Γκετζεκοντου: H αλλη οψη της τουρκικης πολης

Κλασσικό

Η Τουρκία περιγράφεται συχνά ως χώρα των μεγάλων αντιθέσεων. Μια τέτοια αντίθεση στις τουρκικές μεγαλουπόλεις είναι κι αυτή ανάμεσα στα συγκροτήματα σύγχρονων πανύψηλων πολυκατοικιών και στις φτωχογειτονιές με προχειροφτιαγμένα χαμηλά σπίτια. Οι τελευταίες είναι γνωστές και ως «γκετζέκοντου» (gecekondu) – και όσο κι αν δίνουν τα τελευταία χρόνια τη θέση τους στα πρώτα, ακόμα αποτελούν μέρος του αστικού τοπίου στη σύγχρονη Τουρκία. Πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον να δούμε τις φάσεις μέσα από τις οποίες πέρασε η ζωή αυτών των αυθαίρετα κτισμένων συνοικιών, από τη δημιουργία τους μέχρι τη σημερινή τους μετάλλαξη.

  1. Γέννηση

Η λέξη gecekondu είναι σύνθετη: gece σημαίνει νύχτα και το kondu προέρχεται από το ρήμα konmak, που σημαίνει κάθομαι/προσγειώνομαι. Το όνομα αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο: πολλά από τα σπίτια αυτά χτίστηκαν σχεδόν κυριολεκτικά μέσα σε μια νύχτα. Οι «ιδιοκτήτες» προσπαθούσαν να τα κτίσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται, για να αποφύγουν την επέμβαση των αρχών εναντίον τους. Πώς όμως βρέθηκαν εκεί αυτοί οι άνθρωποι και από που προέρχονταν;

Γκετζέκοντου όπως φαίνεται βόρεια από το κάστρο της Άγκυρας (φωτογραφία: Απρίλης 2013).

Γκετζέκοντου, όπως φαίνεται βόρεια από το κάστρο της Άγκυρας (φωτογραφία: Απρίλης 2013).

Κατά κανόνα ήταν εσωτερικοί μετανάστες από τα χωριά στα βάθη της Μικράς Ασίας, οι οποίοι αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη στη μεγαλούπολη. Η Τουρκία γνώρισε από τη δεκαετία του ’50 και μετά διαδοχικά κύματα τέτοιας εσωτερικής μετανάστευσης. Ήταν από τη μια η συνέπεια της μηχανοποίησης της γεωργίας, που απελευθέρωσε εργατικά χέρια από τα χωράφια, και από την άλλη της εκβιομηχάνισης της Τουρκίας, που δημιούργησε την ανάγκη γι’ αυτά τα εργατικά χέρια στα αστικά κέντρα.

Οι μετανάστες αυτοί έφταναν στις πόλεις με ελάχιστους οικονομικούς πόρους και μόνο με τα βασικά τους υπάρχοντα. Το να ενοικιάσουν διαμερίσματα ή δωμάτια δεν ήταν καθόλου εύκολο – εξάλλου, δεν υπήρχε και η ανάλογη υποδομή. Η μόνη εναλλακτική ήταν να χτίσουν μόνοι τα σπίτια τους, χωρίς άδεια. Επέλεγαν συνήθως ελεύθερη κρατική γη (η οποία στην Τουρκία υπήρχε σε αφθονία, λόγω οθωμανικής παράδοσης) γύρω από την πόλη, κοντά στις βιομηχανίες όπου σκόπευαν να αναζητήσουν δουλειά.  Συχνά δεν επρόκειτο αρχικά για κανονικά σπίτια: ήταν απλά τέσσερις τοίχοι και μια στέγη, με οποιοδήποτε υλικό μπορούσε να βρεθεί πρόχειρα. Στη συνέχεια, οι «ιδιοκτήτες» μπορούσαν να βελτιώσουν την κατασκευή τους και να προσθέσουν και άλλα δωμάτια. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν ολόκληρες συνοικίες στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, της Άγκυρας και της Σμύρνης, αλλά και σε μικρότερες πόλεις.

Προφανώς οι συνθήκες ζωής σ’ αυτές τις παραγκουπόλεις δεν ήταν εύκολες: δεν υπήρχε ρεύμα, ύδρευση, αποχέτευση, συχνά ούτε συγκοινωνιακή σύνδεση με την πόλη. Παρ’ όλα αυτά, ας έχουμε υπόψη, ότι οι κάτοικοί τους ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες συνθήκες, έχοντας έρθει από χωριά με ανάλογη έλλειψη υποδομών. Τουλάχιστον σε τέτοια καταλύματα είχαν τη δυνατότητα να έχουν μια μικρή αυλή, την οποία μπορούσαν να καλλιεργούν και να παράγουν οι ίδιοι ένα μέρος της τροφής τους, ενώ λόγω της εγγύτητας στα εργοστάσια μπορούσαν συχνά να περπατούν στη δουλειά τους, μειώνοντας το κόστος ζωής.

Επίσης, ζώντας σε τέτοιους οικισμούς, συχνά μαζί με άλλους μετανάστες από την ίδια περιοχή, μπορούσαν να συνεχίσουν σε κάποιο βαθμό την παλιά τους ζωή, να αλληλοβοηθηθούν και ν’ αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τους κινδύνους, π.χ. μια ενδεχόμενη απόπειρα κατεδάφισης από τις αρχές. Πολλές εργασίες που αφορούσαν την κοινότητα, π.χ. το σκάψιμο των καναλιών που χρειαζόταν για τη σύνδεση με το αποχετευτικό, γίνονταν από κοινού. Μετέφεραν έτσι την κοινωνική αλληλεγγύη, όπως την ήξεραν από τα χωριά τους, και μέσα στην πόλη. Αυτή η αλληλεγγύη αντικαθιστούσε την ελάχιστη ή ανύπαρκτη κρατική πρόνοια.

2. Εξέλιξη και διαφοροποίηση

Τα γκετζέκοντου εξελίχθηκαν σύντομα από κάτι περιθωριακό σε μια εικόνα χαρακτηριστική για μεγάλα τμήματα των μεγαλουπόλεων. Η νεοφιλελεύθερη στροφή μετά το πραξικόπημα του ’80 είχε οδηγήσει σ’ ένα νέο κύμα μετανάστευσης προς τις πόλεις: από τη μια λόγω των αναγκών της (προσανατολισμένης προς τις εξαγωγές πλέον) τουρκικής βιομηχανίας για φτηνό, ευέλικτο και απροστάτευτο εργατικό δυναμικό, από την άλλη λόγω του δραστικού περιορισμού των αγροτικών επιδοτήσεων.  Ιδιαίτερα όμως στη δεκαετία του ’90, αυξήθηκε πολύ και η μετανάστευση από τις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας, απ’ όπου ένας κυρίως κουρδικός πληθυσμός προσπαθούσε να ξεφύγει από την αγριότητα του πολέμου ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και το ΡΚΚ. Το ποσοστό του πληθυσμού της Τουρκίας που ζούσε σε γκετζέκοντου, από 4,7% το 1955, έφτασε το 35% το 1995.

Έγινε έτσι ένα τόσο μαζικό φαινόμενο, που οι Τούρκοι πολιτικοί δεν μπορούσαν να το αγνοήσουν. Η παροχή τίτλων κτήσης στους κατοίκους αυτών των συνοικιών, άρα και η νομιμοποίησή τους, έγινε σε διάφορες φάσεις κυρίως για προεκλογικούς λόγους. Ήταν και ένας τρόπος για να εκτονωθεί κάπως η λαϊκή δυσαρέσκεια κατά τη μετάβαση στο νεοφιλελευθερισμό, που επιδείνωσε την οικονομική κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων. Κατά μια έννοια, μπορούμε να πούμε ότι το κράτος ανέχτηκε τη δημιουργία των γκετζέκοντου, επειδή το απάλλασσε από την υποχρέωση να δημιουργήσει το ίδιο τις υποδομές για την εγκατάσταση αυτού του πληθυσμού. Κάπως έτσι έφτασε π.χ. η Κωνσταντινούπολη να γίνει μια από τις μεγαλουπόλεις με τα ψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στον κόσμο.

Χάρτης που απεικονίζει τις

Χάρτης που απεικονίζει τις «ανεπίσημα» κτισμένες περιοχές (πορτοκαλί), μέσα και γύρω από την Κωνσταντινούπολη. Πηγή: Ünlü-Yücesoy, E. et al (2009)

Όταν ο πληθυσμός ενός γκεντζέκοντου είχε ήδη αυξηθεί σημαντικά, οι κάτοικοι μπορούσαν να αιτηθούν να αναγνωριστεί ως διοικητική ενότητα της πόλης. Αυτό διευκόλυνε τους κατοίκους στο να έχουν δικαίωμα στις δημοτικές υπηρεσίες και να συνδεθούν π.χ. με τα δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτρισμού ή αποχέτευσης. Έτσι ένα γκετζέκοντου αποκτούσε σιγά-σιγά σχεδόν μια εικόνα αστικής κανονικότητας.

Αυτή η πιο «αστική» εικόνα φάνηκε και με άλλον τρόπο. Σταδιακά, σε πολλά από τα σπίτια προστέθηκαν και όροφοι, μετατρέποντας τα σε μικρές πολυκατοικίες. Κάποιοι από τους παλιούς κάτοικους μπόρεσαν έτσι να νοικιάσουν διαμερίσματα σε πιο φτωχούς νεοεισερχόμενους και να βελτιώσουν την οικονομική τους θέση. Άρχισε να διαφαίνεται άρα και μια οικονομική διαφοροποίηση εντός του πληθυσμού του γκετζέκοντου: κάτι που αναπόφευκτα επηρέασε αρνητικά και την μέχρι τότε δυνατή κοινωνική αλληλεγγύη.

