Μια δευτερη Αραβικη Ανοιξη

Κλασσικό

Πριν λίγα χρόνια, ο κόσμος παρακολουθούσε εντυπωσιασμένος την «Αραβική Άνοιξη». Τα αυταρχικά καθεστώτα των αραβικών χωρών, πολλά από τα οποία ήταν αγκιστρωμένα στην εξουσία για δεκαετίες, έμοιαζαν να καταρρέουν το ένα μετά το άλλο. Τα γεγονότα είχαν προκαλέσει ενθουσιασμό εντός και εκτός του αραβικού κόσμου, για τον οποίο πολλοί πλέον προέβλεπαν ένα καλύτερο μέλλον.

Αυτή η εικόνα έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τη σημερινή. Η εντύπωση που μένει είναι η γενική αποτυχία της «Αραβικής Άνοιξης», είτε λόγω βίαιης αντεπανάστασης (Αίγυπτος, Μπαχρέιν), είτε λόγω ατελείωτων εμφυλίων πολέμων (Συρία, Λιβύη, Υεμένη). Αυτή η εμπειρία εξηγεί ίσως γιατί δόθηκε τόσο λίγη προσοχή σε ένα νέο κύμα εξεγέρσεων. Οι πιο σημαντικές απ’ αυτές είναι σε δύο (μέχρι στιγμής) χώρες: την Αλγερία και το Σουδάν. Καμία από τις δύο (οι οποίες, ας σημειωθεί, είναι η δεύτερη και η τρίτη μεγαλύτερη πληθυσμιακά αραβική χώρα αντίστοιχα) δεν βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Και οι δύο συνδέονται όμως με αυτήν κι είναι μάλλον απίθανο τα πρόσφατα γεγονότα να την αφήσουν ανεπηρέαστη.

Το Χιράκ της Αλγερίας

Λίγοι είναι μάλλον αυτοί που θυμούνται πως η Αλγερία ήταν μια από τις πρώτες χώρες που γνώρισαν σημαντικές κινητοποιήσεις κατά την διάρκεια της «πρώτης» Αραβικής Άνοιξης, το 2010-11. Παρ’ όλα αυτά, αυτές οι διαμαρτυρίες δεν εξελίχθηκαν σε πραγματική εξέγερση όπως στη γειτονική Τυνησία. Κάποιοι θεώρησαν τότε ότι η πρόσφατη πικρή εμπειρία του εμφυλίου πολέμου έκανε τους Αλγερινούς πιο επιφυλακτικούς απέναντι σε ό,τι μπορούσε να φέρει πολιτική αποσταθεροποίηση.

Από τότε πάντως, πολλά έχουν αλλάξει. Το 2013, ο πρόεδρος Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα υπέστη εγκεφαλικό. Λίγοι ξέρουν την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το σίγουρο είναι όμως πως από τότε δεν κάνει δημόσιες ομιλίες. Παρ’ όλα αυτά, το 2014 κατέβηκε ξανά ως υποψήφιος και φυσικά, σε συνθήκες απολύτως ελεγχόμενες από το καθεστώς, δεν δυσκολεύτηκε να κερδίσει μια ακόμα πενταετή θητεία – και να συμπληρώσει έτσι δυο δεκαετίες στο ανώτατο αξίωμα της χώρας.

Ο Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα.
Πηγή εικόνας

Ο Μπουτεφλίκα είναι ο ηγέτης που είχε οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από τον εμφύλιο πόλεμο. Επίσης, οι παροχές προς τον πληθυσμό κατά την περίοδο της ραγδαίας ανόδου των τιμών του πετρελαίου (η Αλγερία διαθέτει πλούσια κοιτάσματα και είναι μέλος του ΟΠΕΚ) του είχαν χαρίσει ίσως κάποια δημοφιλία. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι στους Αλγερινούς αρέσει η ιδέα να κυβερνιούνται από κάποιον που είναι, κατά πάσα πιθανότητα, σχεδόν φυτό. Και όταν τον περασμένο Φεβρουάριο φάνηκε καθαρά ότι ο (83χρονος πλέον) Μπουτεφλίκα θα κατέβαινε πάλι υποψήφιος στις εκλογές του 2019, η υπομονή του λαού εξαντλήθηκε.

Η νέα υποψηφιότητα του Μπουτεφλίκα ήταν ένα σημάδι ότι αυτοί που πραγματικά ελέγχουν την κατάσταση στη χώρα, δεν μπορούσαν καν να συμφωνήσουν μεταξύ τους για τη διαδοχή ενός φανερά ανίκανου προέδρου. Αυτή η κοροϊδία, σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα λόγω της πτώσης της τιμής του πετρελαίου και τη βαθιά διαφθορά, ήταν οι αιτίες που έκαναν το κίνημα («Χιράκ» στα αραβικά) να φουντώσει. Ακόμα και οργανώσεις όπως αυτές των βετεράνων του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, ένωσαν τις φωνές τους μαζί του.

Το αρχικό αίτημα των διαδηλώσεων ήταν να ακυρωθεί η υποψηφιότητα του Μπουτεφλίκα. Αυτό ήταν όμως απλά η αφορμή για να εκφραστεί η δυσαρέσκεια προς το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του. Εξάλλου, οι διαδηλωτές δεν είχαν αυταπάτες: δεν έβλεπαν τον Μπουτεφλίκα παρά σαν έναν αχυράνθρωπο, πίσω από τον οποίο κρύβονταν οι ελίτ που πραγματικά κυβερνούν την χώρα.

Διαδήλωση στο Αλγέρι, 16.04.2019 Πηγή εικόνας

Οι διαδηλώσεις έγιναν τόσο ογκώδεις και δυναμικές, ώστε τελικά ο Μπουτεφλίκα αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 2 Απριλίου. Η Αλγερία έγινε έτσι, μετά την Τυνησία, την Αίγυπτο, την Υεμένη και τη Λιβύη, η επόμενη αραβική χώρα όπου έπεσε η κεφαλή ενός αυταρχικού καθεστώτος, ή τουλάχιστον το προσωπείο του. Επίσης, συνελήφθησαν και κάποιοι υψηλοί αξιωματούχοι και ολιγάρχες συνδεόμενοι με τον Μπουτεφλίκα.

Αυτό βέβαια απέχει πολύ από μια κατάρρευση του καθεστώτος. Η μεταβατική κυβέρνηση σχηματίστηκε από στελέχη του συστήματος που στήριζε τον Μπουτεφλίκα. Αυτοί θα ελέγχουν τα πράγματα κατά την περίοδο μέχρι τη διοργάνωση εκλογών. Πολλοί Αλγερινοί δεν είναι ευχαριστημένοι με αυτό και συνεχίζουν να κατεβαίνουν στους δρόμους. Η έλλειψη οργανωμένης ηγεσίας και κεντρικού συντονισμού, είναι όμως μια σημαντική αδυναμία του αλγερινού κινήματος – σε αντίθεση με την περίπτωση του Σουδάν.

Σουδάν: το τέλος της στρατοκρατίας;

Αν ζητούσαν από κάποιον να ονομάσει τις πιο σημαντικές αραβικές χώρες, το Σουδάν μάλλον δεν είναι μια από τις πρώτες που θα σκεφτόταν. Μπορεί μετά την απόσπαση του Νοτίου Σουδάν να είναι πλέον περισσότερο αραβόφωνη χώρα (και κατά συντριπτική πλειοψηφία μουσουλμανική), παραμένει όμως στα μυαλά πολλών περιφερειακή, μεταβατική ανάμεσα στον αραβικό κόσμο και τη Μαύρη Αφρική.

Κι όμως, το Σουδάν δεν είναι μόνο η τρίτη μεγαλύτερη σε πληθυσμό χώρα όπου τα αραβικά είναι η επίσημη γλώσσα (με 40 εκατομμύρια ακολουθεί πίσω από Αίγυπτο και Αλγερία), αλλά διαθέτει και σημαντική κινηματική παράδοση. Η χώρα έχει γνωρίσει στο παρελθόν ήδη δύο εξεγέρσεις που οδήγησαν στην πτώση δικτατορικών κυβερνήσεων (1964, 1985). Το Σουδάν έχει επίσης γνωρίσει στην Ιστορία του τουλάχιστον κάποιες μικρές περιόδους κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αξίζει ακόμα να θυμηθούμε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα του Σουδάν ήταν παραδοσιακά ένα από τα πιο δυνατά του αραβικού κόσμου.

Ούτε η «πρώτη Αραβική Άνοιξη» άφησε το Σουδάν ανεπηρέαστο: από το 2011 και μετά, διάφορα κύματα διαδηλώσεων, ιδιαίτερα αυτό του 2013, απείλησαν το αυταρχικό καθεστώς του Ομάρ αλ-Μπασίρ. Στις αιτίες των διαμαρτυριών ανήκουν και οι οικονομικές δυσκολίες που προκάλεσε η διάσπαση της χώρας το 2011, όταν το Νότιο Σουδάν έγινε ανεξάρτητο. 

Ο στρατηγός Ομάρ αλ-Μπασίρ κυβερνά το Σουδάν από το 1989, όταν ανέτρεψε πραξικοπηματικά την κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Σαντίκ αλ-Μάντι. Μεταξύ άλλων, είναι καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης ως υπεύθυνος για εγκλήματα πολέμου στο Νταρφούρ. Πηγή εικόνας

Έχοντας όλα αυτά υπόψη, μπορεί κάποιος να κατανοήσει πως κάποιες διαμαρτυρίες  τον Δεκέμβρη του ’18, σε μια επαρχιακή πόλη για την τιμή του ψωμιού, εξελίχθηκαν μέσα σε λίγες μέρες σε μαζικό κίνημα για την ανατροπή του καθεστώτος. Ο πυρήνας των κινητοποιήσεων ήταν ο Σουδανικός Σύνδεσμος Επαγγελματιών, μια ένωση συνδικαλιστικών οργανώσεων, που αφορούν όμως κυρίως επαγγέλματα υψηλής κοινωνικής θέσης, όπως γιατρούς, δημοσιογράφους, δικηγόρους, καθηγητές. Μετά από λίγες μέρες, ο Σύνδεσμος ενώθηκε με άλλες αντιπολιτευόμενες δυνάμεις: πολιτικά κόμματα (από παλιά μάλλον συντηρητικά, όπως το Κόμμα της Ούμμα ή το Λαϊκό Κόμμα Κογκρέσου, μέχρι το Κομμουνιστικό και μικρότερα μπααθικά και νασερικά), τοπικά ένοπλα κινήματα όπως αυτά του Νταρφούρ, οργανώσεις γυναικών, Νουβίων κ.ά. Μαζί σχημάτισαν τη «Συμμαχία για την Ελευθερία και την Αλλαγή», με κεντρικό αίτημα όχι μόνο την απομάκρυνση του Μπασίρ, αλλά και τον σχηματισμό μεταβατικής κυβέρνησης που θα αντιπροσωπεύει ολόκληρη τη σουδανική κοινωνία και θα προετοιμάσει το έδαφος για ελεύθερες εκλογές. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, το κίνημα στους επόμενους μήνες όχι μόνο δεν διαλύθηκε, αλλά δεν σταμάτησε να φουντώνει.

Στις 6 του Απρίλη (τέσσερις μέρες μετά την παραίτηση του Μπουτεφλίκα στην Αλγερία), οργανώθηκε μια μεγάλη καθιστική διαμαρτυρία έξω από τα κεντρικά των ενόπλων δυνάμεων. Μπροστά στον κίνδυνο οι αξιωματικοί να χάσουν τον έλεγχο των στρατιωτών τους, στις 11 του μήνα ο στρατός ουσιαστικά αναγκάστηκε να κάνει πραξικόπημα, καθαιρώντας τον Ομάρ αλ-Μπασίρ και θέτοντας τον σε κατ’ οίκον περιορισμό. Ακόμα ένας Άραβας δικτάτορας ήταν παρελθόν.

Η φωτογραφία αυτής της νεαρής Σουδανής που φωνάζει «Επανάσταση!» μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος, κυκλοφόρησε στις αρχές του Απρίλη και έγινε σύμβολο του σουδανικού κινήματος – και του σημαντικού ρόλου που έπαιξαν οι γυναίκες σε αυτό. Ο Μπασίρ καθαιρέθηκε λίγες μέρες μετά. Πηγή εικόνας

Βέβαια, ένα καθεστώς σαν το σουδανικό δεν εξαφανίζεται απλά όταν φύγει ο επικεφαλής του. Οι διαδηλωτές δεν γύρισαν στα σπίτια τους, αλλά παρέμειναν στους δρόμους, απαιτώντας την παράδοση της εξουσίας από τους στρατιωτικούς στα χέρια των πολιτών. Με αυτόν το στόχο, η Συμμαχία για την Ελευθερία και την Αλλαγή ξεκίνησε συνομιλίες με το «Μεταβατικό Στρατιωτικό Συμβούλιο», το οποίο είχε αναλάβει την προσωρινή (;) διακυβέρνηση της χώρας.

Σε αντίθεση όμως με την Αλγερία, το σουδανικό καθεστώς έδειξε από την αρχή πως δεν ήταν διατεθειμένο να αφήσει την εξέγερση να εξελιχθεί αναίμακτα. Με βάση πηγές της αντιπολίτευσης, ήδη μέχρι τον Απρίλη υπήρχαν 70 νεκροί. Η αιματηρή καταστολή όχι μόνο δεν σταμάτησε, αλλά κορυφώθηκε μετά την πτώση του Μπασίρ: στις 3 Ιουνίου, ένοπλοι επιτέθηκαν σε συγκέντρωση απέναντι από τη Γενική Διοίκηση του Στρατού στο Χαρτούμ, με απολογισμό πάνω από 100 νεκρούς (πολλά πτώματα πετάχτηκαν στον Νείλο) και τουλάχιστον 70 βιασμούς. Η παραστρατιωτική οργάνωση που θεωρήθηκε υπεύθυνη για αυτήν την επίθεση, είναι οι «Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης» και έχουν ένα ιδιαίτερα σκοτεινό παρελθόν, αφού συνδέονται και με την εθνοκάθαρση στο Νταρφούρ.

Ο Στρατηγός Μοχάμεντ Νταμγκάν Νταγκάλο, γνωστός και ως «Χεμέντι», είναι ο διοικητής των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης. Αν και το Διεθνές Δικαστήριο δεν έχει κατηγορήσει τον ίδιο για εγκλήματα πολέμου στο Νταρφούρ, οι (παρα)στρατιωτικές ομάδες που ελέγχει είναι η μετεξέλιξη αυτών που είχαν δράσει με ιδιαίτερη σκληρότητα στη συγκεκριμένη περιοχή. Πηγή εικόνας

Παρ’ όλα αυτά, το κίνημα πάλι δεν διαλύθηκε. Τελικά, στις 5 Ιουλίου οι δύο πλευρές κατέληξαν σε μια πρώτη συμφωνία: οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν σε 3 χρόνια και 3 μήνες, ενώ μέχρι τότε η χώρα θα κυβερνάται από ένα εντεκαμελές συμβούλιο που θα αποτελείται από 6 πολίτες και 5 στρατιωτικούς. Τους πρώτους 21 μήνες θα προεδρεύει του συμβουλίου ένας στρατιωτικός και στη συνέχεια ένας πολίτης. Ένα μέρος των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων, όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα και κάποια από τα τοπικά ένοπλα κινήματα, θεώρησαν τη συμφωνία ως ήττα και συνθηκολόγηση με τη σουδανική χούντα και τάχθηκαν εναντίον της. Πολλοί Σουδανοί όμως πανηγύρισαν γι’ αυτήν ως νίκη του κινήματος, που πετυχαίνει τη μετάβαση στη δημοκρατία αποφεύγοντας τον εμφύλιο πόλεμο. Το μέλλον θα δείξει αν έχουν δίκαιο, αλλά τουλάχιστον αυτήν τη στιγμή δικαιούνται να χαρούν.

Πανηγυρισμοί στους δρόμους μετά την επίτευξη συμφωνίας για την πολιτική μετάβαση στο Σουδάν. Πηγή εικόνας

Η αραβική εξέγερση συνεχίζεται;

Τελικά, βλέπουμε όντως στην Αλγερία και το Σουδάν τη συνέχεια της Αραβικής Άνοιξης; Τι είναι αυτό που συνδέει τα δυο αυτά κινήματα με τις εξεγέρσεις του 2011 και τι αυτό που τα ξεχωρίζει;

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι οι Αλγερινοί και οι Σουδανοί έχουν πάρει κάποια μαθήματα από τις αποτυχίες των προηγούμενων εξεγέρσεων. Το ότι τονίζουν όσο μπορούν τον ειρηνικό χαρακτήρα των κινημάτων τους, φωνάζοντας «ειρηνικά, ειρηνικά», είναι κατανοητό ακριβώς λόγω αυτής της ιστορίας: γνωρίζουν πολύ καλά σε ποια κατάσταση βρίσκονται η Συρία, η Λιβύη και η Υεμένη (αν και θα μπορούσε κάποιος να επισημάνει ότι η φιλειρηνική διάθεση δεν έλειπε από τους πρώτες διαδηλωτές και σε αυτές τις χώρες, χωρίς τελικά να εμποδίσει την τραγική κατάληξη).

Το πιο σημαντικό μάθημα όμως βρίσκεται ίσως στη σύγκριση με την Αίγυπτο, με την οποία το Σουδάν και η Αλγερία μοιάζουν ως προς τον στρατοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος (σε αντίθεση π.χ. με τη Συρία, στις τρεις αυτές χώρες ο στρατός είναι πρακτικά πιο σημαντικός και από τον ίδιο τον πρόεδρο και τον κύκλο του). Ενώ οι Αιγύπτιοι διαδηλωτές το 2011 θεώρησαν ότι νίκησαν μόλις ο στρατός εξώθησε τον Μουμπάρακ σε παραίτηση και ανέλαβε ο ίδιος άμεσα την εξουσία, στην Αλγερία και το Σουδάν παρέμειναν στους δρόμους απαιτώντας τη μετάβαση σε πολιτική κυβέρνηση. Επίσης, απαιτούν το μεταβατικό διάστημα προς τις εκλογές να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο (4 χρόνια είχε ζητήσει η Συμμαχία για την Ελευθερία και την Αλλαγή στο Σουδάν), έτσι ώστε να δοθεί αρκετός χρόνος σε νέες πολιτικές δυνάμεις να οργανωθούν – και να μην επωφεληθούν οι εκπρόσωποι του παλιού καθεστώτος ή οι ισλαμιστές, όπως π.χ. στην Αίγυπτο ή την Τυνησία. 

Το κοινό όμως με τις εξεγέρσεις του 2011, είναι ο φόβος των συντηρητικών αραβικών καθεστώτων απέναντί τους. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το καθεστώς του Σίσι στην Αίγυπτο μοιάζουν να έχουν δημιουργήσει έναν άξονα που θυμίζει ίσως την Ιερά Συμμαχία στην Ευρώπη πριν δύο αιώνες.  Στο Σουδάν, από τη στιγμή που η παραμονή του Μπασίρ στην εξουσία ήταν αδύνατη, έχουν κάνει ό,τι μπορούν για να ενισχύσουν το Μεταβατικό Στρατιωτικό Συμβούλιο, το οποίο βλέπουν ως εγγύηση για τη διατήρηση του στάτους κβο. 

Τι θα πετύχουν τελικά τα κινήματα του Σουδάν και της Αλγερίας και τι θα σημαίνει αυτό για τον αραβικό και τον ευρύτερο μεσογειακό κόσμο; Οι προβλέψεις είναι δύσκολες ακόμα και γι’ αυτούς που έχουν καλή γνώση της περιοχής. Αυτό όμως που επιβεβαιώνεται, είναι ότι η Αραβική Άνοιξη δεν ήταν απλά ένα περαστικό ξέσπασμα. Ήταν η αρχή μιας γενικής κρίσης εμπιστοσύνης προς τα αραβικά καθεστώτα από τους λαούς τους. Αυτή η κρίση μπορεί να καταλήξει σε προοδευτικές επαναστάσεις, σε χαοτικούς εμφυλίους πολέμους ή σε νέες μορφές αυταρχισμού  – μέχρι στιγμής, έχουμε ήδη δει και τα τρία. 

Αν υπάρχει κάτι που μοιάζει σχετικά σίγουρο, είναι πως η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί μακροχρόνια. Τα αραβικά κράτη δεν χαρακτηρίζονται μόνο από προβληματικές οικονομίες, υψηλή ανεργία, τεράστια δημοκρατικά ελλείμματα, βαθιά διαφθορά, οικολογική κρίση. Έχουν και έναν πολύ νεανικό πληθυσμό, ο οποίος από τη φύση του δεν μπορεί να τα ανεχθεί όλα αυτά επ’ άπειρο.

Οι εξεγέρσεις στο Σουδάν και την Αλγερία, ασχέτως της τελικής κατάληξής τους, ήρθαν για να υπενθυμίσουν αυτήν την πραγματικότητα. Όχι μόνο στα αραβικά (και άλλα) καθεστώτα, τα οποία είχαν ανακουφιστεί από την αποτυχία των εξεγέρσεων, αλλά και σε όσους πρώην θαυμαστές της Αραβικής Άνοιξης (εντός και εκτός αραβικού κόσμου) είχαν για τους ίδιους λόγους απογοητευτεί πρόωρα. Η Ιστορία μας έχει διδάξει ότι η περίοδος μετάβασης από ένα παλιό σύστημα στο νέο, είναι συνήθως μακρά κι έχει μέσα της και πολλά πισωγυρίσματα και τραγικές αποτυχίες. Γιατί οι αραβικές χώρες να αποτελέσουν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα; Ειδικά εμείς στη βόρεια ακτή της Μεσογείου, που έχουμε δει στα τελευταία χρόνια τα κινήματα στις χώρες μας είτε να ηττώνται καθαρά είτε να ατονούν με τον καιρό, δεν αποκλείεται να κοιτάξουμε σύντομα πάλι στην απέναντι νότια ακτή για πηγές έμπνευσης – όπως έγινε και το 2011.


Πηγές:

Καιρο: Η γεωγραφία της αυθαιρεσίας

Κλασσικό

«Ουμ-αντ-Ντούνια», μάνα του κόσμου, λέγεται πως αποκαλούν οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι την πρωτεύουσά τους – με μια δόση υπερβολής, είναι η αλήθεια, χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε την όντως μεγάλη ιστορική σημασία του αιγυπτιακού πολιτισμού. Το άλλο όνομα που χρησιμοποιούν συχνά είναι «Μασρ», το οποίο είναι συνώνυμο και της Αιγύπτου γενικότερα: ίσως μια ακόμα ένδειξη για τη μεγάλη σημασία που έχει η πόλη για τη χώρα. Εξάλλου, το Κάιρο αντιπροσωπεύει περίπου ένα τέταρτο του πληθυσμού και το μισό από το ΑΕΠ της Αιγύπτου.

Η Ιστορία μιας σύγχρονης γιγαντούπολης

Σε σχέση με την Αίγυπτο γενικά ως χώρα, το ίδιο το Κάιρο μπορεί να μην είναι και τόσο αρχαίο: ως πόλη με αυτό το όνομα, ιδρύθηκε μόλις τον 10ο αιώνα μ.Χ. Μια τέτοια στρατηγική τοποθεσία όμως, εκεί που ο Νείλος ετοιμάζεται να εγκαταλείψει την γραμμική πορεία του, για να διασπαστεί στις διάφορες διακλαδώσεις που σχηματίζουν το περίφημο Δέλτα, δεν θα μπορούσε να είχε περάσει απαρατήρητη. Τα ερείπια της Μέμφιδας, της πρωτεύουσας του Αρχαίου Βασιλείου, βρίσκονται μόλις 30 χιλιόμετρα νοτιότερα του σημερινού κέντρου του Καΐρου. Όχι πολύ μακριά,  ορθώνονται και οι γνωστές πυραμίδες της Γκίζας, με τον αστικό ιστό της ταχύτατα αναπτυσσόμενης μεγαλούπολης να τις έχει πλέον αγγίξει. Στην ανατολική όχθη του Νείλου, στην περιοχή που ονομάζεται σήμερα «Παλιό Κάιρο», υπήρχαν οικισμοί ήδη από τα ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια. Σε αυτήν την τοποθεσία ίδρυσαν και οι Άραβες κατακτητές τον 7ο αιώνα μ.Χ.  τη δική τους πόλη, το Φουστάτ.

