Τεχνητα και φυσικα κρατη στον αραβικο κοσμο

Κλασσικό

Η συζήτηση περί «τεχνητών συνόρων» στον αραβικό χώρο είναι παλιά. Γίνεται όμως ξανά επίκαιρη, βλέποντας τη σημερινή αποσταθεροποίηση στην περιοχή. Διάφορα αραβικά κράτη (Λιβύη, Υεμένη, Συρία, Ιράκ) έχουν ουσιαστικά καταρρεύσει. Είναι επόμενο να αναρωτιόμαστε αν ζούμε σήμερα το τέλος αυτών των συνόρων και την ανάδυση μιας «νέας τάξης πραγμάτων» στον αραβικό κόσμο.

Τεχνητά ή φυσικά σύνορα

Η λογική αντίδραση όταν ακούει κάποιος για «τεχνητά σύνορα» είναι να αναρωτηθεί: δεν είναι όλα τα σύνορα τεχνητά, αφού τα έχουν καθορίσει οι άνθρωποι; Ακόμα και στην περίπτωση που χρησιμοποιείται ένα πραγματικό φυσικό εμπόδιο, όπως ένα ποτάμι (π.χ. ο Έβρος ή ο Δούναβης), είναι οι άνθρωποι που το μετατρέπουν σε επίσημο σύνορο.

Επομένως, όταν αναφερόμαστε σε αντίθεση «φυσικών» και τεχνητών συνόρων, εννοείται ότι δεν μιλάμε κυριολεκτικά. «Φυσικά» ονομάζονται κράτη τα οποία έχουν πίσω τους μια σημαντική ιστορική παράδοση και τοπικές ρίζες: είτε ως ανεξάρτητες ή ημιαυτόνομες οντότητες, είτε ως παραδοσιακοί χώροι διαμονής συγκεκριμένων εθνοτικών ομάδων. Αντίθετα, «τεχνητά σύνορα» ονομάζονται τέτοια, που δημιουργήθηκαν από εξωτερικές δυνάμεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αγνοώντας την ιστορική παράδοση ή την εθνο-θρησκευτική πραγματικότητα.

Στα Βαλκάνια ή τη Μικρά Ασία τα κράτη μοιάζουν να έχουν κάποια «φυσικότητα»: μπορεί να μην υπήρχε σημαντική συνέχεια με ιστορικές κρατικές οντότητες, στήθηκαν όμως στη βάση κάποιων υπαρκτών εθνοτικών, γλωσσικών ή θρησκευτικών διαφορών. Στην περιοχή που δημιουργήθηκαν η Ελλάδα, η Τουρκία, η Αλβανία ή η Σερβία, η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν λίγο πολύ ελληνική, τουρκική, αλβανική ή σερβική αντίστοιχα – έστω και αν αυτή η πλειοψηφία δεν ήταν τόσο κυρίαρχη όσο σήμερα και οι έννοιες αυτές όχι τόσο καθαρές.

Τι έγινε όμως στα υπόλοιπα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Στη Μέση Ανατολή, όπου κυρίαρχη γλώσσα είναι τα αραβικά, δεν δημιουργήθηκε ένα ενιαίο αραβικό κράτος, ούτε τα σύνορα χαράχτηκαν στη βάση των θρησκευτικών διαφορών π.χ. ανάμεσα σε Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες ή Χριστιανούς. Εξαίρεση είναι το Ισραήλ, το οποίο δημιουργήθηκε κυρίως με εξωτερική παρέμβαση (των Ευρωπαίων Εβραίων), ενώ μόνο μερική εξαίρεση ήταν ο Λίβανος, που φτιάχτηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να έχει μια (μικρή) χριστιανική πλειοψηφία – η οποία όμως έτσι κι αλλιώς σήμερα δεν υφίσταται.

Αν όμως δεν έπαιξαν ρόλο οι εθνο-θρησκευτικές διαφορές, τότε τι; Είναι τα σημερινά σύνορα στον αραβικό κόσμο απλά μια κληρονομιά των αποικιοκρατών, ή συνέχεια ιστορικών παραδόσεων; Και τι σημαίνει αυτό για την επιβίωση τους; Όπως θα περίμενε κάποιος, εύκολες απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχουν.

Η κληρονομιά των Σάικς-Πικό

Όταν κάποιος μιλάει για τεχνητά αποικιοκρατικά σύνορα στον αραβικό κόσμο, σχεδόν αυτόματα μπαίνει στη συζήτηση και η συμφωνία Σάικς-Πικό. Μ’ αυτό το όνομα (από τους διπλωμάτες οι οποίοι την διαπραγματεύτηκαν) έχει περάσει στην ιστορία η μυστική συμφωνία μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας, με την οποία μοίρασαν μεταξύ τους τα οθωμανικά εδάφη της Μέσης Ανατολής το 1916: ενώ δηλαδή η έκβαση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν είχε ακόμα κριθεί και οι Αγγλογάλλοι δεν είχαν καν τον έλεγχο στην περιοχή.

Τα όρια των περιοχών αγγλικής και γαλλικής επιρροής/ελέγχου με βάση τη συμφωνία Σάικς-Πικό. Από κάτω φαίνονται τα σύνορα των σημερινών κρατών, ώστε να μπορεί να γίνει η σύγκριση.
Πηγή εικόνας

Όταν το τέλος του πολέμου βρήκε τους Αγγλογάλλους νικητές και τους Οθωμανούς ηττημένους, οι πρώτοι μπορούσαν να εφαρμόσουν την συμφωνία. Διάφοροι άλλοι παράγοντες, όπως το κεμαλικό κίνημα, οδήγησαν μεν σε σημαντικές τροποποιήσεις (η σημερινή Συρία και ο Λίβανος αντιστοιχούν στην τελική γαλλική περιοχή και το Ισραήλ, τα παλαιστινιακά εδάφη, η Ιορδανία και το Ιράκ στη βρετανική). Σε γενικές γραμμές όμως, βλέπουμε ότι η συμφωνία Σάικς-Πικό παρέμεινε οδηγός για τη μοιρασιά των εδαφών της αραβικής Ανατολής.

Ακόμα και ο εσωτερικός διαχωρισμός της αγγλικής και γαλλικής περιοχής σε κράτη βασίστηκε στις αποφάσεις των εξωτερικών δυνάμεων, έστω με την κάλυψη της Κοινωνίας των Εθνών (τον πρόγονο του ΟΗΕ). Οι Γάλλοι διαίρεσαν την περιοχή εντολής που τους δόθηκε σε 5 «κρατίδια», από τα οποία τα τέσσερα μεν ενώθηκαν στη συνέχεια συγκροτώντας τη σημερινή Συριακή Αραβική Δημοκρατία, το πέμπτο όμως έγινε ξεχωριστό κράτος: ο Λίβανος. Όσο για την αγγλική ζώνη επιρροής, χωρίστηκε σε τρία τμήματα: το Ιράκ, την Υπεριορδανία και την Παλαιστίνη. Τα δύο πρώτα έγιναν τα ανεξάρτητα κράτη που ξέρουμε, ενώ στην μεγαλύτερη έκταση του τρίτου δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ, που μετά το 1967 έφερε υπό την κατοχή του και τα υπόλοιπα τμήματα της πρώην βρετανικής Παλαιστίνης.

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κρατίδια. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως αργότερα στην Τουρκία.
Πηγή: en.academic.ru

Φυσικά, αυτοί οι διαχωρισμοί δεν ήταν εντελώς αυθαίρετοι. Μια ιστορική περιοχή «Μεσοποταμία» ή «Ιράκ» υπήρχε πάντα: μάλιστα, για μια περίοδο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, λειτουργούσε ως σχεδόν ενιαία και αυτόνομη οντότητα εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίσης, ένα καθεστώς ιδιαίτερης αυτονομίας είχε στα τελευταία οθωμανικά χρόνια και το όρος Λίβανος.

Παρ’ όλα αυτά, στη συμφωνία Σάικς-Πικό γίνεται μια μάλλον βάσιμη κριτική ότι αγνόησε ιστορικές συνέχειες και εθνο-θρησκευτικές ιδιαιτερότητες. Το κράτος του Ιράκ σχηματίστηκε από την ένωση τριών διαφορετικών οθωμανικών επαρχιών (Μοσούλη, Βαγδάτη, Βασόρα), συγκεντρώνοντας σ’ ένα κράτος ετερογενείς πληθυσμούς (Κούρδοι στο Βορρά, Σουνίτες Άραβες στη Δύση, Σιίτες Άραβες στο Νότο). Η «ιστορική Συρία» αντίθετα μοιράστηκε με τρόπο ώστε να εξισορροπηθούν οι αγγλικές και γαλλικές ορέξεις, αγνοώντας λίγο πολύ τα παλιά όρια ανάμεσα στις οθωμανικές επαρχίες και ιστορικές παραδόσεις.

Τα βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς το τέλος της 19ου αιώνα.
Πηγή εικόνας

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα σημερινά σύνορα.

Η συμφωνία Σάικς-Πικό είναι πλέον 101 χρονών και παραμένει ένα σύμβολο της αποικιοκρατίας στην περιοχή. Πολλοί την έχουν κατηγορήσει και επίσης πολλοί (παναραβιστές, κομμουνιστές, Σύριοι εθνικιστές, ισλαμιστές) έχουν υποσχεθεί την κατάργηση των συνόρων που βασίστηκαν σ’ αυτή. Παρ’ όλα αυτά, τα συγκεκριμένα σύνορα παρέμειναν σχεδόν ανέγγιχτα μέχρι τις μέρες μας. Και είναι κάπως τραγικό ότι οι πρώτοι που κατάφεραν να τα καταργήσουν, τουλάχιστον σε ένα μέρος τους (θα δούμε και για πόσο), είναι οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους – κάτι που οι ίδιοι φυσικά δεν παραλείπουν να διαφημίζουν.

Σύγχρονα και παραδοσιακά κράτη στο Μαγκρέμπ

Ας περάσουμε στην άλλη άκρη του αραβικού κόσμου, τo Μαγκρέμπ (Δύση στα αραβικά): Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη. Όλες αυτές οι χώρες γνώρισαν την αποικιοκρατία: την ισπανική ένα μέρος του Μαρόκο, τη γαλλική το υπόλοιπο Μαρόκο, η Αλγερία και η Τυνησία, την ιταλική η Λιβύη. Έχουν όμως και μια δική τους παράδοση, που πάει πολλούς αιώνες πίσω.

Ξεκάθαρη περίπτωση είναι το Μαρόκο, το οποίο ήταν ήδη ανεξάρτητο σουλτανάτο για πολλούς αιώνες μέχρι και το 1912, όταν μετατράπηκε σε ισπανο-γαλλικό προτεκτοράτο. Ακόμα και τότε διατηρήθηκε ο θεσμός του Σουλτάνου – ο οποίος πήρε τον τίτλο του βασιλιά, όταν το Μαρόκο απέκτησε το 1956 πάλι την ανεξαρτησία του.

Στο υπόλοιπο Μαγκρέμπ δεν υπήρχαν επίσημα ανεξάρτητα κράτη, αφού η Οθωμανική Αυτοκρατορία το είχε θέσει υπό την κυριαρχία της.  Υπήρχαν όμως οντότητες, οι οποίες στην ουσία ήταν αυτόνομες, με δικό τους ηγεμόνα η κάθε μια: είχαν μάλιστα ιδιαίτερα κακή φήμη ως κράτη-προστάτες της πειρατείας. Πρωτεύουσες ήταν το Αλγέρι, η Τύνιδα και η Τρίπολη. Το Αλγέρι και η Τύνιδα διατήρησαν αυτή την αυτονομία τους, μέχρι που έγιναν γαλλικές αποικίες το 1830 και 1881 αντίστοιχα.

Τα παλιά κράτη της Μπαρμπαριάς στη Βόρεια Αφρική.
Πηγή εικόνας

Η Λιβύη είναι κάπως πιο ιδιαίτερη περίπτωση, αφού η Τρίπολη ήταν ημιανεξάρτητη μόνο μέχρι το 1835, όταν οι Οθωμανοί αποφάσισαν να τη θέσουν υπό την απ’ ευθείας διοίκηση τους. Αν και τη διατήρησαν ως ενιαίο βιλαέτι, ιστορικά ξεχώριζαν πάντα η περιοχή της Τριπολίτιδας από την Κυρηναϊκή στα ανατολικά και το Φεζάν στο Νότο. Αυτόν το διαχωρισμό χρησιμοποίησαν οι Ιταλοί αποικιοκράτες (οι οποίοι μόλις το 1934 ενοποίησαν τις τρεις αυτές αποικίες τους, δίνοντας τους το όνομα «Λιβύη»), αλλά συνεχίστηκε και με την ανεξαρτησία μετά τον Β’ Παγκόσμιο, ως χωρισμός σε τρεις αυτόνομες περιοχές. Ο διαχωρισμός καταργήθηκε μεν στη συνέχεια, η διαφορετική παράδοση αυτών των περιοχών παρέμεινε όμως ενεργή, έτσι ώστε να ξαναζωντανέψει και να παίξει ρόλο και στις σημερινές συγκρούσεις: με την πτώση του Καντάφι, ακούγονται πάλι δυνατά φωνές που ζητούν αυτονομία για την Κυρηναϊκή.

Παρά την ιδιαιτερότητα της Λιβύης, γενικά βλέπουμε ότι στο Μαγκρέμπ τα σημερινά κράτη έχουν πίσω τους μια παράδοση, η οποία μόνο προσωρινά διακόπηκε μέσω της αποικιοκρατίας. Τα ακριβή τους σημερινά σύνορα, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σαχάρας, είναι μεν ως ένα σημείο κληρονομιά των αποικιοκρατών: η Λιβύη απέκτησε π.χ. τη σημερινή της μεγάλη έκταση μετά από παραχωρήσεις των Γάλλων και των Άγγλων από τις δικές τους γειτονικές αποικίες προς την Ιταλία. Παρ’ όλα αυτά, οι πυρήνες των σημερινών κρατών αντιστοιχούν περίπου και στις παλιές κρατικές οντότητες: υπάρχει δηλαδή μια συνέχεια.

Η Αίγυπτος: το κράτος του Νείλου

Ανάμεσα σε αραβική Δύση και Ανατολή, βρίσκεται το πιο μεγάλο σε πληθυσμό αραβικό κράτος: η Αίγυπτος.  Λίγα κράτη στον κόσμο θα μπορούσαν να είναι τόσο «φυσικά», με μια παράδοση πολλών χιλιετιών, η οποία σε κάποιο βαθμό συνεχίστηκε ακόμα και κάτω υπό την εξουσία ξένων κατακτητών. Στα τελευταία οθωμανικά χρόνια, ο διοικητής της Αιγύπτου είχε μάλιστα το προνόμιο να είναι αντιβασιλέας. Ο Μεχμέτ Αλή ως αντιβασιλέας της Αιγύπτου ήταν τόσο αυτόνομος, που έφτασε να απειλεί την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Και η Αίγυπτος γνώρισε φυσικά την αποικιοκρατία. Η φυσική της ιδιαιτερότητα είναι όμως πολύ καθαρή: η Αίγυπτος είναι η γη του Νείλου, στην κοιλάδα και στο δέλτα του οποίου ζει η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Λίγες ηπειρωτικές χώρες στον κόσμο έχουν μια κρατική παράδοση τόσο στενά δεμένη με μια ιδιαίτερη φυσική γεωγραφία.

Χάρτης της σημερινής πυκνότητας πληθυσμού στην Αίγυπτο. Πηγή εικόνας

Η αραβική χερσόνησος

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ποτέ δεν κατάφερε (ή δεν ενδιαφέρθηκε) να κυριαρχήσει εντελώς στην περιοχή της αραβικής χερσονήσου. Στην εποχή της αποικιοκρατίας, τον πρώτο λόγο στην περιοχή τον είχαν οι Βρετανοί. Το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, το Άμπου Ντάμπι και τα άλλα κρατίδια που αποτελούν σήμερα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν, ήταν όλα βρετανικά προτεκτοράτα, επίσημα ή ανεπίσημα. Ως αυτόνομα κρατίδια υπήρχαν όμως από πριν, συνήθως μάλιστα υπό τις δυναστείες που τα κυβερνούν ακόμα και σήμερα: δεν πρόκειται για μια διάσπαση βρετανικής έμπνευσης. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι εδώ η Υεμένη, της οποίας το βόρειο και το νότιο τμήμα έχουν διαφορετική πολιτική ιστορία, φυσική γεωγραφία, ακόμα και θρησκευτικό προσανατολισμό: η συμβίωση τους σ’ ένα κοινό κράτος από το 1990 και μετά ήταν και παραμένει δύσκολη.

