμια παιδεία υποχρεωτική για όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, και έκτισε σχολεία σε όλη τη χώρα. Ο Σταμπολίσκι πίστευε σε μια εξελικτική πορεία της κοινωνίας, με κρίσιμο σημείο τη διάδοση των ιδεών των πολιτικών δικαιωμάτων στα κατώτερα στρώματα, κάτι που θα τους έκανε να ξεσηκωθούν ενάντια στα ανώτερα.

Ο άνθρωπος που οραματιζόντουσαν οι Βούλγαροι αγροτιστές δεν ήταν δηλαδή ο αμόρφωτος και πειθήνιος αγρότης των προηγούμενων αιώνων, αλλά ένας αγρότης με ευρεία μόρφωση, που ξέρει να διεκδικεί τα δικαιώματά του, και θα απολάμβανε και όλα τα αγαθά του σύγχρονου κόσμου (συγκοινωνίες, εκπαίδευση, ψυχαγωγία κ.ά.). Η ιδέα ότι η Βουλγαρία θα μπορούσε να κάνει το άλμα προς τον σύγχρονο πολιτισμό αποφεύγοντας τα κακά της εκβιομηχάνισης και διατηρώντας την αγροτική της ψυχή, μπορεί να μη φαίνεται ρεαλιστική, αλλά δεν είναι και τόσο απλά συντηρητική.

Όσο για τον αντισημιτισμό, ήταν μάλλον αναμενόμενο ότι δεν θα έλειπαν εντελώς  και στελέχη με τέτοιες απόψεις. Οι Εβραίοι ήταν εξάλλου μια κοινότητα που ζούσε σχεδόν αποκλειστικά στις πόλεις: ο πειρασμός να τους συνδέσει κάποιος με τη μισητή αστική διανόηση και ελίτ ήταν μεγάλος. Φαίνεται όμως ότι οι αντισημιτικές τάσεις ήταν σχετικά αδύναμες και εγώ τουλάχιστον δεν συνάντησα καμία αντισημιτική δήλωση ή πράξη του ίδιου του Σταμπολίσκι ή των πιο στενών συνεργατών του.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η σχέση του αγροτισμού με τον εθνικισμό. Σ’ ένα κόμμα που εκπροσωπούσε αγρότες δεμένους με τη γη τους, λογικά δινόταν σημασία στην τοπική ταυτότητα – δεν είχε όμως τον ίδιο χαρακτήρα με αυτήν των κλασικών εθνικιστών. Η αγροτιστική κυβέρνηση ακολούθησε ανεκτική πολιτική απέναντι στην τουρκική-μουσουλμανική μειονότητα της χώρας, η οποία εξάλλου αποτελούνταν επίσης κυρίως από αγρότες. Ο Σταμπολίσκι συμμετείχε στην «Πράσινη Διεθνή» και φαίνεται ότι οραματιζόταν κι αυτός, όπως και οι κομμουνιστές της εποχής, μια Βαλκανική Ομοσπονδία. Σ’ αυτήν έβλεπε τη μοναδική δυνατότητα της χώρας του να απαλλαχθεί από την εξάρτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Στην εξωτερική πολιτική, ο Σταμπολίσκι απέρριψε τον αλυτρωτισμό, που χαρακτήριζε τις άλλες βουλγαρικές κυβερνήσεις της εποχής: γι’ αυτό εξάλλου και δολοφονήθηκε. Εκτός από τον συμβιβασμό με τους Σέρβους, ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισαν το κεμαλικό κίνημα στην Τουρκία ως νόμιμη κυβέρνηση και ήταν υπέρ της εξομάλυνσης των σχέσεων με την Ελλάδα. Πριν τον Πόλεμο και όσο ήταν ακόμα αρχηγός της αντιπολίτευσης, όταν κατηγορήθηκε στη Βουλή ότι είναι «Σέρβος» λόγω της συμβιβαστικής του πολιτικής, απάντησε «δεν είμαι ούτε Σέρβος, ούτε Βούλγαρος: είμαι Νοτιοσλάβος». Για  μια περίοδο εθνικιστικού παροξυσμού, ήταν σίγουρα μια εντυπωσιακά τολμηρή δήλωση.


Ο βουλγαρικός αγροτισμός είναι μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία, στην οποία κατά την άποψη μου δεν έχουμε δώσει, ως κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, τη σημασία που της αξίζει. Στο επόμενο άρθρο το θέμα θα είναι τα αγροτιστικά κινήματα σε άλλες βαλκανικές χώρες, για να καταλήξουμε μετά σε μια συνολική αποτίμηση του βαλκανικού αγροτισμού.


Πηγές:

  • Μιχαήλ Π. Σάρρας (2014): Ο Αγροτισμός ως πολιτική τάση στα Βαλκάνια του Μεσοπολέμου – Διαμόρφωση δομών και κοινωνική εξέλιξη στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία (Εισαγωγή στη διδακτορική διατριβή).
  • Federal Research Division, Library of Congress ; edited by Glenn E. Curtis (1993): Bulgaria : a country study.
  • Jesse Rakoske (2012): War and Democratization – A Case Study: The Bulgarian experience of World War I.
  • Bell, John D. (1975): The genesis of Agrarianism in Bulgaria. In: Balkan Studies; 16.2: 73-92.
  • Eric D. Halsey (2012): New Nation, New Nationalism: Agrarian Theory and Policy in Bulgaria from 1919-1923.
  • Johan Eellend (2008): Agrarianism and Modernization in Inter-War Eastern Europe. In: Societal change and ideological formation among the rural population of the Baltic area 1880-1939; s. 35-56.
  • Nicos Mouzelis (1976): Greek and Bulgarian Peasants: Aspects of Their Sociopolitical Situation during the Interwar Period. In: Comparative Studies in Society and History. Vol. 18, No. 1, pp. 85-105

 

 

Advertisements

Ακροδεξιος εθνικισμος στην Ανατολια

Κλασσικό

Ακροδεξιά εθνικιστικά κινήματα στην Τουρκία δεν είναι άγνωστα στο ελληνικό ή κυπριακό κοινό. Εγώ θυμάμαι ότι άκουσα πρώτη φορά για τους Γκρίζους Λύκους τη δεκαετία του ’90, όταν πήγαινα ακόμα σχολείο. Μεταξύ άλλων, συμμετείχαν και στα επεισόδια στην Πράσινη Γραμμή που κατέληξαν στο θάνατο του Τάσου Ισαάκ, το καλοκαίρι του ’96.

Το ότι στην Τουρκία δεν λείπει ο εθνικιστικός φανατισμός, δεν ήταν φυσικά κάτι νέο για μας. Η ύπαρξη όμως οργανωμένων ομάδων με νεοφασιστικά χαρακτηριστικά, με αποδοχή από σημαντικά τμήματα του τουρκικού πληθυσμού, είναι κάτι που αξίζει να το ψάξουμε περισσότερο. Ποιες είναι οι ρίζες τους και τι τις ξεχωρίζει από άλλες πολιτικές οργανώσεις στην Τουρκία;

Παντουρκισμός: μια τουρκική εκδοχή μεγαλοϊδεατισμού;

Όπως έχει αναφερθεί και σε άλλο άρθρο, ο τουρκικός εθνικισμός γεννήθηκε μάλλον καθυστερημένα και σε διαφορετικές συνθήκες από τους υπόλοιπους εθνικισμούς στην περιοχή. Η τουρκική εθνική ιδέα δεν διαμορφώθηκε σε αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως έγινε με την ελληνική, τη βουλγαρική, τελικά ακόμα και την αλβανική και την αραβική. Οι τουρκικές-μουσουλμανικές ελίτ, ακόμα και τα πιο προοδευτικά τους τμήματα, ήταν, θέλοντας και μη, συνδεδεμένες με το οθωμανικό κράτος: κύριο μέλημά τους δεν ήταν η ανατροπή του, αλλά η επιβίωση μέσω της μεταρρύθμισής του. Ακόμα και ριζοσπαστικές ομάδες όπως οι Νεότουρκοι δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν εύκολα την οθωμανική ιδέα για χάρη μιας τουρκικής εθνικής – αυτό θα σήμαινε εξάλλου την εγκατάλειψη του μεγαλύτερου μέρους της Αυτοκρατορίας, που κατοικούνταν είτε από Χριστιανούς είτε από μη Τούρκους Μουσουλμάνους.

Ο Γιουσούφ Ακτσουρά (1876-1935). https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Ak%C3%A7urao%C4%9Flu_Yusuf.jpg

Ο Γιουσούφ Ακτσουρά (1876-1935). Πηγή εικόνας

Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη σημαντική προσωπικότητα που συνδέθηκε με μια καθαρά τουρκική εθνική ιδέα, δεν προερχόταν από τα οθωμανικά εδάφη. Ο Γιουσούφ Ακτσουρά ήταν Τάταρος της Κριμαίας, γεννημένος ως Ρώσος υπήκοος. Ήδη το 1904 τόλμησε να δημοσιεύσει τα «Τρία σχήματα πολιτικής«. Σ’ αυτό το κείμενο ανέδειξε την ασυμβατότητα των συμφερόντων ανάμεσα στις τρεις κύριες ομάδες στην οθωμανική επικράτεια: τους Τούρκους, τους μη-Τούρκους Μουσουλμάνους και τους μη-Μουσουλμάνους. Αντί για το μάταιο στόχο της διάσωσης της Αυτοκρατορίας, έδειχνε να προτιμάει μια ένωση των τουρκικών λαών.

Το παντουρκικό όραμα μπορεί να ιδωθεί και ως η τουρκική απάντηση στον πανσλαβισμό ή το πανγερμανισμό: όλες είναι θεωρίες με στόχο την ένωση λαών στη βάση της γλωσσικής συγγένειας, αρκετά δημοφιλείς εκείνη την εποχή. Με τον παντουρκισμό, ανοιγόταν και για τους Τούρκους η προοπτική ενός νέου μεγαλείου, που θα αντικαθιστούσε το έτσι κι αλλιώς ξεφτισμένο οθωμανικό – και θα ήταν αυτήν τη φορά καθαρά τουρκικό.

Το Μεγάλο Τουράν, κατά τους παντουρκιστές. https://img01.rl0.ru/4e31220ae9e020d422bb2c87487f2198/c600x415/r26.imgfast.net/users/2613/14/73/49/album/turan_10.jpg

Το «Μεγάλο Τουράν», κατά τους παντουρκιστές.
Πηγή εικόνας

Η εκδοχή του τουρκικού εθνικισμού όμως, που τελικά επικράτησε μέσω του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ήταν μάλλον διαφορετική. Αν και δεν της έλειπαν τα ακραία στοιχεία (βλέπε π.χ. τη θεωρία της «γλώσσας του ήλιου»*¹), ήταν κατά βάση ένας μη επεκτατικός εθνικισμός, που συνέδεε την τουρκική ταυτότητα με το έδαφος της Ανατολίας. Ο Ατατούρκ δεν ονειρευόταν καμία επέκταση στις κεντρο-ασιατικές στέπες. Παρ’ όλα αυτά, ο Ακτσουρά ή και άλλοι πιο ακραίοι οπαδοί του παντουρκισμού, όπως π.χ. ο Νιχάλ Ατσίζ (ο οποίος του πρόσθεσε και μια γερή δόση ρατσισμού, επηρεασμένος από τις φασιστικές ιδεολογίες στην Ευρώπη), δεν ήταν κατ’ ανάγκη αρνητικοί προς τον κεμαλισμό. Εξάλλου, μοιράζονταν μαζί του τη θέληση να δημιουργήσουν μια νέα τουρκική εθνική ταυτότητα, ξεχωριστή πλέον από την ισλαμική.

Γκρίζοι Λύκοι και τριπλά μισοφέγγαρα

Ο άντρας που θα κατάφερνε να δημιουργήσει ένα λαϊκό κίνημα βασιζόμενος στις ιδέες του ακραίου εθνικισμού, θα ερχόταν πάλι από το εξωτερικό. Ο Αλπαρσλάν Τουρκές, ο αποκαλούμενος και «μπασμπούγ» (=ηγέτης) από τους οπαδούς του, ήταν Κύπριος συμπατριώτης μου. Σε ηλικία 16 ετών είχε μετακομίσει με τους γονείς του στην Τουρκία. Το 1969 ίδρυσε*² μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του το MHP, το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης, που παραμένει μέχρι σήμερα ο κύριος εκφραστής του σκληρού δεξιού τουρκικού εθνικισμού.

Σε αντίθεση με τον έντονο, σχεδόν αντιθρησκευτικό, κοσμικισμό διανοητών όπως ο Νιχάλ Ατσίζ*³, ο Τουρκές, χωρίς να απορρίπτει το διαχωρισμό θρησκείας και κράτους, έβλεπε τη σημασία του Ισλάμ για την τουρκική ταυτότητα. Στην ουσία, ο εθνικισμός «αλά Τουρκές» μπορεί να μην απείχε και τόσο πολύ από τον τουρκικό ισλαμισμό: και οι δύο μοιράζονταν την εκτίμηση για το τουρκικό έθνος και το Ισλάμ (αν και διέφεραν στην έμφαση που έδιναν στο καθένα), και φυσικά το μίσος προς τον κομμουνισμό. Εξάλλου, το MHP ήταν και παρέμεινε ένα σχεδόν καθαρά σουνιτικό κόμμα: θυμάμαι όταν ένας Τούρκος γνωστός παρομοίωσε την ιδέα ότι Αλεβίτες θα μπορούσαν να ήταν μέλη των Γκρίζων Λύκων με το σαν να μιλάμε για «μαύρους ως μέλη της Κου-Κλουξ-Κλαν».

Ο Άλπαρσλαν Τουρκές με φόντο τη σημαία του MHP με το τριπλό μισοφέγγαρο κάνει τον χαιρετισμό των Γκρίζων Λύκων. Είχε συμμετάσχει (ως συνταγματάρχης) ενεργά στο πραξικόπημα του '60 εναντίον της κυβέρνησης του Μεντερές, αλλά παραμερίστηκε και δεν έπαιξε σημαντικό πολιτικό ρόλο μέχρι τη δεκαετία του '70. Ο ίδιος συνόψιζε την ιδεολογία του με τα

Ο Άλπαρσλαν Τουρκές (1917-1997), με φόντο τη σημαία του MHP με το τριπλό μισοφέγγαρο (ένα σύμβολο με οθωμανικές-ισλαμικές αναφορές), κάνει τον χαιρετισμό των Γκρίζων Λύκων. Είχε συμμετάσχει ως συνταγματάρχης ενεργά στο πραξικόπημα του ’60 εναντίον της κυβέρνησης του Μεντερές, αλλά παραμερίστηκε και δεν έπαιξε σημαντικό πολιτικό ρόλο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60. 
Πηγή εικόνας

Ο Τουρκές συνόψιζε την ιδεολογία του με τα «9 φώτα» (σε αναλογία  με τα «6 βέλη» του κεμαλισμού): τον εθνικισμό (ο οποίος, όχι τυχαία, ονομάζεται πρώτος),  τον ιδεαλισμό («Ιδεαλιστές» = ülkücüler στα τούρκικα – ονομάζονται εξάλλου επίσημα οι οργανώσεις νεολαίας του κόμματος), την ηθική, την κοινωνική ευθύνη, τον επιστημονικό εκσυγχρονισμό, την υπεράσπιση της ελευθερίας, την υπεράσπιση των αγροτών, τoν λαϊκισμό, την εκβιομηχάνιση. Ο Τουρκές δεν παρέλειπε εξάλλου να καλλιεργεί ένα φιλολαϊκό προφίλ, του υπερασπιστή του γνήσιου λαϊκού Τούρκου ενάντια στη φιλο-δυτική ελίτ και να μιλάει εναντίον του ιμπεριαλισμού και υπέρ της αναδιανομής της αγροτικής γης. Εξάλλου, και τα φασιστικά ή ακροδεξιά κινήματα στην Ευρώπη πάντα είχαν την τάση να οικειοποιούνται στοιχεία της αριστερής ρητορικής.