3. Πολιτικοποίηση

Η Τουρκία ήταν ήδη από τη δεκαετία του ’60 μια έντονα πολιτικοποιημένη χώρα, τουλάχιστον στα αστικά κέντρα. Και αυτή η πολιτικοποίηση δεν μπορούσε να μην επηρεάσει και τους νέους μετανάστες στις πόλεις, που αντιμετώπιζαν και πιο έντονα προβλήματα. Εκείνη την εποχή είχαν αναπτυχθεί ιδιαίτερα, σε αντιστοιχία και με τις παγκόσμιες τάσεις, τα κινήματα της επαναστατικής Αριστεράς. Αυτά έβλεπαν τους εαυτούς τους και ως εκπρόσωπους των φτωχών και αποκλεισμένων κατοίκων των γκετζέκοντου. Μέλη τους είχαν σταθερή παρουσία στα γκετζέκοντου: καλλιεργούσαν προσωπικές σχέσεις με τους κατοίκους, τους βοηθούσαν στις διάφορες καθημερινές ανάγκες και τους παρείχαν υπηρεσίες τις οποίες δεν μπορούσαν να περιμένουν από το κράτος. Κατά τα «επαναστατικά» χρόνια της δεκαετίας του ’70, αριστερές οργανώσεις είχαν καταφέρει να μετατρέψουν κάποιες απ’ αυτές τις συνοικίες σε προπύργια τους, όπου τα μέλη τους έβρισκαν και καταφύγιο από την αστυνομική δίωξη.

Μετά το πραξικόπημα του ’80, η δράση των αριστερών κινημάτων αντιμετωπίστηκε με σκληρή κρατική καταστολή. Τώρα ήταν η σειρά των ισλαμιστικών οργανώσεων να αναπτύξουν ανάλογη δράση στις φτωχογειτονιές. Επωφελούμενες και από την απουσία κρατικής πρόνοιας, την οποία υποκαθιστούσαν (π.χ. στον τομέα της υγείας ή της παιδείας), μπόρεσαν να βρουν έτσι σχετικά εύκολα μια εκλογική πελατεία. Πάνω σ’ αυτήν την παράδοση κτίζει και το σημερινό κυβερνών κόμμα του Ερντογάν. Κάποιοι βλέπουν ακόμα και την άνοδο του τελευταίου ως έναν τρόπο με τον οποίο εκφράζεται η είσοδος των αστικών φτωχών στρωμάτων στην πολιτική – εξάλλου, από αυτά τα στρώματα προέρχεται και ο ίδιος.

Αυτή η εικόνα των φτωχογειτονιών ως βάση για τους ισλαμιστές είναι όμως κάπως παραπλανητική. Στην πολιτική ταυτότητα της κάθε συνοικίας παίζουν ρόλο και παράγοντες όπως ο εθνο-θρησκευτικός. Ήδη από τη δεκαετία του ’70 υπήρχε μια πόλωση: οι συνοικίες που γίνονταν προνομιακό πεδίο δράσης για την επαναστατική Αριστερά είχαν συχνά ισχυρή αλεβίτικη παρουσία, ενώ σε σουνιτικές αποκτούσαν επιρροή οι δεξιές οργανώσεις. Η άνοδος της ισλαμιστικής επιρροής στην συνέχεια έγινε προφανώς πιο αισθητή σε σουνιτικές συνοικίες, ενώ κάποιες κυρίως αλεβιτικές διατήρησαν τη σχέση τους με την Άκρα Αριστερά.

Τα φέρετρα νεκρών από την τρομοκρατική επίθεση στο Σουρούτς το περασμένο καλοκαίρι μεταφέρονται στο τζέμεβι του Γκαζί, με τη συνοδεία ένοπλων ακροαριστερών. http://www.ibtimes.co.uk/turkey-more-riots-rage-marxist-gazi-stronghold-after-death-female-activist-gunay-ozaslan-1512637

Ένοπλοι, μέλη ακροαριστερών οργανώσεων, συνοδεύουν τα φέρετρα νεκρών συντρόφων τους στο τζέμεβι (αλεβίτικος θρησκευτικός-πολιτισμικός χώρος) του Γκαζί, μια φτωχογειτονιά με ιδιαίτερη ιστορία στα βορειοδυτικά προάστια της Πόλης.
Πηγή εικόνας

Στις επόμενες δεκαετίες, όταν σε πολλά γκετζέκοντου ο πληθυσμός ήταν πλέον κυρίως κουρδικός, κουβαλώντας μαζί του τα βιώματα του άγριου πολέμου στα νοτιοανατολικά της χώρας, έγινε και για τους Κούρδους εθνικιστές πηγή από την οποία μπορούσαν να αντλήσουν στήριξη. Όλα αυτά βοήθησαν τελικά στο να συνδέσουν πολλοί τις φτωχογειτονιές με τον επικίνδυνο πολιτικό εξτρεμισμό, οποιασδήποτε μορφής – και να ενισχύσει την εικόνα τους ως «απειλής».

4. Μετάλλαξη – Αστική ανάπλαση

Παρά το ότι κατά περιόδους οι τουρκικές ελίτ και το τουρκικό κράτος έμοιαζαν αναγκασμένοι να αποδεχτούν την πραγματικότητα των γκετζέκοντου, αυτό δεν σήμαινε ότι δεν τα έβλεπαν και ως κάτι ενοχλητικό, που χαλούσε την εικόνα των πόλεων. Στις δύο τελευταίες δεκαετίες αποφάσισαν τελικά να κάνουν μια συστηματική προσπάθεια για να τα εξαφανίσουν, ή τουλάχιστον να εμποδίσουν τη δημιουργία καινούριων. Χαρακτηριστικά, ο Ερντογάν τα έχει παρομοιάσει με όγκο στο σώμα των πόλεων, ενώ ο δήμαρχος Άγκυρας έχει υποσχεθεί ότι θα καθαρίσει την πόλη του απ’ αυτά.

Αυτή η προσπάθεια μπορεί να παρουσιάζεται και ως ένα είδος «φιλανθρωπίας», με στόχο να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των φτωχότερων στρωμάτων. Στην πράξη όμως, το πράγμα λειτουργεί περισσότερο με όρους αγοράς και φαίνεται ότι οι προοπτικές κερδοφορίας είναι αυτές που είναι πιο καθοριστικές. Για να το εξηγήσουμε καλύτερα: τα τελευταία χρόνια, με την μεγάλη οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η Τουρκία, αυξήθηκε πολύ έντονα η οικοδομική δραστηριότητα: αυτοκινητόδρομοι, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα, οικιστικές ζώνες κ.λπ. Διάφορες περιοχές που καταλαμβάνονται από γκετζέκοντου θεωρούνται λόγω ευνοϊκής θέσης ως μεγάλης αξίας με δυνατότητες ανάπτυξης, – κάποιοι μάλλον δύσκολα μπορούν να δεχτούν ότι τέτοιες περιοχές βρίσκονται στα χέρια των φτωχών.

Τα διάφορα προγράμματα αστικής ανάπλασης, που προωθούνται από το κράτος και τον ιδιωτικό τομέα, γίνονται με το σκεπτικό του προσδοκώμενου κέρδους, αδιαφορώντας για τις ανάγκες των ίδιων των κατοίκων. Συχνά συμπεριλαμβάνουν την εκκένωση και την καταστροφή πολλών σπιτιών και την μεταφορά του πληθυσμού εκτός περιοχής.

Εικόνα από την περιοχή Αγιαζμά στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. https://workshopsariyer.wordpress.com/2011/04/26/april-17-sunday-visit-seminar-%E2%80%93-review-2/

Εικόνα από την περιοχή Αγιαζμά, στα δυτικά περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Τα γκετζέκοντου της περιοχής δημιουργήθηκαν σχετικά πρόσφατα (στη δεκαετία του ’90) από κυρίως κουρδικό πληθυσμό, σε γη όμως που απέκτησε μεγάλη αξία, ιδιαίτερα μετά την κατασκευή του Ολυμπιακού Σταδίου. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοί του εκτοπίστηκαν, για να κάνουν χώρο σε νέα μεγαλεπήβολα έργα.
Πηγή εικόνας

Αυτή η διαδικασία αντικατάστασης των γκετζέκοντου, αγγίζει τους κατοίκους τους με διαφορετικούς τρόπους. Η αποζημίωση γίνεται είτε χρηματικά είτε με αντάλλαγμα ένα διαμέρισμα σε μια από τις καινούριες πολυκατοικίες που κτίζονται – ανάλογα φυσικά με την έκταση του γεωτεμαχίου και το καθεστώς νομιμοποίησης. Πιο ευάλωτοι είναι φυσικά αυτοί που δεν έχουν ακόμα εξασφαλίσει τίτλους κτήσης για τις κατοικίες τους, ή που ζουν στο νοίκι – δηλαδή, συχνά οι οικονομικά πιο αδύνατοι. Αντίθετα, κάποιοι που έχουν τίτλους μπορεί να εξασφαλίσουν και καλά λεφτά πουλώντας τα γεωτεμάχιά τους. Ακόμα όμως και γι’ αυτούς, η κατάσταση δεν είναι ιδανική.

Πολλοί από το κατοίκους των γκετζέκοντου που βρίσκονται σε διαδικασία «ανάπλασης» καταλήγουν στα συγκροτήματα πανύψηλων και άχρωμων πολυκατοικιών στα περίχωρα των μεγαλουπόλεων, αυτών που οικοδομεί η Διοίκηση Οικιστικής Ανάπτυξης (TOKİ). Αυτό μπορεί να παρουσιάζεται ως παροχή προς τους φτωχούς (χωρίς να σημαίνει ότι είναι δωρεάν – απλά δίνονται ευνοϊκοί όροι για την αγορά τους σε οικογένειες χαμηλού εισοδήματος).