Όσο για το τωρινό πιο σημαντικό κράτος της περιοχής, τη Σαουδική Αραβία, οι ρίζες του βρίσκονται ήδη στον 18ο αιώνα, όταν το πουριτανικό ισλαμικό κίνημα του Ουαχαμπιτισμού συμμάχησε με την ντόπια οικογένεια των Σαούντ και κατάφερε να κυριαρχήσει τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος του σημερινού ανατολικού τμήματος της χώρας. Τη Χετζάζη πάντως, τη σημερινή δυτική ακτή, την απέκτησαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο. Η συμμαχία με τις ΗΠΑ έπαιξε φυσικά ρόλο στο να πετύχουν οι Σαούντ να διατηρήσουν και τα δύο αυτά ετερογενή τμήματα ενωμένα ως ένα κράτος.

Σύνορα: παρελθόν, παρόν και μέλλον

Πως μπορούν όλα αυτά να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη σημερινή κατάσταση στις αραβικές χώρες; Ένα μάλλον εύκολο συμπέρασμα που θα έβγαζε κάποιος, είναι ότι τα κράτη, των οποίων η κρατική παράδοση είναι πιο «ρηχή», καταρρέουν πιο εύκολα: η Συρία και το Ιράκ, η Υεμένη, η Λιβύη. Ο Λίβανος γνώρισε τη δική του περίοδο κατάρρευσης από το ’75 ως το ’90 και ακόμα δεν έχει βρει εντελώς τη συνοχή του. Μ’ αυτή τη λογική, η επόμενη υποψήφια θα ήταν μάλλον η Ιορδανία. Αντίθετα, για τα κράτη με πιο «βαθιά» παράδοση ή/και εθνο-θρησκευτική ομοιογένεια, ακόμα κι αν αυτά έχουν ζήσει μπόλικη πολιτική αστάθεια τα τελευταία χρόνια, όπως η Τυνησία και η Αίγυπτος, η επιβίωσή τους δεν φαίνεται να αμφισβητείται σοβαρά.

Δεν είναι όμως αυτή η κατάρρευση το σύμπτωμα μιας εποχής με συγκεκριμένες συνθήκες; Σε μια περίοδο γενικής κρίσης και σε μια εποχή όπου οι εθνο-θρησκευτικές ή οι τοπικές ταυτότητες προβάλλονται ως το πιο σίγουρο καταφύγιο, είναι αναμενόμενο ότι τα πρώτα κράτη που κλονίζονται είναι αυτά που έχουν την πιο αδύνατη κρατική παράδοση ή/και την πιο περίπλοκη εθνο-θρησκευτική σύνθεση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σύνδεση των πολιτών ακόμα και με τέτοια κράτη είναι εντελώς αμελητέα, από τη στιγμή που υπάρχουν ήδη για μερικές δεκαετίες. Εξάλλου, ακόμα και τα πιο «παραδοσιακά» κράτη, δεν ήταν κάποτε και αυτά νέα, που τους αφέθηκε χρόνος να δημιουργήσουν αυτήν την παράδοση;

Επίσης, όταν προβάλλουμε ένα ευρωπαϊκό ή βαλκανικό μοντέλο για τη Μέση Ανατολή, δηλαδή τη δημιουργία νέων κρατών στη βάση εθνο-θρησκευτικής ομοιογένειας, το σκεφτόμαστε καλά; Η υποτιθέμενη σταθερότητα που φέρνουν τέτοια κράτη (την φέρνουν όντως;) ήρθε στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια μόνο μετά από ιδιαίτερα αιματηρούς πολέμους και άγριες εθνοκαθάρσεις – και λίγα χρόνια αφότου τα με τόση βία και κόπο σχηματισμένα σύνορα σταθεροποιήθηκαν, τα ίδια κράτη τα αποδυναμώνουν, για χάρη μιας υπερεθνικής οργάνωσης όπως η Ε.Ε.

Φυσικά, δεν αποκλείεται το οικοδόμημα των Σάικς-Πικό να καταρρεύσει ολοκληρωτικά και να γεννηθούν εντελώς νέα κράτη στη Μέση Ανατολή, π.χ. ένα ή περισσότερα κουρδικά (ένα ενδεχόμενο που μοιάζει να είναι πολύ κοντά), αραβικά-σουνιτικά, αραβικά-σιιτικά κ.ο.κ. Μόνο όμως επειδή βλέπουμε μια τέτοια τάση σήμερα, δεν σημαίνει ότι η κατεύθυνση δεν μπορεί να αλλάξει και τα σημερινά σύνορα τελικά να διασωθούν – ή να αλλάξουν μ’ έναν τρόπο πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι θα περιμέναμε.


Σχετικά άρθρα

 

 

Οθωμανοι πασαδες: μεταρρυθμιστες και αποστατες

Κλασσικό

Στα τέλη του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου, ήταν ήδη φανερό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν σε παρακμή. Οι εθνικές ιδεολογίες έκαναν τότε σιγά-σιγά την είσοδό τους στην περιοχή μας: δύσκολα μπορούσε κάποιος τότε να προβλέψει ότι αυτές θα ξανάφτιαχναν τον χάρτη της περιοχής μας από την αρχή, με την ίδρυση μιας σειράς από νέα έθνη-κράτη. Ότι η Αυτοκρατορία στην παλιά της μορφή δύσκολα θα επιβίωνε, μπορεί να ήταν ήδη αρκετά εμφανές, αλλά όχι και το τι θα την αντικαθιστούσε.

Εκείνα τα χρόνια εμφανίστηκαν σε διάφορα κομμάτια της οθωμανικής επικράτειας επαρχιακοί διοικητές, οι οποίοι λειτουργούσαν σχεδόν ανεξάρτητα από την Υψηλή Πύλη. Τα «κράτη» που έστησαν ήταν ίσως από πολλές απόψεις πιο λειτουργικά από την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αλή Πασάς ο Τεπελενλής

Η ιστορία του Αλή Πασά είναι πολύ γνωστή στον ελληνικό χώρο. Γεννήθηκε στο Τεπελένι της Βόρειας Ηπείρου και, ακολουθώντας και μια οικογενειακή παράδοση, ως νέος επιδόθηκε σε ληστρική δραστηριότητα. Αυτό το χρησιμοποίησε για να αποδείξει τις πολεμικές του ικανότητες και να βρει τη θέση του στην υπηρεσία του κράτους (για την σχέση αυτή ανάμεσα στη ληστεία και τα οθωμανικά αξιώματα, υπάρχει άλλο άρθρο στο μπλογκ). Το 1788 κατορθώνει να γίνει πασάς (περιφερειακός διοικητής) στα Ιωάννινα. Στις καλύτερές του στιγμές, θα φτάσει να ελέγχει μια τεράστια περιοχή, από την Κεντρική Αλβανία μέχρι τη Θεσσαλία και την Ανατολική Στερεά (πλην Αττικής). Οι τάσεις αυτονόμησής του όμως θα οδηγήσουν σε σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη, και τελικά στην καθαίρεση και εκτέλεσή του το 1822.

Το άγαλμα του Αλή Πασά στο Τεπελένι. https://en.wikipedia.org/wiki/Ali_Pasha_of_Ioannina#/media/File:Ali_Pashas_in_Tepelena.jpg

Το άγαλμα του Αλή Πασά στο Τεπελένι.
Πηγή εικόνας

Πέρα από τον μύθο που περιτριγυρίζει την ιστορία του Αλή Πασά, υπάρχει όμως και το ερώτημα του τι σήμαινε πραγματικά η διακυβέρνησή του για τον τόπο. Έχουμε από τη μια την εικόνα ενός αιμοσταγή τυράννου, από την άλλη όμως και ενός αποτελεσματικού κυβερνήτη που φρόντισε για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των υπηκόων του. Μπορεί τελικά το ένα να μην αποκλείει το άλλο. Στα χρόνια του δημιουργήθηκε στον ελληνο-αλβανικό χώρο κάτι που θύμιζε τουλάχιστον σύγχρονο συνεκτικό κράτος. Ο ρόλος που έπαιξαν ως θεμέλιο για την ίδρυση του νεοελληνικού σύγχρονου έθνους-κράτους, έχει ήδη επισημανθεί.

Η ληστεία καταπολεμήθηκε και τα ταξίδια και το εμπόριο έγιναν σχετικά ασφαλή. Η γεωργία ενισχύθηκε με  υδραυλικά έργα και αποξηράνσεις ελών. Το οδικό δίκτυο βελτιώθηκε και σε κάποια τμήματα του έγινε μάλιστα ικανό και για συγκοινωνία με άμαξες. Στην επικράτεια του Αλή κυριαρχούσε σχετική ανεξιθρησκεία (κάτι που κατά μια άποψη συνδέεται και με τις ισχυρές επιρροές που αυτός είχε από τον μπεκτασισμό): στα χρόνια του κτίστηκαν και πολλές εκκλησίες και μοναστήρια. Η ελληνική παιδεία στα Γιάννενα μπόρεσε να αναπτυχθεί, όπως και η τοπική βιοτεχνία. Ο Αλή Πασάς  ακολουθούσε ακόμα και μια δική του εξωτερική πολιτική, δείχνοντας μάλλον μια προτίμηση προς την Αγγλία.

Το αν ο Αλής έβλεπε τον εαυτό του απλά σαν τοπικό ηγέτη μιας (έστω μεγάλης) οθωμανικής επαρχίας ή αν στόχευε σε μια ελληνο-αλβανική ανεξαρτησία, ή ακόμα, εντελώς αντίθετα, στον σουλτανικό θρόνο, είναι ένα θέμα για το οποίο διαφωνούν οι ιστορικοί. Δεν πρέπει να παραλείψουμε όμως και κάτι ακόμα σημαντικό. Ο Αλή Πασάς, εκτός από πολιτικός ηγέτης, είχε γίνει και μεγαλοτσιφλικάς. Η οικονομική του δύναμη βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα που εισέπραττε από την καταπίεση των κολίγων στα τσιφλίκια του.

Οσμάν Πασβάνογλου, ο βεζύρης του Βιδινίου

Ο Οσμάν Πασβάνογλου γεννήθηκε στο Βιδίνιο, ένα λιμάνι του Δούναβη στη σημερινή βορειοδυτική Βουλγαρία. Ο πατέρας του ήταν γενίτσαρος: η σχέση του Οσμάν με τους γενίτσαρους της περιοχής θα αποδεικνυόταν καθοριστική για την πολιτική του πορεία. Συμμαχώντας μαζί τους ξεκίνησε εξέγερση εναντίον του Σουλτάνου Σελίμ Γ’, ο οποίος προωθούσε μεταρρυθμίσεις που θα περιόριζαν τη δύναμή τους. Ταυτόχρονα, κέρδισε και συμπάθειες από τους ντόπιους χωρικούς, που δεν ήθελαν να πληρώσουν τους αυξημένους φόρους, οι οποίοι ήταν επίσης μέρος της νέας σουλτανικής πολιτικής. Ο Σουλτάνος τελικά αναγκάστηκε το 1798 να αναγνωρίσει τη δύναμη του Πασβάνογλου, ανακηρύσσοντας τον σε Βεζίρη του Βιδινίου.

Ο Οσμάν ενδιαφερόταν για τις εξελίξεις στην Ευρώπη, και προσπάθησε να αναπτύξει απ’ ευθείας σχέσεις με δυνάμεις όπως η Γαλλία και η Ρωσία, παρακάμπτοντας την Υψηλή Πύλη. Η συμμαχία με τους γενίτσαρους πιθανόν να τον έκανε δημοφιλή ανάμεσα στους Μουσουλμάνους. Ταυτόχρονα όμως, ο Πασβάνογλου είχε μια ιδιαίτερη σχέση και με τους Χριστιανούς. Πολλοί απ’ αυτούς κατείχαν σημαντικό ρόλο στο διπλωματικό του σώμα, στον διοικητικό μηχανισμό και στον στρατό του. Εξάλλου, είναι γνωστός και για τη σχέση που είχε με το Ρήγα Βελεστινλή. Λέγεται ότι ο λόγος που ο τελευταίος εκτελέστηκε στο Βελιγράδι αντί να σταλεί στην Κωνσταντινούπολη, ήταν γιατί ο Σουλτάνος ήθελε να αποφύγει το ταξίδι μέσα από την επικράτεια του Πασβάνογλου, ο οποίος θα φρόντιζε για την απελευθέρωση του φίλου του. Ο Ρήγας του αφιέρωσε και τους ακόλουθους στίχους από το Θούριο:

Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλεις να νικάς.
Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.

Στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής, ο Πασβάνολγου φρόντισε για τη βελτίωση της ασφάλειας και των υποδομών. Ανέπτυξε το οδικό δίκτυο, έκτισε χάνια και διοικητικά κτίρια.  Οι φόροι σταθεροποιήθηκαν σε λογικά επίπεδα, ενώ υπήρχε αρκετή θρησκευτική ελευθερία. Παράλληλα μ’ αυτό όμως, το όνομα του συνδέθηκε και με την ανάπτυξη του συστήματος των τσιφλικιών, της οθωμανικής εκδοχής της φεουδαρχίας.

Το τζαμί Οσμάν Πασβάνογλου με την Βιβλιοθήκη στα αριστερά. http://www.panoramio.com/photo_explorer#view=photo&position=32062&with_photo_id=56543337&order=date_desc&user=6063809

Το τζαμί Οσμάν Πασβάνογλου με την ομώνυμη βιβλιοθήκη στα αριστερά, στο Βιδίνιο.
Πηγή εικόνας

Μεχμέτ Αλή Πασάς: από την Καβάλα στην Αίγυπτο

Στην νεοελληνική Ιστορία μας είναι γνωστά τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ και ο ρόλος που έπαιξαν στην καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Το ότι αυτά πέτυχαν εκεί που ο οθωμανικός στρατός είχε αποτύχει, έχει να κάνει και με το ότι ήταν πιο προσαρμοσμένα στα σύγχρονα δεδομένα. Κι αυτό πάλι, έχει σχέση με το αιγυπτιακό καθεστώς της εποχής.

Ο Ιμπραήμ ήταν ο γιος του Μεχμέτ Αλή, του τότε κυβερνήτη της Αιγύπτου. Ο Μεχμέτ Αλή (ή Μωχάμετ Αλή) γεννήθηκε στην Καβάλα το 1769, πιθανότατα σε αλβανική οικογένεια. Το πιο κρίσιμο γεγονός για την μετέπειτα πορεία του ήταν η εισβολή του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798. Ο Μεχμέτ Αλή στάλθηκε εκεί ως αρχηγός μιας αλβανικής στρατιωτικής ομάδας, για να αντιμετωπίσει τα γαλλικά στρατεύματα, και μέσα από διάφορες συμμαχίες κατάφερε το 1805 να διοριστεί αντιβασιλέας της (ακόμα οθωμανικής) Αιγύπτου.

Ο Μεχμέτ Αλή Πασάς. https://www.britannica.com/place/Egypt/Muhammad-Ali-and-his-successors-1805-82

Ο Μεχμέτ Αλή Πασάς.
Πηγή εικόνας

Έδειξε από νωρίς την πρόθεσή του να μετατρέψει την Αίγυπτο σε κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία – δηλαδή τη δική του. Το πρώτο βήμα ήταν η νικηφόρα σύγκρουση με την ντόπια αριστοκρατία (τους Μαμελούκους) και τον «κλήρο» (τους ουλεμάδες): ήταν η προϋπόθεση για να γίνει πραγματικός «μονάρχης» της Αιγύπτου. Αυτή η δύναμη έγινε όμως και η αδυναμία του, αφού οι προσπάθειες εκσυχρονισμού που έκανε ήταν στην ουσία προσωπικές, χωρίς να υπάρχει μια σημαντική στήριξη ούτε καν από τους ίδιους τους κρατικούς αξιωματούχους.