Αρχικά η κοινοβουλευτική επιτυχία του νέου κόμματος ήταν πολύ περιορισμένη. Στις εκλογές του 1969 πήρε μόλις 3% και μέχρι και την απαγόρευση του με το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’80 δεν κατάφερε να ξεπεράσει το 6.4%. Παρ’ όλα αυτά, έδειξε από νωρίς ότι ο κοινοβουλευτισμός δεν ήταν το μόνο πεδίο δράσης του. Οι οργανώσεις νεολαίας του κόμματος, οι περίφημοι Γκρίζοι Λύκοι, σύντομα άρχισαν να λειτουργούν και ως παραστρατιωτική ομάδα. Το ίδιο το (ανεπίσημο) όνομά τους είναι ενδεικτικό για τις εθνικιστικές παντουρκικές τάσεις του κόμματος: είναι μια αναφορά σε έναν μύθο για έναν λύκο που οδήγησε τους αρχαίους Τούρκους στην ελευθερία στις κεντροασιατικές στέπες.

Μπορούμε να θεωρήσουμε τους «Γκρίζους Λύκους» ως μια τουρκική εκδοχή νεοφασισμού; Υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνηγορούν σ’ αυτό. Η ταύτιση με σύμβολα που παραπέμπουν σ’ ένα μακρινό φυλετικό παρελθόν όπως ο γκρίζος λύκος, ο τυποποιημένος χαιρετισμός (με τα δάκτυλα του χεριού να σχηματίζουν τη μορφή ενός λύκου), ο σωβινιστικός εθνικισμός με επεκτατικές τάσεις, η αφοσίωση στον ηγέτη, η συνομωσιολογία, ο μιλιταρισμός, η προσφυγή στη βία όταν θίγονται τα εθνικά ιερά και όσια: όλα είναι στοιχεία που εύκολα παραπέμπουν στον φασισμό. Ακόμα ίσως πιο σημαντικό κοινό είναι όμως και το βάρος που δίνεται στην πάλη ενάντια στον «εσωτερικό εχθρό». Στις δεκαετίες του ’60 και ’70, αυτός ήταν φυσικά η ανερχόμενη Αριστερά. Ένα μεγάλο μέρος της δράσης των Γκρίζων Λύκων ήταν οι επιθέσεις εναντίων αριστερών – και αλεβίτικων – στόχων.

Εικόνα από πρόσφατη συγκέντρωση οπαδών του MHP, με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό. Στο πανό κάτω αριστερά φαίνεται το σύμβολο του γκρίζου λύκου. http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2014/02/erdogan-mhp-election-gray-wolf-turkey.html

Εικόνα από πρόσφατη συγκέντρωση οπαδών του MHP, με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό. Στο πανό κάτω αριστερά φαίνεται το σύμβολο του γκρίζου λύκου.
Πηγή εικόνας

Ακριβώς ίσως χάρη σ’ αυτόν τον βίαιο αντικομμουνισμό, η επιρροή που απέκτησε το κόμμα ήταν μάλλον μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στα χαμηλά του εκλογικά ποσοστά. Ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όταν στις χώρες του δυτικού στρατοπέδου υπήρχε μεγάλη ανάγκη για φανατικά αντικομμουνιστικές ομάδες, έτοιμες να χρησιμοποιήσουν στην ανάγκη και βία (βλ. την υπόθεση Γκλάντιο). Οι αριστερές τάσεις των δεκαετιών ’60 και ’70 στην Τουρκία και το γενικό κλίμα αντιαμερικανισμού, σίγουρα ανησυχούσαν πολλούς.

Έχοντας αυτά υπόψη, δεν πρέπει ίσως να μας κάνει τόση εντύπωση που το ΜΗΡ απέκτησε σημαντική πρόσβαση στο κράτος και τις ένοπλες δυνάμες, συμμετείχε στις δεξιές κυβερνήσεις «Εθνικού Μετώπου» τη δεκαετία του ’70 και ο Τουρκές έφτασε μάλιστα για ένα διάστημα μέχρι και στη θέση του αναπληρωτή πρωθυπουργού. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησε η παραστρατιωτική δράση των Γκρίζων Λύκων. Αντίθετα, αυτή κορυφώθηκε ιδιαίτερα από το ’78 και μετά, αφήνοντας πολλούς νεκρούς πίσω της και δημιουργώντας ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα, που χρησιμοποιήθηκε και ως δικαιολογία για το πραξικόπημα του ’80.

Το σημερινό MHP: ένας εκσυγχρονισμένος εθνικισμός;

Η νέα στρατιωτική κυβέρνηση απαγόρευσε μαζί με άλλες πολιτικές δυνάμεις και το MHP. Ο ίδιος ο Τουρκές φυλακίστηκε για 5 χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, οι Γκρίζοι Λύκοι φαίνεται ότι διατήρησαν διασυνδέσεις με το τουρκικό κράτος – και, κυρίως, το παρακράτος. Σε διάφορες επιθέσεις ή πολιτικές δολοφονίες της δεκαετίας του ’80 και του ’90 εναντίον αριστερών, αλεβίτικων ή κουρδικών στόχων, γίνεται λόγος για ανάμιξη των Γκρίζων Λύκων.

Το ΜΗΡ επανιδρύθηκε με άλλο όνομα, αλλά μπόρεσε να επιστρέψει και στο αρχικό του με τη σχετική πολιτική φιλελευθεροποίηση των επόμενων χρόνων. Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί διαδέχτηκε τον Τουρκές στην ηγεσία του κόμματος και του έδωσε μια κάπως πιο μετριοπαθή εικόνα, που το έκανε αποδεκτό σε πιο πλατιές μάζες. Στις εκλογές του ’99 ήρθε δεύτερο με ένα εντυπωσιακό 18% και συμμετείχε στην κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Ετζεβίτ. Έκτοτε, και με εξαίρεση το διάστημα 2002-2007, εκπροσωπείται σταθερά στην τουρκική βουλή ξεπερνώντας το όριο του 10%. Είναι στην ουσία η μόνη πολιτική δύναμη στον χώρο της τουρκικής Δεξιάς που επιβίωσε από τον «τυφώνα Ερντογάν», ο οποίος εξαφάνισε τα παραδοσιακά δεξιά κεμαλικά κόμματα.

Ο Ντεβλέτ Μπαχτσλί, ανάμεσα σε μια εικόνα του Ατατούρκ και μια του Τουρκές. https://www.mhp.org.tr/mhp_dil.php?dil=en

Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ανάμεσα σε μια εικόνα του Ατατούρκ και μια του Τουρκές.
Πηγή εικόνας

Σήμερα φυσικά οι συνθήκες δεν είναι οι ίδιες με τη δεκαετία του ’70. Ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει. Κύριος εχθρός του ακροδεξιού εθνικισμού δεν είναι πλέον τόσο η παραδοσιακή τουρκική Αριστερά, όσο το κουρδικό κίνημα. Η αντίθεση στην ειρηνευτική διαδικασία με το ΡΚΚ έγινε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του ΜΗΡ. Η τωρινή εθνικιστική αντικουρδική στροφή του Ερντογάν βοηθά φυσικά στο να φέρει τις δύο σημαντικότερες (πλέον) παρατάξεις της τουρκικής Δεξιάς πιο κοντά τη μια στην άλλη.

Μπορούν τελικά το ΜΗΡ και οι συγγενικές ή συνδεόμενες μαζί του οργανώσεις να θεωρηθούν σήμερα ως ένα νεοφασιστικό κίνημα; Σίγουρα, πολλά τμήματα της τουρκικής Αριστεράς ή του κουρδικού κινήματος το έβλεπαν και το βλέπουν ως τέτοιο: κάτι που εύκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει, αν σκεφτεί τι έχουν τραβήξει τις τελευταίες δεκαετίες. Ήδη αναφέραμε πριν πολλά στοιχεία στη δράση του ΜΗΡ που θυμίζουν φασισμό.

Παρ’ όλα αυτά, είναι ταυτόχρονα και ένα κόμμα που θέλει να έχει επαφή με την εξουσία, και τουλάχιστον η ηγεσία του μοιάζει πάντα έτοιμη να μετριάσει τις θέσεις της γι’ αυτόν τον σκοπό. Ποτέ δεν απέρριψε δημόσια την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Επίσης, παρά την εχθρότητα προς το κουρδικό κίνημα, και παρά του ότι ο αντι-κουρδικός ρατσισμός μπορεί να είναι διαδεδομένος στη βάση του κόμματος, η ηγεσία και οι διανοούμενοι του κόμματος δεν είναι αναγκαστικά εναντίον των «κουρδικής καταγωγής Τούρκων» (εφόσον αυτοί δέχονται την τουρκική τους ταυτότητα βεβαίως). Το φυλετικό κριτήριο δεν είναι δηλαδή πάντα το πιο σημαντικό στοιχείο γι’ αυτού του τύπου τον εθνικισμό.

Ακόμα και ο παντουρκισμός μένει τελικά μάλλον απλά μια από τις πολλές ιδεολογικές αναφορές του κινήματος. Την εποχή του Ψυχρού Πολέμου η παντουρκική προπαγάνδα εντασσόταν φυσικά και σ’ ένα γενικό αντικομμουνιστικό πλαίσιο, αφού οι περισσότεροι «υπόδουλοι Τούρκοι» ζούσαν στη Σοβιετική Ένωση. Μπορεί πολλοί Γκρίζοι Λύκοι να έχουν πάει ακόμα και να πολεμήσουν στο πλευρό των «εθνικών αδελφών» τους (παλιότερα στο Αζερμπαϊτζάν εναντίον των Αρμενίων, σήμερα στο πλευρό των Τουρκμένων της Συρίας), αλλά τουλάχιστον η δική μου εντύπωση είναι ότι η ηγεσία ποτέ δεν έβαλε ιδιαίτερη ενέργεια σε μια παντουρκική κατεύθυνση.

Όπως και να ‘χει, αυτό το κράμα τουρκικού εθνικισμού, σωβινισμού, αντικομμουνισμού/αντικουρδισμού, με κάποιες δόσεις παντουρκισμού και ισλαμισμού, θα συνεχίσει να παίζει ρόλο στην Τουρκία. Και όχι αναγκαστικά μόνο στο ΜΗΡ, αλλά επηρεάζοντας και άλλες δυνάμεις, όπως βλέπουμε τώρα με την εθνικιστική στροφή του Ερντογάν. Αν κάποιος περίμενε ότι με την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ θα εξασθένιζε τουλάχιστον αυτή η μορφή τουρκικού υπερεθνικισμού (σε κάποιες φάσεις, όταν ο Ερντογάν έκανε τα φιλοκουρδικά του ανοίγματα, μπορούσε κάποιος πράγματι να έχει τέτοιες ελπίδες), μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσει την άποψή του. Είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι μια κατάσταση που θα πρέπει να έχουμε υπόψη, μια και κάποια επαφή με την τουρκική κοινωνία είναι για μας λόγω γεωγραφικής θέσης αναπόφευκτη.


——-


*¹ Η «θεωρία της γλώσσας του ήλιου» είναι ένα ψευδοεπιστημονικό κατασκεύασμα, που προωθήθηκε όμως και από κρατικής πλευράς στην Τουρκία της δεκαετίας του ’30. Η θεωρία λέει περίπου ότι όλες οι σήμερα ομιλούμενες γλώσσες στον κόσμο κατάγονται από τα πρωτο-τουρκικά.

*² Για την ακρίβεια, ο Τουρκές απλά μετονόμασε έτσι ένα προϋπάρχον κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό Αγροτικό Εθνικό Κόμμα (CMKP), στο οποίο αυτός και οι σύντροφοί του είχαν διεισδύσει και καταφέρει να φέρουν υπό τον έλεγχό τους ήδη από το 1965.

*³ Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο Νιχάλ Ατσίζ, αν και αρχικά κοντά στο κόμμα, στη συνέχεια αποστασιοποιήθηκε, ακριβώς γιατί, όπως και άλλοι «γνήσιοι» παντουρκιστές, ένιωθε ότι η έμφαση στο Ισλάμ προέδιδε τον τουρκισμό.


Πηγές

  • «Yusuf Akçura’s Üç Tarz-i siyaset» (Three kinds of policy), (trans. Fehmi Ismail, Oriente Moderno).
  • Umut Uzer (2002): Racism in Turkey: The Case of Huseyin Nihal Atsiz. Journal of Muslim Minority Affairs.
  • Jacob M. Landau (1982): The Nationalist Action Party in Turkey. Journal of Contemporary History.
  • Tanıl Bora (2001): Der „Nationale Reflex“: Die fundamentalistische Disposition des Nationalen in der Türkei und der proto-faschistische Nationalismus der MHP. Sociologus.
  • Bülent Aras & Gökhan Bacik (2000): The Rise of Nationalist Action Party and Turkish Politics. Nationalism and Ethnic Politics.
  • Tom Stevenson (2016): The growing strength of Turkey’s ultra-nationalists. Middle East Eye.
  • Σία Αναγνωστοπούλου (2004): Τουρκικός εκσυγχρονισμός – Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού.
  • Δημήτρης Κιτσίκης (1998): Συγκριτική ιστορία Ελλάδος και Τουρκίας στον 20ό αιώνα.
  • Δημήτρης Κιτσίκης (1995): Ιστορία του ελληνο-τουρκικού χώρου (1928-1973).

Οριενταλισμος και Ελληνισμος

Κλασσικό

Αν έπρεπε να δώσουμε μια γεωπολιτική ονομασία στους τελευταίους 2 αιώνες της ανθρώπινης Ιστορίας, η απάντηση θα ήταν μάλλον εύκολη: η εποχή της δυτικής κυριαρχίας. Ο πολιτισμός της Δυτικής Ευρώπης είχε φυσικά μπει σε μια φάση ταχείας ανάπτυξης ήδη μερικούς αιώνες πριν. Είναι από τον 19ο αιώνα και μετά όμως που απλώνει την κυριαρχία του σε όλες τις άκρες της Γης.  Είναι μια κυριαρχία που αφορά όλα τα πεδία: οικονομικό, ιδεολογικό, πολιτιστικό και – αναπόφευκτα – και πολιτικό. Ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμπαθεί ή όχι τη Δύση, είναι εντελώς αδύνατον να την αγνοήσει.