Συγκρότημα πολυκατοικιών που έχει κτιστεί από τον TOKİ στην περιοχή Καγιάμπασι (πρώην Αϊ-Γιώργης). http://www.tarlabasiistanbul.com/glossary/

Συγκρότημα πολυκατοικιών που έχει κτιστεί από τον TOKİ στην περιοχή Καγιάμπασι (πρώην Αϊ-Γιώργης), 30 χλμ. από το κέντρο της Κωνσταντινούπολης.
Πηγή εικόνας

Τέτοια συγκροτήματα βρίσκονται όμως συχνά πιο μακριά από το κέντρο της πόλης ή από τις βιομηχανικές ζώνες, δυσκολεύοντας τους κατοίκους τους στην αναζήτηση δουλειάς. Επίσης τα διαμερίσματα έχουν ένα κόστος συντήρησης/θέρμανσης κ.λπ. συχνά μεγαλύτερο από πριν, χωρίς να δίνουν στους κατοίκους τους τη δυνατότητα να καλλιεργούν ένα μέρος της τροφής τους, όπως γινόταν στις αυλές των γκετζέκοντου.

Ακόμα, δυσκολεύουν τους κάτοικους στο να συνεχίσουν μια κοινωνική ζωή, η οποία τους ήταν τόσο σημαντική στις παλιές τους γειτονιές. Πολλές συνήθειες, τις οποίες οι μετανάστες είχαν μεταφέρει από τις περιοχές προέλευσής τους, αναγκάστηκαν τώρα να εγκαταλειφθούν, επειδή στα νέα συγκροτήματα πολυκατοικιών ήταν είτε απαγορευμένες είτε χωρικά αδύνατες: π.χ. το να κάθονται έξω από τα σπίτια και να πίνουν τσάι με τους γείτονες, να οργανώνουν χορούς, γάμους ή κηδείες σε ανοικτούς χώρους κ.λπ. Τέλος, στις καινούριες συνοικίες δεν λείπουν και οι εθνοτικές/πολιτικές εντάσεις (π.χ. ανάμεσα σε Κούρδους και Τούρκους εθνικιστές), αφού σ’ αυτές μαζεύονται σε μικρό χώρο οικογένειες με πολύ διαφορετική προέλευση και πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Δεν είναι άρα περίεργο που η διαδικασία αυτή γεννά και αντίσταση. Στην Κωνσταντινούπολη υπάρχει π.χ. ήδη ένα συντονιστικό όργανο πρωτοβουλιών κατοίκων, με στόχο να ακουστεί ο λόγος τους για την ανάπτυξη των συνοικιών τους – ένας λόγος που τώρα αγνοείται συστηματικά. Προς το παρόν πάντως, τέτοια κινήματα είχαν μόνο τοπικές μικρές επιτυχίες.


Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, το αποτέλεσμα είναι ότι το αστικό τοπίο αλλάζει δραστικά και τα γκετζέκοντου αντικαθίστανται από σύγχρονα μεγάλα κτίρια. Τα αισθήματα είναι διχασμένα: μπορεί να δίνεται η αίσθηση ότι οι τουρκικές πόλεις γίνονται πιο σύγχρονες και οργανωμένες, από την άλλη όμως οι κάτοικοι των γκετζέκοντου χάνουν έτσι και ότι είχαν καταφέρει να διατηρήσουν από τη ζωή τους στα χωριά: την ελευθερία τους και την κοινωνική αλληλεγγύη. Δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν την καινούρια τους ζωή σε διαμερίσματα σαν «φυλακή».

Μπορεί οι τουρκικές μεγαλουπόλεις να αποκτούν μια πιο «ευπρεπή» εικόνα, αποβάλλοντας κάπως τα «τριτοκοσμικά» στοιχεία που την συνέθεταν μέχρι πρόσφατα. Το κατά πόσον όμως αυτό αποτελεί βελτίωση στις συνθήκες ζωής των ίδιων των κατοίκων, είναι όπως είδαμε λιγότερο αυτονόητο. Το σίγουρο είναι πως με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο δεν εξαφανίζονται, αλλά τελικά αναπαράγονται οι ταξικές αντιθέσεις (και σε συνάρτηση μ’ αυτές και οι εθνοτικές-πολιτισμικές), ο αποκλεισμός και o κοινωνικός διαχωρισμός στις πόλεις – έστω και σε ένα πιο εκσυγχρονισμένο πλαίσιο.

Πηγές

Φυσικη Γεωγραφια του Λεκανοπεδιου Αττικης

Κλασσικό

Το Λεκανοπέδιο Αττικής είναι ο πιο αστικοποιημένος γεωγραφικός χώρος στην Ελλάδα, κι ένας από τους κυριότερους της Ανατολικής Μεσογείου. Η πυκνή δόμηση κυριαρχεί από τη μια άκρη ως την άλλη, με μόνο λίγες σκόρπιες ελεύθερες επιφάνειες. Ο τίτλος «Φυσική Γεωγραφία του Λεκανοπεδίου Αττικής» ακούγεται άρα κάπως περίεργος, σε μια περιοχή που δεν μοιάζει να έχει μεγάλη σχέση με τη φύση. Το υπόβαθρο πάνω στο οποίο συγκεντρώθηκαν όλες αυτές οι ανθρώπινες δραστηριότητες παραμένει όμως ένας φυσικός χώρος. Και όποιος αγνοεί την γεωγραφία του τιμωρείται (όπως αποδεικνύουν π.χ. οι πλημμύρες που ταλαιπώρησαν την περιοχή τις προηγούμενες δεκαετίες).

Το Λεκανοπέδιο Αττικής ορίζεται από τα βουνά που το περιβάλλουν σαν ένα πεταλοειδές τείχος (Αιγάλεω, Ποικίλο Όρος, Πάρνηθα, Πεντέλη, Υμηττός), ενώ στα νότια το όριό της είναι η ακτογραμμή του Σαρωνικού. Θέμα αυτού του άρθρου είναι η περιγραφή των στοιχείων που αποτελούν το φυσικό περιβάλλον σ’ αυτόν τον χώρο: της ατμόσφαιρας, των πετρωμάτων, των μορφών της επιφάνειας, του νερού, του εδάφους,  αλλά και των ζωντανών οργανισμών (χλωρίδας και πανίδας).

  1. Κλιματολογία

Η Αττική έχει ένα τυπικό μεσογειακό κλίμα, με ήπιους βροχερούς χειμώνες και θερμά ξηρά καλοκαίρια. Εμάς αυτή η εναλλαγή μας φαίνεται τόσο φυσική, που δεν αντιλαμβανόμαστε ότι αποτελεί μάλλον παγκόσμια εξαίρεση παρά κανόνα. Η εξήγηση γι’ αυτήν την ιδιαιτερότητα είναι η θέση ανάμεσα στη βροχερή ζώνη των δυτικών επικρατούντων ανέμων στα βόρεια (δυτική-κεντρική Ευρώπη) και στην υποτροπική ξηρή ζώνη στα νότια (Σαχάρα). Η πρώτη επεκτείνεται το χειμώνα προς τα νότια και η δεύτερη το καλοκαίρι προς τα βόρεια.

Οι επικρατούντες άνεμοι ειδικά στην περιοχή της Αθήνας είναι βόρειοι/βορειανατολικοί (σ’ αυτούς ανήκουν και τα γνωστά μελτέμια, που φέρνουν δροσιά στους θερμούς καλοκαιρινούς μήνες). Η μέση θερμοκρασία Ιουλίου (μετρημένη στο Εθνικό Αστεροσκοπείο) στο διάστημα 1961-1990 ήταν 27°C και Ιανουαρίου 9,3°C. Σε μια περιοχή πάντως με τέτοιες υψομετρικές διαφορές, είναι μεγάλες και οι διαφορές στη μέση θερμοκρασία. Οι πιο ψηλές θερμοκρασίες (το καλοκαίρι μπορεί να ξεπεράσουν τους 40°C) καταγράφονται στο κεντροδυτικό τμήμα του Λεκανοπεδίου.

Η Αττική έχει ιδιαίτερα ξηρό κλίμα, σε σχέση με άλλες περιοχές της Ελλάδας. Ο μέσος ετήσιος υετός (βροχή + χιόνι + χαλάζι κ.λπ.) στο κέντρο της Αθήνας είναι 401 mm: σημαντικά πιο χαμηλός από τη Δυτική Ελλάδα (π.χ. στον Πύργο Ηλείας: 921 mm). Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι οι υγρές αέριες μάζες του χειμώνα έρχονται από τα δυτικά, ακολουθώντας την πορεία των δυτικών ανέμων της εποχής. Τα ψηλά βουνά της Πίνδου και της Πελοποννήσου λειτουργούν σαν φράγμα και συγκρατούν στη δυτική πλαγιά τους (την ομβροπλευρά) τη βροχή που φέρνουν αυτές οι μάζες, αφήνοντας μόνο λίγη για την ανατολική πλευρά (την ομβροσκιά), όπου βρίσκεται η Αττική. Ακόμα όμως και μέσα στο ίδιο το Λεκανοπέδιο υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις από την ξηρότητα του κλίματος.

Ο ετήσιος υετός (βροχή + χιόνι + χαλάζι κ.α.) στο λεκανοπέδιο, στο διάστημα 2010-2016. http://antisimvatikos.blogspot.gr/2014/01/blog-post_2.html

Διαφορές στον ετήσιο υετό στο Λεκανοπέδιο: στα (πιο ορεινά) βόρεια προάστια ξεπερνάει εύκολα τα 500 mm, ενώ στον Πειραιά δεν φτάνει ούτε καν τα 400. Πηγή εικόνας

Εκτός από τις ήδη ψηλές θερμοκρασίες από φυσικούς λόγους, στο λεκανοπέδιο προστίθεται φυσικά και ο ανθρώπινος παράγοντας: η πυκνή δόμηση, αλλά και η καταστροφή των γειτονικών δασών, ευνοούν την αύξηση της θερμοκρασίας. Σε διάστημα ενός αιώνα έχει καταγραφεί άνοδος 1,5°C – σ’ αυτή συμμετέχει φυσικά και η γενική κλιματική αλλαγή στον πλανήτη.