Ο Μεχμέτ Αλή προώθησε σημαντικές διοικητικές μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα σχολείων και εξειδικευμένων σχολών (π.χ. ιατρικής), στις οποίες δίδασκαν και Ευρωπαίοι. Επένδυσε στον εξαγωγικό τομέα της γεωργίας και ιδιαίτερα στην καλλιέργεια του βαμβακιού, που του έφερνε μεγάλα έσοδα – αφού είχε εξασφαλίσει το κρατικό μονοπώλιο στο εμπόριο τέτοιων προϊόντων. Έγιναν ακόμα και κάποιες προσπάθειες εκβιομηχάνισης, ίσως οι πρώτες σημαντικές στην περιοχή μας, κυρίως σε κλάδους όπως η υφαντουργία. Η βιομηχανία έφτασε στο σημείο να απασχολεί περίπου το 4% του πληθυσμού: για την εποχή, μάλλον καθόλου μικρό ποσοστό.

Η αυξανόμενη δύναμή του όμως τον έφερε και αυτόν σε σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη. Λίγα χρόνια μόνο αφού βοήθησε στην καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης, βρέθηκε ο ίδιος να στέλνει στρατό στη Συρία εναντίον του Σουλτάνου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κινδύνεψε ίσως όσο ποτέ άλλοτε από ένα τέτοιο εσωτερικό κίνημα: τα στρατεύματα του Μεχμέτ Αλή έφτασαν μέχρι το Ικόνιο, βαθιά μέσα στην Μικρά Ασία. Εξεγέρσεις όπως αυτές του Γκιαούρ Ιμάμη στην Κύπρο το 1833 μπορεί και να σχετίζονται ακριβώς με αυτήν την άνοδο του Μεχμέτ Αλή, και τις ελπίδες που άρχισαν να γεννιούνται για κάτι καλύτερο που μπορούσε να αντικαταστήσει την οθωμανική δυναστεία.

Στο τέλος, ήταν η παρέμβαση των Δυτικών Δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας, που έσωσε τον Σουλτάνο. Ο Μεχμέτ Αλή αναγκάστηκε μετά το 1841 να περιοριστεί πάλι στην Αίγυπτο, όπου θα πέθαινε λίγα χρόνια μετά. Υποχρεώθηκε επίσης να καταργήσει τα γεωργικά μονοπώλια (στα έσοδα των οποίων στηριζόταν και η χρηματοδότηση των μεταρρυθμίσεων του), όπως και τα όποια προστατευτικά μέτρα ενάντια στα φτηνά δυτικά εισαγόμενα προϊόντα – με καταστροφικές συνέπειες για την ανάπτυξη της ντόπιας βιομηχανίας.

Για το πόσο πετυχημένη ήταν τελικά η διακυβέρνησή του όσον αφορά τον εκσυχρονισμό της Αιγύπτου, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Την εποχή του πάντως μπήκαν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός ξεχωριστού αιγυπτιακού κράτους. Οι απόγονοι του θα κυβερνούσαν την Αίγυπτο μέχρι και την ανατροπή της μοναρχίας από τον Νάσερ, το 1952.


Όπως είδαμε, αυτοί οι τοπικοί Οθωμανοί κυβερνήτες στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα, λειτουργούσαν περίπου σαν ηγέτες ανεξάρτητων κρατών, με τους δικούς τους στρατούς και τη δική τους εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Αν και τυπικά ήταν κάτω από τις εντολές του Σουλτάνου και δρούσαν στο όνομά του, δεν δίσταζαν να συγκρουστούν με την Υψηλή Πύλη, όταν το έκριναν αναγκαίο – ακόμα και με στρατιωτικά μέσα.

Στην περιοχή που έλεγχαν, την οποία προσπαθούσαν συνεχώς να επεκτείνουν, προσπάθησαν να στήσουν δομές που τουλάχιστον θυμίζουν κάπως λειτουργικό κράτος. Η επιτυχία τους ήταν περιορισμένη, ειδικά αυτή των ιδιαίτερα φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων του Μεχμέτ Αλή – αλλά πάντως, ίσως μεγαλύτερη απ’ αυτήν των αντίστοιχων σουλτανικών πρωτοβουλιών την ίδια εποχή. Στο τοπικό επίπεδο, φαίνεται ότι οι δυνατότητες για σημαντικές αλλαγές ήταν μεγαλύτερες.

Το να τους δούμε ως πραγματικά εκσυγχρονιστές ηγέτες μπορεί να είναι υπερβολικό: και οι τρεις είχαν μάλλον περιορισμένη μόρφωση και είναι πολύ αμφίβολο αν αντιλαμβάνονταν την σημασία των κοινωνικών αλλαγών στην Δύση εκείνη την εποχή, ή απλά εντυπωσιάζονταν από τα τεχνολογικά της επιτεύγματα. Από μια άποψη, ήταν τυπικοί Οθωμανοί τοπικοί άρχοντες που κυβερνούσαν απολυταρχικά, ενδιαφερόμενοι κυρίως ν’ αυξήσουν την προσωπική τους δύναμη και να συλλέξουν πλούτο.

Αν και Μουσουλμάνοι ηγέτες πάντως, είναι ένα κοινό τους ότι επέτρεψαν σημαντική θρησκευτική ελευθερία και δεν δίστασαν να συνεργαστούν με Χριστιανούς. Στα «κράτη» του Αλή Πάσα ή του Πασβάνογλου οι ντόπιοι Χριστιανοί έπαιζαν σημαντικό ρόλο σε πολλά επίπεδα, από το οικονομικό, το διοικητικό μέχρι και το στρατιωτικό. Ο Μεχμέτ Αλή δεν δίστασε, παρά τις αντιδράσεις, να δώσει σημαντικά πόστα σε πολλούς ειδικούς από την ανεπτυγμένη χριστιανική Δύση για να πραγματοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις του, ανταμείβοντάς τους πλουσιοπάροχα.

Κάτω από άλλες συνθήκες, θα ήταν ίσως δυνατό αυτές οι ημιαυτόνομες προσωποκεντρικές ηγεμονίες να εξελιχθούν σε πραγματικά κράτη, που θα αντικαθιστούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία; Θα ήταν αυτά πολυπολιτισμικά κράτη, διαφορετικά από τα έθνη-κράτη των Βαλκανίων όπως τα ξέρουμε σήμερα; Οι υποθέσεις στην Ιστορία είναι σίγουρα δύσκολο πράγμα. Παρ’ όλα αυτά, ας έχουμε υπόψη ότι η τελική κατάληξη του «Ανατολικού Ζητήματος» δεν ήταν αυτονόητη, κι ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν εντελώς διαφορετικά.


Πηγές:

Ποταμια στην ερημο

Κλασσικό

Λίγες βιοκλιματικές ζώνες στον πλανήτη μας είναι τόσο εχθρικές στη ζωή όσο η έρημος. Τίποτα δεν δυσκολεύει τόσο πολύ την επιβίωση του ανθρώπου όσο η έλλειψη νερού.

Αυτό είναι κάτι που οι κάτοικοι της υποτροπικής ξηρής κλιματικής ζώνης ξέρουν καλά. Αυτή εκτείνεται στο βόρειο ημισφαίριο περίπου στο γεωγραφικό πλάτος 25-40°: είναι δημιούργημα περίπλοκων δυναμικών διαδικασιών στα ανώτερα τμήματα της ατμόσφαιρας, που δημιουργούν στην επιφάνεια της Γης μια ζώνη ψηλών βαρομετρικών. Εδώ κοντά έχουμε ίσως την πιο ακραία της μορφή, με μια τεράστια και εξαιρετικά ξηρή έρημο, που ξεκινά από τις ακτές του Μαρόκου και φτάνει μέχρι τo Ιράκ, γνωστή ως Σαχάρα στο αφρικανικό της τμήμα και Αραβική Έρημος στο ασιατικό.

Οι περιοχές της γης με ημίξηρο (καφέ), ξηρό (πορτοκαλί) και υπέρξηρο κλίμα. https://prezi.com/4hota9a_ppuk/sahelzone/

Οι περιοχές της Γης με ημίξηρο (καφέ), ξηρό (πορτοκαλί) και υπέρξηρο (κίτρινο) κλίμα.
Πηγή εικόνας

Αυτή η περιοχή θα έπρεπε να ήταν σχεδόν ακατοίκητη, αν δεν υπήρχαν κάποιες γεωμορφολογικές ιδιαιτερότητες. Το ανάγλυφο της περιοχής είναι τέτοιο, ώστε σε κάποια σημεία οι μεγάλες ποσότητες βροχόπτωσης που μαζεύουν τα βουνά βόρεια ή νότια αυτής της ζώνης, να μπορούν να βρουν τη διέξοδο προς τη θάλασσα μόνο περνώντας μέσα απ’ την έρημο, χαρίζοντας της ζωή. Τέτοια είναι η περίπτωση της κοιλάδας του Νείλου στην Αφρική, αλλά σε κάποιο βαθμό και της Μεσοποταμίας στη Δυτική Ασία.

Ο θεός Νείλος και τα δώρα του

Πριν μόλις 2 χρόνια, η πρόθεση της Αιθιοπίας να κατασκευάσει φράγμα στο Γαλάζιο Νείλο παρ’ ολίγο να προκαλέσει πόλεμο με την Αίγυπτο. Ο τότε πρόεδρος της Αιγύπτου είπε σχετικά ότι αν τα νερά του Νείλου «λιγοστέψουν έστω και κατά μια σταγόνα, το αίμα μας είναι η εναλλακτική». Αυτό είναι ένα ακόμα δείγμα της ζωτικής τους σημασίας.

Χάρτης της λεκάνης απορροής του ποταμού Νείλου (καφέ όριο). Ο χρωματισμός αντιστοιχεί στην πραγματική εξατμισοδιαπνοή, που σ' αυτήν την περίπτωση είναι ένδειξη του πόσο βροχερό είναι το κλίμα (κίτρινο προς μπλε = χαμηλή προς ψηλή). http://www.nilebasin.org/index.php/about-us/the-river-nile

Χάρτης της λεκάνης απορροής του Νείλου (καφέ όριο). Ο χρωματισμός αντιστοιχεί στην πραγματική εξατμισοδιαπνοή, που σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ένδειξη του πόσο υγρό είναι το κλίμα (κίτρινο προς μπλε = χαμηλή προς ψηλή). Πηγή εικόνας

Τα υπάρχοντα (πράσινες τελείες) και τα υπό κατασκευή (κίτρινες) φράγματα στο Νείλο. Το βορειότερο είναι το γνωστό φράγμα του Ασουάν, ενώ το νοτιότερο υπό κατασκευή Φράγμα της Αναγέννησης παρ' ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο Αιγύπτου-Αιθιοπίας. http://america.aljazeera.com/opinions/2014/2/egypt-disputes-ethiopiarenaissancedam.html

Τα υπάρχοντα (πράσινες τελείες) και τα υπό κατασκευή (κίτρινες) φράγματα στο Νείλο. Το βορειότερο είναι το γνωστό Φράγμα του Ασουάν, ενώ το νοτιότερο υπό κατασκευή Φράγμα της Αναγέννησης παρ’ ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο Αιγύπτου-Αιθιοπίας.
Πηγή εικόνας

Ο Νείλος ήταν για τους αρχαίους Αιγύπτιους θεός, κι αυτό είναι ακόμα ένα στοιχείο που δείχνει τη σημασία του. Η ονομασία «δώρο του Νείλου» για την Αίγυπτο δεν είναι υπερβολική: χάρη στο νερό και τα θρεπτικά στοιχεία που κουβαλά μαζί του ο Νείλος από τα εύφορα ηφαιστειογενή εδάφη της Αιθιοπίας, αλλά και από την τροπική ζώνη της κεντρικής Αφρικής, αποκτά ζωή η έρημος Σαχάρα, έστω και ένα μικρό μέρος της. Βοηθούν φυσικά και τα ψηλά βουνά της Ανατολικής Αιγύπτου που φράσσουν το δρόμο προς την Ερυθρά Θάλασσα και αναγκάζουν το Νείλο να διασχίσει ολόκληρη την Αίγυπτο για να καταλήξει στη Μεσόγειο.

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στη τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ' αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται από την τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η έρημος Σαχάρα, όπως φαίνεται από την Σακάρα νότια του Καΐρου. Συνεχίζεται έτσι για χιλιάδες χιλιόμετρα.

Φωτογραφία από το ίδιο σημείο, αλλά κοιτώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η έρημος Σαχάρα συνεχίζεται έτσι για χιλιάδες χιλιόμετρα.

Όσο εντυπωσιακό και να είναι αυτό το θαύμα της Φύσης, οι αντοχές του απέναντι στην πίεση της ανθρώπινης ανάπτυξης δεν είναι ανεξάντλητες. Η δημογραφική έκρηξη του τελευταίου αιώνα είναι για χώρες όπως η Αίγυπτος ιδιαίτερα επικίνδυνη: η κοιλάδα του Νείλου, που επί χιλιετίες εξασφάλιζε τη ζωή τόσων ανθρώπων, δυσκολεύεται τώρα να υποστηρίξει τις ανάγκες ενός πληθυσμού 80 εκατομμυρίων, που αναμένεται να φτάσει τα 120 πριν σταθεροποιηθεί. Κάπως έτσι βρέθηκε η Αίγυπτος, που είχε στηρίξει αυτοκρατορίες με την εξαγωγή σιταριού, στην ανάγκη να εισάγει τώρα σιτάρι.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνονται από το τρένο Λουξόρ-Ασουάν.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου. Ενώ οι ανάγκες σε νερό και γεωργική παραγωγή αυξάνονται ραγδαία με τη δημογραφική έκρηξη, οι οικιστικές ανάγκες που επίσης αυξάνονται στερούν πολύτιμη γεωργική γη.

Αυτό δεν είναι φυσικά το μόνο πρόβλημα που προκαλεί η ανθρώπινη επέμβαση. Το φράγμα του Ασουάν, ένα από τα πιο μεγαλεπήβολα σχέδια για την ανάπτυξη της Αιγύπτου, θεωρείται από πολλούς παράδειγμα κακού σχεδιασμού, που δημιούργησε ίσως περισσότερα προβλήματα από αυτά που σκόπευε να λύσει. Και δεν είναι μόνο ότι για να κατασκευαστεί χρειάστηκε η μετεγκατάσταση δεκάδων χιλιάδων Νουβίων σε κακές συνθήκες, ούτε το ότι σ’ αυτό το κλίμα μια επιφάνεια τέτοιας έκτασης έχει ως συνέπεια μεγάλες απώλειες νερού μέσω εξάτμισης.

Οι ετήσιες πλημμύρες του Νείλου πλέον εμποδίζονται με τη ρύθμιση της ροής από το φράγμα: οι πλημμύρες όμως ήταν αυτές που άφηναν πίσω τους στις γεωργικές εκτάσεις μια πλούσια σε θρεπτικά στοιχεία ιλύ – η οποία τώρα συγκρατείται από το φράγμα. Το νερό που φτάνει άρα στους Αιγύπτιους αγρότες είναι πολύ πιο φτωχό σε θρεπτικά στοιχεία, πράγμα που με τη σειρά του τους αναγκάζει σε αυξημένη χρήση λιπασμάτων, δημιουργώντας ακόμα μια περιβαλλοντική επιβάρυνση για το Νείλο. Οι συνέπειες γίνονται αισθητές μέχρι το δέλτα του Νείλου και την ακτή της Μεσογείου, όπου λόγω μειωμένου φορτίου του ποταμού δεν αυξάνεται μόνο η διάβρωση των ακτών, αλλά μειώνονται και τα θρεπτικά στοιχεία στο νερό της θάλασσας – όχι ότι καλύτερο για την αλιεία.