Το αυτό καθεαυτό Κάιρο ιδρύθηκε τρεις αιώνες αργότερα και πιο βορειοανατολικά, ως η νέα πρωτεύουσα της δυναστείας των Φατιμιδών και του πολύ ιδιαίτερου σιιτικού-ισμαηλιτικού τους χαλιφάτου. Το σιιτικό πείραμα δεν έμελλε να επιβιώσει και τον 12o αιώνα η Αίγυπτος επανέκαμψε στους κόλπους του σουνιτικού Ισλάμ. Επί Μαμελούκων, αυτής της για εντελώς άλλους λόγους επίσης ιδιαίτερης δυναστείας (προερχόταν ουσιαστικά από στρατιωτικούς σκλάβους), το Κάιρο έφτασε στο απόγειο της δόξας του. Τον 14ο αιώνα, η πόλη είχε ήδη έναν πληθυσμό γύρω στις 250.000 κατοίκους, σε μια περίοδο όπου ακόμα και οι μεγαλύτερες πόλεις της Δυτικής Ευρώπης δύσκολα ξεπερνούσαν τις 100.000. Η τοποθεσία αυτής της μεσαιωνικής πόλης αντιστοιχεί στο σημερινό «Ισλαμικό Κάιρο», με τη γνωστή Αγορά του Αλ Χαλίλη και το Τζαμί-Πανεπιστήμιο του Αλ Αζχάρ.

Το Κάστρο του Καΐρου, κτισμένο από τους Φατιμίδες όταν αποφάσισαν να ιδρύσουν εκεί τη νέα τους πρωτεύουσα, ορθώνεται περίπου στο νότιο όριο της περιοχής που ονομάζεται σήμερα «Ισλαμικό Κάιρο».

Το σύγχρονο κέντρο της πόλης πάντως, δεν βρίσκεται ούτε στη μια (Παλιό Κάιρο) ούτε στην άλλη τοποθεσία (Ισλαμικό Κάιρο), αλλά σε μια τρίτη, πάντα στην ανατολική όχθη του Νείλου. Πρόκειται για μια πρώην βαλτώδη έκταση, όπου ο χεδίβης (αντιβασιλέας επί Οθωμανών) Ισμαήλ Πασάς αποφάσισε τον 19ο αιώνα να δημιουργήσει, με τη βοήθεια Ευρωπαίων αρχιτεκτόνων, μια σύγχρονη πρωτεύουσα, αντάξια της δυνατής Αιγύπτου που ονειρευόταν.

Η επέκταση του αστικού ιστού του Καΐρου: με μαύρο φαίνονται οι περιοχές των ιστορικών οικισμών (νοτιοδυτικά το Παλιό Κάιρο, βορειοανατολικά το Ισλαμικό Κάιρο) και με σκούρο γκρίζο η επέκταση στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, που συμπεριλαμβάνει και το σύγχρονο κέντρο. Με ανοικτό γκρίζο απεικονίζεται η ανάπτυξη που ακολούθησε στη διάρκεια του 20ού αιώνα.
Πηγή: Sims, 2003

Στον 20ό αιώνα, το Κάιρο, ως πρωτεύουσα της ανεξάρτητης πλέον Αιγύπτου, άρχισε να γιγαντώνεται σε πληθυσμό και έκταση, τόσο χάρη στην υψηλή γεννητικότητα όσο και στην εσωτερική μετανάστευση. Και συνεχίζει να μεγαλώνει, έστω και με μειωμένους ρυθμούς, έχοντας φτάσει πλέον τα περίπου 20 εκατομμύρια. Όλος αυτός ο κόσμος κάπου πρέπει να μείνει, και ο αστικός ιστός του Καΐρου συνεχίζει έτσι να εξαπλώνεται, συνήθως εις βάρος υπερπολύτιμων (σε μια τόσο ξηρή χώρα) γεωργικών εκτάσεων.

Το Κάιρο της άναρχης ανάπτυξης

Αυτή η συγκέντρωση κόσμου σε ένα μικρό κομμάτι γης δεν θα μπορούσε παρά να φέρει προβλήματα όπως την ανεπαρκή διαχείριση των σκουπιδιών, την έλλειψη ελεύθερων κοινόχρηστων χώρων, την ατμοσφαιρική ρύπανση (η οποία στο Κάιρο επιδεινώνεται από τη σκόνη της ερήμου), το κυκλοφοριακό χάος. Η κατάσταση είναι όμως εκρηκτική ειδικά σε εκείνα τα τμήματα της πόλης, όπου η αστική ανάπτυξη ήταν εντελώς άναρχη, χωρίς σχέδιο και χωρίς άδειες.

Στενό στο Μπουλάκ Ελ Ντακρούρ, μια από τις γνωστότερες «αυθαίρετες συνοικίες» του Καΐρου.
Πηγή: https://www.theguardian.com/world/2011/jun/24/cairo-slum-dwellers-revolution

Τα πρώτα σημάδια του προβλήματος εμφανίστηκαν ήδη στα χρόνια του «αιγυπτιακού σοσιαλισμού» του Νάσερ (1952-1970), παρά την κυρίαρχη ιδεολογία υπέρ του κρατικού σχεδιασμό. Η αυθαίρετη και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη γιγαντώθηκε όμως από τη δεκαετία του ’70 και μετά, ταιριάζοντας ίσως και με την πολιτική στροφή προς τον νεοφιλελευθερισμό. Ενισχύθηκε βέβαια και από τα εμβάσματα των Αιγυπτίων μεταναστών από τις χώρες του Κόλπου: πολλά από αυτά επενδύθηκαν στην εξασφάλιση ιδιόκτητου – έστω και τυπικά παράνομου – σπιτιού στην πατρίδα.  Έτσι,  πυκνοδομημένες συνοικίες άρχισαν να ξεφυτρώνουν γύρω από το «ιστορικό Κάιρο» και στις δύο όχθες του Νείλου. Εκτιμάται ότι πάνω από το 80% των νέων οικοδομών στη δεκαετία του ’70 κτίστηκαν παράνομα.

Τέτοιες συνοικίες ονομάζονται στην Αίγυπτο Ashwa’iyat, το οποίο φαίνεται πως σημαίνει τυχαίες ή άτακτες. Δεν μιλάμε για κάποιο περιθωριακό φαινόμενο: εκεί κατοικούν σήμερα περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού του Καΐρου! Τα χαρακτηριστικά τους είναι οι πολύ στενοί δρόμοι, η πυκνή δόμηση, η κακή σύνδεση με συγκοινωνίες και η σχεδόν παντελής έλλειψη κοινόχρηστων ή ελεύθερων δημοσίων χώρων – ότι δηλαδή θα περίμενε κάποιος για συνοικίες κτισμένες χωρίς τον οποιοδήποτε σχεδιασμό. Ακόμα και η σύνδεση με δημόσιες υπηρεσίες, όπως π.χ. η αποκομιδή σκουπιδιών, είναι κάθε άλλο παρά αυτονόητη.

Χαρακτηριστικά για την εικόνα των «αυθαίρετων συνοικιών» του Καΐρου είναι και τα τουκ-τουκ, τα τρίκυκλα που λειτουργούν σαν ταξί. Εκτός από το ότι είναι φτηνά, έχουν και το πλεονέκτημα ότι μπορούν να κινηθούν εύκολα τόσο στα στενά δρομάκια των συνοικιών, όσο και στις πνιγμένες από την κίνηση λεωφόρους του Καΐρου. Αν και λειτουργούν (και αυτά) συνήθως παράνομα, προσφέρουν εισόδημα σε εκατοντάδες χιλιάδες Καϊρινούς.
Πηγή: https://dailynewsegypt.com/2017/09/11/tuk-tuks-egyptian-streets-saver-curse/

Οι διαφορετικές όψεις της αυθαιρεσίας

Ό,τι κι αν πιστεύει κάποιος γι’ αυτήν, η αυθαίρετη δόμηση σίγουρα ικανοποίησε την ανάγκη στέγασης εκατομμυρίων ανθρώπων, οι οποίοι πολύ δύσκολα θα έβρισκαν σπίτι στη «νόμιμη» πόλη. Επίσης, το είδος της αυθαιρεσίας μπορεί να διαφέρει σημαντικά από συνοικία σε συνοικία. Τα περισσότερα κτίρια οικοδομήθηκαν μεν χωρίς άδεια, αλλά κατόπιν συμφωνίας με τον νόμιμο ιδιοκτήτη. Κατά κανόνα, αυτή η γη ήταν προηγουμένως γεωργική – ενίοτε με τα παλιά αρδευτικά κανάλια να εξελίσσονται στις.. οδικές αρτηρίες των νέων συνοικιών. Η εξαγορά της γης και το χτίσιμο των πολυκατοικιών γινόταν συχνά εντελώς άτυπα, χωρίς συμβόλαια και βασιζόμενη μόνο σε προφορικές συμφωνίες.

Η άλλη εκδοχή αυθαίρετης δόμησης είναι η κανονική καταπάτηση κρατικής γης, συνήθως μέσα στην έρημο. Και σε αυτήν την περίπτωση, μερικά πρόχειρα κτίρια (συχνά γύρω από μικρούς πυρήνες παλαιότερων νόμιμων οικισμών) εξελίχθηκαν με τον καιρό σε πυκνοδομημένες συνοικίες. Οι αντιδράσεις του κρατικού μηχανισμού ήταν, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, μάλλον σπάνιες: είτε λόγω αδιαφορίας είτε λόγω διαφθοράς.

Με πράσινο χρώμα απεικονίζονται οι περιοχές αυθαίρετης δόμησης σε ιδιωτική αγροτική γη, με κίτρινο σε κρατική γη (κατά κανόνα έρημος) και με γαλάζιο οι περιοχές υποβάθμισης του ιστορικού κεντρικού Κάιρου.
Πηγή: Sims, 2003.

Αυτή η κατάσταση δεν έχει μόνο τις αρνητικές της πλευρές. Οι συνοικίες αυτές αναπτύχθηκαν άναρχα μεν, αλλά ικανοποιούν τουλάχιστον κάποιες από τις ανάγκες των κατοίκων τους. Χώροι εργασίας και καταστήματα βρίσκονται συνήθως κοντά στις κατοικίες. Άνθρωποι με κοινή καταγωγή ή/και με οικογενειακούς δεσμούς ζουν συχνά στις ίδιες γειτονιές,  μεταφέροντας έτσι ένα μέρος της κοινωνικής δικτύωσης από την επαρχία στη μεγαλούπολη. Οι Χριστιανοί τείνουν να συγκεντρώνονται γύρω από μια εκκλησία, όπου μπορούν να βρουν κοινωνική στήριξη στις δυσκολίες. Γενικά, οι κάτοικοι τέτοιων συνοικιών μπορούν συνήθως να βασίζονται στην κοινωνική αλληλεγγύη της γειτονιάς τους.

Τα ΜΜΕ συνδέουν συχνά τις αυθαίρετες συνοικίες με απόλυτη φτώχεια. υψηλή εγκληματικότητα, ναρκωτικά, πορνεία κ.λπ. Επίσης, γεγονότα όπως αυτά της συνοικίας Ιμπάμπα στη δεκαετία του ’90, τους χάρισαν και τη φήμη χώρου επώασης του ισλαμιστικού φανατισμού. Αυτή η εικόνα όμως περιγράφει μάλλον μόνο μια πλευρά της πραγματικότητας.  Σε αυτές τις συνοικίες δεν διαμένουν πλέον μόνο τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, αλλά και μικρομεσαία προς μεσαία, που ψάχνουν κατοικία σε λογικές τιμές. Επίσης, τέτοιες συνοικίες παίζουν σημαντικό ρόλο στην οικονομία της πόλης, αφού εκεί δραστηριοποιούνται πολλές μικρο-επιχειρήσεις. Τα κτίρια είναι συνήθως σχετικά καλής κατασκευής και δεν βρίσκονται κατ’ ανάγκη σε χειρότερη κατάσταση από πολλά παρατημένα κτίρια της «νόμιμης πόλης». Εξάλλου, υπάρχουν και τμήματα του ιστορικού πυρήνα του Καΐρου, τα οποία έχουν υποβαθμιστεί τόσο, ώστε οι συνθήκες ζωής να μην διαφέρουν και πολύ από κάποιες από τις «παράνομες» συνοικίες.

This image has an empty alt attribute; its file name is cf80ceb1cebbceb9cf8c-cebaceacceb9cf81cebf.jpg

Σοκάκι σε συνοικία του ιστορικού κέντρου, κοντά στο Κοπτικό (Παλιό) Κάιρο το 2013.

 

Η κρατική αντίδραση

Όπως και στην Τουρκία (βλέπε γκετζέκοντου), η εκρηκτική ανάπτυξη της αυθαίρετης δόμησης κατά κάποιον τρόπο απάλλαξε το κράτος από την υποχρέωσή του να φροντίσει για τη στέγαση των εκατομμυρίων εσωτερικών μεταναστών στις μεγαλουπόλεις. Παρά όμως την αρχική αδιαφορία, από ένα σημείο και μετά, αυτή η ανεξέλεγκτη κατάσταση δεν μπορούσε παρά να ανησυχήσει και την αιγυπτιακή κυβέρνηση, αφού χανόταν καθημερινά πολύτιμη γεωργική γη. Τι μπορούσε όμως να κάνει για να αντιδράσει;

Εκτός από την αυστηροποίηση των νόμων ενάντια στην αυθαίρετη δόμηση, έγινε μια μεγάλη προσπάθεια να κατευθυνθεί η αστική ανάπτυξη σε νέες πόλεις-δορυφόρους μέσα στην έρημο (όπως η 10th of Ramadan City). Το εγχείρημα δεν είχε και τόση επιτυχία: εκεί ζει σήμερα ένας πληθυσμός πολύ μικρότερος από τα πολλά εκατομμύρια κατοίκους, για τους οποίους κατασκευάστηκαν. Εκτός του ότι ήταν απομακρυσμένα από τους τόπους πιθανής αναζήτησης εργασίας, τα διαμερίσματα σε αυτές τις περιοχές έχουν τιμές δυσπρόσιτες για πολλούς κατοίκους της πόλης.


Το Κάιρο είναι σίγουρα από πολλές απόψεις μια ακραία περίπτωση: κατ’ αρχήν, λόγω του μεγέθους του. Είναι αναμενόμενο για μια τέτοια γιγαντούπολη, ότι πολλά προβλήματα θα παρουσιαστούν εκεί σε ιδιαίτερα οξυμένη μορφή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είναι μέρος μιας γενικότερης εικόνας.

Η μορφή που παίρνει η αστική ανάπτυξη μιας πόλης σαν το Κάιρο, μας βάζει και κάποια πολύ δύσκολα ερωτήματα. Ακόμα και με την πιο πετυχημένη πολιτική ελέγχου των γεννήσεων, η αύξηση του πληθυσμού είναι αναπόφευκτη. Πού θα μείνει ο επιπλέον πληθυσμός, ειδικά όταν στην απέναντι βόρεια ακτή της Μεσογείου υπάρχει μια Ευρώπη όλο και πιο εχθρική στη μετανάστευση; Είναι η επιπλέον επέκταση του αστικού ιστού αναπόφευκτη; Η άλλη εναλλακτική θα ήταν να «πυκνώσει» κι άλλο η πόλη: η πληθυσμιακή πυκνότητα είναι όμως ήδη σήμερα πολύ υψηλή και δύσκολα μπορεί κάποιος να τη φανταστεί ακόμα υψηλότερη, χωρίς να χειροτερεύσει το (ήδη όχι πάντα τόσο καλό) βιοτικό επίπεδο των κατοίκων.

Από την άλλη, πώς θα συμβιβαστεί η επέκταση του αστικού ιστού με την ανάγκη διατήρησης της (λόγω κλιματικών συνθηκών περιορισμένης) γεωργικής γης, ώστε αυτή να μπορεί να θρέψει τον συνεχώς αυξανόμενο πληθυσμό; Είναι ρεαλιστική η ιδέα δημιουργίας νέων πόλεων μέσα στην έρημο και θα μπορούσαν αυτές να είναι λειτουργικές και βιώσιμες στο μέλλον; Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα τέτοιων προσπαθειών δεν είναι και τα πιο ενθαρρυντικά.

Όπως και να έχει, δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κάποιος ότι, ακόμα κι αν υπάρχει κάποια λύση σε όλα αυτά, αυτή δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς καλό κρατικό σχεδιασμό. Πώς όμως θα κατάφερνε το κράτος να επιβάλλει έναν τέτοιο σχεδιασμό, σε συνθήκες ελεύθερης οικονομίας και απέναντι σε υπηκόους, οι οποίοι δεν το πολυεμπιστεύονται (και έχουν καλούς λόγους γι’ αυτό) και επιπλέον έχουν να αντιμετωπίσουν μεγάλα οικονομικά προβλήματα στην καθημερινότητά τους;

Δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι έχει απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Το μόνο σίγουρο είναι πως μας αφορούν τελικά όλους, και στις δύο ακτές της Μεσογείου. Προβλήματα τέτοιου μεγέθους δεν μπορούν να μείνουν περιορισμένα σε κρατικά σύνορα και να αφήσουν ανεπηρέαστες τις γειτονικές χώρες. Τα γεγονότα των τελευταίων χρόνων θα έπρεπε να μας το είχαν κάνει ξεκάθαρο.

 

Πηγές

  • Shenker, Jack (2011): For Cairo’s slum dwellers, rockfall fears prompt hopes of a broader revolution. Guardian.
  • Cox, Wendell (2012): The evolving urban form: Cairo.
  • Mennatullah Hendawy &Balsam Madi (2016): Slum Tourism: A Catalyst for Urban Development? Reflections from Cairo’s Ashwa’iyat (Informal Areas). In: Dynamics and Resilience of Informal Areas.
  • Hassan, Ahmed Abdelhalim M. (2011): Change in the Urban Spatial Structure of the Greater Cairo Metropolitian Area, Egypt. International Archives of the Photogrammetry, Remote Sensing and Spatial Information Sciences, Volume XXXVIII-4/C21.
  • Sims, David (2003): Urban Slums Reports: The case of Cairo, Egypt.
  • German Technical Cooperation (GTZ) (2009): Cairo’s informal areas between urban challenges and hidden potentials: facts voices visions

Τεχνητα και φυσικα κρατη στον αραβικο κοσμο

Κλασσικό

Η συζήτηση περί «τεχνητών συνόρων» στον αραβικό χώρο είναι παλιά. Γίνεται όμως ξανά επίκαιρη, βλέποντας τη σημερινή αποσταθεροποίηση στην περιοχή. Διάφορα αραβικά κράτη (Λιβύη, Υεμένη, Συρία, Ιράκ) έχουν ουσιαστικά καταρρεύσει. Είναι επόμενο να αναρωτιόμαστε αν ζούμε σήμερα το τέλος αυτών των συνόρων και την ανάδυση μιας «νέας τάξης πραγμάτων» στον αραβικό κόσμο.

Τεχνητά ή φυσικά σύνορα

Η λογική αντίδραση όταν ακούει κάποιος για «τεχνητά σύνορα» είναι να αναρωτηθεί: δεν είναι όλα τα σύνορα τεχνητά, αφού τα έχουν καθορίσει οι άνθρωποι; Ακόμα και στην περίπτωση που χρησιμοποιείται ένα πραγματικό φυσικό εμπόδιο, όπως ένα ποτάμι (π.χ. ο Έβρος ή ο Δούναβης), είναι οι άνθρωποι που το μετατρέπουν σε επίσημο σύνορο.

Επομένως, όταν αναφερόμαστε σε αντίθεση «φυσικών» και τεχνητών συνόρων, εννοείται ότι δεν μιλάμε κυριολεκτικά. «Φυσικά» ονομάζονται κράτη τα οποία έχουν πίσω τους μια σημαντική ιστορική παράδοση και τοπικές ρίζες: είτε ως ανεξάρτητες ή ημιαυτόνομες οντότητες, είτε ως παραδοσιακοί χώροι διαμονής συγκεκριμένων εθνοτικών ομάδων. Αντίθετα, «τεχνητά σύνορα» ονομάζονται τέτοια, που δημιουργήθηκαν από εξωτερικές δυνάμεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αγνοώντας την ιστορική παράδοση ή την εθνο-θρησκευτική πραγματικότητα.

Στα Βαλκάνια ή τη Μικρά Ασία τα κράτη μοιάζουν να έχουν κάποια «φυσικότητα»: μπορεί να μην υπήρχε σημαντική συνέχεια με ιστορικές κρατικές οντότητες, στήθηκαν όμως στη βάση κάποιων υπαρκτών εθνοτικών, γλωσσικών ή θρησκευτικών διαφορών. Στην περιοχή που δημιουργήθηκαν η Ελλάδα, η Τουρκία, η Αλβανία ή η Σερβία, η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν λίγο πολύ ελληνική, τουρκική, αλβανική ή σερβική αντίστοιχα – έστω και αν αυτή η πλειοψηφία δεν ήταν τόσο κυρίαρχη όσο σήμερα και οι έννοιες αυτές όχι τόσο καθαρές.

Τι έγινε όμως στα υπόλοιπα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Στη Μέση Ανατολή, όπου κυρίαρχη γλώσσα είναι τα αραβικά, δεν δημιουργήθηκε ένα ενιαίο αραβικό κράτος, ούτε τα σύνορα χαράχτηκαν στη βάση των θρησκευτικών διαφορών π.χ. ανάμεσα σε Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες ή Χριστιανούς. Εξαίρεση είναι το Ισραήλ, το οποίο δημιουργήθηκε κυρίως με εξωτερική παρέμβαση (των Ευρωπαίων Εβραίων), ενώ μόνο μερική εξαίρεση ήταν ο Λίβανος, που φτιάχτηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να έχει μια (μικρή) χριστιανική πλειοψηφία – η οποία όμως έτσι κι αλλιώς σήμερα δεν υφίσταται.

Αν όμως δεν έπαιξαν ρόλο οι εθνο-θρησκευτικές διαφορές, τότε τι; Είναι τα σημερινά σύνορα στον αραβικό κόσμο απλά μια κληρονομιά των αποικιοκρατών, ή συνέχεια ιστορικών παραδόσεων; Και τι σημαίνει αυτό για την επιβίωση τους; Όπως θα περίμενε κάποιος, εύκολες απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχουν.

Η κληρονομιά των Σάικς-Πικό

Όταν κάποιος μιλάει για τεχνητά αποικιοκρατικά σύνορα στον αραβικό κόσμο, σχεδόν αυτόματα μπαίνει στη συζήτηση και η συμφωνία Σάικς-Πικό. Μ’ αυτό το όνομα (από τους διπλωμάτες οι οποίοι την διαπραγματεύτηκαν) έχει περάσει στην ιστορία η μυστική συμφωνία μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας, με την οποία μοίρασαν μεταξύ τους τα οθωμανικά εδάφη της Μέσης Ανατολής το 1916: ενώ δηλαδή η έκβαση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν είχε ακόμα κριθεί και οι Αγγλογάλλοι δεν είχαν καν τον έλεγχο στην περιοχή.

Τα όρια των περιοχών αγγλικής και γαλλικής επιρροής/ελέγχου με βάση τη συμφωνία Σάικς-Πικό. Από κάτω φαίνονται τα σύνορα των σημερινών κρατών, ώστε να μπορεί να γίνει η σύγκριση.
Πηγή εικόνας

Όταν το τέλος του πολέμου βρήκε τους Αγγλογάλλους νικητές και τους Οθωμανούς ηττημένους, οι πρώτοι μπορούσαν να εφαρμόσουν την συμφωνία. Διάφοροι άλλοι παράγοντες, όπως το κεμαλικό κίνημα, οδήγησαν μεν σε σημαντικές τροποποιήσεις (η σημερινή Συρία και ο Λίβανος αντιστοιχούν στην τελική γαλλική περιοχή και το Ισραήλ, τα παλαιστινιακά εδάφη, η Ιορδανία και το Ιράκ στη βρετανική). Σε γενικές γραμμές όμως, βλέπουμε ότι η συμφωνία Σάικς-Πικό παρέμεινε οδηγός για τη μοιρασιά των εδαφών της αραβικής Ανατολής.

Ακόμα και ο εσωτερικός διαχωρισμός της αγγλικής και γαλλικής περιοχής σε κράτη βασίστηκε στις αποφάσεις των εξωτερικών δυνάμεων, έστω με την κάλυψη της Κοινωνίας των Εθνών (τον πρόγονο του ΟΗΕ). Οι Γάλλοι διαίρεσαν την περιοχή εντολής που τους δόθηκε σε 5 «κρατίδια», από τα οποία τα τέσσερα μεν ενώθηκαν στη συνέχεια συγκροτώντας τη σημερινή Συριακή Αραβική Δημοκρατία, το πέμπτο όμως έγινε ξεχωριστό κράτος: ο Λίβανος. Όσο για την αγγλική ζώνη επιρροής, χωρίστηκε σε τρία τμήματα: το Ιράκ, την Υπεριορδανία και την Παλαιστίνη. Τα δύο πρώτα έγιναν τα ανεξάρτητα κράτη που ξέρουμε, ενώ στην μεγαλύτερη έκταση του τρίτου δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ, που μετά το 1967 έφερε υπό την κατοχή του και τα υπόλοιπα τμήματα της πρώην βρετανικής Παλαιστίνης.