Δύση και «Ανατολή»

Αρχικά, ο λεγόμενος «δυτικός κόσμος» (δηλαδή η Δυτική Ευρώπη και οι απόγονοι Δυτικοευρωπαίων αποίκων π.χ. στην Αμερική ή την Αυστραλία) δεν έβλεπαν όλους τους υπόλοιπους «κόσμους» με τον ίδιο τρόπο. Ενώ οι ιθαγενείς πληθυσμοί της Αμερικής, της Αυστραλίας και της υποσαχάριας Αφρικής θεωρούνταν εξ’ αρχής ως κατώτεροι και απολίτιστοι, την Ασία (και μαζί μ’ αυτήν τη Βόρεια Αφρική και την νοτιο-ανατολική Ευρώπη) την αντιμετώπιζαν οι Δυτικοί με μάλλον μεγαλύτερο σεβασμό. Ήξεραν ότι σ’ αυτήν τη γεωγραφική περιοχή είχαν δράσει και δρούσαν εξελιγμένοι πολιτισμοί, στους οποίους η Δύση χρωστούσε πολλά.

Παρ’ όλα αυτά, όσο η διαφορά στους ρυθμούς ανάπτυξης (όχι μόνο οικονομικής) της Δύσης και του υπόλοιπου κόσμου μεγάλωνε, τόσο τροποποιούνταν και αυτές οι αντιλήψεις. Είναι καθαρό πως, τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα και μετά, οι δυτικές ελίτ έβλεπαν τους εαυτούς ως τους δυνητικούς κυρίαρχους και αυτής της περιοχής που ονόμαζαν «Ανατολή». Εκεί ακριβώς είναι που αποκτά για μας ενδιαφέρον ο όρος οριενταλισμός, όπως τον καθιέρωσε ο Έντουαρντ Σαΐντ.

Ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003). http://www.nytimes.com/2006/07/16/books/review/16rothstein.html?_r=0

Ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) ήταν γνωστός Παλαιστίνιος ακαδημαϊκός με έδρα τις ΗΠΑ. Αν και καθηγητής λογοτεχνίας, έγινε περισσότερο γνωστός ανά τον κόσμο με το βιβλίο «Οριενταλισμός», ο απόηχος του οποίου είναι ακόμα και σήμερα ζωντανός.
Πηγή εικόνας

Θα μπορούσαμε ίσως σε συντομία να πούμε ότι ο οριενταλισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Δύση πλάθει η ίδια στο μυαλό της μια «Ανατολή» σαν τον Άλλο, το αντίθετό της – υπονοώντας (ή ακόμα και δηλώνοντας καθαρά) την κατωτερότητα αυτού του Άλλου. Στην ουσία η Δύση θέτει έτσι τη βάση και για την κυριαρχία πάνω σ’ αυτόν, σε όλα τα πεδία: όχι μόνο το ιδεολογικό ή το πολιτισμικό, αλλά τελικά αναπόφευκτα και το πολιτικό. Η αφετηρία των οριενταλιστών – είτε επρόκειτο για επιστήμονες ή λογοτέχνες με γνήσιο ενδιαφέρον για την περιοχή, είτε για πολιτικούς-στρατιωτικούς ηγέτες με καθαρά πολιτικά κίνητρα – ήταν πάντα η θεμελιώδης διαφορετικότητα της «Ανατολής» από τη Δύση. Παραγνώριζαν έτσι τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις αυτού του τεράστιου χώρου*¹, αλλά και όσα στοιχεία δεν ταίριαζαν σε μια εικόνα εξωτικότητας.

H κριτική του οριενταλισμού από τον Σαΐντ έγινε βάση και για ανάλογες προσεγγίσεις που αφορούσαν άλλες περιοχές του κόσμου και την αντιμετώπισή τους από τη Δύση: μεταξύ αυτών και για τα Βαλκάνια, π.χ. από τη Βουλγάρα ιστορικό Μαρία Τοντόροβα. Η γενική συζήτηση για τον οριενταλισμό ή τον ανάλογο «βαλκανισμό» είναι φυσικά ένα ατέλειωτο θέμα, και σκοπός αυτού του άρθρου σίγουρα δεν είναι να καλύψει όλες τις πτυχές του.

Ο οριενταλισμός των Δυτικών μπορεί όμως να μην είναι τελικά κάτι τόσο ιδιαίτερο: είναι αναμενόμενο ότι μια ιμπεριαλιστική δύναμη θα προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό της για την κατωτερότητα αυτών πάνω στους οποίους θέλει να κυριαρχήσει ή θα «στολίσει» τη σύγκρουση με τους αντίπαλούς της με διάφορα νοήματα του τύπου «πολιτισμός εναντίον βαρβαρότητας». Αυτό που κυρίως μ’ ενδιαφέρει είναι αντίθετα η οριενταλιστική επιρροή πάνω στους ίδιους τους «Ανατολίτες» – κάτι που μπορούμε να ονομάσουμε αυτο-οριενταλισμό. Βλέπουμε δηλαδή τους ίδιους τους κατοίκους της Ανατολής να παίρνουν την εικόνα που είχε παράξει η Δύση γι’ αυτήν και να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους βασιζόμενοι σ’ αυτήν.

Ρωμιοσύνη, εκδυτικισμός και οριενταλισμός

Τέτοιες συζητήσεις μας αφορούν και εμάς στον σημερινό ελληνόφωνο χώρο. Η θέση του Ελληνισμού στην Ανατολή από μια δυτική-οριενταλιστική άποψη ήταν από την αρχή ιδιαίτερη. Την ιδιαιτερότητα της την χάριζε η σημασία που έδιναν οι δυτικές αστικές τάξεις στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, ο ρόλος που αυτός έπαιξε σαν πρότυπο για τον δυτικό Διαφωτισμό. Δεν δίσταζαν μάλιστα να τον ανακηρύξουν (μάλλον αυθαίρετα, κατά την άποψή μου), σε κοιτίδα του δικού τους, δυτικού πολιτισμού. Το ότι ο λαός που μιλούσε μια γλώσσα παρόμοια μ’ αυτήν των αρχαίων Ελλήνων και ζούσε στον ίδιο χώρο που δρούσαν κι αυτοί, ήταν επιπλέον στην πλειοψηφία του χριστιανικός, βοηθούσε μάλλον τους (από μια χριστιανική παράδοση προερχόμενους) Δυτικούς ακόμα περισσότερο να αισθάνονται μια σύνδεση μαζί του.

Όσο η Δύση δυνάμωνε, τόσο και οι ίδιοι οι Ρωμιοί άρχισαν να επηρεάζονται από τις δυτικές αντιλήψεις στον τρόπο που έβλεπαν τον εαυτό τους. Τα ανερχόμενα ορθόδοξα (όχι κατ’ ανάγκη εκ γενετής ελληνόφωνα) αστικά στρώματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που έρχονταν σε επαφή με τα δυτικά διανοητικά ρεύματα, ταυτίζονταν στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα όλο και περισσότερο με την αρχαιοελληνική παράδοση. Η αρχαιολατρία έγινε βασικό στοιχείο της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας – είναι αμφίβολο αν αυτό θα είχε γίνει στον ίδιο βαθμό, αν δεν υπήρχε ο δυτικός ενθουσιασμός για την αρχαία Ελλάδα.

Όταν μέσα στον 19ο αιώνα η δυτική επιρροή έγινε ακόμα πιο έντονη και καθοριστική, η σχέση αυτών των νεοελληνικών αστικών στρωμάτων – των οποίων ένα μεγάλο τμήμα ζούσε στην ακόμα οθωμανική επικράτεια –   με τη «Δύση» πήρε κι άλλες διαστάσεις. Από τη μια, έβλεπαν ότι είχαν μια ιδιαίτερη αποστολή: να μεταλαμπαδεύσουν τα φώτα του πολιτισμού στην «Ανατολή». Υιοθετώντας έτσι το οριενταλιστικό σχήμα της αντίθεσης ανάμεσα στην προηγμένη Δύση και την καθυστερημένη Ανατολή (της οποίας όμως αυτοί αποτελούσαν, θέλοντας και μη, μέρος), θεωρούσαν ότι ο ρόλος του Ελληνισμού μέσα σ’ αυτήν την τελευταία ήταν ο εκπολιτισμός της. Δεν παραγνώριζαν ότι η κοινωνική καθυστέρηση είχε πλήξει και τον ίδιο τον ελληνικό λαό. Παρ’ όλα αυτά, ήταν πεπεισμένοι για την πολιτισμική υπεροχή του σε σύγκριση με τους υπόλοιπους λαούς της Ανατολής – με τους μουσουλμανικούς έτσι κι αλλιώς, αλλά συνήθως και με τους υπόλοιπους χριστιανικούς.*²

Το μέγαρο του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολεως λίγο πριν την κατεδάφισή του. Ιδρύθηκε το 1861 και στόχευε στην καλλιέργεια μιας ελληνορθόδοξης πολιτισμικής ταυτότητας, που θα έμενε όμως στα πολιτικά πλαίσια του οθωμανικού κράτους. http://www.ime.gr/projects/tanzimat/gr/main/356.html

Το μέγαρο του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολεως, λίγο πριν την κατεδάφισή του. Ιδρύθηκε το 1861, με σκοπό μεταξύ άλλων να προωθήσει την ελληνική εκπαίδευση στην Αυτοκρατορία, και μαζί της και τον «εκπολιτισμό» της Ανατολής.
Πηγή εικόνας

Από την άλλη όμως, αυτές οι ραγδαίες αλλαγές και η δύναμη του δυτικού πολιτισμού γεννούσαν και πολλές ανησυχίες ότι θα μπορούσε να χαθεί η ιδιαίτερη ελληνική εθνική ταυτότητα (η ειρωνεία της υπόθεσης ήταν ότι, όπως είδαμε, αυτή είχε έτσι κι αλλιώς εξελιχθεί χάρη και στη δυτική επιρροή). Τα ίδια τα αστικά στρώματα που εκδυτικίζονταν εξωτερικά όλο και περισσότερο, ανησυχούσαν  για τον μιμητισμό και τον άκρατο εκδυτικισμό. Κατά κάποιον τρόπο, ο Ελληνισμός έγινε έτσι ταυτόχρονα και αντικείμενο αλλά και υποκείμενο στα πλαίσια της σχέσης Δύσης-Ανατολής: ενώ κρατούσε μια (όχι ιδιαίτερα αποτελεσματική) αμυντική στάση απέναντι στους κίνδυνους του εκδυτικισμού, εφάρμοζε ο ίδιος οριενταλιστικές λογικές απέναντι στους άλλους λαούς της Ανατολής.

Αυτο-οριενταλισμός νεοελληνικού τύπου 

Από τότε, πιστεύω ότι η φύση της σχέσης του ελληνόφωνου χώρου με τον οριενταλισμό και τη «Δύση» δεν έχει αλλάξει ριζικά. Η μόνη σημαντική αλλαγή ίσως ήταν ότι, ξεκινώντας με τη Μικρασιατική Καταστροφή, ήρθε αναγκαστικά και το τέλος των μεγαλεπήβολων σχεδίων για το ρόλο του Ελληνισμού στην Ανατολή, τα οποία αναφέρθηκαν πριν. Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, η ελληνική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο εκτός Ελλάδας και Κύπρου θα συρρικνωνόταν, όπως ξέρουμε, ακόμα περισσότερο. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι έτσι ξεκίνησε και μια σταδιακή απομάκρυνση του Ελληνισμού από την «Ανατολή», της οποίας μέχρι τότε θεωρούσε ότι αποτελούσε φυσικό μέρος. Αυτή η πορεία ενισχύθηκε και από τις γεωπολιτικές συγκυρίες (ένταξη στο δυτικό στρατόπεδο του Ψυχρού Πολέμου και αργότερα και στην ΕΟΚ – σε αντίθεση με τις άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου), οι οποίες έδωσαν ένα επιπλέον «προβάδισμα» στην Ελλάδα στον τομέα του εκδυτικισμού. Οι γειτονικές χώρες και λαοί «απομακρύνθηκαν», έγιναν περίπου αδιάφοροι για τον Ελληνισμό, ο οποίος θα συνέκρινε πλέον τον εαυτό του μόνο με τη Δύση.

Πιστεύω πάντως ότι αυτό το βασικό σχήμα ακόμα ισχύει: συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τη Δύση και βρίσκουμε τους εαυτούς μας άλλοτε άξιους και άλλοτε (πιο συχνά) ελλιπείς σε σχέση μ’ αυτήν. Είναι ένας ιδιότυπος αυτο-οριενταλισμός, από έναν λαό που θεωρεί τον εαυτό του μάλλον δυτικό, τουλάχιστον σε σύγκριση με τους υπόλοιπους (π.χ. τους Ασιάτες, τους Αφρικανούς, ακόμα πολλές φορές και τους άλλους Βαλκάνιους ή τους Τούρκους) – όχι όμως αρκετά, όταν συγκρίνεται με τους «πραγματικά» δυτικούς λαούς (π.χ. Γερμανούς, Γάλλους, Αμερικάνους).

Ιδιαίτερα φανερό έγινε αυτό με το ξέσπασμα της κρίσης, όταν κατέρρευσε ο μύθος της σύγκλισης με τη Δυτική Ευρώπη. Υπάρχει μια γενική τάση στην Ελλάδα, που ξεκινά από συστημικά μέσα αλλά φτάνει μέχρι τον μέσο πολίτη, να αναζητούνται τα αίτια της κρίσης στις ελλείψεις της χώρας σε σχέση με τις προηγμένες δυτικές. Έτσι υιοθετούνται τα παραδοσιακά οριενταλιστικά στερεότυπα των Δυτικών για την «Ανατολή», ως ισχύοντα και για την Ελλάδα. Παράλληλα όμως, η φυσική θέση του Ελληνισμού θεωρείται, τουλάχιστον από τις ελληνικές ελίτ, ότι παραμένει στη Δύση: οι ελλείψεις σε σχέση μ’ αυτήν ερμηνεύονται ως αποτυχία, όχι ως κάτι φυσιολογικό και αναμενόμενο (όπως είναι, με βάση αυτό το αφήγημα, για τις χώρες της «γνήσιας» Ανατολής).

Ακόμα και όσοι αντιδρούν στον εκδυτικισμό, υιοθετούν κατά μια έννοια αυτό το οριενταλιστικό σχήμα, έστω από την ανάποδη οπτική. Συχνά ισχυρίζονται ότι δρουν στο όνομα μιας παράδοσης που αξίζει υπεράσπισης: έτσι όμως αποδέχονται το δίπολο ανάμεσα σε μια «σύγχρονη» Δύση και μια «παραδοσιακή» ελληνικότητα (ανάλογη με την «Ανατολή» του οριενταλισμού). Το μέτρο σύγκρισης παραμένει πάντα η Δύση.*³

Εκεί τελικά η Ελλάδα και η Κύπρος δεν διαφέρουν τόσο από άλλες βαλκανικές χώρες ή την Τουρκία. Όλες αυτές οι κοινωνίες κάνουν στην ουσία το ίδιο: χωρίς να είναι εντελώς σίγουρες αν ανήκουν στη Δύση ή όχι, συγκρίνουν τον εαυτό τους αποκλειστικά μ’ αυτήν. Υπάρχουν φυσικά διαφορετικές προσεγγίσεις στο πώς να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις που διαπιστώνονται μέσα απ’ αυτήν τη σύγκριση, και ως το σε ποιον βαθμό η δυτική επιρροή είναι θετική η αρνητική – η βασική αρχή πάντως είναι η ίδια.