Ο παρόχθιος πεζόδρομος στο Ασουάν (ανατολική όχθη) με την έρημο να ξεκινά σχεδόν άμεσα στη δυτική όχθη στο βάθος.

Ο ποταμός Νείλος στο Ασουάν, λίγο πιο βόρεια από το γνωστό φράγμα.

Αν βάλουμε στην εξίσωση και τις πιθανές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, δεν πρέπει να μας προξενεί εντύπωση που το ενδεχόμενο μειωμένης ποσότητας νερού (λόγω φραγμάτων στην Αιθιοπία) προκαλεί τέτοια ανησυχία στην Αίγυπτο. Το πράγμα γίνεται περίπλοκο λόγω της πρόσφατης Ιστορίας του διαμοιρασμού του νερού. Αυτή βασίζεται σε μια σύμβαση από το 1929, την εποχή της αποικιοκρατίας, που εξασφάλιζε στην Αίγυπτο το μεγαλύτερο ποσοστό στη χρήση του νερού του Νείλου (57%), καθώς και την ανάγκη έγκρισης απ’ αυτήν κάθε έργου που το αφορά στις ανάντη χώρες. Η σύμβαση ανανεώθηκε το 1959, αυξάνοντας το ποσοστό νερού για την Αίγυπτο – λίγο πριν την ανεξαρτησία των νοτιότερων αφρικανικών χωρών, ενώ η ήδη ανεξάρτητη Αιθιοπία δεν ρωτήθηκε καν. Για αρκετές δεκαετίες στη συνέχεια οι ανάντη χώρες ήταν δηλαδή υπόχρεες να τηρούν μια αποικιακή συμφωνία, την οποία οι ίδιες δεν είχαν υπογράψει κι από την οποία δεν είχαν κανένα όφελος – παρ’ όλο που το νερό του Νείλου προερχόταν από το έδαφός τους.

Όπως ήταν αναμενόμενο, με την αύξηση του πληθυσμού και τις αυξημένες ανάγκες αυτών των χωρών, κάποια στιγμή αυτό θα γινόταν πρόβλημα. Το 2010 κατέληξαν σε καινούρια συμφωνία για τη χρήση των νερών του Νείλου – την οποία η Αίγυπτος αρνήθηκε να δεχτεί. Για άλλη μια φορά, βλέπουμε πως τα σύγχρονα πολιτικά σύνορα, όταν δεν σέβονται τη φυσική γεωγραφία, αποδεικνύονται ανίκανα να εξασφαλίσουν μια σταθερότητα.

Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη

Όπως ο Νείλος γέννησε τον πολιτισμό της Αρχαίας Αιγύπτου, έτσι και ο Τίγρης με τον Ευφράτη γέννησαν πολιτισμούς όπως το βαβυλωνιακό, το σουμεριακό, τον ασσυριακό. Πολιτισμούς που μας άφησαν επιτεύγματα όπως την πρώτη γραφή ή τους πρώτους νομικούς κώδικες στην ανθρώπινη Ιστορία.

Όπως όμως τα σύγχρονα σύνορα δημιουργούν προβλήματα στη χρήση του νερού του Νείλου, το ίδιο συμβαίνει με τον Τίγρη και τον Ευφράτη. Και οι δύο ποταμοί πηγάζουν στη νοτιανατολική Τουρκία, διασχίζουν την ανατολική Συρία και περνούν στο Ιράκ, μέχρι να ενωθούν ως ο ποταμός Σατ-αλ-Αράμπ και να εκβάλλουν στον Περσικό Κόλπο.  Αν όμως η προέλευση των νερών του Τίγρη είναι κάπως πιο ισορροπημένη (περίπου το μισό προέρχεται από παραπόταμους που πηγάζουν στην οροσειρά Ζάγρος, δηλαδή στο έδαφος του Ιράκ και του Ιράν, με το εδάφος της Τουρκίας να προσφέρει το υπόλοιπο), το νερό του Ευφράτη προέρχεται κατά 90% από τη βροχόπτωση στη νοτιοανατολική Τουρκία. Η ίδια η πεδιάδα της Μεσοποταμίας στη Συρία και το Ιράκ είναι μια περιοχή με ξηρό κλίμα, που συνεισφέρει ελάχιστα στη ροή αυτών των ποταμών – είναι όμως απόλυτα εξαρτημένη απ’ αυτήν τη ροή. Η Τουρκία βρίσκεται άρα στην πλεονεκτική θέση, να έχει στα χέρια της τον έλεγχο του νερού, που τόσο πολύ χρειάζονται οι νοτιότερες αραβικές χώρες.

Τίγρης Ευφράτης

Η λεκάνη απορροής του Τίγρη και του Ευφράτη – ο χρωματισμός της επιφάνειας αντιστοιχεί στο ύψος της βροχόπτωσης. Όπως φαίνεται, ενώ τα νερά των ποταμών προέρχονται από περιοχές που η βροχόπτωση μπορεί να ξεπερνά και τα 500mm, στην ίδια τη κοιλάδα της Μεσοποταμίας με την εντατική γεωργία αυτή δεν ξεπερνά τα 100 mm.  Πηγή εικόνας

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη μέσω του φιλόδοξου τουρκικού προγράμματος GAP (Σχέδιο Νοτιοανατολικής Τουρκίας). Αυτό έχει μεγάλη πολιτική σημασία για την χώρα, αφού στοχεύει στην οικονομική ανάπτυξη του ιδιαίτερα προβληματικού νοτιοανατολικού τμήματος (βλέπε Κουρδικό). Το πρόγραμμα, που εφαρμόζεται από τη δεκαετία του ’80, συμπεριλαμβάνει την κατασκευή πολλών μεγάλων φραγμάτων στο Τίγρη και τον Ευφράτη, όχι μόνο για σκοπούς άρδευσης, αλλά και παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Το Φράγμα Ατατούρκ στον ποταμό Ευφράτη, ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν κτιστεί στα πλαίσια του GAP. http://www.natgeocreative.com/photography/529932

Το Φράγμα Ατατούρκ στον ποταμό Ευφράτη, ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν κτιστεί στα πλαίσια του GAP.
Πηγή εικόνας

Όπως ήταν αναμενόμενο, σ’ αυτές τις κατασκευές αντιδρούν η Συρία και το Ιράκ, που είναι τόσο εξαρτημένες από τα νερά των δύο ποταμών. Η Τουρκία έχει επίγνωση της πολιτικής δύναμης που της δίνει η φυσική γεωγραφία. «Εσείς έχετε το πετρέλαιο, εμείς έχουμε το νερό» είναι η φράση που περιγράφει τη στάση της απέναντι στους Άραβες γείτονες τους.

Επίσημα φυσικά, η Τουρκία προσπαθεί να πείσει ότι η πολιτική της δεν στρέφεται ενάντια στους γείτονες, και μάλιστα εξασφαλίζει και σ’ αυτούς πλεονεκτήματα. Στην Τουρκία οι απώλειες νερού μέσω εξάτμισης είναι μικρότερες, άρα η κατασκευή φραγμάτων είναι προτιμότερο να γίνει εκεί. Και αυτή η κατασκευή είναι αναγκαία, ώστε να ρυθμίζεται η ροή των ποταμών, αλλιώς οι φυσικές διακυμάνσεις μπορεί να αποβούν καταστροφικές, όπως έγινε στο παρελθόν σε περιόδους ξηρασίας. Όπως και να ‘χει, τέτοια φράγματα δίνουν στην Τουρκία μεγάλη δύναμη, και φαίνεται ότι οι γείτονές της δεν την εμπιστεύονται ότι η χρήση της θα είναι σωστή.

Το θέμα γεννάει ένταση όχι μόνο στις σχέσεις Τουρκίας-Συρίας και Τουρκίας-Ιράκ, αλλά και Συρίας-Ιράκ. Το 1975 παρ’ ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο μεταξύ των δυο τελευταίων χωρών, όταν η Συρία αποφάσισε να κατασκευάσει αυτή φράγμα στον Ευφράτη. Όσο το πρόβλημα δεν λύνεται, θα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνο. Και η λύση του θα είναι πολύ δύσκολη, όταν από τη μια αυξάνεται ο πληθυσμός, ενώ από την άλλη η κλιματική αλλαγή αναμένεται να κάνει το κλίμα ακόμα πιο ξηρό. Και με τη σημερινή κατάρρευση κρατών όπως το Ιράκ και η Συρία, υπάρχουν περισσότερα μέρη που πρέπει να συμφωνήσουν για τη διαχείριση των νερών – μεταξύ άλλων και το Ισλαμικό Κράτος.

Η αύξηση του πληθυσμού και η αυξημένη γεωργική χρήση του νερού σημαίνουν και μείωση της ποιότητάς του, μέσω της επιβάρυνσης από τα αστικά λύματα και τη γεωργία. Η υπερβολική χρήση αυτών των νερών απ’ όλες τις χώρες έχει όμως και άλλες κακές οικολογικές συνέπειες.  Η μείωση της ροής κοντά στις εκβολές του Σατ-αλ-Αράμπ οδηγεί στην εισροή αλμυρού νερού από τον Περσικό Κόλπο. Αυτό σημαίνει ότι το νερό του ποταμού γίνεται ουσιαστικά άχρηστο για τη γεωργία. Οι επιπτώσεις στη γεωργική παραγωγή ήδη γίνονται αισθητές. Ταυτόχρονα, καταστρέφεται και το οικοσύστημα των υγρότοπων στο νότιο Ιράκ, που ήταν κάποτε οι μεγαλύτεροι στη Μέση Ανατολή.

Οι Άραβες των Βάλτων κατοικούσαν για αιώνες στους υγρότοπους που σχηματίζονται κοντά στις εκβολές του Σατ-αλ-Αράμπ, πριν ο Σαντάμ Χουσέιν τους αποξηράνει για πολιτικούς κυρίως λόγους. Μετά την απομάκρυνση του, πραγματοποιήθηκε αρχικά η αναγέννηση των υγρότοπων. Σύντομα όμως αυτοί άρχισαν πάλι να συρρικνώνονται - αυτή τη φορά λόγω της μειωμένης ροής του Τίγρη και του Ευφράτη. http://news.nationalgeographic.com/2015/07/150709-iraq-marsh-arabs-middle-east-water-environment-world/

Οι Άραβες των Βάλτων κατοικούσαν για αιώνες στους υγρότοπους που σχηματίζονται στο σημείο που ενώνεται ο Τίγρης με τον Ευφράτη, πριν ο Σαντάμ Χουσέιν τους αποξηράνει για πολιτικούς κυρίως λόγους. Μετά την απομάκρυνσή του, έγινε αρχικά μια αναγέννηση των υγρότοπων. Σύντομα όμως αυτοί άρχισαν πάλι να συρρικνώνονται – αυτή τη φορά λόγω της μειωμένης ροής του Τίγρη και του Ευφράτη.
Πηγή εικόνας


Και ο Νείλος και ο Ευφράτης με τον Τίγρη είναι παραδείγματα του πόσο προβληματικά αποδεικνύονται τα σημερινά πολιτικά σύνορα. Αυτά χαράκτηκαν σε μια εποχή που το οικολογικό πρόβλημα δεν ήταν ακόμα τόσο έντονο, όταν τα νερά αυτών των ποταμών έφταναν άνετα για να ικανοποιήσουν τις περιορισμένες ανάγκες ενός ακόμα μικρού και φτωχού πληθυσμού. Με τη σημερινή οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη, μοιάζουν πλέον ξεπερασμένα.

Η ανάγκη κεντρικού σχεδιασμού μιας κοινής διαχείρισης αυτών των φυσικών πόρων είναι ολοφάνερη. Είναι αρκετά πιθανό με την κλιματική αλλαγή και την επέκταση της ξηρής ζώνης προς τα βόρεια να βρεθούμε κι εμείς σύντομα αντιμέτωποι με ανάλογα προβλήματα. Καλύτερα να είμαστε από πριν έτοιμοι να τα αντιμετωπίσουμε.


Σχετικά άρθρα/βιβλία/ντοκυμαντέρ

Αραβικη Ανοιξη: Πεντε χρονια μετα

Κλασσικό

Πριν πέντε χρόνια, το Δεκέμβρη του 2010, ένα φαινομενικά σχετικά ασήμαντο συμβάν (η αυτοπυρπόληση ενός οπωροπώλη σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Τυνησίας) έγινε η αρχή μιας σειράς από εξεγέρσεις σε αραβικές χώρες. Μόλις μερικές εβδομάδες μετά, δύο φαινομενικά πανίσχυροι Άραβες δικτάτορες είχαν ήδη απομακρυνθεί από την εξουσία, η Αίγυπτος και η Τυνησία ζούσαν σε μια πρωτόγνωρη ελευθερία, ενώ σε πολλές άλλες αραβικές χώρες τα αυταρχικά καθεστώτα φαίνονταν να τρίζουν και να είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Όσοι παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις είχαμε την αίσθηση ότι βλέπουμε μπροστά μας την Ιστορία να γράφεται, και μάλιστα από τα κάτω, από τους λαούς.

Εικόνα από την πλατεία Ταχρίρ (Φλεβάρης '13)

Εικόνα από την πλατεία Ταχρίρ (Φλεβάρης ’13)

Ο αραβικός κόσμος, αυτός που λίγο πριν πολλοί θεωρούσαν ως περίπου από τη φύση του ανίκανο για εκδημοκρατισμό, προορισμένο για να ζει αιώνια κάτω από δεσποτικά καθεστώτα, έγινε ξαφνικά σύμβολο της δύναμης της λαϊκής βούλησης. Η αισιοδοξία και η ελπίδα ήταν τα κυρίαρχα αισθήματα, και κάποιοι τώρα προέβλεπαν τη σύντομη οριστική μετάβαση όλων των αραβικών χωρών στη δημοκρατία.

Πέντε χρόνια μετά, η γενική εικόνα δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο αποκαρδιωτική. Η Συρία, η Λιβύη και η Υεμένη έχουν βυθιστεί σε αιματηρούς εμφύλιους πολέμους. Στην Αίγυπτο παρακολουθήσαμε την παλινόρθωση του παλιού καθεστώτος, έστω και με διαφορετικό ηγέτη, αλλά ίσως ακόμα πιο αυταρχικού και βίαιου από πριν. Στο Μπαχρέιν η εξέγερση καταπνίγηκε σύντομα, ενώ σε χώρες όπως το Μαρόκο, η Ιορδανία κ.ά. τα κινήματα γρήγορα έχασαν την ορμή τους, πριν εξελιχθούν σε κανονική εξέγερση. Η μοναδική περίπτωση που φαίνεται να συνεχίζει το δρόμο του εκδημοκρατισμού είναι η Τυνησία, κι αυτή όμως έχει να αντιμετωπίσει την άνοδο της τρομοκρατίας, την οικονομική στασιμότητα και μάλλον την απογοήτευση του κόσμου.

Οι αραβικές χώρες γίνανε σύντομα από παράδειγμα προς μίμηση (ας μην ξεχνάμε ότι το κίνημα των Indignados στην Ισπανία, των Αγανακτισμένων στην Ελλάδα, η εξέγερση του Γκεζί στην Τουρκία, εμπνεύστηκαν από τις εξεγέρσεις στην Τυνησία και την Πλατεία Ταχρίρ) πάλι παράδειγμα προς αποφυγή. Αυτοί που θεωρούσαν ότι οι Άραβες δεν είναι ώριμοι για δημοκρατία και ότι το να ζουν κάτω από αυταρχικά καθεστώτα είναι η μοίρα που τους αξίζει και το μικρότερο κακό, νιώθουν επιβεβαιωμένοι.

Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση στις γειτονικές των αραβικών μεσογειακές χώρες, τουλάχιστον όσοι είδαμε στην «Αραβική Άνοιξη» μια μεγάλη ελπίδα όχι μόνο για τις αραβικές χώρες αλλά και για τις δικές μας; Μπορούμε ίσως να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις, που θα μας είναι χρήσιμες για το μέλλον:

-Κατ’ αρχήν, πρέπει να δούμε γιατί τα αποτελέσματα των κινημάτων ήταν διαφορετικά από χώρα σε χώρα. Ένας παράγοντας που αναφέρεται είναι το πόσο ανεπτυγμένες ήταν οι κρατικές δομές. Σε χώρες που αυτές ήταν ισχυρές (τουλάχιστον αυτό υποτίθεται), όπως π.χ. στην Τυνησία και την Αίγυπτο, η αλλαγή καθεστώτος δεν οδήγησε σε χάος. Αντίθετα, σε χώρες όπου δεν υπήρχαν ισχυρές κρατικές δομές πέρα από τις δυνάμεις ασφαλείας, όπως στη Λιβύη και την Υεμένη, όλο το σύστημα κατέρρευσε με την απομάκρυνση του ισχυρού κεντρικού προσώπου.

-Το άλλο σημαντικό στοιχείο που καθόρισε το αποτέλεσμα είναι η εθνοθρησκευτική σύνθεση. Στην περίπτωση π.χ. της Συρίας, η κατάρρευση δεν ήρθε μάλλον λόγω αδύνατων κρατικών δομών, αλλά λόγω περίπλοκης εθνοθρησκευτικής σύνθεσης. Ήδη σε άλλο άρθρο έγινε αναφορά στη διαφορά της αραβικής Δύσης (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία) και αραβικής Ανατολής (π.χ. Συρία, Λίβανος, Ιράκ): ενώ στην πρώτη η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ακολουθεί το ίδιο θρησκευτικό δόγμα (σουνιτικό Ισλάμ), η δεύτερη αποτελείται από κοινωνίες με εκπληκτική ποικιλία εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων: Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες, Χριστιανοί, Γεζίδες, Κούρδοι κ.λπ. Κύριο πρόβλημα φαίνεται να είναι η σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών: χωρίς αυτήν μάλλον δεν θα υπήρχε π.χ. και το Ισλαμικό Κράτος στη σημερινή του έκταση.

-Τα κινήματα που πρωτοστάτησαν στις αραβικές εξεγέρσεις φαίνεται να έχουν μπει στο περιθώριο των εξελίξεων. Αυτό μάλλον δεν είναι καμία έκπληξη: δεν ήταν επαναστατικές οργανώσεις με συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, έτοιμες να αναλάβουν την εξουσία. Ήταν μάλλον ομάδες νέων της μεσαίας τάξης, που τους ένωνε η δυσαρέσκεια με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Στα μέτωπα που δημιουργήθηκαν συμμετείχαν φυσικά και οργανώσεις με πολύ συγκεκριμένη ιδεολογία, π.χ. οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο, από μόνες τους όμως δεν ήταν αρκετά δυνατές. Όπως ήταν αναμενόμενο, τέτοια κινήματα δεν ήταν έτοιμα να ανταγωνιστούν τις παλιές ελίτ ή τις ισλαμιστικές δυνάμεις στη αναδιανομή της εξουσίας – και είναι αμφίβολο αν το ήθελαν. Έπαιξαν μεν κεντρικό ρόλο στην ανατροπή των καθεστώτων, στη συνέχεια όμως παραχώρησαν σταδιακά το πολιτικό πεδίο στις δυνάμεις που αναφέρθηκαν – με τα αποτελέσματα που βλέπουμε σήμερα.

Αυτά όλα μπορεί να εξηγούν τη σημερινή κατάσταση, πώς όμως θα είναι το μέλλον; Με δεδομένο ότι στις αραβικές κοινωνίες με το νεανικό τους πληθυσμό είναι πιο εύκολο να αναπτυχθούν δυναμικά προοδευτικά κινήματα παρά στις γερασμένες ευρωπαϊκές, η ήττα της Άνοιξης μοιάζει να είναι μεγάλο πλήγμα για την περιοχή μας γενικά. Δύσκολα μπορεί να γίνει κάτι ανάλογο αλλού.

Παρ’ όλα αυτά, με λίγη γνώση της Ιστορίας ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε την έκβασή της από τέτοιες περιστασιακές εικόνες. Η μετάβαση μιας κοινωνίας από ένα στάδιο εξέλιξης στο άλλο σπάνια γίνεται με ομαλό και ειρηνικό τρόπο. Αντίθετα, συχνότερα βλέπουμε αποτυχίες (προσωρινές ή όχι) και πισωγυρίσματα, όπως αυτό της Αιγύπτου, ενώ δεν είναι σπάνια σε τέτοιες χρονικές περιόδους και τα φαινόμενα διάλυσης, όπως στη Συρία και την Υεμένη.

Σίγουρα ένα πολύ σημαντικό θέμα είναι αυτό που αναφέρθηκε πιο πάνω: ο εθνοθρησκευτικός σεχταρισμός. Αν δεν αντιμετωπιστεί, τίποτα στη Μέση Ανατολή δεν θα μπορεί να προχωρήσει μπροστά. Όσο δύσκολο κι αν μοιάζει αυτό, ας μη ξεχνάμε ότι αυτή η διάσπαση στη βάση εθνο-θρησκευτικών ορίων είναι μια τάση της εποχής μας – πριν μερικές δεκαετίες η σιιτική/σουνιτική ταυτότητα είχε π.χ. σημαντικά μικρότερο πολιτικό βάρος. Και όπως ενδυναμώθηκε, δεν είναι αδύνατο να υποχωρήσει πάλι – με σκληρή προσπάθεια, εννοείται.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο για το μέλλον είναι η επιβίωση και ανάπτυξη των αξιών και ιδεών που οδήγησαν στο ξέσπασμα των εξεγέρσεων. Παρά την όποια προσωρινή υποχώρησή τους (φυσιολογική, μια και ο κόσμος σε μια τέτοια κατάσταση επιθυμεί πάνω απ’ όλα πάλι σταθερότητα και ασφάλεια, έστω και κάτω από ένα αυταρχικό καθεστώς), δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ρόλο να παίξουν στο μέλλον. Και για να το κάνουν αυτό, πρέπει να εξελιχθούν και σε πιο συγκεκριμένα πολιτικά προγράμματα. Μόνο έτσι θα καταφέρει να μπει η εξεγερμένη αραβική νεολαία πραγματικά στο πολιτικό παιχνίδι.


Σχετικά άρθρα

Εβραϊσμος στα αραβικα

Κλασσικό

Η γενική εικόνα που υπάρχει είναι ότι Άραβες και Εβραίοι είναι δύο διαφορετικά έθνη, και μάλιστα ανταγωνιστικά (λόγω Παλαιστίνης). Γι’ αυτό μια ακόμα ταυτότητα που μπορεί να φαίνεται περίεργη είναι αυτή του αραβόφωνου Εβραίου – ή του Εβραίου Άραβα, ανάλογα με το πως το βλέπει κανείς. Κι όμως, δεν μιλάμε για μια μικρή κοινότητα: περίπου το ένα τρίτο ή και περισσότερο του εβραϊκού πληθυσμού του Ισραήλ έχει τέτοια καταγωγή.

Εβραίοι: έθνος ή θρησκεία

Οι Εβραίοι είναι τελικά μια εθνική ή μια θρησκευτική κοινότητα; Η απάντηση ποτέ δεν ήταν εύκολη – και δεν είναι ούτε και σήμερα. Μπορεί το Ισραήλ να λειτουργεί σαν έθνος-κράτος, με μια επίσημη εθνική γλώσσα, τα εβραϊκά (που ουσιαστικά νεκραναστήθηκε, και παρ’ όλα αυτά μιλιέται πλέον από την πλειοψηφία του πληθυσμού σαν μητρική). Όμως εκτός Ισραήλ οι Εβραίοι συνεχίζουν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες και να έχουν τόσο μεγάλες πολιτισμικές διαφορές, που είναι δύσκολο να τους φανταστούμε ως ενιαίο έθνος.

Στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια, είναι αρκετά γνωστός ο διαχωρισμός των Εβραίων σε Ασκεναζίμ και Σεφαρδίμ. Οι Ασκεναζίμ είναι οι Εβραίοι της Βόρειας, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (από την Αγγλία ως τη Ρωσία), που ήταν κυρίως γερμανόφωνοι. Οι Σεφαρδίτες αντίθετα ήταν λατινόφωνοι, με καταγωγή από την Ισπανία, απ’ όπου εκδιώχθηκαν για να βρουν καταφύγιο κυρίως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι Εβραίοι της Ελλάδας και των γειτονικών χωρών ήταν Σεφαρδίτες, ενώ δεν έλειπε και μια μικρή κοινότητα ελληνόφωνων, οι Ρωμανιώτες.

Λιγότερος λόγος γίνεται για μια άλλη εβραϊκή κοινότητα, που είναι όμως πολυάριθμη. Αυτοί είναι οι Μιζραχίμ, οι Εβραίοι της Μέσης Ανατολής. Ο όρος αυτός είναι σχετικά καινούριος. Συχνά αντιμετωπίζονταν ως μέρος των Σεφαρδιτών, διαφέρουν όμως στο ότι ζούσαν κυρίως στις αραβικές χώρες και ήταν στην πλειοψηφία τους αραβόφωνοι. Έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τους Άραβες – μάλλον περισσότερα παρά με τους Ευρωπαίους Εβραίους.

Εβραίοι της Μέσης Ανατολής: μια ιστορία χιλιετιών

Το να μιλάμε για “Εβραίους της Μέσης Ανατολής” ακούγεται περιττό, από τη στιγμή που οι Εβραίοι ήταν έτσι κι αλλιώς ένας σημιτικός λαός με μεσανατολική προέλευση, όπως και οι Άραβες. Ήδη από την Αρχαιότητα είχαν εξαπλωθεί και εκτός Παλαιστίνης. Από τον 6ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν σημαντικές εβραϊκές κοινότητες στην Αίγυπτο και στη Βαβυλώνα.

Η μεγάλη εβραϊκή Διασπορά εμφανίστηκε όμως με το 73 μ.Χ., όταν οι Ρωμαίοι εκτόπισαν τους περισσότερους Εβραίους από την Παλαιστίνη, ως τιμωρία για μια εξέγερση. Αυτοί σκορπίστηκαν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, φυσικά και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Μετά από 6 περίπου αιώνες, αυτή η περιοχή κατακτήθηκε από τους Άραβες. Μέσα στα πλαίσια των ισλαμικών αραβικών κρατών, οι Εβραίοι μπόρεσαν να επιβιώσουν ως ξεχωριστή κοινότητα σε καθεστώς προστασίας (αν και φυσικά με κατώτερο στάτους απ’ ότι οι Μουσουλμάνοι).

Αυτό το περιβάλλον ήταν ευνοϊκό για πολιτιστικές ανταλλαγές ανάμεσα στις διάφορες εθνο-θρησκευτικές κοινότητες. Όπως και άλλοι σημιτικοί λαοί της περιοχής, οι Εβραίοι υιοθέτησαν σιγά σιγά και την αραβική γλώσσα, που είχε γίνει πλέον η lingua franca στην περιοχή.

Η ζωή τους στις αραβικές χώρες, στις οποίες ήταν τόσο ντόπιοι όσο και οι Μουσουλμάνοι ή Χριστιανοί ομόγλωσσοί τους, είναι ένα θέμα που διχάζει. Οι Σιωνιστές τείνουν φυσικά να την παρουσιάζουν σαν μια ιστορία καταπίεσης και διωγμών, ανάλογη με αυτήν στην Ευρώπη, που τερματίστηκε επιτέλους με την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους και την ευκαιρία μετανάστευσης σ’ αυτό. Οι Άραβες αντίθετα θα τόνιζαν την ειρηνική συμβίωση και την ανεκτικότητα απέναντι στους Εβραίους, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε την ίδια εποχή στην Ευρώπη. H αλήθεια είναι πιθανόν κάπου στη μέση: αν και οι Εβραίοι στη χιλιετή παραμονή τους υπό ισλαμική-αραβική διοίκηση μάλλον δεν γνώρισαν διώξεις στο βαθμό που τις γνώρισαν στην Ευρώπη, αυτό δεν σημαίνει πως δεν αντιμετώπισαν καταπίεση και διακρίσεις από το κυρίαρχο μουσουλμανικό στοιχείο.

Πάντως με τη σταδιακή εκκοσμίκευση των αραβικών κοινωνιών στη νεώτερη εποχή δόθηκε και στους Εβραίους περισσότερος χώρος. Εβραίοι πήραν θέσεις σε δημοτικά συμβούλια ή στο δικαστικό σώμα, ενώ στο Ιράκ και την Αίγυπτο έφτασαν μέχρι και στο αξίωμα του υπουργού (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, στο ίδιο το Ισραήλ η κοινότητα των Μιζραχίμ έπρεπε να περιμένει μέχρι τη δεκαετία του ’90 για να συμβεί αυτό!). Εβραίοι καλλιτέχνες συμμετείχαν στο σχηματισμό του σύγχρονου αραβικού πολιτισμού. Ενώ δεν έλειψε και η εβραϊκή συμμετοχή στον αντι-αποικιακό αγώνα στις αραβικές χώρες.

Ο Σιωνισμός, η Νάκμπα και οι Μιζραχίμ

Η εμφάνιση του Σιωνισμού το 19ο και 20ό αιώνα έβαλε φυσικά τους Εβραίους της Μέσης Ανατολής σε δύσκολη θέση. Κάποιοι απέρριψαν καθαρά τις σιωνιστικές ιδέες (π.χ. οι κομμουνιστές, αλλά και θρησκευτικοί ηγέτες), άλλοι όμως έδειξαν ενδιαφέρον γι’ αυτές. Όπως και να έχει, ιδιαίτερα με τον πρώτο αραβο-ισραηλινό πόλεμο και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους (κάτι στο οποίο οι τελευταίοι αναφέρονται ως «Νάκμπα», δηλαδή Καταστροφή), στα μάτια των Αράβων έγιναν πλέον οι εχθροί. Μετά το 1948 περίπου 800000 Εβραίοι, σχεδόν το σύνολό τους δηλαδή στις αραβικές χώρες, εγκατέλειψαν τις εστίες τους με προορισμό το Ισραήλ ή τη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική. Σήμερα μόνο λίγες χιλιάδες Εβραίοι παραμένουν στις αραβικές χώρες, κυρίως στο Μαρόκο.

Αν αυτό το έκαναν οικειοθελώς ή εξαναγκάστηκαν, είναι ένα ερώτημα που επίσης διχάζει Άραβες εθνικιστές και Σιωνιστές – το πιο πιθανό είναι η αλήθεια να είναι επίσης στη μέση. Αν και δεν υπήρχαν κατ’ ανάγκη επίσημες κρατικές πολιτικές εκδίωξης, σίγουρα η άνοδος του Σιωνισμού δημιούργησε αρνητικό κλίμα για τους Εβραίους. Διάφορες κυβερνήσεις πήραν μέτρα που τους καταπίεζαν, ενώ δεν έλειψαν και τα αντι-εβραϊκά πογκρόμ και οι βομβιστικές επιθέσεις σε εβραϊκούς στόχους.

Σε κάποιες περιπτώσεις (Ιράκ και Υεμένη) υπήρχε ακόμα και συμμετοχή του κράτους στη μεταφορά τους στο Ισραήλ. Επίσης, η κατάσχεση περιουσιών και η αφαίρεση της ιθαγένειας δεν μπορούσαν παρά να αποτρέψουν κάθε σκέψη επιστροφής. Όλα αυτά ήταν ένα τραγικό πολιτικό λάθος των αραβικών καθεστώτων, αφού νομιμοποίησαν εκ των υστέρων την εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων από τους Σιωνιστές, δίνοντας στους τελευταίους την ευκαιρία να την παρουσιάσουν περίπου σαν ανταλλαγή πληθυσμών.