Η περιοχή Γαλλικής Εντολής, χωρισμένη σε πέντε κρατίδια. Το Σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (μπλε) ανήκε αρχικά στο κράτος του Χαλεπίου (κόκκινο), δόθηκε όμως αργότερα στην Τουρκία.
Πηγή: en.academic.ru

Φυσικά, αυτοί οι διαχωρισμοί δεν ήταν εντελώς αυθαίρετοι. Μια ιστορική περιοχή «Μεσοποταμία» ή «Ιράκ» υπήρχε πάντα: μάλιστα, για μια περίοδο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, λειτουργούσε ως σχεδόν ενιαία και αυτόνομη οντότητα εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίσης, ένα καθεστώς ιδιαίτερης αυτονομίας είχε στα τελευταία οθωμανικά χρόνια και το όρος Λίβανος.

Παρ’ όλα αυτά, στη συμφωνία Σάικς-Πικό γίνεται μια μάλλον βάσιμη κριτική ότι αγνόησε ιστορικές συνέχειες και εθνο-θρησκευτικές ιδιαιτερότητες. Το κράτος του Ιράκ σχηματίστηκε από την ένωση τριών διαφορετικών οθωμανικών επαρχιών (Μοσούλη, Βαγδάτη, Βασόρα), συγκεντρώνοντας σ’ ένα κράτος ετερογενείς πληθυσμούς (Κούρδοι στο Βορρά, Σουνίτες Άραβες στη Δύση, Σιίτες Άραβες στο Νότο). Η «ιστορική Συρία» αντίθετα μοιράστηκε με τρόπο ώστε να εξισορροπηθούν οι αγγλικές και γαλλικές ορέξεις, αγνοώντας λίγο πολύ τα παλιά όρια ανάμεσα στις οθωμανικές επαρχίες και ιστορικές παραδόσεις.

Τα βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς το τέλος της 19ου αιώνα.
Πηγή εικόνας

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα σημερινά σύνορα.

Η συμφωνία Σάικς-Πικό είναι πλέον 101 χρονών και παραμένει ένα σύμβολο της αποικιοκρατίας στην περιοχή. Πολλοί την έχουν κατηγορήσει και επίσης πολλοί (παναραβιστές, κομμουνιστές, Σύριοι εθνικιστές, ισλαμιστές) έχουν υποσχεθεί την κατάργηση των συνόρων που βασίστηκαν σ’ αυτή. Παρ’ όλα αυτά, τα συγκεκριμένα σύνορα παρέμειναν σχεδόν ανέγγιχτα μέχρι τις μέρες μας. Και είναι κάπως τραγικό ότι οι πρώτοι που κατάφεραν να τα καταργήσουν, τουλάχιστον σε ένα μέρος τους (θα δούμε και για πόσο), είναι οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους – κάτι που οι ίδιοι φυσικά δεν παραλείπουν να διαφημίζουν.

Σύγχρονα και παραδοσιακά κράτη στο Μαγκρέμπ

Ας περάσουμε στην άλλη άκρη του αραβικού κόσμου, τo Μαγκρέμπ (Δύση στα αραβικά): Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη. Όλες αυτές οι χώρες γνώρισαν την αποικιοκρατία: την ισπανική ένα μέρος του Μαρόκο, τη γαλλική το υπόλοιπο Μαρόκο, η Αλγερία και η Τυνησία, την ιταλική η Λιβύη. Έχουν όμως και μια δική τους παράδοση, που πάει πολλούς αιώνες πίσω.

Ξεκάθαρη περίπτωση είναι το Μαρόκο, το οποίο ήταν ήδη ανεξάρτητο σουλτανάτο για πολλούς αιώνες μέχρι και το 1912, όταν μετατράπηκε σε ισπανο-γαλλικό προτεκτοράτο. Ακόμα και τότε διατηρήθηκε ο θεσμός του Σουλτάνου – ο οποίος πήρε τον τίτλο του βασιλιά, όταν το Μαρόκο απέκτησε το 1956 πάλι την ανεξαρτησία του.

Στο υπόλοιπο Μαγκρέμπ δεν υπήρχαν επίσημα ανεξάρτητα κράτη, αφού η Οθωμανική Αυτοκρατορία το είχε θέσει υπό την κυριαρχία της.  Υπήρχαν όμως οντότητες, οι οποίες στην ουσία ήταν αυτόνομες, με δικό τους ηγεμόνα η κάθε μια: είχαν μάλιστα ιδιαίτερα κακή φήμη ως κράτη-προστάτες της πειρατείας. Πρωτεύουσες ήταν το Αλγέρι, η Τύνιδα και η Τρίπολη. Το Αλγέρι και η Τύνιδα διατήρησαν αυτή την αυτονομία τους, μέχρι που έγιναν γαλλικές αποικίες το 1830 και 1881 αντίστοιχα.

Τα παλιά κράτη της Μπαρμπαριάς στη Βόρεια Αφρική.
Πηγή εικόνας

Η Λιβύη είναι κάπως πιο ιδιαίτερη περίπτωση, αφού η Τρίπολη ήταν ημιανεξάρτητη μόνο μέχρι το 1835, όταν οι Οθωμανοί αποφάσισαν να τη θέσουν υπό την απ’ ευθείας διοίκηση τους. Αν και τη διατήρησαν ως ενιαίο βιλαέτι, ιστορικά ξεχώριζαν πάντα η περιοχή της Τριπολίτιδας από την Κυρηναϊκή στα ανατολικά και το Φεζάν στο Νότο. Αυτόν το διαχωρισμό χρησιμοποίησαν οι Ιταλοί αποικιοκράτες (οι οποίοι μόλις το 1934 ενοποίησαν τις τρεις αυτές αποικίες τους, δίνοντας τους το όνομα «Λιβύη»), αλλά συνεχίστηκε και με την ανεξαρτησία μετά τον Β’ Παγκόσμιο, ως χωρισμός σε τρεις αυτόνομες περιοχές. Ο διαχωρισμός καταργήθηκε μεν στη συνέχεια, η διαφορετική παράδοση αυτών των περιοχών παρέμεινε όμως ενεργή, έτσι ώστε να ξαναζωντανέψει και να παίξει ρόλο και στις σημερινές συγκρούσεις: με την πτώση του Καντάφι, ακούγονται πάλι δυνατά φωνές που ζητούν αυτονομία για την Κυρηναϊκή.

Παρά την ιδιαιτερότητα της Λιβύης, γενικά βλέπουμε ότι στο Μαγκρέμπ τα σημερινά κράτη έχουν πίσω τους μια παράδοση, η οποία μόνο προσωρινά διακόπηκε μέσω της αποικιοκρατίας. Τα ακριβή τους σημερινά σύνορα, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σαχάρας, είναι μεν ως ένα σημείο κληρονομιά των αποικιοκρατών: η Λιβύη απέκτησε π.χ. τη σημερινή της μεγάλη έκταση μετά από παραχωρήσεις των Γάλλων και των Άγγλων από τις δικές τους γειτονικές αποικίες προς την Ιταλία. Παρ’ όλα αυτά, οι πυρήνες των σημερινών κρατών αντιστοιχούν περίπου και στις παλιές κρατικές οντότητες: υπάρχει δηλαδή μια συνέχεια.

Η Αίγυπτος: το κράτος του Νείλου

Ανάμεσα σε αραβική Δύση και Ανατολή, βρίσκεται το πιο μεγάλο σε πληθυσμό αραβικό κράτος: η Αίγυπτος.  Λίγα κράτη στον κόσμο θα μπορούσαν να είναι τόσο «φυσικά», με μια παράδοση πολλών χιλιετιών, η οποία σε κάποιο βαθμό συνεχίστηκε ακόμα και κάτω υπό την εξουσία ξένων κατακτητών. Στα τελευταία οθωμανικά χρόνια, ο διοικητής της Αιγύπτου είχε μάλιστα το προνόμιο να είναι αντιβασιλέας. Ο Μεχμέτ Αλή ως αντιβασιλέας της Αιγύπτου ήταν τόσο αυτόνομος, που έφτασε να απειλεί την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Και η Αίγυπτος γνώρισε φυσικά την αποικιοκρατία. Η φυσική της ιδιαιτερότητα είναι όμως πολύ καθαρή: η Αίγυπτος είναι η γη του Νείλου, στην κοιλάδα και στο δέλτα του οποίου ζει η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Λίγες ηπειρωτικές χώρες στον κόσμο έχουν μια κρατική παράδοση τόσο στενά δεμένη με μια ιδιαίτερη φυσική γεωγραφία.

Χάρτης της σημερινής πυκνότητας πληθυσμού στην Αίγυπτο. Πηγή εικόνας

Η αραβική χερσόνησος

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ποτέ δεν κατάφερε (ή δεν ενδιαφέρθηκε) να κυριαρχήσει εντελώς στην περιοχή της αραβικής χερσονήσου. Στην εποχή της αποικιοκρατίας, τον πρώτο λόγο στην περιοχή τον είχαν οι Βρετανοί. Το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, το Άμπου Ντάμπι και τα άλλα κρατίδια που αποτελούν σήμερα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν, ήταν όλα βρετανικά προτεκτοράτα, επίσημα ή ανεπίσημα. Ως αυτόνομα κρατίδια υπήρχαν όμως από πριν, συνήθως μάλιστα υπό τις δυναστείες που τα κυβερνούν ακόμα και σήμερα: δεν πρόκειται για μια διάσπαση βρετανικής έμπνευσης. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι εδώ η Υεμένη, της οποίας το βόρειο και το νότιο τμήμα έχουν διαφορετική πολιτική ιστορία, φυσική γεωγραφία, ακόμα και θρησκευτικό προσανατολισμό: η συμβίωση τους σ’ ένα κοινό κράτος από το 1990 και μετά ήταν και παραμένει δύσκολη.

Όσο για το τωρινό πιο σημαντικό κράτος της περιοχής, τη Σαουδική Αραβία, οι ρίζες του βρίσκονται ήδη στον 18ο αιώνα, όταν το πουριτανικό ισλαμικό κίνημα του Ουαχαμπιτισμού συμμάχησε με την ντόπια οικογένεια των Σαούντ και κατάφερε να κυριαρχήσει τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος του σημερινού ανατολικού τμήματος της χώρας. Τη Χετζάζη πάντως, τη σημερινή δυτική ακτή, την απέκτησαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο. Η συμμαχία με τις ΗΠΑ έπαιξε φυσικά ρόλο στο να πετύχουν οι Σαούντ να διατηρήσουν και τα δύο αυτά ετερογενή τμήματα ενωμένα ως ένα κράτος.

Σύνορα: παρελθόν, παρόν και μέλλον

Πως μπορούν όλα αυτά να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη σημερινή κατάσταση στις αραβικές χώρες; Ένα μάλλον εύκολο συμπέρασμα που θα έβγαζε κάποιος, είναι ότι τα κράτη, των οποίων η κρατική παράδοση είναι πιο «ρηχή», καταρρέουν πιο εύκολα: η Συρία και το Ιράκ, η Υεμένη, η Λιβύη. Ο Λίβανος γνώρισε τη δική του περίοδο κατάρρευσης από το ’75 ως το ’90 και ακόμα δεν έχει βρει εντελώς τη συνοχή του. Μ’ αυτή τη λογική, η επόμενη υποψήφια θα ήταν μάλλον η Ιορδανία. Αντίθετα, για τα κράτη με πιο «βαθιά» παράδοση ή/και εθνο-θρησκευτική ομοιογένεια, ακόμα κι αν αυτά έχουν ζήσει μπόλικη πολιτική αστάθεια τα τελευταία χρόνια, όπως η Τυνησία και η Αίγυπτος, η επιβίωσή τους δεν φαίνεται να αμφισβητείται σοβαρά.

Δεν είναι όμως αυτή η κατάρρευση το σύμπτωμα μιας εποχής με συγκεκριμένες συνθήκες; Σε μια περίοδο γενικής κρίσης και σε μια εποχή όπου οι εθνο-θρησκευτικές ή οι τοπικές ταυτότητες προβάλλονται ως το πιο σίγουρο καταφύγιο, είναι αναμενόμενο ότι τα πρώτα κράτη που κλονίζονται είναι αυτά που έχουν την πιο αδύνατη κρατική παράδοση ή/και την πιο περίπλοκη εθνο-θρησκευτική σύνθεση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σύνδεση των πολιτών ακόμα και με τέτοια κράτη είναι εντελώς αμελητέα, από τη στιγμή που υπάρχουν ήδη για μερικές δεκαετίες. Εξάλλου, ακόμα και τα πιο «παραδοσιακά» κράτη, δεν ήταν κάποτε και αυτά νέα, που τους αφέθηκε χρόνος να δημιουργήσουν αυτήν την παράδοση;

Επίσης, όταν προβάλλουμε ένα ευρωπαϊκό ή βαλκανικό μοντέλο για τη Μέση Ανατολή, δηλαδή τη δημιουργία νέων κρατών στη βάση εθνο-θρησκευτικής ομοιογένειας, το σκεφτόμαστε καλά; Η υποτιθέμενη σταθερότητα που φέρνουν τέτοια κράτη (την φέρνουν όντως;) ήρθε στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια μόνο μετά από ιδιαίτερα αιματηρούς πολέμους και άγριες εθνοκαθάρσεις – και λίγα χρόνια αφότου τα με τόση βία και κόπο σχηματισμένα σύνορα σταθεροποιήθηκαν, τα ίδια κράτη τα αποδυναμώνουν, για χάρη μιας υπερεθνικής οργάνωσης όπως η Ε.Ε.

Φυσικά, δεν αποκλείεται το οικοδόμημα των Σάικς-Πικό να καταρρεύσει ολοκληρωτικά και να γεννηθούν εντελώς νέα κράτη στη Μέση Ανατολή, π.χ. ένα ή περισσότερα κουρδικά (ένα ενδεχόμενο που μοιάζει να είναι πολύ κοντά), αραβικά-σουνιτικά, αραβικά-σιιτικά κ.ο.κ. Μόνο όμως επειδή βλέπουμε μια τέτοια τάση σήμερα, δεν σημαίνει ότι η κατεύθυνση δεν μπορεί να αλλάξει και τα σημερινά σύνορα τελικά να διασωθούν – ή να αλλάξουν μ’ έναν τρόπο πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι θα περιμέναμε.


Σχετικά άρθρα

 

 

Οθωμανοι πασαδες: μεταρρυθμιστες και αποστατες

Κλασσικό

Στα τέλη του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου, ήταν ήδη φανερό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν σε παρακμή. Οι εθνικές ιδεολογίες έκαναν τότε σιγά-σιγά την είσοδό τους στην περιοχή μας: δύσκολα μπορούσε κάποιος τότε να προβλέψει ότι αυτές θα ξανάφτιαχναν τον χάρτη της περιοχής μας από την αρχή, με την ίδρυση μιας σειράς από νέα έθνη-κράτη. Ότι η Αυτοκρατορία στην παλιά της μορφή δύσκολα θα επιβίωνε, μπορεί να ήταν ήδη αρκετά εμφανές, αλλά όχι και το τι θα την αντικαθιστούσε.

Εκείνα τα χρόνια εμφανίστηκαν σε διάφορα κομμάτια της οθωμανικής επικράτειας επαρχιακοί διοικητές, οι οποίοι λειτουργούσαν σχεδόν ανεξάρτητα από την Υψηλή Πύλη. Τα «κράτη» που έστησαν ήταν ίσως από πολλές απόψεις πιο λειτουργικά από την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αλή Πασάς ο Τεπελενλής

Η ιστορία του Αλή Πασά είναι πολύ γνωστή στον ελληνικό χώρο. Γεννήθηκε στο Τεπελένι της Βόρειας Ηπείρου και, ακολουθώντας και μια οικογενειακή παράδοση, ως νέος επιδόθηκε σε ληστρική δραστηριότητα. Αυτό το χρησιμοποίησε για να αποδείξει τις πολεμικές του ικανότητες και να βρει τη θέση του στην υπηρεσία του κράτους (για την σχέση αυτή ανάμεσα στη ληστεία και τα οθωμανικά αξιώματα, υπάρχει άλλο άρθρο στο μπλογκ). Το 1788 κατορθώνει να γίνει πασάς (περιφερειακός διοικητής) στα Ιωάννινα. Στις καλύτερές του στιγμές, θα φτάσει να ελέγχει μια τεράστια περιοχή, από την Κεντρική Αλβανία μέχρι τη Θεσσαλία και την Ανατολική Στερεά (πλην Αττικής). Οι τάσεις αυτονόμησής του όμως θα οδηγήσουν σε σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη, και τελικά στην καθαίρεση και εκτέλεσή του το 1822.

Το άγαλμα του Αλή Πασά στο Τεπελένι. https://en.wikipedia.org/wiki/Ali_Pasha_of_Ioannina#/media/File:Ali_Pashas_in_Tepelena.jpg

Το άγαλμα του Αλή Πασά στο Τεπελένι.
Πηγή εικόνας

Πέρα από τον μύθο που περιτριγυρίζει την ιστορία του Αλή Πασά, υπάρχει όμως και το ερώτημα του τι σήμαινε πραγματικά η διακυβέρνησή του για τον τόπο. Έχουμε από τη μια την εικόνα ενός αιμοσταγή τυράννου, από την άλλη όμως και ενός αποτελεσματικού κυβερνήτη που φρόντισε για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των υπηκόων του. Μπορεί τελικά το ένα να μην αποκλείει το άλλο. Στα χρόνια του δημιουργήθηκε στον ελληνο-αλβανικό χώρο κάτι που θύμιζε τουλάχιστον σύγχρονο συνεκτικό κράτος. Ο ρόλος που έπαιξαν ως θεμέλιο για την ίδρυση του νεοελληνικού σύγχρονου έθνους-κράτους, έχει ήδη επισημανθεί.

Η ληστεία καταπολεμήθηκε και τα ταξίδια και το εμπόριο έγιναν σχετικά ασφαλή. Η γεωργία ενισχύθηκε με  υδραυλικά έργα και αποξηράνσεις ελών. Το οδικό δίκτυο βελτιώθηκε και σε κάποια τμήματα του έγινε μάλιστα ικανό και για συγκοινωνία με άμαξες. Στην επικράτεια του Αλή κυριαρχούσε σχετική ανεξιθρησκεία (κάτι που κατά μια άποψη συνδέεται και με τις ισχυρές επιρροές που αυτός είχε από τον μπεκτασισμό): στα χρόνια του κτίστηκαν και πολλές εκκλησίες και μοναστήρια. Η ελληνική παιδεία στα Γιάννενα μπόρεσε να αναπτυχθεί, όπως και η τοπική βιοτεχνία. Ο Αλή Πασάς  ακολουθούσε ακόμα και μια δική του εξωτερική πολιτική, δείχνοντας μάλλον μια προτίμηση προς την Αγγλία.

Το αν ο Αλής έβλεπε τον εαυτό του απλά σαν τοπικό ηγέτη μιας (έστω μεγάλης) οθωμανικής επαρχίας ή αν στόχευε σε μια ελληνο-αλβανική ανεξαρτησία, ή ακόμα, εντελώς αντίθετα, στον σουλτανικό θρόνο, είναι ένα θέμα για το οποίο διαφωνούν οι ιστορικοί. Δεν πρέπει να παραλείψουμε όμως και κάτι ακόμα σημαντικό. Ο Αλή Πασάς, εκτός από πολιτικός ηγέτης, είχε γίνει και μεγαλοτσιφλικάς. Η οικονομική του δύναμη βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα που εισέπραττε από την καταπίεση των κολίγων στα τσιφλίκια του.

Οσμάν Πασβάνογλου, ο βεζύρης του Βιδινίου

Ο Οσμάν Πασβάνογλου γεννήθηκε στο Βιδίνιο, ένα λιμάνι του Δούναβη στη σημερινή βορειοδυτική Βουλγαρία. Ο πατέρας του ήταν γενίτσαρος: η σχέση του Οσμάν με τους γενίτσαρους της περιοχής θα αποδεικνυόταν καθοριστική για την πολιτική του πορεία. Συμμαχώντας μαζί τους ξεκίνησε εξέγερση εναντίον του Σουλτάνου Σελίμ Γ’, ο οποίος προωθούσε μεταρρυθμίσεις που θα περιόριζαν τη δύναμή τους. Ταυτόχρονα, κέρδισε και συμπάθειες από τους ντόπιους χωρικούς, που δεν ήθελαν να πληρώσουν τους αυξημένους φόρους, οι οποίοι ήταν επίσης μέρος της νέας σουλτανικής πολιτικής. Ο Σουλτάνος τελικά αναγκάστηκε το 1798 να αναγνωρίσει τη δύναμη του Πασβάνογλου, ανακηρύσσοντας τον σε Βεζίρη του Βιδινίου.

Ο Οσμάν ενδιαφερόταν για τις εξελίξεις στην Ευρώπη, και προσπάθησε να αναπτύξει απ’ ευθείας σχέσεις με δυνάμεις όπως η Γαλλία και η Ρωσία, παρακάμπτοντας την Υψηλή Πύλη. Η συμμαχία με τους γενίτσαρους πιθανόν να τον έκανε δημοφιλή ανάμεσα στους Μουσουλμάνους. Ταυτόχρονα όμως, ο Πασβάνογλου είχε μια ιδιαίτερη σχέση και με τους Χριστιανούς. Πολλοί απ’ αυτούς κατείχαν σημαντικό ρόλο στο διπλωματικό του σώμα, στον διοικητικό μηχανισμό και στον στρατό του. Εξάλλου, είναι γνωστός και για τη σχέση που είχε με το Ρήγα Βελεστινλή. Λέγεται ότι ο λόγος που ο τελευταίος εκτελέστηκε στο Βελιγράδι αντί να σταλεί στην Κωνσταντινούπολη, ήταν γιατί ο Σουλτάνος ήθελε να αποφύγει το ταξίδι μέσα από την επικράτεια του Πασβάνογλου, ο οποίος θα φρόντιζε για την απελευθέρωση του φίλου του. Ο Ρήγας του αφιέρωσε και τους ακόλουθους στίχους από το Θούριο:

Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλεις να νικάς.
Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.

Στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής, ο Πασβάνολγου φρόντισε για τη βελτίωση της ασφάλειας και των υποδομών. Ανέπτυξε το οδικό δίκτυο, έκτισε χάνια και διοικητικά κτίρια.  Οι φόροι σταθεροποιήθηκαν σε λογικά επίπεδα, ενώ υπήρχε αρκετή θρησκευτική ελευθερία. Παράλληλα μ’ αυτό όμως, το όνομα του συνδέθηκε και με την ανάπτυξη του συστήματος των τσιφλικιών, της οθωμανικής εκδοχής της φεουδαρχίας.

Το τζαμί Οσμάν Πασβάνογλου με την Βιβλιοθήκη στα αριστερά. http://www.panoramio.com/photo_explorer#view=photo&position=32062&with_photo_id=56543337&order=date_desc&user=6063809

Το τζαμί Οσμάν Πασβάνογλου με την ομώνυμη βιβλιοθήκη στα αριστερά, στο Βιδίνιο.
Πηγή εικόνας

Μεχμέτ Αλή Πασάς: από την Καβάλα στην Αίγυπτο

Στην νεοελληνική Ιστορία μας είναι γνωστά τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ και ο ρόλος που έπαιξαν στην καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Το ότι αυτά πέτυχαν εκεί που ο οθωμανικός στρατός είχε αποτύχει, έχει να κάνει και με το ότι ήταν πιο προσαρμοσμένα στα σύγχρονα δεδομένα. Κι αυτό πάλι, έχει σχέση με το αιγυπτιακό καθεστώς της εποχής.

Ο Ιμπραήμ ήταν ο γιος του Μεχμέτ Αλή, του τότε κυβερνήτη της Αιγύπτου. Ο Μεχμέτ Αλή (ή Μωχάμετ Αλή) γεννήθηκε στην Καβάλα το 1769, πιθανότατα σε αλβανική οικογένεια. Το πιο κρίσιμο γεγονός για την μετέπειτα πορεία του ήταν η εισβολή του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798. Ο Μεχμέτ Αλή στάλθηκε εκεί ως αρχηγός μιας αλβανικής στρατιωτικής ομάδας, για να αντιμετωπίσει τα γαλλικά στρατεύματα, και μέσα από διάφορες συμμαχίες κατάφερε το 1805 να διοριστεί αντιβασιλέας της (ακόμα οθωμανικής) Αιγύπτου.