Σε μια εποχή όμως που η παρακμή της Δύσης θα γίνεται όλο και πιο φανερή, θα έρθει ίσως αναγκαστικά και η στιγμή να σταματήσουμε να αυτοκαθοριζόμαστε τόσο πολύ μέσα από τη σύγκριση μ’ αυτήν. Αυτό θα ήταν και ένα βήμα εκλογίκευσης, προς μια ανάπτυξη που θα κατευθύνεται από τις γνήσιες ντόπιες ανάγκες, και όχι με το άγχος του πως να καλύψει ένα κενό. Και στο δρόμο προς τα εκεί, δεν αποκλείεται μέσα στα στοιχεία που θα μας αποδειχτούν τελικά άχρηστα, να είναι και ο διαχωρισμός «Δύση εναντίον Ανατολής».


————


*¹ Θεωρώ πως δεν είναι τυχαίο ότι στα συνηθισμένα σχήματα διαχωρισμού Δύσης-Ανατολής, η Ανατολή είναι σαφώς μεγαλύτερη – όχι μόνο από άποψη έκτασης και πληθυσμού, αλλά και πολιτισμικής/θρησκευτικής/εθνολογικής ποικιλίας. Τόσο που τελικά χρειάζεται να την διαχωρίσουμε περαιτέρω σε Εγγύς, Μέση και Άπω Ανατολή – ενώ κανείς δεν μιλάει για Μέση και Άπω Δύση. Αυτό είναι μια καλή ένδειξη του πόσο δυτικοκεντρικό είναι τελικά αυτό το σχήμα.

*² Ο τρόπος π.χ. που γίνονταν αντιληπτοί οι Βούλγαροι από τις ελληνικές ελίτ τον 19ο αιώνα (όχι αναγκαστικά ως εχθροί, αλλά εν πάσει περιπτώσει ως ένας καθαρά αγροτικός λαός κατώτερης πολιτιστικής στάθμης και με ανάγκη ελληνικής κηδεμονίας), δεν διέφερε και τόσο με την αντιμετώπιση των Ευρωπαίων προς τους λαούς που διοικούσαν στις αποικίες τους. Προς το τέλος του αιώνα, όταν τα εθνικά πάθη άρχισαν να φουντώνουν, δεν είναι τυχαίο ότι η «εκπολιτιστική» αποστολή συνδέθηκε στενά και με τις προσπάθειες γλωσσικού εξελληνισμού του μη ελληνόφωνου ορθόδοξου πληθυσμού (π.χ. τουρκόφωνοι της Μικράς Ασίας, σλαβόφωνοι της Μακεδονίας).

*³ Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι πολλοί απ’ όσους αντιδρούν στον εκδυτικισμό το κάνουν στο όνομα του εθνικισμού, δηλαδή μιας ιδεολογίας δυτικής προέλευσης. Ένα ακόμα σχετικό παράδειγμα είναι η φράση του μακαρίτη Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου περί της θέσης της Ελλάδας «ανάμεσα στην πολιτισμένη Δύση και τη βάρβαρη Ανατολή»: μια προσωπικότητα που (υποτίθεται ότι) συνδέεται με την υπεράσπιση της ορθόδοξης ταυτότητας ενάντια στον εκδυτικισμό, υιοθετεί άκριτα ένα κλασικό δυτικό οριενταλιστικό σχήμα. Σ’ αυτό μπορούμε ίσως να δούμε ένα είδος συνέχειας με τους Έλληνες αστούς του 19ου αιώνα, που πάλευαν για τον «εκπολιτισμό» (=εξελληνισμό) της Ανατολής, αντιδρώντας ταυτόχρονα ενάντια στον υπερβολικό εκδυτικισμό των Ελλήνων.


Σχετική βιβλιογραφία:

  • Edward W. Said (1977): Οριενταλισμός.
  • Edward W. Said (1985): Orientalism Reconsidered. In: Cultural Critique.
  • Μαρία Τοντόροβα (1996): Τα Βαλκάνια, από την ανακάλυψη στην «κατασκευή» τους. Εθνικό κίνημα και Βαλκάνια.
  • Χάρης Εξερτζόγλου (2015): Εκ Δυσμών το Φως; Εξελληνισμός και Οριενταλισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέσα 19ου – αρχές 20ού αιώνα.

Κουρδικο ζητημα και ιδεολογικες αναζητησεις

Κλασσικό

Στο χώρο της Μεσογείου ζήσαμε από το 2010 μέχρι το 2013 μια σειρά από εξεγέρσεις, που αρχικά έδωσαν πολλές ελπίδες. Στις αρχές του 2016, η απογοήτευση από την εξέλιξή τους δύσκολα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Στην Αίγυπτο υπάρχει μια στρατιωτική δικτατορία χειρότερη ίσως από την προηγούμενη, ενώ η Συρία έχει βυθιστεί σ’ έναν καταστροφικό και ανούσιο εμφύλιο πόλεμο. Στην Τουρκία το αυταρχικό καθεστώς του Ερντογάν μοιάζει να κρατά γερά στα χέρια του το μέλλον της χώρας. Στην Ελλάδα η επικράτηση του Μνημονίου μοιάζει να είναι οριστική, και η απουσία εναλλακτικού πολιτικού οράματος μεγαλύτερη από ποτέ. Ακόμα και στην Ισπανία δεν φαίνεται να υπάρχουν προοπτικές μιας πραγματικής αλλαγής, μέσω κατάληψης της εξουσίας από τους Ποδέμος.

Σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα ήττας, υπάρχει όμως ίσως και μια εξαίρεση: το κουρδικό κίνημα. Η τοπική αυτονομία στη Ροζάβα μοιάζει να είναι η μόνη ελπιδοφόρα κατάσταση που γεννήθηκε από τον πόλεμο της Συρίας, ενώ και στο τουρκικό τμήμα του Κουρδιστάν η λαϊκή αντίσταση δεν φαίνεται να κάμπτεται εύκολα. Ήρθε ίσως η ώρα να ασχοληθούμε περισσότερο και με το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών των κινημάτων.

Από τον κουρδικό εθνικισμό στη δημοκρατική αυτονομία

Ο χώρος που παραδοσιακά κατοικούν οι Κούρδοι είναι η συνοριακή περιοχή Τουρκίας-Συρίας-Ιράκ-Ιράν-Αρμενίας. Σε μια μεγάλη ενιαία έκταση αποτελούν την καθαρή πλειοψηφία, με ένα σύνολο πληθυσμού πάνω από 20 εκατομμύρια. Είναι έτσι μοναδική περίπτωση λαού στην περιοχή μας που δεν έχει το δικό του έθνος-κράτος, αν και υπάρχουν καθαρά οι προϋποθέσεις γι’ αυτό.

Η ενιαία περιοχή όπου οι Κούρδοι αποτελούν την πλειοψηφία - το Κουρδιστάν, όπως το αποκαλούν οι ίδιοι. http://www.bbc.com/news/world-middle-east-29702440

Η ενιαία περιοχή με κουρδική πλειοψηφία στον πληθυσμό: το Κουρδιστάν.
Πηγή εικόνας

Οι ίδιοι οι Κούρδοι βλέπουν το Κουρδιστάν ως χωρισμένο σε 4 μέρη, ανάλογα με το κράτος στο οποίο ανήκουν: το Βορρά (Τουρκία), τη Δύση (Συρία), το Νότο (Ιράκ) και την Ανατολή (Ιράν). Το Νότιο (ιρακινό) Κουρδιστάν είναι το μόνο που, τουλάχιστον ως την έναρξη του πολέμου στη Συρία, φαινόταν να έχει πετύχει την αυτονομία του. Κυριαρχείται από τις οικογένειες Μπαρζανί και Ταλαμπανί, που είναι μάλλον κάτι σαν κουρδική Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά αντίστοιχα. Το άρθρο αυτό δεν ασχολείται μαζί τους, αλλά επικεντρώνεται στην πιο αριστερή εκδοχή του κουρδικού κινήματος, που είναι ιδιαίτερα δυνατή στην Τουρκία και τη Συρία.

Το σημαντικότερο μέρος του Κουρδιστάν, τόσο σε πληθυσμό όσο και σε έκταση, είναι το τουρκικό. Η ιδιαίτερη Ιστορία του ήταν καθοριστική για την εξέλιξη της κουρδικής εθνικής ιδέας. Οι Κούρδοι θεωρήθηκαν μεν ως Μουσουλμάνοι μέρος του τούρκικου έθνους, και συμμετείχαν στον «Πόλεμο της Ανεξαρτησίας» υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ. Στα ακόλουθα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας όμως, αυτή η ένταξη στο τουρκικό έθνος σήμαινε τη σκληρή καταπίεση κάθε ιδέας ιδιαίτερης κουρδικής ταυτότητας. Η κατάσταση έφτασε στο σημείο οι Κούρδοι να αναφέρονται ως «ορεινοί Τούρκοι» και ακόμα και η ομιλία στα κουρδικά να γίνει παράνομη. Παράλληλα, το Κουρδιστάν αγνοήθηκε από τους πολιτικούς και παρέμεινε ένα από τα πιο φτωχά και υπανάπτυκτα τμήματα της χώρας.

Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν η περίοδος που στην Τουρκία άνθισαν τα αριστερά και ριζοσπαστικά κινήματα – αρχικά ήταν ειρηνικά, αλλά στη συνέχεια τμήματά τους έγιναν όλο και πιο βίαια, αντιδρώντας και στη σκληρή κρατική και παρακρατική βία. Εκείνη την εποχή δημιουργήθηκε και το PKK, το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν. Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι οι ρίζες του δεν ήταν στις (παράνομες) κουρδικές εθνικές οργανώσεις, κάποιες από τις οποίες συνδέονταν με το κόμμα του Μπαρζανί στο Ιράκ. Αντίθετα, τα πρώτα στελέχη του προέρχονται από την (επίσης παράνομη) τουρκική επαναστατική Αριστερά – κάτι που μάλλον παίζει το ρόλο του και σήμερα.

Ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν ή "Άπο", με τη σημαία του ΡΚΚ. http://www.thetimes.co.uk/tto/news/world/europe/article3716538.ece

Ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν ή «Άπο» (=Θείος), ηγέτης του ΡΚΚ, στο πρόσωπο του οποίου υπάρχει μια σχεδόν θρησκευτική προσήλωση. Όπως και τα περισσότερα στελέχη του ΡΚΚ, έχει φτωχή αγροτική καταγωγή και ξεκίνησε την πολιτική του δραστηριότητα στους κόλπους της τουρκικής επαναστατικής Αριστεράς.
Πηγή εικόνας

Μπορούμε να δούμε το PKK σαν ένα από τα τριτοκοσμικά κινήματα που προσπάθησαν να συνδυάσουν τον μαρξισμό-λενινισμό με την ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης, βασιζόμενα (παρά τη μαρξιστική «ορθοδοξία») σ’ έναν κυρίως αγροτικό πληθυσμό. Εχθρός ήταν το τουρκικό κράτος/παρακράτος, αλλά και η «ντόπια φεουδαρχία», οι πλούσιοι Κούρδοι γαιοκτήμονες που συνεργάζονταν με τις κρατικές αρχές. Η ίδρυση ενός ανεξάρτητου κουρδικού έθνους-κράτους θεωρήθηκε ως ο μόνος δρόμος για την κοινωνική και εθνική απελευθέρωση. Αυτή η συγκέντρωση στο εθνικό ζήτημα έφερε όμως φυσικά μια αποξένωση του PKK από την υπόλοιπη τουρκική Αριστερά.

Με το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’80, το πολιτικό περιβάλλον της Τουρκίας έγινε ακόμα πιο ασφυκτικό. Με την απουσία οποιασδήποτε δημοκρατικής και ειρηνικής δυνατότητας, η ένοπλη πάλη έμοιαζε πλέον μονόδρομος και ξεκίνησε το 1984. Το ΡΚΚ κατάφερε να κερδίσει υποστήριξη – ή τουλάχιστον συμπάθεια – από τμήματα του κουρδικού πληθυσμού κυρίως στην ύπαιθρο. Η σύγκρουση εντάθηκε και έγινε ιδιαίτερα σκληρή στη δεκαετία του ’90, όταν χιλιάδες κουρδικά χωριά καταστράφηκαν από τον τουρκικό στρατό και εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδοι αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, εντός ή εκτός Τουρκίας. Ήταν μια περίοδος που ενίσχυσε την αντίληψη πολλών Κούρδων, ότι το τουρκικό κράτος είναι κάτι εχθρικό – μια αντίληψη που προφανώς επιβιώνει και σήμερα.

Το διεθνές περιβάλλον, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, δεν ήταν πάντως ευνοϊκό για το PKK, που αναγκάστηκε σταδιακά να εγκαταλείψει τον στόχο της ανεξαρτησίας και να περιοριστεί στο αίτημα τοπικής αυτονομίας. Το 1999 τελικά η Τουρκία πέτυχε (με τον γνωστό σε μας τρόπο) τη σύλληψη του Οτζαλάν.

Φυλακισμένος πλέον στο νησί Ιμραλί και με τον ένοπλο αγώνα να μοιάζει χαμένος, ο Οτζαλάν άρχισε να ψάχνει νέες ιδεολογικές βάσεις για το κίνημα. Αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης ήταν και οι ιδέες της «δημοκρατικής αυτονομίας» και του «δημοκρατικού συνομοσπονδισμού«.

Από τη Βόρεια Αμερική στο Κουρδιστάν

Το μοντέλο του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έργα του Μάρεϋ Μπούκτσιν, με τον οποίο ο Οτζαλάν είχε εξάλλου αλληλογραφία. Ο Μπούκτσιν ήταν Αμερικάνος διανοούμενος με σοσιαλιστικές και αναρχικές επιρροές. Είναι ο κύριος θεωρητικός της «κοινωνικής οικολογίας» και του “ελευθεριακού δημοτισμού”.

Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν (1921-2006). https://libcom.org/library/between-30s-60s-murray-bookchin

Ο Μάρεϋ Μπούκτσιν (1921-2006).
Πηγή εικόνας

Ο στόχος του ελευθεριακού δημοτισμού είναι να ανακτήσουν οι δήμοι και κοινότητες – δηλαδή ο λαός – τον έλεγχο της κοινωνίας από το έθνος-κράτος, μέσω δημοτικών συνελεύσεων που θα λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά. Ανάλογες κινήσεις αποκέντρωσης και λαϊκού ελέγχου πρέπει να γίνουν και στο πεδίο της οικονομίας (π.χ. αγροκτήματα, εργοστάσια).

Ο Μπούκτσιν αναγνωρίζει ότι διάφορα θέματα (π.χ. πολλά οικολογικά προβλήματα, ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων) δεν μπορούν να ρυθμιστούν αποτελεσματικά στο δημοτικό επίπεδο. Γι’ αυτόν το λόγο, οι δήμοι/κοινότητες πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους σε συνομοσπονδίες. Οι δημοτικές συνελεύσεις αποστέλλουν έτσι εκπροσώπους (ανά πάσα στιγμή μετακλητούς) σε ένα συνομοσπονδιακό συμβούλιο, του οποίου οι αρμοδιότητες είναι όμως μόνο συντονιστικές και διοικητικές – η πραγματική εξουσία πηγάζει από τις δημοτικές συνελεύσεις. Ο στόχος είναι, αυτά τα συνομοσπονδιακά συμβούλια να μπορέσουν σταδιακά να γίνουν μια εναλλακτική απέναντι στα έθνη-κράτη.