Εβραίοι από την Υεμένη που έχουν φτάσει στο Ισραήλ. Οι Εβραίοι από τις αραβικές χώρες βρέθηκαν συχνά να μένουν για χρόνια μετά την άφιξή τους σε καταυλισμούς από σκηνές ή τσίγκινα παραπήγματα. http://972mag.com/behind-election-lurks-israels-ethnic-divide/104073/

Εβραίοι από την Υεμένη που έχουν φτάσει στο Ισραήλ. Οι Εβραίοι από τις αραβικές χώρες βρέθηκαν συχνά να μένουν για χρόνια μετά την άφιξή τους σε καταυλισμούς από σκηνές ή τσίγκινα παραπήγματα.
Πηγή εικόνας

Οι Μιζραχίμ ως Ισραηλινοί πολίτες

Το σίγουρο πάντως ήταν ότι η άφιξη των Μιζραχίμ στο Ισραήλ δεν έφερε και το τέλος των διακρίσεων απέναντί τους. Αντίθετα, δημιούργησε καινούριες: οι Ευρωπαίοι Ασκεναζίμ, αυτοί που ουσιαστικά έστησαν και έλεγχαν το νέο κράτος, αντιμετώπισαν αυτούς τους “Ανατολίτες” αραβόφωνους Εβραίους με ρατσιστικό ή τουλάχιστον υπεροπτικό τρόπο. Αυτός δεν ήταν ίσως πολύ διαφορετικός από τον τρόπο που γενικά οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν τους πιο “σκουρόχρωμους” λαούς – κάποιοι το περιέγραψαν, ίσως όχι πολύ άστοχα, ως «ασκενάζικο αντισημιτισμό».

Ο ρόλος που προβλεπόταν για τους Μιζραχίμ στο ισραηλινό κράτος ήταν κυρίως αυτός του φτηνού εργατικού δυναμικού. Οι κυρίαρχοι Ασκεναζίμ έβλεπαν ως καθήκον τους τον «εκπολιτισμό» αυτών των «υπανάπτυκτων», που σήμαινε φυσικά να εγκαταλείψουν και πολλά στοιχεία της μεσανατολικής κουλτούρας τους. Έχουν αναφερθεί ακόμα και περιπτώσεις που Ανατολίτες Εβραίοι έπεσαν θύματα επιθέσεων ή σύλληψης από Εβραίους ευρωπαϊκής καταγωγής, οι οποίοι τους πέρασαν για Παλαιστίνιους λόγω του παρουσιαστικού τους.

Από μια τραγική ειρωνεία της Ιστορίας, σήμερα κάποιοι Ασκενάζι τους κατηγορούν και για την τάση τους να ψηφίζουν συντηρητικά και σκληρά σιωνιστικά κόμματα, όπως το δεξιό Λικούντ – τη στιγμή που ο “προοδευτικός φιλελεύθερος” Σιωνισμός των Ασκεναζίμ ήταν ο κύριος λόγος που αυτοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους. Ο Σιωνισμός ήταν γενικά μια ιδεολογία που γεννήθηκε ανάμεσα στους Ασκεναζίμ, και στη διαμόρφωση της οποίας οι Μιζραχίμ είχαν ελάχιστη επιρροή – αυτοί όμως ήταν που αναγκάστηκαν να πληρώσουν το τίμημά της.

Αυτό το ιδιότυπο «απαρτχάιντ» ανάμεσα στους Ευρωπαίους ανοιχτόχρωμους Ασκεναζίμ και τους Ανατολίτες σκουρόχρωμους Μιζραχίμ ή Σεφαρδίμ, φαίνεται ότι επιβιώνει  σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα. Μπορεί ο διαχωρισμός στην ισραηλινή κοινωνία να μην είναι πλέον τόσο καθαρός όσο παλιότερα και κάποια μέλη της κοινότητας να παίζουν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ή αλλού. Παρ’ όλα αυτά, συνολικά η κοινωνική θέση των Μιζραχίμ ακόμα απέχει πολύ από την απόλυτη ισότητα. Ενώ π.χ. η πλειοψηφία των κρατούμενων στις φυλακές είναι μιζραχικής καταγωγής, στους καθηγητές πανεπιστημίου ή και στους φοιτητές αποτελούν μειοψηφία. Οι ταξικές αντιθέσεις είναι ακόμα εκεί.

Αυτή η κυριαρχία των Ευρωπαίων Εβραίων σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό) δεν έμεινε χωρίς αντίδραση. Στη δεκαετία του ’70 ιδρύθηκαν οι Μαύροι Πάνθηρες από Μιζραχίμ δεύτερης γενιάς, εμπνευσμένους από την ομώνυμα ομάδα στις ΗΠΑ – κάτι που δείχνει και τις ομοιότητες ανάμεσα στη θέση των Μιζραχίμ στο Ισραήλ και σ’ αυτήν των Μαύρων στις ΗΠΑ.  Κύριο αίτημα ήταν τα ίσα δικαιώματα. Το 1996 ιδρύθηκε από Μιζραχί διανοούμενους μάλλον αριστερών τάσεων και το Κεσέτ (Ανατολικό Δημοκρατικό Κίνημα Ουράνιου Τόξου),  επίσης με στόχο την κοινωνική και πολιτιστική δικαιοσύνη για τους Ανατολίτες Εβραίους.

Παλαίμαχοι Μαύροι Πάνθηες στην Ιερουσαλήμ. http://www.haaretz.com/print-edition/news/jerusalem-neighborhood-to-name-streets-in-honor-of-mizrahi-black-panthers-1.369313

Παλαίμαχοι Μαύροι Πάνθηρες στην Ιερουσαλήμ.
Πηγή εικόνας

Ως πολιτική έκφραση των τελευταίων (Σεφαρδιτών και Μιζραχίμ) ιδρύθηκε όμως και το κόμμα SHAS, θρησκευτικό υπερορθόδοξο και συντηρητικό ως οπισθοδρομικό σε κοινωνικά θέματα. Έχει καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη μεγάλου τμήματος των πιο φτωχών κοινωνικών στρωμάτων μιζραχικής καταγωγής και εκπροσωπείται σταθερά στην ισραηλινή Βουλή, συμμετέχοντας και σε κυβερνήσεις συνασπισμού.

Εβραίοι Άραβες ή αραβόφωνοι Εβραίοι;

Παρά τα όποια πολιτιστικά στοιχεία διατηρούν,  οι περισσότεροι αραβόφωνοι Εβραίοι και οι απόγονοί τους όχι μόνο δεν θεωρούν τους εαυτούς τους Άραβες, αλλά πιθανόν θα ενοχλούνταν αν κάποιος τους έβλεπε έτσι. Αντίθετα, πολλοί έχουν ιδιαίτερα αντι-αραβικά αισθήματα. Αυτό σίγουρα δεν είναι σπάνιο σε κοινότητες με «μπερδεμένη» ταυτότητα, όταν μπλέκονται, θέλοντας και μη, σε μια εθνική διαμάχη (εξάλλου ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν και στον ελληνοτουρκικό χώρο).

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι χάθηκε κάθε σύνδεση ανάμεσα στη μιζραχική και την αραβική ταυτότητα. Και υπάρχουν ανάμεσα στους διανοούμενους μιζραχικής καταγωγής και αυτοί που επιμένουν στην αραβο-εβραϊκή ταυτότητά τους και είναι περήφανοι γι’ αυτή.

Η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, καθηγήτρια Πολιτισμών και Γυναικείων Σπουδών στο πανεπιστήμιο CUNY, είναι Εβραία με καταγωγή από το Ιράκ. Αποδέχεται και την αραβική και την εβραϊκή της ταυτότητα και έχει γράψει πολλά για τον πολιτισμό των Αράβων Εβραίων και τη θέση τους στο ισραηλινό κράτος. Πηγή: http://eyeonpalestine.be/oldeye/en/node/282

Η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, καθηγήτρια Πολιτιστικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο CUNY, είναι Εβραία ιρακινής καταγωγής. Αποδέχεται και την αραβική και την εβραϊκή της ταυτότητα και έχει γράψει πολλά για τον πολιτισμό των Αράβων Εβραίων και τη θέση τους στο ισραηλινό κράτος.
Πηγή εικόνας

Όλες αυτές οι διαφορετικές απόψεις δείχνουν ότι τα πράγματα με την εθνική ταυτότητα των αραβόφωνων Εβραίων δεν είναι ξεκάθαρα. Αν δεν είχε εμφανιστεί ο Σιωνισμός, είναι πολύ πιθανόν ότι οι Μιζραχίμ θα είχανε μάθει να θεωρούν τους εαυτούς τους μέρος του αραβικού έθνους, όπως και οι αραβόφωνοι Χριστιανοί. Και δεν θα βλέπαμε κανένα λόγο, γιατί ο συνδυασμός εβραϊκής θρησκευτικής και αραβικής εθνικής ταυτότητας να είναι αντιφατικός.

Κι αυτό είναι κάτι που ισχύει για πολλές εθνικές ταυτότητες στην περιοχή μας. Το ότι σήμερα κάποιοι βλέπουν τον εαυτό τους ως μέρος του ενός ή του άλλου έθνους πολύ συχνά δεν είναι αυτονόητο, αλλά κάτι που βασίζεται σε συγκεκριμένες πρόσφατες ιστορικές συγκυρίες. Αυτές μπορεί να προέρχονται και εκτός περιοχής: στην περίπτωση π.χ. των Μιζραχίμ ήταν κυρίως ο ευρωπαϊκός αντισημιτισμός, το Ολοκαύτωμα και ο Σιωνισμός των Ευρωπαίων Εβραίων ως απάντηση, που καθόρισαν και το δικό τους μέλλον και την εθνική τους ταυτότητα. Αυτό είναι κάτι που είναι καλά να έχουμε υπόψη όταν μιλάμε για τα έθνη της περιοχής μας.


Βιβλιογραφία/άρθρα

Δικτατορια στο Νειλο

Κλασσικό

Το βίντεο αυτό παρουσιάζει τη συνέντευξη του Σαμίχ Ναγκίμπ στην εβδομαδιαία εκπομπή του Ταρίκ Αλί «The World Today». Ο Σαμίχ Ναγκίμπ είναι μέλος των Επαναστατών Σοσιαλιστών, μιας οργάνωσης της αιγυπτιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς που έγινε γνωστή και λόγω της δυναμικής της συμμετοχής στην εξέγερση του 2011 και μετά (αναφέρθηκε σύντομα και σ’ αυτό το άρθρο). Βρίσκονταν τα τελευταία χρόνια πάντα με συνέπεια απέναντι στο εκάστοτε καθεστώς, είτε του Μουμπάρακ, είτε στο SCAF, είτε του Μόρσι και τώρα του Σίσι. Νομίζω ότι η συνέντευξη προσφέρει μια διαφορετική άποψη για τα γεγονότα της Αιγύπτου απ’ αυτές που συνηθίζουν να βγαίνουν προς τα έξω.

Σημαντικό σημείο είναι η ιδέα ότι η Επανάσταση προδόθηκε διπλά: μία από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, και μία από την «παραδοσιακή Αριστερά».

Όσον αφορά τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, ενδιαφέρουσα είναι η άποψη ότι ο λόγος της αποτυχίας τους δεν ήταν η «ακρότητά» τους, αλλά ακριβώς η έλλειψη ριζοσπαστισμού και η βαθιά συστημικότητά τους. Προσπαθώντας να συμβιβαστούν με το (σε μεγάλο βαθμό στρατιωτικό) σύστημα και να κυβερνήσουν περίπου στις γραμμές που κυβέρνησαν οι προκάτοχοί τους, αποξενώθηκαν από τα επαναστατικά κινήματα, χάρη στα οποία είχαν καταφέρει να βρεθούν στην εξουσία. Όταν τελικά τα στοιχεία του προηγούμενου καθεστώτος αποφάσισαν να τους ανατρέψουν, δεν μπορούσαν να ελπίζουν στα κινήματα για να τους υπερασπιστούν.

Από την άλλη, η παραδοσιακή («παλιά» είναι το επίθετο που χρησιμοποιεί ο Ναγκίμπ) κοσμική Αριστερά και οι Νασερικοί δεν δίστασαν να υποστηρίξουν ένα τόσο αιμοσταγές και συντηρητικό καθεστώς όπως αυτό του Σίσι, με μόνη δικαιολογία ότι αυτό τους απάλλαξε από τους Ισλαμιστές. Αυτό βασίζεται κατά το Ναγκίμπ σε μια αντίληψη ότι ο ισλαμισμός οποιασδήποτε απόχρωσης είναι κάτι σαν το φασισμό, άρα ακόμα και μια σκληρή «κοσμική» και καπιταλιστική δικτατορία είναι προτιμότερη. Μ’ αυτήν τη λογική, και συμμαχώντας ουσιαστικά με μια τέτοια δικτατορία, αφήνουν φυσικά ελεύθερο πεδίο στους ισλαμιστές να παρουσιάζονται ως η μόνη αξιόπιστη εναλλακτική δύναμη.

Κατά το Ναγκίμπ, αυτή η στάση της παραδοσιακής Αριστεράς έχει ιστορία πίσω της: ήδη επί Νάσερ αυτή προτίμησε να ανεχτεί ένα περίπου στρατιωτικό καθεστώς. Αν όμως τότε υπήρχε το ελαφρυντικό ότι το καθεστώς Νάσερ ήταν αντι-ιμπεριαλιστικό, φιλολαϊκό και προώθησε πολλές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ποια δικαιολογία μπορεί να ισχύει για τη στήριξη στο Σίσι; Για ένα καθεστώς δηλαδή, που όχι μόνο είναι αυταρχικό και καταπιεστικό, αλλά ταυτόχρονα φιλο-ιμπεριαλιστικό και φιλο-ισραηλινό και με νεοφιλελεύθερο οικονομικό προσανατολισμό; Και που βασίζεται κυρίως στη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας;

Όσον αφορά το μέλλον, ο Ναγκίμπ προβλέπει ότι και το καινούριο καθεστώς θα είναι ασταθές – τόσο για εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς λόγους. Στους εξωτερικούς, σίγουρα λόγος ανησυχίας είναι η ενδεχόμενη αποδυνάμωση της Σαουδικής Αραβίας, του κυριότερου σύμμαχου του Σίσι. Αυτή η αποδυνάμωση φαίνεται π.χ. και τώρα στην περίπτωση της σαουδικής  Υεμένης, αλλά μπορεί να συνεχιστεί με μια πιθανή αμερικανο-ιρανική προσέγγιση. Θα είναι τότε δύσκολο να υποστηριχθεί μια οικονομία τόσο προβληματική όσο της Αιγύπτου, κάτι που θα οδηγήσει πάλι σε κοινωνική αναταραχή. Επικίνδυνη όμως για το καθεστώς είναι και η επαναστατική εμπειρία που άφησε πίσω σε εκατοντάδες χιλιάδες Αιγύπτιους νέους η εξέγερση του 2011: όσο κι αν καταπιεστεί, αυτή δεν μπορεί έτσι απλά να εξαφανιστεί.

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 4: Μαρξισμος

Κλασσικό

Δίπλα στις άλλες ιδεολογίες (παναραβισμός, ισλαμισμός, τοπικοί εθνικισμοί), ο μαρξισμός μπορεί να μοιάζει σαν κομπάρσος. Μάλλον δεν κατάφερε ποτέ να εξαπλωθεί στις αραβικές μάζες με ανάλογο τρόπο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είχε κατά καιρούς σημαντική επιρροή ή δεν άφησε και αυτός το στίγμα του στον ιδεολογικό χαρακτήρα του αραβικού κόσμου. Τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν από τα πρώτα οργανωμένα στις αραβικές χώρες και λειτούργησαν ως μοντέλο για άλλα. Και όχι μόνο όσον αφορά την οργάνωση: εισήγαγαν και θεωρητικά στοιχεία, όπως η ανάλυση του δυτικού ιμπεριαλισμού ή η ιδέα της ταξικής πάλης. Αυτά θα χρησιμοποιούνταν και από άλλες ιδεολογίες του αραβικού χώρου, όπως φάνηκε και από τα προηγούμενα άρθρα.