Ο Μεχμέτ Αλή Πασάς. https://www.britannica.com/place/Egypt/Muhammad-Ali-and-his-successors-1805-82

Ο Μεχμέτ Αλή Πασάς.
Πηγή εικόνας

Έδειξε από νωρίς την πρόθεσή του να μετατρέψει την Αίγυπτο σε κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία – δηλαδή τη δική του. Το πρώτο βήμα ήταν η νικηφόρα σύγκρουση με την ντόπια αριστοκρατία (τους Μαμελούκους) και τον «κλήρο» (τους ουλεμάδες): ήταν η προϋπόθεση για να γίνει πραγματικός «μονάρχης» της Αιγύπτου. Αυτή η δύναμη έγινε όμως και η αδυναμία του, αφού οι προσπάθειες εκσυχρονισμού που έκανε ήταν στην ουσία προσωπικές, χωρίς να υπάρχει μια σημαντική στήριξη ούτε καν από τους ίδιους τους κρατικούς αξιωματούχους.

Ο Μεχμέτ Αλή προώθησε σημαντικές διοικητικές μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα σχολείων και εξειδικευμένων σχολών (π.χ. ιατρικής), στις οποίες δίδασκαν και Ευρωπαίοι. Επένδυσε στον εξαγωγικό τομέα της γεωργίας και ιδιαίτερα στην καλλιέργεια του βαμβακιού, που του έφερνε μεγάλα έσοδα – αφού είχε εξασφαλίσει το κρατικό μονοπώλιο στο εμπόριο τέτοιων προϊόντων. Έγιναν ακόμα και κάποιες προσπάθειες εκβιομηχάνισης, ίσως οι πρώτες σημαντικές στην περιοχή μας, κυρίως σε κλάδους όπως η υφαντουργία. Η βιομηχανία έφτασε στο σημείο να απασχολεί περίπου το 4% του πληθυσμού: για την εποχή, μάλλον καθόλου μικρό ποσοστό.

Η αυξανόμενη δύναμή του όμως τον έφερε και αυτόν σε σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη. Λίγα χρόνια μόνο αφού βοήθησε στην καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης, βρέθηκε ο ίδιος να στέλνει στρατό στη Συρία εναντίον του Σουλτάνου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κινδύνεψε ίσως όσο ποτέ άλλοτε από ένα τέτοιο εσωτερικό κίνημα: τα στρατεύματα του Μεχμέτ Αλή έφτασαν μέχρι το Ικόνιο, βαθιά μέσα στην Μικρά Ασία. Εξεγέρσεις όπως αυτές του Γκιαούρ Ιμάμη στην Κύπρο το 1833 μπορεί και να σχετίζονται ακριβώς με αυτήν την άνοδο του Μεχμέτ Αλή, και τις ελπίδες που άρχισαν να γεννιούνται για κάτι καλύτερο που μπορούσε να αντικαταστήσει την οθωμανική δυναστεία.

Στο τέλος, ήταν η παρέμβαση των Δυτικών Δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας, που έσωσε τον Σουλτάνο. Ο Μεχμέτ Αλή αναγκάστηκε μετά το 1841 να περιοριστεί πάλι στην Αίγυπτο, όπου θα πέθαινε λίγα χρόνια μετά. Υποχρεώθηκε επίσης να καταργήσει τα γεωργικά μονοπώλια (στα έσοδα των οποίων στηριζόταν και η χρηματοδότηση των μεταρρυθμίσεων του), όπως και τα όποια προστατευτικά μέτρα ενάντια στα φτηνά δυτικά εισαγόμενα προϊόντα – με καταστροφικές συνέπειες για την ανάπτυξη της ντόπιας βιομηχανίας.

Για το πόσο πετυχημένη ήταν τελικά η διακυβέρνησή του όσον αφορά τον εκσυχρονισμό της Αιγύπτου, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Την εποχή του πάντως μπήκαν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός ξεχωριστού αιγυπτιακού κράτους. Οι απόγονοι του θα κυβερνούσαν την Αίγυπτο μέχρι και την ανατροπή της μοναρχίας από τον Νάσερ, το 1952.


Όπως είδαμε, αυτοί οι τοπικοί Οθωμανοί κυβερνήτες στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα, λειτουργούσαν περίπου σαν ηγέτες ανεξάρτητων κρατών, με τους δικούς τους στρατούς και τη δική τους εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Αν και τυπικά ήταν κάτω από τις εντολές του Σουλτάνου και δρούσαν στο όνομά του, δεν δίσταζαν να συγκρουστούν με την Υψηλή Πύλη, όταν το έκριναν αναγκαίο – ακόμα και με στρατιωτικά μέσα.

Στην περιοχή που έλεγχαν, την οποία προσπαθούσαν συνεχώς να επεκτείνουν, προσπάθησαν να στήσουν δομές που τουλάχιστον θυμίζουν κάπως λειτουργικό κράτος. Η επιτυχία τους ήταν περιορισμένη, ειδικά αυτή των ιδιαίτερα φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων του Μεχμέτ Αλή – αλλά πάντως, ίσως μεγαλύτερη απ’ αυτήν των αντίστοιχων σουλτανικών πρωτοβουλιών την ίδια εποχή. Στο τοπικό επίπεδο, φαίνεται ότι οι δυνατότητες για σημαντικές αλλαγές ήταν μεγαλύτερες.

Το να τους δούμε ως πραγματικά εκσυγχρονιστές ηγέτες μπορεί να είναι υπερβολικό: και οι τρεις είχαν μάλλον περιορισμένη μόρφωση και είναι πολύ αμφίβολο αν αντιλαμβάνονταν την σημασία των κοινωνικών αλλαγών στην Δύση εκείνη την εποχή, ή απλά εντυπωσιάζονταν από τα τεχνολογικά της επιτεύγματα. Από μια άποψη, ήταν τυπικοί Οθωμανοί τοπικοί άρχοντες που κυβερνούσαν απολυταρχικά, ενδιαφερόμενοι κυρίως ν’ αυξήσουν την προσωπική τους δύναμη και να συλλέξουν πλούτο.

Αν και Μουσουλμάνοι ηγέτες πάντως, είναι ένα κοινό τους ότι επέτρεψαν σημαντική θρησκευτική ελευθερία και δεν δίστασαν να συνεργαστούν με Χριστιανούς. Στα «κράτη» του Αλή Πάσα ή του Πασβάνογλου οι ντόπιοι Χριστιανοί έπαιζαν σημαντικό ρόλο σε πολλά επίπεδα, από το οικονομικό, το διοικητικό μέχρι και το στρατιωτικό. Ο Μεχμέτ Αλή δεν δίστασε, παρά τις αντιδράσεις, να δώσει σημαντικά πόστα σε πολλούς ειδικούς από την ανεπτυγμένη χριστιανική Δύση για να πραγματοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις του, ανταμείβοντάς τους πλουσιοπάροχα.

Κάτω από άλλες συνθήκες, θα ήταν ίσως δυνατό αυτές οι ημιαυτόνομες προσωποκεντρικές ηγεμονίες να εξελιχθούν σε πραγματικά κράτη, που θα αντικαθιστούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία; Θα ήταν αυτά πολυπολιτισμικά κράτη, διαφορετικά από τα έθνη-κράτη των Βαλκανίων όπως τα ξέρουμε σήμερα; Οι υποθέσεις στην Ιστορία είναι σίγουρα δύσκολο πράγμα. Παρ’ όλα αυτά, ας έχουμε υπόψη ότι η τελική κατάληξη του «Ανατολικού Ζητήματος» δεν ήταν αυτονόητη, κι ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν εντελώς διαφορετικά.


Πηγές:

Ποταμια στην ερημο

Κλασσικό

Λίγες βιοκλιματικές ζώνες στον πλανήτη μας είναι τόσο εχθρικές στη ζωή όσο η έρημος. Τίποτα δεν δυσκολεύει τόσο πολύ την επιβίωση του ανθρώπου όσο η έλλειψη νερού.

Αυτό είναι κάτι που οι κάτοικοι της υποτροπικής ξηρής κλιματικής ζώνης ξέρουν καλά. Αυτή εκτείνεται στο βόρειο ημισφαίριο περίπου στο γεωγραφικό πλάτος 25-40°: είναι δημιούργημα περίπλοκων δυναμικών διαδικασιών στα ανώτερα τμήματα της ατμόσφαιρας, που δημιουργούν στην επιφάνεια της Γης μια ζώνη ψηλών βαρομετρικών. Εδώ κοντά έχουμε ίσως την πιο ακραία της μορφή, με μια τεράστια και εξαιρετικά ξηρή έρημο, που ξεκινά από τις ακτές του Μαρόκου και φτάνει μέχρι τo Ιράκ, γνωστή ως Σαχάρα στο αφρικανικό της τμήμα και Αραβική Έρημος στο ασιατικό.

Οι περιοχές της γης με ημίξηρο (καφέ), ξηρό (πορτοκαλί) και υπέρξηρο κλίμα. https://prezi.com/4hota9a_ppuk/sahelzone/

Οι περιοχές της Γης με ημίξηρο (καφέ), ξηρό (πορτοκαλί) και υπέρξηρο (κίτρινο) κλίμα.
Πηγή εικόνας

Αυτή η περιοχή θα έπρεπε να ήταν σχεδόν ακατοίκητη, αν δεν υπήρχαν κάποιες γεωμορφολογικές ιδιαιτερότητες. Το ανάγλυφο της περιοχής είναι τέτοιο, ώστε σε κάποια σημεία οι μεγάλες ποσότητες βροχόπτωσης που μαζεύουν τα βουνά βόρεια ή νότια αυτής της ζώνης, να μπορούν να βρουν τη διέξοδο προς τη θάλασσα μόνο περνώντας μέσα απ’ την έρημο, χαρίζοντας της ζωή. Τέτοια είναι η περίπτωση της κοιλάδας του Νείλου στην Αφρική, αλλά σε κάποιο βαθμό και της Μεσοποταμίας στη Δυτική Ασία.

Ο θεός Νείλος και τα δώρα του

Πριν μόλις 2 χρόνια, η πρόθεση της Αιθιοπίας να κατασκευάσει φράγμα στο Γαλάζιο Νείλο παρ’ ολίγο να προκαλέσει πόλεμο με την Αίγυπτο. Ο τότε πρόεδρος της Αιγύπτου είπε σχετικά ότι αν τα νερά του Νείλου «λιγοστέψουν έστω και κατά μια σταγόνα, το αίμα μας είναι η εναλλακτική». Αυτό είναι ένα ακόμα δείγμα της ζωτικής τους σημασίας.

Χάρτης της λεκάνης απορροής του ποταμού Νείλου (καφέ όριο). Ο χρωματισμός αντιστοιχεί στην πραγματική εξατμισοδιαπνοή, που σ' αυτήν την περίπτωση είναι ένδειξη του πόσο βροχερό είναι το κλίμα (κίτρινο προς μπλε = χαμηλή προς ψηλή). http://www.nilebasin.org/index.php/about-us/the-river-nile

Χάρτης της λεκάνης απορροής του Νείλου (καφέ όριο). Ο χρωματισμός αντιστοιχεί στην πραγματική εξατμισοδιαπνοή, που σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ένδειξη του πόσο υγρό είναι το κλίμα (κίτρινο προς μπλε = χαμηλή προς ψηλή). Πηγή εικόνας

Τα υπάρχοντα (πράσινες τελείες) και τα υπό κατασκευή (κίτρινες) φράγματα στο Νείλο. Το βορειότερο είναι το γνωστό φράγμα του Ασουάν, ενώ το νοτιότερο υπό κατασκευή Φράγμα της Αναγέννησης παρ' ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο Αιγύπτου-Αιθιοπίας. http://america.aljazeera.com/opinions/2014/2/egypt-disputes-ethiopiarenaissancedam.html

Τα υπάρχοντα (πράσινες τελείες) και τα υπό κατασκευή (κίτρινες) φράγματα στο Νείλο. Το βορειότερο είναι το γνωστό Φράγμα του Ασουάν, ενώ το νοτιότερο υπό κατασκευή Φράγμα της Αναγέννησης παρ’ ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο Αιγύπτου-Αιθιοπίας.
Πηγή εικόνας

Ο Νείλος ήταν για τους αρχαίους Αιγύπτιους θεός, κι αυτό είναι ακόμα ένα στοιχείο που δείχνει τη σημασία του. Η ονομασία «δώρο του Νείλου» για την Αίγυπτο δεν είναι υπερβολική: χάρη στο νερό και τα θρεπτικά στοιχεία που κουβαλά μαζί του ο Νείλος από τα εύφορα ηφαιστειογενή εδάφη της Αιθιοπίας, αλλά και από την τροπική ζώνη της κεντρικής Αφρικής, αποκτά ζωή η έρημος Σαχάρα, έστω και ένα μικρό μέρος της. Βοηθούν φυσικά και τα ψηλά βουνά της Ανατολικής Αιγύπτου που φράσσουν το δρόμο προς την Ερυθρά Θάλασσα και αναγκάζουν το Νείλο να διασχίσει ολόκληρη την Αίγυπτο για να καταλήξει στη Μεσόγειο.

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στη τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ' αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται από την τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η έρημος Σαχάρα, όπως φαίνεται από την Σακάρα νότια του Καΐρου. Συνεχίζεται έτσι για χιλιάδες χιλιόμετρα.

Φωτογραφία από το ίδιο σημείο, αλλά κοιτώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η έρημος Σαχάρα συνεχίζεται έτσι για χιλιάδες χιλιόμετρα.

Όσο εντυπωσιακό και να είναι αυτό το θαύμα της Φύσης, οι αντοχές του απέναντι στην πίεση της ανθρώπινης ανάπτυξης δεν είναι ανεξάντλητες. Η δημογραφική έκρηξη του τελευταίου αιώνα είναι για χώρες όπως η Αίγυπτος ιδιαίτερα επικίνδυνη: η κοιλάδα του Νείλου, που επί χιλιετίες εξασφάλιζε τη ζωή τόσων ανθρώπων, δυσκολεύεται τώρα να υποστηρίξει τις ανάγκες ενός πληθυσμού 80 εκατομμυρίων, που αναμένεται να φτάσει τα 120 πριν σταθεροποιηθεί. Κάπως έτσι βρέθηκε η Αίγυπτος, που είχε στηρίξει αυτοκρατορίες με την εξαγωγή σιταριού, στην ανάγκη να εισάγει τώρα σιτάρι.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνονται από το τρένο Λουξόρ-Ασουάν.

Επέκταση των οικισμών στην Κοιλάδα του Νείλου. Ενώ οι ανάγκες σε νερό και γεωργική παραγωγή αυξάνονται ραγδαία με τη δημογραφική έκρηξη, οι οικιστικές ανάγκες που επίσης αυξάνονται στερούν πολύτιμη γεωργική γη.

Αυτό δεν είναι φυσικά το μόνο πρόβλημα που προκαλεί η ανθρώπινη επέμβαση. Το φράγμα του Ασουάν, ένα από τα πιο μεγαλεπήβολα σχέδια για την ανάπτυξη της Αιγύπτου, θεωρείται από πολλούς παράδειγμα κακού σχεδιασμού, που δημιούργησε ίσως περισσότερα προβλήματα από αυτά που σκόπευε να λύσει. Και δεν είναι μόνο ότι για να κατασκευαστεί χρειάστηκε η μετεγκατάσταση δεκάδων χιλιάδων Νουβίων σε κακές συνθήκες, ούτε το ότι σ’ αυτό το κλίμα μια επιφάνεια τέτοιας έκτασης έχει ως συνέπεια μεγάλες απώλειες νερού μέσω εξάτμισης.

Οι ετήσιες πλημμύρες του Νείλου πλέον εμποδίζονται με τη ρύθμιση της ροής από το φράγμα: οι πλημμύρες όμως ήταν αυτές που άφηναν πίσω τους στις γεωργικές εκτάσεις μια πλούσια σε θρεπτικά στοιχεία ιλύ – η οποία τώρα συγκρατείται από το φράγμα. Το νερό που φτάνει άρα στους Αιγύπτιους αγρότες είναι πολύ πιο φτωχό σε θρεπτικά στοιχεία, πράγμα που με τη σειρά του τους αναγκάζει σε αυξημένη χρήση λιπασμάτων, δημιουργώντας ακόμα μια περιβαλλοντική επιβάρυνση για το Νείλο. Οι συνέπειες γίνονται αισθητές μέχρι το δέλτα του Νείλου και την ακτή της Μεσογείου, όπου λόγω μειωμένου φορτίου του ποταμού δεν αυξάνεται μόνο η διάβρωση των ακτών, αλλά μειώνονται και τα θρεπτικά στοιχεία στο νερό της θάλασσας – όχι ότι καλύτερο για την αλιεία.

Ο παρόχθιος πεζόδρομος στο Ασουάν (ανατολική όχθη) με την έρημο να ξεκινά σχεδόν άμεσα στη δυτική όχθη στο βάθος.

Ο ποταμός Νείλος στο Ασουάν, λίγο πιο βόρεια από το γνωστό φράγμα.

Αν βάλουμε στην εξίσωση και τις πιθανές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, δεν πρέπει να μας προξενεί εντύπωση που το ενδεχόμενο μειωμένης ποσότητας νερού (λόγω φραγμάτων στην Αιθιοπία) προκαλεί τέτοια ανησυχία στην Αίγυπτο. Το πράγμα γίνεται περίπλοκο λόγω της πρόσφατης Ιστορίας του διαμοιρασμού του νερού. Αυτή βασίζεται σε μια σύμβαση από το 1929, την εποχή της αποικιοκρατίας, που εξασφάλιζε στην Αίγυπτο το μεγαλύτερο ποσοστό στη χρήση του νερού του Νείλου (57%), καθώς και την ανάγκη έγκρισης απ’ αυτήν κάθε έργου που το αφορά στις ανάντη χώρες. Η σύμβαση ανανεώθηκε το 1959, αυξάνοντας το ποσοστό νερού για την Αίγυπτο – λίγο πριν την ανεξαρτησία των νοτιότερων αφρικανικών χωρών, ενώ η ήδη ανεξάρτητη Αιθιοπία δεν ρωτήθηκε καν. Για αρκετές δεκαετίες στη συνέχεια οι ανάντη χώρες ήταν δηλαδή υπόχρεες να τηρούν μια αποικιακή συμφωνία, την οποία οι ίδιες δεν είχαν υπογράψει κι από την οποία δεν είχαν κανένα όφελος – παρ’ όλο που το νερό του Νείλου προερχόταν από το έδαφός τους.

Όπως ήταν αναμενόμενο, με την αύξηση του πληθυσμού και τις αυξημένες ανάγκες αυτών των χωρών, κάποια στιγμή αυτό θα γινόταν πρόβλημα. Το 2010 κατέληξαν σε καινούρια συμφωνία για τη χρήση των νερών του Νείλου – την οποία η Αίγυπτος αρνήθηκε να δεχτεί. Για άλλη μια φορά, βλέπουμε πως τα σύγχρονα πολιτικά σύνορα, όταν δεν σέβονται τη φυσική γεωγραφία, αποδεικνύονται ανίκανα να εξασφαλίσουν μια σταθερότητα.

Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη

Όπως ο Νείλος γέννησε τον πολιτισμό της Αρχαίας Αιγύπτου, έτσι και ο Τίγρης με τον Ευφράτη γέννησαν πολιτισμούς όπως το βαβυλωνιακό, το σουμεριακό, τον ασσυριακό. Πολιτισμούς που μας άφησαν επιτεύγματα όπως την πρώτη γραφή ή τους πρώτους νομικούς κώδικες στην ανθρώπινη Ιστορία.

Όπως όμως τα σύγχρονα σύνορα δημιουργούν προβλήματα στη χρήση του νερού του Νείλου, το ίδιο συμβαίνει με τον Τίγρη και τον Ευφράτη. Και οι δύο ποταμοί πηγάζουν στη νοτιανατολική Τουρκία, διασχίζουν την ανατολική Συρία και περνούν στο Ιράκ, μέχρι να ενωθούν ως ο ποταμός Σατ-αλ-Αράμπ και να εκβάλλουν στον Περσικό Κόλπο.  Αν όμως η προέλευση των νερών του Τίγρη είναι κάπως πιο ισορροπημένη (περίπου το μισό προέρχεται από παραπόταμους που πηγάζουν στην οροσειρά Ζάγρος, δηλαδή στο έδαφος του Ιράκ και του Ιράν, με το εδάφος της Τουρκίας να προσφέρει το υπόλοιπο), το νερό του Ευφράτη προέρχεται κατά 90% από τη βροχόπτωση στη νοτιοανατολική Τουρκία. Η ίδια η πεδιάδα της Μεσοποταμίας στη Συρία και το Ιράκ είναι μια περιοχή με ξηρό κλίμα, που συνεισφέρει ελάχιστα στη ροή αυτών των ποταμών – είναι όμως απόλυτα εξαρτημένη απ’ αυτήν τη ροή. Η Τουρκία βρίσκεται άρα στην πλεονεκτική θέση, να έχει στα χέρια της τον έλεγχο του νερού, που τόσο πολύ χρειάζονται οι νοτιότερες αραβικές χώρες.

Τίγρης Ευφράτης

Η λεκάνη απορροής του Τίγρη και του Ευφράτη – ο χρωματισμός της επιφάνειας αντιστοιχεί στο ύψος της βροχόπτωσης. Όπως φαίνεται, ενώ τα νερά των ποταμών προέρχονται από περιοχές που η βροχόπτωση μπορεί να ξεπερνά και τα 500mm, στην ίδια τη κοιλάδα της Μεσοποταμίας με την εντατική γεωργία αυτή δεν ξεπερνά τα 100 mm.  Πηγή εικόνας

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη μέσω του φιλόδοξου τουρκικού προγράμματος GAP (Σχέδιο Νοτιοανατολικής Τουρκίας). Αυτό έχει μεγάλη πολιτική σημασία για την χώρα, αφού στοχεύει στην οικονομική ανάπτυξη του ιδιαίτερα προβληματικού νοτιοανατολικού τμήματος (βλέπε Κουρδικό). Το πρόγραμμα, που εφαρμόζεται από τη δεκαετία του ’80, συμπεριλαμβάνει την κατασκευή πολλών μεγάλων φραγμάτων στο Τίγρη και τον Ευφράτη, όχι μόνο για σκοπούς άρδευσης, αλλά και παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Το Φράγμα Ατατούρκ στον ποταμό Ευφράτη, ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν κτιστεί στα πλαίσια του GAP. http://www.natgeocreative.com/photography/529932

Το Φράγμα Ατατούρκ στον ποταμό Ευφράτη, ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν κτιστεί στα πλαίσια του GAP.
Πηγή εικόνας

Όπως ήταν αναμενόμενο, σ’ αυτές τις κατασκευές αντιδρούν η Συρία και το Ιράκ, που είναι τόσο εξαρτημένες από τα νερά των δύο ποταμών. Η Τουρκία έχει επίγνωση της πολιτικής δύναμης που της δίνει η φυσική γεωγραφία. «Εσείς έχετε το πετρέλαιο, εμείς έχουμε το νερό» είναι η φράση που περιγράφει τη στάση της απέναντι στους Άραβες γείτονες τους.

Επίσημα φυσικά, η Τουρκία προσπαθεί να πείσει ότι η πολιτική της δεν στρέφεται ενάντια στους γείτονες, και μάλιστα εξασφαλίζει και σ’ αυτούς πλεονεκτήματα. Στην Τουρκία οι απώλειες νερού μέσω εξάτμισης είναι μικρότερες, άρα η κατασκευή φραγμάτων είναι προτιμότερο να γίνει εκεί. Και αυτή η κατασκευή είναι αναγκαία, ώστε να ρυθμίζεται η ροή των ποταμών, αλλιώς οι φυσικές διακυμάνσεις μπορεί να αποβούν καταστροφικές, όπως έγινε στο παρελθόν σε περιόδους ξηρασίας. Όπως και να ‘χει, τέτοια φράγματα δίνουν στην Τουρκία μεγάλη δύναμη, και φαίνεται ότι οι γείτονές της δεν την εμπιστεύονται ότι η χρήση της θα είναι σωστή.

Το θέμα γεννάει ένταση όχι μόνο στις σχέσεις Τουρκίας-Συρίας και Τουρκίας-Ιράκ, αλλά και Συρίας-Ιράκ. Το 1975 παρ’ ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο μεταξύ των δυο τελευταίων χωρών, όταν η Συρία αποφάσισε να κατασκευάσει αυτή φράγμα στον Ευφράτη. Όσο το πρόβλημα δεν λύνεται, θα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνο. Και η λύση του θα είναι πολύ δύσκολη, όταν από τη μια αυξάνεται ο πληθυσμός, ενώ από την άλλη η κλιματική αλλαγή αναμένεται να κάνει το κλίμα ακόμα πιο ξηρό. Και με τη σημερινή κατάρρευση κρατών όπως το Ιράκ και η Συρία, υπάρχουν περισσότερα μέρη που πρέπει να συμφωνήσουν για τη διαχείριση των νερών – μεταξύ άλλων και το Ισλαμικό Κράτος.