Δεν είναι περίεργο που μια τέτοια ιδεολογία φάνηκε ενδιαφέρουσα στην ηγεσία ενός εθνικού κινήματος, το οποίο μόλις είχε χάσει μια μάχη ενάντια στο πανίσχυρο τουρκικό έθνος-κράτος. Υιοθετώντας ιδέες από τον ελευθεριακό δημοτισμό, η πάλη μετατίθεται σ’ ένα άλλο πεδίο. Σκοπός δεν θα ήταν πλέον η άσκηση κρατικής εξουσίας, αλλά η δημιουργία εναλλακτικών μορφών εξουσίας/αυτο-οργάνωσης.

Ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός είναι έτσι πλέον ο επίσημος στόχος του ΡΚΚ και των συνδεόμενων μ’ αυτό οργανώσεων. Περιγράφεται ως “μη-κρατική πολιτική διοίκηση ή δημοκρατία χωρίς κράτος” και είναι «ευέλικτος, πολυπολιτισμικός, αντιμονοπωλιακός και με συναινετικό προσανατολισμό». Οι βασικές του αρχές (με βάση τα κείμενα του Οτζαλάν) μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

  • Αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων, στο επίπεδο των κοινοτήτων. Αυτές συνδέονται σε συνομοσπονδίες, που έχουν συντονιστικές αρμοδιότητες.
  • Οικολογία και εναλλακτική οικονομία, που θα αυξάνει τους πόρους της κοινωνίας αντί να τους εκμεταλλεύεται.
  • Φεμινισμός (ο σεξισμός αντιμετωπίζεται και αυτός ως κάτι συνδεδεμένο με το έθνος-κράτος).
  • Απόρριψη του συγκεντρωτισμού και της ομογενοποίησης που απαιτεί το καπιταλιστικό έθνος-κράτος (προφανώς εδώ παίζει ρόλο και η ειδική εμπειρία της Τουρκίας, όπου αυτή η ομογενοποίηση ήταν ιδιαίτερα βίαιη).
  • Ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτικών, πολιτισμικών ή θρησκευτικών ομάδων.

Ο Οτζαλάν απορρίπτει πλέον κάθε ιδέα για κουρδικό έθνος-κράτος. Αντίθετα, στόχος είναι να εφαρμοστούν στα ήδη υπαρκτά κράτη (Τουρκία, Συρία, Ιράκ, Ιράν) ομοσπονδιακές δομές ανοικτές για τους Κούρδους – και ταυτόχρονα να σχηματιστεί και μια συνομοσπονδία των κουρδικών περιοχών που να ξεπερνά τα κρατικά όρια. Ένα δημοκρατικό πρόγραμμα για τους Κούρδους μπορεί έτσι να γίνει η αρχή για τον εκδημοκρατισμό όλης της Μέσης Ανατολής.

Έχοντας στο νου ότι το PKK παραμένει (και) στρατιωτικό κίνημα, ενδιαφέρον έχουν και οι απόψεις του Οτζαλάν για το θέμα της αυτοάμυνας. Παρά την αντίθεση προς το έθνος-κράτος, δεν αποκλείει την ειρηνική συνύπαρξη των θεσμών της δημοκρατικής αυτονομίας μ’ αυτό – έτσι δεν είναι πλέον στόχος η στρατιωτική ανατροπή του τουρκικού κράτους. Το να ξεπεραστεί το κράτος είναι έτσι κι αλλιώς μια μακροπρόθεσμη διαδικασία, κατά την οποία ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός πρέπει ακόμα να αποδείξει την ικανότητά του να λύνει τα κοινωνικά προβλήματα. Παρ’ όλα αυτά, η αυτοάμυνα είναι αναγκαία, όταν το κράτος επεμβαίνει σε κεντρικά θέματα αυτοδιοίκησης και αυτο-οργάνωσης. Ο ρόλος των τοπικών ενόπλων δυνάμεων είναι να προστατεύουν “την ελεύθερη βούληση της κοινωνίας από εσωτερικές και εξωτερικές επεμβάσεις”. Αυτή η αρχή βρίσκει την εφαρμογή της σήμερα στη Συρία και την Τουρκία.

Από τη θεωρία στην πράξη: Ροζάβα

Ο πόλεμος της Συρίας έφερε πολύ πόνο και καταστροφή. Ταυτόχρονα όμως έδωσε, χάρη στο κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε, και την ευκαιρία για έναν πειραματισμό με την εφαρμογή αυτών των ιδεολογικών αρχών. Το PYD (Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης), συγγενική οργάνωση του PKK στη Συρία, κατάφερε να κερδίσει το στρατιωτικό έλεγχο τμημάτων της Βόρειας Συρίας, με κουρδική πλειοψηφία. Η περιοχή αυτή ονομάζεται από τους Κούρδους Ροζάβα, δηλαδή Δύση.

Τα τρία καντόνια της Ροζάβα: Αφρίν, Κομπάνε και Τζαζίρα. Ο χάρτης περιγράφει την κατάσταση πριν από ενάμιση χρόνο. Εν τω μεταξύ, το PYD έχει επεκτείνει την περιοχή του, ενώνοντας τα δυο ανατολικά καντόνια και ελέγχοντας το μεγαλύτερο τμήμα των τουρκο-συριακών συνόρων - κάτι ανησυχεί ιδιαίτερα την Τουρκία. http://www.tangledwilderness.org/wp-content/uploads/2015/03/rojavamap-colored.png

Τα τρία καντόνια της Ροζάβα: Αφρίν, Κομπάνε και Τζαζίρα. Ο χάρτης δείχνει την κατάσταση πριν από ενάμιση χρόνο. Εν τω μεταξύ, οι κουρδικές δυνάμεις έχουν επεκταθεί, ενώνοντας τα δυο ανατολικά καντόνια και ελέγχοντας σχεδόν όλο το μήκος των τουρκο-συριακών συνόρων.
Πηγή εικόνας

Η Ροζάβα και ιδιαίτερα το κεντρικό της καντόνι, το Κομπάνε (Αΐν-αλ-Αράμπ στα αραβικά), έγιναν πρόσφατα παγκόσμια γνωστά λόγω της ηρωικής αντίστασης στους τζιχαντιστές. Η εικόνα που κράτησαν πολλοί στο μυαλό είναι αυτή των γυναικών-μαχητριών. Ο φεμινισμός είναι όπως και να ‘χει ένα από τα βασικά στοιχεία της νέας ιδεολογίας του κουρδικού κινήματος. Λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό (περισσότερο όμως στο αριστερό) είναι ότι εκεί γίνεται μια γενική προσπάθεια εφαρμογής των αρχών του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού, ίσως για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση.

Ας δούμε λίγο τις βασικές αρχές αυτού του συστήματος, όπως τουλάχιστον τις παρουσιάζουν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του συριακού κουρδικού κινήματος και οι συμπαθούντες:

  • Η διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων βασίζεται σε «κοινότητες«, που αποτελούνται από μερικές οικογένειες η κάθε μια και λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά. Η κοινότητα έπειτα στέλλει αντιπρόσωπους, που μεταφέρουν αυτές τις αποφάσεις, στο συμβούλιο της γειτονιάς, αυτό στο συμβούλιο της περιφέρειας κ.ο.κ. μέχρι το ανώτερο επίπεδο της καντονιακής διοίκησης. Η εξουσία δηλαδή κινείται από τα κάτω προς τα πάνω κι όχι ανάποδα – τουλάχιστον θεωρητικά. Τα τοπικά συμβούλια συναποφασίζουν με εκπρόσωπους από κόμματα, εργατικά συμβούλια, θρησκευτικές οργανώσεις κ.ά., ενώ έχουν αρμοδιότητες σε τομείς όπως η δημόσια τάξη, η δικαιοσύνη, η κατανομή του ψωμιού και της βενζίνης.
  • Ένα ιδιαίτερα σημαντικό θέμα είναι αυτό των δια-εθνοτικών σχέσεων. Η πλειοψηφία του πληθυσμού μπορεί να είναι κουρδική στις περιοχές που ελέγχει το PYD, υπάρχουν όμως και πολλές άλλες εθνο-θρησκευτικές ομάδες. Θεωρητικά ο εθνικισμός απορρίπτεται, στα ανώτερα επίπεδα εφαρμόζεται ποσόστωση, ενώ στο κατώτερο τοπικό επίπεδο υπάρχουν και ξεχωριστά συμβούλια της κάθε θρησκευτικής ή εθνοτικής ομάδας. Αυτό δεν σημαίνει ότι λείπουν και κατηγορίες περί πίεσης εναντίον Τουρκομάνων και Αράβων – πρέπει πάντως να είμαστε προσεκτικοί μ’ αυτές, ως το κατά πόσο συνδέονται με την τουρκική προπαγάνδα.
  • Επίσης φαίνεται ότι στη Ροζάβα γίνονται και ενδιαφέροντα πειράματα στο πεδίο της οικονομίας. Βασική αρχή είναι η κοινωνική οικονομία, δηλαδή με προσανατολισμό την ικανοποίηση των αναγκών της κοινότητας. Κεντρικό στοιχείο είναι η ίδρυση συνεταιρισμών σε όλους τους τομείς (εμπόριο, κατασκευές, γεωργία), που μπορεί να συνδέονται με τις κοινότητες. Υπάρχουν και ιδιωτικές εταιρείες που  συνεργάζονται με τις καντονιακές διοικήσεις (π.χ. στον τομέα της διύλισης πετρελαίου).  Δεν απορρίπτεται η ατομική ιδιοκτησία, αλλά δίνεται βάρος στην κοινή ιδιοκτησία σε τομείς όπως τα γεωργικά μηχανήματα ή στην παραγωγή ρεύματος και πόσιμου νερού. Ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας πρέπει να παραμένει σε δημόσια (κατά προτίμηση κοινοτική) διαχείριση, για να διασφαλίζεται η οικονομική και οικολογική ισορροπία.

Βόρειο Κουρδιστάν, τρεις δεκαετίες μετά

Μπορεί λόγω των τωρινών συνθηκών η Ροζάβα να έγινε κεντρικό σημείο αναφοράς για το κουρδικό κίνημα, το τούρκικο τμήμα του Κουρδιστάν παραμένει όμως λόγω μεγέθους το πιο σημαντικό. Τι έχει αλλάξει από το 1984 που ξεκίνησε ο ένοπλος αγώνας του ΡΚΚ μέχρι σήμερα;

Ήδη από το 1990, το κουρδικό κίνημα στην Τουρκία δοκιμάζει (παράλληλα με την ένοπλη πάλη) και τα κοινοβουλευτικά μέσα. Φιλο-κουρδικά κόμματα διαδέχονται το ένα το άλλο, με διαφορετικά (αν και συχνά παραπλήσια) ονόματα. Αντέχουν κατά κανόνα μόνο λίγα χρόνια μέχρι να απαγορευτούν, συνήθως κατηγορούμενα ότι έχουν διασυνδέσεις με το ΡΚΚ – κάτι όμως που δεν τα εμποδίζει να έχουν μια συνέχεια και να εκλέγουν «ανεξάρτητους» βουλευτές σε κάποιες περιφέρειες.

Το τελευταίο κόμμα σ’ αυτήν τη σειρά, τo HDP (Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών), έγινε η πρώτη αριστερή δύναμη που κατάφερε το 2015 να ξεπεράσει το (άκρως αντιδημοκρατικό) όριο εισδοχής του 10% και να μπει απ’ ευθείας στην τουρκική βουλή, χωρίς να χρησιμοποιήσει πλάγιους δρόμους. Πρόκειται για έναν συνασπισμό του κουρδικού κινήματος με δυνάμεις της τουρκικής Αριστεράς, με έμφαση τόσο στη λύση του κουρδικού, όσο και σε θέματα οικολογίας, ισότητας των φύλων, κριτικής στην καπιταλιστική οικονομία. Γίνεται έτσι μια προσπάθεια να ξεπεράσει το κίνημα τα εθνικά κουρδικά όρια.

Τα ποσοστά του HDP στις εκλογές του Ιουνίου 2015. http://www.konda.com.tr/en/raporlar/KONDAJune7ElectionandElectorateAnalysis.pdf

Τα ποσοστά του HDP στις εκλογές του Ιουνίου 2015.
Πηγή εικόνας

Παρ’ όλα αυτά, κύρια δύναμη του κόμματος παραμένει η νοτιοανατολική Τουρκία, όπου το HDP ελέγχει και πολλούς δήμους. Εκεί έγιναν προσπάθειες να δημιουργηθούν «συνελεύσεις των γειτονιών», ενώ οργανώνονται και εναλλακτικές υπηρεσίες προς τους πολίτες, π.χ. μέριμνα ώστε οι δημοτικές υπηρεσίες να παρέχονται σε όλες τις γλώσσες των κατοίκων της περιοχής.

Ήδη από το 2005 λειτουργεί στην περιοχή και ένα σώμα συνδεόμενο με το ΡΚΚ, το οποίο μπορεί να ειδωθεί και ως η έκφραση του δημοκρατικού συνομοσπονδισμου: το KCK (Σύνδεσμος Κοινοτήτων του Κουρδιστάν). Είναι ένα δίκτυο από λαϊκά συμβούλια σε επίπεδο χωριών, πόλεων και περιοχών, που φιλοδοξεί να γίνει μια εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης. Με τα λόγια ενός μέλους τέτοιου συμβουλίου στο Ντιγιάρμπακιρ: «ο στόχος μας είναι να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα στις ζωές μας, στις γειτονιές μας, και να τα λύνουμε μόνοι μας, χωρίς να είμαστε εξαρτημένοι από το κράτος ή να το έχουμε ανάγκη“. Αυτό συμπεριλαμβάνει προσπάθειες δημιουργίας ενός τοπικού νομικού συστήματος, εναλλακτικών συστημάτων εκπαίδευσης, τοπικών οικονομικών συνεταιρισμών. Σ’ αυτά τα πλαίσια, μερικές πόλεις στα νοτιοανατολικά κήρυξαν ήδη «τοπική αυτονομία».

Παρά τη σκληρή καταστολή από το τουρκικό κράτος που είδαμε τους τελευταίους μήνες (νόμος απαγόρευσης κυκλοφορίας, καθεστώς πολιορκίας σε πόλεις όπως η Τζίζρε με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές), αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι με το οποίο θα ξεμπερδέψει εύκολα. Η ιδέα της δημοκρατικής αυτονομίας φαίνεται να βρίσκει στήριξη από μεγάλο μέρος του πληθυσμού των κουρδικών πόλεων και χωριών, που είναι έτοιμο να την υπερασπιστεί και με τα όπλα αν χρειαστεί.


Τι συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε εμείς απ’ όλα αυτά; Είναι φυσικό να αντιμετωπίζεται με κάποια δυσπιστία η μετάβαση του PKK από έναν συνδυασμό κουρδικού εθνικισμού και μαρξισμού σταλινικού/μαοϊκού τύπου στη «δημοκρατική αυτονομία». Η απόρριψη του εθνο-κρατισμού είναι ειλικρινής, ή απλά μια προσωρινή τακτική κίνηση; Θα είναι όντως στην πράξη η συμμετοχή των Αράβων και των Τούρκων/Τουρκομάνων ισότιμη; Λειτουργούν μήπως τελικά οι συνομοσπονδιακές δομές με τέτοιον τρόπο που να αφήνουν τον ουσιαστικό έλεγχο σε έναν περιορισμένο κύκλο προσώπων γύρω από τον Οτζαλάν; Και πώς ταιριάζει ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικού εκδημοκρατισμού με μια τόσο φανερή προσωπολατρία;

Είναι καλό γενικά να είμαστε λίγο επιφυλακτικοί, από τη στιγμή που δεν μπορούμε να έχουμε και άμεση εμπειρία από την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στη Ροζάβα ή στη  νοτιοανατολική Τουρκία. Οι αναφορές ξένων ακτιβιστών αντικατοπτρίζουν την εικόνα που οι ντόπιοι εκπρόσωποι του κουρδικού κινήματος θέλουν να τους δείξουν ή και οι ίδιοι θέλουν να δουν.

Όπως και να ‘χει, το κουρδικό εθνικό κίνημα είναι ένα από τα πρώτα που τουλάχιστον επιφανειακά απορρίπτει τον εθνο-κρατισμό και μοιάζει να είναι πιο κοντά σε έναν πολιτισμικό εθνικισμό (βλέπε σχετικό άρθρο). Πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι οι προσπάθειες εφαρμογής του δημοκρατικού συνομοσπονδισμού μοιάζουν περισσότερο με πραγματική αντι-συστημική εναλλακτική, απ’ ό,τι άλλο έχουν προσφέρει αριστερά κινήματα στην περιοχή μας τα τελευταία χρόνια (στην Ελλάδα και στην Κύπρο έχουμε πρόσφατη πείρα από πειράματα “κυβερνώσας Αριστεράς”). Αν απ’ αυτήν την κατάσταση δημιουργηθεί πραγματικά κάτι που θα αφορά όχι μόνο τους Κούρδους, αλλά όλους τους λαούς της περιοχής, είναι σίγουρα κάτι στο οποίο αξίζει να δώσουμε κι εμείς ιδιαίτερη προσοχή.


Πηγές

Σκεψεις για την Πολυπολιτισμικοτητα

Κλασσικό

Το προσφυγικό κύμα των τελευταίων μηνών έφερε πάλι το θέμα της μετανάστευσης στην επικαιρότητα. Έφτασε ίσως ο καιρός να συζητήσουμε και σχετικά με το μέλλον των μεταναστών (προσωπικά δεν πιστεύω ότι ο διαχωρισμός τους από τους πρόσφυγες έχει πολύ νόημα) στις χώρες που θα τους υποδεχτούν. Γιατί ας μην έχουμε αυταπάτες: το μεγαλύτερο ποσοστό των προσφύγων/μεταναστών έρχεται για να μείνει, και ένα μέρος τους θα μείνει, θέλοντας και μη, στην Ελλάδα, στην Τουρκία, ίσως και στις άλλες βαλκανικές χώρες.

Μπορεί χώρες σαν την Ελλάδα να μην είναι ο τελικός στόχος των μεταναστών, παρά μόνο χώρες διέλευσης καθ’ οδόν προς την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Από την άλλη, είναι καθαρό ότι χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, ή η Σουηδία, δεν πρόκειται να δεχτούν απεριόριστο αριθμό μεταναστών. Ακόμα και αν αναγνωρίζουν ότι έχουν κάποια ανάγκη μετανάστευσης για να λύσουν το δικό τους δημογραφικό τους πρόβλημα, σίγουρα δεν θέλουν αυτή να γίνει ανεξέλεγκτα και χωρίς κάποια διαλογή. Από τη δική τους άποψη, οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Βουλγαρία κ.λπ.) όπως και οι πρώτες χώρες εκτός Ευρώπης (π.χ. Τουρκία, Λίβανος, Μαρόκο, παλιότερα και η Λιβυή) μπορούν να λειτουργήσουν ως προστατευτικές ζώνες, που θα απορροφούν τη μετανάστευση και θα επιτρέπουν να γίνεται εκεί η διαλογή. Και λόγω των σχέσεων εξάρτησης αυτών των χωρών από τις ισχυρές της Κεντρικής-Βόρειας Ευρώπης, δεν είναι δύσκολο για τις τελευταίες να επιβάλλουν τη θέλησή τους.

Οι ελπίδες κάποιων ότι τα μεταναστευτικά κύματα μπορεί να μειωθούν σύντομα (π.χ. με το τέλος των εχθροπραξιών στη Συρία) είναι κι αυτές κατά τη γνώμη μου αβάσιμες – κοιτάζουν το δέντρο και χάνουν το δάσος. Το δάσος στην περίπτωση αυτή είναι ένας συνδυασμός οικονομικών, δημογραφικών και κυρίως οικολογικών παραγόντων, που μακροπρόθεσμα κάνει την μετακίνηση μεγάλου αριθμού ανθρώπων αναπόφευκτη (κυρίως από την υποτροπική κλιματική ζώνη προς την εύκρατη – γι’ αυτό υπάρχει  άλλο άρθρο στο μπλογκ).

Από τη στιγμή που αποδεχόμαστε ότι όλα αυτά θα οδηγήσουν στην μόνιμη παραμονή μεγάλου αριθμού μεταναστών στις χώρες μας, είναι χρήσιμο να συζητήσουμε και για τον τρόπο, με τον οποίο μπορούν να ρυθμιστούν στο μέλλον οι σχέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές εθνο-θρησκευτικές ομάδες.

Οθωμανικό μοντέλο εναντίον δυτικοευρωπαϊκού

Μπορεί ίσως κάποιος να ξεκινήσει με τη διαπίστωση, ότι σ’ αυτό το ζήτημα είχαμε δύο βασικά μοντέλα στη νεώτερη Ιστορία της περιοχής μας:

  • Το οθωμανικό μοντέλο, το οποίο βασιζόταν στη συνύπαρξη διαφορετικών εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων (όχι πάντως με όρους ισοτιμίας). Ειδικά οι θρησκευτικές ομάδες ήταν σχεδόν κλειστές κοινότητες, είχαν επίσημο στάτους και λειτουργούσαν η κάθε μια σ’ ένα σχεδόν αυτόνομο καθεστώς. Αυτό το οποίο υποτίθεται ότι φοβούνται σήμερα στη Γερμανία από τους μετανάστες, τις “παράλληλες κοινωνίες” (Parallelgesellschaften), ήταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πραγματικότητα, και για πολλούς αιώνες δούλευε σχετικά ικανοποιητικά.
  • Το εθνικιστικό-δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο, το οποίο βασίζεται στην πληθυσμιακή κυριαρχία ενός έθνους, είτε αυτό ορίζεται γλωσσικά είτε θρησκευτικά. Το κράτος είναι άμεσα συνδεδεμένο μ’ αυτό το έθνος, και η ύπαρξη ομάδων που αποκλίνουν γλωσσικά/θρησκευτικά (ανάλογα με το πως ορίζεται το έθνος) δύσκολα γίνεται ανεκτή, και εν πάσει περιπτώσει μόνο εφ’ όσον αυτές αποδέχονται το ρόλο της αδύναμης μειονότητας. Αυτό το μοντέλο ακολούθησαν λίγο πολύ όλα τα νέα κράτη που δημιουργήθηκαν στην περιοχή μας με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Βλέποντας την κατάσταση με τα σημερινά μάτια, είναι νομίζω καθαρό ότι το οθωμανικό μοντέλο απέτυχε. Αυτή η δομή με τις παράλληλες κοινωνίες δεν ήταν ικανή να επιβιώσει στη σύγχρονη εποχή. Ο βαθμός αυτονομίας της κάθε κοινότητας ήταν τόσο μεγάλος, που η δημιουργία ενιαίας “οθωμανικής” ταυτότητας, απαραίτητη για την επιβίωση ενός σύγχρονου κράτους, ήταν πολύ δύσκολη. Το ίδιο δύσκολη ήταν για τις μη μουσουλμανικές κοινότητα η ταύτιση μ’ ένα κράτος που τις θεωρούσε επίσημα κατώτερες, παρά τις προσπάθειες που έγιναν μετά το Τανζιμάτ προς την αντίθετη κατεύθυνση (βλέπε π.χ. και τον ελληνοθωμανισμό). Ακόμα όμως και στην περίπτωση της πιο προνομιούχας ομάδας, της μουσουλμανικής, η σύνδεση με το κράτος δεν αποδείχτηκε αρκετά ισχυρή: εθνοτικές-γλωσσικές ταυτότητες αποδείχτηκαν σε πολλές περιπτώσεις ισχυρότερες (βλέπε π.χ. το αλβανικό ή το αραβικό εθνικό κίνημα).

Η αποτυχία του δυτικοευρωπαϊκού εθνικιστικού μοντέλου μπορεί να είναι λιγότερο εμφανής. Όλα τα κράτη της περιοχής (ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας) στηρίζονται σ’ αυτό, και ομολογουμένως σε πολλά απ’ αυτά φάνηκε να φέρνει για πολλά χρόνια σταθερότητα και πρόοδο. Το μεταναστευτικό όμως φαίνεται να φέρνει κι αυτό το μοντέλο στα όριά του, και να δείχνει την αναπόφευκτη αποτυχία του, σ’ έναν κόσμο όπου οι μετακινήσεις πληθυσμών αναμένεται να αυξηθούν.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η εφαρμογή του δυτικο-ευρωπαϊκού εθνικιστικού μοντέλου ήταν κάθε άλλο παρά απλό πράγμα, σε μια περιοχή που και λόγω φυσικής γεωγραφίας ποτέ δεν χαρακτηριζόταν από εθνο-θρησκευτική καθαρότητα. Για να φτάσουμε στα σημερινά επίπεδα καθαρότητας, χρειάστηκαν πολλοί πολέμοι, ανταλλαγές πληθυσμών, εθνοκαθάρσεις, ακόμα και γενοκτονίες. Η ακύρωση της καθαρότητας μέσω της σύγχρονης μετανάστευσης δεν είναι δηλαδή μια εντελώς νέα κατάσταση – είναι στην ουσία η επαναφορά της φυσικής κατάστασης μετά από ένα διάλειμμα ενός ή δύο αιώνων.

Αναζήτηση για νέα πρότυπα

Το θέμα για μας σήμερα δεν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα σε δύο αποτυχημένα μοντέλα, αλλά να βρούμε ένα τρίτο, προσαρμοσμένο στα νέα δεδομένα. Γι’ αυτόν τον σκοπό δεν θα ήταν κακή ιδέα να κοιτάξουμε και πέρα από τον Ατλαντικό, σε κοινωνίες που είναι κατ’ εξοχήν μεταναστευτικές.

Σίγουρα ούτε η Βόρεια ούτε η Νότια Αμερική είναι πρότυπα που μπορούμε ή θα θέλαμε να αντιγράψουμε. Στις σχέσεις μεταξύ των διάφορων κοινοτήτων δεν βλέπουμε πραγματική ισοτιμία, έστω κι αν αυτή επίσημα υπάρχει. Οι αντιθέσεις μεταξύ τους έχουν συχνά και ταξικό χαρακτήρα και οδηγούν σε ένταση. Επίσης, υπάρχει ένα πολύ ισχυρό στοιχείο φυλετικού διαχωρισμού, που είναι μάλλον χειρότερος από τον πολιτισμικό διαχωρισμό, που είναι το κυρίαρχο στοιχείο εδώ σ’ εμάς στην Ευρασία.

Παρ’ όλα αυτά, αυτές οι κοινωνίες βασίζονται εδώ και αιώνες αναγκαστικά στη συνύπαρξη διαφορετικών κοινοτήτων. Τα όρια ανάμεσα σ’ αυτές τις κοινότητες δεν είναι επίσημα καθορισμένα και αδιαπέρατα, όπως ήταν στο οθωμανικό σύστημα ή ακόμα χειρότερα στο απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής. Παρ’ όλο που υπάρχει κάποια διαπερατότητα (π.χ. μικτοί γάμοι), οι κοινότητες συνεχίζουν όμως να υπάρχουν και να διατηρούν μια ξεχωριστή ταυτότητα.

Ταυτόχρονα φαίνεται να διεκδικούν όλες το μερίδιο τους στο κράτος και στη δημόσια σφαίρα. Δεν αποδέχονται δηλαδή ότι αυτά ανήκουν έτσι κι αλλιώς σε μια κυρίαρχη κοινότητα. Οι διαφορετικές κοινότητες μπορούν έτσι (τουλάχιστον θεωρητικά) να ταυτιστούν με την κοινή τους πατρίδα ή κράτος, ενώ στο κλασικό δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο αυτό αποκλείεται σχεδόν εξ’ ορισμού (βλέπε και σχετικό άρθρο στο μπλογκ). Οι όποιες αλλαγές έχουν γίνει τις τελευταίες δεκαετίες σε χώρες όπως η Αγγλία ή η Γαλλία, είναι μάλλον προσαρμογές στην κατεύθυνση του αμερικάνικου μοντέλου.

Πέρα από τη Βόρεια και Νότια Αμερική, ιδέες μπορούν να αναζητηθούν και αλλού. Ενδιαφέρον μπορεί να είναι και το ινδικό μοντέλο, για το οποίο εγώ δεν έχω πολλή γνώση: τουλάχιστον θεωρητικά πάντως βασίζεται κι αυτό στη συνύπαρξη πολλών εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων, παρά τα πολλά προβλήματα (αυτονομιστικά κινήματα, άνοδος του ινδουϊστικού εθνικισμού τα τελευταία χρόνια). Είναι πάντως μάλλον καθαρό, ότι το καινούριο πρότυπο πρέπει να ορίζει τον πατριωτισμό ως ταύτιση με μια γεωγραφία, όχι με μια γλώσσα ή μια θρησκεία.

Τζιχαντισμος στον 21ο αιωνα

Κλασσικό

Το τζιχαντιστικό κίνημα ως ένα ιδιαίτερα βίαιο παρακλάδι του ισλαμισμού, είναι ένα θέμα που απασχόλησε αρκετές φορές αυτό το μπλογκ. Λογικό, αφού είτε μας αρέσει είτε όχι, παίζει πλέον κρίσιμο ρόλο σ’ ένα σημαντικό τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου.

‘Ενα άρθρο περιγράφει τις ρίζες και την εξέλιξη του ισλαμισμού, κατ’ επέκταση και του σαλαφισμού και του τζιχαντισμού, ως σύγχρονη ιδεολογία του αραβικού χώρου. Ένα άλλο επικεντρώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους (= ISIS = Νταές) και τη σύνδεση του με την αμερικάνικη πολιτική. Υπάρχει και ένα άρθρο που με αφορμή τις επιθέσεις εναντίον του Charlie Hebdo αναφέρεται στις θεωρίες περί «πολέμου των πολιτισμών», με τις οποίες κάποιοι προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο του τζιχαντισμού. Οι νέες εξελίξεις μας αναγκάζουν ίσως όλους να αντιμετωπίσουμε το θέμα και από μια πιο γενική άποψη.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσα τους, τη Ράκκα της Συρίας.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσά τους, τη Ράκκα της Συρίας.