Η κλιματική αλλαγή φαίνεται να επηρεάζει και τη βροχόπτωση. Αν και ο μέσος ετήσιος υετός στο σταθμό του Θησείου παραμένει στο διάστημα 1891-2010 σχετικά σταθερός, παρατηρείται μια σημαντική άνοδος στη ραγδαιότητα: τα ποσοστά των ημερών που υπερβαίνουν τα 10, 20, 30 ή και 50 mm υετού έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά περίπου από το 1990 και μετά. Αυτός είναι ένας λόγος να ανησυχούμε, αφού ένας ημερήσιος υετός άνω των 50 mm (ενίοτε και των 30) θεωρείται ικανός να προκαλέσει πλημμυρικά επεισόδια.

Το ποσοστό των ημερών με υετό >50mm στο σύνολο ετήσιων υετίσιμων ημερών, στο σταθμό του Θησείου κατά το διάστημα 1891-2010. http://www.meteoclub.gr/themata/egkyklopaideia/4392-yetiko-istoriko-athinas

Το ποσοστό των ημερών με υετό >50mm στο σύνολο ετήσιων υετίσιμων ημερών (Θησείο, διάστημα 1891-2010).
Πηγή εικόνας

2. Γεωλογία

Ολόκληρη η ελληνική χερσόνησος βρίσκεται σε μια γεωλογικά ενεργή περιοχή: κάτι που φαίνεται και με τους συχνούς σεισμούς. Η βαθύτερη αιτία είναι η σύγκρουση της αφρικανικής με την ευρασιατική λιθοσφαιρική πλάκα (η πρώτη βυθίζεται κάτω από τη δεύτερη), που κρατάει εδώ και αρκετά εκατομμύρια χρόνια.

Τα όρια των τεκτονικών πλακών και οι κινήσεις τους. http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-B106/382/2534,9803/

Τα όρια των τεκτονικών πλακών και οι κινήσεις τους: η σύγκρουση της αφρικανικής με την ευρασιατική πλάκα δημιουργεί και άλλες μικροπλάκες με δική τους κίνηση, όπως η Πλάκα Ανατολίας ή η Απουλία Πλάκα.
Πηγή εικόνας

Η σύγκρουση αυτή ξεκίνησε όταν οι δύο μεγάλες πλάκες άρχισαν να κινούνται η μια προς την άλλη, κλείνοντας τον μεγάλο ωκεανό που τις χώριζε (Τηθύς Θάλασσα), απομεινάρι του οποίου είναι σήμερα η Μεσόγειος. Η κίνηση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να πτυχωθούν και να ανυψωθούν τα πετρώματα από το βυθό της θάλασσας, δημιουργώντας τα ψηλά απότομα βουνά, χαρακτηριστικά για τον μεσογειακό χώρο. Η διαδικασία αυτή ονομάστηκε Αλπική Ορογένεση (από τις Άλπεις) και είναι νέα από γεωλογική άποψη: ξεκίνησε πριν από μόλις 60 εκατομμύρια χρόνια. Συνεπώς, και το Λεκανοπέδιο αποτελείται στην ουσία:

  • από τους αλπικούς σχηματισμούς (2,3,4 στην εικόνα κάτω), δηλαδή αυτούς που ανυψώθηκαν με την Αλπική Ορογένεση, και σχηματίζουν σήμερα τα βουνά που περικλείουν το λεκανοπέδιο, αλλά και τη λοφώδη περιοχή στο κέντρο του (Φιλοπάππου, Ακρόπολη, Λυκαβηττός, Τουρκοβούνια κ.λπ.)
  • από τους μεταλπικούς σχηματισμούς (1 στην εικόνα κάτω), δηλαδή τα ιζήματα που έχουν αποτεθεί στη λεκάνη των Αθηνών μετά την ανύψωση των ορεινών όγκων, προερχόμενα κυρίως από τη διάβρωση των τελευταίων.
Απλοποιημένος Γεωλογικός Χάρτης του Λεκανοπεδίου. 1 (κίτρινο): μεταλπικά ιζήματα 2 (μπλε): μη μεταμορφωμένα πετρώματα 3 (κόκκινο): αλλόχθονο σύστημα (σχιστόλιθος Αθηνών) 4 (πράσινο): μεταμορφωμένα πετρώματα 5: κύρια ρήγματα 6: μεγάλης κλίμακας τεκτονική επαφή. Πηγή: Michael Foumelis, Ioannis Fountoulis, Ioannis D. Papanikolaou, Dimitrios Papanikolaou (2013): Geodetic evidence for passive control of a major Miocene tectonicboundary on the contemporary deformation field of Athens(Greece). In: ANNALS OF GEOPHYSICS, 56, 6, 2013, S0674; doi:10.4401/ag-6238

Απλοποιημένος Γεωλογικός Χάρτης του Λεκανοπεδίου.
1 (κίτρινο): μεταλπικά ιζήματα
2 (μπλε): μη μεταμορφωμένα πετρώματα
3 (κόκκινο): αλλόχθονο σύστημα (σχιστόλιθος Αθηνών)
4 (πράσινο): μεταμορφωμένα πετρώματα
5: κύρια ρήγματα
6: μεγάλης κλίμακας τεκτονική επαφή.
Πηγή: Michael Foumelis, Ioannis Fountoulis, Ioannis D. Papanikolaou, Dimitrios Papanikolaou (2013): Geodetic evidence for passive control of a major Miocene tectonicboundary on the contemporary deformation field of Athens(Greece). In: ANNALS OF GEOPHYSICS, 56, 6, 2013, S0674; doi:10.4401/ag-6238

Τα κύρια πετρώματα που αποτελούν τους ανυψωμένους αλπικούς σχηματισμούς είναι:

  • οι μη μεταμορφωμένοι ασβεστόλιθοι (2 στο χάρτη) των δυτικών ορεινών όγκων (Αιγάλεω, Ποικίλο Όρος, Πάρνηθα). Είναι πετρώματα που σχηματίστηκαν πριν περίπου 200 εκατομμύρια χρόνια, από αποθέσεις σε θαλάσσιο περιβάλλον: όπως είδαμε, ο χώρος ήταν τότε ένας μεγάλος ωκεανός.
  • Τα μεταμορφωμένα πετρώματα (4 στο χάρτη) των ανατολικών ορεινών όγκων (Υμηττός, Πεντέλη). Πρόκειται για πετρώματα που μεταμορφώθηκαν κάτω από συνθήκες ψηλής πίεσης και θερμοκρασίας. Τα κυριότερα είναι τα μάρμαρα, δηλαδή μεταμορφωμένοι ασβεστόλιθοι (παράδειγμα είναι το γνωστό πεντελικό μάρμαρο) και οι σχιστόλιθοι.
  • Οι «σχιστόλιθοι Αθηνών» (3 στο χάρτη) όπως επικράτησε να λέγονται, αν και κάπως παραπλανητικά. Στην πραγματικότητα πρόκειται για σύνθετο σύστημα διαφορετικών πετρωμάτων (πηλίτες, αργιλικοί σχιστόλιθοι, μάργες, ψαμμίτες), που σχηματίστηκαν στο βυθό της θάλασσας κατά τη διάρκεια της ανύψωσης των ορεινών όγκων που αναφέρθηκαν πριν. Πάνω από το σχιστόλιθο των Αθηνών επικάθονται σε ορισμένα σημεία υπολείμματα σχετικά νέου ασβεστόλιθου, σχηματίζοντας κορυφές λόφων (π.χ. Ακρόπολη, Λυκαβηττός, Τουρκοβούνια).
Αργιλικό πέτρωμα στους πρόποδες του Αρδηττού (δίπλα στο Καλλιμάρμαρο): δείγμα του "Σχιστολίθου Αθηνών".

Αργιλικό πέτρωμα στους πρόποδες του Αρδηττού (δίπλα στο Καλλιμάρμαρο), μέρος του «Σχιστολίθου Αθηνών».

Ασβεστόλιθος στα Τουρκοβούνια.

Ασβεστόλιθος στα Τουρκοβούνια.

Κατά τ’ άλλα, κυριαρχούν  οι μεταλπικοί σχηματισμοί που αναφέρθηκαν πριν, δηλαδή τα ιζήματα που εναποτέθηκαν μετά την Αλπική Ορογένεση, στη λεκάνη που είχε σχηματιστεί ανάμεσα σ’ αυτά τα βουνά. Σε πολλά σημεία αυτές οι νεογενείς αποθέσεις είναι τόσο παλιές ώστε να έχουν εξελιχθεί σε αρκετά συνεκτικά πετρώματα (π.χ. μάργες, κροκαλοπαγή, ψαμμίτες). Σ’ ένα μεγάλο μέρος του νότιου Λεκανοηπεδίου (κυρίως γύρω από την κοιλάδα του Κηφισού), καθώς και στους πρόποδες των βουνών, είναι όμως τόσο νέες, που συχνά πρόκειται απλά για στρώσεις από χαλαρά ασύνδετα υλικά.

Ψαμμίτης Πάρκο Τρίτση

Νεογενή πετρώματα στο πάρκο Τρίτση (Ίλιον): ψαμμίτης (πάνω) και κροκαλοπαγές (κάτω).

Νεογενή πετρώματα στο πάρκο Τρίτση (Ίλιον): ψαμμίτης από λεπτή άμμο (πάνω) και κροκαλοπαγές από αποθέσεις βοτσάλων σε ποτάμια (κάτω).