Η αύξηση του πληθυσμού και η αυξημένη γεωργική χρήση του νερού σημαίνουν και μείωση της ποιότητάς του, μέσω της επιβάρυνσης από τα αστικά λύματα και τη γεωργία. Η υπερβολική χρήση αυτών των νερών απ’ όλες τις χώρες έχει όμως και άλλες κακές οικολογικές συνέπειες.  Η μείωση της ροής κοντά στις εκβολές του Σατ-αλ-Αράμπ οδηγεί στην εισροή αλμυρού νερού από τον Περσικό Κόλπο. Αυτό σημαίνει ότι το νερό του ποταμού γίνεται ουσιαστικά άχρηστο για τη γεωργία. Οι επιπτώσεις στη γεωργική παραγωγή ήδη γίνονται αισθητές. Ταυτόχρονα, καταστρέφεται και το οικοσύστημα των υγρότοπων στο νότιο Ιράκ, που ήταν κάποτε οι μεγαλύτεροι στη Μέση Ανατολή.

Οι Άραβες των Βάλτων κατοικούσαν για αιώνες στους υγρότοπους που σχηματίζονται κοντά στις εκβολές του Σατ-αλ-Αράμπ, πριν ο Σαντάμ Χουσέιν τους αποξηράνει για πολιτικούς κυρίως λόγους. Μετά την απομάκρυνση του, πραγματοποιήθηκε αρχικά η αναγέννηση των υγρότοπων. Σύντομα όμως αυτοί άρχισαν πάλι να συρρικνώνονται - αυτή τη φορά λόγω της μειωμένης ροής του Τίγρη και του Ευφράτη. http://news.nationalgeographic.com/2015/07/150709-iraq-marsh-arabs-middle-east-water-environment-world/

Οι Άραβες των Βάλτων κατοικούσαν για αιώνες στους υγρότοπους που σχηματίζονται στο σημείο που ενώνεται ο Τίγρης με τον Ευφράτη, πριν ο Σαντάμ Χουσέιν τους αποξηράνει για πολιτικούς κυρίως λόγους. Μετά την απομάκρυνσή του, έγινε αρχικά μια αναγέννηση των υγρότοπων. Σύντομα όμως αυτοί άρχισαν πάλι να συρρικνώνονται – αυτή τη φορά λόγω της μειωμένης ροής του Τίγρη και του Ευφράτη.
Πηγή εικόνας


Και ο Νείλος και ο Ευφράτης με τον Τίγρη είναι παραδείγματα του πόσο προβληματικά αποδεικνύονται τα σημερινά πολιτικά σύνορα. Αυτά χαράκτηκαν σε μια εποχή που το οικολογικό πρόβλημα δεν ήταν ακόμα τόσο έντονο, όταν τα νερά αυτών των ποταμών έφταναν άνετα για να ικανοποιήσουν τις περιορισμένες ανάγκες ενός ακόμα μικρού και φτωχού πληθυσμού. Με τη σημερινή οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη, μοιάζουν πλέον ξεπερασμένα.

Η ανάγκη κεντρικού σχεδιασμού μιας κοινής διαχείρισης αυτών των φυσικών πόρων είναι ολοφάνερη. Είναι αρκετά πιθανό με την κλιματική αλλαγή και την επέκταση της ξηρής ζώνης προς τα βόρεια να βρεθούμε κι εμείς σύντομα αντιμέτωποι με ανάλογα προβλήματα. Καλύτερα να είμαστε από πριν έτοιμοι να τα αντιμετωπίσουμε.


Σχετικά άρθρα/βιβλία/ντοκυμαντέρ

Αραβικη Ανοιξη: Πεντε χρονια μετα

Κλασσικό

Πριν πέντε χρόνια, το Δεκέμβρη του 2010, ένα φαινομενικά σχετικά ασήμαντο συμβάν (η αυτοπυρπόληση ενός οπωροπώλη σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Τυνησίας) έγινε η αρχή μιας σειράς από εξεγέρσεις σε αραβικές χώρες. Μόλις μερικές εβδομάδες μετά, δύο φαινομενικά πανίσχυροι Άραβες δικτάτορες είχαν ήδη απομακρυνθεί από την εξουσία, η Αίγυπτος και η Τυνησία ζούσαν σε μια πρωτόγνωρη ελευθερία, ενώ σε πολλές άλλες αραβικές χώρες τα αυταρχικά καθεστώτα φαίνονταν να τρίζουν και να είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Όσοι παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις είχαμε την αίσθηση ότι βλέπουμε μπροστά μας την Ιστορία να γράφεται, και μάλιστα από τα κάτω, από τους λαούς.

Εικόνα από την πλατεία Ταχρίρ (Φλεβάρης '13)

Εικόνα από την πλατεία Ταχρίρ (Φλεβάρης ’13)

Ο αραβικός κόσμος, αυτός που λίγο πριν πολλοί θεωρούσαν ως περίπου από τη φύση του ανίκανο για εκδημοκρατισμό, προορισμένο για να ζει αιώνια κάτω από δεσποτικά καθεστώτα, έγινε ξαφνικά σύμβολο της δύναμης της λαϊκής βούλησης. Η αισιοδοξία και η ελπίδα ήταν τα κυρίαρχα αισθήματα, και κάποιοι τώρα προέβλεπαν τη σύντομη οριστική μετάβαση όλων των αραβικών χωρών στη δημοκρατία.

Πέντε χρόνια μετά, η γενική εικόνα δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο αποκαρδιωτική. Η Συρία, η Λιβύη και η Υεμένη έχουν βυθιστεί σε αιματηρούς εμφύλιους πολέμους. Στην Αίγυπτο παρακολουθήσαμε την παλινόρθωση του παλιού καθεστώτος, έστω και με διαφορετικό ηγέτη, αλλά ίσως ακόμα πιο αυταρχικού και βίαιου από πριν. Στο Μπαχρέιν η εξέγερση καταπνίγηκε σύντομα, ενώ σε χώρες όπως το Μαρόκο, η Ιορδανία κ.ά. τα κινήματα γρήγορα έχασαν την ορμή τους, πριν εξελιχθούν σε κανονική εξέγερση. Η μοναδική περίπτωση που φαίνεται να συνεχίζει το δρόμο του εκδημοκρατισμού είναι η Τυνησία, κι αυτή όμως έχει να αντιμετωπίσει την άνοδο της τρομοκρατίας, την οικονομική στασιμότητα και μάλλον την απογοήτευση του κόσμου.

Οι αραβικές χώρες γίνανε σύντομα από παράδειγμα προς μίμηση (ας μην ξεχνάμε ότι το κίνημα των Indignados στην Ισπανία, των Αγανακτισμένων στην Ελλάδα, η εξέγερση του Γκεζί στην Τουρκία, εμπνεύστηκαν από τις εξεγέρσεις στην Τυνησία και την Πλατεία Ταχρίρ) πάλι παράδειγμα προς αποφυγή. Αυτοί που θεωρούσαν ότι οι Άραβες δεν είναι ώριμοι για δημοκρατία και ότι το να ζουν κάτω από αυταρχικά καθεστώτα είναι η μοίρα που τους αξίζει και το μικρότερο κακό, νιώθουν επιβεβαιωμένοι.

Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση στις γειτονικές των αραβικών μεσογειακές χώρες, τουλάχιστον όσοι είδαμε στην «Αραβική Άνοιξη» μια μεγάλη ελπίδα όχι μόνο για τις αραβικές χώρες αλλά και για τις δικές μας; Μπορούμε ίσως να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις, που θα μας είναι χρήσιμες για το μέλλον:

-Κατ’ αρχήν, πρέπει να δούμε γιατί τα αποτελέσματα των κινημάτων ήταν διαφορετικά από χώρα σε χώρα. Ένας παράγοντας που αναφέρεται είναι το πόσο ανεπτυγμένες ήταν οι κρατικές δομές. Σε χώρες που αυτές ήταν ισχυρές (τουλάχιστον αυτό υποτίθεται), όπως π.χ. στην Τυνησία και την Αίγυπτο, η αλλαγή καθεστώτος δεν οδήγησε σε χάος. Αντίθετα, σε χώρες όπου δεν υπήρχαν ισχυρές κρατικές δομές πέρα από τις δυνάμεις ασφαλείας, όπως στη Λιβύη και την Υεμένη, όλο το σύστημα κατέρρευσε με την απομάκρυνση του ισχυρού κεντρικού προσώπου.

-Το άλλο σημαντικό στοιχείο που καθόρισε το αποτέλεσμα είναι η εθνοθρησκευτική σύνθεση. Στην περίπτωση π.χ. της Συρίας, η κατάρρευση δεν ήρθε μάλλον λόγω αδύνατων κρατικών δομών, αλλά λόγω περίπλοκης εθνοθρησκευτικής σύνθεσης. Ήδη σε άλλο άρθρο έγινε αναφορά στη διαφορά της αραβικής Δύσης (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία) και αραβικής Ανατολής (π.χ. Συρία, Λίβανος, Ιράκ): ενώ στην πρώτη η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ακολουθεί το ίδιο θρησκευτικό δόγμα (σουνιτικό Ισλάμ), η δεύτερη αποτελείται από κοινωνίες με εκπληκτική ποικιλία εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων: Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες, Χριστιανοί, Γεζίδες, Κούρδοι κ.λπ. Κύριο πρόβλημα φαίνεται να είναι η σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών: χωρίς αυτήν μάλλον δεν θα υπήρχε π.χ. και το Ισλαμικό Κράτος στη σημερινή του έκταση.

-Τα κινήματα που πρωτοστάτησαν στις αραβικές εξεγέρσεις φαίνεται να έχουν μπει στο περιθώριο των εξελίξεων. Αυτό μάλλον δεν είναι καμία έκπληξη: δεν ήταν επαναστατικές οργανώσεις με συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, έτοιμες να αναλάβουν την εξουσία. Ήταν μάλλον ομάδες νέων της μεσαίας τάξης, που τους ένωνε η δυσαρέσκεια με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Στα μέτωπα που δημιουργήθηκαν συμμετείχαν φυσικά και οργανώσεις με πολύ συγκεκριμένη ιδεολογία, π.χ. οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο, από μόνες τους όμως δεν ήταν αρκετά δυνατές. Όπως ήταν αναμενόμενο, τέτοια κινήματα δεν ήταν έτοιμα να ανταγωνιστούν τις παλιές ελίτ ή τις ισλαμιστικές δυνάμεις στη αναδιανομή της εξουσίας – και είναι αμφίβολο αν το ήθελαν. Έπαιξαν μεν κεντρικό ρόλο στην ανατροπή των καθεστώτων, στη συνέχεια όμως παραχώρησαν σταδιακά το πολιτικό πεδίο στις δυνάμεις που αναφέρθηκαν – με τα αποτελέσματα που βλέπουμε σήμερα.

Αυτά όλα μπορεί να εξηγούν τη σημερινή κατάσταση, πώς όμως θα είναι το μέλλον; Με δεδομένο ότι στις αραβικές κοινωνίες με το νεανικό τους πληθυσμό είναι πιο εύκολο να αναπτυχθούν δυναμικά προοδευτικά κινήματα παρά στις γερασμένες ευρωπαϊκές, η ήττα της Άνοιξης μοιάζει να είναι μεγάλο πλήγμα για την περιοχή μας γενικά. Δύσκολα μπορεί να γίνει κάτι ανάλογο αλλού.

Παρ’ όλα αυτά, με λίγη γνώση της Ιστορίας ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε την έκβασή της από τέτοιες περιστασιακές εικόνες. Η μετάβαση μιας κοινωνίας από ένα στάδιο εξέλιξης στο άλλο σπάνια γίνεται με ομαλό και ειρηνικό τρόπο. Αντίθετα, συχνότερα βλέπουμε αποτυχίες (προσωρινές ή όχι) και πισωγυρίσματα, όπως αυτό της Αιγύπτου, ενώ δεν είναι σπάνια σε τέτοιες χρονικές περιόδους και τα φαινόμενα διάλυσης, όπως στη Συρία και την Υεμένη.

Σίγουρα ένα πολύ σημαντικό θέμα είναι αυτό που αναφέρθηκε πιο πάνω: ο εθνοθρησκευτικός σεχταρισμός. Αν δεν αντιμετωπιστεί, τίποτα στη Μέση Ανατολή δεν θα μπορεί να προχωρήσει μπροστά. Όσο δύσκολο κι αν μοιάζει αυτό, ας μη ξεχνάμε ότι αυτή η διάσπαση στη βάση εθνο-θρησκευτικών ορίων είναι μια τάση της εποχής μας – πριν μερικές δεκαετίες η σιιτική/σουνιτική ταυτότητα είχε π.χ. σημαντικά μικρότερο πολιτικό βάρος. Και όπως ενδυναμώθηκε, δεν είναι αδύνατο να υποχωρήσει πάλι – με σκληρή προσπάθεια, εννοείται.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο για το μέλλον είναι η επιβίωση και ανάπτυξη των αξιών και ιδεών που οδήγησαν στο ξέσπασμα των εξεγέρσεων. Παρά την όποια προσωρινή υποχώρησή τους (φυσιολογική, μια και ο κόσμος σε μια τέτοια κατάσταση επιθυμεί πάνω απ’ όλα πάλι σταθερότητα και ασφάλεια, έστω και κάτω από ένα αυταρχικό καθεστώς), δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ρόλο να παίξουν στο μέλλον. Και για να το κάνουν αυτό, πρέπει να εξελιχθούν και σε πιο συγκεκριμένα πολιτικά προγράμματα. Μόνο έτσι θα καταφέρει να μπει η εξεγερμένη αραβική νεολαία πραγματικά στο πολιτικό παιχνίδι.


Σχετικά άρθρα

Εβραϊσμος στα αραβικα

Κλασσικό

Η γενική εικόνα που υπάρχει είναι ότι Άραβες και Εβραίοι είναι δύο διαφορετικά έθνη, και μάλιστα ανταγωνιστικά (λόγω Παλαιστίνης). Γι’ αυτό μια ακόμα ταυτότητα που μπορεί να φαίνεται περίεργη είναι αυτή του αραβόφωνου Εβραίου – ή του Εβραίου Άραβα, ανάλογα με το πως το βλέπει κανείς. Κι όμως, δεν μιλάμε για μια μικρή κοινότητα: περίπου το ένα τρίτο ή και περισσότερο του εβραϊκού πληθυσμού του Ισραήλ έχει τέτοια καταγωγή.

Εβραίοι: έθνος ή θρησκεία

Οι Εβραίοι είναι τελικά μια εθνική ή μια θρησκευτική κοινότητα; Η απάντηση ποτέ δεν ήταν εύκολη – και δεν είναι ούτε και σήμερα. Μπορεί το Ισραήλ να λειτουργεί σαν έθνος-κράτος, με μια επίσημη εθνική γλώσσα, τα εβραϊκά (που ουσιαστικά νεκραναστήθηκε, και παρ’ όλα αυτά μιλιέται πλέον από την πλειοψηφία του πληθυσμού σαν μητρική). Όμως εκτός Ισραήλ οι Εβραίοι συνεχίζουν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες και να έχουν τόσο μεγάλες πολιτισμικές διαφορές, που είναι δύσκολο να τους φανταστούμε ως ενιαίο έθνος.

Στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια, είναι αρκετά γνωστός ο διαχωρισμός των Εβραίων σε Ασκεναζίμ και Σεφαρδίμ. Οι Ασκεναζίμ είναι οι Εβραίοι της Βόρειας, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (από την Αγγλία ως τη Ρωσία), που ήταν κυρίως γερμανόφωνοι. Οι Σεφαρδίτες αντίθετα ήταν λατινόφωνοι, με καταγωγή από την Ισπανία, απ’ όπου εκδιώχθηκαν για να βρουν καταφύγιο κυρίως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι Εβραίοι της Ελλάδας και των γειτονικών χωρών ήταν Σεφαρδίτες, ενώ δεν έλειπε και μια μικρή κοινότητα ελληνόφωνων, οι Ρωμανιώτες.

Λιγότερος λόγος γίνεται για μια άλλη εβραϊκή κοινότητα, που είναι όμως πολυάριθμη. Αυτοί είναι οι Μιζραχίμ, οι Εβραίοι της Μέσης Ανατολής. Ο όρος αυτός είναι σχετικά καινούριος. Συχνά αντιμετωπίζονταν ως μέρος των Σεφαρδιτών, διαφέρουν όμως στο ότι ζούσαν κυρίως στις αραβικές χώρες και ήταν στην πλειοψηφία τους αραβόφωνοι. Έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τους Άραβες – μάλλον περισσότερα παρά με τους Ευρωπαίους Εβραίους.

Εβραίοι της Μέσης Ανατολής: μια ιστορία χιλιετιών

Το να μιλάμε για “Εβραίους της Μέσης Ανατολής” ακούγεται περιττό, από τη στιγμή που οι Εβραίοι ήταν έτσι κι αλλιώς ένας σημιτικός λαός με μεσανατολική προέλευση, όπως και οι Άραβες. Ήδη από την Αρχαιότητα είχαν εξαπλωθεί και εκτός Παλαιστίνης. Από τον 6ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν σημαντικές εβραϊκές κοινότητες στην Αίγυπτο και στη Βαβυλώνα.

Η μεγάλη εβραϊκή Διασπορά εμφανίστηκε όμως με το 73 μ.Χ., όταν οι Ρωμαίοι εκτόπισαν τους περισσότερους Εβραίους από την Παλαιστίνη, ως τιμωρία για μια εξέγερση. Αυτοί σκορπίστηκαν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, φυσικά και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Μετά από 6 περίπου αιώνες, αυτή η περιοχή κατακτήθηκε από τους Άραβες. Μέσα στα πλαίσια των ισλαμικών αραβικών κρατών, οι Εβραίοι μπόρεσαν να επιβιώσουν ως ξεχωριστή κοινότητα σε καθεστώς προστασίας (αν και φυσικά με κατώτερο στάτους απ’ ότι οι Μουσουλμάνοι).

Αυτό το περιβάλλον ήταν ευνοϊκό για πολιτιστικές ανταλλαγές ανάμεσα στις διάφορες εθνο-θρησκευτικές κοινότητες. Όπως και άλλοι σημιτικοί λαοί της περιοχής, οι Εβραίοι υιοθέτησαν σιγά σιγά και την αραβική γλώσσα, που είχε γίνει πλέον η lingua franca στην περιοχή.

Η ζωή τους στις αραβικές χώρες, στις οποίες ήταν τόσο ντόπιοι όσο και οι Μουσουλμάνοι ή Χριστιανοί ομόγλωσσοί τους, είναι ένα θέμα που διχάζει. Οι Σιωνιστές τείνουν φυσικά να την παρουσιάζουν σαν μια ιστορία καταπίεσης και διωγμών, ανάλογη με αυτήν στην Ευρώπη, που τερματίστηκε επιτέλους με την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους και την ευκαιρία μετανάστευσης σ’ αυτό. Οι Άραβες αντίθετα θα τόνιζαν την ειρηνική συμβίωση και την ανεκτικότητα απέναντι στους Εβραίους, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε την ίδια εποχή στην Ευρώπη. H αλήθεια είναι πιθανόν κάπου στη μέση: αν και οι Εβραίοι στη χιλιετή παραμονή τους υπό ισλαμική-αραβική διοίκηση μάλλον δεν γνώρισαν διώξεις στο βαθμό που τις γνώρισαν στην Ευρώπη, αυτό δεν σημαίνει πως δεν αντιμετώπισαν καταπίεση και διακρίσεις από το κυρίαρχο μουσουλμανικό στοιχείο.

Πάντως με τη σταδιακή εκκοσμίκευση των αραβικών κοινωνιών στη νεώτερη εποχή δόθηκε και στους Εβραίους περισσότερος χώρος. Εβραίοι πήραν θέσεις σε δημοτικά συμβούλια ή στο δικαστικό σώμα, ενώ στο Ιράκ και την Αίγυπτο έφτασαν μέχρι και στο αξίωμα του υπουργού (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, στο ίδιο το Ισραήλ η κοινότητα των Μιζραχίμ έπρεπε να περιμένει μέχρι τη δεκαετία του ’90 για να συμβεί αυτό!). Εβραίοι καλλιτέχνες συμμετείχαν στο σχηματισμό του σύγχρονου αραβικού πολιτισμού. Ενώ δεν έλειψε και η εβραϊκή συμμετοχή στον αντι-αποικιακό αγώνα στις αραβικές χώρες.

Ο Σιωνισμός, η Νάκμπα και οι Μιζραχίμ

Η εμφάνιση του Σιωνισμού το 19ο και 20ό αιώνα έβαλε φυσικά τους Εβραίους της Μέσης Ανατολής σε δύσκολη θέση. Κάποιοι απέρριψαν καθαρά τις σιωνιστικές ιδέες (π.χ. οι κομμουνιστές, αλλά και θρησκευτικοί ηγέτες), άλλοι όμως έδειξαν ενδιαφέρον γι’ αυτές. Όπως και να έχει, ιδιαίτερα με τον πρώτο αραβο-ισραηλινό πόλεμο και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους (κάτι στο οποίο οι τελευταίοι αναφέρονται ως «Νάκμπα», δηλαδή Καταστροφή), στα μάτια των Αράβων έγιναν πλέον οι εχθροί. Μετά το 1948 περίπου 800000 Εβραίοι, σχεδόν το σύνολό τους δηλαδή στις αραβικές χώρες, εγκατέλειψαν τις εστίες τους με προορισμό το Ισραήλ ή τη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική. Σήμερα μόνο λίγες χιλιάδες Εβραίοι παραμένουν στις αραβικές χώρες, κυρίως στο Μαρόκο.

Αν αυτό το έκαναν οικειοθελώς ή εξαναγκάστηκαν, είναι ένα ερώτημα που επίσης διχάζει Άραβες εθνικιστές και Σιωνιστές – το πιο πιθανό είναι η αλήθεια να είναι επίσης στη μέση. Αν και δεν υπήρχαν κατ’ ανάγκη επίσημες κρατικές πολιτικές εκδίωξης, σίγουρα η άνοδος του Σιωνισμού δημιούργησε αρνητικό κλίμα για τους Εβραίους. Διάφορες κυβερνήσεις πήραν μέτρα που τους καταπίεζαν, ενώ δεν έλειψαν και τα αντι-εβραϊκά πογκρόμ και οι βομβιστικές επιθέσεις σε εβραϊκούς στόχους.

Σε κάποιες περιπτώσεις (Ιράκ και Υεμένη) υπήρχε ακόμα και συμμετοχή του κράτους στη μεταφορά τους στο Ισραήλ. Επίσης, η κατάσχεση περιουσιών και η αφαίρεση της ιθαγένειας δεν μπορούσαν παρά να αποτρέψουν κάθε σκέψη επιστροφής. Όλα αυτά ήταν ένα τραγικό πολιτικό λάθος των αραβικών καθεστώτων, αφού νομιμοποίησαν εκ των υστέρων την εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων από τους Σιωνιστές, δίνοντας στους τελευταίους την ευκαιρία να την παρουσιάσουν περίπου σαν ανταλλαγή πληθυσμών.

Εβραίοι από την Υεμένη που έχουν φτάσει στο Ισραήλ. Οι Εβραίοι από τις αραβικές χώρες βρέθηκαν συχνά να μένουν για χρόνια μετά την άφιξή τους σε καταυλισμούς από σκηνές ή τσίγκινα παραπήγματα. http://972mag.com/behind-election-lurks-israels-ethnic-divide/104073/

Εβραίοι από την Υεμένη που έχουν φτάσει στο Ισραήλ. Οι Εβραίοι από τις αραβικές χώρες βρέθηκαν συχνά να μένουν για χρόνια μετά την άφιξή τους σε καταυλισμούς από σκηνές ή τσίγκινα παραπήγματα.
Πηγή εικόνας

Οι Μιζραχίμ ως Ισραηλινοί πολίτες

Το σίγουρο πάντως ήταν ότι η άφιξη των Μιζραχίμ στο Ισραήλ δεν έφερε και το τέλος των διακρίσεων απέναντί τους. Αντίθετα, δημιούργησε καινούριες: οι Ευρωπαίοι Ασκεναζίμ, αυτοί που ουσιαστικά έστησαν και έλεγχαν το νέο κράτος, αντιμετώπισαν αυτούς τους “Ανατολίτες” αραβόφωνους Εβραίους με ρατσιστικό ή τουλάχιστον υπεροπτικό τρόπο. Αυτός δεν ήταν ίσως πολύ διαφορετικός από τον τρόπο που γενικά οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν τους πιο “σκουρόχρωμους” λαούς – κάποιοι το περιέγραψαν, ίσως όχι πολύ άστοχα, ως «ασκενάζικο αντισημιτισμό».