Τα πρώτα κομμουνιστικά βήματα

Ο (μη-μαρξιστικός) σοσιαλισμός είχε ήδη φτάσει από τον 19ο αιώνα στη Μέση Ανατολή. Η σημαντικότερη ώθηση στις σοσιαλιστικές ιδέες ήρθε όμως με την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, που προξένησε και στις αραβικές χώρες μεγάλη εντύπωση. Στη δεκαετία του 1920 ιδρύθηκαν και τα πρώτα κομμουνιστικά κόμματα: στη Συρία, το Λίβανο, την Αίγυπτο, το Ιράκ και την Παλαιστίνη. Ακόμα δεν ήταν μαζικά κινήματα, αλλά μικρές ομάδες αποτελούμενες κυρίως από διανοούμενους, συνδεδεμένες και με κάποια συνδικάτα (στο Λίβανο π.χ. των καπνεργατών). Πάντως όπως και ο παναραβισμός, έτσι και ο μαρξισμός φαίνεται να βρήκε τα σημαντικότερα κοινωνικά στηρίγματά του στα ανερχόμενα μεσαία στρώματα και τη μικροαστική τάξη – που τον χρησιμοποίησαν ίσως ως όχημα στη σύγκρουση τους με τις κατεστημένες ελίτ.

Όπως και με άλλες κοσμικές ιδεολογίες (π.χ. παναραβισμός, συριακός εθνικισμός), αρχικά ήταν κυρίως τα μέλη των θρησκευτικών (ή εθνοτικών) μειονοτήτων που ενδιαφέρθηκαν. Οι ηγέτες των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν συχνά Χριστιανοί ή Εβραίοι. Κάποιοι το εξηγούν αυτό με την αναφορά της ατομικής ιδιοκτησίας στο Κοράνι, που έκανε την ιδεολογία δύσκολα αποδεκτή από Μουσουλμάνους. Προσωπικά θεωρώ σημαντικότερη την κοινωνική θέση των μειονοτήτων, που τις κάνει γενικά πιο ανοικτές σε ριζοσπαστικές κοσμικές ιδέες.

Οι σοβιετικές επιτυχίες στο Β’ Παγκόσμιο αύξησαν το γόητρο της ΕΣΣΔ, και βοήθησαν και τα αραβικά κομμουνιστικά κινήματα να δυναμώσουν. Το 1947 ήρθε όμως ένα μεγάλο πλήγμα. Η ρίζα του βρισκόταν στην αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής στο Παλαιστινιακό: η ΕΣΣΔ στήριξε τελικά τη δημιουργία του Ισραήλ – με συνέπεια και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους. Τα κομμουνιστικά κόμματα, αδύναμα και πλήρως εξαρτημένα από τη Μόσχα, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν αυτήν την πολιτική. Αυτό κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα τους στις αραβικές χώρες, δίνοντας στον παναραβισμό την ευκαιρία να πάρει καθαρά το προβάδισμα ως η κύρια ριζοσπαστική και αντιιμπεριαλιστική δύναμη. Επίσης, πρόσφερε και τη δικαιολογία στα αραβικά καθεστώτα για να τα καταστείλουν: στο Ιράκ έφτασαν μέχρι την εκτέλεση των ηγετικών στελεχών του Κ.Κ..

Στην επόμενη δεκαετία πάντως η προσέγγιση της Δύσης με το Ισραήλ βοήθησε κάπως ως αντίδραση και τους Κομμουνιστές, που πρώτη φορά κατάφεραν μάλιστα να εκλέξουν και βουλευτές. Επίσης η στάση της ΕΣΣΔ, που ήταν τώρα σχετικά θετική προς τον αραβικό εθνικισμό, ενθάρρυνε τα κομμουνιστικά κόμματα να αναπτύξουν συμμαχίες με άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Η εξέλιξή τους καθορίστηκε μετά από τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε χώρας. Ως κόμματα γενικά απαιτούσαν κοινωνικο-οικονομικές μεταρρυθμίσεις, τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος (που θα έδινε και στα ίδια δυνατότητες πολιτικής συμμετοχής), και τον αγώνα ενάντια στο δυτικό ιμπεριαλισμό. Αυτό τους πρόσφερε ευκαιρίες να αυξήσουν την επιρροή τους σε εποχές έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστικές, στις οποίες ξεκινούσε η καπιταλιστική ανάπτυξη και στον αραβικό κόσμο. Τους έφερε όμως και πολλούς εχθρούς.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ

Το Ιράκ ήταν μια από τις αραβικές χώρες με τις μεγαλύτερες ταξικές αντιθέσεις. Επίσης αναπτύχθηκε από νωρίς (για τα αραβικά δεδομένα) μια σημαντική σε μέγεθος εργατική τάξη, κυρίως σε σχέση με τη βιομηχανία πετρελαίου. Αυτές ήταν συνθήκες που ευνόησαν και το νέο ακόμα κομμουνιστικό κόμμα. Ήδη τη δεκαετία του ’40 αριθμούσε περίπου 10000 μέλη και ήταν μια από τις πιο σημαντικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης.

Ο Γιουσούφ Σαλμάν Γιουσούφ, ασσυριακής-χριστιανικής καταγωγής, γνωστότερος ως

Ο Γιουσούφ Σαλμάν Γιουσούφ, ασσυριακής-χριστιανικής καταγωγής, γνωστότερος ως «Φαχντ» (Λεοπάρδαλη), ήταν ο γενικός γραμματέας του Κ.Κ.Ι. μέχρι την εκτέλεσή του το 1949. Πηγή εικόνας

Η ιδιαίτερα σκληρή καταστολή από το φιλοβρετανικό μοναρχικό καθεστώς, μπορεί τελικά να λειτούργησε θετικά για το κόμμα, αφού το ηρωοποίησε στα μάτια πολλών και το βοήθησε να καλύψει και τη ζημιά από την (προσωρινή) σοβιετική στήριξη στο Σιωνισμό. Στη δεκαετία του ’50 δυνάμωσε κι άλλο και έγινε μια πολύ υπολογίσιμη δύναμη, γνωστή για τη μαχητικότητά της.

Το 1958 ο ταξίαρχος Κασίμ έδωσε με πραξικόπημα τέλος στην ιρακινή μοναρχία και έβγαλε τη χώρα από το φιλοδυτικό στρατόπεδο. Το Κ.Κ.Ι. έγινε ένα από τα κύρια στηρίγματα του νέου καθεστώτος, κάτι που ανησύχησε ιδιαίτερα τους αντικομμουνιστές, εντός και εκτός των ιρακινών συνόρων. Ο Κασίμ επέτρεψε τη συνδικαλιστική δράση, βελτίωσε τις συνθήκες για τους εργάτες και προώθησε μια αγροτική μεταρρύθμιση.

Η ανατροπή του Κασίμ από το Μπάαθ το 1963 σήμανε όμως και την επιστροφή της καταπίεσης για τους κομμουνιστές. Ένα κύμα άγριας καταστολής αποδυνάμωσε πολύ το κόμμα. Αν και τη δεκαετία του ’70 αποκαταστάθηκαν προσωρινά κάπως οι σχέσεις Μπααθιστών-Κ.Κ.Ι. (κάτι που κόστισε στο τελευταίο μια διάσπαση), τελικά ο Σαντάμ Χουσέιν κήρυξε πάλι το κόμμα παράνομο και δίωξε τους κομμουνιστές για ακόμα μια φορά.

Με το τέλος του μπααθικού καθεστώτος το 2003, τα κομμουνιστικά κόμματα επανεμφανίστηκαν και επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας, χωρίς όμως την παλιά τους βαρύτητα. Η μερική αποδοχή από το Κ.Κ.Ι. του καθεστώτος που δημιούργησε η αμερικάνικη κατοχή, μάλλον δεν βοήθησε και πολύ την επαναστατική εικόνα του. Με δυσκολία καταφέρνει να κερδίσει τουλάχιστον 2-3 κοινοβουλευτικές έδρες.

Συγκέντρωση του Κ.Κ.Ι. στη Βαγδάτη για την Πρωτομαγιά του 2014. http://www.lookleftonline.org/2014/06/on-the-edge-in-iraq/

Συγκέντρωση του Κ.Κ.Ι. στη Βαγδάτη για την Πρωτομαγιά του 2014.
Πηγή εικόνας

Μαρξιστικές δυνάμεις στο Λίβανο και τη Συρία

Στη διάρκεια του μεσοπολέμου, το  Κομμουνιστικό Κόμμα Συρίας και Λιβάνου ήταν η σημαντικότερη μαρξιστική δύναμη στον αραβικό χώρο. Εκτός από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, το κόμμα επιδίωκε και την απελευθέρωση από τη γαλλική αποικιοκρατία και υποστήριξε τη Συριακή Επανάσταση του 1925. Κάτι που γρήγορα το οδήγησε σ’ ένα καθεστώς ημι-παρανομίας, στο οποίο έμελλε να παραμείνει επί δεκαετίες, ακόμα και μετά την ανεξαρτησία.

Η χωριστή ανεξαρτησία του Λιβάνου και της υπόλοιπης Συρίας οδήγησε και στο συναινετικό χωρισμό του κόμματος σε ένα συριακό και ένα λιβανέζικο. Πρακτικά όμως, ο κοινός έλεγχος και των δύο από τον Χαλίντ Μπακντάς διατηρήθηκε για μερικές δεκαετίες ακόμα. Οι καταστροφικές  συνέπειες της σοβιετικής στάσης στο Παλαιστινιακό το 1947 μετριάστηκαν κάπως την επόμενη δεκαετία, με την εστίαση σε εθνικά θέματα και τη συμμετοχή σε μέτωπα με άλλες δυνάμεις.

Ο Χαλίντ Μπακντάς (1912-1995) ήταν επί πολλές δεκαετίες γενικός γραμματέας του συριακού κόμματος και μια από τις πιο συμβολικές μορφές του αραβικού κομμουνισμού. Το 1954 ήταν ο πρώτος κομμουνιστής που εκλέκτηκε βουλευτής σε αραβική χώρα. https://plus.google.com/116762563755190184587/posts?pid=5908540638982287970&oid=116762563755190184587

Ο Χαλίντ Μπακντάς (1912-1995), Κούρδος σουνιτικής καταγωγής, ήταν επί πολλές δεκαετίες γενικός γραμματέας του συριακού κόμματος και μια από τις πιο συμβολικές μορφές του αραβικού κομμουνισμού. Το 1954 έγινε ο πρώτος κομμουνιστής που εκλέχθηκε βουλευτής σε αραβική χώρα.
Πηγή εικόνας

Αν και θετικό προς την παναραβική ιδέα, το Κ.Κ. Συρίας δεν ήταν ενθουσιασμένο με την προοπτική ένωσης με την Αίγυπτο του Νάσερ – βλέποντας και την καταστολή ενάντια στους Αιγύπτιους κομμουνιστές. Η ένωση πραγματοποιήθηκε τελικά το 1958 (αν και κράτησε μόλις τρία χρόνια), αλλά ο Μπακντάς αρνήθηκε να συνεργαστεί με το νέο καθεστώς και να διαλύσει το κόμμα. Έτσι βρέθηκε απέναντι στην πρώτη απόπειρα αραβικής ενοποίησης και στον Νάσερ, μεγάλο ήρωα τότε του παναραβισμού, κάτι που είχε πάλι μεγάλο πολιτικό κόστος.

Η καταστολή συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια μπααθικής εξουσίας. Οι σχέσεις Μπάαθ-Κ.Κ.Σ. πάντως βελτιώθηκαν κάπως από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά. Από το 1972 μάλιστα συμμετείχαν μαζί σ’ ένα Εθνικό Μέτωπο, υποστηρικτικό προς το καθεστώς Άσαντ. Αυτός ο συμβιβασμός, όπως και στο Ιράκ, οδήγησε σε αντιδράσεις από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία και τελικά και σε διάσπαση.

Ο Ριάντ αλ-Τουρκ ήταν ένα από τα μέλη του Κ.Κ.Σ. που δεν δέχθηκαν την προσέγγιση με το καθεστώς και προτίμησαν να ιδρύσουν άλλο κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο φυσικά διώχθηκε από τον Άσαντ. Ο αλ-Τουρκ πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή και παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις σημαντικότερες μορφές της αριστερής αντιπολίτευσης.

Ο Ριάντ αλ-Τουρκ ήταν ένα από τα μέλη του Κ.Κ.Σ. που δεν δέχθηκαν την προσέγγιση με το καθεστώς και προτίμησαν να ιδρύσουν άλλο κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο φυσικά διώχθηκε από τον Άσαντ. Ο αλ-Τουρκ πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή και παραμένει μέχρι σήμερα μια σημαντική μορφή της αριστερής αντιπολίτευσης.

Εν τω μεταξύ, στο Λίβανο η ριζοσπαστική ατμόσφαιρα της εποχής, μαζί με ένα σχετικά φιλελεύθερο πολιτικό περιβάλλον, αλλά και μια άνιση οικονομική ανάπτυξη, έδωσαν ώθηση στα αριστερά κινήματα. Το Κ.Κ.Λ. και άλλα μικρότερα μαρξιστικά κόμματα προσπάθησαν να ανοιχτούν στην κοινωνία και να αναπτύξουν και αυτά ευρύτερες συμμαχίες με «πατριωτικές και προοδευτικές δυνάμεις». Σαν τέτοιες θεωρούσαν τους Παναραβιστές, τους Σύριους Εθνικιστές, την Παλαιστινιακή Αντίσταση, το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ταυτισμένο κυρίως με τα συμφέροντα των Δρούζων). Το 1975 συγκρότησαν μαζί μ’ αυτές το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα. Κύριος στόχος του Κινήματος, με τον οποίο συνδέθηκε γενικά και η λιβανέζικη Αριστερά, ήταν η μεταρρύθμιση του λιβανέζικου πολιτικού συστήματος μέσω της κατάργησης των θρησκευτικών διαχωρισμών. Κύριος εσωτερικός αντίπαλος ήταν η μαρωνίτικη φιλοδυτική Δεξιά, ενώ ως εξωτερικοί εχθροί ορίζονταν το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και τα «αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα» τύπου Σαουδικής Αραβίας.

Το Κ.Κ.Λ. δημιούργησε και τη δική του ένοπλη ομάδα, που συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο ως μέρος του Κινήματος. Αυτό μπορεί να του χάρισε μια αίγλη ανάμεσα στα αραβικά κομμουνιστικά κόμματα. Με την ισραηλινή κατοχή της Βηρυτού το 1982, οι κομμουνιστές ήταν από τους πρώτους που οργάνωσαν ένοπλη αντίσταση εναντίον της. Παρ’ όλα αυτά, το τέλος του πολέμου τους βρήκε περιθωριοποιημένους, ανίκανους ν’ ανταγωνιστούν (ούτε καν ιδεολογικά) τις ένοπλες οργανώσεις που συνδέονταν καθαρά με συγκεκριμένη θρησκευτική ταυτότητα, όπως η σιιτική Χεζμπολάχ.

Ο Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης. Πηγή: www.alkalimaonline.com

Ο Ελίας Ατάλαχ, ο μαρωνίτικης καταγωγής ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης (Τζαμούλ), που πολέμησε την ισραηλινή κατοχή, ήταν μέλος του Κ.Κ.Λ.
Πηγή: http://www.alkalimaonline.com

Αυτή η η παρακμή της λιβανέζικης (και συριακής) Αριστεράς συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Σε εποχές που γενικά στον κόσμο (πολύ περισσότερο στον μεταπολεμικό Λίβανο) η εθνο-θρησκευτική ταυτότητα μοιάζει να έχει περισσότερο πολιτικό βάρος από την κοινωνική τάξη, ο χώρος που μένει για ριζοσπαστικές κοσμικές δυνάμεις είναι έτσι κι αλλιώς ελάχιστος. Επίσης, τα σημερινά λιβανέζικα αριστερά κόμματα, όπως και τα συριακά, είναι και διχασμένα στο θέμα της σχέσης με το καθεστώς Άσαντ – που αυτήν τη στιγμή είναι λόγω του συριακού εμφυλίου το πιο προβεβλημένο. Κάποιες δυνάμεις όπως το παραδοσιακό Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα υπερασπίζονται τον Άσαντ στα πλαίσια του αντι-ιμπεριαλισμού, ενώ άλλες όπως η Δημοκρατική Αριστερά το βλέπουν ως ένα καταπιεστικό δικτατορικό καθεστώς και τοποθετούνται υπέρ των αντι-καθεστωτικών ανταρτών. Η ανάκαμψη τόσο της λιβανέζικης όσο και της συριακής Αριστεράς σίγουρα δεν θα είναι εύκολη υπόθεση.

Σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του '60, '70 και '80, αν και περιθωριοποιήθηκε στη συνέχεια. Πηγή: english.al-akhbar.com

Σημαία του Κ.Κ.Λ., από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. 
Πηγή εικόνας

Αραβικό Εθνικό Κίνημα και παλαιστινιακή Αριστερά

Η παλαιστινιακή Αριστερά είναι ιδιαίτερη περίπτωση: οι ρίζες της δεν είναι τόσο στα παλιά κομμουνιστικά κόμματα του μεσοπολέμου, αλλά στον παναραβικό εθνικισμό. Κατά κάποιον τρόπο η πορεία εδώ ήταν δηλαδή αντίστροφη: ενώ στη Συρία και το Λίβανο οι Μαρξιστές προσέγγισαν με την πάροδο των χρόνων τον αραβικό εθνικισμό, οι Παλαιστίνιοι αριστεροί ξεκίνησαν ως παναραβιστές για να ανακαλύψουν στη συνέχεια το μαρξισμό (όχι ότι δεν υπάρχει και το διάδοχο κόμμα του παλιού κλασικού κομμουνιστικού, το Κόμμα του Λαού της Παλαιστίνης, αλλά αυτό έχει σχετικά μικρότερη επιρροή). Για να δούμε αυτήν την πορεία πρέπει όμως να επιστρέψουμε μερικές δεκαετίες πίσω.

Το Αραβικό Εθνικό Κίνημα ιδρύθηκε το 1948 από φοιτητές στη Βηρυτό, προερχόμενους από διάφορες αραβικές χώρες. Έδινε από την αρχή μεγάλη έμφαση στο θέμα της Παλαιστίνης – εξάλλου, πολλά από τα σημαντικότερά του μέλη ήταν Παλαιστίνιοι.  Αρχικά ήταν κοντά στον Νάσερ και μάλιστα είχε σχετικά «δεξιά» χαρακτηριστικά:  έδινε στην ενδο-αραβική πάλη των τάξεων πολύ μικρότερη προτεραιότητα απ’ ότι στους αραβικούς εθνικούς στόχους. Το ότι όμως δεν έγινε μέρος της εξουσίας όπως οι Νασερικοί και το Μπάαθ, ήταν ίσως κάτι που το βοήθησε να ακολουθήσει πιο ριζοσπαστικά μονοπάτια στην έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστική δεκαετία του ’60.

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 έγινε ο ιδρυτής και ηγέτης του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.  http://pflp.ps/english/2014/01/26/six-years-on-remembering-the-struggle-and-leadership-of-al-hakim-dr-george-habash/

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 ίδρυσε το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας 

Μετά την καταστροφική ήττα του ’67, κάποια τμήματα του Κινήματος έγιναν πιο δεκτικά και σε μαρξιστικές επιρροές.  Έτσι γεννήθηκαν (με μια σειρά από διασπάσεις) το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, το Παλαιστινιακό Μέτωπο Λαϊκού Αγώνα, το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης κ. ά. Ιδιαίτερα γνωστό έγινε το πρώτο, περισσότερο για τις θεαματικές τακτικές που ακολούθησε, όπως η αεροπειρατεία.

Η Λεϊλά Χαλέντ (γενν. 1944) ήταν η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που συμμετείχε σε αεροπειρατεία το 1969. Η φωτογραφία της με το καλάσνικοφ και την κεφίγιε έγινε διεθνές είδωλο. Μετά από αυτήν τη δημοσιότητα, έκανε χειρουργικές επεμβάσεις στη μύτη και το πηγούνι, ώστε το πρόσωπό της να μην είναι αναγνωρίσιμο και να μπορεί να συμμετάσχει ξανά σε αεροπερατεία. http://www.arabamerica.com/palestinian-activist-leila-khaled-asks-south-africas-help/

Η Λεϊλά Χαλέντ, μέλος του Λ.Μ.Α.Π., έγινε το 1969 η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που συμμετείχε σε αεροπειρατεία. Η φωτογραφία της με το καλάσνικοφ και την κεφίγιε έγινε διεθνές είδωλο. Μετά από αυτήν τη δημοσιότητα, έκανε χειρουργικές επεμβάσεις στη μύτη και το πηγούνι, ώστε το πρόσωπό της να μην είναι αναγνωρίσιμο και να μπορεί να συμμετάσχει ξανά σε ανάλογη ενέργεια.
Πηγή εικόνας

Η προτεραιότητα του εθνικού θέματος και του ένοπλου αγώνα έκαναν την παλαιστινιακή Αριστερά έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη περίπτωση. Εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσε να δοθεί πολύ βάρος στα θέματα εσωτερικής ταξικής πάλης. Κι αυτό ισχύει ακόμα και σήμερα. Όσον αφορά την ειρηνευτική διαδικασία, τα διάφορα αριστερά κόμματα κράτησαν διαφορετική στάση: το Λ.Μ.Α.Π. και το Δ.Μ.Α.Π. απέρριψαν (μαζί με τη Χαμάς) κατηγορηματικά τις συμφωνίες του Όσλο, ενώ τα υπόλοιπα όχι μόνο τις στήριξαν, αλλά κάποια μέλη τους συμμετείχαν ενεργά και σ’ αυτές και στις επόμενες διαπραγματεύσεις.

Τα αριστερά κόμματα (συμπεριλαμβανομένου του Λ.Μ.Α.Π.) συνεχίζουν πάντως να συμμετέχουν στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης μαζί με τις «συστημικές» πολιτικές δυνάμεις. Αυτό τα κάνει όμως και οικονομικά εξαρτημένα απ’ αυτήν. Επίσης, το ότι στελέχη απ’ αυτά τα κόμματα αναλαμβάνουν κατά καιρούς και κυβερνητικά πόστα, ενώ ταυτόχρονα επιμένουν να ισχυρίζονται ότι είναι αντιπολίτευση, μάλλον δεν βοηθά την αξιοπιστία τους.

Η παλαιστινιακή Αριστερά ξεκίνησε με πολλές φιλοδοξίες στη δεκαετία του ’70, αλλά σήμερα βρίσκεται και αυτή σε παρακμή. Αν και το Λ.Μ.Α.Π. διατήρησε σημαντική επιρροή σε ορισμένες περιοχές της Παλαιστίνης (π.χ. στη Βηθλεέμ), στις εκλογές του 2006 συγκέντρωσε μόλις 4,6% και τα υπόλοιπα μαρξιστικά κόμματα μετά βίας 3-4% των ψήφων. Επίσης, η πολυδιάσπαση της παλαιστινιακής Αριστεράς (τυπικό σύμπτωμα και της παγκόσμιας), σίγουρα δεν τη βοηθά να πετύχει το μεγάλο της στόχο: να γίνει η τρίτη δύναμη για να ξεπεράσει η παλαιστινιακή κοινωνία τον καταστροφικό διπολισμό Χαμάς-Φατάχ.

Το σοσιαλιστικό πείραμα της Υεμένης

Η Νότια Υεμένη ήταν βρετανική αποικία μέχρι και το 1967. Η κύρια δύναμη του αντι-αποικιακού αγώνα ήταν το (ακόμα) φιλονασερικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Στη συνέχεια όμως αυτό κινήθηκε προς μια μαρξιστική κατεύθυνση και συγκρούστηκε με τους «καθαρούς» νασερικούς. Κατάφερε μάλιστα να επικρατήσει σ’ αυτή τη σύγκρουση και το 1969 η πιο σκληροπυρηνική μαρξιστική πτέρυγα μετονόμασε το Μέτωπο σε Σοσιαλιστικό Κόμμα της Υεμένης.  Έτσι η Υεμένη, μια από τις πιο υπανάπτυκτες αραβικές χώρες, έγινε το πρώτο και μέχρι στιγμής μοναδικό αραβικό κράτος που ένα (τουλάχιστον κατ’ όνομα) μαρξιστικό κόμμα κατάφερε να αναλάβει την εξουσία.

Η Νότια Υεμένη έγινε μια μονοκομματική Λαϊκή Δημοκρατία στα πρότυπα των άλλων κομμουνιστικών καθεστώτων. Η ηγεσία προχώρησε σε εθνικοποιήσεις,  κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και συνδέθηκε στενά με τη Σοβιετική Ένωση. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι, ακόμα και εκεί, το Ισλάμ καθορίστηκε στο Σύνταγμα ως επίσημη θρησκεία του κράτους. Αυτό είναι ίσως δείγμα και μιας γενικότερης τάσης των Αράβων Μαρξιστών να αποφεύγουν όσο γίνεται τη σύγκρουση με τη θρησκεία. Κάτι που είναι ίσως λογικό σε κοινωνίες που αυτή παίζει τόσο κεντρικό ρόλο.

Τα δύο κράτη της Υεμένης από το 1967 ως το 1990.  http://springtimeofnations.blogspot.gr/2011/12/ten-separatist-movements-to-watch-in.html

Τα δύο κράτη της Υεμένης από το 1967 ως το 1990.
Πηγή εικόνας

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με την επερχόμενη κατάρρευση της ΕΣΣΔ, το καθεστώς όπως ήταν αναμενόμενο αποδυναμώθηκε. Το 1990 πραγματοποιήθηκε η ένωση με τη Βόρεια Υεμένη (που δεν έμεινε πάντως χωρίς τριβές). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Υεμένης, η άλλοτε μοναδική μαρξιστική «κυβερνώσα Αριστερά» στον αραβικό κόσμο, είναι σήμερα απλά ένα μικρό αντιπολιτευόμενο κόμμα.

Η αραβική Νέα Αριστερά και γενικά συμπεράσματα

Με το τέλος του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η μαρξιστική Αριστερά στις αραβικές χώρες γνώρισε παρακμή, όπως εξάλλου και σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Τα κλασσικά μαρξιστικά κόμματα, πού ήταν κάποτε μια δευτερεύουσα αλλά υπολογίσιμη δύναμη, έγιναν λίγο πολύ περιθωριακά. Η παραδοσιακή τους τάση για διάσπαση δεν τα βοήθησε φυσικά να ανακάμψουν.

Παρ’ όλα αυτά και στις αραβικές χώρες γεννήθηκε κάτι σαν «Νέα Αριστερά», λιγότερο ιδεολογικά «καθαρή» και περισσότερο κινηματική. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι διαδηλώσεις στήριξης της παλαιστινιακής Ιντιφάντα ή εναντίον στον πόλεμο του Ιράκ, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Τα καθεστώτα μάλλον δεν υπολόγιζαν ότι επιτρέποντας τέτοιες διαδηλώσεις (για τις δικές τους πολιτικές σκοπιμότητες), θα έδιναν και την ευκαιρία οργάνωσης σε νέους, που κάποτε θα στρέφονταν εναντίον τους.

Αυτά τα κινήματα συνδέθηκαν με συνδικάτα και άλλες ομάδες εργατών ή φοιτητών και έτειναν προς μια γενική αμφισβήτηση του καθεστώτος. Ήταν αυτά τα κινήματα (εκεί όπου ήταν ιδιαίτερα δυναμικά, π.χ. στην Τυνησία και την Αίγυπτο) που οδήγησαν και στο ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης.

Η «αριστεροσύνη» τους φυσικά είναι αμφισβητήσιμη:  ένα μέρος τους έχει μάλλον φιλελεύθερη παρά σοσιαλιστική κατεύθυνση. Η γενική τους νοοτροπία είναι εξάλλου να στοχεύουν σε ευρείες αντικυβερνητικές συμμαχίες, ακόμα π.χ. και με ανοιχτόμυαλους ισλαμιστές. Παρ’ όλα αυτά, θέματα όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, οι οικονομικές ανισότητες, τα εργατικά αιτήματα, η ανεργία των νέων, έπαιξαν κεντρικό ρόλο σ’ αυτά. Μια απεργία σε εργοστάσιο υφασμάτων το 2008 έγινε κεντρικό σημείο αναφοράς για το αιγυπτιακό κίνημα, ενώ η τυνησιακή εξέγερση ξεκίνησε από μια μεμονωμένη διαμαρτυρία για τις οικονομικές συνθήκες. Στην Ιορδανία δημιουργήθηκε το 2007 ένα φοιτητικό κίνημα με κεντρικό στόχο όχι μόνο περισσότερη ελευθερία σε πανεπιστήμια, αλλά και την μείωση των διδάκτρων, έτσι ώστε η πανεπιστημιακή μόρφωση να γίνει προσβάσιμη και στα πιο φτωχά στρώματα.

Εξάλλου, σ’ αυτά τα κινήματα συμμετέχουν και δυνάμεις με καθαρά μαρξιστικές αναφορές. Παράδειγμα είναι οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο, που μέσω της δυναμικής κινητοποίησης έγιναν και κάπως πιο γνωστοί στο ευρύ κοινό.

Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο συνδέονται με την παγκόσμια Διεθνιστική Σοσιαλιστική Τάση (στην Ελλάδα και την Κύπρο αυτή εκπροσωπείται από το Σ.Ε.Κ. και την Εργατική Δημοκρατία αντίστοιχα). Διαφοροποιούνται από πιο

Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο συνδέονται με την παγκόσμια Διεθνιστική Σοσιαλιστική Τάση (στην Ελλάδα και την Κύπρο αυτή εκπροσωπείται από το Σ.Ε.Κ. και την Εργατική Δημοκρατία αντίστοιχα). Διαφοροποιούνται από πιο «παραδοσιακά» τμήματα της αιγυπτιακής Αριστεράς στο ότι συμμετέχουν σε ευρείες αντι-καθεστωτικές συμμαχίες, από τις οποίες δεν αποκλείονται και ισλαμιστές. Eπίσης, αν και έλαβαν μέρος στις διαδηλώσεις ενάντια στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, που οδήγησαν στο πραξικόπημα του 2013, αντιτάχθηκαν από νωρίς και στο νέο στρατιωτικό καθεστώς.
Πηγή εικόνας

Οι αραβικές εξεγέρσεις μπορεί να μην κατέληξαν σ’ αυτό που πολλοί έλπιζαν. Παρ’ όλα αυτά έδωσαν σε κάποια τμήματα της νεολαίας – που, ας μην ξεχνάμε, στις αραβικές χώρες είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού – πίστη στις δυνάμεις τους και ίσως τα έκαναν ανοικτά σε ιδεολογικές αναζητήσεις.

Η Μέση Ανατολή είναι μια περιοχή με πολύ έντονα οικονομικά, οικολογικά και κοινωνικά προβλήματα – όχι κατ’ ανάγκη πολύ διαφορετικά απ’ αυτά της Κύπρου ή της Ελλάδας. Μια νέα προοδευτική ιδεολογία, εμπνευσμένη (και) από μαρξιστικά στοιχεία θα είχε ίσως τη δυνατότητα να προσφέρει πραγματικές απαντήσεις σ’ αυτά τα προβλήματα. Εκεί ακριβώς δηλαδή όπου οι άλλες ιδεολογίες του αραβικού χώρου μοιάζουν να έχουν ελλείψεις.


Βιβλιογραφία

  • Paul Salem (1994): Bitter Legacy – Ideology and politics in the Arab world.
  • Μαξίμ Ροντινσόν (1980): Οι Άραβες.
  • http://countrystudies.us/iraq/
  • Tareq Y. Ismael/ Jacqueline S. Ismael (1998): The Communist Movement in Syria and Lebanon.
  • Donald F. Busky (2002): Communism in History and Theory – Asia, Africa, and the Americas.
  •  Juan Cole (2014): The New Arabs – How the Millennial Generation is Changing the Middle East.
  • Jamil Hila (2010): The Palestinian Left and the Multi-Layered Challenges Ahead. In: Institute for Palestine Studies.
  • Katja Hermann, Jamil Hilal (2014) (eds.): Mapping of the Arab Left.