3. Γεωμορφολογία

Γενικά στη βόρεια ακτή της Μεσογείου, η μορφολογία της επιφάνειας της Γης εξαρτάται κυρίως από τη γεωλογία, καθώς και τη δράση του νερού και της βαρύτητας. Σε αντίθεση με τη Βόρεια Ευρώπη, ο πάγος δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο, αφού ούτε καν στην εποχή των παγετώνων δεν κάλυψε μεγάλα τμήματα. Ούτε το κλίμα όμως ήταν τόσο ξηρό, ώστε να είναι κεντρικός ο ρόλος του αέρα, όπως είναι π.χ. νοτιότερα στη Σαχάρα.

Όσον αφορά το ρόλο του νερού, σημαντική δεν είναι μόνο η παράκτια ή η ποτάμια γεωμορφολογία (δηλαδή η μορφολογία του αναγλύφου που δημιουργήθηκε μέσω της δράσης του τρεχούμενου νερού), αλλά και η καρστική: αυτή δηλαδή που βασίζεται στη διάλυση μέσω της χημικής αντίδρασης με το νερό, κυρίως των ασβεστολιθικών πετρωμάτων. Όπως είδαμε πιο πριν, τέτοια πετρώματα δεν λείπουν στο Λεκανοπέδιο.

Μικροκαρστικά φαινόμενα: δακτυλογλυφές (κυρίως πάνω αριστερά) καθώς και μεγαλύτερες τρύπες που σχηματίστηκαν μέσω της χημικής διάλυσης του ασβεστολίθου από το νερό.

Kαρστικά φαινόμενα στο Χολαργό (πρόποδες Υμηττού): δακτυλογλυφές (πιο καθαρά φαίνονται πάνω αριστερά) καθώς και μεγαλύτερες τρύπες (πάνω κεντρικά, κάτω δεξιά) που σχηματίστηκαν μέσω της επιφανειακής διάλυσης του ασβεστολίθου.

Σπήλαιο σε ασβεστολιθικό πέτρωμα στο Λόφο Φιλοπάππου.

Σπήλαιο στο Λόφο Φιλοπάππου, που σχηματίστηκε από την υπόγεια διάλυση του ασβεστολιθικού πετρώματος, από νερό που είχε διεισδύσει μέσω ρωγμών.

Το Λεκανοπέδιο Αττικής είναι γενικά µία περιοχή µε χαµηλό µέσο υψόµετρο, η οποία περιβάλλεται όμως από ορεινούς όγκους που φτάνουν τα 1.423 μ (Πάρνηθα). Σημαντική εξαίρεση στο σχετικά ομαλό ανάγλυφο είναι η γνωστή σειρά από λόφους κατά μήκος του κεντρικού άξονα του Λεκανοπεδίου: Λόφος Σικελίας, Ζωοδόχος Πηγή, Αρδηττός, Φιλοπάππου, Ακρόπολη, Λυκαβηττός, Στρέφη, Τουρκοβούνια. Κάποιοι από τους λόφους αυτούς έχουν απότομες, σχεδόν κάθετες πλαγιές, λόγω των σκληρών ασβεστολιθικών πετρωμάτων που αποτελούν τις κορυφές τους.

Σχεδόν κάθετες πλαγιές της κορυφής του Λυκαβηττού, ο οποίος αποτελεί υπόλειμμα από τη γενική διάβρωση του ασβεστολιθικού λοφώδους τοπίου.

Η κορυφή του Λυκαβηττού, ο οποίος αποτελεί υπόλειμμα από τη γενική διάβρωση του ασβεστολιθικού λοφώδους τοπίου.

Στους πρόποδες των βουνών η επιφάνεια έχει μια κλίση προς το κέντρο του Λεκανοπεδίου. Το υλικό εδώ προέρχεται από τη διάβρωση του εκάστοτε γειτονικού ορεινού όγκου, και εναποτέθηκε άμεσα πάνω στα όριά του. Η σχετικά μεγάλη κλίση αυτών των αποθέσεων είναι συνέπεια της απότομης αλλαγής υψομέτρου.

Η Πάρνηθα, με τον οικισμό των Θρακομακεδόνων να απλώνεται πάνω στο ομώνυμο ριπίδιο στους πρόποδες.

Η Πάρνηθα, με τον οικισμό των Θρακομακεδόνων να απλώνεται πάνω στο ομώνυμο ριπίδιο στους πρόποδες.

Κατά τ’ άλλα, στο εσωτερικό του Λεκανοπεδίου, ιδιαίτερα στο κεντρο-νοτιοδυτικό του τμήμα (γύρω από τον Κηφισό) το ανάγλυφο είναι γενικά ομαλό. Σ’ αυτήν την περιοχή συγκεντρώθηκαν υλικά από τη διάβρωση όλων των γύρω ορεινών όγκων και λόφων.

Άποψη του Λεκανοπεδίου από τα Τουρκοβούνια. Ανάμεσα στους διαβρωμένους ασβεστολιθικούς λόφους με τις απότομες πλαγιές (Λυκαβηττός, Ακρόπολη) στα αριστερά και στους πρόποδες του Αιγάλεω στα δεξιά, απλώνεται μια μεγάλη σχετικά επίπεδη έκταση γύρω από την κοιλάδα του Κηφισού.

Άποψη του Λεκανοπεδίου από τα Τουρκοβούνια. Ανάμεσα στους διαβρωμένους ασβεστολιθικούς λόφους με τις απότομες πλαγιές (Λυκαβηττός, Ακρόπολη) στα αριστερά και στους πρόποδες του Αιγάλεω στα δεξιά, απλώνεται μια μεγάλη σχετικά επίπεδη έκταση γύρω από την κοιλάδα του Κηφισού.

Οι μεγάλες υψομετρικές διαφορές έχουν σαν αποτέλεσμα και την ορμητικότητα των ποταμών και ρεμάτων. Επομένως και οι κοιλάδες είναι συχνά απότομες και στενές, ιδιαίτερα όσο πιο κοντά είμαστε στα βουνά.

 Η απότομη και στενή κοιλάδα του Κηφισού, ανάμεσα στην Πάρνηθα (πίσω) και την Πεντέλη. Η κοίτη του ποταμού διακρίνεται από τα φυλλοβόλα πλατάνια, που ξεχωρίζουν από την υπόλοιπη αειθαλή βλάστηση.

Η απότομη και στενή κοιλάδα του Κηφισού, ανάμεσα στην Πάρνηθα (πίσω) και την Πεντέλη (όριο Δήμων Κηφισιάς –  Αχαρνών).

4. Υδρογεωγραφία

Το υδρογραφικό δίκτυο του Λεκανοπεδίου είναι σαφώς πιο ανεπτυγμένο στο βόρειο του τμήμα. Το μεγαλύτερο κομμάτι (371-381 km²) ανήκει  στη λεκάνη απορροής του Κηφισού, η οποία ορίζεται από τις κορυφογραμμές του Αιγάλεω, του Ποικίλου Όρους, της Πάρνηθας, της Πεντέλης και εν μέρει του Υμηττού στα δυτικά και βόρεια, και από λόφους όπως η Ακρόπολη και ο Λυκαβηττός νοτιοανατολικά. Τα περισσότερα ρέματα του Λεκανοπεδίου (Ποδονίφτης, ρέμα Κοκκιναρά, Φλέβα Ρουβίκωνος) είναι δηλαδή παραπόταμοι, που συλλέγουν το νερό απ’ όλη αυτήν τη μεγάλη περιοχή και το φέρνουν στον Κηφισό, ο οποίος το οδηγεί στον Σαρωνικό, στον Φαληρικό Όρμο.

Η λεκάνη απορροής του Κηφισού. http://eclass.hua.gr/modules/document/file.php/GEO155/%CE%A3%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82%20%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1%CF%82/epilegmena_idrologika_themata.pdf

Η λεκάνη απορροής του Κηφισού.
Πηγή εικόνας

Πολύ πιο μικρή είναι η λεκάνη απορροής του Ιλισού, η οποία ακολουθεί νότια αυτής του Κηφισού. Ακόμα νοτιότερα, μέχρι και τη Βουλιαγμένη, το υδρογραφικό δίκτυο είναι πολύ λιγότερο ανεπτυγμένο, συνήθως με  εποχιακούς κλάδους µικρού µήκους, με εξαίρεση κάποια σχετικά μεγάλα ρέματα όπως αυτό της Πικροδάφνης, τα οποία εκβάλλουν απ’ ευθείας στη θάλασσα.

Τα ρέματα του Λεκανοπεδίου σήμερα είναι συνήθως υποβαθμισμένα. Μεγάλα τους τμήματα έχουν μπαζωθεί ή διευθετηθεί και εγκιβωτιστεί. Σε συνδυασμό με την πυκνή δόμηση και άρα την έτσι κι αλλιώς πολύ περιορισμένη διείσδυση του νερού στο έδαφος, το αποτέλεσμα είναι οι ραγδαίες βροχοπτώσεις να οδηγούν συχνά σε πλημμύρες. Επίσης, ακόμα και στα σημεία που τα εγκιβωτισμένα υπόγεια ρέματα βγαίνουν στην επιφάνεια, χρησιμοποιούνται παράνομα για απόρριψη σκουπιδιών ή αποβλήτων. Το αποτέλεσμα είναι σ’ έναν φαύλο κύκλο να εκλαμβάνονται από τους κατοίκους ως κάτι αρνητικό, και να απαιτείται το μπάζωμα ή εγκιβωτισμός ακόμα των λίγων εναπομείναντων «ελεύθερων» τμημάτων.

Το ρέμα του Ποδονίφτη (όρια Νέας Χαλκηδόνας - Δήμου Αθηναίων). Σ' αυτό το τμήμα του ρέει ελεύθερα, αλλά η δόμηση που φτάνει σχεδόν ως στην κοίτη του όπως και η απόθεση σκουπιδιών και αποβλήτων έχουν οδηγήσει στην υποβάμισή του.