Ο ρόλος που προβλεπόταν για τους Μιζραχίμ στο ισραηλινό κράτος ήταν κυρίως αυτός του φτηνού εργατικού δυναμικού. Οι κυρίαρχοι Ασκεναζίμ έβλεπαν ως καθήκον τους τον «εκπολιτισμό» αυτών των «υπανάπτυκτων», που σήμαινε φυσικά να εγκαταλείψουν και πολλά στοιχεία της μεσανατολικής κουλτούρας τους. Έχουν αναφερθεί ακόμα και περιπτώσεις που Ανατολίτες Εβραίοι έπεσαν θύματα επιθέσεων ή σύλληψης από Εβραίους ευρωπαϊκής καταγωγής, οι οποίοι τους πέρασαν για Παλαιστίνιους λόγω του παρουσιαστικού τους.

Από μια τραγική ειρωνεία της Ιστορίας, σήμερα κάποιοι Ασκενάζι τους κατηγορούν και για την τάση τους να ψηφίζουν συντηρητικά και σκληρά σιωνιστικά κόμματα, όπως το δεξιό Λικούντ – τη στιγμή που ο “προοδευτικός φιλελεύθερος” Σιωνισμός των Ασκεναζίμ ήταν ο κύριος λόγος που αυτοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους. Ο Σιωνισμός ήταν γενικά μια ιδεολογία που γεννήθηκε ανάμεσα στους Ασκεναζίμ, και στη διαμόρφωση της οποίας οι Μιζραχίμ είχαν ελάχιστη επιρροή – αυτοί όμως ήταν που αναγκάστηκαν να πληρώσουν το τίμημά της.

Αυτό το ιδιότυπο «απαρτχάιντ» ανάμεσα στους Ευρωπαίους ανοιχτόχρωμους Ασκεναζίμ και τους Ανατολίτες σκουρόχρωμους Μιζραχίμ ή Σεφαρδίμ, φαίνεται ότι επιβιώνει  σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα. Μπορεί ο διαχωρισμός στην ισραηλινή κοινωνία να μην είναι πλέον τόσο καθαρός όσο παλιότερα και κάποια μέλη της κοινότητας να παίζουν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ή αλλού. Παρ’ όλα αυτά, συνολικά η κοινωνική θέση των Μιζραχίμ ακόμα απέχει πολύ από την απόλυτη ισότητα. Ενώ π.χ. η πλειοψηφία των κρατούμενων στις φυλακές είναι μιζραχικής καταγωγής, στους καθηγητές πανεπιστημίου ή και στους φοιτητές αποτελούν μειοψηφία. Οι ταξικές αντιθέσεις είναι ακόμα εκεί.

Αυτή η κυριαρχία των Ευρωπαίων Εβραίων σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό) δεν έμεινε χωρίς αντίδραση. Στη δεκαετία του ’70 ιδρύθηκαν οι Μαύροι Πάνθηρες από Μιζραχίμ δεύτερης γενιάς, εμπνευσμένους από την ομώνυμα ομάδα στις ΗΠΑ – κάτι που δείχνει και τις ομοιότητες ανάμεσα στη θέση των Μιζραχίμ στο Ισραήλ και σ’ αυτήν των Μαύρων στις ΗΠΑ.  Κύριο αίτημα ήταν τα ίσα δικαιώματα. Το 1996 ιδρύθηκε από Μιζραχί διανοούμενους μάλλον αριστερών τάσεων και το Κεσέτ (Ανατολικό Δημοκρατικό Κίνημα Ουράνιου Τόξου),  επίσης με στόχο την κοινωνική και πολιτιστική δικαιοσύνη για τους Ανατολίτες Εβραίους.

Παλαίμαχοι Μαύροι Πάνθηες στην Ιερουσαλήμ. http://www.haaretz.com/print-edition/news/jerusalem-neighborhood-to-name-streets-in-honor-of-mizrahi-black-panthers-1.369313

Παλαίμαχοι Μαύροι Πάνθηρες στην Ιερουσαλήμ.
Πηγή εικόνας

Ως πολιτική έκφραση των τελευταίων (Σεφαρδιτών και Μιζραχίμ) ιδρύθηκε όμως και το κόμμα SHAS, θρησκευτικό υπερορθόδοξο και συντηρητικό ως οπισθοδρομικό σε κοινωνικά θέματα. Έχει καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη μεγάλου τμήματος των πιο φτωχών κοινωνικών στρωμάτων μιζραχικής καταγωγής και εκπροσωπείται σταθερά στην ισραηλινή Βουλή, συμμετέχοντας και σε κυβερνήσεις συνασπισμού.

Εβραίοι Άραβες ή αραβόφωνοι Εβραίοι;

Παρά τα όποια πολιτιστικά στοιχεία διατηρούν,  οι περισσότεροι αραβόφωνοι Εβραίοι και οι απόγονοί τους όχι μόνο δεν θεωρούν τους εαυτούς τους Άραβες, αλλά πιθανόν θα ενοχλούνταν αν κάποιος τους έβλεπε έτσι. Αντίθετα, πολλοί έχουν ιδιαίτερα αντι-αραβικά αισθήματα. Αυτό σίγουρα δεν είναι σπάνιο σε κοινότητες με «μπερδεμένη» ταυτότητα, όταν μπλέκονται, θέλοντας και μη, σε μια εθνική διαμάχη (εξάλλου ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν και στον ελληνοτουρκικό χώρο).

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι χάθηκε κάθε σύνδεση ανάμεσα στη μιζραχική και την αραβική ταυτότητα. Και υπάρχουν ανάμεσα στους διανοούμενους μιζραχικής καταγωγής και αυτοί που επιμένουν στην αραβο-εβραϊκή ταυτότητά τους και είναι περήφανοι γι’ αυτή.

Η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, καθηγήτρια Πολιτισμών και Γυναικείων Σπουδών στο πανεπιστήμιο CUNY, είναι Εβραία με καταγωγή από το Ιράκ. Αποδέχεται και την αραβική και την εβραϊκή της ταυτότητα και έχει γράψει πολλά για τον πολιτισμό των Αράβων Εβραίων και τη θέση τους στο ισραηλινό κράτος. Πηγή: http://eyeonpalestine.be/oldeye/en/node/282

Η Έλλα Χαμπίμπα Σοχάτ, καθηγήτρια Πολιτιστικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο CUNY, είναι Εβραία ιρακινής καταγωγής. Αποδέχεται και την αραβική και την εβραϊκή της ταυτότητα και έχει γράψει πολλά για τον πολιτισμό των Αράβων Εβραίων και τη θέση τους στο ισραηλινό κράτος.
Πηγή εικόνας

Όλες αυτές οι διαφορετικές απόψεις δείχνουν ότι τα πράγματα με την εθνική ταυτότητα των αραβόφωνων Εβραίων δεν είναι ξεκάθαρα. Αν δεν είχε εμφανιστεί ο Σιωνισμός, είναι πολύ πιθανόν ότι οι Μιζραχίμ θα είχανε μάθει να θεωρούν τους εαυτούς τους μέρος του αραβικού έθνους, όπως και οι αραβόφωνοι Χριστιανοί. Και δεν θα βλέπαμε κανένα λόγο, γιατί ο συνδυασμός εβραϊκής θρησκευτικής και αραβικής εθνικής ταυτότητας να είναι αντιφατικός.

Κι αυτό είναι κάτι που ισχύει για πολλές εθνικές ταυτότητες στην περιοχή μας. Το ότι σήμερα κάποιοι βλέπουν τον εαυτό τους ως μέρος του ενός ή του άλλου έθνους πολύ συχνά δεν είναι αυτονόητο, αλλά κάτι που βασίζεται σε συγκεκριμένες πρόσφατες ιστορικές συγκυρίες. Αυτές μπορεί να προέρχονται και εκτός περιοχής: στην περίπτωση π.χ. των Μιζραχίμ ήταν κυρίως ο ευρωπαϊκός αντισημιτισμός, το Ολοκαύτωμα και ο Σιωνισμός των Ευρωπαίων Εβραίων ως απάντηση, που καθόρισαν και το δικό τους μέλλον και την εθνική τους ταυτότητα. Αυτό είναι κάτι που είναι καλά να έχουμε υπόψη όταν μιλάμε για τα έθνη της περιοχής μας.


Βιβλιογραφία/άρθρα

Δικτατορια στο Νειλο

Κλασσικό

Το βίντεο αυτό παρουσιάζει τη συνέντευξη του Σαμίχ Ναγκίμπ στην εβδομαδιαία εκπομπή του Ταρίκ Αλί «The World Today». Ο Σαμίχ Ναγκίμπ είναι μέλος των Επαναστατών Σοσιαλιστών, μιας οργάνωσης της αιγυπτιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς που έγινε γνωστή και λόγω της δυναμικής της συμμετοχής στην εξέγερση του 2011 και μετά (αναφέρθηκε σύντομα και σ’ αυτό το άρθρο). Βρίσκονταν τα τελευταία χρόνια πάντα με συνέπεια απέναντι στο εκάστοτε καθεστώς, είτε του Μουμπάρακ, είτε στο SCAF, είτε του Μόρσι και τώρα του Σίσι. Νομίζω ότι η συνέντευξη προσφέρει μια διαφορετική άποψη για τα γεγονότα της Αιγύπτου απ’ αυτές που συνηθίζουν να βγαίνουν προς τα έξω.

Σημαντικό σημείο είναι η ιδέα ότι η Επανάσταση προδόθηκε διπλά: μία από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, και μία από την «παραδοσιακή Αριστερά».

Όσον αφορά τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, ενδιαφέρουσα είναι η άποψη ότι ο λόγος της αποτυχίας τους δεν ήταν η «ακρότητά» τους, αλλά ακριβώς η έλλειψη ριζοσπαστισμού και η βαθιά συστημικότητά τους. Προσπαθώντας να συμβιβαστούν με το (σε μεγάλο βαθμό στρατιωτικό) σύστημα και να κυβερνήσουν περίπου στις γραμμές που κυβέρνησαν οι προκάτοχοί τους, αποξενώθηκαν από τα επαναστατικά κινήματα, χάρη στα οποία είχαν καταφέρει να βρεθούν στην εξουσία. Όταν τελικά τα στοιχεία του προηγούμενου καθεστώτος αποφάσισαν να τους ανατρέψουν, δεν μπορούσαν να ελπίζουν στα κινήματα για να τους υπερασπιστούν.

Από την άλλη, η παραδοσιακή («παλιά» είναι το επίθετο που χρησιμοποιεί ο Ναγκίμπ) κοσμική Αριστερά και οι Νασερικοί δεν δίστασαν να υποστηρίξουν ένα τόσο αιμοσταγές και συντηρητικό καθεστώς όπως αυτό του Σίσι, με μόνη δικαιολογία ότι αυτό τους απάλλαξε από τους Ισλαμιστές. Αυτό βασίζεται κατά το Ναγκίμπ σε μια αντίληψη ότι ο ισλαμισμός οποιασδήποτε απόχρωσης είναι κάτι σαν το φασισμό, άρα ακόμα και μια σκληρή «κοσμική» και καπιταλιστική δικτατορία είναι προτιμότερη. Μ’ αυτήν τη λογική, και συμμαχώντας ουσιαστικά με μια τέτοια δικτατορία, αφήνουν φυσικά ελεύθερο πεδίο στους ισλαμιστές να παρουσιάζονται ως η μόνη αξιόπιστη εναλλακτική δύναμη.

Κατά το Ναγκίμπ, αυτή η στάση της παραδοσιακής Αριστεράς έχει ιστορία πίσω της: ήδη επί Νάσερ αυτή προτίμησε να ανεχτεί ένα περίπου στρατιωτικό καθεστώς. Αν όμως τότε υπήρχε το ελαφρυντικό ότι το καθεστώς Νάσερ ήταν αντι-ιμπεριαλιστικό, φιλολαϊκό και προώθησε πολλές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ποια δικαιολογία μπορεί να ισχύει για τη στήριξη στο Σίσι; Για ένα καθεστώς δηλαδή, που όχι μόνο είναι αυταρχικό και καταπιεστικό, αλλά ταυτόχρονα φιλο-ιμπεριαλιστικό και φιλο-ισραηλινό και με νεοφιλελεύθερο οικονομικό προσανατολισμό; Και που βασίζεται κυρίως στη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας;

Όσον αφορά το μέλλον, ο Ναγκίμπ προβλέπει ότι και το καινούριο καθεστώς θα είναι ασταθές – τόσο για εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς λόγους. Στους εξωτερικούς, σίγουρα λόγος ανησυχίας είναι η ενδεχόμενη αποδυνάμωση της Σαουδικής Αραβίας, του κυριότερου σύμμαχου του Σίσι. Αυτή η αποδυνάμωση φαίνεται π.χ. και τώρα στην περίπτωση της σαουδικής  Υεμένης, αλλά μπορεί να συνεχιστεί με μια πιθανή αμερικανο-ιρανική προσέγγιση. Θα είναι τότε δύσκολο να υποστηριχθεί μια οικονομία τόσο προβληματική όσο της Αιγύπτου, κάτι που θα οδηγήσει πάλι σε κοινωνική αναταραχή. Επικίνδυνη όμως για το καθεστώς είναι και η επαναστατική εμπειρία που άφησε πίσω σε εκατοντάδες χιλιάδες Αιγύπτιους νέους η εξέγερση του 2011: όσο κι αν καταπιεστεί, αυτή δεν μπορεί έτσι απλά να εξαφανιστεί.

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 4: Μαρξισμος

Κλασσικό

Δίπλα στις άλλες ιδεολογίες (παναραβισμός, ισλαμισμός, τοπικοί εθνικισμοί), ο μαρξισμός μπορεί να μοιάζει σαν κομπάρσος. Μάλλον δεν κατάφερε ποτέ να εξαπλωθεί στις αραβικές μάζες με ανάλογο τρόπο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είχε κατά καιρούς σημαντική επιρροή ή δεν άφησε και αυτός το στίγμα του στον ιδεολογικό χαρακτήρα του αραβικού κόσμου. Τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν από τα πρώτα οργανωμένα στις αραβικές χώρες και λειτούργησαν ως μοντέλο για άλλα. Και όχι μόνο όσον αφορά την οργάνωση: εισήγαγαν και θεωρητικά στοιχεία, όπως η ανάλυση του δυτικού ιμπεριαλισμού ή η ιδέα της ταξικής πάλης. Αυτά θα χρησιμοποιούνταν και από άλλες ιδεολογίες του αραβικού χώρου, όπως φάνηκε και από τα προηγούμενα άρθρα.

Τα πρώτα κομμουνιστικά βήματα

Ο (μη-μαρξιστικός) σοσιαλισμός είχε ήδη φτάσει από τον 19ο αιώνα στη Μέση Ανατολή. Η σημαντικότερη ώθηση στις σοσιαλιστικές ιδέες ήρθε όμως με την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, που προξένησε και στις αραβικές χώρες μεγάλη εντύπωση. Στη δεκαετία του 1920 ιδρύθηκαν και τα πρώτα κομμουνιστικά κόμματα: στη Συρία, το Λίβανο, την Αίγυπτο, το Ιράκ και την Παλαιστίνη. Ακόμα δεν ήταν μαζικά κινήματα, αλλά μικρές ομάδες αποτελούμενες κυρίως από διανοούμενους, συνδεδεμένες και με κάποια συνδικάτα (στο Λίβανο π.χ. των καπνεργατών). Πάντως όπως και ο παναραβισμός, έτσι και ο μαρξισμός φαίνεται να βρήκε τα σημαντικότερα κοινωνικά στηρίγματά του στα ανερχόμενα μεσαία στρώματα και τη μικροαστική τάξη – που τον χρησιμοποίησαν ίσως ως όχημα στη σύγκρουση τους με τις κατεστημένες ελίτ.

Όπως και με άλλες κοσμικές ιδεολογίες (π.χ. παναραβισμός, συριακός εθνικισμός), αρχικά ήταν κυρίως τα μέλη των θρησκευτικών (ή εθνοτικών) μειονοτήτων που ενδιαφέρθηκαν. Οι ηγέτες των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν συχνά Χριστιανοί ή Εβραίοι. Κάποιοι το εξηγούν αυτό με την αναφορά της ατομικής ιδιοκτησίας στο Κοράνι, που έκανε την ιδεολογία δύσκολα αποδεκτή από Μουσουλμάνους. Προσωπικά θεωρώ σημαντικότερη την κοινωνική θέση των μειονοτήτων, που τις κάνει γενικά πιο ανοικτές σε ριζοσπαστικές κοσμικές ιδέες.

Οι σοβιετικές επιτυχίες στο Β’ Παγκόσμιο αύξησαν το γόητρο της ΕΣΣΔ, και βοήθησαν και τα αραβικά κομμουνιστικά κινήματα να δυναμώσουν. Το 1947 ήρθε όμως ένα μεγάλο πλήγμα. Η ρίζα του βρισκόταν στην αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής στο Παλαιστινιακό: η ΕΣΣΔ στήριξε τελικά τη δημιουργία του Ισραήλ – με συνέπεια και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους. Τα κομμουνιστικά κόμματα, αδύναμα και πλήρως εξαρτημένα από τη Μόσχα, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν αυτήν την πολιτική. Αυτό κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα τους στις αραβικές χώρες, δίνοντας στον παναραβισμό την ευκαιρία να πάρει καθαρά το προβάδισμα ως η κύρια ριζοσπαστική και αντιιμπεριαλιστική δύναμη. Επίσης, πρόσφερε και τη δικαιολογία στα αραβικά καθεστώτα για να τα καταστείλουν: στο Ιράκ έφτασαν μέχρι την εκτέλεση των ηγετικών στελεχών του Κ.Κ..

Στην επόμενη δεκαετία πάντως η προσέγγιση της Δύσης με το Ισραήλ βοήθησε κάπως ως αντίδραση και τους Κομμουνιστές, που πρώτη φορά κατάφεραν μάλιστα να εκλέξουν και βουλευτές. Επίσης η στάση της ΕΣΣΔ, που ήταν τώρα σχετικά θετική προς τον αραβικό εθνικισμό, ενθάρρυνε τα κομμουνιστικά κόμματα να αναπτύξουν συμμαχίες με άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Η εξέλιξή τους καθορίστηκε μετά από τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε χώρας. Ως κόμματα γενικά απαιτούσαν κοινωνικο-οικονομικές μεταρρυθμίσεις, τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος (που θα έδινε και στα ίδια δυνατότητες πολιτικής συμμετοχής), και τον αγώνα ενάντια στο δυτικό ιμπεριαλισμό. Αυτό τους πρόσφερε ευκαιρίες να αυξήσουν την επιρροή τους σε εποχές έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστικές, στις οποίες ξεκινούσε η καπιταλιστική ανάπτυξη και στον αραβικό κόσμο. Τους έφερε όμως και πολλούς εχθρούς.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ

Το Ιράκ ήταν μια από τις αραβικές χώρες με τις μεγαλύτερες ταξικές αντιθέσεις. Επίσης αναπτύχθηκε από νωρίς (για τα αραβικά δεδομένα) μια σημαντική σε μέγεθος εργατική τάξη, κυρίως σε σχέση με τη βιομηχανία πετρελαίου. Αυτές ήταν συνθήκες που ευνόησαν και το νέο ακόμα κομμουνιστικό κόμμα. Ήδη τη δεκαετία του ’40 αριθμούσε περίπου 10000 μέλη και ήταν μια από τις πιο σημαντικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης.

Ο Γιουσούφ Σαλμάν Γιουσούφ, ασσυριακής-χριστιανικής καταγωγής, γνωστότερος ως

Ο Γιουσούφ Σαλμάν Γιουσούφ, ασσυριακής-χριστιανικής καταγωγής, γνωστότερος ως «Φαχντ» (Λεοπάρδαλη), ήταν ο γενικός γραμματέας του Κ.Κ.Ι. μέχρι την εκτέλεσή του το 1949. Πηγή εικόνας

Η ιδιαίτερα σκληρή καταστολή από το φιλοβρετανικό μοναρχικό καθεστώς, μπορεί τελικά να λειτούργησε θετικά για το κόμμα, αφού το ηρωοποίησε στα μάτια πολλών και το βοήθησε να καλύψει και τη ζημιά από την (προσωρινή) σοβιετική στήριξη στο Σιωνισμό. Στη δεκαετία του ’50 δυνάμωσε κι άλλο και έγινε μια πολύ υπολογίσιμη δύναμη, γνωστή για τη μαχητικότητά της.

Το 1958 ο ταξίαρχος Κασίμ έδωσε με πραξικόπημα τέλος στην ιρακινή μοναρχία και έβγαλε τη χώρα από το φιλοδυτικό στρατόπεδο. Το Κ.Κ.Ι. έγινε ένα από τα κύρια στηρίγματα του νέου καθεστώτος, κάτι που ανησύχησε ιδιαίτερα τους αντικομμουνιστές, εντός και εκτός των ιρακινών συνόρων. Ο Κασίμ επέτρεψε τη συνδικαλιστική δράση, βελτίωσε τις συνθήκες για τους εργάτες και προώθησε μια αγροτική μεταρρύθμιση.

Η ανατροπή του Κασίμ από το Μπάαθ το 1963 σήμανε όμως και την επιστροφή της καταπίεσης για τους κομμουνιστές. Ένα κύμα άγριας καταστολής αποδυνάμωσε πολύ το κόμμα. Αν και τη δεκαετία του ’70 αποκαταστάθηκαν προσωρινά κάπως οι σχέσεις Μπααθιστών-Κ.Κ.Ι. (κάτι που κόστισε στο τελευταίο μια διάσπαση), τελικά ο Σαντάμ Χουσέιν κήρυξε πάλι το κόμμα παράνομο και δίωξε τους κομμουνιστές για ακόμα μια φορά.

Με το τέλος του μπααθικού καθεστώτος το 2003, τα κομμουνιστικά κόμματα επανεμφανίστηκαν και επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας, χωρίς όμως την παλιά τους βαρύτητα. Η μερική αποδοχή από το Κ.Κ.Ι. του καθεστώτος που δημιούργησε η αμερικάνικη κατοχή, μάλλον δεν βοήθησε και πολύ την επαναστατική εικόνα του. Με δυσκολία καταφέρνει να κερδίσει τουλάχιστον 2-3 κοινοβουλευτικές έδρες.

Συγκέντρωση του Κ.Κ.Ι. στη Βαγδάτη για την Πρωτομαγιά του 2014. http://www.lookleftonline.org/2014/06/on-the-edge-in-iraq/

Συγκέντρωση του Κ.Κ.Ι. στη Βαγδάτη για την Πρωτομαγιά του 2014.
Πηγή εικόνας

Μαρξιστικές δυνάμεις στο Λίβανο και τη Συρία

Στη διάρκεια του μεσοπολέμου, το  Κομμουνιστικό Κόμμα Συρίας και Λιβάνου ήταν η σημαντικότερη μαρξιστική δύναμη στον αραβικό χώρο. Εκτός από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, το κόμμα επιδίωκε και την απελευθέρωση από τη γαλλική αποικιοκρατία και υποστήριξε τη Συριακή Επανάσταση του 1925. Κάτι που γρήγορα το οδήγησε σ’ ένα καθεστώς ημι-παρανομίας, στο οποίο έμελλε να παραμείνει επί δεκαετίες, ακόμα και μετά την ανεξαρτησία.

Η χωριστή ανεξαρτησία του Λιβάνου και της υπόλοιπης Συρίας οδήγησε και στο συναινετικό χωρισμό του κόμματος σε ένα συριακό και ένα λιβανέζικο. Πρακτικά όμως, ο κοινός έλεγχος και των δύο από τον Χαλίντ Μπακντάς διατηρήθηκε για μερικές δεκαετίες ακόμα. Οι καταστροφικές  συνέπειες της σοβιετικής στάσης στο Παλαιστινιακό το 1947 μετριάστηκαν κάπως την επόμενη δεκαετία, με την εστίαση σε εθνικά θέματα και τη συμμετοχή σε μέτωπα με άλλες δυνάμεις.

