Λυση του Κυπριακου για την περιοχη μας

Κλασσικό

Η εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί στην προεδρία της «ΤΔΒΚ» έφερε ξανά μια ελπίδα για επανένωση της Κύπρου. Με αυτά που έχουμε ζήσει τουλάχιστον τα τελευταία 15 χρόνια (κατ’ ακρίβεια όμως από πιο πριν, από το 1968, όταν ξεκίνησαν οι διακοινοτικές συνομιλίες), είναι φυσικό οι προσδοκίες να είναι συγκρατημένες.  Σίγουρα όμως και μόνο το γεγονός ότι αυτή η ελπίδα παραμένει ζωντανή, μετά από τόσες απογοητεύσεις, λέει πολλά για τη σημασία της ιδέας αυτής για την Κύπρο.

Αυτό που νομίζω ότι λείπει κάπως από τις συζητήσεις για τη λύση του Κυπριακού, είναι η μη-κυπριακή της διάσταση, και κυρίως αυτή που αφορά την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό είναι και το θέμα του άρθρου.

Το Κυπριακό ως μέρος του Ανατολικού Ζητήματος

Αν θέλουμε να δούμε το Κυπριακό από μια ανατολικομεσογειακή οπτική γωνία, πρέπει να ξεκινήσουμε από την Ιστορία. Είναι νομίζω σαφές ότι το Κυπριακό ήταν μέρος του ευρύτερου Ανατολικού Ζητήματος, δηλαδή του προβλήματος σχετικά με το μέλλον των εδαφών της αδύναμης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη σύγχρονη εποχή των εθνικισμών. Η ιδιαιτερότητα της Κύπρου (όπως αναφέρθηκε και σε άλλο άρθρο) είναι ότι η κατάσταση «πάγωσε» κάπως λόγω Αγγλοκρατίας και άρα άργησε λίγο να εμφανιστεί ως εθνικιστική σύγκρουση. Όταν αυτό τελικά έγινε, οι συνθήκες είχαν αλλάξει αρκετά σε σχέση με την εποχή των συγκρούσεων στη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία. Παρ’ όλα αυτά όμως, είχε αρκετά κοινά στοιχεία με τις τελευταίες.

Με άλλα λόγια, μπορούμε να πούμε ότι η δημιουργία του Κυπριακού ήταν κι αυτή μια συνέπεια του εκσυγχρονισμού και του εκδυτικισμού των κοινωνιών της Ανατολικής Μεσογείου. Όπως έγινε και στη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία (εν μέρει και στις αραβικές χώρες), μέρος αυτής της διαδικασίας ήταν και η εισαγωγή των δυτικών εθνικιστικών ιδεών. Και όπως και σ’ αυτές τις περιοχές, η κυπριακή (μετα-)οθωμανική πραγματικότητα, με την εθνο-θρησκευτική ανάμειξη, δεν πρόσφερε καλές συνθήκες για τη δημιουργία έθνους-κράτους κατά τα δυτικά πρότυπα. Οι συνθήκες έπρεπε να αλλάξουν, και αυτό έγινε σε μεγάλο βαθμό μέσω εθνοκάθαρσης. Είναι άρα λάθος να λέμε ότι η εισβολή το ’74 είναι δείγμα του ότι η Τουρκία δεν ήταν αρκετά ευρωπαϊκή χώρα – αντίθετα, ήταν κατά κάποιον τρόπο απόδειξη του πόσο πολύ προχώρησε ο εξευρωπαϊσμός της. Ήταν μια επέμβαση που έγινε στη βάση δυτικών ιδεών και αρχών.

Αυτό το στοιχείο του Κυπριακού, η δημιουργία του δηλαδή ως μέρος του εκσυγχρονισμού/εκδυτικισμού, είναι κάτι που μάλλον δεν συζητείται αρκετά. Κι αυτό είναι ίσως ακριβώς η συνέπεια του ότι δεν το βλέπουμε από γενική ανατολικο-μεσογειακή σκοπιά. Αλλιώς θα διακρίναμε μάλλον καλύτερα τα κοινά π.χ. με τους πρόσφατους γιουγκοσλαβικούς πολέμους: κι εκεί, όπως και στην Κύπρο, η κατάσταση είχε «παγώσει» (στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας λόγω Τίτο) και η οθωμανική εθνο-θρησκευτική ανάμειξη είχε διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό. Κάτι που έπρεπε να «διορθωθεί» σε σύντομο χρονικό διάστημα για να μπορέσουν να δημιουργηθούν «σωστά» έθνη-κράτη. Κι αυτό έγινε δυστυχώς με το χειρότερο δυνατό τρόπο (όπως είχε ήδη γίνει παλιότερα με τους Βαλκανικούς και ελληνοτουρκικούς πολέμους στην περίπτωση Ελλάδας-Τουρκίας-Βουλγαρίας).

Αυτή η ιστορική άποψη μπορεί να είναι χρήσιμη για να δούμε τη σύνδεση του Κυπριακού με το ευρύτερο περιβάλλον και με γενικά με τη διαδικασία εκσυγχρονισμού της περιοχής. Χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι ήταν κάτι που μπορούσαμε να αποφύγουμε. Τώρα φυσικά ότι έγινε έγινε, η λύση που θα βρεθεί δεν μπορεί παρά να βασίζεται στις πραγματικότητες που δημιουργήθηκαν.

ΔΔΟ ή ευρωδιχοτόμηση

Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία παραμένει ακόμα η μοναδική λύση υπό συζήτηση από τα δύο διαπραγματευόμενα μέρη – παρά την κριτική που της γίνεται. Είναι ξεκάθαρο ότι αν υπάρχει οποιαδήποτε ελπίδα για συμφωνημένη λύση τα επόμενα χρόνια, αυτή δεν μπορεί παρά να είναι κάποιου είδους ΔΔΟ.  Οι όποιες άλλες λύσεις συζητούνται, δεν είναι πολιτικά δυνατό να συμφωνηθούν από τις δύο πλευρές στο άμεσο μέλλον. Με άλλα λόγια, υπάρχουν προς το παρόν μόνο δύο επιλογές: ΔΔΟ ή συνέχιση του στάτους κβο, δηλαδή της ανεπίσημης διχοτόμησης.

Η λύση του Κυπριακού σ’ αυτήν τη βάση είναι όμως σημαντική και για λόγους που έχουν σχέση με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Στις τελευταίες δεκαετίες οι συγκρούσεις στην περιοχή μας μοιάζουν να έχουν όλο και πιο καθαρό εθνο-θρησκευτικό χαρακτήρα. Μια συμφωνία ανάμεσα σε δύο εθνο-θρησκευτικές κοινότητες για την (επαν)ίδρυση ενός κοινού κράτους, και μάλιστα χωρίς αυτή να γίνεται υπό την πίεση των όπλων, θα ήταν κάτι που θα πήγαινε κόντρα στο ρεύμα της εποχής και θα έστελνε μηνύματα.

Το μάλλον χειρότερο σενάριο για το Κυπριακό απ’ αυτήν την άποψη θα ήταν μια ευρωδιχοτόμηση. Δηλαδή να παραμείνει το νότιο τμήμα της Κύπρου μέρος μιας γερμανοκρατούμενης ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το βόρειο θα ακολουθεί τη μοίρα της Τουρκίας. Η Κύπρος θα έχει έτσι μοιραστεί όχι απλά σε δύο κράτη, αλλά σε δύο διαφορετικούς «κόσμους». Σε μια εποχή που προτεραιότητα στην περιοχή μας θα έπρεπε να ήταν ακριβώς να αποφύγει να περνούν τέτοιες διαχωριστικές γραμμές μέσα από το έδαφός της (όπως επίσης αναφέρθηκε σε άλλο άρθρο).

Ο κίνδυνος μιας ευρωπαϊκής «υπέροχης απομόνωσης»

Ακόμα όμως και η επανένωση της Κύπρου μέσα σ’ ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν είναι απαραίτητα το ιδανικό σενάριο. Η επανένωση είναι από ανατολικομεσογειακή άποψη θετική, εφ’ όσον είναι ένα πρώτο βήμα για μια γενική ενωτική τάση στην περιοχή και την υπέρβαση των εθνο-θρησκευτικών διαχωρισμών. Υπάρχει όμως και ο κίνδυνος να ενισχύσει την απομόνωση της Κύπρου από το περιβάλλον της (κάτι προς το οποίο ως νησιώτες είναι φυσικό να έχουμε μια τάση).

Εννοείται ότι είναι απαραίτητο να υπάρχει μια κοινή κυπριακή ταυτότητα ως ενωτικό στοιχείο, για να μπορεί να δουλέψει ένα κοινό κράτος. Δεν πρέπει όμως να αγνοούμε τον κίνδυνο από την υπερβολική χρήση αυτού του στοιχείου. Αν αυτή βασίζεται στον τονισμό της διαφορετικότητας από τις χώρες που μας περιβάλλουν, θα καταργηθεί μεν το ενδοκυπριακό σύνορο μες στο μυαλό μας, θα γίνουν όμως πιο αδιαπέρατα αυτά με τις γειτονικές μας χώρες.

Η «ευρωπαϊκότητα» της Κύπρου μπορεί να ενισχύσει αυτήν την τάση απομόνωσης, με την έννοια ότι οι ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται έτσι κι αλλιώς μακριά από την Κύπρο (και όχι μόνο χιλιομετρικά). Είναι ένας αρκετά βολικός τρόπος να δικαιολογήσεις την «υπέροχη απομόνωσή» σου, αν την καλύψεις πίσω από τη μάσκα της συμμετοχής σε μια κοινότητα έτσι κι αλλιώς μακρινή. Αυτός ο «ευρωαπομονωτισμός» είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος από μια ενωμένη Κύπρο μέλος της Ε.Ε., ειδικά όταν η τελευταία μετατρέπεται όλο και περισσότερο σ’ ένα κλειστό φρούριο, ένα κλαμπ για λίγους εκλεκτούς. Θα μπορούσε σταδιακά να μετατρέψει την Κύπρο σε κάτι παρόμοιο με το Ισραήλ: ένα κράτος ξένο προς την περιοχή του, που επιβιώνει χάρη στις διεθνείς σχέσεις και τις μόνο περιστασιακές συμμαχίες με τοπικές δυνάμεις.


Το συμπέρασμα που πιστεύω ότι βγαίνει απ’ αυτές οι σκέψεις είναι: η επανένωση της Κύπρου μέσα από μια λύση δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας μπορεί να είναι θετική και για την ευρύτερη περιοχή μας. Αυτό όμως εξαρτάται και από τα ιδεολογικά στοιχεία που θα συνοδεύουν αυτήν την επανένωση. Και σ’ αυτο το κομμάτι πρέπει να δοθεί σημασία, γιατί η κατάσταση στις γειτονικές χώρες αργά η γρήγορα θα επηρεάσει και μας. Δεν είναι κάτι που μπορεί να μας αφήσει αδιάφορους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s