Το ρέμα του Ποδονίφτη (όρια Νέας Χαλκηδόνας – Δήμου Αθηναίων). Σ’ αυτό το τμήμα του ρέει ελεύθερα, αλλά η δόμηση που φτάνει σχεδόν ως στην κοίτη του, όπως και η απόθεση σκουπιδιών και αποβλήτων, έχουν οδηγήσει στην υποβάθμισή του.

Τα υπόγεια ύδατα του Λεκανοπεδίου έχουν μάλλον λίγο ενδιαφέρον, αφού οι κάτοικοί του βασίζονται για την υδροδότηση σε νερό που προέρχεται από τα φράγματα του Μαραθώνα και του Μόρνου και τη λίμνη Υλίκη. Πάντως, γενικά υδροφόρες θεωρούνται οι νεώτερες αποθέσεις, ιδιαίτερα στην  κοιλάδα του Κηφισού, ή οι βαθύτεροι ορίζοντες σε ασβεστόλιθους μεγάλου πάχους (καρστικό νερό).

5. Εδαφολογία

Σ’ ένα τόσο αστικοποιημένο περιβάλλον όπως αυτό της Αθήνας, είναι αναμενόμενο να κυριαρχούν τα ανθρωπογενή εδάφη. Τα φυσικά εδάφη, όπου αυτά έχουν απομείνει, είναι συνήθως αβαθή: η υψηλή διάβρωση και το θερμό ξηρό κλίμα δεν επέτρεψαν τον εμπλουτισμό σε οργανικό υλικό.

Αβαθές αργιλώδες έδαφος στο πάρκο Τρίτση.

Αβαθές αργιλώδες έδαφος στο πάρκο Τρίτση στο Ίλιον (η ανάπτυξη εδάφους δεν ξεπερνάει τα λίγα εκατοστά, ενώ πιο κάτω το λευκό μητρικό πέτρωμα είναι ακόμα ανεπηρέαστο).

Με βάση τον πρόσφατο χάρτη εδαφικών ενώσεων της Ελλάδας, βλέπουμε να κυριαρχούν τέτοια «υπανάπτυκτα» αβαθή εδάφη, με πολύ λεπτό οργανικό ορίζοντα: είτε πάνω σε χαλαρά υλικά (calcaric Fluvisols/Regosols), είτε πάνω σε σκληρό, κατά κανόνα ασβεστολιθικό, πέτρωμα (calcaric–lithic Leptosols,  συχνά πρόκειται για ρεντζίνες). Οι τυπικές μεσογειακές τέρα ρόσα, δηλαδή κοκκινωπά αργιλώδη εδάφη πάνω σε ασβεστόλιθο, συγκαταλέγονται στις rhodic Luvisols που συναντούνται κυρίως στα ανατολικά. Γενικά τα εδάφη είναι πλούσια σε ασβέστιο (αποτέλεσμα της γεωλογίας, με τα πολλά ασβεστολιθικά πετρώματα), και αυτό έχει και ως συνέπεια να είναι γενικά αλκαλικά, με pH ανάμεσα στο 7 και στο 9.

Χάρτης των εδαφικών ενοτήτων στην περιοχή του Λεκανοπεδίου. Τα χρώματα αντιστοιχούν στον κυρίαρχο τύπο εδάφους: Μαύρο: βράχοι Γκρίζο: Leptosols Μπεζ: Regosols Κιτρινο-πορτοκαλί: Cambisols Ροζ: Luvisols Γαλάζιο: Fluvisols Απόσπασμα από: Χάρτης Εδαφικών Ενώσεων της Ελλάδος 1: 850000 (Συντάκτης: Νίκος Γιασόγλου).

Χάρτης των εδαφικών ενοτήτων στην περιοχή του Λεκανοπεδίου. Τα χρώματα αντιστοιχούν στον κυρίαρχο τύπο εδάφους:
Μαύρο: βράχοι
Γκρίζο: Leptosols
Μπεζ: Regosols
Πορτοκαλί: Cambisols
Ροζ: Luvisols
Γαλάζιο: Fluvisols
Απόσπασμα από: Χάρτης Εδαφικών Ενώσεων της Ελλάδος 1: 850000 (Συντάκτης: Νίκος Γιασόγλου).

Σ’ έναν χώρο τόσο αστικοποιημένο, η πιο σημαντική απειλή για το έδαφος είναι φυσικά η σφράγιση. Όσον αφορά την άλλη σημαντική απειλή που θα ανέμενε κάποιος σε μια μεγαλούπολη, τη ρύπανση, η σχετική απουσία βαριάς βιομηχανίας φαίνεται να έσωσε την Αθήνα από μια υπερβολική επιβάρυνση. Τελευταίες έρευνες έδειξαν ότι οι τιμές σε βαρέα μέταλλα όπως ο χαλκός, ο μόλυβδος, ο ψευδάργυρος και το κάδμιο είναι πιο χαμηλές απ’ ό,τι σε άλλες συγκρίσιμες μεγαλουπόλεις (με περιοχές πάντως όπως το κέντρο της Αθήνας και ο Πειραιάς να έχουν σημαντικά πιο ψηλή επιβάρυνση απ’ ό,τι άλλες στο Λεκανοπέδιο). Οι τιμές σε αρσενικό, χρώμιο, νικέλιο και κοβάλτιο είναι μεν ψηλότερες, αλλά οφείλονται μάλλον στην ιδιαίτερη γεωλογία του αθηναϊκού χώρου, παρά στη δράση του ανθρώπου.

Τέλος, όσον αφορά τη διάβρωση, την παραδοσιακά μεγάλη απειλή για τα εδάφη της Μεσογείου, μπορεί το μεγαλύτερο μέρος στο εσωτερικό του Λεκανοπεδίου να μην κινδυνεύει πια – είναι έτσι κι αλλιώς σφραγισμένο. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα βουνά γύρω απ’ το Λεκανοπέδιο, όπου οι συχνές πυρκαγιές αφήνουν πίσω τους αποψιλωμένες εκτάσεις, που σε συνδυασμό με τους φυσικούς παράγοντες (ραγδαίες βροχοπτώσεις, μεγάλη κλίση του εδάφους) είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στη διάβρωση.

6. Βιογεωγραφία

Το να μιλάμε για χλωρίδα και πανίδα μιας τέτοιας πυκνοδομημένης περιοχής Αττικής ακούγεται πάλι κάπως περίεργο. Μπορεί τόσο η βιομάζα (πλην ανθρώπων) όσο και η βιοποικιλότητα να έχουν μειωθεί δραστικά τον προηγούμενο αιώνα, λόγω της σχεδόν ανεξέλεγκτης επέκτασης του αστικού ιστού, συχνά καταστρέφοντας αξιόλογους βιότοπους (π.χ. δάση). Υπάρχουν όμως και είδη που είτε επιβίωσαν, είτε ακόμα και ευνοήθηκαν απ’ αυτό (τα λεγόμενα ανθρωπόφιλα).

Πάντως, ακόμα και στα υπολείμματα αδόμητης επιφάνειας, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για πραγματικά «φυσική» βλάστηση. Ο χώρος της Μεσογείου βρίσκεται έτσι κι αλλιώς κάτω από εντατική ανθρώπινη επίδραση επί πολλές χιλιετίες, και η χλωρίδα δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη.

Η φυσική μεσογειακή βλάστηση θεωρείται το δάσος που αποτελείται από σκληρόφυλλα αειθαλή δέντρα, όπως η αριά. Στα σημεία του Λεκανοπεδίου όμως που απομένουν σχετικά φυσικά, βλέπουμε να κυριαρχούν: α) τα πευκοδάση, αποτελούμενα κυρίως από τη χαλέπιο πεύκη (η οποία ευνοείται από τις πυρκαγιές για την εξάπλωσή της, αφού για να ανοίξουν οι κώνοι της και να απελευθερωθούν οι σπόροι χρειάζεται η έκθεση σε θερμότητα), συχνά μαζί με ελιές, χαρουπιές ή κυπαρίσσια, β) η θαμνώδης βλάστηση, είτε η πιο ψηλή (1-2 μ) τύπου μακίας, είτε η πιο χαμηλή τύπου φρυγάνων. Η μακία και τα φρύγανα είναι κυρίως αποτέλεσμα της υποβάθμισης και διάβρωσης του εδάφους μέσω της μακραίωνης χρήσης από τον άνθρωπο (φωτιές, καλλιέργειες, υπερβόσκηση) – γι’ αυτό είναι συνηθισμένο να συνυπάρχουν με τμήματα εντελώς γυμνού πετρώματος. Δεν λείπουν πάντως και (μάλλον σχετικά νέες) ελεύθερες επιφάνειες, που καλύπτονται με σχεδόν αποκλειστικά ποώδη βλάστηση.

Δάσος με πεύκα, κυπαρίσσια και ελιές στα Τουρκοβούνια.

Δάσος με πεύκα, κυπαρίσσια και ελιές στα Τουρκοβούνια.

Μακία στον Χολαργό, στους πρόποδες του Υμηττού, με σχίνους, αγριελιές και πουρνάρια.

Μακία στον Χολαργό, στους πρόποδες του Υμηττού, με σχίνους, αγριελιές και πουρνάρια – και γυμνό πέτρωμα.

Φρύγανα στου Παπάγου, με κυρίαρχα είδη το θυμάρι, τη λαδανιά, τις αστοιβίδες, τους ασφόδελους.

Φρύγανα στου Παπάγου, με κυρίαρχα είδη το θυμάρι, τη λαδανιά, τις αστοιβίδες, τους ασφόδελους.

Παράδειγμα λιβαδικής διάπλασης στο Άλσος Βεΐκου, με άγρια βρώμη και μαργαρίτες.

Λιβάδι στο Άλσος Βεΐκου, με ποώδη βλάστηση (μπροστά κυρίως άγρια βρώμη και μαργαρίτες).

Τα φυτά σ’ ένα τυπικό μεσογειακό κλίμα, όπως αυτό της Αττικής, έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μια δύσκολη κατάσταση: στην εποχή του χρόνου που προσφέρεται καλύτερα για φωτοσύνθεση, δηλαδή στο καλοκαίρι με τη μεγάλη ηλιοφάνεια, λείπει το βασικό συστατικό, το νερό.  Για να αντιμετωπιστεί αυτή η ξηρασία, που συνδυάζεται και με πολύ ψηλές θερμοκρασίες, η φυσική βλάστηση αναγκάστηκε να βρει μηχανισμούς για να μειώσει τις απώλειες νερού, π.χ. τα μικρά δερματώδη φύλλα (αριά, πουρνάρι, σχίνος, ελιά). Επίσης, οι φρυγανικοί θάμνοι έχουν συχνά την πολύ χρήσιμη ιδιότητα να «αλλάζουν» τα φύλλα τους το καλοκαίρι με πιο μικρά, που έχουν μικρότερη διαπνοή (εποχιακός διμορφισμός).

Σε αντίθεση με την κεντρική Ευρώπη, αλλά και με πιο βόρειες ή ορεινές περιοχές της Ελλάδας, τα φυλλοβόλα δεν είναι συχνά: όπως είπαμε πριν, η καλοκαιρινή ξηρασία στην Αττική είναι πολύ πιο σημαντικό πρόβλημα παρά το (σχετικά ήπιο) κρύο του χειμώνα, άρα δεν είναι και πολύ έξυπνο για ένα φυτό να ρίχνει τα φύλλα του το χειμώνα. Τα φυλλοβόλα περιορίζονται συνήθως στις όχθες των ποταμών και των ρεμάτων: εκεί π.χ. τα πλατάνια συμβιώνουν μαζί με συγκεκριμένα αειθαλή φυτά, τα οποία έχουν επίσης μεγάλη ανάγκη από νερό (πικροδάφνες, ευκάλυπτοι, καλαμιές).

 Η απότομη και στενή κοιλάδα του Κηφισού, ανάμεσα στην Πάρνηθα (πίσω) και την Πεντέλη. Η κοίτη του ποταμού διακρίνεται από τα φυλλοβόλα πλατάνια, που ξεχωρίζουν από την υπόλοιπη αειθαλή βλάστηση.

Η κοίτη του Κηφισού διακρίνεται από τα φυλλοβόλα πλατάνια, που ξεχωρίζουν από την υπόλοιπη αειθαλή βλάστηση (η φωτογραφία είναι από το Φλεβάρη του ’16).

Στη βλάστηση του λεκανοπεδίου ανήκει φυσικά και αυτή που είναι αποτέλεσμα ευθείας ανθρώπινης επέμβασης π.χ. στα πεζοδρόμια ή στα αστικά πάρκα (νεραντζιές, μουριές, πικροδάφνη κλπ). Πέρα απ’ αυτά όμως, υπάρχουν και είδη που, χωρίς να τα φυτεύει ο ίδιος ο άνθρωπος, ευνοήθηκαν απ’ αυτόν για να εξαπλωθούν σε ανθρωπογενείς εκτάσεις, εκεί όπου άλλα είδη δυσκολεύονται. Παράδειγμα είναι η βρωμοκαρυδιά (Ailanthus altissima), ξενικό και ιδιαίτερα επιθετικό είδος από την Άπω Ανατολή, που εισήχθηκε επί Όθωνα για τον Βασιλικό Κήπο, και έκτοτε εξαπλώθηκε σε εγκαταλελειμμένες επιφάνειες μέσα στον αστικό ιστό. Υπάρχουν φυσικά και πολλές πόες που είναι ακόμα πιο προσαρμοσμένες στο περιβάλλον της πόλης, όπως το περδικάκι (Parietaria judaica), που εξαπλώνεται ακόμα και στα κενά των πεζοδρομίων ή στους τοίχους εγκαταλελειμμένων σπιτιών, .

Εγκαταλελειμμένο οικόπεδο στα Πετράλωνα με παρατημένα αυτοκίνητα. Γύρω από το αυτοκίνητο στα δεξιά ευδοκιμεί το περδικάκι, ενώ ανάμεσα στα δύο αυτοκινητα έχει φυτρώσει μια βρωμοκαρυδιά.

Εγκαταλελειμμένο οικόπεδο στα Πετράλωνα με παρατημένα αυτοκίνητα. Γύρω από το αυτοκίνητο στα δεξιά ευδοκιμεί το περδικάκι, ενώ ανάμεσα στα δύο αυτοκίνητα έχει φυτρώσει μια βρωμοκαρυδιά.

Η πανίδα του Λεκανοπεδίου Αττικής είναι ακόμα ένας τομέας που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του ανθρώπου. Πέρα από τα πολλά έντομα (μύγες, κατσαρίδες, μυρμήγκια) και πτηνά (π.χ. σπουργίτια, περιστέρια), ζώα ανθρωπόφιλα και προσαρμοσμένα στον βιότοπο μιας πυκνοδομημένης πόλης, υπάρχουν όμως και τα ζώα που συναντά κανείς στις λίγες σκόρπιες εστίες πρασίνου μέσα στην πόλη. Οι χελώνες είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά συναντά κανείς και άλλα ερπετά (σαύρες, λίγα είδη φιδιών), πτηνά (κοτσύφια, τσαλαπετεινοί), καθώς και αμφίβια (βατράχια, νεροχελώνες) στα ρέματα και στις λίμνες των πάρκων. Όσον αφορά τα θηλαστικά, εκτός από νυχτερίδες και σκαντζόχοιρους, στα Τουρκοβούνια εντοπίστηκε τελευταία και ένας μικρός αριθμός αλεπούδων.

Χελώνα στα Τουρκοβούνια (Δήμος Αθηναίων).

Χελώνα στα Τουρκοβούνια.


Πηγές

Γκαζι: η ιστορια μιας συνοικιας της Κωνσταντινουπολης

Κλασσικό

Η Κωνσταντινούπολη είναι μια πραγματική μεγαλούπολη, με τα 14 εκατομμύρια πληθυσμό και τις αμέτρητες συνοικίες της, που απλώνονται στην ευρωπαϊκή και στην ασιατική πλευρά. Μια απ’ αυτές είναι και το Γκαζί. Η διαδρομή με το λεωφορείο 399C από το Εμίνονου (με κατεύθυνση Εσέντεπε) διαρκεί περίπου μια ώρα.

Γκαζί δρόμος

Τί ιδιαίτερο έχει όμως αυτή η εργατική συνοικία με τις πυκνές πολυκατοικίες, στα όρια της οικιστικής ζώνης στην ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης; Κι αυτή μάλλον, όπως και τόσες άλλες, κτίστηκε τον περασμένο αιώνα με τη μετανάστευση από το εσωτερικό της Ανατολίας, από χωρικούς που έψαχναν μια καλύτερη τύχη στη μεγαλούπολη. Έχει όμως μια εθνο-θρησκευτική σύνθεση που την κάνει διαφορετική από πολλές άλλες: κατοικείται σε μεγάλο ποσοστό από Αλεβίτες (σχετικό άρθρο), αλλά και από Κούρδους.

Το τζέμεβι του Γκαζί, με την απεικόνιση του Χατζή Μπεκτάς, μορφής με μεγάλο συμβολικό χαρακτήρα για τους Αλεβίτες.

Το τζέμεβι (θρησκευτικός/πολιτιστικός χώρος για Αλεβίτες) του Γκαζί, με την εικόνα του Χατζή Μπεκτάς, προσώπου με μεγάλη σημασία για τον αλεβιτισμό.

Μάλλον όχι άσχετα μ’ αυτό, έχει και μια ιδιαίτερη πολιτική ταυτότητα. Αφίσες του Ερντογάν ή του AKP θα συναντήσεις μάλλον σπάνια στους δρόμους του Γκαζί – αντίθετα θα δεις πολύ περισσότερα αρχικά και συνθήματα αριστερών οργανώσεων. Η συνοικία γίνεται κατά καιρούς τόπος συγκρούσεων μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών. Κάποιοι την έχουν συγκρίνει γι’ αυτό το λόγο και με τα Εξάρχεια.

Οι τοίχοι των πολυκατοικιών στο Γκαζί είναι γεμάτοι με συνθήματα από αριστερές οργανώσεις.

Οι τοίχοι των πολυκατοικιών στο Γκαζί είναι γεμάτοι με συνθήματα από αριστερές οργανώσεις – νόμιμες (όπως το ΤΚΡ, το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα) ή παράνομες (όπως το DHKC, ένοπλη πτέρυγα του επίσης μαρξιστικού DHKP-C, του οποίου η συνοικία θεωρείται προπύργιο).

Τα φέρετρα νεκρών από την τρομοκρατική επίθεση στο Σουρούτς το περασμένο καλοκαίρι μεταφέρονται στο τζέμεβι του Γκαζί, με τη συνοδεία ένοπλων ακροαριστερών. http://www.ibtimes.co.uk/turkey-more-riots-rage-marxist-gazi-stronghold-after-death-female-activist-gunay-ozaslan-1512637

Τα φέρετρα νεκρών από την τρομοκρατική επίθεση στο Σουρούτς το περασμένο καλοκαίρι μεταφέρονται στο τζέμεβι του Γκαζί, με τη συνοδεία ένοπλων ακροαριστερών με καλυμμένο πρόσωπο.
Πηγή εικόνας

Η παράδοση αυτή πάει πολλά χρόνια πίσω, τουλάχιστον από τότε που στην ίδια συνοικία ξέσπασε η ουσιαστικά πρώτη λαϊκή εξέγερση μετά το πραξικόπημα του 1980 (εκτός των κουρδικών περιοχών στα νοτιανατολικά, εννοείται). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Το σκηνικό για μια εξέγερση στήνεται

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η Τουρκία μετρούσε ήδη μιάμιση δεκαετία από το πραξικόπημα του ’80, που είχε θέσει την πολιτική ζωή της χώρας κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο του στρατού και του βαθέος κράτους. Αν και η επαναφορά σε μια μορφή κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είχε ήδη γίνει πολύ νωρίς, από το 1983, αυτή ήταν τόσο ελεγχόμενη από το στρατό και τους παρακρατικούς, και το καινούριο Σύνταγμα του 1982 (που ακόμα ισχύει σήμερα) τόσο ανελεύθερο, που η Τουρκία έμοιαζε περισσότερο με δικτατορικό παρα δημοκρατικό καθεστώς.

Δύο πρόσωπα που σημάδεψαν τη δεκαετία του '80 στην Τουρκία: ο στρατηγός Κενάν Εβρέν, ηγέτης της στρατιωτικής χούντας του '80, μαζί με τον Τουργκούτ Οζάλ, πρώτο πολιτικό πρωθυπουργό μετά την "αποκατάσταση" της δημοκρατίας.

Δύο πρόσωπα που σημάδεψαν τη δεκαετία του ’80 στην Τουρκία: ο στρατηγός Κενάν Εβρέν, ηγέτης της στρατιωτικής χούντας και στη συνέχεια Πρόεδρος της χώρας, μαζί με τον Τουργκούτ Οζάλ, πρώτο πολιτικό πρωθυπουργό μετά την «αποκατάσταση» της δημοκρατίας. Πηγή εικόνας

Στη δεκαετία του ’80 υπήρχε, έστω κάτω από αυτό το αυταρχικό καθεστώς, μια σχετική σταθερότητα. Αυτή άρχισε να καταρρέει τη δεκαετία του ’90, με την οικονομία να χειροτερεύει και τον πληθωρισμό να καλπάζει, τη διαφθορά να κυριαρχεί παντού, και το νοτιο-ανατολικό τμήμα της χώρας να βρίσκεται σε εμφυλιοπολεμική κατάσταση. Ας μην ξεχνάμε ότι ήταν η ίδια περίοδος της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις (Ίμια, S-300 κ.λπ.), που παρ’ ολίγο να οδηγήσει σε πόλεμο.

Στην αλεβίτικη κοινότητα ειδικότερα, οι σφαγές της δεκαετίας του ’70 (π.χ. στο Καχραμανμαράς), αλλά φυσικά και οι πιο πρόσφατες (στη Σεβάστεια το 1993) δεν είχαν ξεχαστεί. Εξάλλου με την αυξανόμενη «σουνιτοποίηση» του κράτους από το πραξικόπημα και μετά, όπως και με την πρόσφατη άνοδο του σουνιτικού πολιτικού Ισλάμ (οι ισλαμιστές είχαν μόλις κερδίσει το Δήμο Κωνσταντινουπόλεως – με δήμαρχο το νεαρό και ανερχόμενο τότε Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν), οι Αλεβίτες ένιωθαν αδικημένοι και απειλούμενοι. Επίσης στο Γκαζί έμεναν και πολλοί Κούρδοι, με φρέσκες αναμνήσεις από την ιδιαίτερα βίαιη τακτική του τουρκικού στρατού στην περιοχή τους, ενώ οι μυστήριες εξαφανίσεις αριστερών ακτιβιστών δεν ήταν εκείνη την εποχή σπάνιο φαινόμενο – πρόσφατα μάλιστα ένας είχε πεθάνει ενώ ήταν υπό κράτηση.

Στα κάγκελα σχολείου στο Γκαζί είναι αναρτημένες αφίσες με αίτημα την ενημέρωση σχετικά με την τύχη των εικονιζομένων προσώπων.

Στα κάγκελα σχολείου στο Γκαζί είναι μέχρι σήμερα αναρτημένες αφίσες προσώπων με τη λέξη Nerede (Πού;).

Μια λαϊκή δυσαρέσκεια φαίνεται ότι είχε ήδη αρχίσει να εξαπλώνεται και να δημιουργεί ρωγμές σ’ αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον. Σε ένα τέτοιο κλίμα, ένα συμβάν έμελλε να φέρει πίσω κακές αναμνήσεις στο μυαλό κάποιων.

Το ξέσπασμα

Στις 12 Μαρτίου 1995 άγνωστοι ένοπλοι μέσα από ένα ταξί πυροβόλησαν τους θαμώνες καφετεριών στo Γκαζί. Πολλοί τραυματίστηκαν και ένας ντεντές (κάτι σαν ιερέας για τους Αλεβίτες) πέθανε. Η αστυνομία άργησε να επέμβει και οι δράστες μπόρεσαν να διαφύγουν με το ταξί – αυτό βρέθηκε στη συνέχεια με τον δολοφονημένο οδηγό μέσα. Μέχρι σήμερα η υπόθεση δεν έχει διαλευκανθεί.

Σ’ αυτήν την εύφλεκτη κατάσταση, το παραπάνω περιστατικό έγινε η σπίθα που έφερε την έκρηξη. Κάτοικοι της περιοχής ήταν πεπεισμένοι ότι οι φόνοι ήταν έργο ακροδεξιών ή ισλαμιστών σε συνεργασία με την αστυνομία. Ήδη μέχρι τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας, κι αφού έγινε γνωστό ότι οι δράστες διέφυγαν, οργισμένοι νέοι είχαν βγει στους δρόμους, φωνάζοντας συνθήματα όπως «Θάνατος στο φασισμό! Θέλουμε δικαιοσύνη!» ή «Η αστυνομία έξω απ’ το Γκαζί». Ακολούθησαν βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία, καταστροφές σε καταστήματα, φωτιές σε αυτοκίνητα.

Εικόνα από τους δρόμους του Γκαζί (Μάρτης '95). http://archive.feedblitz.com/204028/~4908852

Εικόνα από τους δρόμους του Γκαζί (Μάρτης ’95).
Πηγή εικόνας

Τις πρώτες πρωινές ώρες η αστυνομία άνοιξε πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Σαν αντίδραση ξέσπασε εξέγερση και σε άλλη συνοικία της Πόλης, με μερικά ακόμα θύματα. Στο Γκαζί εν τω μεταξύ οι διαδηλωτές είχαν χτίσει οδοφράγματα, ενώ επενέβηκε και ο στρατός. Χρειάστηκαν τρεις μέρες μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη: συνολικός απολογισμός, τουλάχιστον 17 νεκροί διαδηλωτές (κατά άλλες πηγές 23), περίπου 250 τραυματίες, αλλά και κάποιοι αγνοούμενοι. Μόνο δύο αστυνομικοί καταδικάστηκαν, με αρκετά ήπιες ποινές, παρά το ότι οι κατηγορίες αφορούσαν πολλαπλές δολοφονίες.

Επίλογος

Από τότε, κάθε χρόνο οργανώνονται από αριστερές και αλεβίτικες ομάδες επετειακές εκδηλώσεις εις μνήμη των νεκρών του 1995. Το Γκαζί γίνεται από καιρό σε καιρό θέατρο συγκρούσεων με την αστυνομία – ειδικά επί διακυβέρνησης Ερντογάν. Με την πρόσφατη εξέγερση του πάρκου Γκεζί το ’13 δεν άργησαν οι ταραχές να επεκταθούν και στο Γκαζί. Αλλά και το τελευταίο καλοκαίρι έγιναν επεισόδια, όταν σε μια επιδρομή αντιτρομοκρατικής μονάδας (μετά την τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών στο Σουρούτς) σκοτώθηκε ένα μέλος του DHKP-C.

Εικόνα από την εκδήλωση μνήμης για την 20ή επέτειο της σφαγής του Γκαζί. Η εκδήλωση διοργανώθηκε από αριστερές και αλεβίτικες οργανώσεις. Το πανό γράφει "Από το Γκαζί στον Μπερκίν" (αναφορά στον Μπερκίν, θύμα της αστυνομικής βίας στην πρόσφατη εξέγερση του 2013). http://bianet.org/english/human-rights/162992-gazi-incident-victims-commemorated-in-20th-anniversary

Εκδήλωση μνήμης για την 20ή επέτειο της σφαγής του Γκαζί. Το πανό γράφει «Από το Γκαζί στον Μπερκίν» (αναφορά στον Ελβάν Μπερκίν, θύμα της αστυνομικής βίας στην πρόσφατη εξέγερση του 2013).
Πηγή εικόνας

Απ’ ότι φαίνεται, ακόμα και μετά τη δεξιά στροφή της Τουρκίας από τη δεκαετία του ’80, εστίες μιας αριστερής ριζοσπαστικότητας παρέμειναν ζωντανές μέσα στη χώρα – το Γκαζί δεν είναι φυσικά μόνο του.

Παρά τον πρόσφατο εκλογικό θρίαμβο του Ερντογάν, η Τουρκία φαίνεται ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια ξυπνά κάπως από τον πολιτικό της λήθαργο, και την ενασχόληση με σχετικά ανούσια θέματα όπως η μουσουλμανική μαντήλα. Η χώρα, όπως και όλος ο κόσμος, μπαίνει ξανά σε μια περίοδο πολιτικής ρευστότητας, όπου πολλά μπορούν να αλλάξουν. Ποιός π.χ. θα το φανταζότανε παλιότερα ότι κεμαλικοί θα ψήφιζαν ένα φιλοκουρδικό κόμμα, με πιθανές διασυνδέσεις με το ΡΚΚ, για να φράξουν το δρόμο στον κοινό εχθρό Ερντογάν, όπως φαίνεται ότι έγινε στις εκλογές του τελευταίου Ιουνίου; Σ’ αυτό το περιβάλλον ανοίγονται ευκαιρίες για νέες κοινωνικές συμμαχίες, στις οποίες τέτοιες εστίες όπως το Γκαζί μπορεί να παίξουν ρόλο.


Βιβλιογραφία/πηγές