Ο Χαλίντ Μπακντάς (1912-1995) ήταν επί πολλές δεκαετίες γενικός γραμματέας του συριακού κόμματος και μια από τις πιο συμβολικές μορφές του αραβικού κομμουνισμού. Το 1954 ήταν ο πρώτος κομμουνιστής που εκλέκτηκε βουλευτής σε αραβική χώρα. https://plus.google.com/116762563755190184587/posts?pid=5908540638982287970&oid=116762563755190184587

Ο Χαλίντ Μπακντάς (1912-1995), Κούρδος σουνιτικής καταγωγής, ήταν επί πολλές δεκαετίες γενικός γραμματέας του συριακού κόμματος και μια από τις πιο συμβολικές μορφές του αραβικού κομμουνισμού. Το 1954 έγινε ο πρώτος κομμουνιστής που εκλέχθηκε βουλευτής σε αραβική χώρα.
Πηγή εικόνας

Αν και θετικό προς την παναραβική ιδέα, το Κ.Κ. Συρίας δεν ήταν ενθουσιασμένο με την προοπτική ένωσης με την Αίγυπτο του Νάσερ – βλέποντας και την καταστολή ενάντια στους Αιγύπτιους κομμουνιστές. Η ένωση πραγματοποιήθηκε τελικά το 1958 (αν και κράτησε μόλις τρία χρόνια), αλλά ο Μπακντάς αρνήθηκε να συνεργαστεί με το νέο καθεστώς και να διαλύσει το κόμμα. Έτσι βρέθηκε απέναντι στην πρώτη απόπειρα αραβικής ενοποίησης και στον Νάσερ, μεγάλο ήρωα τότε του παναραβισμού, κάτι που είχε πάλι μεγάλο πολιτικό κόστος.

Η καταστολή συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια μπααθικής εξουσίας. Οι σχέσεις Μπάαθ-Κ.Κ.Σ. πάντως βελτιώθηκαν κάπως από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά. Από το 1972 μάλιστα συμμετείχαν μαζί σ’ ένα Εθνικό Μέτωπο, υποστηρικτικό προς το καθεστώς Άσαντ. Αυτός ο συμβιβασμός, όπως και στο Ιράκ, οδήγησε σε αντιδράσεις από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία και τελικά και σε διάσπαση.

Ο Ριάντ αλ-Τουρκ ήταν ένα από τα μέλη του Κ.Κ.Σ. που δεν δέχθηκαν την προσέγγιση με το καθεστώς και προτίμησαν να ιδρύσουν άλλο κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο φυσικά διώχθηκε από τον Άσαντ. Ο αλ-Τουρκ πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή και παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις σημαντικότερες μορφές της αριστερής αντιπολίτευσης.

Ο Ριάντ αλ-Τουρκ ήταν ένα από τα μέλη του Κ.Κ.Σ. που δεν δέχθηκαν την προσέγγιση με το καθεστώς και προτίμησαν να ιδρύσουν άλλο κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο φυσικά διώχθηκε από τον Άσαντ. Ο αλ-Τουρκ πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή και παραμένει μέχρι σήμερα μια σημαντική μορφή της αριστερής αντιπολίτευσης.

Εν τω μεταξύ, στο Λίβανο η ριζοσπαστική ατμόσφαιρα της εποχής, μαζί με ένα σχετικά φιλελεύθερο πολιτικό περιβάλλον, αλλά και μια άνιση οικονομική ανάπτυξη, έδωσαν ώθηση στα αριστερά κινήματα. Το Κ.Κ.Λ. και άλλα μικρότερα μαρξιστικά κόμματα προσπάθησαν να ανοιχτούν στην κοινωνία και να αναπτύξουν και αυτά ευρύτερες συμμαχίες με «πατριωτικές και προοδευτικές δυνάμεις». Σαν τέτοιες θεωρούσαν τους Παναραβιστές, τους Σύριους Εθνικιστές, την Παλαιστινιακή Αντίσταση, το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ταυτισμένο κυρίως με τα συμφέροντα των Δρούζων). Το 1975 συγκρότησαν μαζί μ’ αυτές το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα. Κύριος στόχος του Κινήματος, με τον οποίο συνδέθηκε γενικά και η λιβανέζικη Αριστερά, ήταν η μεταρρύθμιση του λιβανέζικου πολιτικού συστήματος μέσω της κατάργησης των θρησκευτικών διαχωρισμών. Κύριος εσωτερικός αντίπαλος ήταν η μαρωνίτικη φιλοδυτική Δεξιά, ενώ ως εξωτερικοί εχθροί ορίζονταν το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και τα «αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα» τύπου Σαουδικής Αραβίας.

Το Κ.Κ.Λ. δημιούργησε και τη δική του ένοπλη ομάδα, που συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο ως μέρος του Κινήματος. Αυτό μπορεί να του χάρισε μια αίγλη ανάμεσα στα αραβικά κομμουνιστικά κόμματα. Με την ισραηλινή κατοχή της Βηρυτού το 1982, οι κομμουνιστές ήταν από τους πρώτους που οργάνωσαν ένοπλη αντίσταση εναντίον της. Παρ’ όλα αυτά, το τέλος του πολέμου τους βρήκε περιθωριοποιημένους, ανίκανους ν’ ανταγωνιστούν (ούτε καν ιδεολογικά) τις ένοπλες οργανώσεις που συνδέονταν καθαρά με συγκεκριμένη θρησκευτική ταυτότητα, όπως η σιιτική Χεζμπολάχ.

Ο Ελίας Ατάλαχ, ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης. Πηγή: www.alkalimaonline.com

Ο Ελίας Ατάλαχ, ο μαρωνίτικης καταγωγής ηγέτης της Λιβανέζικης Εθνικής Αντίστασης (Τζαμούλ), που πολέμησε την ισραηλινή κατοχή, ήταν μέλος του Κ.Κ.Λ.
Πηγή: http://www.alkalimaonline.com

Αυτή η η παρακμή της λιβανέζικης (και συριακής) Αριστεράς συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Σε εποχές που γενικά στον κόσμο (πολύ περισσότερο στον μεταπολεμικό Λίβανο) η εθνο-θρησκευτική ταυτότητα μοιάζει να έχει περισσότερο πολιτικό βάρος από την κοινωνική τάξη, ο χώρος που μένει για ριζοσπαστικές κοσμικές δυνάμεις είναι έτσι κι αλλιώς ελάχιστος. Επίσης, τα σημερινά λιβανέζικα αριστερά κόμματα, όπως και τα συριακά, είναι και διχασμένα στο θέμα της σχέσης με το καθεστώς Άσαντ – που αυτήν τη στιγμή είναι λόγω του συριακού εμφυλίου το πιο προβεβλημένο. Κάποιες δυνάμεις όπως το παραδοσιακό Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα υπερασπίζονται τον Άσαντ στα πλαίσια του αντι-ιμπεριαλισμού, ενώ άλλες όπως η Δημοκρατική Αριστερά το βλέπουν ως ένα καταπιεστικό δικτατορικό καθεστώς και τοποθετούνται υπέρ των αντι-καθεστωτικών ανταρτών. Η ανάκαμψη τόσο της λιβανέζικης όσο και της συριακής Αριστεράς σίγουρα δεν θα είναι εύκολη υπόθεση.

Σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του '60, '70 και '80, αν και περιθωριοποιήθηκε στη συνέχεια. Πηγή: english.al-akhbar.com

Σημαία του Κ.Κ.Λ., από πρόσφατη συγκέντρωση στη Βηρυτό. 
Πηγή εικόνας

Αραβικό Εθνικό Κίνημα και παλαιστινιακή Αριστερά

Η παλαιστινιακή Αριστερά είναι ιδιαίτερη περίπτωση: οι ρίζες της δεν είναι τόσο στα παλιά κομμουνιστικά κόμματα του μεσοπολέμου, αλλά στον παναραβικό εθνικισμό. Κατά κάποιον τρόπο η πορεία εδώ ήταν δηλαδή αντίστροφη: ενώ στη Συρία και το Λίβανο οι Μαρξιστές προσέγγισαν με την πάροδο των χρόνων τον αραβικό εθνικισμό, οι Παλαιστίνιοι αριστεροί ξεκίνησαν ως παναραβιστές για να ανακαλύψουν στη συνέχεια το μαρξισμό (όχι ότι δεν υπάρχει και το διάδοχο κόμμα του παλιού κλασικού κομμουνιστικού, το Κόμμα του Λαού της Παλαιστίνης, αλλά αυτό έχει σχετικά μικρότερη επιρροή). Για να δούμε αυτήν την πορεία πρέπει όμως να επιστρέψουμε μερικές δεκαετίες πίσω.

Το Αραβικό Εθνικό Κίνημα ιδρύθηκε το 1948 από φοιτητές στη Βηρυτό, προερχόμενους από διάφορες αραβικές χώρες. Έδινε από την αρχή μεγάλη έμφαση στο θέμα της Παλαιστίνης – εξάλλου, πολλά από τα σημαντικότερά του μέλη ήταν Παλαιστίνιοι.  Αρχικά ήταν κοντά στον Νάσερ και μάλιστα είχε σχετικά «δεξιά» χαρακτηριστικά:  έδινε στην ενδο-αραβική πάλη των τάξεων πολύ μικρότερη προτεραιότητα απ’ ότι στους αραβικούς εθνικούς στόχους. Το ότι όμως δεν έγινε μέρος της εξουσίας όπως οι Νασερικοί και το Μπάαθ, ήταν ίσως κάτι που το βοήθησε να ακολουθήσει πιο ριζοσπαστικά μονοπάτια στην έτσι κι αλλιώς ριζοσπαστική δεκαετία του ’60.

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 έγινε ο ιδρυτής και ηγέτης του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.  http://pflp.ps/english/2014/01/26/six-years-on-remembering-the-struggle-and-leadership-of-al-hakim-dr-george-habash/

Ο Ζωρζ Χαμπάς (1925-2008), Παλαιστίνιος ελληνορθόδοξης καταγωγής, ήταν από τα ηγετικά στελέχη του Αραβικού Εθνικού Κινήματος. Το 1968 ίδρυσε το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας 

Μετά την καταστροφική ήττα του ’67, κάποια τμήματα του Κινήματος έγιναν πιο δεκτικά και σε μαρξιστικές επιρροές.  Έτσι γεννήθηκαν (με μια σειρά από διασπάσεις) το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, το Παλαιστινιακό Μέτωπο Λαϊκού Αγώνα, το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης κ. ά. Ιδιαίτερα γνωστό έγινε το πρώτο, περισσότερο για τις θεαματικές τακτικές που ακολούθησε, όπως η αεροπειρατεία.

Η Λεϊλά Χαλέντ (γενν. 1944) ήταν η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που συμμετείχε σε αεροπειρατεία το 1969. Η φωτογραφία της με το καλάσνικοφ και την κεφίγιε έγινε διεθνές είδωλο. Μετά από αυτήν τη δημοσιότητα, έκανε χειρουργικές επεμβάσεις στη μύτη και το πηγούνι, ώστε το πρόσωπό της να μην είναι αναγνωρίσιμο και να μπορεί να συμμετάσχει ξανά σε αεροπερατεία. http://www.arabamerica.com/palestinian-activist-leila-khaled-asks-south-africas-help/

Η Λεϊλά Χαλέντ, μέλος του Λ.Μ.Α.Π., έγινε το 1969 η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που συμμετείχε σε αεροπειρατεία. Η φωτογραφία της με το καλάσνικοφ και την κεφίγιε έγινε διεθνές είδωλο. Μετά από αυτήν τη δημοσιότητα, έκανε χειρουργικές επεμβάσεις στη μύτη και το πηγούνι, ώστε το πρόσωπό της να μην είναι αναγνωρίσιμο και να μπορεί να συμμετάσχει ξανά σε ανάλογη ενέργεια.
Πηγή εικόνας

Η προτεραιότητα του εθνικού θέματος και του ένοπλου αγώνα έκαναν την παλαιστινιακή Αριστερά έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη περίπτωση. Εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσε να δοθεί πολύ βάρος στα θέματα εσωτερικής ταξικής πάλης. Κι αυτό ισχύει ακόμα και σήμερα. Όσον αφορά την ειρηνευτική διαδικασία, τα διάφορα αριστερά κόμματα κράτησαν διαφορετική στάση: το Λ.Μ.Α.Π. και το Δ.Μ.Α.Π. απέρριψαν (μαζί με τη Χαμάς) κατηγορηματικά τις συμφωνίες του Όσλο, ενώ τα υπόλοιπα όχι μόνο τις στήριξαν, αλλά κάποια μέλη τους συμμετείχαν ενεργά και σ’ αυτές και στις επόμενες διαπραγματεύσεις.

Τα αριστερά κόμματα (συμπεριλαμβανομένου του Λ.Μ.Α.Π.) συνεχίζουν πάντως να συμμετέχουν στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης μαζί με τις «συστημικές» πολιτικές δυνάμεις. Αυτό τα κάνει όμως και οικονομικά εξαρτημένα απ’ αυτήν. Επίσης, το ότι στελέχη απ’ αυτά τα κόμματα αναλαμβάνουν κατά καιρούς και κυβερνητικά πόστα, ενώ ταυτόχρονα επιμένουν να ισχυρίζονται ότι είναι αντιπολίτευση, μάλλον δεν βοηθά την αξιοπιστία τους.

Η παλαιστινιακή Αριστερά ξεκίνησε με πολλές φιλοδοξίες στη δεκαετία του ’70, αλλά σήμερα βρίσκεται και αυτή σε παρακμή. Αν και το Λ.Μ.Α.Π. διατήρησε σημαντική επιρροή σε ορισμένες περιοχές της Παλαιστίνης (π.χ. στη Βηθλεέμ), στις εκλογές του 2006 συγκέντρωσε μόλις 4,6% και τα υπόλοιπα μαρξιστικά κόμματα μετά βίας 3-4% των ψήφων. Επίσης, η πολυδιάσπαση της παλαιστινιακής Αριστεράς (τυπικό σύμπτωμα και της παγκόσμιας), σίγουρα δεν τη βοηθά να πετύχει το μεγάλο της στόχο: να γίνει η τρίτη δύναμη για να ξεπεράσει η παλαιστινιακή κοινωνία τον καταστροφικό διπολισμό Χαμάς-Φατάχ.

Το σοσιαλιστικό πείραμα της Υεμένης

Η Νότια Υεμένη ήταν βρετανική αποικία μέχρι και το 1967. Η κύρια δύναμη του αντι-αποικιακού αγώνα ήταν το (ακόμα) φιλονασερικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Στη συνέχεια όμως αυτό κινήθηκε προς μια μαρξιστική κατεύθυνση και συγκρούστηκε με τους «καθαρούς» νασερικούς. Κατάφερε μάλιστα να επικρατήσει σ’ αυτή τη σύγκρουση και το 1969 η πιο σκληροπυρηνική μαρξιστική πτέρυγα μετονόμασε το Μέτωπο σε Σοσιαλιστικό Κόμμα της Υεμένης.  Έτσι η Υεμένη, μια από τις πιο υπανάπτυκτες αραβικές χώρες, έγινε το πρώτο και μέχρι στιγμής μοναδικό αραβικό κράτος που ένα (τουλάχιστον κατ’ όνομα) μαρξιστικό κόμμα κατάφερε να αναλάβει την εξουσία.

Η Νότια Υεμένη έγινε μια μονοκομματική Λαϊκή Δημοκρατία στα πρότυπα των άλλων κομμουνιστικών καθεστώτων. Η ηγεσία προχώρησε σε εθνικοποιήσεις,  κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και συνδέθηκε στενά με τη Σοβιετική Ένωση. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι, ακόμα και εκεί, το Ισλάμ καθορίστηκε στο Σύνταγμα ως επίσημη θρησκεία του κράτους. Αυτό είναι ίσως δείγμα και μιας γενικότερης τάσης των Αράβων Μαρξιστών να αποφεύγουν όσο γίνεται τη σύγκρουση με τη θρησκεία. Κάτι που είναι ίσως λογικό σε κοινωνίες που αυτή παίζει τόσο κεντρικό ρόλο.

Τα δύο κράτη της Υεμένης από το 1967 ως το 1990.  http://springtimeofnations.blogspot.gr/2011/12/ten-separatist-movements-to-watch-in.html

Τα δύο κράτη της Υεμένης από το 1967 ως το 1990.
Πηγή εικόνας

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με την επερχόμενη κατάρρευση της ΕΣΣΔ, το καθεστώς όπως ήταν αναμενόμενο αποδυναμώθηκε. Το 1990 πραγματοποιήθηκε η ένωση με τη Βόρεια Υεμένη (που δεν έμεινε πάντως χωρίς τριβές). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Υεμένης, η άλλοτε μοναδική μαρξιστική «κυβερνώσα Αριστερά» στον αραβικό κόσμο, είναι σήμερα απλά ένα μικρό αντιπολιτευόμενο κόμμα.

Η αραβική Νέα Αριστερά και γενικά συμπεράσματα

Με το τέλος του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η μαρξιστική Αριστερά στις αραβικές χώρες γνώρισε παρακμή, όπως εξάλλου και σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Τα κλασσικά μαρξιστικά κόμματα, πού ήταν κάποτε μια δευτερεύουσα αλλά υπολογίσιμη δύναμη, έγιναν λίγο πολύ περιθωριακά. Η παραδοσιακή τους τάση για διάσπαση δεν τα βοήθησε φυσικά να ανακάμψουν.

Παρ’ όλα αυτά και στις αραβικές χώρες γεννήθηκε κάτι σαν «Νέα Αριστερά», λιγότερο ιδεολογικά «καθαρή» και περισσότερο κινηματική. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι διαδηλώσεις στήριξης της παλαιστινιακής Ιντιφάντα ή εναντίον στον πόλεμο του Ιράκ, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Τα καθεστώτα μάλλον δεν υπολόγιζαν ότι επιτρέποντας τέτοιες διαδηλώσεις (για τις δικές τους πολιτικές σκοπιμότητες), θα έδιναν και την ευκαιρία οργάνωσης σε νέους, που κάποτε θα στρέφονταν εναντίον τους.

Αυτά τα κινήματα συνδέθηκαν με συνδικάτα και άλλες ομάδες εργατών ή φοιτητών και έτειναν προς μια γενική αμφισβήτηση του καθεστώτος. Ήταν αυτά τα κινήματα (εκεί όπου ήταν ιδιαίτερα δυναμικά, π.χ. στην Τυνησία και την Αίγυπτο) που οδήγησαν και στο ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης.

Η «αριστεροσύνη» τους φυσικά είναι αμφισβητήσιμη:  ένα μέρος τους έχει μάλλον φιλελεύθερη παρά σοσιαλιστική κατεύθυνση. Η γενική τους νοοτροπία είναι εξάλλου να στοχεύουν σε ευρείες αντικυβερνητικές συμμαχίες, ακόμα π.χ. και με ανοιχτόμυαλους ισλαμιστές. Παρ’ όλα αυτά, θέματα όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, οι οικονομικές ανισότητες, τα εργατικά αιτήματα, η ανεργία των νέων, έπαιξαν κεντρικό ρόλο σ’ αυτά. Μια απεργία σε εργοστάσιο υφασμάτων το 2008 έγινε κεντρικό σημείο αναφοράς για το αιγυπτιακό κίνημα, ενώ η τυνησιακή εξέγερση ξεκίνησε από μια μεμονωμένη διαμαρτυρία για τις οικονομικές συνθήκες. Στην Ιορδανία δημιουργήθηκε το 2007 ένα φοιτητικό κίνημα με κεντρικό στόχο όχι μόνο περισσότερη ελευθερία σε πανεπιστήμια, αλλά και την μείωση των διδάκτρων, έτσι ώστε η πανεπιστημιακή μόρφωση να γίνει προσβάσιμη και στα πιο φτωχά στρώματα.

Εξάλλου, σ’ αυτά τα κινήματα συμμετέχουν και δυνάμεις με καθαρά μαρξιστικές αναφορές. Παράδειγμα είναι οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο, που μέσω της δυναμικής κινητοποίησης έγιναν και κάπως πιο γνωστοί στο ευρύ κοινό.

Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο συνδέονται με την παγκόσμια Διεθνιστική Σοσιαλιστική Τάση (στην Ελλάδα και την Κύπρο αυτή εκπροσωπείται από το Σ.Ε.Κ. και την Εργατική Δημοκρατία αντίστοιχα). Διαφοροποιούνται από πιο

Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές στην Αίγυπτο συνδέονται με την παγκόσμια Διεθνιστική Σοσιαλιστική Τάση (στην Ελλάδα και την Κύπρο αυτή εκπροσωπείται από το Σ.Ε.Κ. και την Εργατική Δημοκρατία αντίστοιχα). Διαφοροποιούνται από πιο «παραδοσιακά» τμήματα της αιγυπτιακής Αριστεράς στο ότι συμμετέχουν σε ευρείες αντι-καθεστωτικές συμμαχίες, από τις οποίες δεν αποκλείονται και ισλαμιστές. Eπίσης, αν και έλαβαν μέρος στις διαδηλώσεις ενάντια στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, που οδήγησαν στο πραξικόπημα του 2013, αντιτάχθηκαν από νωρίς και στο νέο στρατιωτικό καθεστώς.
Πηγή εικόνας

Οι αραβικές εξεγέρσεις μπορεί να μην κατέληξαν σ’ αυτό που πολλοί έλπιζαν. Παρ’ όλα αυτά έδωσαν σε κάποια τμήματα της νεολαίας – που, ας μην ξεχνάμε, στις αραβικές χώρες είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού – πίστη στις δυνάμεις τους και ίσως τα έκαναν ανοικτά σε ιδεολογικές αναζητήσεις.

Η Μέση Ανατολή είναι μια περιοχή με πολύ έντονα οικονομικά, οικολογικά και κοινωνικά προβλήματα – όχι κατ’ ανάγκη πολύ διαφορετικά απ’ αυτά της Κύπρου ή της Ελλάδας. Μια νέα προοδευτική ιδεολογία, εμπνευσμένη (και) από μαρξιστικά στοιχεία θα είχε ίσως τη δυνατότητα να προσφέρει πραγματικές απαντήσεις σ’ αυτά τα προβλήματα. Εκεί ακριβώς δηλαδή όπου οι άλλες ιδεολογίες του αραβικού χώρου μοιάζουν να έχουν ελλείψεις.


Βιβλιογραφία

  • Paul Salem (1994): Bitter Legacy – Ideology and politics in the Arab world.
  • Μαξίμ Ροντινσόν (1980): Οι Άραβες.
  • http://countrystudies.us/iraq/
  • Tareq Y. Ismael/ Jacqueline S. Ismael (1998): The Communist Movement in Syria and Lebanon.
  • Donald F. Busky (2002): Communism in History and Theory – Asia, Africa, and the Americas.
  •  Juan Cole (2014): The New Arabs – How the Millennial Generation is Changing the Middle East.
  • Jamil Hila (2010): The Palestinian Left and the Multi-Layered Challenges Ahead. In: Institute for Palestine Studies.
  • Katja Hermann, Jamil Hilal (2014) (eds.): Mapping of the Arab Left.

Ιδεολογια στον αραβικο χωρο – 3: Τοπικοί Εθνικισμοί

Κλασσικό

Εκτός από τις ιδεολογίες που ζητούσαν την ενοποίηση, βασισμένη είτε στη γλώσσα (παναραβισμός), είτε στη θρησκεία (ισλαμισμός), είτε στην κοινωνική τάξη (μαρξισμός), στον αραβικό χώρο υπήρξαν και αυτές που αποδέχτηκαν λίγο πολύ τα σύνορα που χάραξαν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήρθαν σε σύγκρουση με αυτές.

Τέτοιες ιδεολογίες ήταν π.χ. ο τυνησιακός, ο αιγυπτιακός και ο λιβανέζικος εθνικισμός. Σε κάποιες απ’ αυτές τις περιπτώσεις, τα αποικιοκρατικά σύνορα δεν ήταν εντελώς τεχνητά, αφού βασίζονταν σε γεωγραφικές και ιστορικές πραγματικότητες (π.χ. Μαρόκο, Αίγυπτος). Σε άλλες περιπτώσεις, ο εθνικισμός βασίστηκε μεν στη κοινή γεωγραφία, αλλά όχι στη βάση των αποικιοκρατικών συνόρων, τα οποία ήθελε επίσης να υπερβεί, π.χ. ο συριακός εθνικισμός. Επίσης, οι τοπικοί εθνικισμοί δεν ήταν πάντα εντελώς ανταγωνιστικοί με τον αραβικό, αφού μπορεί να θεωρούσαν το έθνος τους ως μια υποδιαίρεση του ευρύτερου αραβικού έθνους.

Αιγυπτιακός εθνικισμός

Η Αίγυπτος είναι με διαφορά το μεγαλύτερο σε πληθυσμό αραβικό κράτος. Επίσης έχει μια ιδιαίτερη ιστορία ως αποτέλεσμα μιας επίσης εντελώς ιδιαίτερης γεωγραφίας. Δεν είναι άρα περίεργο που υπάρχει μια δυνατή αιγυπτιακή τοπική ταυτότητα. Η Αίγυπτος μάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί «τεχνητό» αποικιογενές κράτος όπως άλλα στην περιοχή.