Η έννοια της τζιχάντ ως ιερού πολέμου/αγώνα υπάρχει φυσικά όσο υπάρχει και το Ισλάμ. Δεν συνδέεται πάντα με τη βία: μπορεί να γίνει και με ειρηνικά μέσα, ενώ εννοείται και ως προσωπικός εσωτερικός αγώνας για να γίνει κάποιος καλός Μουσουλμάνος. Από πολιτική άποψη όμως, η έννοια του ένοπλου ιερού πολέμου είναι όντως σημαντική. Από την εμφάνιση του Ισλάμ συχνά ο κάθε Μουσουλμάνος ηγέτης προσπαθεί να νομιμοποιήσει θρησκευτικά τους πολέμους που διεξάγει επικαλούμενος την τζιχάντ – ακόμα και αν οι αντίπαλοι είναι άλλοι Μουσουλμάνοι. Ακόμα και στη σύγχρονη εποχή ένας κοσμικός Άραβας ηγέτης όπως ο Σαντάμ Χουσέιν μπορεί να επικαλείται την τζιχάντ για να στηρίξει έναν πόλεμο εναντίον μιας συμμαχίας χωρών, στην οποία μετέχουν και πολλές μουσουλμανικές.

Κάποιοι βιάζονται να δουν μια συνέχεια ανάμεσα σ’ αυτήν την παράδοση και τη σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία. Αυτή η χρήση της τζιχάντ ήταν όμως στην ουσία απλά η δικαιολόγηση «φυσιολογικών» πολέμων, στρατού εναντίον στρατού. Μπορεί φυσικά να περιείχαν λεηλασίες, βιασμούς, σφαγές αμάχων, όπως όλοι οι πόλεμοι, δεν ήταν όμως ένα ιδιαίτερο φαινόμενο βίας χαρακτηριστικό για τις μουσουλμανικές κοινότητες. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια ένδειξη ενός βαθμού βιαιότητας μεγαλύτερου από το «συνηθισμένο». Η μόνη ιδιαιτερότητα ήταν ότι υπήρχε ένας έτοιμος όρος για να δώσει στη βία θρησκευτικό περιεχόμενο – κάτι που φυσικά έκαναν και άλλες θρησκείες, δημιουργώντας νέους όρους (π.χ. Σταυροφορία).

Αντίθετα, η σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία, ιδιαίτερα στις ακραίες μορφές της Αλ Κάιντα ή του Ισλαμικού Κράτους (που διαφέρει π.χ. απ’ αυτή της Χεζμπολάχ με τους πολύ πιο πολιτικά και προσεκτικά επιλεγμένους στόχους), παίρνει συχνά τη μορφή μεμονωμένων επιθέσεων απέναντι σε άμαχους. Έχει στόχο έναν ψηλό αριθμό θυμάτων και τη δημιουργία εντυπώσεων, χωρίς να υπάρχει κάποιο άμεσο στρατιωτικό κέρδος. Αυτό δεν θυμίζει και πολύ τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς πολέμους στη Μέση Ανατολή, ούτε φυσικά τη δράση των Ασασίνων (όπως επίσης μάλλον άστοχα ισχυρίστηκαν κάποιοι), αλλά μοιάζει περισσότερο π.χ. στις επιθέσεις που γίνονται σε αμερικανικά σχολεία, ή αυτήν του Μπρέιβικ στη Νορβηγία. Στις τζιχαντιστικές υπάρχει βέβαια από πίσω μια μεγαλύτερη παγκόσμια δικτύωση, κατά τ’ άλλα όμως δεν διαφέρουν και τόσο. Πρέπει άρα να τις αντιμετωπίσουμε όχι ως συνέχεια μιας ιδιαίτερης παράδοσης, αλλά ως ένα φαινόμενο του σύγχρονου πολιτισμού, με ρίζες σε σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα.

Οι αραβικές και ευρωπαϊκές ρίζες

Αυτό που ονομάστηκε «τζιχαντιστικό» κίνημα γεννήθηκε  κυρίως στην Αίγυπτο στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Σημαντικό είναι να έχουμε υπόψη το πολιτικό πλαίσιο της εποχής (απόηχος της συντριπτικής ήττας των κοσμικών αραβικών καθεστώτων το ’67, φιλοαμερικάνικη και νεοφιλελεύθερη στροφή του νέου καθεστώτος Σαντάτ στην Αίγυπτο), αλλά και το κοινωνικό υπόβαθρο των πρώτων τζιχαντιστικών τάσεων. Το τυπικό προφίλ των ατόμων που κινήθηκαν προς τα εκεί ήταν: νέοι άντρες από χαμηλότερα μεσαία στρώματα, με κάποια τεχνική εκπαίδευση, συχνά άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι.

Αυτό μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε καλύτερα και τη σχέση με σύγχρονα προβλήματα, όπως την ψηλή ανεργία των νέων. Αυτή έχει γίνει συστημική όχι μόνο σε πολλές αραβικές κοινωνίες, αλλά και σε ευρωπαϊκές. Αυτό είναι μάλλον ένα καινούριο κοινωνικό φαινόμενο, που δεν υπήρχε μ’ αυτόν τον τρόπο σε παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες – όπως ήταν ακόμα πριν μερικές δεκαετίες  οι αραβικές (αλλά και η ελληνική). Παλιότερα, οι νέοι είχαν ένα καθορισμένο μέλλον: θα καλλιεργούσαν τα χωράφια των προγόνων τους, θα παντρευόντουσαν και θα έκαναν κι αυτοί παιδιά για να καλλιεργούν τα χωράφια μετά απ’ αυτούς.

Άσχετα αν οι υλικές συνθήκες για τη ζωή του μέσου ανθρώπου βελτιώθηκαν σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή η σιγουριά στις σύγχρονες αστικοποιημένες κοινωνίες (και σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν και οι περισσότερες αραβικές) έχει χαθεί. Σ’ αυτό έχει συμβάλλει φυσικά και η παγκόσμια άνοδος του νεοφιλελευθερισμού, που δεν άφησε ανέγγιχτες τις αραβικές κοινωνίες, ακυρώνοντας πολλά από τα κοινωνικά επιτεύγματα των εθνικιστικών-σοσιαλιστικών καθεστώτων.

Ο κίνδυνος της προσωπικής αποτυχίας ποτέ δεν ήταν ίσως τόσο έντονα αισθητός για τόσο πολλούς νέους. Ταυτόχρονα η πολιτική κατάσταση μοιάζει να μένει στάσιμη, λόγω διαφθοράς και απουσίας προοδευτικών ιδεολογικών εναλλακτικών. Αυτό είναι ένα περιβάλλον το οποίο ευνοεί την εξάπλωση συμπεριφορών ή ιδεολογιών εχθρικών προς τους κοινωνικούς κανόνες, ακόμα και αν δεν έχουν να προτείνουν κάτι καλύτερο. Και φυσικά αυτό δεν αφορά μόνο τα άμεσα θύματα αυτής της κατάστασης – ακόμα και νέοι με καλές υλικές προοπτικές θα επηρεαστούν ιδεολογικά από τη γενική κοινωνική ατμόσφαιρα.

Στην Ελλάδα αυτό μπορεί να παίρνει τη μορφή π.χ. του χουλιγκανισμού, του χρυσαυγιτισμού, αλλά και μιας στείρας επαναστατικότητας με μηδενιστικές τάσεις. Σε κοινωνίες όπως η γαλλική και άλλες δυτικοευρωπαϊκές, όπου ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας που νιώθει έντονα τον κίνδυνο της κοινωνικής αποτυχίας τυχαίνει να είναι μουσουλμανικής καταγωγής (η αποτυχία ένταξης των νέων με μεταναστευτική καταγωγή είναι χρόνιο πρόβλημα αυτών των κοινωνιών), δεν είναι παράξενο που μια ιδεολογία βίας με ισλαμικές αναφορές ασκεί έλξη.

Η παρουσίαση του τζιχαντισμού από τα καθεστωτικά μέσα ως το απόλυτο κακό μάλλον ευνοεί την εξάπλωσή του, αφού οι αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες (Μουσουλμάνοι ή μη) ενστικτωδώς θα αντιδράσουν σε ότι τους πουν οι ελίτ. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα σημαντικό ποσοστό (υπολογίζεται στο 25%) των στρατολογηθέντων μαχητών του Ισλαμικού Κράτους από δυτικοευρωπαϊκές χώρες είναι πρόσφατα προσηλυτισμένοι στο Ισλάμ. Κι αυτοί φαίνεται να είναι νέοι που βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον κίνδυνο αποτυχίας.

Σύγχρονη τζιχάντ εναντίον μουσουλμάνων

Η ιδιαιτερότητα των πρώτων «τζιχαντιστικών» πυρήνων σε σχέση με άλλα ισλαμιστικά κινήματα, ήταν μάλλον η κατηγορηματική απόρριψη του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ζούσαν ως μη γνήσιου ισλαμικού, και ο κεντρικός ρόλος που απέδιδαν στην ένοπλη τζιχάντ ως μέσου που θα έλυνε το πρόβλημα. Σημαντικό ιδεολογικό ρόλο έπαιξαν τα γραπτά του Αιγύπτιου Σαΐντ Κουτμπ, με βάση τα οποία περίπου όλες οι σύγχρονες κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των αραβικών, βρίσκονται στην κατάσταση τζαχιλίγια (άγνοιας), δηλαδή είναι στην ουσία μη μουσουλμανικές. Και ενάντια σ’ αυτήν την τζαχιλίγια ήταν ανάγκη να διεξαχθεί τζιχάντ. Αν και είναι αμφίβολο αν ο Κουτμπ θα ενέκρινε τις πράξεις των σημερινών τζιχαντιστών, αυτό μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε, γιατί η ισλαμιστική τρομοκρατία έχει κατά κύριο λόγο άλλους Μουσουλμάνους ως θύματα (κάτι που είναι καθαρό σε οποιονδήποτε δεν δίνει σημασία μόνο στις δυσανάλογα προβεβλημένες επιθέσεις σε δυτικές χώρες).

Ο Σαΐντ Κουτμπ () θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Υπήρξε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ως μέρος της καταστολής από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθηκε το1954 και εκτελέστηκε το 1966. Πηγή: www.economist.com/node/16588026

Ο Σαΐντ Κουτμπ θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Ως μέρος της καταστολής των ισλαμιστών από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθη το 1954 και εκτελέστηκε το 1966.
Πηγή εικόνας

Για να καταλάβουμε όμως την έλξη που ασκούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, πρέπει να έχουμε υπόψη και έναν άλλο πολύ σημαντικό παράγοντα: τη νέα σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών. Ειδικά στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, αυτός ήταν ίσως ο κρισιμότερος παράγοντας. Παρά την εισροή ξένων μαχητών, η πλειοψηφία τους φαίνεται ότι είναι ντόπιοι, Σύριοι ή Ιρακινοί Σουνίτες.

Χαρακτηριστικό του Ισλαμικού Κράτους από την αρχή της δράσης του, μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ήταν ότι έβαζε στο στόχαστρο κυρίως τους Σιίτες. Σε εποχές που οι Σουνίτες τόσο του Ιράκ όσο και της Συρίας νιώθουν αποξενωμένοι από τα κράτη τους, τα οποία θεωρούν ελεγχόμενα από Σιίτες και αδιάφορα για την ασφάλειά τους, το Ισλαμικό Κράτος μπορεί να φαίνεται ως η μόνη δύναμη που τους υπερασπίζεται. Οι Σιίτες είναι γι’ αυτούς ο πιο ορατός και άμεσος εχθρός. Οι τζιχαντιστές εκμεταλλεύονται (και ενισχύουν οι ίδιοι) την άνοδο αυτού του σεχταρισμού και επενδύουν στη σουνιτική ταυτότητα. Αυτός ο «σουνιτικός εθνικισμός» μπορεί τελικά να έχει περισσότερο βάρος από τα καθαρά θρησκευτικά θέματα – εξάλλου στο πλευρό του Νταές πολεμούν και πρώην μπααθικοί, δηλ. κοσμικοί Άραβες εθνικιστές, με σουνιτική καταγωγή.

Αποικιοκρατία και τζιχαντισμός

Το θέμα της αποικιοκρατίας είναι ένα που επανέρχεται συχνά στο δημόσιο διάλογο περί τζιχαντισμού. Πολλοί αρνούνται ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στα δύο, παραπέμποντας στην απουσία ανάλογων πρακτικών από κατοίκους άλλων, μη-μουσουλμανικών, πρώην αποικιών.

Έχουν ίσως δίκαιο από την άποψη ότι το ένα δεν οδηγεί απαραίτητα στο άλλο. Δεν μπορούμε όμως να μη βλέπουμε το ρόλο που παίζει το αποικιοκρατικό παρελθόν ως εχθρικό σύμβολο για τους τζιχαντιστές – όπως και το ότι αυτοί δυνάμωσαν ακριβώς την εποχή που άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές ιδεολογίες (παναραβισμός, σοσιαλισμός) φαίνονταν να αποτυγχάνουν.

Μένοντας στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, πολλοί απ’ έξω δεν πρόσεξαν ίσως τη σημασία που αυτό δίνει στην κατάργηση των συνόρων που προέρχονται από τη συμφωνία Σάικς-Πικό. Μ’ αυτήν τη συμφωνία ανάμεσα σε Άγγλους και Γάλλους είχαν οριοθετηθεί οι σφαίρες επιρροής τους στη Μέση Ανατολή. Σ’ αυτήν βασίζονται και τα σημερινά σύνορα, ειδικά αυτό ανάμεσα στη Συρία και το Ιράκ, που δεν έχει καμία άλλη φυσικο-γεωγραφική, ανθρωπογεωγραφική ή ιστορική βάση. Και οι δύο πλευρές αυτού του συνόρου κατοικούνται παρεμπιπτόντως κυρίως από Σουνίτες Άραβες.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.

Αφού το Ισλαμικό Κράτος έθεσε τόσο το Δυτικό Ιράκ όσο και την Ανατολική Συρία υπό τον έλεγχό του, αυτό το σύνορο σήμερα πρακτικά δεν υπάρχει πλέον. Κάτι που το ΙΚ δεν παραλείπει να διαφημίζει, ως απόδειξη της περιφρόνησης προς το αποικιοκρατικό παρελθόν και της κληρονομιάς που αυτό άφησε. Και το ότι αυτό το πέτυχαν τελικά οι τζιχαντιστές, ενώ είχαν αποτύχει όλες οι άλλες ενωτικές δυνάμεις που στόχευαν στην κατάργησή του (παναραβιστές, σοσιαλιστές, Σύριοι εθνικιστές), έχει φυσικά μια βαρύτητα.

Τέλος, όσον αφορά και το σύγχρονο ιμπεριαλισμό, πολύ σημαντικός ήταν ο ρόλος που έπαιξαν στρατιωτικές επεμβάσεις, π.χ. της Ρωσίας στο Αφγανιστάν και στη Τσετσενία, των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αυτές ενίσχυσαν τη στρατολόγηση νέων τζιχαντιστών, την παγκόσμια δικτύωσή τους, αλλά και την απόκτηση πολεμικής πείρας, που αποδεικνύεται πολύτιμη σήμερα στη Συρία και αλλού.


Το πρόβλημα του τζιχαντισμού είναι δυστυχώς κάτι με το οποίο θα ζούμε μάλλον για τουλάχιστον μερικές δεκαετίες ακόμα. Ακόμα και αν όλοι οι παράγοντες που αναφέραμε ως αιτίες εξαφανίζονταν (και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι θα γίνει κάτι τέτοιο), θα χρειαζόταν πολύς καιρός για να χάσει αυτό το κίνημα τη δυναμική που απέκτησε.

Το λάθος είναι να το δούμε ως «σύγκρουση δυτικού και ισλαμικού πολιτισμού» – και, ακόμα χειρότερα, να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ως σύμμαχους ή και μέρος του δυτικού. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι οργανώσεις όπως το Νταές δεν εχθρεύονται (μόνο) το δυτικό πολιτισμό – εχθρεύονται και το μεσανατολικό πολιτισμό, τον οποίο χαρακτηρίζει επί αιώνες η ανοχή και η σχετικά ειρηνική συνύπαρξη πολλών διαφορετικών θρησκειών. Σ’ αυτά τα πλαίσια, έχει μεγάλη σημασία το πως θα χειριστούμε το θέμα της συμβίωσης διαφορετικών εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων – που, μέσω του προσφυγικού κύματος, θα επανέλθει αναπόφευκτα και στις χώρες μας.

Σχετικά άρθρα/βιβλία/ντοκυμαντέρ:

Σιωνισμος, αντισιωνισμος και μετασιωνισμος

Κλασσικό

Οι τελευταίες ταραχές στην Παλαιστίνη, που κάποιοι τις ερμηνεύουν και ως έναρξη μιας τρίτης Ιντιφάντα, δείχνουν ότι το Παλαιστινιακό παραμένει επίκαιρο. Παρά το ότι με τις εξελίξεις στα τελευταία χρόνια (Πόλεμος στο Ιράκ, Αραβική Άνοιξη, Συριακός Εμφύλιος) μπορεί πλέον αυτό να μην μοιάζει το πιο σημαντικό πρόβλημα της Μέσης Ανατολής, όσο μένει άλυτο παραμένει επικίνδυνο, με πιθανές συνέπειες για όλη την περιοχή. Είναι άρα σημαντικό να δούμε την ιδεολογική βάση του θέματος.

Η βία και ο ρατσισμός ως συστατικά στοιχεία του Σιωνισμού

Εκ πρώτης όψεως ο σιωνισμός μπορεί να φαίνεται πολύ παρόμοιος με τους άλλους εθνικισμούς της περιοχής. Ο στόχος του είναι η ίδρυση/υπεράσπιση ενός εβραϊκού έθνους-κράτους, στα πρότυπα των δυτικών εθνών-κρατών. Γι’ αυτόν το σκοπό πρέπει να καταπολεμηθεί ή να αφομοιωθεί ό,τι μέσα στο έδαφος αυτού του κράτους δεν ταιριάζει στο έθνος, δηλαδή ό,τι δεν είναι εβραϊκό. Ούτε ο ελληνικός ούτε ο τουρκικός, αλλά ούτε και ο αραβικός εθνικισμός διαφέρουν πολύ σ’ αυτόν τον τομέα.

Υπάρχουν όμως και κάποιες ουσιαστικές διαφορές. Ο ελληνικός ή ο τουρκικός εθνικισμός μπορεί να ήταν επίσης βίαιοι και να στήριξαν τη δημιουργία του δικού τους έθνους-κράτους σε πολιτικές εθνοκάθαρσης ή/και βίαιης αφομοίωσης.  Τα κράτη όμως ιδρύθηκαν σε εδάφη, στα οποία το αντίστοιχο έθνος ήταν ήδη από πριν στην πλειοψηφία. Υπήρχαν δηλαδή οι αντικειμενικές συνθήκες για να στηριχθεί το νέο κράτος από την πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού. Η εθνοκάθαρση και η αφομοίωση έδρασαν υποστηρικτικά, μειώνοντας το βάρος των μειονοτήτων, θα μπορούσαν όμως τουλάχιστον θεωρητικά (αν και στη πράξη πολύ δύσκολα) ν’ αποφευχθούν. Το έθνος-κράτος θα ήταν μεν λιγότερο «καθαρό», παρ’ όλα αυτά ακόμα βιώσιμο. Εξάλλου υπάρχουν αρκετά παραδείγματα εθνών-κρατών που είναι σχετικά σταθερά παρά την επιβίωση των εθνικών μειονοτήτων (π.χ. Ρουμανία, Ιράν, Φινλανδία).

Αντίθετα, στο έδαφος του σημερινού κράτους του Ισραήλ, οι Εβραίοι ήταν στους τελευταίους αιώνες πάντα μια μικρή μειοψηφία. Ακόμα και μετά τη μαζικότερη μετανάστευση Εβραίων στην Παλαιστίνη, με το πιο ισχυρό δυνατό κίνητρο (Ολοκαύτωμα), αυτοί δεν μπόρεσαν να γίνουν πλειοψηφία. Στην περίπτωση του Ισραήλ η βίαιη εκδίωξη του ντόπιου πληθυσμού ήταν δηλαδή απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία του έθνους-κράτους: χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε καν να να συζητηθεί το θέμα.

Το ότι η βία ήταν συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας τους, ήταν συνειδητό στους πρώτους Σιωνιστές, οι οποίοι ήταν μάλιστα και αρκετά ειλικρινείς στο δημόσιο τους λόγο. Αρκεί κάποιος να ανατρέξει στα λόγια προσωπικοτήτων τόσο σημαντικών όσο του πρώτου πρωθυπουργού του Ισραήλ, Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ή του Μοσέ Νταγιάν και του Ζεέβ Ζαμποτίνσκυ, για να δει ότι αυτοί δεν έτρεφαν αυταπάτες για το πως μπορεί να επιβιώσει ένα εβραϊκό κράτος.

Ο Ζεέβ Ζαμποτίνσκυ (1880-1940) ήταν από τους πιο σημαντικούς Σιωνιστές ακτιβιστές, ιδρυτής του πρώτου σύγχρονου εβραϊκού στρατού, της Εβραϊκής Λεγεώνας, που έλαβε μέρος στον Α' Παγκόσμιο στο πλευρό των Βρετανών. Σ' αυτόν ανήκει η πατρότητα της έκφρασης "σιδερένιο τείχος": "Δεν μπορούμε να δώσουμε καμία αποζημίωση για την Παλαιστίνη, ούτε στους Παλαιστίνιους, ούτε σε άλλους Άραβες. Μια εθελοντική συμφωνία είναι άρα αδιανόητη. Ο εποικισμός, ακόμα και ο πιο περιορισμένος, πρέπει να συνεχιστεί παρά τη θέληση του γηγενούς πληθυσμού. Μπορεί άρα να συνεχιστεί και να αναπτυχθεί μόνο κάτω από την ασπίδα της βίας, που συνιστά ένα Σιδερένιο Τείχος, το οποίο ο ντόπιος πληθυσμός δεν μπορεί ποτέ να διαπεράσει." http://zeevjabotinsky.com/

Ο Ζεέβ Ζαμποτίνσκυ (1880-1940) ήταν από τους πιο σημαντικούς Σιωνιστές ακτιβιστές, ιδρυτής του πρώτου σύγχρονου εβραϊκού στρατού, της Εβραϊκής Λεγεώνας, που έλαβε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο στο πλευρό των Βρετανών. Σ’ αυτόν ανήκει η πατρότητα της έκφρασης σιδερένιο τείχος: «Δεν μπορούμε να δώσουμε καμία αποζημίωση για την Παλαιστίνη, ούτε στους Παλαιστίνιους, ούτε σε άλλους Άραβες. Μια εθελοντική συμφωνία είναι άρα αδιανόητη. Ο εποικισμός, ακόμα και ο πιο περιορισμένος, πρέπει να συνεχιστεί παρά τη θέληση του γηγενούς πληθυσμού. Μπορεί άρα να συνεχιστεί και να αναπτυχθεί μόνο κάτω από την ασπίδα της βίας, που συνιστά ένα Σιδερένιο Τείχος, το οποίο ο ντόπιος πληθυσμός δεν μπορεί ποτέ να διαπεράσει.»
http://zeevjabotinsky.com/

Θα μπορούσε φυσικά κάποιος να φέρει το παράδειγμα της Αμπχαζίας ή της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείας Κύπρου», όπου επίσης το έθνος στο οποίο βασίστηκε το κράτος ήταν μειοψηφικό και η εθνοκάθαρση απαραίτητη. Υπάρχει όμως ακόμα ένα στοιχείο που διαφοροποιεί το Σιωνισμό από άλλους εθνικισμούς στην περιοχή. Στην περίπτωση του Ισραήλ, οι ιδρυτές του κράτους δεν προέρχονταν οι ίδιοι από την περιοχή, αλλά από τη Δυτική Ευρώπη.

Ήδη σε άλλο άρθρο του μπλογκ έχει γίνει αναφορά στις τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στο κυρίαρχο ασκενάζικο (δηλαδή ευρωπαϊκής καταγωγής) στοιχείο από τη μια και στο σεφαρδίτικο/μεσανατολίτικο στοιχείο από την άλλη, μέσα στους κόλπους της εβραϊκής κοινότητας του Ισραήλ. Αυτή η αίσθηση ανωτερότητας φυσικά εκφράζεται ακόμα πιο καθαρά στη σχέση Εβραίων-Αράβων. Αυτό ίσως δεν είναι άσχετο με μια ιδέα πολιτισμικής υπεροχής των Ευρωπαίων Εβραίων, που προέρχεται περισσότερο από την ευρωπαϊκότητα παρά από την εβραϊκότητά τους.

Εξάλλου και το ίδιο το κράτος κι η κοινωνία του Ισραήλ προσπαθούν να παρουσιαστούν ως πιο συγγενικά στις «δυτικές/ευρωπαϊκές αξίες», σε σχέση με τα άλλα της περιοχής. Κάτι που αναγκαστικά αποξενώνει την ισραηλινή κοινωνία από το περιβάλλον της και την κάνει πιο ανοικτή σε συνεργασία με ξένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτήν την αξία της ύπαρξης ενός ασκενάζικου, από τη φύση του φιλοδυτικού κράτους, σε μια τόσο κρίσιμη περιοχή, φαίνεται ότι διέκριναν από νωρίς οι Βρετανοί, χωρίς τους οποίους αυτό το κράτος μάλλον δεν θα είχε γίνει ποτέ πραγματικότητα. Δεν είναι άρα μάλλον μεγάλη υπερβολή να δούμε το κράτος του Ισραήλ ως μια διάδοχη μορφή της αποικιοκρατίας.

Αντίδραση στο Σιωνισμό

Όλα αυτά μπορεί να αποδεικνύουν την επικίνδυνη φύση του Σιωνισμού. Το ερώτημα όμως είναι: ποιά πρέπει να είναι η αντίδραση σ’ αυτόν; Η απλή απόρριψη του συμβιβασμού της λύσης δύο κρατών, και η ιδέα ενός κοινού κράτους Εβραίων και Παλαιστινίων χωρίς διαχωρισμούς, μπορεί να μοιάζουν σαν ηθικά σωστά. Έφεραν όμως αποτελέσματα όλα αυτά τα χρόνια; Το σιωνιστικό κράτος δεν είναι απλά ακόμα εκεί, αλλά έχει βγάλει και αρκετά δυνατές ρίζες. Αν τις πρώτες δεκαετίες φαινόταν ακόμα λογικό να θέλεις να το ακυρώσεις, σήμερα αυτό είναι πολύ πιο περίπλοκο.

Ο Ντάνιελ Καν, Εβραίος τραγουδοποιός, ρωτήθηκε κάποτε σε μια συνέντευξη για τη θέση του σχετικά με το Ισραήλ. Ως μέρος της απάντησής του είπε τα εξής: «Πιστεύω ότι οι κριτικές φωνές μέσα στην πολιτική Αριστερά εκτός του Ισραήλ πρέπει να μάθουν από τις κριτικές φωνές μέσα στο Ισραήλ, που δεν ενδιαφέρονται να είναι αντισιωνιστικές, επειδή καταλαβαίνουν ότι ο αντισιωνισμός είναι ο ίδιος μια ξεπερασμένη ιδεολογία. Έφτασε η ώρα για ένα πραγματικά μετασιωνιστικό διάλογο».

Ασχέτως του τι ακριβώς εννοούσε ο Καν, μπορεί να μην είναι κακή ιδέα να σκεφτούμε λίγο πάνω σ’ αυτό. Ήρθε ίσως η στιγμή να προχωρήσουμε πέρα από το δίλημμα σιωνισμός/αντισιωνισμός; Σε μια εποχή που λόγω μετανάστευσης τα έθνη-κράτη έτσι κι αλλιώς άρχισαν να χάνουν τον εθνικό χαρακτήρα τους, μπορεί να μην είναι πλέον το σημαντικότερο ζήτημα αν υπάρχουν ένα ή δύο κράτη στην Παλαιστίνη. Το σημαντικότερο είναι οι κανόνες που θα καθορίζουν το πως θα ζουν οι διαφορετικές εθνότητες, οι σχέσεις μεταξύ τους και με το κράτος.

Ακόμα δηλαδή κι αν παραμείνει ένα κράτος με το όνομα «Ισραήλ», αυτό θα έχει λίγη σημασία, αν αυτό είναι ανοικτό στη μετανάστευση από τις γειτονικές χώρες, αν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού (ίσως και η πλειοψηφία) είναι αραβικής ή άλλης μη εβραϊκής εθνότητας και ζει σε καθεστώς απόλυτης ισοτιμίας με το εβραϊκό στοιχείο. Το αστέρι του Δαβίδ στη σημαία δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά ένα κενό σύμβολο – δεν θα έχει πλέον σημασία αν διατηρηθεί ή όχι.

Ίσως μπορεί δηλαδή ο αγώνας των Παλαιστινίων, αλλά και του φιλειρηνικού τμήματος της ισραηλινής κοινωνίας, να επικεντρωθεί στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων και κανόνων που θα φέρουν αυτήν την απόλυτη ισοτιμία – ανεξάρτητα από τον τίτλο της συνολικής πολιτικής λύσης, η οποία εξάλλου μπορεί να αργήσει γι’ ακόμα αρκετές δεκαετίες. Και ίσως ακόμα αυτή η ιδέα να είναι εφαρμόσιμη και σε άλλα προβλήματα της περιοχής, όπως το Κουρδικό ή το Κυπριακό. Μπορεί τελικά να είναι ο μοναδικός δρόμος για να λυθούν αυτά τα προβλήματα από τα κάτω, κι όχι από τα πάνω, όπως επιχειρείται τις τελευταίες δεκαετίες – με ελάχιστη επιτυχία.