Η Αίγυπτος είναι κυριολεκτικά η χώρα του Νείλου, του ποταμού έκανε περιοχή που κανονικά θα έπρεπε να ήταν έρημος σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες του πλανήτη.

Η Αίγυπτος είναι κυριολεκτικά η χώρα του Νείλου, του ποταμού που μετέτρεψε μια περιοχή που κανονικά θα έπρεπε να ήταν έρημος σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες του πλανήτη. Πηγή εικόνας

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στη τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ' αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η Κοιλάδα του Νείλου, όπως φαίνεται μέσα από την έρημο στην τοποθεσία Σακάρα, νότια του Καΐρου. Σ’ αυτήν τη στενή λωρίδα γης στριμώχνονται οι γεωργικές, οικοδομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Το ότι άρα η πρώτη σύγχρονη ιδεολογία που επικράτησε στην Αίγυπτο δεν ήταν ο ισλαμισμός ή ο παναραβισμός, αλλά ο αιγυπτιακός εθνικισμός, δεν είναι περίεργο – ούτε φυσικά το ότι σ’ αυτόν καταφεύγει και το τωρινό αιγυπτιακό καθεστώς για να καλύψει κάπως το ιδεολογικό του κενό.

Όπως άλλοι εθνικισμοί στον «τρίτο κόσμο», έτσι και ο αιγυπτιακός γεννήθηκε μέσα από την πάλη ενάντια στην αποικιοκρατία. Τουλάχιστον σ’ αυτό το στάδιο, ο αιγυπτιακός εθνικισμός φαίνεται ότι ήταν πιο ελκυστικός στις μάζες από τον παναραβικό. Σημαντικός εκπρόσωπός του θεωρείται ο Σαάντ Ζαγκλούλ, που ήταν και ο πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός της Αιγύπτου ως (τυπικά) ανεξάρτητου κράτους.

Ο Σάαντ Ζαγκλούλ (1857-1927) ήταν αγροτικής καταγωγής, κάτι που στήριξε την εικόνα "παιδιού του λαού" και τον βοήθησε να κερδίσει τις μάζες για τους πολιτικούς του στόχους. http://www.aljazeera.com/focus/arabunity/2008/02/200852518509467595.html

Ο Σαάντ Ζαγκλούλ (1857-1927) ήταν αγροτικής καταγωγής, κάτι που στήριξε την εικόνα «παιδιού του λαού» και τον βοήθησε να κερδίσει τις μάζες.
Πηγή εικόνας

Τα στοιχεία του αιγυπτιακού εθνικισμού ήταν (και μάλλον ακόμα είναι), εκτός φυσικά από την ιδέα της αιγυπτιακής ιδιαιτερότητας, η ενότητα και ισοτιμία Μουσουλμάνων και Χριστιανών, η εκτίμηση στην αιγυπτιακή διάλεκτο και στο αρχαίο αιγυπτιακό παρελθόν. Επίσης συνδέθηκε και με τη φιλελεύθερη και εκσυγχρονιστική κατεύθυνση του Ζαγκλούλ και του κόμματός του, Αλ Γουάφντ. Το τελευταίο ακόμα παίζει ρόλο στην πολιτική ζωή της Αιγύπτου.

Το σύμβολο του Αλ Γουάφντ: το μισοφέγγαρο και ο σταυρός συμβολίζουν την ενότητα Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Πηγή: http://revolutionegypt.blogs.wm.edu/2014/12/12/success-and-failure-revolutions-of-1919-and-2011/

Το σύμβολο του Αλ Γουάφντ: το μισοφέγγαρο και ο σταυρός συμβολίζουν την ενότητα Χριστιανών και Μουσουλμάνων.
Πηγή εικόνας

Η απομάκρυνση από την ιδέα του παναραβισμού μετά τον Νάσερ (στην οποία έπαιξε ρόλο και η συντριβή του ’67, κατά την οποία η Αίγυπτος έχασε τη χερσόνησο του Σινά) βοήθησε και στην επιστροφή του αιγυπτιακού εθνικισμού. Αυτό μάλλον υποστηρίχτηκε και από τις ελίτ, γιατί βοηθούσε όχι μόνο στην εκτόνωση της αυξανόμενης έντασης μεταξύ Κοπτών και Μουσουλμάνων, αλλά και τη σταθερότητα του κράτους – και μαζί του, και του πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου. Κατά κάποιον τρόπο εξελίχθηκε δηλαδή και σε συντηρητική ιδεολογία. Η Πλατεία Ταχρίρ έδειξε όμως τουλάχιστον στιγμιαία και το επαναστατικό της δυναμικό.

Ταχρίρ 2

Διαδηλωτές στην πλατεία Ταχρίρ ποζάρουν με την αιγυπτιακή σημαία πάνω σε αστυνομικό όχημα που κατέλαβαν.

Λιβανέζικος εθνικισμός

Ο λιβανέζικος εθνικισμός έχει τουλάχιστον ένα σημαντικό κοινό με τον αιγυπτιακό. Και στις δύο χώρες υπάρχουν κάτι σαν «εθνικές» εκκλησίες (Κόπτες στην Αίγυπτο, Μαρωνίτες στο Λίβανο) που τα μέλη τους, αν και αραβόφωνα, συχνά απορρίπτουν την αραβικότητά τους και διεκδικούν αντίθετα μια καταγωγή από τους «αυτόχθονους» πληθυσμούς (αρχαίους Αιγύπτιους και Φοίνικες αντίστοιχα).

Αν και οι δύο κοινότητες αποτελούν σημαντικό κοινωνικό στήριγμα των αντίστοιχων εθνικών ιδεολογιών, οι Μαρωνίτες στην περίπτωση του Λιβάνου είναι μάλλον κάτι παραπάνω: ο λιβανέζικος εθνικισμός γεννήθηκε εξ’ αρχής ως αντίδραση στον αραβικό (και το συριακό) εθνικισμό, προτείνοντας μια εναλλακτική εθνική ταυτότητα, που ταίριαζε κυρίως στους Μαρωνίτες.

Η Παναγία των Χαρίτων, η εκκλησία των Μαρωνιτών στην παλιά Λευκωσία, με τη σημαία του Λιβάνου.

Η Παναγία των Χαρίτων, η εκκλησία των Μαρωνιτών στην παλιά Λευκωσία, με τη σημαία του Λιβάνου να δείχνει τη σύνδεση ανάμεσα στη θρησκευτική κοινότητα και τη χώρα.

Η μαρωνίτικη κοινότητα ήταν πάντα συνδεδεμένη με την περιοχή του Όρους Λιβάνου, έχοντας την αίσθηση μιας απειλούμενης χριστιανικής-καθολικής νησίδας περικυκλωμένης από Μουσουλμάνους. Αυτή η θέση οδήγησε σε μια τάση απόρριψης της ένωσης με γειτονικές περιοχές και αντίθετα σ’ έναν προσανατολισμό προς τη Δύση (αν και όπως αναφέρθηκε σε άλλα άρθρα αυτό δεν ήταν απόλυτο: υπήρξαν και πολλοί Μαρωνίτες που υποστήριξαν τον παναραβισμό). Η ιδέα ενός ξεχωριστού λιβανέζικου έθνους, με φοινικική αντί αραβική καταγωγή, αποτέλεσε ιδεολογικό στήριγμα αυτής της απόρριψης.

Γεωφυσικός χάρτης του Λιβάνου.

Γεωφυσικός χάρτης του Λιβάνου: ο δυσπρόσιτος ορεινός όγκος ήταν η περιοχή που παραδοσιακά κατέφευγαν οι Μαρωνίτες. Πηγή εικόνας

Το φαράγγι Καντίσα με τις βουνοκορφές του Λιβάνου από πάνω, όπως φαίνονται από το Μπσαρέ. Στις άκρες του γκρεμού έχουν κτιστεί εκκλησίες και μοναστήρια.

Το φαράγγι Καντίσα με τις βουνοκορφές του όρους Λιβάνου, όπως φαίνονται από το Μπσαρέ. Αυτή η περιοχή είναι η καρδιά του μαρωνίτικου πολιτισμού και του λιβανέζικου εθνικισμού: μάλλον δεν είναι τυχαίο που ο κέδρος ως ορεινό δέντρο έχει γίνει και σύμβολό του.

Ο λιβανέζικος εθνικισμός αποτέλεσε την κύρια ιδεολογία της μαρωνίτικης ελίτ που κυβέρνησε το Λίβανο επί δεκαετίες, ιδιαίτερα της σκληρής μαρωνίτικης Δεξιάς, π.χ. της Φάλαγγας. Στον πόλεμο του ’58 όπως και στον κυρίως ειπείν εμφύλιο πόλεμο έπαιξε σημαντικό ρόλο ως ο ιδεολογικός αντίπαλος απέναντι στον παναραβισμό, το συριακό εθνικισμό και το σοσιαλισμό.

Άγαλμα του ιδρυτή της Φάλαγγας, Πιέρ Τζεμαγέλ, με φρουρά από Φαλαγγίτες. Δίπλα το σήμα της οργάνωσης.  Πηγή: www.aminegemayel.org

Άγαλμα του Πιέρ Τζεμαγέλ, ιδρυτή της Φάλαγγας, που συνδέθηκε με το λιβανέζικό εθνικισμό: όπως δείχνει και ο λιβανέζικος κέδρος (δεξιά) ως σύμβολό της.
Πηγή εικόνας

Σήμερα πάντως οι Μαρωνίτες έχουν χάσει ένα μέρος του κεντρικού τους ρόλου στο Λίβανο – επομένως και στη διαμόρφωση του λιβανέζικου εθνικισμού. Η «Επανάσταση των Κέδρων» το 2005, μάλλον η πιο πρόσφατη σημαντική έκφραση λιβανέζικου εθνικισμού (κύριο αίτημα ήταν ο τερματισμός της συριακής επιρροής και ο σεβασμός της λιβανέζικης ανεξαρτησίας) ήταν έργο μιας συμμαχίας Σουνιτών, Χριστιανών και Δρούζων, της οποίας δεν ηγούνταν κατ’ ανάγκην Μαρωνίτες.

Συριακός εθνικισμός

Ο συριακός εθνικισμός είναι πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Κατ’ αρχήν, δεν πρέπει να τον μπερδεύουμε με το σημερινό συριακό κράτος, που αποτελεί μόνο ένα μέρος αυτού που οι Σύριοι εθνικιστές αντιλαμβάνονται ως Μεγάλη Συρία. Αυτή συμπεριλαμβάνει και την Παλαιστίνη, την Ιορδανία και φυσικά το Λίβανο. Κάποιοι βλέπουν επιπρόσθετα σαν μέρος της και το Ιράκ, τη χερσόνησο του Σινά, τμήματα της Νότιας Τουρκίας – και την Κύπρο. Ο συριακός εθνικισμός στοχεύει άρα στην υπέρβαση και όχι στη διατήρηση των αποικιοκρατικών συνόρων: μ’ αυτήν την έννοια είναι ίσως πιο κοντά στον παναραβισμό παρά στο λιβανέζικο εθνικισμό.

Τα όρια της Μεγάλης Συρίας σύμφωνα με το Σ.Σ.Ε.Κ., το σύμβολο του οποίου απεικονίζεται πάνω αριστερά: η ομοιότητα με τη ναζιστική σβάστικα είναι εμφανής. Πηγή: http://www.geocurrents.info/geopolitics/greater-syria-and-the-challenge-to-syrian-nationalism

Τα όρια της Μεγάλης Συρίας σύμφωνα με το Σ.K.Ε.Κ., το σύμβολο του οποίου απεικονίζεται πάνω αριστερά.
Πηγή εικόνας

Οι ρίζες του συριακού εθνικισμού βρίσκονται ήδη στους διανοούμενους του 19ου αιώνα (με διαφορετικές απόψεις όσον αφορά την αραβικότητα της Συρίας). Κεντρική προσωπικότητα της ιδεολογίας αυτής έμελλε να γίνει όμως τον επόμενο αιώνα ο Λιβανέζος Αντούν Σααντέχ. Η ελληνορθόδοξη καταγωγή του μάλλον δεν είναι τυχαία: η περιοχή συγκέντρωσης της ελληνορθόδοξης αραβικής κοινότητας συμπίπτει λίγο πολύ με τη Μεγάλη Συρία, και δεν ήταν λίγα τα μέλη της που έδειξαν ενδιαφέρον γι’ αυτήν την ιδεολογία. Εξάλλου, παρά την αντίθεση στον παναραβισμό, και οι δύο ιδεολογίες συμφωνούσαν στο θέμα της κοσμικότητας και στην ανάγκη διαχωρισμού κράτους και θρησκείας, κάτι που στη Μέση Ανατολή γενικά συμφέρει τις χριστιανικές κοινότητες.

Το 1932 ο Σααντέχ ίδρυσε το Συριακό Κοινωνικό Εθνικιστικό Κόμμα, έχοντας ίσως εμπνευστεί και από τα φασιστικά κινήματα της εποχής (όπως και να ‘χει, η πειθαρχία, η ιεραρχία, η αλληλεγγύη και η πίστη στη στρατιωτική δύναμη ήταν βασικά στοιχεία του).  Παρά τα όποια φασιστικά πρότυπα, θα μπορούσε όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι η ιδεολογία του ήταν ίσως η πιο ανθρωπιστική, αφού αναγνώριζε ως ισότιμο μέρος του βασισμένου στη Γεωγραφία «συριακού έθνους» όλες τις θρησκευτικές (Χριστιανούς ή Μουσουλμάνους) ή εθνικές ομάδες (Άραβες, Κούρδους, Αρμένιους κ.α.). Με μια εξαίρεση: τους Εβραίους. Αυτό ήταν μάλλον συνέπεια του σιωνιστικού κινδύνου: ας μην ξεχνάμε ότι  οι Σιωνιστές έποικοι διεκδικούσαν ένα σημαντικό μέρος της Μεγάλης Συρίας, την Παλαιστίνη.

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904 στο Λίβανο. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της "Μεγάλης Συρίας" σε σχέση με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Εκτελέστηκε το 1949 μετά από αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στο Λίβανο. Πηγή: http://www.aljazeera.com/focus/arabunity/2008/02/2008525183842614205.html

Ο Αντούν Σααντέχ γεννήθηκε το 1904. Πίστευε στη γεωγραφική, ιστορική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της «Μεγάλης Συρίας» σε σχέση με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Εκτελέστηκε το 1949 μετά από αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στο Λίβανο.
Πηγή εικόνας

Το κόμμα απέκτησε σύντομα σημαντική δύναμη κυρίως στο Λίβανο, όπου οργάνωσε και τη δική του ένοπλη ομάδα. Έλαβε μέρος στον μίνι-εμφύλιο του ’58 στο πλευρό του Προέδρου Σαμούν και της Φάλαγγας, ενάντια δηλαδή στην Αριστερά και τους Παναραβιστές.

Τις επόμενες δεκαετίες πάντως το κόμμα άλλαξε τον προσανατολισμό του και κινήθηκε προς τα αριστερά. Στον «επίσημο» εμφύλιο του Λιβάνου (1975-90) συμμάχησε αυτήν τη φορά με την Αριστερά, τους Παναραβιστές και τους Παλαιστίνιους ενάντια στη χριστιανική Δεξιά και στη συνέχεια έλαβε μέρος και στην αντι-ισραηλινή αντίσταση. Είχε στενές σχέσεις με το συριακό καθεστώς του Άσαντ – παρ’ όλο που στην ίδια τη Συρία το κόμμα ήταν απαγορευμένο! Ήταν επίσης μια από τις οργανώσεις που χρησιμοποίησαν ως όπλο τις επιθέσεις αυτοκτονίας (αυτές δεν είναι αποκλειστικό «προνόμιο» των ισλαμιστικών ομάδων, όπως πολλοί νομίζουν), βοηθώντας την στο να χτίσει το μύθο της.

Η Λιβανέζα Σανάα Μεχάιντλι ήταν το 1985 ίσως η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που πραγματοποίησε επίθεση αυτοκτονίας, σε ηλικία μόλις 16 ετών, ως μέρος της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή της πατρίδας της. Μαζί της παρέσυρε στο θάνατο δύο ισραηλινούς στρατιώτες. Ήταν μέλος του Σ.Σ.Ε.Κ. Πηγή: http://www.aljazeera.com/programmes/general/2010/04/2010413115916795784.html

Η Λιβανέζα Σανάα Μεχάιντλι ήταν το 1985 ίσως η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που πραγματοποίησε επίθεση αυτοκτονίας, σε ηλικία μόλις 16 ετών, ως μέρος της αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή της πατρίδας της. Μαζί της παρέσυρε στο θάνατο δύο ισραηλινούς στρατιώτες. Ήταν μέλος του Σ.Κ.Ε.Κ.
Πηγή εικόνας  

Το κόμμα συμμετέχει σήμερα στο Λίβανο στη συμμαχία της «8ης Μαρτίου» (υπέρ δηλαδή του καθεστώτος Άσαντ και μαζί με τη Χεζμπολάχ). Μετά από πολλές δεκαετίες, είναι τώρα ξανά νόμιμο και στη Συρία. Είναι πάντως αμφίβολο κατά πόσον η ιδεολογία του είναι ελκυστική για τους σημερινούς νέους στην περιοχή – τουλάχιστον στα διεθνή μέσα ακούγεται πολύ λιγότερο από άλλες ιδεολογίες.

Παλαιστινιακός εθνικισμός

Πρόκειται επίσης για ιδιαίτερη περίπτωση, αν και με διαφορετικό τρόπο. Σε αντίθεση με άλλους τοπικούς εθνικισμούς, ο παλαιστινιακός δεν έχει ένα κράτος προς υπεράσπιση: η ίδρυση αυτού του κράτους είναι το ζητούμενο. Η αντι-ισραηλινή αντίσταση ήταν και είναι ο πυρήνας της ιδεολογίας.

Οι ρίζες του παλαιστινιακού εθνικισμού βρίσκονται στην εποχή του Μεσοπολέμου, στις πρώτες διαμάχες ανάμεσα στους ντόπιους αραβικούς πληθυσμούς της Παλαιστίνης και τους Σιωνιστές έποικους. Ο σιωνιστικός κίνδυνος, η προοπτική ίδρυσης δηλαδή ενός κράτους με ξένο πληθυσμό στην ίδια τους τη γη, ανησύχησε όπως ήταν φυσικό τους Παλαιστίνιους. Αυτός ο κίνδυνος δεν άργησε να γίνει πραγματικότητα το 1948, οδηγώντας τους μισούς περίπου Παλαιστίνιους στην προσφυγιά. Δεν είναι περίεργο που οι Άραβες αναφέρονται σ’ αυτά τα γεγονότα ως «Νάκμπα«, δηλαδή καταστροφή (κάτι ανάλογο με τη Μικρασιατική Καταστροφή στην Ελλάδα).

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πάντως η σύγκρουση δεν ήταν απλά ανάμεσα σε Σιωνιστές και Παλαιστίνιους, αλλά ανάμεσα στο σιωνισμό και τον αραβικό εθνικισμό γενικά. Οι Παλαιστίνιοι εναπόθεταν τις ελπίδες τους στην αραβική ενότητα και τους Άραβες ηγέτες: ιδιαίτερα τον Νάσερ της Αιγύπτου, ο οποίος μιλούσε συνεχώς για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.

Τελικά, η απογοήτευση από τους ενδοαραβικούς ανταγωνισμούς και την ανικανότητα των αραβικών χωρών να βοηθήσουν ουσιαστικά τον παλαιστινιακό σκοπό, άρχισαν να οδηγούν και σε άλλες σκέψεις. Ιδιαίτερα μετά την ήττα του ’67, οι Παλαιστίνιοι κινήθηκαν αποφασιστικά προς την ιδέα ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Μαζί του ήρθε και η επανεκτίμηση μιας ιδιαίτερης παλαιστινιακής ταυτότητας, η οποία εκφράστηκε και με σύμβολα όπως π.χ. η κεφίγιε, το γνωστό παλαιστινιακό μαντήλι. Ο παλαιστινιακός εθνικισμός αντικατέστησε έτσι σταδιακά τον παναραβικό – χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά ότι οι Παλαιστίνιοι παραιτήθηκαν από την ιδέα ενός ευρύτερου αραβικού έθνους, το οποίο οφείλει να τους συμπαραστέκεται στον αγώνα τους.

Ο Γιασέρ Αραφάτ (), ο ίδιος ως πρόσωπο σύμβολο του παλαιστινιακού εθνικισμού, φορούσε τη κεφίγιε με τρόπο που σχημάτιζε περίπου το τριγωνικό σχήμα της Παλαιστίνης. http://www.brisbanetimes.com.au/ftimages/2009/01/16/1231608943745.html

Ο Γιασέρ Αραφάτ συνήθιζε να φοράει τη κεφίγιε με τρόπο που σχημάτιζε την τριγωνική μορφή του χάρτη της Παλαιστίνης.
Πηγή εικόνας 

Ο βασικά κοσμικός χαρακτήρας του παλαιστινιακού εθνικισμού, όπως τον εκφράζει η Φατάχ και γενικά η ΟΑΠ, μαζί με το κοινό όραμα ίδρυσης ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και της απαλλαγής από την ισραηλινή κατοχή, είναι στοιχείο που ενώνει Χριστιανούς και Μουσουλμάνους Παλαιστίνιους. Τις τελευταίες δεκαετίες πάντως ο κύριος εσωτερικός αντίπαλος του κοσμικού παλαιστινιακού εθνικισμού δεν είναι ο παναραβισμός, αλλά ο ισλαμισμός, όπως τον εκφράζουν οργανώσεις σαν τη Χαμάς. Ακόμα κι αυτές πάντως δεν αρνούνται τη ρητορική και τα σύμβολα του παλαιστινιακού εθνικισμού: σημάδι για την απήχηση και το ενωτικό δυναμικό της ιδεολογίας.

Διαδήλωση υπέρ της παλαιστινιακής ενότητας και της προσέγγισης μεταξύ Χαμάς και Φατάχ. http://www.theguardian.com/world/2011/apr/28/egypt-revolution-players-palestinian-pieces

Διαδήλωση υπέρ της παλαιστινιακής ενότητας και της προσέγγισης μεταξύ Χαμάς και Φατάχ.
Πηγή εικόνας 

Συμπεράσματα

Οι στόχοι των τοπικών εθνικισμών (μ’ εξαίρεση ίσως το συριακό) μπορεί να φαίνονται λιγότερο μεγαλεπήβολοι, σε σύγκριση μ’ αυτούς του παναραβισμού ή του μαρξισμού. Δεν είναι ίσως παράξενο που οι τελευταίοι ακούγονταν περισσότερο σε μια εποχή που γενικά ο κόσμος ενθουσιαζόταν με τις μεγάλες ιδεολογίες, ενώ οι πρώτοι είχαν μπει στο περιθώριο. Την εποχή μας πάντως φαίνονται να έχουν επανέλθει δυναμικά, και να είναι ως κοσμικές ιδεολογίες οι κύριοι ιδεολογικοί αντίπαλοι του ισλαμισμού.

Πρέπει επίσης να παραδεχτούμε πως τα αποικιοκρατικά ενδοαραβικά σύνορα άντεξαν τελικά πολύ περισσότερο απ’ ότι προέβλεπαν πολλοί. Σίγουρα δεν μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο για την αποτυχία των ενωτικών ιδεολογιών μόνο στις δυτικές παρεμβάσεις ή το Ισραήλ – κάποιες από τις αιτίες είναι προφανώς ενδογενείς. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι μόνοι που κατάφεραν να καταργήσουν (προσωρινά ή όχι) τουλάχιστον τα πιο τεχνητά και αφύσικα σύνορα, αυτά μεταξύ Ιράκ και Συρίας, είναι οι πλέον φανατικοί ισλαμιστές (Ισλαμικό Κράτος). Ούτε οι μαρξιστές, ούτε οι σύριοι εθνικιστές, ούτε οι παναραβιστές είχαν πλησιάσει αυτό το στόχο, κι ας είχαν καταλάβει την εξουσία σ’ αυτές τις χώρες. Στο τέλος λύγισαν μπροστά στη δύναμη (και) των τοπικών ανταγωνισμών.

Οι τοπικοί εθνικισμοί είναι πολύ πιθανόν να διατηρήσουν τη δύναμή τους για αρκετό καιρό ακόμα. Έχουν το πλεονέκτημα ότι βασίζονται σε σταθερά ισχυρές τοπικές ταυτότητες, και προβάλλουν στόχους που μοιάζουν σχετικά εύκολα πραγματοποιήσιμοι. Το ερώτημα είναι, κατά πόσον θα αποτελέσουν εμπόδιο για μια ενδοαραβική συνεννόηση, ή θα γίνουν μέρος μιας γόνιμης σύνθεσης, που θα λαμβάνει υπόψη της και τα κοινά αραβικά συμφέροντα.

Βιβλιογραφία: